Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Λύτ Χριστιάνα (Christiane Lüth, 1817-1900)


 

Λύτ Χριστιάνα (Christiane Lüth, 1817-1900)

Η Christiane Lüth γεννήθηκε στο Nordsjælland (Βόρεια Ζηλανδία), ήταν κόρη του Δανού αξιωματούχου Heinr. Fr. Georg Fischer (1781–1829) και της Mette Elisabeth Petersen (1789–1857) και μεγάλωσε στο Fredensborg (Φρέντενσμποργκ της Δανίας).

Η Χριστιάνα Φύσερ, όπως ήταν το πατρικό της, παντρεύτηκε το 1838 τον Γερμανό θεολόγο και ιερέα Asmus Heinrich Friedrich Lüth και τον ακολού­θησε στη Γερμανία. Τον αμέσως επόμενο χρόνο, ο σύζυγός της διορίστηκε προσωπικός ιερέας της βασίλισσας Αμαλίας και έτσι αυτή και η μικρότερη αδερφή της τον ακολούθησαν στην Αθήνα, όπου έμεινε για 13 χρόνια, ως το Μάιο του 1852.

 

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα…». [Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Fredrika Bremer (1801-1865)


 

Η Φρέντρικα Μπρέμερ γεννήθηκε στο Τούρκου της Φινλανδίας και ήταν γόνος εύπορης και καλλιεργημένης οικογένειας. Το 1804 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, όπου και πέρασε τα παιδικά της χρόνια λαμβάνοντας μόρφωση σε διάφορους τομείς. Σπούδασε στην Γερμανία, την Ολλανδία και την Ελβετία και αργότερα στη Νορβηγία.

 

Fredrika Bremer (Φρέντρικα Μπρέμερ, 1801-1865)

 

Η Μπρέμερ έγραψε λογοτεχνικά έργα που έχουν σήμερα ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς περιγράφουν τη Σουηδία των ημερών της. Ήταν ανήσυχο πνεύμα με πλούσια φιλανθρωπική δράση, ενώ υπήρξε πρωτοστάτης του γυναικείου κινήματος στη Σουηδία. Πεπεισμένη για τις ικανότητές της και για μια ιδιαίτερη αποστολή που θεωρούσε πως είχε να επιτελέσει, αποφάσισε να μείνει ανύπαντρη. Το 1849 επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, όπου έμεινε για δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων επισκέφθηκε και την Κούβα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Jonathan M. Hall: η Ελλάδα, η Αργολίδα, το Άργος


 

Είναι τιμή για την Αργολίδα και ιδιαίτερα για το Άργος, να τους αφιερώνεται ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά πονήματα του διαπρεπούς Καθηγητή Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σικάγο (Η.Π.Α.) κ. Jonathan M. Hall. Το βιβλίο του με τίτλο Reclaiming the Past. Argos and its Archaeological Heritage in the Modern Era (Cornell University Press, 2021), είναι το αποτέλεσμα μιας πολύχρονης και επίπονης επιστημονικής έρευνας και αποτελεί το δεύτερο σημαντικό επιστημονικό γεγονός της περιόδου μαζί με τη διοργάνωση του Επιστημονικού Συμποσίου για το Άργος που παρουσιάζουμε σε άλλο κείμενο.

 

Jonathan M. Hall

 

Ο Jonathan M. Hall, βραβευμένος στις ΗΠΑ για το εκπαιδευτικό/διδακτικό του έργο συνοδεύει, πολλά χρόνια τώρα, Αμερικανούς φοιτητές στο Άργος, προτείνοντάς τους μια άλλη εμπειρία πεδίου με την ιστορία και την αρχαιολογία στο κέντρο της παραγωγής τους, στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας.

Δημιουργεί μόνιμο θαυμασμό σε όσους τον γνωρίζουν η απλότητα και η φιλική του διάθεση, καθώς και η αγάπη του για την Ελλάδα και την Αργολίδα γενικότερα. Η επιστημονική του πληρότητα καταγράφεται στη συνέχεια. Η ανθρώπινη διάσταση ενός απλού και φιλικού χαρακτήρα είναι απόλυτα βιωματική και ταυτόχρονα, γίνεται εύκολα κατανοητό στο πρόσωπο που τον προσεγγίζει πως οι δυο διαστάσεις, επιστήμονας και καθημερινός άνθρωπος, είναι απόλυτα συνυφασμένες στο πρόσωπο του διεθνώς αναγνωρισμένου Καθηγητή Κλασικών Σπουδών. Είχαμε την τύχη να γνωριστούμε. Είμαστε ευγνώμονες που μας μνημονεύει στο τελευταίο του έργο. Χαρήκαμε τα ταξίδια μας σε διάφορα μέρη και τις συζητήσεις μας. Θέλουμε να ανταποδώσουμε με το παρόν αφιέρωμα την αναγνώριση του κόσμου της Αργολίδας στο έργο και την παρουσία του.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Σαριγιάννης Ιωάννης Δ. (†1881)


 

Ο Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (καλοκαίρι  1856  –  Σεπτέμβριος 1881),  Ιωάννης Δ. Σαριγιάννης ή Σαρηγιάννης ή Σαρρηγιάννης, εικάζεται ότι καταγόταν  του ήταν από τη βόρεια Κυνουρία, συγκεκριμένα  από τον Άγιο Ιωάννη ή τον Άγιο Πέτρο,  τόπου καταγωγής και άλλων γνωστών ανδρών της εποχής που έφεραν το  επώνυμο Σαριγιάννης. Μεταξύ αυτών  του  προεστού, Φιλικού και  γνωστού του Δημητρίου Υψηλάντη, Πάνου Σαριγιάννη.  Δυστυχώς όμως, αν και ο Ιωάννης Δ. Σαριγιάννης ήταν ο μακροβιότερος σε θητεία συμβολαιογράφος της πόλης κατά τον 19ο αιώνα, δεν στάθηκε δυνατό να βρεθούν στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Μία ακόμα δυσκολία της έρευνας  είναι ότι την ίδια περίοδο περίπου υπάρχει και ένας ακόμη Ιωάννης Γ. Σαριγιάννης,  με αποτέλεσμα κάποιες φορές πιθανά να συγχέονται  οι  μεταθέσεις και οι μετακινήσεις τους. Όσα Φ.Ε.Κ. εντοπίζονταν με το πατρώνυμο «Γ.»  απορρίπτονταν. Αρκετές φορές όμως στα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, σε άλλα έγγραφα και αναφορές δεν χρησιμοποιείται πατρώνυμο, και συνεπώς δεν είναι πάντα εύκολο να διευκρινιστεί ποιος είναι, γεγονός που δεν αποκλείει την  πιθανότητα σφάλματος.

Η πρώτη αναφορά λοιπόν που εντοπίστηκε γι’ αυτόν,  ανάγεται στις αρχές Ιουνίου του 1831. Ειδικότερα, σε φύλλα της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, όπου καταγράφονται οι προσφέροντες δωρεές υπέρ των Κρητών, περιλαμβάνεται και ο Ιωάννης Σαριγιάννης, ο οποίος  συνδράμει ως μέλος του προσωπικού της «Διοικήσεως Ναυπλίου και κάτω Ναχαϊέ».

Η επαρχία Ναυπλίας τότε περιλάμβανε  τη Ναυπλία, την Επίδαυρο και το κάτω Ναχαϊέ, ήτοι την Ερμιονίδα και το Κρανίδι.[1] Στη συνέχεια συναντάμε τον Σαριγιάννη, ως γραμματέα της Δημογεροντίας του Ναυπλίου, σε μία σειρά από  επιστολές της Δημογεροντίας προς τους Γάλλους αξιωματικούς του ναυτικού και του  στρατού που έχουν καταλάβει τα φρούρια του Ναυπλίου κατά το  τέλος του 1832 – αρχές του 1833, οι οποίες δημοσιεύονται στην «Εθνική Εφημερίδα».

Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη Καποδίστρια και πριν την άφιξη του Όθωνα, ξεσπά για μία ακόμα φορά εμφύλια αντιπαράθεση στη χώρα, ακόμα και μέσα στο Ναύπλιο και το Άργος. Οι διάφορες φατρίες και κόμματα, προεξάρχοντος του Κωλέττη και του γαλλικού κόμματος, οι Έλληνες διοικητές των φρουρίων και κάστρων της Πελοποννήσου και διάφοροι άλλοι αντιπαλεύουν μεταξύ τους σε μία αιματηρή πολλές φορές σύρραξη.

Στο Άργος υπήρξε δε ανοιχτή σύρραξη μεταξύ ατάκτων Ελλήνων και των γαλλικών στρατευμάτων, με σημαντικό αριθμό θυμάτων.[2] Αυτή η κατάσταση αναρχίας είχε ως αποτέλεσμα οι Δημογέροντες της πόλης του Ναυπλίου να προσκαλέσουν τους αξιωματικούς των πλοίων της γαλλικής μοίρας και των γαλλικών στρατευμάτων, που βρίσκονται στην περιοχή, να αναλάβουν την ασφάλεια του Ναυπλίου. Αυτοί δεν αρνούνται. Το αντίθετο, μάλλον επιθυμούν  να εμπλακούν και έτσι αναλαμβάνουν τη διοίκηση των κάστρων και των φρουρίων της πόλης.  Με αυτό τον τρόπο, σταματά τουλάχιστον  η αντιπαράθεση μέσα και γύρω από την πόλη και αποφεύγονται τα χειρότερα. Η Δημογεροντία, ως επιστέγασμα  αυτής της δράσης εκδίδει μια σειρά από ψηφίσματα για να ευχαριστήσει τους Γάλλους αξιωματικούς του ναυτικού και του στρατού για την αποτελεσματική  τους παρέμβαση και τους επιβραβεύει με αναμνηστικά ξίφη.[3]

Η πορεία του Ιωάννη Σαριγιάννη στον ευρύτερο χώρο της δικαιοσύνης ξεκινά  με τον διορισμό του, με σχετικό ψήφισμα της επί της Δικαιοσύνης Γραμματείας,  ως δικαστικού κλητήρα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 8 Ιουνίου του 1837.[4] Ακολούθως,  ο  Ιωάννης Σαρρηγιάνης (αναγράφεται με ψιλή και δασεία άνωθεν των δύο «ρ») εντοπίζεται να διορίζεται ως πάρεδρος του Πρωτοδικείου Ναυπλίας με βασιλικό  διάταγμα στις 9 (21) Ιουλίου 1843.[5]    Στις 29 Ιανουαρίου 1854,  με το βασιλικό διάταγμα  αρ. 1.088, ο ειρηνοδίκης Άργους, Ιωάννης Σαριγιάννης μετατίθεται στο ειρηνοδικείο Μάσσητος (Κρανιδίου).[6] Ακολουθεί,  στις 23 Μαρτίου  1854, βασιλικό διάταγμα, με το οποίο ο Ιωάννης Σαριγιάννης μετατίθεται  ως ειρηνοδίκης στο Άστρος.[7]

 

Υπογραφή και σφραγίδα Ιωάννη Δ. Σαριγιάννη (1869). Προσωπικό αρχείο των κυριών Αλεξάνδρας και Σοφίας Βουδρισλή.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικονομίδης Ιωάννης Τρ. (; – 1861) – Αγωνιστής στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Φθινόπωρο 1858 – Μάιος 1861)


 

Ο Ιωάννης Τρύφωνος Οικονομίδης, με καταγωγή από τη Βυτίνα του δήμου Νυμφασίας  της επαρχίας Γορτυνίας, αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική μορφή του συμβολαιογράφου – αγωνιστή,  που συμμετείχε σε μία εκτεταμένη σειρά από μάχες για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, από την έκρηξη αυτού έως το τέλος. Σχετικά έγγραφα υπάρχουν τόσο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους όσο και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών.

Ειδικότερα στα Γ.Α.Κ.  εντοπίζεται ένας φάκελος  που περιέχει μια σειρά  επτά εγγράφων που αφορούν το αίτημα του Ιωάννη Τρ. Οικονομίδη  να λάβει το αργυρό μετάλλιο και το σχετικό αριστείο αντί του χάλκινου για τη συμμετοχή του στον Αγώνα. Ο φάκελος περιέχει:

α) μία  αίτηση που απευθύνεται προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικρατείας (υπουργό Εθνικής Άμυνας, σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία), με θέμα περί αριστείου, από τον διοικητή Γορτυνίας. Η αίτηση συντάσσεται τον Οκτώβριο του 1839.

β) Μία τρισέλιδη επιστολή, με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1839, στην οποία ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης περιγράφει τι έκανε στον Αγώνα, μιλά για τον θανόντα πατέρα του και τα αδέλφια του και αναπτύσσει το αίτημά του. Αναφέρει ότι γεννήθηκε και είναι δημότης του δήμου Νυμφασίας και ότι υπηρέτησε τον Αγώνα από την αρχή, υπό τις διαταγές του Βασιλείου Πετιμεζά, με βαθμό υποχιλιάρχου. Το 1833 έλαβε  δίπλωμα με τον βαθμό του από την κυβέρνηση. Επίσης, ενημερώνει ότι η δράση του επιβεβαιώνεται από τον Βασίλειο Πετιμεζά και από σχετική βεβαίωση του Θ. Κολοκοτρώνη, υπογεγραμμένη στις 20 Ιουνίου.

γ) Την από 20 Ιουνίου 1839, συνταχθείσα στα Καλάβρυτα βεβαίωση του Βασιλείου Πετιμεζά, που βεβαιώνει τη δράση του Οικονομίδη δίπλα του.

δ) Την από 22 Φεβρουαρίου 1839, συνταχθείσα στην Βυτίνα, βεβαίωση του δημάρχου Νυμφασίας,  ένα είδος πιστοποιητικού ποινικού μητρώου, που βεβαιώνει ότι ο Οικονομίδης δεν έχει κατηγορηθεί ή καταδικαστεί ποτέ και ότι η διαγωγή του ήταν πάντα άριστη.

ε) Τέλος, την από 25 Φεβρουαρίου  1840  επιστολή της Γραμματείας Εσωτερικών, υπογεγραμμένη από τον Μαυροκορδάτο, δια της οποίας εντέλλεται η διοίκηση Γορτυνίας να χορηγήσει στον Οικονομίδη το χάλκινο αριστείο.[1]

 

Βεβαίωση αγωνιστών με τις μάχες στις οποίες συμμετείχε ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης. Πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Στεφάνου Παναγιώτης-Μαρίνος (1791-1863)


 

Προσωπογραφία του Παναγιώτη-Μαρίνου Στεφάνου, ελαιογραφία του Χρήστου Ρουσέα. Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Η οικογένεια Στεφάνου καταγόταν από τη Σαρατσά της Κορώνης Πελοποννήσου και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο μετά τα Ορλωφικά.[1]  

Ο Παναγιώτης-Μαρίνος Στεφάνου, γιος του Θεοδώρου και της Μαρίας Ρίζου-Χίτου, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1791. Σπούδασε γιατρός στην Πίζα και στο Παρίσι και το 1813 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου άσκησε το επάγγελμά του ιατροχειρούργου με ανιδιοτέλεια και ανθρωπισμό.

Δραστήριο μέλος της Φιλικής Εταιρείας και της Επιτροπής Αγώνος Ζακύνθου διακρίθηκε για τη μόρφωσή του και τον πατριωτισμό του και προσέφερε πολλά στον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Είχε εκλεγεί το 1818 μέλος της Α’ Ιονίου Βουλής. Μετά από πρόταση του Άγγλου Αρμοστή (Th. Maithland) μεσολάβησε ο ίδιος στην απελευθέρωση των γυναικών του Χουρσίτ Πασά που αιχμαλωτίστηκαν μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)


 

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)

O Ζαν Νικολά Μακάρ γεννήθηκε το 1786 στην Σαρλεβίλ των Αρδεννών (Charleville – Ardennes). Ο πατέρας του ήταν κατασκευαστής λαβών για μαστίγια. Το 1800 πηγαίνει στο Παρίσι και διαμένει στη γιαγιά του καθώς έχει εγγραφεί και φοιτά στη Σχολή Διοικήσεως των Στρατιωτικών Επιτρόπων (πρόκειται για την Υπηρεσία Διαχείρισης του Στρατού ή αλλιώς Επιμελητεία). Το 1805 λαμβάνει τη διαταγή να παρουσιαστεί στο Στρασβούργο υπό τις διαταγές του Πιερ Φρανσουά Ντιφρέσν (Pierre Francois Dufressne), που υπηρετεί στο Στρατηγείο της Α.Ε. του Πρίγκηπα του Νεσατέλ (Νeuchatel), στρατηγού Αλέξανδρου Μπερτιέ (Alexandre Berthier), Υπουργού Ενόπλων Δυνάμεων, Αρχιστράτηγου της μεγάλης στρατιάς του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄. Λόγω αυτής της θέσης, συμμετέχει σε όλες τις ναπολεόντειες εκστρατείες για τις οποίες καταγράφει τα γεγονότα στις σημειώσεις του: 1805 (Ουλμ & Αούστερλιτζ), 1806 (Αυστρία), 1807-1808 Πρωσία & Πολωνία, 1809-1810 Γερμανία, 1812 Ρωσία, 1813 Σαξονία, 1814 Γαλλία. Στη συνέχεια και κατά τις περιόδους:

  • 1823-1824 υπηρετεί στη στρατιά των Πυρηναίων.
  • 1825-1827 υπηρετεί στο στρατό κατοχής της Ισπανίας.
  • 1828-1831 συμμετέχει στο Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά ως Διαχειριστής.
  • 1831-1832 βρίσκεται στο Βέλγιο.
  • Το 1835 παντρεύεται στη Μπουγιόν (Bullion) σε ηλικία 49 ετών την Φρανσουάζ Σχολαστίκ Φουκάρ (Francoise Scholastique Foucart) 24 ετών, με την οποία θα έχει δυο κόρες.
  • Τελειώνει τη στρατιωτική του καριέρα στη στρατιά του Βορρά, στη Ρουέν (Rouen) με το βαθμό του Συνταγματάρχη και στις 10 Απριλίου 1848 συνταξιοδοτείται.
  • Τιμήθηκε με τους τίτλους: Ιππότης (1823), Ιππότης του Βασιλικού Στρατιωτικού Τάγματος του Αγ. Φερδινάνδου (1827) με διαταγή του Βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάνδου VII, Αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής (1833).

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Σκαλίδης Γεώργιος (1793-1857 ή 1858)


 

Μέλος της Φιλικής Εταιρείας – Υπογραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας – Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου – Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίας – Δικηγόρος Ναυπλίου – Συμβολαιογράφος Ναυπλίου  

 

Ο Γεώργιος Σκαλίδης, πιθανότατα γεννήθηκε το 1793,  όπως συμπεραίνεται από τη δήλωση του στα απογραφικά δελτάρια του 1839,[1]  και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη,  όπου και μορφώθηκε. Κάποια στιγμή, πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, έρχεται στην Τριπολιτσά και εργάζεται στο γραφείο του διερμηνέα (δραγουμάνου) του Πασά της Πελοποννήσου.  Είναι όμως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, όπως μας πληροφορούν τόσο ο Φωτάκος όσο και ο Ι. Φιλήμων και  χάρη στη θέση του πληροφορείται όλα τα θέματα που απασχολούν την οθωμανική διοίκηση. Κατά την περιγραφή του Χρύσανθου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, ο Σκαλίδης, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη του διερμηνέως του Πασά, προσφέρεται να μεταφράσει τα κωδικοποιημένα έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας που έρχονται σε γνώση των Οθωμανών  και αλλοιώνει  το περιεχόμενό τους «καταλλήλως».[2]

Στη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς παρέμεινε εντός της πόλης, ενημερώνοντας τους πολιορκητές για τα τεκταινόμενα. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και την πτώση της, υπηρετεί ως υπογραμματεύς της Πελοποννησιακής Γερουσίας, σε διάφορες άλλες διοικητικές θέσεις των επαναστατικών κυβερνήσεων, καθώς και ως μέλος διαφόρων επιτροπών.[3] Στις  4 Μαρτίου του 1826 εγκρίνεται ομόφωνα από το Βουλευτικό, ο διορισμός του ως γραμματέας του Δικαστηρίου των Εκκλήτων του Ναυπλίου και αποστέλλεται προς έγκριση στο Εκτελεστικό.[4] Το  φθινόπωρο του 1828, όπως πληροφορούμαστε από το εξαιρετικό βιβλίο του κυρίου Δημητρίου Γεωργόπουλου, προϊσταμένου των Γ.Α.Κ., Αρχεία Νομού Αργολίδος,  χρησιμοποιείται  μαζί με άλλους από την Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου  ως αιρετός κριτής σε διάφορες αντιδικίες μεταξύ πολιτών, ως μιας μορφής δηλαδή αιρετού  διαιτητή – δικαστή.[5] Στις18Φεβρουαρίου 1829 υπογράφεται στην Αίγινα το «Ψήφισμα περί του διοργανισμού των δικαστηρίων» και ορίζονται τα τμήματα των Πρωτοκλήτων δικαστηρίων και οι έδρες τους.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδος με έδρα το Άργος αποκτά τους πέντε πρώτους δικαστές του, σύμφωνα με το ψήφισμα του Ιωάννη Καποδίστρια. Ένας από αυτούς είναι ο Πάρεδρος Γεώργιος Σκαλίδης.[6] Ο Κωνσταντινοπολίτης μας όμως είναι εξαιρετική προσωπικότητα για να μείνει επί μακρόν ένας απλός πάρεδρος και με το ψήφισμα του Κυβερνήτη της 18ης Μαΐου  1829 διορίζεται Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου «κατά το τμήμα της Κάτω-Μεσσηνίας» με έδρα την Καλαμάτα.[7] Ο διορισμός του επιβεβαιώνεται και από την πράξη αρ. 12.579/18-5-1829 του Ι. Καποδίστρια, όπου ορίζεται ο αντικαταστάτης του στη θέση του παρέδρου του Πρωτοκλήτου Αργολίδος.[8] Δυστυχώς, ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται και  μία ακόμα περίοδος αναρχίας ξεσπά στη χώρα.  Εν τέλει ορίζεται βασιλιάς της Ελλάδος ο  Όθωνας και φθάνει στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος Α. (1798 ή 1799 – ;)


 

Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος

1/  9 Μαρτίου 1831 – 16.764 / 26 Δεκεμβρίου 1846[1]

 

Ο Χαράλαμπος  Αριστείδου Παπαδόπουλος  κατάγεται από την Καρύταινα,  σύμφωνα με δήλωση του κατά την απογραφή της  Οθωνικής περιόδου, στις 19 Ιουνίου 1839. Όπου αναγράφεται το πατρώνυμό του, χρησιμοποιείται μόνο το γράμμα «Α». Ο μοναχογιός του όμως ονομάζεται Αριστείδης, σύμφωνα με την ανωτέρω απογραφή. Καθώς την περίοδο της απογραφής δηλώνει ότι είναι σαράντα χρονών, θα πρέπει να έχει γεννηθεί  μεταξύ των ετών 1798 και 1799. [2]  Αν και δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το είδος των σπουδών του αυτές κρίνεται πως θα ήταν αξιόλογες. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα σε πολύ καλό βαθμό αλλά δεν γνώριζε επαρκώς την οθωμανική και χρησιμοποιεί πάντα διερμηνέα, όταν χρειάζεται,  γεγονός που έχει τη σημασία του για πρώην υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα,  γνώριζε να γράφει,  συνεπώς και να  διαβάζει, τόσο την ιταλική  όσο και τη γαλλική γλώσσα. Τα κείμενα του στα ιταλικά  είναι εξαιρετικά καλλιγραφικά. Είναι γνώστης σε σημαντικό βαθμό των κειμένων του Διαφωτισμού,  στα συμβόλαιά του περιέχονται λέξεις και φράσεις που είναι συνδεδεμένες με τον Γαλλικό Διαφωτισμό ενώ οι πελάτες του – τουλάχιστον αυτοί των πρώτων χρόνων – αναγράφονται συχνά ως «πολίτες». Ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να έχει λάβει σημαντική μόρφωση είναι ότι επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διορίζεται ως ένας από τους  πρώτους Προέδρους Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της χώρας (Πρωτοδικεία με τη σημερινή ορολογία).

Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν την πορεία του στον χρόνο. Η πρώτη αναφορά για τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο εντοπίζεται στις 21 Οκτωβρίου  1827, όταν κατ’ εντολή του στολάρχου, του οποίου διατελεί γραμματέας, αποστέλλει  επιστολή  προς τους Δημογέροντες των Χίων, προκειμένου να τους ευχαριστήσει για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Η επιστολή συντάσσεται επί του δίκροτου «Ελλάς». Πρόκειται για την εκστρατεία στη Χίο, που χρηματοδότησαν οι απανταχού Χίοι, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί το νησί τους, για να αποτελέσει μέρος της ελεύθερης Ελλάδας. Η επιστολή, δυστυχώς, φέρει την υπογραφή μόνο του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Στόλαρχος όμως της εκστρατείας στην Χίο ήταν ο στρατηγός Φαβιέρος, οπότε πιθανά, υπό τις διαταγές του υπηρετεί ο Παπαδόπουλος. Η επικοινωνία δε μεταξύ των δύο αντρών πρέπει να γίνεται και στα γαλλικά. [3] Στην πορεία τον συναντάμε επί διακυβερνήσεως Καποδίστρια, στις 2 Αυγούστου 1830, να εκδίδει  και  να υπογράφει μία απόφαση ως πρόεδρος  του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Ανατολικής Ελλάδος,  που έχει έδρα τα Σάλωνα.[4] Στις 15 Αυγούστου 1830 γίνονται «κρίσεις» – νέοι διορισμοί του  προσωπικού των δικαστηρίων και ο Παπαδόπουλος παραμένει αμετάθετος ως πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Ανατολικής Ελλάδος.[5] Για ικανό χρονικό διάστημα στην συνέχεια,  εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αποφάσεων τις οποίες εκδίδει ως πρόεδρος και δημοσιεύονται σε  Φ.Ε.Κ.. Οι δύο  τελευταίες αποφάσεις που φέρουν την υπογραφή του εκδίδονται στις 7 Φεβρουαρίου και δημοσιεύονται στο φύλλο της «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος» στις 25 Μαρτίου 1831.[6]

Στις 9 Μαρτίου 1831 συντάσσει και υπογράφει την πρώτη του πράξη ως Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας.[7]  Στην οποία αναγράφει: «Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν εν έτος την εννάτην του μαρτίου μηνός, ημέραν Δευτέρα, την δεκάτην ώραν,  επαρουσιάσθη προς την μνημονίαν ταύτην εις την οικίαν μου υπ’ αρ. 268…..».  Η καριέρα του θα είναι σημαντική και ιστορικά κομβική, καθώς για χρόνια θα είναι ο μοναδικός Μνήμονας της πρωτεύουσας του κράτους, συντάσσοντας πράξεις,  με συμβαλλόμενους  τους περισσότερους αγωνιστές της Πελοποννήσου. Η τελευταία πράξη του ήταν η υπ΄αρ. 16.764/ 26 Δεκεμβρίου 1846, χωρίς όμως να αποκλείεται η  ύπαρξη και άλλων.[8]

 

Η διαθήκη του Γεωργίου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 1831. Φέρει την υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Αρχείο Σπανίων Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

 

Χάρη στη δωρεά που έκανε το 1902 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος  ένας άλλος συμβολαιογράφος της πόλης, ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων  της  Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος φυλάσσονται οι πρώτες 5.554 πράξεις του Χαράλαμπου Α. Παπαδόπουλου, καθώς και τα βιβλία υπηρεσιακής αλληλογραφίας και παρακατάθεσης παλαιοτέρων εγγράφων και πράξεων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »