Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ομοεθνείς πρόσφυγες και ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας – 190 έτη από τις πρώτες απόπειρες εφαρμογής προνοιακών δημόσιων πολιτικών στο σύγχρονο ελληνικό κράτος – Νίκος Σπ. Ζέρβας


 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα προσφυγικά ρεύματα – Το προσφυγικό ζήτημα κατά την καποδιστριακή περίοδο – Η προσφυγική πολιτική του Καποδίστρια – Οι αντιδράσεις του γηγενούς πληθυσμού της Πελοποννήσου απέναντι στην καποδιστριακή προσφυγική πολιτική – Το προσφυγικό ζήτημα στη μετα-καποδιστριακή περίοδο.

  

 Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα κατέστησε την ελληνική επικράτεια ως τόπο υποδοχής ομοεθνών προσφύγων. Το υποτυπώδες σε οργάνωση και υποδομές ελληνικό κρατίδιο κλήθηκε να διαχειριστεί τα προσφυγικά ρεύματα, που συνέρεαν στα απελευθερωμένα εδάφη του καθόλη τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ωστόσο, εξαιτίας των πενιχρών, έως και παντελώς ανύπαρκτων, ανθρωπίνων και κυρίως υλικών πόρων, τα πρώτα ψήγματα της κρατικής μέριμνας για τους ξεριζωμένους κατοίκους διαφόρων επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εντοπίζονται μόλις κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1820, οπόταν κυβερνητικά καθήκοντα ανέλαβε ο Κερκυραίος πολιτικός και διπλωμάτης, Ιωάννης Καποδίστριας. Κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής κυβερνητικής περιόδου διαμορφώθηκε το πρώτο οργανωμένο σχέδιο για την εγκατάσταση και την ένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή δεκάδων χιλιάδων προσφύγων.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

Πράγματι, από την έναρξη της θητείας του ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για την επίλυση του σοβαρού προσφυγικού ζητήματος. Μέσω μιας σειράς κρατικών πρωτοβουλιών και παρόλη την έλλειψη των απαραιτήτων πόρων προσπάθησε να αποκαταστήσει τους ομοεθνείς ξεριζωμένους και ιδιαίτερα εκείνους, που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο λόγω των εύφορων εδαφών της. Οι περισσότερες όμως από τις εν λόγω πρωτοβουλίες παρέμειναν απλά σχέδια δημόσιας πολιτικής – και όχι πράξεις – εξαιτίας, μεταξύ άλλων, και των σθεναρών αντιδράσεων των αυτοχθόνων κατοίκων του ελληνικού κρατιδίου. Από την εποχή εκείνη, άλλωστε, στα ελαττώματα ενός σεβαστού μέρους του ελληνικού λαού συγκαταλέγονταν η ατομική ή οικογενειακή μεροληψία, ο τοπικιστικός χαρακτήρας των κατοίκων διαφόρων περιοχών της χώρας, όπως επίσης και οι διαιρέσεις και οι αμοιβαίες έχθρες, που προκαλούνταν από την ανομοιογενή κοινωνική σύνθεση.[1]

Παρά ταύτα, όπως προεκτέθηκε, οι πρώτες απόπειρες για την εφαρμογή μιας συντονισμένης προσφυγικής πολιτικής πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα 1828-1831, καίτοι το ίδιο ζήτημα απασχολούσε τους Έλληνες εξεγερμένους ήδη από τους πρώτους μήνες του αγώνα της ανεξαρτησίας.

 

ΙΙ. Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα

προσφυγικά ρεύματα

 

Αναμφίβολα, η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα την άνοιξη του 1821 αποτέλεσε μία κοσμογονία τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Για τη μοναρχική και πλήρως απολυταρχική Ευρώπη της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα η εθνεγερσία και η αμφισβήτηση της σουλτανικής εξουσίας επί των ελληνικών επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε όχι μόνο έκπληξη, αλλά επιπροσθέτως και απειλή για έναν ευρύτερο ξεσηκωμό των καταπιεσμένων ευρωπαϊκών λαών. Από την άλλη, για τους υποτελείς για 400 περίπου έτη στην Υψηλή Πύλη κατοίκους της ελληνικής επικρατείας, το σχεδόν ταυτόχρονο ξέσπασμα του αγώνα της ανεξαρτησίας στις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας και στην Πελοπόννησο ήταν μία μοναδική ευκαιρία για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Για το λόγο αυτό, καθόλη την άνοιξη του 1821 ο εθνικοαπελευθερωτικός ξεσηκωμός επεκτάθηκε στα εδάφη του Ολύμπου, της Μακεδονίας, της Θεσσαλομαγνησίας και της Εύβοιας,[2] με τους Έλληνες κατοίκους τους να διεκδικούν επίσης την ανεξαρτησία τους. Αντιστοίχως και οι νησιώτες, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τους κατοίκους της Χίου, της Σάμου, των Ψαρών και της Κάσου, ακολούθησαν το παράδειγμα εκείνων των νησιών του Αργοσαρωνικού, επιδιώκοντας την απελευθέρωση των γενετειρών τους. Παρόλο τον ενθουσιασμό τους, πάντως, η έλλειψη υλικών πόρων και πολλώ δε μάλλον η μεγάλη απόσταση που τους χώριζε από το επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, την Πελοπόννησο, είχε ως συνέπειες αφ’ ενός την άμεση κατάπνιξη των κινημάτων τους, αφ’ ετέρου τα φρικώδη αντίποινα, στα οποία επιδόθηκε η οθωμανική πλευρά εναντίον των γηγενών πληθυσμών. Διαβάστε τη συνέχεια »

«Τα Γραμματοσχολεία στην Επαρχία Ερμιονίδας» (Θερμήσι – Ηλιόκαστρο – Κοιλάδα – Πορτοχέλι – Φούρνοι)


 

Με τον παραπάνω τίτλο κυκλοφόρησε το δέκατο και τελευταίο βιβλίο της σειράς «Η εκπαίδευση στην Ερμιονίδα κατά την πρώτη 100/ετία του Ελεύθερου Ελληνικού Κράτους (1829 – 1929)». Στο βιβλίο αυτό, που οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν στη βιβλιοθήκη Κρανιδίου και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, περιγράφεται η σύσταση των πέντε Γραμματοσχολείων που λειτούργησαν στην επαρχία Ερμιονίδας.

Τα Γραμματοσχολεία στην Επαρχία Ερμιονίδας

Μετά από μια δεκαετή κοπιώδη ερευνητική προσπάθεια σε πρωτογενείς πηγές, βιβλιογραφικές αναφορές και νεώτερα τεκμήρια κατορθώσαμε να καταγράψουμε την Ιστορία της Εκπαίδευσης της επαρχίας Ερμιονίδας, μιας εξαιρετικά ταραγμένης 100/ετίας για τη Χώρα και την Εκπαίδευσή της.

Ταυτόχρονα, όμως, με την παρουσίαση του εκπαιδευτικού χάρτη της επαρχίας μας προβλήθηκαν και πολλά στοιχεία της Ιστορίας και της Λαογραφίας καθώς και του κοινωνιογράμματος του τόπου. Τα ανωτέρω συμπληρώθηκαν με τις προσωπικές απόψεις της γέννησης και της εξελικτικής πορείας γεγονότων, καταστάσεων, ιδεών και κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας εκείνων των χρόνων. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η ομάδα που έσωσε τη ζωή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη – Αριστείδης Χατζής


 

Ο Καποδίστριας διέταξε να συλλάβωσιν αυτόν, ως λέγεται,

αυτού εκείνου οι οπαδοί, ον ο Πολυζωίδης έμελλε να σώση

εκ του θανά­του, του Κολοκοτρώνη!  

Γεώργιος Π. Κρέμος (1889)

 

Η μάστιγα του ελληνικού έθνους […] ο εκ συστήματος εχθρός

της ελευθερίας, και παντός πατριωτικού κινήματος πολέμιος·

εκ συστή­ματος εχθρός των καλών, και της τυραννίας υπέρμαχος,

διότι επιθυ­μεί να τυραννή και ο ίδιος·

εκ συστήματος της αληθείας διώκτης, και

φίλος του ψεύδους.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη

(Απόλ­λων, 16 & 30 Σεπτεμβρίου 1831)

 

Και μα την αλήθειαν, αν είχε συμβεί να προεδρεύει στο δικαστήριον

εκείνο άνθρωπος ναι μεν νομικός, αλλά δουλικών φρονημάτων,

ή κυματιζόμενος εις τας αρχάς του δικαίου, ή άμοιρος ανδρείας

και γενναιότητος, βεβαιωθείτε το άσπλαχνο σίδερο της γκιλοτίνας

θα άχνιζεν από το αίμα των δύο στρατηγών, αθώων.

Γεώργιος Τερτσέτης (1874)

 

Η δίκη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα έχει αδικηθεί ιδιαίτερα από την ιστορική έρευνα διότι έχει εγκαταλειφθεί στο κοινό πεδίο της εθνικής μυθολογίας και της λαϊκίστικης ιστοριογραφίας. Χωρίς να υποτιμά κανείς τη φιλότιμη προσπάθεια των συγγρα­φέων Τάκη Κανδηλώρου (1906) και Δημήτρη Φωτιάδη (1987) και του σκηνοθέτη Πάνου Γλυ­κοφρύδη, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι έχουν συμβάλει κι αυτοί στη διαστρέβλωση της εικόνας που έχουμε γι’ αυτήν τη δίκη, την πρώτη μεγάλη πολιτική δίκη της νεότερης Ελλάδας.

 

Ο Αρχιστράτηγος του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Σχέδιο του Βέλγου διπλωμάτη Benjamin Mary (1792-1846), 1842. Δημοσιεύεται στο: «Η ιστορία έχει πρόσωπο: Μορφές του 1821 στην Ελλάδα του Όθωνα από τον βέλγο διπλωμάτη Benjamin Mary».

 

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την κατασκευασμένη απολογία του Αναστάσιου Πολυζωίδη στην, ενδιαφέρουσα κατά τα άλλα, ταινία Η Δίκη των Δικαστών  του Πάνου Γλυκοφρύδη (πα­ραγωγή Finos Films, 1974). Η επιλογή αυτή του Πάνου Γλυκοφρύδη θα πρέπει να κριθεί με αυστηρότητα διότι όχι μόνο έχει χαθεί η πραγματική απολογία Πολυζωίδη και διαστρεβλώ­νονται όσα είπε στην απολογία του ο Γεώργιος Τερτσέτης αλλά κυρίως διότι η κινηματογρα­φική απολογία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις πολύ γνωστές πολιτικές απόψεις του Αναστάσιου Πολυζωίδη. Έτσι, αυτός ο σημαντικός Έλληνας φιλελεύθερος διανοούμενος με­τατρέπεται σε καρικατούρα – ακόμα και το όνομά του στην ταινία είναι λανθασμένο.[1] Διαβάστε τη συνέχεια »

Το «Νέο» 5/τάξιο Μικτό Σχολείο Ερμιόνης


 

Ήδη από τη δεύτερη 10/ετία του 20ου αιώνα το διδακτήριο του Σχολείου Αρρένων (Καποδιστριακό) ήταν φανερό πως δεν επαρκούσε να καλύψει τις ανάγκες των διακοσίων (200) μαθητών, κατά μέσο όρο, που φοιτούσαν σ’ αυτό. Για τον λόγο αυτό είχε επεκταθεί και στο διπλανό κτήριο στους «Στρατώνες», όπου στεγάζονταν συνήθως οι τάξεις Ε’ και Στ’, όταν η Δημοτική Εκπαίδευση έγινε εξαετής.

Τα γεγονότα αυτά προβλημάτιζαν έντονα το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης, το οποίο αποφάσισε στην ιστορική συνεδρίαση της 23ης Μαΐου 1913 «να παραχωρηθεί δωρεάν εις το δημόσιον, οικόπεδον εκτάσεως ενός και ημίσεως στρέμματος εκ των εν θέσει Μπίστι της πρωτευούσης του δήμου τούτου κείμενον… προς κατασκευήν εν αυτώ Δημοτικού Σχολείου Αρρένων του Δήμου μας».

Τότε ήταν Δήμαρχος ο Άγγελος Παπαβασιλείου, (πατέρας του δασκάλου Μιχαήλ Παπαβασιλείου), ενώ Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου ο Μιχαήλ Παπαμιχαήλ (Γιαταγάνας). Να σημειώσουμε πως ήταν ο τελευταίος χρόνος που η Ερμιόνη αποτέλεσε Δήμο.

Έτσι στις 16 Οκτωβρίου 1914 ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Γεωργίου Μπόλμπου παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες ο Πρόεδρος της Κοινότητας (πλέον) Ερμιόνης Ευάγγελος Παπαμιχαήλ (ο κυρ Άγγελος ο φαρμακοποιός) και ο οικονομικός έφορος Ερμιονίδας Δημήτριος Πετρίδης και συντάχθηκε η υπ’ αρ. 398 «πράξις δωρεάς» με την οποία «αμετακλήτως» παραχωρείται από την Κοινότητα Ερμιόνης προς το Δημόσιο «εν γήπεδον εκτάσεως ενός και ημίσεως στρέμματος κείμενον εν θέσει Μπίστι… συνορευόμενον γύρωθεν με Γυμναστήριον της Κοινότητος και οικόπεδα αυτής έτερα…».

Επειδή, όμως, οι εργασίες ανέγερσης του διδακτηρίου καθυστερούσαν και ήδη είχε παρέλθει 4/ετία από την παραχώρηση του οικοπέδου, το Κοινοτικό Συμβούλιο Ερμιόνης συνήλθε σε συνεδρίαση στις 2 Νοεμβρίου 1917, με πρόεδρο τον Μιχάλη Δεληγιάννη «και αποφαίνεται παμψηφεί»:

Παρακαλεί την Κυβέρνηση όπως διατάξει την ταχεία ανέγερση του 4/τάξιου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Ερμιόνης στο «παραχωρηθέν» οικόπεδο. Ψηφίζει δε πίστωση τριών χιλιάδων (3.000) δραχμών από το αποθεματικό κεφάλαιο του προϋπολογισμού της Κοινότητας ως συνεισφορά της προς το Δημόσιο με σκοπό την ανέγερση του διδακτηρίου.

 

Το «Νέο» 5/τάξιο Μικτό Σχολείο Ερμιόνης

 

Το 1920, με Υπουργό Παιδείας τον Θρασύβουλο Ζαΐμη ξεκίνησαν οι εργασίες για τη δημιουργία του νέου διδακτηρίου. Το έργο κατασκευής του 4/ταξίου Σχολείου, καθώς φαίνεται σε σχετικά έγγραφα με ημερομηνία 31 Μαρτίου 1921 και 29 Μαΐου 1923, το ανέλαβε ο εργολάβος Γεώργιος Σκρεπετός. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η Μαριούπολη στα τέλη του 18ου και τον 19ο αιώνα – Ιρίνα Πονομαριόβα


 

Οι Έλληνες που διέμεναν στην περιοχή της Αζοφικής θάλασσας, ίδρυσαν τη Μαριούπολη. Σήμερα οι Έλληνες, ως προς την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού του Νομού του Ντονέτσκ, καταλαμβάνουν την τρίτη θέση (1,6%) μετά τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πανουκρανικής απογραφής πληθυσμού, το 2001, 78.000 άτομα δήλωσαν ελληνική καταγωγή.

Οι Έλληνες της Αζοφικής ανήκαν σε δύο υποομάδες, τους «Ρουμέους» [Ρωμιούς] που ήταν ελληνόφωνοι και των οποίων η γλώσσα διακρίνεται σε πέντε διαλέκτους που ανήκουν στην ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, και τους «Ουρούμους» που ήταν τουρκόφωνοι και στο περιβάλλον τους οι ιστορικοί ερευνητές ανακάλυψαν τέσσερις διαλέκτους των τουρκικών γλωσσών της αλταϊκής γλωσσικής οικογένειας. Οι εκπρόσωποι και των δύο υποομάδων αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, όμως στη διάρκεια της ιστορικής τους διαδρομής κάθε υποομάδα ζούσε χωριστά από την άλλη και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα δεν κρατούσαν μεταξύ τους σχεδόν καμία επαφή. Η ορθοδοξία, ωστόσο, ήταν ο συνδετικός κρίκος των Ρουμέων και των Ουρούμων.

 

Άποψη της πόλης της Μαριούπολης από την προβλήτα. Πηγή: Κεντρικό Κρατικό Αρχείο Ταινιών, Φωτογραφιών και Ηχογραφήσεων του Γ. Σ. Πσενίτσνιι, αρχ. σειρά ar.2-77418(1).

 

Οι Έλληνες της ουκρανικής Αζοφικής είναι απόγονοι των μεταναστών μετοίκων που προέρχονταν από τα χωριά της Κριμαίας. Μετά την κατάληψη της Κάφας από τους Οθωμανούς το 1475, το Χανάτο της Κριμαίας διατήρησε μεν την ελευθερία στην εσωτερική διοίκηση αλλά την επικυριαρχία την είχαν οι Οθωμανοί. Από τα τέλη του 15ου αιώνα η Κάφα έγινε σαντζάκι ενώ τον 17ο και τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως εγιαλέτι με διοικητή τον μπεηλέρμπεη της Κάφας. Το εγιαλέτι του κριμαϊκού Χανάτου υποδιαιρείτο στους καζάδες του Κερτς, του Σουγκντάκ και του Μενκούμπ, και τα καϊμακαμλίκια του Μπαχτσισαράι, του Aκμπεχέτ και του Kαρασουμπαζάρ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι Έλληνες ζούσαν ξεχωριστά, σε διαφορετικά χωριά, και επικοινωνούσαν μεταξύ τους αποκλειστικά για τις οικονομικές συναλλαγές τους. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η οικονομική ανάπτυξη της Μαριούπολης τον 19ο αιώνα – Σβετλάνα Νοβικοβά


 

Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά των πόλεων-λιμανιών της Αζοφικής θάλασσας και της παρευξείνιας ζώνης ήταν η πολυεθνοτική σύνθεση του πληθυσμού, ο οποίος αποτελείτο από Έλληνες, Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς, Εβραίους, Βούλγαρους κ.ά. Σήμερα οι Έλληνες δεν αποτε­λούν πλέον την πολυπληθέστερη εθνοτική κοινότητα στην περιοχή, αλλά διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή του τόπου.

Κατά την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε σημα­ντικά το ενδιαφέρον των ερευνητών για την ιστορία των ελληνικών κοι­νοτήτων που βρίσκονται στη Ρωσία και την Ουκρανία καθώς και για τις δραστηριότητές τους. Ένας σημαντικός αριθμός μελετών είναι αφιερωμέ­νος σε πτυχές της ιστορίας των Ελλήνων της Μαριούπολης. Μεταξύ αυ­τών θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τις έρευνες των Άννα Γεντιό, Μαργαρίτας Αραντζιόνι, Νατάλια Μπατσάκ, Λαρίσσα Γιακούμποβα, Σ. Καλοέροβ, Ρ. Σαένκο, καθώς και της υπογράφουσας. Λείπει, ωστόσο, μια διεξοδικότερη μελέτη των οικονομικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων της Μαριούπολης, μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις-λιμάνια της Αζοφικής κατά τον 19ο αιώνα. Η μελέτη αυτή θα μπορούσε να φωτίσει τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης της ελληνικής διασποράς.

 

Οδός Τοργόβαγια, Μαριούπολη. Πηγή: ΜΤΙΜ.

 

Η πολυεθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της πόλης διαμορφώθηκε στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα υπό την επιρροή της εξωτερι­κής και της εσωτερικής πολιτικής της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Πληθυσμιακά η ελληνική κοινότητα ήταν η μεγαλύτερη στην πόλη έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Η εγκατάσταση Ελλήνων στα εδάφη της μετέπειτα Μαριούπολης και στις γύρω από αυτήν περιοχές ήταν άμεσο αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής αυτοκρατορίας στην Αζοφική μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774. Το σχέδιο του εποικισμού είχε σκοπό την υπεράσπιση των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εφαρμογή του «ελληνικού σχεδίου» είχε ως συνέπεια την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774, με την οποία η βόρεια Αζο­φική εντάχθηκε στη Ρωσική αυτοκρατορία. Η ρωσική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να προχωρήσει στην όσο το δυνατόν ταχύτερη ανάπτυξη αυτής της περιοχής, την οποία επέβαλλαν όχι μόνο στρατηγικοί αλλά και οικονομι­κοί και δημογραφικοί παράγοντες.

Το πρώτο βήμα στην υλοποίηση του «ελληνικού σχεδίου» ήταν η εγκατάσταση στο Ταγανρόγ των Ελλήνων ναυτικών που πολέμησαν στο πλευρό της Ρωσίας. Το δεύτερο βήμα ήταν η μετεγκατάσταση των χρι­στιανών της Κριμαίας, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, στα εδάφη της υπό διαμόρφωση Περιφερειακής Διοίκησης (Ουέζντ) της Μαριούπολης καθώς και εντός της πόλης. Διαβάστε τη συνέχεια »

Οι Έλληνες της Αζοφικής 18ος – Αρχές 20ού αιώνα. Νέες προσεγγίσεις στην ιστορία των Ελλήνων της νότιας Ρωσίας


 

Συλλογικό έργο. Έκδοση: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) – Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Νοέμβριος 2015.

Επιμέλεια: Ευρυδίκη Σιφναίου, Τζελίνα Χαρλαύτη.

 

Σύνοψη του βιβλίου

 

Στα σύνορα Ρωσίας και Ουκρανίας σήμερα, οι πόλεις-λιμάνια της Αζοφικής στη διάρκεια της περιόδου 1774-1917 είχαν αλματώδη οικονομική και κοι­νωνική ανάπτυξη. Η δημιουργία πόλεων στις έρημες στέπες, αποτέλεσμα της αποικιοποίησης της περιοχής από την αυτοκρατορική Ρωσία, προσέλκυσαν πληθυσμούς από το Ιόνιο και το Αιγαίο, που εγκαταστάθηκαν εκεί και ανέλαβαν το εξωτερικό εμπόριο και τη ναυτιλία της περιοχής.

Η αλυσίδα των πόλεων, το Ταγανρόγ, το «βασίλειο των Ελλήνων» και γενέθλια πόλη του Τσέχωφ, το Ροστόβ πάνω στον «ήρεμο Ντον», στη χώρα των Κοζάκων, η Μαριούπολη, η πόλη των Ελλήνων από την Κριμαία και το Μπερντιάνσκ, αποτέλεσαν εύρωστες παροικίες Κεφαλλήνων, Ιθακήσιων, Μυκονιατών, Σαντορινιών, Ψαριανών και Χιωτών. Ακόμη και ο Γεώργιος Σουρής, στα 17 του χρόνια, τον Ιούλιο του 1870, μετέβη στην Αζοφική για να μαθητεύσει κοντά σε ένα θείο του έμπορο, Χιώτη: «Πώς σ’ ενθυμούμαι, ω Αζόφ και Τάναϊ, ακόμη! / κάθε ημέρα κίνησις και νέο πανηγύρι· / από σιτάρι κι’ άχυρο εστρώνοντο οι δρόμοι, / και έτρεχαν οι έμποροι, και έτρεχαν κι’ οι χοίροι», γράφει για το Ταγανρόγ.

 

Οι Έλληνες της Αζοφικής 18ος – Αρχές 20ού αιώνα

 

Στον πρόλογο του τόμου, γράφει ο Ομότιμος Καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης:

 

Οι μελέτες του παρόντος τόμου, προϊόντα πολύχρονης έρευνας βασισμένης σε πρωτογενές αναξιοποίητο υλικό των ρωσικών και των ουκρανικών αρχείων, είναι αποτέλεσμα μιας πρωτοποριακής συνεργασίας Ρώσων, Ουκρανών και Ελλήνων ιστορικών, και αναδεικνύουν την πολύτιμη συνεισφορά των Ελλήνων στην ευμάρεια των πόλεων και στη σύνδεση της περιοχής με τη Δυτική Ευρώπη και το διεθνές εμπόριο. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο Κριμαϊκός πόλεμος, η Ελληνική εμπλοκή και το «Υπουργείο Κατοχής» – Ιωάννης Β. Δασκαρόλης


 

Ο Τσάρος Νικόλαος Α’ (1796-1855). Λιθογραφία, Robert Theer, 1840.

Στα μισά του 19ου αιώνα το «Ανατολικό ζήτημα» βρισκόταν σε έξαρση καθώς είχε ενταθεί η αντιπαλότητα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας. Ο διαχρονικός γεωπολιτικός στόχος της Ρωσίας ήταν η έξοδος στην Ανατολική Μεσόγειο θάλασσα και βασικό εμπόδιο  αποτελούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία την εξιστορούμενη εποχή ταλανίζεται από ενδογενή δομικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα (χαρακτηριζόταν εύγλωττα στην διεθνή διπλωματική γλώσσα ως «ο Μεγάλος Ασθενής»). Σύμφωνα με το σχέδιο του Τσάρου Νικολάου Α’ όπως αυτός το ανέλυσε το 1853 στον Βρετανό πρεσβευτή στην Μόσχα Seimour, μετά την ολοσχερή ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα ιδρύονταν δύο ανεξάρτητα κράτη στα Βαλκάνια (Σερβία, Βουλγαρία), η Ρωσία θα προσαρτούσε τον Βόσπορο, η Αυστρία τα Δαρδανέλια και η Αγγλία θα προσαρτούσε την Αίγυπτο και την Κρήτη. Οι υπερδυνάμεις της εποχής Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Πρωσία αντιμετώπιζαν αρνητικά τις Ρωσικές επιδιώξεις τις οποίες θεωρούσαν ανταγωνιστικές σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο και προσπαθούσαν να τις ματαιώσουν υποστηρίζοντας την ακεραιότητα της παρηκμασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Οι αφορμές για την όξυνση των Ρωσο-τουρκικών σχέσεων και η έναρξη του Κριμαϊκού πολέμου

 

Το ζήτημα της κυριότητας του ναού του Πανάγιου Τάφου στους Άγιους Τόπους αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών της Ιερουσαλήμ για πάνω από τρεις αιώνες. Θεωρητικώς ο ναός βρισκόταν κάτω από την κυριότητα και των δύο κοινοτήτων, αυτό όμως δεν μείωνε τον ανταγωνισμό τους για να διεκδικήσουν τον ναό επικαλούμενοι αλληλοαναιρούμενα φιρμάνια του εκάστοτε Οθωμανού Σουλτάνου που είχαν εκδοθεί αιώνες πριν και κατά κανόνα ήταν προϊόν χρηματικής εξαγοράς. Ο θρησκευτικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία στον ναό του Πανάγιου Τάφου είχε διεθνείς πολιτικές προεκτάσεις, με τους Γάλλους, ειδικά μετά την ανάδειξη του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Γ’ σε Αυτοκράτορα, να στηρίζουν με έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δραστηριότητα τα δικαιώματα των Καθολικών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους Ρώσους αντίστοιχα των Ορθοδόξων.

Η κλιμάκωση του διπλωματικού αυτού ανταγωνισμού επήλθε στις 28 Ιανουαρίου 1852, όταν ο πρέσβης της Γαλλίας Valette εξασφάλισε ένα Σουλτανικό φιρμάνι από τον Ρεσίτ Πασά που ικανοποιούσε τις Γαλλικές αξιώσεις σχετικά με τον Πανάγιο Τάφο. Αυτό όμως εξόργισε την Ρωσία η οποία εκμεταλλευόμενη την ανάδειξη του Ρεούφ πασά που την ευνοούσε, επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση από την Πύλη νέου «Χάττι Σερίφ» τον Μάρτιο του 1852 που αναιρούσε το προηγούμενο φιρμάνι και ευνοούσε εκ νέου τους Ορθοδόξους. Διαβάστε τη συνέχεια »

Το Σύγγρειο Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης (Συγγρού)


 

Το σχολείο Θηλέων στα τέλη του 19ου αιώνα και τα πρώτα χρόνια της νέας 10ετίας του 20ου αιώνα στεγαζόταν, καθώς φαίνεται, σε δημοτικό κτήριο που βρισκόταν στην ίδια θέση όπου στη συνέχεια οικοδομήθηκε το Σχολείο του Συγγρού για να στεγαστεί εκεί, από το έτος 1904, το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης.

Η απόφαση της κατασκευής του πάρθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1900 από το Εποπτικό Συμβούλιο του Νομού Αργολίδας, το οποίο στην 37η πράξη του §2 αναφέρει προς τον Υπουργό επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως να ενεργήσουν για την κατασκευή διδακτηρίου στην Ερμιόνη γιατί «το υπάρχον δημοτικόν διδακτήριον του Σχολείου Θηλέων όπερ κείται εν θέσει καταληφθησομένη υπό του νέου διδακτηρίου, δεν δύναται να μετασκευασθή ούτως ώστε να επαρκέση εις τας ανάγκας του 2/ταξίου Σχολείου Θηλέων».[1]

Μετά την έκδοση δύο υπουργικών αποφάσεων για τη διενέργεια των μειοδοτικών δημοπρασιών που δημοσιεύτηκαν η πρώτη (υπ’ αρ. 19605/24-10-1900) στο Φ.Ε.Κ. 331/28 Οκτωβρίου 1900 και κατέστη άγονη, η δε δεύτερη (υπ’ αρ. 23373/4-12-1900) στο Φ.Ε.Κ. 385/8 Δεκεμβρίου 1900 επί υπουργίας Σ. Στάη. Τα κείμενα και των δύο δημοπρασιών είναι ακριβώς τα ίδια και αποτελούνται από 6 άρθρα. Η δεύτερη δημοπρασία, όπως και η πρώτη, «διενεργήθη» στο Ναύπλιο από 12-14 Ιανουαρίου. Την άνοιξη του ίδιου έτους ξεκίνησαν οι εργασίες οικοδόμησης του διδακτηρίου σύμφωνα με τα σχέδια του Δημητρίου Καλλία (1859-1939) μηχανικού του Υπουργείου των Εσωτερικών.

 

Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης. Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης.

 

Ο Δημ. Καλλίας με καταγωγή από τη Χαλκίδα μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή των Τεχνών, όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό Πολυτεχνείο, ως πολιτικός μηχανικός συνέχισε τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε τέσσερις (4) τύπους διδακτηρίων (Τ/Α΄6/τάξιο, Τ/Β΄4/τάξιο, Τ/Γ΄2/τάξιο, Τ/Δ΄ μονοτάξιο) ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ναύπλιο, υδατογραφίες του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύονται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Στο Ναύπλιο ο Ζαν Νικολά Μακάρ αφιερώνει τρεις υδατογραφίες από τις οποίες στην πρώτη, κατεβαίνοντας προς τη  Λέρνη, όπου διακρίνονται ένας βοσκός με το κοπάδι του και στο βάθος το Μπούρτζι, η πόλη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι· στη δεύτερη, η πόλη αποτυπώνεται από τα τείχη της Τίρυνθας και διακρίνονται τα έλη της Γλυκιάς, το λιμάνι με πλοία, το Μπούρτζι και τα κάστρα τ’ Αναπλιού· στην Τρίτη υδατογραφία η οπτική γωνία, «απέναντι από τη Λέρνη», αποτυπώνει ενδιαφέροντα στοιχεία αρχιτεκτονικής, όπως οικίες με «ξυλόπηκτη τοιχοποιία» στον όροφο, κεραμιδοσκεπές και χορτοσκεπές. Σημαντικά είναι τα πρόσωπα και οι ενδυμασίες τους, ενώ διακρίνεται καθαρά ο τρούλος της Αγίας Σοφίας. Ίσως πρόκειται για τη σημερινή οδό Ζυγομαλά με οπτική τον αργολικό κόλπο και τη Λέρνη.

 

Ναύπλιο. Κατεβαίνοντας προς τη Λέρνη, διακρίνονται ένας βοσκός με το κοπάδι του και στο βάθος το Μπούρτζι, η πόλη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ναύπλιο. Η πόλη αποτυπώνεται από τα τείχη της Τίρυνθας και διακρίνονται τα έλη της Γλυκιάς, το λιμάνι με πλοία, το Μπούρτζι και τα κάστρα τ’ Αναπλιού. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ναύπλιο. Αποτυπώνονται ενδιαφέροντα στοιχεία αρχιτεκτονικής, όπως οικίες με «ξυλόπηκτη τοιχοποιία» στον όροφο, κεραμιδοσκεπές και χορτοσκεπές. Σημαντικά είναι τα πρόσωπα και οι ενδυμασίες τους, ενώ διακρίνεται καθαρά ο τρούλος της Αγίας Σοφίας. Ίσως πρόκειται για τη σημερινή οδό Ζυγομαλά με οπτική τον αργολικό κόλπο και τη Λέρνη. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά.

 Ο Νικολά Μακάρ συνταξιδεύει με γιατρούς, νοσηλευτικό και στρατιωτικό προσωπικό που θα ενταχθούν σε αντίστοιχες μονάδες στην Πελοπόννησο. Στις 13 Δεκεμβρίου 1828 το πλοίο φτάνει στο Ναυαρίνο και ο Μακάρ είναι ενθουσιασμένος που φτάνει στην Ελλάδα.  Μια εβδομάδα αργότερα από την άφιξή του, ο Νικολά Μακάρ θα εγκατασταθεί στην Πάτρα μαζί με μια ομάδα του «Υγειονομικού» (γιατροί, νοσοκόμοι και διαχειριστές), καθώς και ένα συνεργείο εξειδικευμένων τεχνιτών στην επισκευή πλοίων του γαλλικού ναυτικού.

 Ο Ζαν Νικολά Μακάρ εκμεταλλεύεται τις υπηρεσιακές μετακινήσεις του για να επισκεφθεί την Πελοπόννησο και την Αθήνα, να μιλήσει με τους κατοίκους και να καταγράψει σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή, τα πρόσωπα και τους τόπους.

 Δεν ξεχνάμε πως ο Μακάρ είναι στρατιωτικός και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο μεταξύ των αποστολών που του έχουν ανατεθεί για τις καταγραφές του. Γι’ αυτό και οι σημειώσεις του φαίνονται αποσπασματικές αλλά συμπληρώνονται από τη ζωγραφική που αποτελεί τη μεγάλη του αγάπη. Έτσι, ταξιδεύει σημειώνει και κυρίως ζωγραφίζει. Οι υδατογραφίες του (aquarelles) αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών καθώς και σημαντικό τεκμήριο της περιηγητικής ζωγραφικής.

 Από το Ναυαρίνο έως την Αθήνα, ο Μακάρ διατηρεί ένα ημερολόγιο με σημειώσεις για τους τόπους και τους ανθρώπους, όπως επίσης και για τις προσωπικότητες που συναντούσε (π.χ. Καποδίστριας, Κολοκοτρώνης…). Είναι πιθανό αρκετές από αυτές να έχουν χαθεί.

 Τα ταξίδια του πραγματοποιούνται σε τρεις μεγάλες διαδρομές είτε δια θαλάσσης, είτε μέσω των χερσαίων υφιστάμενων διαδρομών. Κατά τη διάρκεια των εσωτερικών αυτών ταξιδιών, εκτός από το Ναυαρίνο και την Πάτρα, επισκέπτεται τη Γαστούνη, τον Πύργο την Ολυμπία, τη Φιγαλεία (Βάσσες), τα Φιλιατρά, την Κυπαρισσία, τη Μεσσήνη, τη Μεθώνη, την Καλαμάτα, την Καρύταινα, τη Μεγαλόπολη, την Τρίπολη, το Άργος, το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, την Αθήνα.