Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Jonathan M. Hall: η Ελλάδα, η Αργολίδα, το Άργος


 

Είναι τιμή για την Αργολίδα και ιδιαίτερα για το Άργος, να τους αφιερώνεται ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά πονήματα του διαπρεπούς Καθηγητή Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σικάγο (Η.Π.Α.) κ. Jonathan M. Hall. Το βιβλίο του με τίτλο Reclaiming the Past. Argos and its Archaeological Heritage in the Modern Era (Cornell University Press, 2021), είναι το αποτέλεσμα μιας πολύχρονης και επίπονης επιστημονικής έρευνας και αποτελεί το δεύτερο σημαντικό επιστημονικό γεγονός της περιόδου μαζί με τη διοργάνωση του Επιστημονικού Συμποσίου για το Άργος που παρουσιάζουμε σε άλλο κείμενο.

 

Jonathan M. Hall

 

Ο Jonathan M. Hall, βραβευμένος στις ΗΠΑ για το εκπαιδευτικό/διδακτικό του έργο συνοδεύει, πολλά χρόνια τώρα, Αμερικανούς φοιτητές στο Άργος, προτείνοντάς τους μια άλλη εμπειρία πεδίου με την ιστορία και την αρχαιολογία στο κέντρο της παραγωγής τους, στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας.

Δημιουργεί μόνιμο θαυμασμό σε όσους τον γνωρίζουν η απλότητα και η φιλική του διάθεση, καθώς και η αγάπη του για την Ελλάδα και την Αργολίδα γενικότερα. Η επιστημονική του πληρότητα καταγράφεται στη συνέχεια. Η ανθρώπινη διάσταση ενός απλού και φιλικού χαρακτήρα είναι απόλυτα βιωματική και ταυτόχρονα, γίνεται εύκολα κατανοητό στο πρόσωπο που τον προσεγγίζει πως οι δυο διαστάσεις, επιστήμονας και καθημερινός άνθρωπος, είναι απόλυτα συνυφασμένες στο πρόσωπο του διεθνώς αναγνωρισμένου Καθηγητή Κλασικών Σπουδών. Είχαμε την τύχη να γνωριστούμε. Είμαστε ευγνώμονες που μας μνημονεύει στο τελευταίο του έργο. Χαρήκαμε τα ταξίδια μας σε διάφορα μέρη και τις συζητήσεις μας. Θέλουμε να ανταποδώσουμε με το παρόν αφιέρωμα την αναγνώριση του κόσμου της Αργολίδας στο έργο και την παρουσία του.

Διαβάστε τη συνέχεια »

«Ο Αμερικανικός και Ευρωπαϊκός Φιλελληνισμός και η Απελευθέρωση του Ναυπλίου: ιδέες, τόπος και άνθρωποι την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης» – Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος


 

Harvard

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος ανακοινώνει την έναρξη υποβολής αιτήσεων στο νέο εργαστήριο «Ο Αμερικανικός και Ευρωπαϊκός Φιλελληνισμός και η Απελευθέρωση του Ναυπλίου: ιδέες, τόπος και άνθρωποι την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης».

Το εργαστήριο επιδιώκει να αναδείξει τους Φιλέλληνες από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αλλά και χώρες της Δυτικής, κυρίως, Ευρώπης οι οποίοι στήριξαν τον Ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας και να εστιάσει σε όσους έφτασαν μέχρι το Ναύπλιο και την Αργολίδα και πολέμησαν πλάι στους Έλληνες για την κατάληψη του Παλαμηδίου και την απελευθέρωση του Ναυπλίου.

Οι συμμετέχοντες/ουσες θα έχουν την ευκαιρία να εμβαθύνουν στη γένεση, στα αίτια και στους τρόπους εκδήλωσης του Φιλελληνισμού, στον Αμερικανικό, κυρίως, αλλά και στον Ευρωπαϊκό Φιλελληνισμό, στην Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και στη σχέση της με το Φιλελληνικό Κίνημα. Επίσης, θα εμβαθύνουν στην τοπική ιστορία, με αφορμή τα 200 χρόνια από την απελευθέρωση του Ναυπλίου, στο ιστορικό της πλαίσιο, στη σημασία της για την Επανάσταση, αλλά και στο ρόλο των Φιλελλήνων σε αυτή τη στρατιωτική για τους επαναστατημένους Έλληνες επιτυχία.

Οι συμμετέχοντες θα ανακαλύψουν και άγνωστες πτυχές της Νεότερης Ιστορίας με τον Δρ Εμμανουήλ Γ. Χαλκιαδάκη, Επιστημονικό Συνεργάτη του ΚΕΣ, ενώ η επίσκεψη στο Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και σε τόπους της πόλης που σχετίζονται με τους Φιλέλληνες θα εξασφαλίσουν μία βιωματική προσέγγιση της γνώσης. Διαβάστε τη συνέχεια »

Το Άργος στην Ιστορία – Το Άργος και η Ιστορία: Επιστημονικό Συμπόσιο


 

Δυο από τα σημαντικότερα επιστημονικά γεγονότα της περιόδου Μαρτίου-Απριλίου 2022 αφορούσαν στο Άργος και την παρουσία του στην Ιστορία. Δυο γεγονότα που επανατοποθετούν το Άργος στο κέντρο της ιστορίας, ως τον κυριότερο μηχανισμό παραγωγής της. Η συνάντηση της αρχαιολογικής σκαπάνης και της ιστορικής έρευνας, των αρχαιολογικών ευρημάτων και της αρχειακής-βιβλιογραφικής μελέτης, αναδεικνύουν έναν πλούτο πληροφοριών για την αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας  και μια από τις αρχαιότερες στην Ευρώπη και τον κόσμο. Η ανάδειξη αυτού του πλούτου στοιχίζει τα ιδιαίτερα σημεία της ιστορικής διαδρομής της πόλης του Άργους και αναλύει τρόπους, πολιτικές και γεγονότα των δυνατοτήτων της, όχι απλά να επηρεάσει την ιστορία, αλλά να την υπογράψει!

 

Argos in History, Argos and History: A Reappraisal of Ancient Argos.

 

Πρόκειται για το επιστημονικό τριήμερο συμπόσιο (29-31/3/2022) που έγινε διαδικτυακά και συνδιοργανώθηκε από τρεις σημαντικούς εκπροσώπους των κλασικών σπουδών στη χώρα μας: την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών Αθηνών (ASCSA), τη Γαλλική Σχολή Αθηνών (EFA) και τη Βρετανική Σχολή Αθηνών (BSA). Τρεις αντιπροσωπείες με σημαντικό πολύχρονο και πολυεπίπεδο έργο στην Ελλάδα, η συνεργασία των οποίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το συγκεκριμένο θέμα, καθώς η ερευνητική τους φιλοσοφία, οι τεχνικές και το έργο τους, αναδεικνύουν τον επιστημονικό πλουραλισμό προσέγγισης του αρχαίου (ελληνικού) κόσμου και υπογραμμίζουν, από διαφορετικές θεάσεις και διαδρομές τη σημασία του Άργους για την Ιστορία. Ο τίτλος του επιστημονικού συμποσίου: Το Άργος στην Ιστορία, Άργος και Ιστορία: μια επαναξιολόγηση του Αρχαίου Άργους – Argos in History, Argos and History: A Reappraisal of Ancient Argos. Διαβάστε τη συνέχεια »

Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά –  Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος – Γράφει ο Γιώργος  Γιαννούσης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ανακοίνωση του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά – Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος».

 

Όταν ο Βασιλιάς Όθωνας, αποφάσισε το 1834 να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδος από το  Ναύπλιο στην Αθήνα, που ήταν τότε  μια σχεδόν έρημη  και κατεστραμμένη  από τους Τούρκους  κωμόπολη, ο Πειραιάς ήταν ένας έρημος τόπος  που δεν είχε  ούτε καν ένα χωματόδρομο  που να τον ενώνει με την Αθήνα.

Ο πατέρας του Όθωνα, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας  Λουδοβίκος ο Α’, ήταν λάτρης της ιστορίας των αρχαίων  Αθηνών και  δική του επιλογή ήταν  η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νέου κράτους  και επίνειο της να γίνει ο Πειραιάς. Έτσι μαζί με την ανοικοδόμηση της Αθήνας, άρχισε να δημιουργείται και ο νέος Πειραιάς.

Το 1834 ιδρύεται  ένα υποτυπώδες  τελωνείο και  ένα υπολιμεναρχείο που υπάγεται στο λιμεναρχείο της Ύδρας.  Πρώτος  λιμενάρχης  τοποθετήθηκε  ο Γάλλος  Μπατίν, μέχρι τότε λιμενάρχης Ναυπλίου.

Κυριάκος Σερφιώτης

Ας σημειωθεί πως το 1835 ο Πειραιάς έχει 300 κατοίκους. Το  1836, ένα χρόνο μετά, γίνεται Δήμος και επίσημα ονομάζεται και πάλι Πειραιάς, από  Πόρτο – Λεόνε που λεγόταν μέχρι τότε.  Δυο επιπλέον στοιχεία για την αρχική κατάσταση του Πειραιά: α) Γίνεται  η πρώτη  επίσημη   απογραφή και έχει  1011  κατοίκους, β) Πρώτος Δήμαρχος της γίνεται ο Κυριάκος Σερφιώτης.

Το 1836  κατασκευάζεται η οδός   Αθηνών – Πειραιώς, που ενώνει τη νέα  πρωτεύουσα με το λιμάνι της και αρχίζουν να γίνονται τα αναγκαία έργα υποδομής  σε οικόπεδα που οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά  πωλούν  η δωρίζουν στο δημόσιο. Ο  Πειραιάς  αποκτά το πρώτο του σχολείο, νοσοκομείο,  δημόσια κτήρια, όπως το λοιμοκαθαρτήριο, εκκλησίες, αποθήκες κ.α. κύρια  με  δωρεές ευεργετών.  Φυσικά κατασκευάζονται  νέες  οικίες και καταστήματα, που θα  μετατρέψουν  τον έρημο τόπο σε μια νέα πόλη, μ’ ένα λιμάνι που η κίνηση του  συνεχώς  μεγαλώνει.

Οι πρώτοι οικιστές που δημιούργησαν το νέο Πειραιά  ήταν κυρίως νησιώτες:  Υδραίοι, Αιγινείτες, Κουλουριώτες (Σαλαμίνα),  Κρητικοί και από την Πελοπόννησο, οι Μανιάτες και οι  Αργείτες.

Από τους  πρώτους και σπουδαιότερους   οικιστές ήταν  οι Αργείοι, Αφοί Γεώργιος και Σωτήριος Θεοδώρου Ρετσίνας ή  Ρετσινόπουλος και ο Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος.

 

Ο νεογέννητος Πειραιάς σε μια λιθογραφία που τυπώθηκε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1857. Η αγαπημένη θέση των περιηγητών ήταν ο λόφος με τις αρχαίες πέτρες της Ηετιώνειας. Απέναντί τους είχαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης και στο βάθος, στα βόρεια, το «Χωρίον Μελετοπούλου, τον Ελαιώνα και τους λόφους της Αθήνας με δεσπόζουσα την Ακρόπολη. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Σαριγιάννης Ιωάννης Δ. (†1881)


 

Ο Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (καλοκαίρι  1856  –  Σεπτέμβριος 1881),  Ιωάννης Δ. Σαριγιάννης ή Σαρηγιάννης ή Σαρρηγιάννης, εικάζεται ότι καταγόταν  του ήταν από τη βόρεια Κυνουρία, συγκεκριμένα  από τον Άγιο Ιωάννη ή τον Άγιο Πέτρο,  τόπου καταγωγής και άλλων γνωστών ανδρών της εποχής που έφεραν το  επώνυμο Σαριγιάννης. Μεταξύ αυτών  του  προεστού, Φιλικού και  γνωστού του Δημητρίου Υψηλάντη, Πάνου Σαριγιάννη.  Δυστυχώς όμως, αν και ο Ιωάννης Δ. Σαριγιάννης ήταν ο μακροβιότερος σε θητεία συμβολαιογράφος της πόλης κατά τον 19ο αιώνα, δεν στάθηκε δυνατό να βρεθούν στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Μία ακόμα δυσκολία της έρευνας  είναι ότι την ίδια περίοδο περίπου υπάρχει και ένας ακόμη Ιωάννης Γ. Σαριγιάννης,  με αποτέλεσμα κάποιες φορές πιθανά να συγχέονται  οι  μεταθέσεις και οι μετακινήσεις τους. Όσα Φ.Ε.Κ. εντοπίζονταν με το πατρώνυμο «Γ.»  απορρίπτονταν. Αρκετές φορές όμως στα φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, σε άλλα έγγραφα και αναφορές δεν χρησιμοποιείται πατρώνυμο, και συνεπώς δεν είναι πάντα εύκολο να διευκρινιστεί ποιος είναι, γεγονός που δεν αποκλείει την  πιθανότητα σφάλματος.

Η πρώτη αναφορά λοιπόν που εντοπίστηκε γι’ αυτόν,  ανάγεται στις αρχές Ιουνίου του 1831. Ειδικότερα, σε φύλλα της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, όπου καταγράφονται οι προσφέροντες δωρεές υπέρ των Κρητών, περιλαμβάνεται και ο Ιωάννης Σαριγιάννης, ο οποίος  συνδράμει ως μέλος του προσωπικού της «Διοικήσεως Ναυπλίου και κάτω Ναχαϊέ».

Η επαρχία Ναυπλίας τότε περιλάμβανε  τη Ναυπλία, την Επίδαυρο και το κάτω Ναχαϊέ, ήτοι την Ερμιονίδα και το Κρανίδι.[1] Στη συνέχεια συναντάμε τον Σαριγιάννη, ως γραμματέα της Δημογεροντίας του Ναυπλίου, σε μία σειρά από  επιστολές της Δημογεροντίας προς τους Γάλλους αξιωματικούς του ναυτικού και του  στρατού που έχουν καταλάβει τα φρούρια του Ναυπλίου κατά το  τέλος του 1832 – αρχές του 1833, οι οποίες δημοσιεύονται στην «Εθνική Εφημερίδα».

Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη Καποδίστρια και πριν την άφιξη του Όθωνα, ξεσπά για μία ακόμα φορά εμφύλια αντιπαράθεση στη χώρα, ακόμα και μέσα στο Ναύπλιο και το Άργος. Οι διάφορες φατρίες και κόμματα, προεξάρχοντος του Κωλέττη και του γαλλικού κόμματος, οι Έλληνες διοικητές των φρουρίων και κάστρων της Πελοποννήσου και διάφοροι άλλοι αντιπαλεύουν μεταξύ τους σε μία αιματηρή πολλές φορές σύρραξη.

Στο Άργος υπήρξε δε ανοιχτή σύρραξη μεταξύ ατάκτων Ελλήνων και των γαλλικών στρατευμάτων, με σημαντικό αριθμό θυμάτων.[2] Αυτή η κατάσταση αναρχίας είχε ως αποτέλεσμα οι Δημογέροντες της πόλης του Ναυπλίου να προσκαλέσουν τους αξιωματικούς των πλοίων της γαλλικής μοίρας και των γαλλικών στρατευμάτων, που βρίσκονται στην περιοχή, να αναλάβουν την ασφάλεια του Ναυπλίου. Αυτοί δεν αρνούνται. Το αντίθετο, μάλλον επιθυμούν  να εμπλακούν και έτσι αναλαμβάνουν τη διοίκηση των κάστρων και των φρουρίων της πόλης.  Με αυτό τον τρόπο, σταματά τουλάχιστον  η αντιπαράθεση μέσα και γύρω από την πόλη και αποφεύγονται τα χειρότερα. Η Δημογεροντία, ως επιστέγασμα  αυτής της δράσης εκδίδει μια σειρά από ψηφίσματα για να ευχαριστήσει τους Γάλλους αξιωματικούς του ναυτικού και του στρατού για την αποτελεσματική  τους παρέμβαση και τους επιβραβεύει με αναμνηστικά ξίφη.[3]

Η πορεία του Ιωάννη Σαριγιάννη στον ευρύτερο χώρο της δικαιοσύνης ξεκινά  με τον διορισμό του, με σχετικό ψήφισμα της επί της Δικαιοσύνης Γραμματείας,  ως δικαστικού κλητήρα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 8 Ιουνίου του 1837.[4] Ακολούθως,  ο  Ιωάννης Σαρρηγιάνης (αναγράφεται με ψιλή και δασεία άνωθεν των δύο «ρ») εντοπίζεται να διορίζεται ως πάρεδρος του Πρωτοδικείου Ναυπλίας με βασιλικό  διάταγμα στις 9 (21) Ιουλίου 1843.[5]    Στις 29 Ιανουαρίου 1854,  με το βασιλικό διάταγμα  αρ. 1.088, ο ειρηνοδίκης Άργους, Ιωάννης Σαριγιάννης μετατίθεται στο ειρηνοδικείο Μάσσητος (Κρανιδίου).[6] Ακολουθεί,  στις 23 Μαρτίου  1854, βασιλικό διάταγμα, με το οποίο ο Ιωάννης Σαριγιάννης μετατίθεται  ως ειρηνοδίκης στο Άστρος.[7]

 

Υπογραφή και σφραγίδα Ιωάννη Δ. Σαριγιάννη (1869). Προσωπικό αρχείο των κυριών Αλεξάνδρας και Σοφίας Βουδρισλή.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Οικονομίδης Ιωάννης Τρ. (; – 1861) – Αγωνιστής στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Φθινόπωρο 1858 – Μάιος 1861)


 

Ο Ιωάννης Τρύφωνος Οικονομίδης, με καταγωγή από τη Βυτίνα του δήμου Νυμφασίας  της επαρχίας Γορτυνίας, αποτελεί την πλέον αντιπροσωπευτική μορφή του συμβολαιογράφου – αγωνιστή,  που συμμετείχε σε μία εκτεταμένη σειρά από μάχες για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, από την έκρηξη αυτού έως το τέλος. Σχετικά έγγραφα υπάρχουν τόσο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους όσο και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών.

Ειδικότερα στα Γ.Α.Κ.  εντοπίζεται ένας φάκελος  που περιέχει μια σειρά  επτά εγγράφων που αφορούν το αίτημα του Ιωάννη Τρ. Οικονομίδη  να λάβει το αργυρό μετάλλιο και το σχετικό αριστείο αντί του χάλκινου για τη συμμετοχή του στον Αγώνα. Ο φάκελος περιέχει:

α) μία  αίτηση που απευθύνεται προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικρατείας (υπουργό Εθνικής Άμυνας, σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία), με θέμα περί αριστείου, από τον διοικητή Γορτυνίας. Η αίτηση συντάσσεται τον Οκτώβριο του 1839.

β) Μία τρισέλιδη επιστολή, με ημερομηνία 22 Σεπτεμβρίου 1839, στην οποία ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης περιγράφει τι έκανε στον Αγώνα, μιλά για τον θανόντα πατέρα του και τα αδέλφια του και αναπτύσσει το αίτημά του. Αναφέρει ότι γεννήθηκε και είναι δημότης του δήμου Νυμφασίας και ότι υπηρέτησε τον Αγώνα από την αρχή, υπό τις διαταγές του Βασιλείου Πετιμεζά, με βαθμό υποχιλιάρχου. Το 1833 έλαβε  δίπλωμα με τον βαθμό του από την κυβέρνηση. Επίσης, ενημερώνει ότι η δράση του επιβεβαιώνεται από τον Βασίλειο Πετιμεζά και από σχετική βεβαίωση του Θ. Κολοκοτρώνη, υπογεγραμμένη στις 20 Ιουνίου.

γ) Την από 20 Ιουνίου 1839, συνταχθείσα στα Καλάβρυτα βεβαίωση του Βασιλείου Πετιμεζά, που βεβαιώνει τη δράση του Οικονομίδη δίπλα του.

δ) Την από 22 Φεβρουαρίου 1839, συνταχθείσα στην Βυτίνα, βεβαίωση του δημάρχου Νυμφασίας,  ένα είδος πιστοποιητικού ποινικού μητρώου, που βεβαιώνει ότι ο Οικονομίδης δεν έχει κατηγορηθεί ή καταδικαστεί ποτέ και ότι η διαγωγή του ήταν πάντα άριστη.

ε) Τέλος, την από 25 Φεβρουαρίου  1840  επιστολή της Γραμματείας Εσωτερικών, υπογεγραμμένη από τον Μαυροκορδάτο, δια της οποίας εντέλλεται η διοίκηση Γορτυνίας να χορηγήσει στον Οικονομίδη το χάλκινο αριστείο.[1]

 

Βεβαίωση αγωνιστών με τις μάχες στις οποίες συμμετείχε ο Ιωάννης Τρ. Οικονομίδης. Πηγή: Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Είχε σημασία η διαφορετική γλώσσα; Οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι (Αρβανίτες) στην Ελληνική Επανάσταση – Λάμπρος Μπαλτσιώτης[1]


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία προσπάθεια προσέγγισης του πώς βίωναν τη διαφορετική γλώσσα και εθνότητα ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού αυτοί που «πήραν τα όπλα» κατά την Επανάσταση του 1821. Τα έγγραφα και τα κείμενα που χρησιμοποιήσαμε περιορίζονται ουσιαστικά σε όσα γράφτηκαν μέχρι και τη δεκα­ετία του 1840, καθώς όσο προχωράμε στον 19° αιώνα φαίνεται ότι μεταβάλλονται οι προσλήψεις για τις διαφορετικές γλωσσοπολιτισμικές ομάδες, κάτι που αντανακλάται και σε όσους έγραφαν για τις προηγηθείσες χρονικές περιόδους. Καθώς από ένα χρονικό σημείο και πέρα τα εδάφη που διεξάγονταν οι ένοπλες συγκρούσεις, τουλάχιστον οι χερσαίες, περιορίστηκαν στη σημερινή νοτιότερη Ελλάδα, το πληθυσμιακό βάρος όσων αναφέρονταν ως Αλβανοί σε λόγιες μορφές της γλώσσας και Αρβανίτες στις καθομιλούμενες αυξήθηκε.[2]

Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυ­σμού των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον πρώτο ελληνικό κράτος είχε ως μητρική γλώσσα τα αρβανίτικα, δηλαδή μία αλβανική γλώσσα που είχε εξελιχθεί για αρκετούς αιώνες χωρίς σημαντική επίδραση από τις εξελίξεις της γλώσσας στις συμπαγείς περιοχές αλβανοφωνίας των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για εξέλιξη τοσκικών ιδιωμάτων που είναι αρκετά κοντά στην τσάμικη υποδιάλεκτο.[3] Είναι μάλλον αδύνατον να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια το πόσοι ακριβώς ήταν οι αλβανόφωνοι και τι ποσοστό του πληθυσμού αποτελούσαν. Οι υπολογισμοί δεν σχετίζονται μόνο με τα μειωμένης αξιοπιστίας στατιστικά δεδομένα, αλλά και με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1821-1830, αλλά και στη συνέχεια. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είτε σφαγιάζονται είτε αποχωρούν,[4] νέοι πληθυσμοί ορθοδόξων εγκαθίστανται ως πρόσφυγες, και αργότερα ως μετανάστες, ενώ την επαύριον της παύσης των εχθροπραξιών ένα νέο κύμα μετανάστευσης ξεκινά από το νέο κράτος κυρίως προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπολογισμοί δυσχεραίνονται ακόμη περισσότερο από το γε­γονός ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα σε κάποιες περιοχές, ειδικά στη δυτική Πελοπόννησο αλλά και αλλού, είχε αρχίσει η γλωσσική μετατόπιση από τα αρβανίτικα στα ελληνικά. Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πρώιμης γλωσσικής μετατόπισης συνιστούν οι μουσουλμάνοι Λαλιώτες.

 

Γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου – 1890 – του Γερμανού γεωλόγου και γεωγράφου Alfred Philippson (1864-1953). Η αλβανοφωνία σημειώνεται με κόκκινο.

 

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 19ου αιώνα αρκετές από τις περιοχές αλβανοφωνίας παραμένουν ιδιαίτερα συμπαγείς και καλύπτουν μεγάλες περιοχές του μετέπειτα κράτους. Σε μερικές από αυτές αρκετοί άρρενες ενήλικες εξακολουθούν να αγνοούν τα ελληνικά όχι μόνο τις δε­καετίες που εξετάζουμε αλλά σε ορισμένους οικισμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.[5] Τα αρβανίτικα άλλωστε θα συνεχίσουν να αποτελούν τη lingua franca [Κοινή γλώσσα ή διάλεκτο] (langue vehiculaire) σε πολλές περιοχές της χώρας ή τη γλώσσα που εξακολουθούσε να έχει ειδική λειτουργία στους ενόπλους και στο ναυτικό.[6] Οι αλβανόφωνοι κάτοικοι των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον νέο κράτος υπερβαίνουν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αγγίζουν το ένα τέταρτο. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο θεσμός των σχολείων «πίστης» (Faith Schools) στο εκπαιδευτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου – Οργάνωση, προγράμματα σπουδών και αξιολόγηση  της πρότασης ένταξης του θεσμού στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα – Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Θεολογική Σχολή. Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου.


 

Δημοσιεύουμε στις «Πανεπιστημιακές Εργασίες», μια ενδιαφέρουσα Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της Αργείας Θεολόγου κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα: 

«Ο θεσμός των σχολείων «πίστης» (Faith Schools) στο εκπαιδευτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου – Οργάνωση, προγράμματα σπουδών και αξιολόγηση  της πρότασης ένταξης του θεσμού στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα».

Η εργασία ασχολείται με τις προθέσεις και κυρίως τις επιλογές της ηγεσίας, πολιτικής και εκκλησιαστικής, και την εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόσθηκε στα Σχολεία Πίστης του Ηνωμένου Βασιλείου. Ερευνά όχι μόνο το θεωρητικό πλαίσιο λειτουργίας τους, αλλά αποτυπώνει επιπλέον τις απόψεις, τις στάσεις και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, των ηγετικών προσωπικοτήτων των θρησκευτικών κοινοτήτων και της Πολιτείας που ενεπλάκησαν στη διαμόρφωση αυτής. Απαραίτητη κρίθηκε η διερεύνηση και άλλων παραγόντων όπως η θρησκευτική ταυτότητα του κάθε σχολείου πίστης, η περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται όπως και οι απόψεις που έχουν δημοσιευτεί στον Βρετανικό τύπο για τα ενεργά σχολεία πίστης.

 

Μπροστά στις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές και εκπαιδευτικές αλλαγές και μετεξελίξεις, ο σημερινός άνθρωπος οφείλει να καλλιεργεί την ευελιξία και την προσαρμοστικότητά του, ώστε να καθίσταται ικανός να αντιμετωπίσει τις ποικίλες προκλήσεις και τα καινούργια δεδομένα. Στον τομέα της πρωτοβάθμιας αλλά και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έχει γίνει αντιληπτή η απαίτηση επαγρύπνησης και επικαιροποίησης των γνώσεων, ικανοτήτων, δεξιοτήτων και ο ρόλος της σχολικής εκπαίδευσης κρίνεται σήμερα ως καταλυτικός.  Σε ένα τέτοιο πλαίσιο μαθητές που για διαφόρους λόγους αντιμετωπίζουν κοινωνική περιθωριοποίηση, στιγματισμό, δυσκολίες στη φοίτηση, δυσμενείς βιοτικές συνθήκες και οικονομική ένδεια, έχουν βρεθεί στο περιθώριο με αποτέλεσμα την ελλιπή φοίτηση ή την οριστική διακοπή των σπουδών τους.

Η Εκκλησιαστική εκπαίδευση είναι ένα ιστορικό αλλά ταυτόχρονα ζωντανό μέρος της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Έχοντας ιστορία άνω των δύο αιώνων και δεδομένης της επικράτησης της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας στον ελλαδικό χώρο, η Εκκλησιαστική εκπαίδευση έπαιξε ρόλο στην εκπαίδευση των Ελλήνων, άλλοτε σημαντικό και άλλοτε ελλειμματικό. Η πολιτική ηγεσία αλλά και η εκκλησιαστική ηγεσία, σηματοδότησαν την πολιτική-εκκλησιαστική κατεύθυνση που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια η εκπαίδευση στην Ελλάδα.

Σκοπός της έρευνας μας είναι να αποδείξει πως υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης των δυσχερειών και της παροχής μιας ουσιαστικής ευκαιρίας στην προσωπική, κοινωνική και εκπαιδευτική αναβάθμιση των μαθητών που δίνεται μέσω της ίδρυσης των Σχολείων Πίστης (Faith Schools) στην Ελλάδα. Τα Σχολεία Πίστης εντάσσονται στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς ένας από τους βασικούς σκοπούς τους είναι η αντιμετώπιση της κοινωνικής συνοχής.  Αντικείμενο αυτής της μεταπτυχιακής εργασίας είναι η διερεύνηση της λειτουργίας των σχολείων πίστης μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου. Μέσω της μελέτης του τρόπου οργάνωσης, της αποτελεσματικότητάς τους ως προς την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων, ικανοτήτων και των προγραμμάτων σπουδών θα οδηγηθώ στην αξιολόγηση της πρότασης ένταξης αυτού του θεσμού στο Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

 

Faith Schools

 

Πιο συγκεκριμένα, η παρούσα εργασία ασχολείται με τις προθέσεις και κυρίως τις επιλογές της ηγεσίας, πολιτικής και εκκλησιαστικής, και την εκπαιδευτική πολιτική που εφαρμόσθηκε στα Σχολεία Πίστης του Ηνωμένου Βασιλείου. Ερευνά όχι μόνο το θεωρητικό πλαίσιο λειτουργίας τους, αλλά αποτυπώνει επιπλέον τις απόψεις, τις στάσεις και τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής, των ηγετικών προσωπικοτήτων των θρησκευτικών κοινοτήτων και της Πολιτείας που ενεπλάκησαν στη διαμόρφωση αυτής. Για την εκπλήρωση του σκοπού μου, απαραίτητη κρίθηκε η διερεύνηση και άλλων παραγόντων όπως η θρησκευτική ταυτότητα του κάθε σχολείου πίστης, η περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται όπως και οι απόψεις που έχουν δημοσιευτεί στον Βρετανικό τύπο για τα ενεργά σχολεία πίστης. Διαβάστε τη συνέχεια »

Στεφάνου Παναγιώτης-Μαρίνος (1791-1863)


 

Προσωπογραφία του Παναγιώτη-Μαρίνου Στεφάνου, ελαιογραφία του Χρήστου Ρουσέα. Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Η οικογένεια Στεφάνου καταγόταν από τη Σαρατσά της Κορώνης Πελοποννήσου και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο μετά τα Ορλωφικά.[1]  

Ο Παναγιώτης-Μαρίνος Στεφάνου, γιος του Θεοδώρου και της Μαρίας Ρίζου-Χίτου, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1791. Σπούδασε γιατρός στην Πίζα και στο Παρίσι και το 1813 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου άσκησε το επάγγελμά του ιατροχειρούργου με ανιδιοτέλεια και ανθρωπισμό.

Δραστήριο μέλος της Φιλικής Εταιρείας και της Επιτροπής Αγώνος Ζακύνθου διακρίθηκε για τη μόρφωσή του και τον πατριωτισμό του και προσέφερε πολλά στον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Είχε εκλεγεί το 1818 μέλος της Α’ Ιονίου Βουλής. Μετά από πρόταση του Άγγλου Αρμοστή (Th. Maithland) μεσολάβησε ο ίδιος στην απελευθέρωση των γυναικών του Χουρσίτ Πασά που αιχμαλωτίστηκαν μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η ανταλλαγή αιχμαλώτων στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας – Η περίπτωση των χαρεμιών του Μόρα Βαλισί (Mora Valisi) Άχμετ Χουρσίτ πασά (Ahmed Hurşid Paşa) – Μαρία Ανεμοδουρά[1]


 

Τα πολεμικά ήθη κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αποτελούν μια από τις λιγότερο φωτισμένες πτυχές του αγώνα της ανεξαρτησίας. Η ιστορική έρευνα επικεντρώθηκε, εν πολλοίς, στην προσέγγιση του θέματος αυτού μέσα από στερεοτυπικά δεδομένα, άμεσα συνδεδεμένα με το σύστημα αξιών του κλεφταρματολισμού, εστιάζοντας στις πολεμικές αξίες της «ανδρειοσύνης» της «παλικαριάς», της «μπέσας», ως κυρίαρχες του κόσμο των όπλων. Η Επανάσταση εγκολπώνεται τα παλαιά ήθη του κόσμου των όπλων, ωστόσο διαμορφώνει και νέα, προσπαθώντας μέσα από παλινδρομήσεις και αρχετυπικές συμπεριφορές νικητών-νικημένων να προβάλει σε επίπεδο κεντρικής ηγεσίας το νεοτερικό πρόταγμα της, όσον αφορά το δίκαιο του πολέμου. Ο αγώνας της ανεξαρτησίας εμπεριέχει πολεμικά γεγονότα μεγάλης συγκρουσιακής έντασης, με θύματα εμπολέμους και αιματηρές σφαγές και δηώσεις περιοχών, με χιλιάδες αμάχους νεκρούς και αιχμαλώτους. Στη δίνη αυτής της μεγάλης ανατροπής, οι αιχμάλωτοι των μαχών, των δηώσεων και των επιδρομών, άμαχος πληθυσμός και συλληφθέντες στρατιώτες του εχθρού, βιώνουν κατά κανόνα ακραία βία, πόνο, κακουχίες και όσοι εξ αυτών δεν σφαγιαστούν εξ αρχής, την διαρκή αγωνία της επόμενης στιγμής, ενώ για πολύ λίγους το τέλος αυτής της τραγικής περιπέτειας οδηγεί στη διάσωση και την απελευθέρωση.

Η απελευθέρωση αιχμαλώτων καταγράφεται ως πρακτική από την ύστερη αρχαιότητα, έχει πολύ περιορισμένο χαρακτήρα, λόγω των αναγκών σε δούλους των αρχαίων κοινωνιών, τις οποίες ικανοποιούσαν εν πολλοίς οι εξανδραποδισμένοι πληθυσμοί κατά την διάρκεια των αλώσεων πόλεων και ευρύτερων περιοχών.[2] Στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούν στην εξαγορά των αιχμαλώτων με την καταβολή λύτρων. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σπανίζουν οι αναφορές σε επανάκτηση των αιχμαλώτων πολέμου, λόγω του έντονα δουλοκτητικού χαρακτήρα της ρωμαϊκής κοινωνίας. Το γεγονός ότι ο αιχμάλωτος αποκτούσε το status του δούλου εμπόδιζε την πολιτειακή του αποκατάσταση ως ελεύθερου ανθρώπου με την απελευθέρωσή του, εμπόδιο το οποίο έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με τον θεσμό του postliminium,[3] που επέτρεπε στον αιχμάλωτο να ανακτήσει πολιτειακό status, που είχε πριν την αιχμαλωσία.[4] Κατά τη βυζαντινή περίοδο, υπό το πρίσμα της χριστιανικής φιλανθρωπίας, που διέπει εν γένει τις θρησκείες της Βίβλου, η εξαγορά των αιχμαλώτων αναδεικνύεται σε κρατική υπόθεση και η ανταλλαγή των αιχμαλώτων καθίσταται συνήθης πρακτική, κυρίως των νομοθετικών παρεμβάσεων των Αυτοκρατόρων, Θεοδοσίου, Ονωρίου και κυρίως του Ιουστινιανού.[5] Πέρα από τις αυτοκρατορικές παρεμβάσεις και τις επίσημες διπλωματικές πρωτοβουλίες, καταγράφονται σημαντικές πρωτοβουλίες ιδιωτών και επισκόπων για την απελευθέρωση αιχμαλώτων, όπως αυτή του επισκόπου Σεργιουπόλεως, Κάνδιδος, το 540 μ.Χ., για την εξαγορά δώδεκα χιλιάδων κατοίκων της πόλης Σούρα, που είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Σασανίδη βασιλιά Χοσρόη, την οποία αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος.[6]

Κατά την περίοδο των βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων καταγράφονται ανταλλαγές αιχμαλώτων σε βυζαντινές και αραβικές πηγές, όπως τα χρονικά του al-Maqrīzī, (του 15ου αιώνα) όπου αναφέρονται δεκατρείς ανταλλαγές αιχμαλώτων πολέμου μεταξύ των ετών 805 έως 946 μ.Χ.[7] Η ισλαμική παράδοση εστιάζει το ενδιαφέρον της στους μη-μουσουλμάνους αιχμαλώτους, καθώς το Κοράνι προβλέπει την απελευθέρωση και την εξαγορά των αιχμαλώτων πολέμου του εχθρού που είχαν αιχμαλωτισθεί από μουσουλμάνους. Πάντως η πρακτική της εξαγοράς – ανταλλαγής δεν μαρτυρείται πριν τον έβδομο αιώνα στις ισλαμικές πηγές.

Στην Ιβηρική χερσόνησο, πεδίο πολεμικής αντιπαράθεσης μεταξύ Αράβων και Χριστιανών, η ανταλλαγή και η εξαγορά των αιχμαλώτων αποτελεί παγιοποιημένη πρακτική, που καταγράφεται στα νομοθετήματα του ύστερου μεσαίωνα, όπως τα καταλανικά και πορτογαλικά Fueros (Δικαιοδοσίες) του 12ου αιώνα και ο Κώδικας του Αλφόνσο της Καστίλης του 13ου αιώνα.[8] Στην οθωμανική περίοδο, οι συχνοί πόλεμοι και η πειρατεία, όχι μόνο τροφοδοτούσαν με αιχμαλώτους και σκλάβους τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της βορείου Αφρικής, αλλά είχαν διαμορφώσει και μια οικονομία της αιχμαλωσίας που περιελάμβανε και συναλλαγές για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων στις πειρατικές εστίες της Μεσογείου και στην οθωμανο-αψβουργική μεθόριο, η οποία αποτελούσε τρόπο βιοπορισμού για τις τοπικές κοινωνίες.

 

Εμπόριο σκλάβων στην Κωνσταντινούπολη, έργου του Sir William Allan (1782-1850). National Galleries of Scotland.

 

Η κατάκτηση της Τριπολιτσάς, γεγονός μείζονος σημασίας, που εδραιώνει την Επανάσταση στον Μοριά ήδη από το πρώτο έτος της, αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα πιο αιματηρά γεγονότα της, λόγω της σφαγής χιλιάδων αμάχων, μουσουλμάνων και Εβραίων, που ακολούθησε, δεδομένου ότι με το ξέσπασμα της Επανάστασης είχε ζητήσει καταφύγιο εντός της πόλης μεγάλος αριθμός μη χριστιανών κατοίκων από ολόκληρη την Πελοπόννησο. Πέρα από την ανηλεή σφαγή, οι επαναστατικές δυνάμεις συλλαμβάνουν και μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, τους οποίους ο Φιλήμονας υπολογίζει σε 8.000 χιλιάδες. Για τους επίσημους αιχμαλώτους – γυναίκες των χαρεμιών,[9] αξιωματούχους και μέλη της ακολουθίας του Βαλή του Μοριά, Άχμετ Χουρσίτ πασά[10] (Mora Valisi, Ahmed Hurşid Paşa) – ίσχυσε εξ αρχής διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με το πλήθος των ανώνυμων αιχμαλώτων που ζούσε και εργαζόταν σε άθλιες συνθήκες και συχνά πέθαινε από τις κακουχίες και τις επιδημίες που είχαν ξεσπάσει στην πόλη. Οι πρώτοι φαίνεται ότι εξ αρχής προσέβλεπαν στους Ευρωπαίους Φιλέλληνες, που συνεργάζονταν με την Επαναστατική Διοίκηση και διακατέχονταν από τις νεωτερικές, περί δικαίου αντιλήψεις, όσον αφορά την αντιμετώπιση των αιχμαλώτων, αλλά και στον Δημήτριο Υψηλάντη, λόγω του κύρους που θεωρούσαν ότι απολάμβανε ως εκπρόσωπος της Αρχής, από τις συγκεχυμένες πληροφορίες που έφταναν στο περιβάλλον τους.[11] Διαβάστε τη συνέχεια »