Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Αραχναίο (Χέλι) Αργολίδας


 

Το Χωριό Αραχναίο (Χέλι) – Ιστορία του Χελιού (Αραχναίου) – Οι Αρβανίτες στο Χέλι – Ύδρευση του Χελιού – Ασχολίες των κατοίκων του Χελιού –  Επικοινωνία του Χωριού – Η Εκπαίδευση στο Χέλι

 

Το Χέλι (σημερινό Αραχναίο) βρίσκεται στα βόρεια της ψηλότερης κορυφής του Αραχναίου όρους και στη Νότια πλευρά της Τραπεζώνας σε υψόμετρο εξακόσια πενήντα (650) περίπου μέτρα. Πάνω από το χωριό δεσπόζει η Νότια πλευρά της Τραπεζώνας, η ονομαζόμενη Μπρίνια, μια γυμνή από χλωρίδα πλαγιά της Τραπεζώνας της τετάρτης κατά σειρά ύψους κορυφής της οροσειράς του Αραχναίου. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο συγγραφέας Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (1925-2009), όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου του «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002», χρησιμοποιεί κύρια το παλαιό όνομα του χωριού «Χέλι» γιατί έτσι αναφέρεται στις ιστορικές πηγές από τις οποίες άντλησε τις πληροφορίες του. Το Χέλι μετονομάστηκε σε Αραχναίο το 1915 (29/7/1915 – ΦΕΚ : 273/1915) είναι χωριό του Δήμου Ναυπλιέων. Μέχρι το 2010 ανήκε στον τέως Δήμο Μιδέας].

Το Χέλι βρίσκεται αποκομμένο από όλα τα κατοικημένα μέρη της Αργολίδας, σε απόσταση 26 περίπου χιλιομέτρων από το Άργος και 28 χιλιομέτρων από το Ναύπλιο και δεν έχει οπτική επαφή με κανένα κατοικημένο χώρο του Νομού. Βέβαια σήμερα ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος που το συνδέει με τα μεγάλα αστικά κέντρα το Άργος και το Ναύπλιο, έχει αρκετά δαμάσει τις άγριες ξεροτοπιές της περιοχής του Χελιού και έχει συνδέσει την αβοήθητη ερημιά του παρελθόντος με τη σημερινή ζωή του Κέντρου και του Πολιτισμού.

 

Χάρτης Νομού Αργολίδας.

 

Το Χέλι έχει σήμερα περίπου 1200 κατοίκους [643 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011], που μένουν μόνιμα στο χωριό, ενώ είναι πολύ περισσότεροι αυτοί που έχουν μετοικίσει στον Άγιο Δημήτριο, στον Αμαριανό, στο Ναύπλιο στο Άργος, στα χωριά του Κάμπου, στην Κόρινθο, στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, πέρα από τις εκατοντάδες που μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκαν μετανάστες, στην Αυστραλία, στον Καναδά και τη υπόλοιπη Αμερικανική Ήπειρο. Το χωριό είναι μακρόστενο και εκτείνεται από την Ανατολή προς τη Δύση. Βρίσκεται βόρεια της ευρείας Λεκάνης που περιβάλλεται από τους ορεινούς όγκους του όρους Αραχναίου, κυρίως από την Τραπεζώνα και το Σιούρι. Τα περισσότερα σπίτια του χωρίου που είναι και τα παλαιότερα, είναι χτισμένα σύμφωνα με την παλαιά τεχνοτροπία, είναι όλα ορθογώνια παραλληλόγραμμα, στα οποία η μια στενή τους όψη είναι συνήθως στραμμένη πάντοτε προς το δρόμο προσπέλασης και σε αυτή τη πλευρά υπάρχουν πάντοτε δυο στενά παράθυρα, στο δε μέσον της μιας μεγάλης πλευράς, υπάρχει πάντοτε η πόρτα. Στις μεγάλες πλευρές του σπιτιού υπάρχουν και άλλα παράθυρα ανάλογα με τις διαστάσεις του σπιτιού. Όταν τα σπίτια είναι διώροφα, οι πόρτες και τα παράθυρα βρίσκονται στην ίδια ακριβώς θέση επάνω και κάτω. Όλα τα σπίτια είναι λιθόκτιστα και ο χωρισμός μέσα σε δωμάτια έχει γίνει με σανίδες.

Τα σπίτια αυτά είναι χαρακτηριστικά και τα ίδια σε όλα τα Αρβανιτοχώρια της – περιοχής μας και θυμίζουν τα σπίτια της βόρειας Ηπείρου με την μόνη διαφορά ότι είναι κεραμοσκεπή, όλα δε είναι κτισμένα από Νομάδες Λαγκαδιανούς κτίστες που ολόκληρα καλοκαίρια έμεναν και δούλευαν στο χωριό. Σήμερα βέβαια πολλά από τα παλαιά αυτά σπίτια έχουν αντικατασταθεί με μοντέρνα κτίρια κτισμένα με τσιμέντα και τούβλα.

Τα νερά της βροχής της ευρείας λεκάνης που βρίσκεται χτισμένο το χωριό σχηματίσουν ένα μαιανδρικό χείμαρρο που ξεκινάει από τα Φράκια διασχίζει όλη τη λεκάνη, σχηματίζει έπειτα μια βαθιά χαράδρα, περνάει κοντά στο Μοναστήρι (Μονή Ταλαντίου) και συνεχίζει την πορεία του μέσα στη Χούνι, βγαίνει στον Αμαριανό και από εκεί διασχίζει και τον Αργολικό Κάμπο, περνάει από το χωριό Παναρίτη και πολύ σπάνια τα νερά του φθάνουν στον Αργολικό Κόλπο, γιατί μετά το Παναρίτη σήμερα δεν υπάρχει καν κοίτη, επειδή έχει καταστραφεί από τους χωρικούς οι οποίοι την έχουν μετατρέψει σε χωράφια.

Στη διαδρομή του ο χείμαρρος αυτός σχηματίζει σε πολλά σημεία βαθιές χαράδρες και δέχεται πολλούς άλλους χείμαρρους, όπως τον χείμαρρο που κατεβαίνει από τον Αρνά. το ττρόι- Λάζεριτ, το πρόι-Θέου, το πρόι-Φλώρου και άλλους πολλούς και στη λεκάνη του Αραχναίου και στη λεκάνη του Αμαριανού.

Οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού είναι όλοι Αρβανίτες και οι μεγάλης ηλικίας μιλάνε ακόμα πολύ καλά τα Αρβανίτικα, αλλά σε διάλεκτο με πολλές παραφθαρμένες σύγχρονες Ελληνικές λέξεις, η οποία διάλεκτος αυτή διαφέρει πολύ από την διάλεκτο των Αρβανιτών των γειτονικών χωριών Λιμνών, Προσύμνης. Μηδέας κ.λπ. όπως επίσης και από την διάλεκτο που μιλάει όλη η Ερμιονίδα.

 

Ιστορία του Χελιού (Αραχναίου)

 

Ο Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (Αραχναίο 1925 – Άργος 2009). Προτελευταίο παιδί από τα δέκα του Ιωάννου Δημ. Μπιμπή και της Αναστασίας Αν. Μανώλη. Μετά το Γυμνάσιο Ναυπλίου σπούδασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγητής Μαθηματικός στη Μέση Εκπαίδευση, Γυμνασιάρχης, Λυκειάρχης και Προϊστάμενος Μέσης Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος ως το 1986 οπότε περάτωσε την υπηρεσία του. Έγραψε το βιβλίο «ΤΟ ΧΕΛΙ», ένα εξαίρετο πόνημα, το οποίο και συνιστά την μοναδική έως τώρα συστηματική καταγραφή της ιστορίας του χωριού μας από τα αρχαία χρόνια ως τις μέρες μας. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου. Λεζάντα: Μαρία Μπιμπή.

Το πότε ακριβώς ιδρύθηκε ο οικισμός αυτός σε αυτή την περιοχή και πότε κτίσθηκε το Χέλι είναι άγνωστο, αφού κανένα γραπτό κείμενο δεν υπάρχει που να μαρτυρεί αυτό το γεγονός. Σε γραπτά κείμενα η ονομασία Χέλι, από ότι τουλάχιστον έχει διαπιστωθεί αναφέρεται για πρώτη φορά το 1463 οπότε σημειώνεται η πρώτη μετακίνηση των Αρβανιτών που ήσαν εγκατεστημένοι στον Αργολικό Κάμπο προς το Χέλι, ύστερα από την ήττα που υπέστησαν οι Ενετοί με τους μισθοφόρους Αρβανίτες στο Ναύπλιο από τα Τουρκικά στρατεύματα και για να αποφύγουν την τελειωτική τους καταστροφή και τον αφανισμό τους. Οπωσδήποτε όμως υπήρχε εκεί ο οικισμός πριν από το 1463 και για το γεγονός αυτό υπάρχουν σαφείς αποδείξεις.

Πρώτη απόδειξη είναι το γεγονός ότι στην κορυφή του όρους Αραχναίου, το σημερινό Προφήτη Ηλία υπήρχε Βωμός του Δία και της Ήρας όπου οι άνθρωποι της εποχής εκείνης θυσίαζαν προς τους θεούς σε περιόδους ανομβρίας, αυτό όμως φανερώνει ότι εκεί στο οροπέδιο του Αραχναίου ζούσαν φυσικά άνθρωποι που υφίσταντο τις συνέπειες της ανομβρίας και έκαναν τις θυσίες αυτές.

Δεύτερη απόδειξη είναι το γεγονός που αναφέρει ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα ( στ. 296 ) ότι στην κορυφή του όρους Αραχναίου ανάφτηκε πυρσός με τον οποίον αναγγέλθηκε στις Μυκήνες η άλωση της Τροίας. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι στην περιοχή αυτή κατοικούσαν άνθρωποι στην Ομηρική εποχή, οι οποίοι πήραν το μήνυμα του γεγονότος της άλωσης της Τροίας από κάποια άλλη βουνοκορυφή, πιθανότατα από την Ακρόπολη των Αθηνών που έχει οπτική επαφή με την κορυφή του Αραχναίου και το μετέδωσαν με τον ίδιο τρόπο: με τον πυρσό στις Μυκήνες.

Από τα πάρα πάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι στη Μυκηναϊκή εποχή λειτουργούσε οργανωμένο δίκτυο για τη μετάδοση ειδήσεων από πολύ μακρινές αποστάσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όλα όμως αυτά μαρτυρούν ότι εκεί στην περιοχή του Οροπεδίου του Αραχναίου θα υπήρχε οικισμός για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες λειτουργίας της επικοινωνίας αυτής. Οι σταθμοί αυτοί της λήψης και μετάδοσης των ειδήσεων από και σε μακρινές αποστάσεις ονομάζονταν «Φρυκτωρία» και έτσι ακριβώς αναφέρονται στα αρχαία κείμενα.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Τρίτη απόδειξη είναι τα εμφανή ίχνη καρόδρομου που υπάρχουν μέσα στην κοίτη του χειμάρρου από τον Αμαριανό μέχρι το σημερινό Χέλι και ακόμα πέρα από αυτό μέχρι τα Φράκια. Η κοίτη του Χειμάρρου αυτού αποτελεί και σήμερα ακόμα μια φυσική δίοδο από τον Αργολικό κάμπο προς το οροπέδιο του Αραχναίου. Η δίοδος αυτή σε αρκετά σημεία εκεί στη χούνι αποτελεί φαράγγι αρκετά στενό με απότομες βραχώδεις όχθες.

Κατά μήκος λοιπόν αυτής της φυσικής διόδου υπάρχουν και σήμερα ακόμα εμφανή τα ίχνη Καρόδρομου που διαπιστώνεται από τα παράλληλα αυλάκια επάνω στα βραχώδη μέρη της κοίτης και που φαίνεται πως έγιναν από το πέρασμα επάνω σε αυτά παράλληλων σιδερένιων τροχών ιππήλατης άμαξας. Τα ίχνη αυτά φαίνονται καθαρά και η χάραξη σε πολλά σημεία είναι τόσο βαθιά που το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο δρόμος αυτός χρησιμοποιήθηκε σε πολύ παλιά εποχή και για πολλές εκατονταετίες.

Σε πολλά σημεία του φαραγγιού όπου στο κάτω μέρος υπάρχουν πολύ καθαρά τα ίχνη του καρόδρομου, φαίνεται ότι και ο άνθρωπος έχει επέμβει εκεί πριν γίνει δρόμος και είχε λαξεύσει το βράχο για να φαρδύνει πρώτα τη πολύ στενή δίοδο, ώστε να αποκτήσει αρκετό πλάτος ικανό να περάσει το κάρο της εποχής εκείνης και στη συνέχεια να έγινε χρήση του δρόμου αυτού για παρά πολλά χρονιά. Τα ίχνη αυτά σήμερα διακρίνονται μόνο στα μέρη της κοίτης του χειμάρρου που είναι βραχώδη. Μέσα στο φαράγγι της Χούνης, όπως ονομάζεται ένα τμήμα του χείμαρρου, είναι εμφανεστέρα τα ίχνη σε αρκετά σημεία και σε πολλά τμήματα το ένα κοντά στο άλλο, ενώ πιο πάνω προς το Μοναστήρι της Παναγίας που η κοίτη είναι αμμώδης και μέχρι το χωριό, τα ίχνη αυτά είναι πολύ αραιά και μονό ση σημεία που μεσολαβούν σκληρά πετρώματα φαίνονται αυτά καθαρά.

Κάτω από το χωριό και στη τοποθεσία που βρισκόταν άλλοτε το αλώνι του Βέτσερι επάνω ακριβώς στον παλαιό δρόμο και που το έδαφος ήταν βραχώδες υπήρχαν τέτοια ίχνη σε μήκος πενήντα περίπου μέτρων με μικρές βέβαια διακοπές, αλλά με την κατασκευή αργότερα του δρόμου προς Άργος και Ναύπλιο, τα ίχνη αυτά, άλλα μεν καταστράφηκαν από τα σκαπτικά μηχανήματα και όσα είχαν απομείνει καλύφθηκαν από τον ασφαλτικό τάπητα που κάλυψε το δρόμο και δεν σώζεται σήμερα κανένα ίχνος στην περιοχή αυτή.

Για όλα αυτά μια εξήγηση μπορεί να δοθεί ότι «Ιππήλατες Άμαξες» (κάρα) ξεκινούσαν από τις κατοικημένες περιοχές του Αργολικού κάμπου πιθανότατα το Άργος ή τις Μυκήνες και ακολουθώντας την κοίτη του χειμάρρου αυτού, που σήμερα υπάρχουν τα ίχνη, περνούσαν κάτω από το σημερινό χωριό και προχωρούσαν ακόμα προς ανατολάς, που είναι άγνωστο μέχρι που έφθαναν, γιατί ίχνη μέσα στο χείμαρρο υπήρχαν και μέχρι λίγο πριν από τα Φράκια και οπό εκεί και πέρα τα ίχνη αυτά χάνονται.

Γεννάται συνεπώς το ερώτημα μέχρι που έφθανε ο Καρόδρομος αυτός; Φυσικά θα κατέληγε σε κάποιον οικισμό. Ο οικισμός αυτός ήταν το Χέλι; η περνούσε από την περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Χέλι και κατέληγε κάπου αλλού, ίσως στα Φράκια που και εκεί πιθανόν να υπήρχε οικισμός, αφού βεβαιωμένο είναι ότι αργότερα υπήρχε και μήπως ακόμη από τα φράκια συνέχιζε η οδική αυτή αρτηρία προς Αγγελόκαστρο ίσως και από εκεί προς Παλιά Κόρινθο.

Όλα αυτά είναι πιθανά. Γνωστό είναι ακόμα ότι υπήρχε αρχαίος οικισμός με το όνομα Δασκύλιον στην Δασκυλίτιδα περιοχή (στο σημερινό Δεσκλιά) και υπάρχει σήμερα δρόμος που συνδέει το Χέλι με το Λυγουριό και την Αρχαία Επίδαυρο και περνάει από το Δεσκλιά, δεν είναι δε καθόλου απίθανο ο Καρόδρομος που πάρα πάνω αναφέρεται να συνέδεε τις Μυκήνες και τη Αρχαία Επίδαυρο εξυπηρετώντας έτσι και ενδιάμεσους Οικισμούς που υπήρχαν στο οροπέδιο του Αραχναίου, πιθανότατα δε και σημαντικό οικισμό που θα βρισκόταν στη θέση του σημερινού Αραχναίου ή κάπου εκεί κοντά.

 

Το όρος Αραχναίο σε φωτογραφία, περίπου του 1937, από το Νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο & Ινστιτούτο Πανεπιστημίου Κολωνίας.

 

Τέταρτη απόδειξη ότι στο Χέλι υπήρχε οικισμός τουλάχιστον στην προκλασική περίοδο είναι το γεγονός ότι πριν λίγα χρόνια κατά την εκσκαφή των θεμελίων σπιτιού από τον Γεώργιο Ρόζη μέσο στο χωριό και σε σκληρό μάλιστα έδαφος, βρέθηκε αρχαίος τάφος ο οποίος από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Ναυπλίου τοποθετήθηκε στον 6ο π.Χ. αιώνα. Άρα η περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Αραχναίο ήταν κατοικημένη περιοχή τουλάχιστον τον 6ο π.χ. αιώνα.

Πέμπτη απόδειξη για μεταγενέστερες όμως εποχές, δηλαδή την βυζαντινή περίοδο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη για τους πάρα κάτω λόγους:

Ι. Η αρχαία εκκλησία που βρίσκεται έξω από το χωρίο το Μετόχι και χρονολογείται ότι κτίσθηκε τον 12ο αιώνα μ.χ. ή και παλαιότερα ακόμα είναι δείγμα ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη τότε.

II. Η ύπαρξη του Φρουρίου Γκύκλος κοντά στο χωριό: που η κατασκευή του τοποθετείται γύρω στο 1200 μ.Χ. μαρτυρεί επίσης ότι και τότε η περιοχή του Αραχναίου ήταν κατοικημένη και ότι οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης μαζί με τους στρατιώτες των κατακτητών της περιοχής, ήσαν οι φρουροί του Φρουρίου Γκύκλος.

III. Η ύπαρξη κατοίκων στην περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου γίνεται γνωστή και από μια περιγραφή του Ουίλιαμ-Μίλερ, Γερμανού περιηγητή στον Ελλαδικό χώρο ο οποίος στο βιβλίο του «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα» στον δεύτερο τόμο και στη σελίδα 187 αναφέρεται στο τοπωνύμιο «Αρνάς» που υπάρχει Ανατολικά του Χελιού και γράφει:

«Οι ηγεμονίες των Καταλανών που από τον δωδέκατο αιώνα κυριαρχούσαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, καταλύονται η μια μετά την άλλη από τους Βενετούς, οι οποίοι προσαρτούσαν τις περιοχές αυτές των Καταλανών στην ηγεμονία τους και τις καθιστούσαν καινούριες αποικίες.

Το 1451 οι Βενετοί απέκτησαν και το ιστορικό νησί Αίγινα. Την παραχώρηση της Αίγινας έκανε ο Δούκας των Αθηνών Αντώνιος ο Α’, αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει χωρίς να αφήσει παιδιά ο γαμπρός του Αντωνέλλος Καοπένας. Οι νησιώτες αποδέχθηκαν με ευχαρίστηση την Βενετική κυριαρχία. Ο θείος του όμως του Αντωνέλου Αρνάς ο οποίος είχε πολλά χωράφια στην Ανατολική Αργολίδα, από το όνομα του οποίου είχε πάρει και η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου την ονομασία «Αρνάς», όπου και σήμερα υπάρχουν πολλά χωράφια και διατηρείται ακόμα η ονομασία Αρνάς, ήγειρε αξιώσεις από τους Βενετούς για την κτηματική του περιουσία, αλλά οι αξιώσεις αυτές δεν ικανοποιήθηκαν και σε αντάλλαγμα των αξιώσεων αυτών του χορηγήθηκε ισόβια σύνταξη.

Διοικητής τότε της Αίγινας διορίστηκε Βενετός ο οποίος είχε εξάρτηση από τις αρχές του Ναυπλίου. Μετά τον θάνατο του Αρνά ο γιος του Αλιότος επανέλαβε τις αξιώσεις του για το νησί και όλης της περιουσίας του πατέρα του στην Ανατολική Αργολίδα. Αλλά η Βενετία του απάντησε ότι το νησί θα το κρατήσει οπωσδήποτε μαζί με όλη την περιοχή και σε αντάλλαγμα οι Βενετοί παραχώρησαν και σε αυτόν ισόβια σύνταξη, οπότε έγινε σύμμαχος των Βενετών και πολέμησε μαζί με τους Βενετούς εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν να καταλάβουν το νησί.

Το 1537 όμως συνελήφθη μαζί με την οικογένεια του και φυλακίσθηκε όπου και πέθανε μέσα στη φυλακή. Η Βενετία όμως κατόρθωσε να απελευθερώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του
πληρώνοντας λύτρα και στη συνέχεια τους έστειλε στη Βενετία όπου έζησαν εκεί πλέον φτωχικά σαν απλοί πολίτες.

Στη Βενετία έζησαν οι απόγονοι τους μέχρι το 1646 όταν πέθανε και ο τελευταίος απόγονος του Αρνά, σαν ιερέας στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του επονομαζομένου «in Bragora» Αυτό ήταν και το τέλος των δυναστών Καταλανών της Αίγινας που είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους και στον Ανατολικό τμήμα της Αργολικής χερσονήσου και κατείχαν πολλά κτήματα στη σημερινή θέση Αρνά του οροπεδίου του Αραχναίου».

Η παραπάνω περιγραφή του Ουίλιαμ Μίλερ δείχνει ότι τα χωράφια της τοποθεσίας Αρνά ήσαν στην κυριαρχία των Καταλανών που από τον Αύγουστο του 1303 είχαν φθάσει στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία σαν μισθοφόροι αρχικά και από το 1310 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Θήβα, στην Αθήνα και σε όλη την περιοχή του Δουκάτου των Αθηνών που περιελάμβανε και τα νησιά του Αργοσαρωνικού και την Ανατολική Αργολίδα, δηλαδή την Επιδαυρία και το οροπέδιο του Αραχναίου και ειδικά την περιοχή του Αρνά η οποία είχε πολλά και εύφορα τότε χωράφια.

Σε όλη τη διάρκεια της Καταλανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, η Καταλανική Νομοθεσία απαγόρευε στους Έλληνες να παντρεύονται καθολικές Καταλανές. Επίσης απαγορευόταν στους Έλληνες να έχουν κτηματική περιουσία. Από όλες αυτές τις μαρτυρίες του Μίλερ μπορούμε να βγάλουμε τα παρακάτω συμπεράσματα:

Ότι το 1310 οι Καταλανοί κυριαρχούσαν στην Ανατολική Αργολίδα κα στο οροπέδιο του Αραχναίου στην περιοχή του Αρνά όπου υπήρχαν πολλά κτήματα τα οποία ευνόητο ήταν, αφού οι Καταλανοί δεν είχαν ιδρύσει εκεί οικισμό δικό τους αλλά η διαμονή τους περιοριζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα Θήβα. Αθήνα. Αίγινα κ.λπ., τα κτήματα αυτά τα καλλιεργούσαν κάτοικοι της περιοχής εκείνης.

Κάτοικοι λοιπόν του Χελιού και ίσως του παλαιού οικισμού «Χώριζα» που βρισκόταν πιο κοντά στον Αρνά ήσαν οι μόνοι που θα μπορούσαν να ασχοληθούν με τη καλλιέργεια των κτημάτων του Αρνά και να απέδιδαν ασφαλώς στους ιδιοκτήτες αυτών των κτημάτων, Καταλανούς τα νόμιμα δικαιώματα της ιδιοκτησίας των. Καμιά δε επιμειξία δεν έγινε μεταξύ των γηγενών κατοίκων του Χελιού και των αρχόντων της περιοχής Καταλανών, μια και οι Νομόι των Καταλανών δεν επέτρεπαν αυτό.

Περά όμως από τα συγκεκριμένα αυτά στοιχεία που απορρέουν από τα γραπτά κείμενα, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που συνηγορούν νια την ύπαρξη αρχαίων οικισμών στην περιοχή αυτή του Χελιού.

Υπάρχουν ευρήματα διάφορα στο χωριό και στη γύρω από αυτό περιοχή, όπως επίσης και ερείπια και τοπωνύμια που φανερώνουν πως εδώ πάντα υπήρχε οικισμός ή οικισμοί διάφοροι κατά εποχές.

Κατά την εποχή που έγινε η διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου που ενώνει το Χέλι με το Άργος και το Ναύπλιο λίγο πριν οπό το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην περιοχή απέναντι του χωριού, εκεί ακριβώς που τοποθετείται αρχαίος οικισμός αγνώστου ονόματος, ήρθαν στην επιφάνεια διαφορά αρχαία αντικείμενα, όπως λίθινα εργαλεία σφόνδυλοι από Κεραμίδι ή από πέτρα, κεραμικά διάφορα κ.λπ. τα οποία όμως πέρασαν απαρατήρητα τότε από την αρχαιολογική υπηρεσία, αφού το χωριό βρισκόταν ακόμα σε απομόνωση χωρίς συγκοινωνία και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό.

Ακόμα η σκαπάνη των εργατών που δούλευαν στο δρόμο, σε διάφορα σημεία αποκάλυψε και τμήματα ισοδομικού τοίχου, που άλλα μεν καταστράφηκαν και οι λαξευμένες πέτρες χρησιμοποιήθηκαν για αγκωνάρια σε νεοαναγειρόμενα σπίτια του χωρίου, και άλλα καταπλακώθηκαν πάλι από χώματα και θάφτηκαν κάτω από τον ασφαλτικό τάπητα οριστικά πλέον. Την ίδια περίοδο της κατασκευής του δρόμου υπήρχε εκεί και πηγάδι με το όνομα «Στέρνα του Ράμου» αλλά και αυτό βρίσκεται καταπλακωμένο σήμερα κάτω από το οδόστρωμα.

Κατά καιρούς επίσης σε διάφορα μέρη του χωρίου είχαν βρεθεί αρχαία νομίσματα που δυστυχώς και αυτά λεηλατήθηκαν και πουλήθηκαν από τους κατοίκους του χωριού για να γίνουν κτήμα των αρχαιοκαπήλων από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν. Είναι αδύνατο βέβαια τα νομίσματα αυτά να καταταγούν σε κάποια συγκεκριμένη εποχή αφού αυτοί που τα είχαν βρει κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Φήμες μόνο κυκλοφόρησαν ότι τα νομίσματα αυτά ήσαν της Ρωμαϊκής εποχής και άλλα που είχαν αποκαλυφθεί σε άλλες εποχές ήσαν αρχαία Ελληνικά. Πάντως για να αποκρύψουν οι δράστες το γεγονός αυτό φαίνεται καθαρά πως τα νομίσματα αυτά δεν ήσαν σύγχρονα, ήσαν οπωσδήποτε αρχαία, άγνωστο όμως ποιας εποχής.

Κάτω από το χωριό και στην έκταση που σήμερα βρίσκονται όλα τα ιδιωτικά πηγάδια, κατά καιρούς έχουν ανακαλυφθεί πολλά λιθόκτιστα πηγάδια που ήσαν εξ ολοκλήρου χωμένα και κατά την εκκαθάριση αυτών βρέθηκαν μέσα αντικείμενα λαξευμένα (λίθινα) που οπωσδήποτε ανάγονται σε παλαιότερες εποχές, αλλά και αυτά καμιά αρχαιολογική υπηρεσία δεν τα μελέτησε για να προσδιορίσει την εποχή προέλευσης αυτών.

Αυτό όμως το γεγονός ότι αρκετά πηγάδια βρέθηκαν χωμένα και σε μια περίοδο που τα πηγάδια ήσαν τόσο πολύτιμα στους κατοίκους του χωριού σημαίνει ότι αυτά τα πηγάδια καταχώθηκαν σε πολύ παλαιά εποχή και μάλιστα σε περίοδο παρακμής του χωριού που ίσως να μην υπήρχαν άνθρωποι στο χωριό όχι για να τα συντηρήσουν αλλά ούτε καν να τα χρησιμοποιήσουν.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν φανερά ότι η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου ήταν περιοχή που κατοικούσαν άνθρωποι πάντοτε από τους Ομηρικούς χρόνους ίσως και παλαιότερα και ότι οι κάτοικοι εκεί διατηρήθηκαν συνέχεια σε όλες τις μετέπειτα εποχές μέχρι σήμερα. Ίσως μερικές διακοπές παρακμής να δικαιολογούν και τα ερείπια και τα καταχωμένα πηγάδια και πιθανόν να υπήρχαν και περίοδοι τελείας εξαφάνισης της ζωής από άγνωστες σε εμάς αιτίες, και όλα αυτά βεβαία συνέβησαν πριν από τη δεύτερη Ενετοκρατία, γιατί από το 1.200 μ.Χ. και μετά υπάρχουν στοιχεία ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη χωρίς καμία διακοπή.

 

Οι Αρβανίτες στο Χέλι

 

 

Αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι στο Χέλι έγινε εποικισμός από τους Αρβανίτες. Αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, όπως επίσης γεγονός είναι ότι όταν έφθασαν οι Αρβανίτες στο Χέλι δεν βρήκαν εκεί έρημη περιοχή για να εγκατασταθούν. Στο Χέλι προϋπήρχαν και κάτοικοι γηγενείς που δεν γνώριζαν την Αρβανίτικη διάλεκτο. Πως εξηγείται όμως το γεγονός ότι αργότερα όλοι οι κάτοικοι του Χελιού μιλούσαν τα Αρβανίτικα: Αυτό έχει απλή εξήγηση και συνέβη για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτος λόγος είναι ότι οι γηγενείς και οι Αρβανίτες έποικοι πολύ γρήγορα ήλθαν σε επιμειξία μεταξύ τους και αφού λοιπόν Αρβανίτες και ντόπιοι συμπεθέριαζαν γρήγορα, αισθάνθηκαν και την ανάγκη να επικοινωνήσουν καλύτερα μεταξύ τους και έτσι έπρεπε να χρησιμοποιήσουν και κοινή γλώσσα, επεκράτησε δε η Αρβανίτικη γλώσσα γιατί ίσως οι Αρβανίτες να ήσαν οι περισσότεροι, ίσως ακόμα και δυνατότεροι και να επέβαλαν τα Αρβανίτικα ευκολότερα από ότι θα μπορούσαν να κάνουν οι γηγενείς με τα Ελληνικά.

Υπάρχει όμως και δεύτερος λόγος που δικαιολογεί ακόμη γιατί δεν επέβαλαν οι γηγενείς την γλώσσα τους αλλά συνέβη το αντίθετο να επιβάλουν οι έποικοι τη δική τους γλώσσα. Είναι γνωστό ότι ο εποικισμός αυτός των Αρβανιτών έγινε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, επίσης είναι γνωστό ότι σε όλα αυτά τα χωριά που υπήρχαν Αρβανίτες, οι Τούρκοι έστελναν Αγάδες Αλβανόφωνους για να μπορούν να συνεννοούνται με τους κατοίκους καλύτερα. Αφού λοιπόν οι Αγάδες ήσαν Αρβανίτες όλοι οι κάτοικοι του χωριού φρόντιζαν να μάθουν τα Αρβανίτικα, αυτοί βέβαια που δεν τα μιλούσαν, για να έχουν έτσι κάποια πρόσβαση προς τους εκάστοτε Αγάδες και να μπορούν έτσι να κερδίσουν την εύνοια τους και να μη καταπιέζονται από αυτούς όπως συνέβαινε με τους άλλους Έλληνες.

 

Μερική άποψη του Αραχναίου.

 

Έτσι λοιπόν αναγκάζονται οι γηγενείς να μαθαίνουν τα Αρβανίτικα, χωρίς βεβαία να ξεχάσουν και τα Ελληνικά, τα οποία μιλούσαν παράλληλα και έτσι διατηρήθηκε και η Ελληνική γλώσσα σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αλλά συγχρόνως και τα Αρβανίτικα. Σήμερα μιλάνε ακόμα τα Αρβανίτικα σε όλα εκείνα τα χωριά που ήσαν απομονωμένα μακριά από τα Αστικά Κέντρα και τέτοια χωριά είναι τα ορεινά της δυτικής Αργολίδας και ολόκληρη η Ερμιονίδα σε όσα βέβαια από αυτά είχε γίνει εποικισμός Αρβανιτών.

Για το πως οι Αρβανίτες έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στο Χέλι από έρευνες που έγιναν διαπιστώθηκαν τα παρακάτω:

Οι ιστορικοί αναφέρουν για πρώτη φορά το Χέλι το 1463 μ.Χ. δηλαδή δέκα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους. Το 1453 ο Μέγας Βεζίρης Μαχμούτ έρχεται στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει τους Ενετούς. Ο Μαχμούτ καταλαμβάνει το Άργος και προχωρεί προς το Ναύπλιο, εκεί τον υποδέχονται οι μισθοφόροι των Ενετών Αρβανίτες με φοβερή πολεμική μανία, οπότε αναγκάζεται ο Μαχμούτ να εγκαταλείψει το Ναύπλιο και να στραφεί προς την Αρκαδία και Μεσσηνία όπου σκορπίζει παντού τον θάνατο. Το ίδιο βέβαια έκανε ο Μαχμούτ και στα χωριά του Αργολικού κάμπου, τις κατούνες όπως τις έλεγαν στα οποία κατοικούσαν κυρίως Αρβανίτες, περνώντας σκότωνε και έκαιγε.

Οι Αρβανίτες του Αργολικού κάμπου τρομοκρατημένοι από την αγριότητα του Μαχμούτ, ετράπησαν σε φυγή προς τις γύρω περιοχές και κατέφυγαν άλλοι προς το Χέλι στο οροπέδιο του Αραχναίου και άλλοι προς Ερμιονίδα και από εκεί πολλοί πέρασαν στα ερημονήσια τότε Ύδρα και Σπέτσες.

Όσοι από αυτούς κατέφυγαν στο οροπέδιο του Αραχναίου, συγκεντρώθηκαν στην τοποθεσία «Τούρμιζα» που βρίσκεται, κοντά στη σκάλα όπως ανεβαίνουμε στο χωριό και από εκεί ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τους ντόπιους κατοίκους του Χελιού για να τους δεχθούν να εγκατασταθούν στα μέρη τους για καλύτερη ασφάλεια από τους Τούρκους.

Οι Χελιώτες μετά από πολυήμερες διαπραγματεύσεις δέχθηκαν τελικά να εγκατασταθούν στο χωριό τους σαν πρόσφυγες αφού ήσαν καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους οι οποίοι ήσαν κοινοί εχθροί.

Οι πρώτοι αυτοί Αρβανίτες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Χελιού, ίδρυσαν δικούς τους οικισμούς στην αρχή κατά οικογένειες (φάρες) και σιγά-σιγά με την επιμειξία έγινε η ανάμειξη με τους γηγενείς.

Για δεύτερη φορά αναφέρεται ο εποικισμός του Χελιού από Αρβανίτες το 1715 όταν άλλος Βεζίρης ο Δαμάτ Αλή πασάς με 100.000 στρατό εισβάλει στην Πελοπόννησο και πολιορκεί πάλι το Ναύπλιο που το κατέχουν οι Ενετοί. Οι υπερασπιστές του Ναυπλίου, Ενετοί, Έλληνες και Αρβανίτες προβάλουν σθεναρά αντίσταση και αμύνονται για αρκετές ημέρες. Μετά όμως από σκληρές μάχες που έγιναν έξω και μέσα στην πόλη το Ναύπλιο κυριεύεται από τους Τούρκους, οι οποίοι σφάζουν όλους τους υπερασπιστές του, όσους βέβαια δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από εκεί.

Τότε άλλο ένα κύμα από Αρβανίτες όσοι μπόρεσαν να σωθούν από το ξίφος των Γενιτσάρων και του αιμοβόρου Δαμάτ Αλή πασά, τράπηκαν προς το βουνό Αραχναίο και αφού διείσδυσαν στις απόκρημνες χαράδρες της περιοχής ζήτησαν εκεί καταφύγιο.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας για τη νέα αυτή φυγή των Αρβανιτών γράφει σχετικά:

«Οι Αρβανίτες ετράπησαν προς το όρος Αραχναίο εις ούτοι αιγίλιπας διασφαγάς δίκην εγχελίων διεισδύσαντες εζήτησαν καταφύγιο». Δηλαδή Οι Αρβανίτες ετράπησαν προς το όρος Αραχναίο και αυτοί αφού διείσδυσαν σαν χέλια στις απόκρημνες χαράδρες, ζήτησαν εκεί καταφύγιο.

Στην περικοπή μάλιστα ο Κωνσταντίνος Σάθας προσπαθεί να δώσει και μια ερμηνεία για την ονομασία Χέλι και τους κατοίκους Χελιώτες αλλά η ερμηνεία αυτή δεν ευσταθεί γιατί αποδίδεται στο γεγονός της φυγής των Αρβανιτών από τον αργολικό κάμπο προς το όρος αραχναίο το 1715 ενώ είναι γνωστό ότι το Χέλι αναφέρεται από το 1463 που έγινε η πρώτη φυγή των Αρβανιτών από τον  Αργολικό κάμπο προς το οροπεδίου του Αραχναίου. Πέρα όμως από αυτές τις δύο μαρτυρίες για την εγκατάσταση των Αρβανιτών στο Χέλι υπάρχουν και άλλες εκδοχές για το γεγονός αυτό που πολλές είναι και αντιφατικές. Πρέπει όμως να αναφερθούν όλες οι εκδοχές και ο καθένας από τους αναγνώστες να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Είναι γνωστό πως στην Ερμιονίδα υπάρχει το χωριό Πόρτο-Χέλι (Λιμάνι-Χέλι) η απλώς Χέλι όπως το λένε οι κάτοικοι της Ερμιονίδας. Από πολλούς γίνεται κάποιος συσχετισμός μεταξύ του Χελιού του οροπεδίου του Αραχναίου και του Πόρτο-Χελιού της Ερμιονίδας, από το γεγονός ότι στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας πάντοτε είχαμε μετακινήσεις πληθυσμών είτε από τα ορεινά προς τις παραλίες, είτε αντίστροφα από τις παραλίες προς τα ορεινά.

Πολλοί λοιπόν υποστηρίζουν ότι έγινε μετακίνηση των κατοίκων από το Χέλι προς τα παράλια της Ερμιονίδας, όπου ιδρύθηκε νέος οικισμός και ονομάστηκε Πόρτο-Χέλι, άλλοι όμως υποστηρίζουν το αντίθετο, ότι κάτοικοι του Πόρτο-Χελίου καταδιωγμένοι από τους Τούρκους, κατέφυγαν προς το ορεινό συγκρότημα του Αραχναίου και ίδρυσαν εκεί το ορεινό Χέλι.

Άλλοι ακόμα υποστηρίζουν ότι οι μετακινήσεις από το Χέλι και το Πόρτο-Χέλι ήσαν αμφίδρομες από το ένα χωριό στο άλλο και κατ’ επανάληψιν έτσι που να πιστεύεται ότι το Χέλι και το Πόρτο-Χέλι να έχουν κοινή προέλευση του ονόματος και το όνομα αυτό να έχει σχέση με τη σούβλα που στα Αρβανίτικα λέγεται Χέου ή Χέλ και ο συσχετισμός αυτός να έγινε πιθανότατα από τη χερσόνησο του Πόρτο-Χελιού λόγω της μορφής της σαν Χέλ (σούβλα) και από εκεί να πήρε το όνομα και το χωριό Χέλι. Στην Ερμιονίδα πολλά τοπωνύμια σχετίζονται με το σχήμα τους όπως π.χ. συναντάμε το τοπωνύμιο Μπίστι που είναι μια μικρή χερσόνησος και που μοιάζει σαν ουρά, και στα Αρβανίτικα η ουρά λέγεται Μπίστι. Ο συσχετισμός όμως αυτός Χελιού και Πορτοχελίου δεν φαίνεται να ευσταθεί για ένα κυρίως λόγο.
Από έρευνα που έχει γίνει έχει διαπιστωθεί πως κανένα από τα ειδικά επώνυμα των κατοίκων των δύο χωριών δεν είναι κοινό, γεγονός που αποκλείει να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των κατοίκων αυτών των χωριών παρά μόνο η κοινή καταγωγή τους (Αρβανίτες) και η κοινή γλώσσα τους (Αρβανίτικα). Γενική παρατήρηση μπορεί να γίνει ότι σε όλα τα Αρβανιτοχώρια της περιοχής μας δεν υπάρχουν κοινά επώνυμα, πλην των συνηθισμένων που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα για το λόγο ότι η εγκατάσταση των Αρβανιτών στα διάφορα χωριά γίνονταν κατά οικογένειες (φάρες) και συνεπώς διαφορετικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στα διάφορα χωριά.

Βέβαια μετακινήσεις Αρβανιτών ιδιαιτέρα στην ανατολική Αργολίδα έγιναν πολλές κατά διάφορες εποχές από Χέλι όμως προς Πόρτο-Χέλι ή αντίστροφα δεν αναφέρεται καμία. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται:

Ι) Φυγή Αρβανιτών από το Κρανιδά Στεφανίου Κορινθίας προς το Κρανίδι Ερμιονίδας και γενικότερα μετακινήσεις Αρβανιτών από το οροπέδιο Αραχναίου και τη δυτική Αργολίδα προς τις Βενετοκρατούμενες περιοχές Ναυπλίας και Ερμιονίδος και προς τα νησιά Ύδρα, Πόρος και Σπέτσες.

ΙΙ) Φυγή Αρβανιτών από τη δυτική Αργολίδα προς το οροπέδιο του Αραχναίου κατά το διάστημα από την Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) μέχρι την Επανάσταση του Ορλόφ (1789). Τότε δε γίνεται και η τελική επάνδρωση με Αρβανίτες των ορεινών χωριών του συγκροτήματος Αραχναίου με τον πληθυσμό που υπάρχει σήμερα.

ΙΙ) Φυγή Αρβανιτών του συγκροτήματος Αραχναίου προς τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία μετά το τέλος της Ενετοκρατίας. Υπάρχει ακόμα και η εκδοχή ότι το Χέλι και γενικά το οροπέδιο του Αραχναίου να αποτελούσε με την ανοχή των Τούρκων, ελεύθερο χώρο διαμονής Επαναστατών, όπως συνέβαινε και με άλλες περιοχές, Μάνη, Άγραφα κ.λπ.

 

Ύδρευση του Χελιού

  

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι του χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού.

Στην περιφέρεια του χωριού η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό, από τα οποία τα πέντε βρίσκονται ακόμα και σήμερα, κατά μήκος του δρόμου από το μέσον του χωριού προς Νότο και το έκτο βρίσκεται ανατολικότερα και έχει ειδική ονομασία, λέγεται πηγάδι του Ποταμιάνου: γιατί είχε ανοιχτεί από τον Ευεργέτη Ποταμιάνο.

Τα τρία από τα πηγάδια αυτά χρησιμοποιούντο αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων (κυρίως μουλάρια) που υπήρχαν στο χωριό και ήσαν αυτά αρκετά, πάνω από πεντακόσια, τα δε υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων, από τα οποία κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα και αυτά για μια μέρα. Αυτό το καθόριζε ειδικός υδρονομέας που ήταν διορισμένος από το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού και ήταν υπεύθυνος για την πιστή τήρηση των αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου νια το πόσο νερό θα πάρει την ημέρα η κάθε οικογένεια.

Όλα τα πηγάδια ήταν σφραγισμένα στο στόμιο και κάθε μέρα ήταν ένα ανοικτό για την ύδρευση στο οποίο επιτηρούσε συνέχεια ο υδρονομέας και ένα δεύτερο για το πότισμα των μεγάλων ζώων που δεν χρειαζόταν επιτήρηση γιατί σε αυτό μόνο τα ζώα ποτίζονταν και η ποσότητα δεν ήταν καθορισμένη.

Τα πηγάδια αυτά ήσαν μικρής απόδοσης. Το χειμώνα βέβαια γέμιζαν μέχρι επάνω σε σημείο που το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το νερό αυτό χρησιμοποιείτο το καλοκαίρι, γινόταν όμως και κάποια μικρή αναπλήρωση από αδύνατες πηγές που υπήρχαν στο πυθμένα του πηγαδιού, αλλά αργά ή γρήγορα προς το τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και τότε οι κάτοικοι για να πιουν νερό κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα περίπου μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι για να ποτίσουν τα μουλάρια τους και να γεμίσουν και δύο βαρέλια νερό που το φόρτωναν στα μουλάρια και το έφερναν στο χωριό. Αυτό γινόταν μια φορά την ημέρα.

Επειδή όμως πάντοτε παρουσιαζόταν η έλλειψη αυτή του νερού, οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι διατηρούσαν και χωράφια εκεί κοντά στο χωριό, τα λεγόμενα γιούρτια είχαν αρχίσει από τα παλαιά χρόνια να ανοίγουν δικά τους πηγάδια για τις ανάγκες τους σε νερό, αλλά και πολλοί άνοιγαν τα πηγάδια αυτά για εκμετάλλευση, αφού στην περίοδο της λειψυδρίας πουλούσαν το νερό σε αυτούς που δεν είχαν δικά τους πηγάδια. Η τιμή είχε καθορισθεί σε μία δραχμή το βαρέλι.

Τα πηγάδια αυτά που αριθμούσαν μερικές δεκάδες ήσαν διάσπαρτα έξω από το χωριό, υπήρχαν όμως και μερικά μέσα στο χωριό που ανήκαν στους πιο εύπορους και τα είχαν μέσα στις αυλές τους. Το νερό όμως αυτών των πηγαδιών δεν ήταν καλής ποιότητας. Ήταν γλυφό και ακατάλληλο για το βράσιμο των οσπρίων.

Ιδιωτικά πηγάδια ανοίγονταν πάντοτε δύο με τρία κάθε χρόνο και έτσι αυτά πλήθαιναν αρκετά με αποτέλεσμα το πόσιμο νερό να ήταν αρκετό για τους κατοίκους έστω και με πληρωμή.

Από τα κοινόχρηστα πηγάδια του χωριού για το πότισμα των μικρών ζώων χρησιμοποιείτο ο Πηλιαρός που είχε αρκετό νερό για να ποτιστούν αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα όλο το καλοκαίρι και ένα πηγάδι στα Φράκια που όμως αυτό τελείωνε πολύ γρήγορα οπότε πολλοί τσοπάνηδες κατέφευγαν στα ιδιωτικά πηγάδια και άλλοι μεν είχαν δικά τους άλλοι όμως αγόραζαν νερό από τους ιδιώτες που δεν είχαν δικά τους γιδοπρόβατα.

Εκτός όμως από τις ανάγκες σε νερό για πότισμα, ανάγκες επίσης για πολύ νερό είχαν οι Χελιώτισες για να πλύνουν τα ρούχα τους και τα μαλλιά των προβάτων που θα χρησιμοποιούσαν για τις δικές τους ανάγκες. Και αυτές τότε κατέφευγαν τουλάχιστον μια φορά το μήνα στον Αμαριανό, στα τρεχούμενα εκεί νερά και έκαναν την μπουγάδα τους που συγχρόνως την στέγνωναν και το βράδυ γύριζαν στο χωριό με τα ρούχα έτοιμα. Αυτό βέβαια γινόταν στους καλοκαιρινούς μήνες γιατί το χειμώνα υπήρχε νερό στα πηγάδια του χωριού, αλλά πιο συχνά μάζευαν και βροχόνερο που ήταν και καταλληλότερο για τη μπουγάδα τους.

Αυτή ήταν δυστυχώς η κατάσταση στο χωριό σχετικά με την ύδρευση μέχρι τη λήξη του δευτέρου παγκόσμιου πολέμου. Για άρδευση ποτέ δεν έγινε λόγος εκεί επάνω στο χωριό γιατί αυτό εθεωρείτο πολυτέλεια και προνόμιο μόνο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου.

Μετά τον πόλεμο και από το 1945 έγιναν συνεχείς προσπάθειες στο χωριό για να βρεθεί νερό αρκετό για τις κύριες ανάγκες των κατοίκων. Το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού αποφάσισε να ανοίξει ακόμα δυο Κοινοτικά πηγάδια, κοντά στο Κοινοτικό πηγάδι του Ποταμιάνο που είχε άφθονο νερό, αφού πρώτα καθάρισε αυτό που με τα χρόνια αδέσποτο όπως ήταν είχε μπαζωθεί για αρκετά μέτρα. Έτσι στα υπάρχοντα έξι Κοινοτικά πηγάδια προστέθηκαν ακόμα δύο, χωρίς όμως και αυτά να λύσουν το πρόβλημα ύδρευσης του χωριού.

Έγινε σκέψη τότε από το Κοινοτικό Συμβούλιο να εκμεταλλευθεί το νερό του Πηλιαρού και σε αυτό συμφώνησαν και οι ειδικές υπηρεσίας της Νομαρχίας Αργολίδας. Η πρώτη ενέργεια ήταν να ανοίξουν ένα καινούργιο πηγάδι στο Πηλιαρό, κοντά σε εκείνο που υπήρχε και στο πυθμένα αυτού άνοιξαν οριζόντιες γαλαρίες προς διάφορες κατευθύνσεις, έπειτα συνέδεσαν το παλαιό πηγάδι με το καινούργιο για να συγκεντρώσουν έτσι όσο μπορούσαν περισσότερο νερό. Στη συνέχεια από τον πυθμένα του νέου πηγαδιού άνοιξαν μια οριζόντια Γαλαρία προς τα κάτω που λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους η γαλαρία αυτή σε απόσταση 40-50 μέτρων βγήκε στην επιφάνεια του εδάφους, οπότε το νερό του πηγαδιού άρχισε να τρέχει στην επιφάνεια του εδάφους.

Από το σημείο εκροής κατασκευάστηκε μέχρι το χωριό υπόγειο υδραγωγείο και στο μέρος που τερμάτιζε ο αγωγός αυτός κοντά στο σημείο που είχαν ανοιχτεί τα δύο καινούργια πηγάδια στο χωριό, τοποθετήθηκε βρύση και έτσι το νερό του συστήματος των δύο πηγαδιών του Πηλιαρού με τις γαλαρίες έφθασε στο χωριό και από μια μοναδική βρύση έτρεχε συνεχώς σε σημαντική ποσότητα που κάλυπτε την ημέρα τις ανάγκες του χωριού σε πόσιμο νερό, την δε νύχτα οι τσοπάνηδες γέμιζαν από εκεί τα βυτία για να ποτίζουν τα γιδοπρόβατά τους που αυτή την εποχή είχαν μειωθεί σημαντικά.

Το Κοινοτικό συμβούλιο κατασκεύασε τότε, ακριβώς επάνω από το χωριό στη θέση Σπηλιά και υδροδεξαμενή και συνέχεια δίκτυο διανομής του νερού, τοποθέτησε δε ακόμα και βρύσες στις γειτονιές, χωρίς βέβαια να κατασκευάσει αγωγό που να συνδέει τον αγωγό του Πηλιαρού με την δεξαμενή. Έτσι το υδραγωγείο αυτό μέσα στο χωριό δεν λειτούργησε ποτέ και με το χρόνο αχρηστεύθηκε τελείως, και έτσι το πρόβλημα ύδρευσης του χωριού έμεινε άλυτο. Μια μόνο βρύση δεν μπορούσε να καλύψει όλες τις ανάγκες του χωριού, εκτός του ότι ο αγωγός που έφερνε το νερό από τον Πηλιαρό ήταν τόσο πρόχειρα κατασκευασμένος που συχνά χαλούσε και μέχρι να επισκευασθεί το χωριό έμενε χωρίς νερό για πολλές ημέρες.

Οι Χελιώτες για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά την έλλειψη αυτή του νερού, άρχισαν να κατασκευάζουν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό και όταν το νερό αυτό τελείωνε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τότε φέρνανε νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του Αργολικού κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους. Πάντοτε όμως οι αρχές του χωριού αναζητούσαν άλλες πηγές για την προμήθεια του νερού. Φέρανε στο χωριό Κρατικό Γεωτρύπανο και έκανε δυο-τρεις Γεωτρήσεις σε βάθος 250 και πλέον μέτρων, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα για εύρεση νερού, μέχρι που οι υπηρεσίες βεβαιώθηκαν ότι στο υπέδαφος του Αραχναίου αντί για νερό υπάρχουν σπήλαια που καθιστούν αδύνατη τη συγκέντρωση νερού και έτσι οι προσπάθειες των Γεωτρήσεων σταμάτησαν οριστικά επάνω στο οροπέδιο του Αραχναίου.

Μετά το 1980 γεννήθηκε η σκέψη να ψάξουν για νερό κάτω στον Αμαριανό. Έγιναν εκεί δύο-τρεις Γεωτρήσεις και βρέθηκε νερό. Το δίκτυο όμως μεταφοράς του νερού από τον Αμαριανό στο Χέλι ήταν πολυδάπανο, αλλά το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε από τα κρατικά κονδύλια και κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1980, μέχρι δε και το 1989 είχε κατασκευαστεί και το δίκτυο διανομής του νερού μέσα στο χωριό και δεν έμενε παρά να αρχίσει η άντληση του νερού και η προώθηση αυτού προς το χωριό.

Κατασκευάστηκαν δύο αντλιοστάσια στη διαδρομή λόγω του μεγάλου υψομέτρου που έπρεπε να ανέβει το νερό για να φθάσει στο χωριό. Έτσι το νερό έφθασε στην τοποθεσία Άρεζε- Γκίλεζα, όπου κατασκευάστηκε μικρή δεξαμενή και από εκεί πλέον με φυσική ροή έφθασε μέχρι τη δεξαμενή που βρίσκεται στο επάνω μέρος του χωριού για να γίνει από εκεί η διανομή στο χωριό. Η δεξαμενή αυτή είχε κατασκευαστεί τη δεκαετία του 1940 όπως έχει αναφερθεί προηγούμενα.

Αλλά και πάλι το πρόβλημα του νερού παραμένει για το χωριό, γιατί η Γεώτρηση του Αμαριανού αφού χρησιμοποιήθηκε για μερικούς μήνες έπαψε να δίνει νερό και το χωριό έμεινε πάλι χωρίς νερό για αρκετό διάστημα μέχρις ότου γίνει καινούργια γεώτρηση και να συνδεθεί αυτή με το υπάρχον υδραγωγείο. Στο διάστημα αυτό οι οικιακές δεξαμενές και πάλι ήλθαν να θεραπεύσουν για αρκετό καιρό το πρόβλημα, μέχρις ότου η υδροδότηση αποκατασταθεί από τη νέα Γεώτρηση του Αμαριανού. Αλλά το πρόβλημα όμως δεν έχει λυθεί οριστικά για το χωριό.

Οι πολυήμερες διακοπές συνεχίζονται πότε από έλλειψη νερού στη Γεώτρηση, πότε από βλάβη του αντλητικού συγκροτήματος και του δικτύου μεταφοράς και πότε από διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα λυθεί οριστικά το πρόβλημα της ύδρευσης του χωριού.

 

Ασχολίες των κατοίκων του Χελιού

 

Παλαιότερα και συγκεκριμένα πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μοναδικές ασχολίες των κατοίκων του Χελιού ήσαν η Κτηνοτροφία και η Γεωργία. Από την κτηνοτροφία κυριαρχούσαν τα γιδοπρόβατα που αριθμούσαν 50.000-60.000 κεφάλια και το κύριο εισόδημα των κατοίκων ήταν τα Κτηνοτροφικά προϊόντα και τα έσοδα από την πώληση αυτών. Η επεξεργασία του γάλακτος γινόταν μέσα στο χωριό όπου λειτουργούσαν 5-6 τυροκομεία τα οποία κατασκεύαζαν κυρίως το σκληρό Κεφαλοτύρι σαν κύριο προϊόν και δευτερεύοντα προϊόντα τη μυτζήθρα και το βούτυρο.

Τα αρνιά και τα κατσίκια σφαζόντουσαν στο χωριό από εποχιακούς χασάπηδες οι οποίοι στη συνέχεια τα προωθούσαν στις αγορές της Αθήνας και του Πειραιά κυρίως και ελάχιστα στις αγορές του Άργους, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η διακίνηση των σφαγείων από το χωριό γινόταν με μουλάρια μέχρι τα συγκοινωνιακά κέντρα, κυρίως στο Χιλιομόδι Κορινθίας και από εκεί σιδηροδρομικώς προς Αθήνα και Πειραιά.

Τα μαλλιά των προβάτων χρησιμοποιούντο κατά κύριο λόγο για τις ατομικές ανάγκες των κατοίκων του χωριού. Με αυτά οι κάτοικοι του χωριού κατασκεύαζαν κλινοσκεπάσματα (Βελέντζες, Χειράμια, Μπατανίες, λιοπάνες κ.λπ.), ατομικά ρούχα (Παλτά, Σακάκια, Παντελόνια, πουλόβερ κ.λπ.), ακόμα και εσώρουχα (φανέλες υφαντές και πλεχτές, γάντια, κάλτσες κ.λ.π.) ελάχιστες δε ποσότητες μαλλιών πωλούντο ακατέργαστα στην αγορά του Άργους.

Από τα γεωργικά προϊόντα μόνο ο καπνός έδινε στους κατοίκους του χωριού κάποιο μικρό εισόδημα, ενώ από τα υπόλοιπα γεωργικά προϊόντα, δηλαδή σιτηρά, όσπρια κ.λπ. η παραγωγή ήταν μικρή που μόλις κάλυπτε τις ατομικές τους ανάγκες και τις ανάγκες σε τροφές των μεγάλων οικόσιτων ζώων (μουλαριών) και δεν περίσσευε τίποτα για πώληση.

Σήμερα οι συνθήκες καλλιέργειας του καπνού έχουν ριζικά αλλάξει στο χωριό καλλιεργούνται ελάχιστες εκτάσεις με καπνά και αυτές επιλεκτικές. Η καλλιέργεια του καπνού έχει μεταφερθεί στον Αργολικό κάμπο σε χωράφια εύφορα τα οποία μισθώνονται από τους καλλιεργητές του χωριού. Τα χωράφια αυτά είναι αρδεύσιμα και η στρεμματική τους απόδοση πολύ ικανοποιητική.

Το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων του Χελιού, πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πάρα πολύ χαμηλό. Υπήρχαν οικογένειες στο χωριό που το εισόδημα τους ήταν λίγο σιτάρι για το ψωμί τους και σχεδόν τίποτα άλλο. Εργασία για μεροκάματο πολύ περιορισμένη και εποχιακή. Το καλοκαίρι μόνο στο θέρος μπορούσαν να δουλέψουν αλλά και εκεί το μεροκάματο ήταν εξευτελιστικό, δύο οκάδες σιτάρι την ημέρα οι γυναίκες και τρεις οκάδες οι άνδρες. Το χειμώνα στη συλλογή του ελαιοκάρπου το μεροκάματο ήταν 300 δράμια λάδι οι γυναίκες και μία οκά οι άνδρες. Όσοι από τους άνδρες δούλευαν στα ελαιοτριβεία, που τότε ήσαν χειροκίνητα, έπαιρναν μέχρι και δύο οκάδες λάδι την ημέρα.

Για την καθημερινή τους τροφή μαγείρευαν άγρια λαχανικά που τα μάζευαν στα χωράφια. Ήμερα λαχανικά και όλα τα ζαρζαβατικά τα προμηθευόντουσαν από τον Αργολικό κάμπο κάνοντας ανταλλαγές με κοπριά ή και καυσόξυλα που εκείνη την εποχή ήταν περιζήτητα στον κάμπο.

Η Κτηνοτροφία όπως έχει αναφερθεί παραπάνω μέχρι το 1938 ήταν ανθηρή στο χωριό κυρίως δε η αιγοτροφία γιατί υπήρχαν ελεύθερες εκτάσεις για γιδοβοσκή σε ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου. Μα και αυτή όμως υπέστη δεινό πλήγμα από την δικτατορία του Μεταξά, που με το πρόσχημα ότι ήθελε να προστατέψει τα δάση, πήρε νομοθετικά μέτρα για την εξόντωση κυριολεκτικά της αιγοτροφίας γιατί πίστευε πως τα γίδια ήταν η κύρια αιτία για την καταστροφή των δασών.

Έτσι το 1938 ψηφίστηκε Νόμος για την απαγόρευση της γιδοβοσκής σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου, με σταδιακή όμως εφαρμογή από το Δασαρχείο Ναυπλίου. Την πρώτη χρονιά εφαρμογής του Νόμου, απαγορεύτηκε η γιδοβοσκή στη μισή έκταση της περιοχής του οροπεδίου του Αραχναίου και συγκεκριμένα στη βόρεια περιοχή του οροπεδίου με άξονα διαχωρισμού τα Φράκια-Αμαριανός και φυσικό όριο την κοίτη του χείμαρρου που διασχίζει την περιοχή αυτή. και με την προϋπόθεση να επεκταθεί η απαγόρευση και στο υπόλοιπο τμήμα την επόμενη χρονιά.

Συνέπεια των απαγορεύσεων αυτών ήταν να υποστεί η αιγοτροφία ένα δεινό πλήγμα στη περιοχή του Αραχναίου με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι τσοπάνηδες, όσοι μπορούσαν να μεταναστεύσουν σε άλλες περιοχές όπου επιτρεπόταν ακόμα η γιδοβοσκή με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, άλλοι αναγκάστηκαν να πουλήσουν τα γίδια τους, οι πιο τολμηροί, να παραβούν το Νόμο και να διατηρήσουν τα γίδια τους παράνομα στην απαγορευμένη περιοχή.

Στο μεταξύ κατά τον δεύτερο χρόνο εφαρμογής του Νόμου κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος και όπως ήταν φυσικό όλοι οι Νόμοι ατόνησαν, αλλά όμως η αιγοτροφία είχε μειωθεί πάρα πολύ τότε, ούτε τα μισά γίδια δεν είχαν μείνει από αυτά που υπήρχαν πριν από το 1938 στο χωριό.

Σήμερα η κτηνοτροφία δεν είναι πλέον το κύριο επάγγελμα των κατοίκων του χωριού. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπου διατηρούνται 10-20 μεγάλα κοπάδια από γίδια και λιγότερα από πρόβατα, υπάρχουν στο χωριό και αρκετά οικόσιτα ζώα σε μικρά κοπάδια από δέκα έως είκοσι κεφάλια.

Αλλά και η Γεωργία σήμερα με την παλαιά της μορφή είναι ανύπαρκτη στο χωριό εκτός από την καλλιέργεια του καπνού. Δημητριακά καλλιεργούνται μόνο στα χωράφια που είναι στο Λεκανοπέδιο του χωριού στο Μοναστήρι και σε ελάχιστες ακόμη μικρές εκτάσεις, οι οποίες μπορεί να καλλιεργηθούν με τρακτέρ, ενώ τα χωράφια, που στις πλαγιές έχουν εγκαταλειφθεί τελείως, επειδή είναι άγονα και πετρώδη η καλλιέργεια τους είναι ασύμφορη σαν κοπιαστική και μη αποδοτική με αποτέλεσμα οι εκτάσεις αυτές να έχουν γεμίσει σήμερα με πουρνάρια, σφάκες κ.λπ. και να έχουν μεταβληθεί σε δασικές εκτάσεις.

Σήμερα οι κάτοικοι ασχολούνται εποχιακά και με άλλες εργασίες έξω από το χωριό. Ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο που στο χωριό δεν υπάρχουν δουλείες κατεβαίνουν κάτω στον κάμπο και εργάζονται στη συγκομιδή των πορτοκαλιών, είτε στα χωράφια μαζεύοντας πορτοκαλιά, είτε μέσα στα συσκευαστήρια των πορτοκαλιών. Αργότερα στις αρχές του καλοκαιριού ασχολούνται επίσης και στη συλλογή των βερίκοκων, πολλοί δε και μέσα στα εργοστάσια της μεταποίησης των φρούτων και λαχανικών, που λειτουργούν στη περιοχή μας.

 

Επικοινωνία του Χωριού

 

Σήμερα το Χέλι επικοινωνεί με τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα του Νομού μας το Άργος και το Ναύπλιο με αμαξιτό και ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Η διάνοιξη του δρόμου αυτού είχε αρχίσει από τα τελευταία προπολεμικά χρόνια και ολοκληρώθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δηλαδή από το 1936 μέχρι και το 1950, αργότερα δε στη δεκαετία του 1960 έγινε η διαπλάτυνση αυτού και πήρε την τελική μορφή που έχει σήμερα, τότε δε έγινε και η πρώτη ασφαλτόστρωση αυτού. Παλαιότερα ο δρόμος αυτός ήταν μουλαρόδρομος.

Ο αμαξιτός δρόμος από το χωριό μέχρι τη θέση Σκάλα είναι σήμερα μοναδικός προς την κατεύθυνση του Αργολικού κάμπου. Στο κάτω μέρος της Σκάλας διχάζεται και ο ένας κλάδος κατεβαίνει προς τον Αμαριανό με αρκετές στροφές, έπειτα διασχίζει την καλλιεργήσιμη έκταση του Αμαριανού, περνάει μέσα από τον οικισμό του Αμαριανού και οδηγεί στο Άργος αφού πρώτα περνάει μέσα από την Αγία Τριάδα (Μέρμπακα) το Λάλουκα και την Πυργέλα. Κατά μήκος του δρόμου αυτού από Αμαριανό μέχρι Άργος υπάρχουν δεξιά και αριστερά διάφορες διακλαδώσεις από τις οποίες το Χέλι μπορεί να επικοινωνήσει με όλα σχεδόν τα χωριά του Αργολικού Κάμπου.

Πριν από τα αυτοκίνητα, οι δρόμοι του χωριού ήταν χωματόδρομοι πολυσύχναστοι όπου κυκλοφορούσαν οι κάτοικοι και τα ζώα τους. Στα πλαϊνά τους ήταν μαζεμένες πέτρες και πέτρινες υποτυπώδεις μάντρες ή μαντρότοιχοι. Εδώ κάτω από τον Άγιο Αθανάσιο η μεγάλη ανηφόρα, δύσκολη για τους ηλικιωμένους. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου. Λεζάντα: Μαρία Μπιμπή.

Ο δεύτερος κλάδος του δρόμου από τη Σκάλα που οδηγεί στο διασχίζει τις δυτικές υπώρειες του συγκροτήματος Αραχναίου, περνάει από τον οικισμό της Γκάτζιας, τον Άγιο Δημήτριο, την Καζάρμα, τα Πυργιώτικα την Άρεια, το Πολύγωνο και καταλήγει στο Ναύπλιο.

Στη διαδρομή αυτή υπάρχουν διακλαδίσεις προς Λυγουριό και από εκεί προς Παλαιά και Νέα Επίδαυρο και προς ολόκληρη την Ερμιονίδα. Άλλη διακλάδωση αριστερά οδηγεί προς Λευκάκια, Ασίνη, Τολό και Δρέπανο Βιβάρι, Κάντια, Καρνεζέϊκα, Ίρια, δεξιά δε υπάρχει δρόμος που προς τον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι) και το Πολύγωνο. Λεωφορειακή επικοινωνία υπάρχει μόνο με Ναύπλιο που είναι η πρωτεύουσα του Νομού και εκεί βρίσκονται όλες οι Αρχές και οι Δημόσιες Υπηρεσίες που εξυπηρετούν το Χέλι. Το ίδιο Λεωφορείο εξυπηρετεί και τους κατοίκους της Γκάζιας και του Αγίου Δημητρίου από όπου περνάει.

Σήμερα όμως οι κάτοικοι του Χελιού που διαθέτουν Ι.Χ. αυτοκίνητο εξυπηρετούνται καλύτερα στην επικοινωνία τους με το Άργος, το Ναύπλιο και τα χωριά του κάμπου από τον αμαξιτό δρόμο Χέλι-Αγία Τριάδα και από εκεί προς Ναύπλιο και Άργος, γιατί είναι πιο ομαλός και συντομότερος κατά πέντε περίπου χιλιόμετρα από τον λεωφορειόδρομο Χέλι-Άγιος Δημήτριος- Ναύπλιο.

Αμαξιτός δρόμος ασφαλτοστρωμένος υπάρχει σήμερα και από Χέλι προς Αγγελόκαστρο και από εκεί προς Κόρινθο και Αθήνα και ο δρόμος αυτός χρησιμοποιείται από τους κατοίκους του Χελιού μόνο για την μετακίνηση τους προς την Κόρινθο-Αθήνα και αντίστροφα με τα Ι.Χ, αυτοκίνητα τους.

Πριν όμως από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το Χέλι βρισκόταν κυριολεκτικά σε απομόνωση και η επικοινωνία με τις άλλες περιοχές της Αργολίδας και της γειτονικής Κορινθίας, γινόταν μόνο με τα μουλάρια και μάλιστα από κακής βατότητας δρόμους που περνούσαν από δύσβατες περιοχές και πολλές φορές η πορεία αυτή γινόταν και επικίνδυνη.

Ο σπουδαιότερος μουλαρόδρομος ήταν αυτός που συνέδεε το Χέλι με το Ναύπλιο και το Άργος. Ο δρόμος αυτός μέχρι το κάτω μέρος της Σκάλας είχε την ίδια πορεία με το σημερινό αμαξιτό δρόμο με μερικές μόνο παραλλαγές σε διάφορα σημεία. Στη Σκάλα επάνω η πορεία ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Οι στροφές ήταν περισσότερες, μικρές και απότομες, ενώ οι σημερινές είναι λιγότερες, μεγαλύτερες σε έκταση και αρκετά ομαλές.

Στο κάτω μέρος της Σκάλας ο δρόμος διχαζόταν σε δύο κλάδους. Ο ένας κλάδος ακολουθούσε τον σημερινό αμαξιτό δρόμο με παραλλαγές στις στροφές και κατέβαινε στον Αμαριανό και από εκεί στην ίδια πορεία με τον σημερινό κατέληγε στο Άργος, μια πορεία Χέλι-Άργος περίπου έξι ώρες.

Οι δρόμοι από Αγία Τριάδα προς το Άργος και το Ναύπλιο ήσαν αμαξιτοί όχι όμως και ασφαλτοστρωμένοι. Λίγα χρόνια πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μικρά φορτηγά αμάξια μπορούσαν να φθάσουν με κάποια βέβαια δυσκολία μέχρι το πηγαδάκι και έτσι οι Χελιώτες τα βαριά εμπορεύματα μπορούσαν να τα μεταφέρουν μέχρι εκεί με αυτοκίνητο και από εκεί βέβαια στο Χέλι οπωσδήποτε μόνο με μουλάρια.

Το δεύτερο μονοπάτι της διακλάδωσης κάτω από τη Σκάλα ακολουθούσε διεύθυνση κατευθείαν προς το Ναύπλιο, ακολουθώντας την κορυφογραμμή των πολλών λόφων που σχημάτιζε το έδαφος στην περιοχή εκείνη και η οποία χώριζε την κοιλάδα του Αμαριανού σε δυο μέρη, στον Αμαριανό και στον Μουσταφά όπως ονομαζόντουσαν τότε. Σήμερα Αμαριανός λέγεται ολόκληρη η περιοχή δυτικά του Αραχναίου όρους και περιλαμβάνει και τις δύο κοιλάδες.

Το πρώτο χωριό που συναντούσαμε πηγαίνοντας προς το Ναύπλιο ήταν το Νέο-Ροεινό (Κιναμπάρδι), πριν δε από αυτό το χωριό και δεξιά του δρόμου υπήρχε ο οικισμός το Μακρύ λιθάρι. Στη συνέχεια ο δρόμος περνούσε από τον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι) και από εκεί κατευθείαν στο Ναύπλιο, αφού αριστερά άφηνε το μικρό οικισμό Κουμπουρέϊκα και παρακάτω το στρατόπεδο του Πολυγώνου. Η απόσταση Χέλι-Ναύπλιο από αυτόν τον δρόμο ήταν περίπου είκοσι χιλιόμετρα και τα μουλάρια έκαναν περίπου πέντε ώρες.

Από τη Σκάλα υπήρχε και τρίτο μονοπάτι με νοτιοανατολική κατεύθυνση, που περνούσε από τον οικισμό της Γκάτζιας και από εκεί υπήρχαν δύο διακλαδώσεις που η μία οδηγούσε προς το Μοναστήρι του Καρακαλά (σήμερα Μονή Αγίου Δημητρίου-Καρακαλά) και η δεύτερη αφού διέσχιζε την καλλιεργούμενη περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό Άγιος Δημήτριος, έφθανε στην Καζάρμα όπου γινόταν η σύνδεση με τον αμαξιτό δρόμο που συνέδεε το Ναύπλιο μα το Λυγουριό και τη νέα Επίδαυρο.

 

Η Εκπαίδευση στο Χέλι

 

Μαθητές στο Χέλι, μέσα της δεκαετίας του 60′. Γελαστά μουτράκια παρ’ όλες τις αντιξοότητες. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

Στο Χέλι λειτουργούσε πάντοτε Δημοτικό Σχολείο από της απελευθερώσεως από τους Τούρκους και μετά με σημαντικό αριθμό μαθητών. Πάντοτε όμως υπήρχε πρόβλημα για την επάνδρωση αυτού σε διδακτικό προσωπικό, επειδή τούτο βρισκόταν κυριολεκτικά σε απομόνωση και ποτέ δεν υπηρέτησαν εκεί περισσότεροι από δύο δάσκαλοι, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των μαθητών ήταν πολύ μεγάλος και δικαιολογούσε περισσότερους δασκάλους. Ο ένας ή κάπου-κάπου οι δύο δάσκαλοι που υπηρετούσαν στο Χέλι, ήσαν πάντα χαλαροί στην εφαρμογή του Νόμου για την υποχρεωτική εκπαίδευση με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός παιδιών να μην πηγαίνουν καθόλου στο σχολείο, ιδιαίτερα δε τα κορίτσια. Ακόμα και στα τελευταία προπολεμικά χρόνια από τα αγόρια οι λιγότεροι από τους μισούς τελείωναν το Δημοτικό σχολείο, ενώ από τα κορίτσια δεν τελείωνε σχεδόν κανένα.

Από τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε στο χωριό διθέσιο διδακτήριο κτισμένο στο Κέντρο του χωριού από τον Ανδρέα Συγγρό και ήταν αρκετό για τη στέγαση των μαθητών όσοι και αν ήσαν αφού διδακτικό προσωπικό δεν υπήρχε περισσότερο από δύο δασκάλους. Τα πρώτα όμως μεταπολεμικά χρόνια και αυτό το διδακτήριο ήταν πια ερειπωμένο και είχε κριθεί ακατάλληλο και έτσι άρχισε η μίσθωση ιδιωτικών κτιρίων για την του Σχολείου και οι ανάγκες σε αίθουσες διδασκαλίας έγιναν έντονες.

Επισκευάσθηκε το δημόσιο Διδακτήριο του Συγγρού, όμως για πολύ λίγα χρόνια, γιατί έπειτα από κάποιο σεισμό και πάλι έγινε ακατάλληλο για χρήση και έτσι οι μαθητές που στο μεταξύ είχε αρκετά αυξηθεί στριμώχθηκαν και πάλι μέσα σε ακατάλληλες αίθουσες διδασκαλίες, γιατί και ιδιωτικά σπίτια δεν υπήρχαν της προκοπής στο χωριό τότε.

 

Σχολική Γιορτή 25ης Μαρτίου 1964 στο παλιό δημοτικό σχολείο Αραχναίου. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Τα παιδιά είχαν στο μεταξύ αυξηθεί αρκετά είχαν ξεπεράσει τα διακόσια και το σχολείο παρότι λόγω του αριθμού των μαθητών έπρεπε να λειτουργεί σαν εξαθέσιο συνέχιζε να λειτουργεί σαν τριθέσιο και σε κάθε αίθουσα διδασκαλίας στριμώχνονται περί τα εξήντα περίπου παιδιά. Με τέτοιες συνθήκες λειτουργίας του σχολείου πέρασαν αρκετά από τα μεταπολεμικά χρόνια για να αποφασισθεί εκεί στη δεκαετία του 1970 να εξευρεθεί οικόπεδο και να τεθούν τα θεμέλια ενός νέου και σύγχρονου εξαθέσιου σχολείου με βοηθητικούς χώρους, γραφεία, αίθουσα εργαστηρίου, νηπιαγωγείου κ.λπ.

Οι πιστώσεις όμως τέλειωσαν και το νέο διδακτήριο έμεινε ακόμα στα θεμέλια για μία περίπου δεκαετία. Την επόμενη δεκαετία 1980 άρχισαν πάλι οι εργασίες και σε δυο-τρία χρόνια το διδακτήριο ολοκληρώθηκε και σήμερα προβάλλεται με μεγαλοπρέπεια στο κάτω μέρος του χωριού και μέσα σε άνετες αίθουσες στεγάζονται τα παιδιά των Χελιωτών για την υποχρεωτική τους παιδεία, με την κεντρική τους θέρμανση, με αρκετό αύλειο χώρο και με όλους τους βοηθητικούς χώρους.

 

Αραχναίο, σχολικό έτος 1982-83. Δάσκαλος ο Δημ. Καζάς. Δημοσιεύεται στο βιβλίο «Σχολική ζωή στην Αργολίδα», του Γ. Αντωνίου.

 

Σήμερα το σχολείο λειτουργεί σαν τετραθέσιο και μονοθέσιο Νηπιαγωγείο, παρά το γεγονός ότι όλα τα παιδιά αγόρια και κορίτσια πηγαίνουν στο σχολείο, ο αριθμός τους όμως έχει σημαντικά ελαττωθεί από το γεγονός ότι η υπογεννητικότητα έχει πλέον φθάσει και στο Χέλι αφού οι πολύτεκνες οικογένειες έχουν μειωθεί, σχεδόν μηδενισθεί.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Χέλι ήταν προνόμιο ελαχίστων τα παλαιότερα χρόνια. Πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν τρεις μόνο Επιστήμονες. Ο ιατρός Βασίλειος Τόσκας στο Ναύπλιο, ο Δικηγόρος Κωστάκης Γεώργας στη Αθήνα και ο απόστρατος Αξιωματικός Πέτρος Τόσκας στη Θεσσαλονίκη.

Στη δεκαετία του 1930 είχαν εισαχθεί για να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο Ναυπλίου επτά συνολικά μαθητές. Το 1930 μπήκε και φοιτούσε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου ο Αναστάσιος Ζαφείρης ο οποίος το 1936 μπήκε στη Σχολή των Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1940 σαν Ανθυπολοχαγός.

Το 1936 μπήκαν επίσης στο Γυμνάσιο Ναυπλίου δύο ακόμα μαθητές, ο Νικόλαος Κύρκας και ο Σπύρος Κουταβάκης οι οποίοι αφού φοίτησαν δυο χρόνια χωρίς να πάνε στη δεύτερη τάξη, διέκοψαν τη φοίτηση τους και γύρισαν πάλι στο χωριό. Το 1937 μπήκε στο Γυμνάσιο ο υποφαινόμενος ο οποίος τελείωσε το Γυμνάσιο το 1943 και μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο μπήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Μαθηματικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, όπου απέκτησε πτυχίο των μαθηματικών και εργάστηκε στη συνέχεια σαν Εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Καρπενησίου, Γυμνάσιο Άστρους, Γυμνάσιο Θηλέων Άργους, Γυμνάσιο Μεγαλουπόλεως σαν Γυμνασιάρχης, Λύκειο Μεγαλουπόλεως σαν Λυκειάρχης, πρώτο Λύκειο Ναυπλίου, πρώτο Λύκειο Άργους και από το 1982 μέχρι και το 1986 σαν Προϊστάμενος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Αργολίδας από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Το 1938 μπήκαν στο Γυμνάσιο τρία παιδιά οι Ιωάννης Κ. Ζαφείρης, Ελισαίος Ι. Οικονόμου και Γεώργιος Δημητρίου Μπέλεσης. Από αυτούς ο Ιωάννης Ζαφείρης τελείωσε το Γυμνάσιο το 1944, αλλά ένα μήνα αργότερα, όταν οι Αντάρτες έκαψαν το Χέλι, σκοτώθηκε μέσα στο χωριό στη διάρκεια μάχης που έγινε. Ο Ελισαίος Οικονόμου διέκοψε πολύ γρήγορα τη φοίτηση και ο Γεώργιος Μπέλεσης τελείωσε το Γυμνάσιο στο Άργος κατετάγη στην Αστυνομία πόλεων όπου και σταδιοδρόμησε μέχρι που πήρε σύνταξη.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, άνοιξε επί τέλους ο δρόμος προς το Γυμνάσιο και για τα αγόρια και για τα κορίτσια και από τότε αρκετές δεκάδες επιστήμονες υπάρχουν σήμερα από το Χέλι. Από το 1985 ιδρύθηκε και λειτουργεί Γυμνάσιο στον Άγιο Δημήτριο όπου στις τρεις τάξεις φοιτούν περίπου πενήντα παιδιά, αγόρια και κορίτσια από το Χέλι και άλλα τόσα περίπου από τον Άγιο Δημήτριο.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών – Πρόσκληση Εκδήλωσης Ενδιαφέροντος


 

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – Σχολή Καλών Τεχνών – Τμήμα Θεατρικών Σπουδών

Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών – «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση

 

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου προσκαλεί υποψήφιους φοιτητές για 5η χρονιά  στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) με τίτλο: «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και διά Βίου Μάθηση – MA in Drama and Performing Arts in Education and Lifelong Learning» για το ακαδημαϊκό έτος 2018-2019.

Η ελάχιστη χρονική διάρκεια  για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) ορίζεται σε τρία (3) ακαδημαϊκά εξάμηνα (δύο διδακτικά εξάμηνα και ένα εξάμηνο για την εκπόνηση της διπλωματικής εργασίας). Η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι υποχρεωτική (πραγματοποιούνται  Σάββατο και Κυριακή  – εκτός από το πρώτο σαββατοκύριακο  κάθε μήνα).

Απουσίες γίνονται δεκτές μόνο σε ποσοστό 20% επί του συνόλου των ωρών διδασκαλίας ανά μάθημα.

Στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών θα γίνουν δεκτοί, μετά από επιλογή, έως τριάντα δύο (32) πτυχιούχοι Τμημάτων Πανεπιστημίων, της ημεδαπής και ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής, καθώς και  πτυχιούχοι Τμημάτων ΤΕΙ.

Τα δίδακτρα για κάθε εξάμηνο σπουδών ανέρχονται στα 1.000 € (συνολικό ύψος διδάκτρων 3.000€), τα οποία καταβάλλονται με την έναρξη κάθε εξαμήνου σπουδών.

Αιτήσεις συμμετοχής  θα γίνονται δεκτές από Τρίτη 28 Αυγούστου 2018 έως και Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018. Οι αιτήσεις και τα σχετικά δικαιολογητικά θα πρέπει να υποβληθούν εμπρόθεσμα, αυτοπροσώπως ή με συστημένη επιστολή, στη Γραμματεία του ΠΜΣ του ΤΘΣ (Γραμματεία Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Βασιλέως Κωνσταντίνου 21 & Τερζάκη 21100, Ναύπλιο, τηλ.: 27520 96124. Υπεύθυνη: Καραγιάννη Μαρία)  από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ώρες 10.00 – 13.00.

Οι υποψήφιοι (που δεν κατέχουν ξενόγλωσσο τίτλο σπουδών) θα συμμετάσχουν  σε γραπτές εξετάσεις στην αγγλική γλώσσα το Σάββατο  29  Σεπτεμβρίου 2018 και ώρα 10.00 – 12.00.

Ακολούθως, την ίδια ημέρα μετά τις 12.00  οι υποψήφιοι θα  δώσουν συνέντευξη ενώπιον Επιτροπής (απαρτίζεται από μέλη ΔΕΠ/Ομότιμους Καθηγητές του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών). Οι συνεντεύξεις  θα πραγματοποιηθούν στα Κεντρικά διδακτήρια της Σχολής Καλών Τεχνών.

Διεύθυνση Γραμματείας: Γραμματεία Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Βασιλέως Κωνσταντίνου 21 & Τερζάκη 21100, Ναύπλιο, τηλ.: 27520 96124. Υπεύθυνη: Καραγιάννη Μαρία.

Πολιτική και Διακυβέρνηση την εποχή της αβεβαιότητας. Πέντε συν μία προτεραιότητες  για την ανανέωση του  «Πολιτεύεσθαι» – Θεόδωρος Ν. Τσέκος.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Εκτενές σημείωμα του κυρίου Θεόδωρου Ν. Τσέκου με θέμα: Πολιτική και Διακυβέρνηση την εποχή της αβεβαιότητας. Πέντε συν μία προτεραιότητες  για την ανανέωση του  «Πολιτεύεσθαι», φιλοξενείται σήμερα  στο «Ελεύθερο Βήμα»,  φιλοδοξώντας διαβάζοντάς  το να μας κάνει να σταματήσουμε  να αναπαράγουμε το κακό παρελθόν μας, εις βάρος του μέλλοντός μας.

 

Οι σημερινές κοινωνίες διανύουν μια περίοδο ριζικών αλλαγών. Οι συνδυασμένες τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών μεταβάλουν δραματικά τον τρόπο που παράγουμε, καταναλώνουμε, μαθαίνουμε, ψυχαγωγούμαστε. Οι ήπιες μορφές ενέργειας μπορούν, εξελισσόμενες, να αποδεσμεύσουν τον πλανήτη από τις ενεργειακές του ανάγκες. Οι εμμένουσες χαώδεις διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ κρατών και γεωγραφικών περιφερειών, ανάμεσα στ’ άλλα,  υποκινούν εκτεταμένες μεταναστεύσεις. Η κλιματική αλλαγή γεννά νέους κινδύνους. Νέες γεωπολιτικές εντάσεις αναδύονται. Νέες μορφές κοινωνικής δυσαρέσκειας αναδεικνύονται και νέες μορφές πολιτικής έκφρασής τους διαμορφώνονται.

Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν τον τρόπο διακυβέρνησης και τον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Όχι μόνο το περιεχόμενό τους αλλά και τις διαδικασίες άσκησής τους. Όχι μόνο την πολιτική και τις (δημόσιες) πολιτικές αλλά και το «πολιτεύεσθαι». Για να διαμορφώσουμε όμως τρόπους άσκησης πολιτικής κατάλληλους για την νέα εποχή, για να ανανεώσουμε το «πολιτεύεσθαι», χρειάζεται πρώτα απ’ όλα  να σκεφθούμε κριτικά τις μέχρι τώρα πολιτικές μας «συνήθειες», τις κυρίαρχες πρακτικές πολιτικής και διακυβέρνησης του παρελθόντος. Ακολουθούν μερικές σκέψεις επ’ αυτών.

  1. Να ξανασκεφθούμε τα βασικά

Η Ευρώπη, η Ελλάδα, τα ευρωπαϊκά αλλά και τα ελληνικά κόμματα – φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά – στέκονται αμήχανα μπροστά σε κρίσιμα σταυροδρόμια.  Οι τεχνολογικές, παραγωγικές και οικονομικές εξελίξεις και οι κοινωνικές τους επιπτώσεις είναι πρωτόγνωρες. Το μέλλον ασφαλώς, όπως μας διαβεβαιώνει ο Ισοκράτης, ήταν ανέκαθεν «αόρατον». Ωστόσο η επιστήμη και ο ορθός λόγος επιχείρησαν, στην νεωτερικότητα ιδίως,  να το καταστήσουν στατιστικά  προγνώσιμο.

Τελευταία όμως το μέλλον καθίσταται αντιθέτως ολοένα και πιο ασαφές. Η ικανότητα πρόβλεψης των ατόμων, των οργανωμένων ομάδων αλλά και των ίδιων των θεσμών, μειώνεται. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά της εποχής μας, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, είναι η Ρευστότητα, η Αβεβαιότητα, η Πολυπλοκότητα και η Αμφισημία ( a VUCA World- Volatility, Uncertainty, Complexity, Ambiguity). Και το μόνο σταθερό, είναι η Αστάθεια. Ανατρέπονται και διαψεύδονται κατά συνέπεια και τα σταθερότυπα πρόσληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας τα οποία χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα ως οικονομικά και ως πολιτικά υποκείμενα.

Μια τέτοια κατάσταση ανατροπής των μέχρι τώρα βεβαιοτήτων μας, προσφέρεται για αναστοχασμό και επαναξιολόγηση των βασικών μας – ρητών ή άρρητων – παραδοχών. Αρχής γενομένης από το πώς αντιλαμβανόμαστε και το πως ασκούμε την πολιτική.

  1. Πολιτική ή Πολιτικαντισμός

Η κριτική παρατήρηση της δημόσιας σφαίρας – στην χώρα μας, αλλά όχι μόνο – εύκολα διαπιστώνει δύο τρόπους άσκησης πολιτικής. Κατ’ όνομα συμπληρωματικούς αλλά στην ουσία αντιθετικούς.

Ο πρώτος είναι η πολιτική των ιδεών και των προγραμμάτων. Ζητούμενο σ’  αυτόν τον τύπο πολιτικής είναι ο συλλογικός προσδιορισμός και η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος. Κύρια πολιτικά εργαλεία της είναι ο οραματικός και προγραμματικός λόγος και η συμμετοχική επεξεργασία δημοσίων πολιτικών. Το πολιτικό παιχνίδι στην περίπτωση αυτή είναι παιχνίδι αμοιβαίου οφέλους  (win-win game). Δεν ανταγωνίζονται αντίπαλες ομάδες αλλά αντιπαρατίθενται ιδέες και προγράμματα. Η αντιπαράθεση γίνεται με τεκμηρίωση, επιχειρήματα και κριτήριο την συγκριτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων υπό το φώς της πραγματικότητας. Στις πλείστες των περιπτώσεων δεν καταγράφονται απόλυτες αλήθειες και απόλυτες πλάνες. Και οι ασκούμενες πολιτικές προκύπτουν ως συνθέσεις απόψεων και προτεραιοτήτων. Αναμενόμενο, άλλωστε, αφού οι κοινωνίες συναπαρτίζονται από διαφορετικές υπο-ομάδες συμφερόντων, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικές αξίες που πρέπει να όμως συνυπάρξουν.

Ο δεύτερος τρόπος είναι η πολιτική των θώκων και των προσώπων. Αυτός ασκείται από επαγγελματίες ή φερέλπιδες επαγγελματίες της πολιτικής. Το ζητούμενο είναι η πολιτική σταδιοδρομία.  Η διαχείριση του δημοσίου συμφέροντος δεν είναι ο σκοπός αλλά η αρένα μέσα στην οποία διαδραματίζεται το πολιτικό παιχνίδι. Κύριο μέσο είναι η δημιουργία εντυπώσεων και βασικό εργαλείο η πολιτική επικοινωνία. Δεν έχει σημασία το τι πραγματικά συμβαίνει αλλά το ποια εικόνα θα προβάλλουμε στα μέσα και το τι θα πείσουμε το εκλογικό σώμα ότι συμβαίνει.

Οι φορείς διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων και προτάσεων είναι εχθροί (δικοί μας και του έθνους).  Εμείς είμαστε οι διαχειριστές της απόλυτης αλήθειας και οι «άλλοι» κήρυκες του απολύτου σφάλματος. Εμείς είμαστε οι σωτήρες και οι «άλλοι» οι ολετήρες. Διότι το διακύβευμα δεν είναι η άσκηση αποτελεσματικών δημοσίων πολιτικών αλλά η κατάληψη της εξουσίας. Και αυτή περνά μέσα από την πολιτική απαξίωση και την εκλογική συντριβή του «εχθρού».  Εκλαμβάνεται ως αυτονόητο και δεδομένο ότι αρκεί να καταλάβουμε εμείς την εξουσία και όλα θα πάνε καλά.

Η πολιτική κινητοποίηση γίνεται με «οπαδική» λογική. Και επιτυγχάνεται με την καθημερινή και εφ’ όλης της ύλης καταγγελία του «εχθρού». Τίποτα από ότι λέει και ότι κάνει ο πολιτικός αντίπαλος δεν είναι σωστό. Ακόμα και όταν ταυτίζεται με τις δικές μας απόψεις. Ακόμα και αν περιλαμβάνεται στο δικό μας πρόγραμμα. Όταν το υποστηρίζει ή το εφαρμόζει ο «εχθρός» είναι λάθος. Διότι αυξάνει τις πιθανότητες να καταλάβει ή να παραμείνει στην εξουσία. Σωστό γίνεται όταν το πρεσβεύουμε και το εφαρμόζουμε ασκώντας την εξουσία εμείς.

Αυτή η λογική του διαχωρισμού σε εχθρούς και φίλους και η στρατηγική του «πάρτα όλα» δεν χαρακτηρίζει μόνο τις διακομματικές αλλά και τις ενδοκομματικές σχέσεις και διεργασίες υποβαθμίζοντας έτσι δραματικά την εσωκομματική δημοκρατία.

Θα ρωτήσουν κάποιοι, «μα μπορεί να ασκηθεί πολιτική χωρίς πρόσωπα;». Σωστά. Δεν μπορεί. Η πολιτική (όπως και κάθε κοινωνική δραστηριότητα) ασκείται μέσω προσώπων. Έχει όμως τεράστια σημασία που βρίσκεται το κέντρο βάρους. Αν τα πρόσωπα κινητοποιούνται από «φιλοδοξίες πολιτικής», φιλοδοξούν δηλαδή πρωτίστως να συμβάλουν στην άσκηση αποτελεσματικών δημοσίων πολιτικών προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ή «πολιτικές φιλοδοξίες» επιδιώκοντας κυρίως την ατομική προβολή, την εκλογική επιτυχία, την κατάληψη θώκων εξουσίας και την επαγγελματική πολιτική σταδιοδρομία.

Στην δεύτερη περίπτωση οι ιδέες, οι πολιτικές και τα προγράμματα καταλήγουν να είναι προσχηματικά και απλά υπο-προϊόντα της επικοινωνιακής στρατηγικής.  Έχουν εκλογική και μόνο σημασία και μεταβάλλονται με βάση την συγκυρία και την βελτιστοποίηση της άγρας ψήφων.   Εξηγείται έτσι  όχι μόνο η μεταπήδηση προσώπων αλλά και η μετακίνηση φορέων σε διαφορετικά ιδεολογικά πεδία.  Ισχύει εδώ η ρήση του Γκρούτσο Μαρξ: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αλλά αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες».

Από τους δύο αυτούς τρόπους τον πρώτο τον αποκαλούμε «Πολιτική» και τον δεύτερο «Πολιτικαντισμό». Ως προς τον δεύτερο τρόπο, Γάλλοι μιλάνε για «politique politicienne»  και οι  Άγγλοι για «game of politics» ή  «party politics»,  εννοώντας περίπου το ίδιο.

Δεν χρειάζεται νομίζω περαιτέρω ανάλυση – τα βιώματά μας αρκούν- για να καταλήξουμε σε δύο βασικά συμπεράσματα:

  • Ο πρώτος τρόπος άσκησης πολιτικής είναι κοινωνικά επωφελής και ο δεύτερος επιβλαβής.
  • Στην χώρα μας ιστορικά κυρίαρχη – με εξαίρεση ορισμένες βραχείες περιόδου – είναι η «πολιτικάντικη» πολιτική.

Η μετάβαση από τον πολιτικαντισμό στην πολιτική, ή,  για να είμαστε ρεαλιστές, η  σταδιακή ενίσχυση της πολιτικής και η αποδυνάμωση του πολιτικαντισμού,  είναι η πρώτη και βασική προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Οι δυνάμεις που πρεσβεύουν την μεταρρύθμιση και την ανανέωση θα πρέπει να εργαστούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αρχίζοντας πρώτα από τον εαυτό τους.

  • Εστιάζοντας σε μακροπρόθεσμες πολιτικές και προγραμματικές επεξεργασίες και όχι σε βραχυπρόθεσμες εκλογικές τακτικές.
  • Εισάγοντας  στιβαρούς θεσμούς και διαδικασίες εσωκομματικής δημοκρατίας και συμμετοχής όχι μόνο επί χάρτου,  δηλαδή στο καταστατικό, αλλά στην πραγματική λειτουργία του κόμματος.
  • Βασίζοντας τις πολιτικές τους συμμαχίες σε προγραμματικές συγκλίσεις και όχι σε παράθυρα εκλογικής και κυβερνητικής ευκαιρίας.
  • Ασκώντας προγραμματική και όχι «δομική» (δηλαδή «οπαδική», χωρίς αρχές και με  βάση το εφήμερο δημοσκοπικό όφελος) αντιπολίτευση.
  • Κατανοώντας τον διαπαιδαγωγητικό  ρόλο που καλείται, δια του παραδείγματός της, να παίξει προς την ελληνική κοινωνία, ακόμα και αν αυτό δεν προσπορίσει βραχυπρόθεσμα δημοσκοπικά και εκλογικά οφέλη.
  1. Η Μόνη μας Κληρονομιά: η Δημοκρατία

Μετά από χιλιάδες χρόνια πολιτικού βίου των ανθρωπίνων κοινωνιών, μετά από εκατοντάδες χρόνια από την είσοδο στην νεωτερικότητα (που σηματοδοτείται από τον Διαφωτισμό και την Βιομηχανική Επανάσταση) και λίγες δεκαετίες μετά από την (διαμφισβητούμενη) είσοδό μας στην μετα-νεωτερικότητα (του ατομισμού, του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και της ψηφιακής επανάστασης) η ιδεολογική και αξιακή πολλαπλότητα εξελίσσεται καλειδοσκοπικά. Πανσπερμία ιδεών και προτάσεων πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ποικιλία αφηγημάτων (και ραβδογραμμάτων – δηλαδή αντιφατικών ποσοτικών δεδομένων) για το πως λειτουργεί η οικονομία και τι την κατευθύνει. Ένταξη σε πολλά και διαφορετικά κοινωνικά δίκτυα που διαμορφώνουν ιδιαίτερους τρόπους ζωής (lifestyles). Ανασφάλεια μπροστά στην διαπερατότητα του εθνικά και τοπικά «οικείου» και κρίσεις ταυτότητας από την έκθεση στο «ξένο» της παγκοσμιοποίησης. Αναζήτηση της σιγουριάς στον πατερναλισμό των μονοδιάστατων αφηγήσεων και των ισχυρών ηγετών.

Μέσα σ’ αυτή την ενοχλητική,  συχνά αφόρητη για τον μέσο πολίτη, πολυσημία και αταξία της ζωής μας υπάρχει ένα και μόνο σταθερό και αδιαμφισβήτητο πεδίο. Η λειτουργία της Δημοκρατίας. Αυτή αποτελεί την μόνη μας κληρονομιά από τις πολιτικές κοινωνίες του παρελθόντος. Αυτήν οφείλουμε να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού στις δύσκολες εποχές που διασχίζουμε.


3.1. Δημοκρατικός πολιτικός πολιτισμός: τα δικαιώματα  της μειοψηφίας και η νομιμοποίηση του αντιπάλου

 

Όπως όμως μας διδάσκουν πρόσφατες εξελίξεις που οδήγησαν στην  – δημοκρατική – ανάδειξη στην εξουσία ηγετών όπως ο Πούτιν, ο Τράμπ, ο Ερντογάν, ο Όρμπαν, οι Κατσίνσκι και στην ισχυρή εκλογική παρουσία της Μαρί Λεπέν, της Λέγκας του Βορρά  ή των αυστριακών και ολλανδών ακροδεξιών, η δημοκρατία κινδυνεύει από την ίδια την λειτουργία της και υπάρχουν πιθανότητες να καταρρεύσει από τα μέσα. Αυτό μπορεί να συμβεί εάν λησμονηθεί πως η ουσία της δημοκρατίας δεν έγκειται μόνον στην εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας αλλά κυρίως στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Εκεί ακριβώς κρίνεται η ποιότητά της.

Επειδή ακριβώς δημοκρατία σημαίνει πολυφωνία, προϋπόθεση άσκησής της είναι η αμοιβαία αποδοχή, εντός του πλαισίου της,  των άλλων φωνών. Η αμοιβαία αναγνώριση του δικαιώματος όλων, πλειοψηφούντων ή μειοψηφούντων,  να υποστηρίζουν και να πράττουν κάτι διαφορετικό. Η νομιμοποίηση της παρουσίας  τους στην πολιτική αρένα ως  ισότιμων μετόχων και ως νόμιμων δυνητικών διαχειριστών της εξουσίας. Η αντιμετώπισή τους ως αντιπάλων και όχι ως εχθρών. Η ανταγωνιστική συνύπαρξη και όχι η αμοιβαία καταστροφή.  Αυτά ακριβώς συγκροτούν ένα πολιτικό σύστημα ως σύστημα δημοκρατικών πολιτικών αξιών. Διαμορφώνουν τον, απολύτως απαραίτητο, δημοκρατικό πολιτικό πολιτισμό.

Σε πρόσφατο βιβλίο τους (How Democracies Die, Εκδ. Crown, 2018 ) οι καθηγητές της Πολιτικής Επιστήμης στο  Χάρβαρντ Steven Levitsky και  Daniel Ziblatt υποστηρίζουν ότι οι δημοκρατίες λειτουργούν καλύτερα, και γι’ αυτό επιβιώνουν περισσότερο, εκεί όπου πέραν των συνταγματικών εγγυήσεων εμπεδώνονται κατά την άσκηση της πολιτικής δύο βασικοί κανόνες:

  • η αμοιβαία ανοχή, δηλαδή η αποδοχή του πολιτικού ανταγωνιστή ως νομίμου αντιπάλου και διεκδικητή της εξουσίας, και
  • η αυτοσυγκράτηση δηλαδή η ιδέα ότι οι ασκούντες την διακυβέρνηση οφείλουν να αυτοπεριορίζονται κατά την άσκηση των θεσμικών τους προνομίων ασκώντας τα με μέτρο και χωρίς να τα χρησιμοποιούν ως εργαλείο εκλογικής επικράτησης.

Η διάβρωση των δημοκρατιών, υποστηρίζουν οι συγγραφείς,  αρχίζει όταν τα κόμματα συλλογικά και τα μέλη τους ατομικά αμφισβητούν τη νομιμότητα των αντιπάλων τους, δηλαδή το δικαίωμά τους  να μετέχουν στην πολιτική κονίστρα και να διεκδικούν την εξουσία. Όταν δηλαδή εγκαταλείπουν την ανεκτικότητα και υιοθετούν την στρατηγική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Άρα καταλήγουν να διεκδικούν την εξουσία  με οποιοδήποτε τρόπο.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η  αποδυνάμωση των δημοκρατικών κανόνων επέρχεται όταν οι πολιτικές διαφορές μετατρέπονται σε υπαρξιακή σύγκρουση που τροφοδοτεί μια γενικευμένη πόλωση. Και αυτή η ακραία πόλωση, η διάβρωση δηλαδή του δημοκρατικού πολιτικού πολιτισμού,  μπορεί να σκοτώσει τις δημοκρατίες.


3.2. Αντιπροσωπευτική ή εξουσιοδοτική δημοκρατία;

 

Μια δεύτερη διάσταση των σύγχρονων δημοκρατιών που χρήζει αναστοχασμού είναι ο αντιπροσωπευτικός τους χαρακτήρας.

Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι η άμεση δημοκρατία δεν είναι εφικτή παρά μόνο σε περιορισμένα πληθυσμιακά και χωρικά μεγέθη. Η ελληνική πόλις υπήρξε η κοιτίδα της δημοκρατίας στο βαθμό που ήταν τεχνικά εφικτό οι πολίτες (κατ’ ακρίβεια οι ελεύθεροι άρρενες πολίτες) να συνέρχονται τακτικά σε συγκεκριμένο χώρο, την εκκλησία του δήμου, το βουλευτήριο,  να διαλέγονται, να διαβουλεύονται, να αποφασίζουν  και να δικάζουν γνωρίζοντας την ουσία των δημοσίων προβλημάτων και κατανοώντας τα βασικά τους διακυβεύματα.

Η «αμεσο-δημοκρατική» αυτή πρακτική διευκόλυνε εξ άλλου τον δημόσιο έλεγχο όσων αναλάμβαναν «αξιώματα». Στην ουσία τους τα δημόσια αξιώματα (ανατιθέμενα ενίοτε όχι με ψηφοφορία αλλά με κλήρωση) δεν αποτελούσαν εκχώρηση εξουσίας αλλά δεσμευτική εντολή εκπροσώπησης της κοινότητας σε λειτουργίες που δεν μπορούσαν να ασκηθούν συλλογικά. Ο αξιωματούχος (άρχων, στρατηγός) ήταν ο εντολοδόχος ενώ η κοινότητα, δηλαδή ο εντέλλων, είχε τεχνικά την δυνατότητα να ενημερώνεται συλλογικά επί των πεπραγμένων του και να τα αξιολογεί στις λεπτομέρειές τους. Η άμεση λογοδοσία διατηρούσε την σχέση μεταξύ κοινότητας – αξιωματούχου ως σχέση εντέλλοντος – εντελλομένου και δεν επέτρεπε την  μετατροπή της «αντιπροσώπευσης» σε «εξουσιοδότηση» δηλαδή σε εν λευκώ ανάθεση του δικαιώματος του αποφασίζειν και ενεργείν,  τύποις μεν εν ονόματι της κοινότητας αλλά στην πράξη ερήμην αυτής.

Η εκτατική και πληθυσμιακή διεύρυνση των δημοκρατικών πολιτειών, με την δημιουργία των εθνικών κρατών (και τώρα ακόμη περισσότερο, με το ευρωπαϊκό πείραμα), αναίρεσε την υλική – τεχνική βάση της άμεσης δημοκρατίας και κατέστησε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία μονόδρομο.  Ταυτόχρονα, η προϊούσα πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών και οικονομιών κατέστησε τα διακυβεύματα υπερβολικά τεχνικά και δυσνόητα. Ο συνδυασμός των δύο αυτών μεταβολών μετέτρεψε την αντιπροσώπευση σε εξουσιοδότηση.

Τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων, βάσει των οποίων το εκλογικό σώμα, θεωρητικά τουλάχιστον,  επιλέγει τους εκπροσώπους του και ταυτόχρονα τους κυβερνώντες,  είναι γενικευτικά και εν πολλοίς αόριστα. Αφήνουν συνεπώς πολύ μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στους αιρετούς. Στην πράξη οι αιρετοί ούτε λαμβάνουν δεσμευτική εντολή ούτε ελέγχονται από τον εντολέα τους (δηλαδή το εκλογικό σώμα) με βάση συγκεκριμένους – δηλαδή αναλυτικούς, χρονο-προγραμματισμένους και κοστολογημένους- στόχους.

Η δημοκρατία μετατρέπεται έτσι από «αντι – προσωπευτική» δηλαδή βασιζόμενη σε εντολή διαχείρισης της εξουσίας δεσμευτική επί του περιεχομένου των ενεργειών των εκπροσώπων, σε «εξουσιο-δοτική», δηλαδή σε εν λευκώ  εκχώρηση της εξουσίας και άσκησή της με πολύ μεγάλους, ενίοτε απεριόριστους, βαθμούς ελευθερίας. Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω με την άμεση διασύνδεση μεταξύ της νομοθετικής (και ελεγκτικής) και της εκτελεστικής  εξουσίας, όπου με βάση την (αναγκαία) αρχή της δεδηλωμένης το πλειοψηφούν στην βουλή κόμμα ασκεί την κυβέρνηση. Έτσι η εκτελεστική εξουσία ταυτίζεται με την πλειοψηφία της νομοθετικής εξουσίας και ο ελεγκτικός ρόλος της τελευταίας υποβαθμίζεται δραστικά.

Οι Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος και Λεωνίδας Χριστόπουλος  σημειώνουν στην μελέτη τους για την πολυνομία και κακονομία στην Ελλάδα (Εκδόσεις διαΝΕΟσις, 2017)  σχετικά με την «ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας  εις βάρος της νομοθετικής εξουσίας στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες»: Μέσω μονοκομματικών κυβερνήσεων ή συνεκτικών κυβερνήσεων συνασπισμού που ελέγχουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Βουλή, η οποία είναι ο συγκριτικά ανίσχυρος πόλος στο δίπολο Βουλή-Κυβέρνηση, καθίσταται ο εύπλαστος νομοθετικός βραχίονας της κυβέρνησης. Δεν ελέγχει τόσο την κυβέρνηση, όσο τη διευκολύνει να νομοθετεί. Η σχετική αδυναμία της Βουλής έναντι της κυβέρνησης είναι φαινόμενο που ανάγεται σε γενικότερες τάσεις του 20ού και 21ου αιώνα. Τέτοιες τάσεις, μεταξύ άλλων, είναι η ανάγκη ταχείας προσαρμογής των εθνικών κυβερνήσεων, με τη θέσπιση νέων ρυθμίσεων, στο δυναμικά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον ανοικτών οικονομιών, ο εξειδικευμένος και τεχνικός χαρακτήρας των προβλημάτων προς ρύθμιση, προς τον οποίο δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί ένα σώμα αντιπροσώπων χωρίς ειδικές γνώσεις το οποίο διαβουλεύεται, Γι’ αυτούς και άλλους λόγους, το ελληνικό και άλλα κοινοβούλια έχουν αποκτήσει εν μέρει ένα ρόλο περισσότερο διεκπεραιωτικό, παρά ουσιαστικό ως προς την παραγωγή ρυθμίσεων.

Γίνεται αντιληπτό ότι η μετάπτωση από την αντιπροσωπευτική στην εξουσιοδοτική εκδοχή της δημοκρατίας επηρεάζει την ουσία της άσκησής της και, μεταξύ άλλων, την βασική δικλείδα ασφαλείας λειτουργίας της που είναι η διάκριση των εξουσιών.

  1. Η αποφυγή του πειρασμού της πολυσυλλεκτικότητας: Προγραμματική σαφήνεια

Εκ των κεντρικών στοιχείων του δημοκρατικού πολιτισμού είναι ασφαλώς η διεκδίκηση άσκησης της εξουσίας και η, για τον σκοπό αυτόν, προσέλκυση της πλειοψηφίας των εκλογέων. Όμως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στις δημοκρατίες η άσκηση της εξουσίας δεν συνιστά αυτοσκοπό. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται παρά ως μέσο για την εφαρμογή εγκεκριμένων από την πλειοψηφία δημοσίων πολιτικών, με στόχο την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος. Είναι λοιπόν προϋπόθεση της δημοκρατίας η σαφής, και κατά το δυνατόν αναλυτική, χρονο-προγραμματισμένη και κοστολογημένη, διατύπωση του περιεχομένου των προτεινόμενων δημοσίων πολιτικών.

Κάθε σύγχρονο πολιτικό κόμμα χρειάζεται συνεπώς να αντισταθεί στον πειρασμό της πολυσυλλεκτικότητας νοούμενης ως προσπάθειας να προσελκυσθούν ψηφοφόροι πανταχόθεν, με αόριστες υποσχέσεις των πάντων στους πάντες. Μια πολιτική παράταξη που φιλοδοξεί να αποτελέσει δύναμη μεταρρύθμισης πρέπει να διατυπώσει με σαφήνεια το πρόγραμμά της. Να εξηγήσει ποιες ρήξεις και ποιες ανατροπές θα επιδιωχθούν, ποιοί θα επωφεληθούν από αυτές και ποιοί θα κληθούν πληρώσουν το κόστος. Διότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν κόστος οικονομικό αλλά και κοινωνικό, υπό την έννοια της ανατροπής κεκτημένων. Και ιδίως για ομάδες τα «κεκτημένα» των οποίων υποσκάπτουν το δημόσιο συμφέρον.

Κάθε δημοκρατική πολιτική παράταξη,  οφείλει να επιδιώκει την κατάκτηση της εξουσίας  πείθοντας την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ότι το συγκεκριμένο, κοστολογημένο και χρονο-προγραμματισμένο πολιτικό σχέδιό της  υπηρετεί καλύτερα τα ευρύτερα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου. Δεν έχει νόημα να αναρριχάται στην εξουσία έχοντας μεν πείσει τους πάντες, αλλά τον καθέναν για κάτι διαφορετικό και αντιφατικό προς τις άλλες της υποσχέσεις. Δεν έχει νόημα να λέει στον καθένα αυτό που θέλει να ακούσει. Και ασφαλώς δεν έχει νόημα να προσπαθήσει να παραμείνει στην εξουσία με πελατειακές εξυπηρετήσεις. Το «δεν έχει νόημα» αναφέρεται βέβαια στο δημόσιο συμφέρον και στην χώρα συνολικά. Διότι η πολυσυλλεκτικότητα έχει βεβαίως νόημα για όσους αναμειγνύονται στην πολιτική με αποκλειστικό ζητούμενο την νομή της εξουσίας. Για όσους η εξουσία συνιστά αυτοσκοπό και η παραγωγή δημοσίων πολιτικών αναγκαίο μπελά, υποπροϊόν και πάρεργο της επικοινωνιακής και εκλογικής διαχείρισής της. Για όσους ζουν μέσα στην  – και από την- «πολιτικάντικη πολιτική».

  1. Πολιτικό μάρκετινγκ ή τεκμηριωμένες δημόσιες πολιτικές;

Αντικείμενο της πολιτικής διαδικασίας στις σύγχρονες δημοκρατίες πρέπει να είναι η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή η μεγιστοποίηση του κοινού οφέλους μέσα από την επίλυση συλλογικών προβλημάτων και την αξιοποίηση συλλογικών ευκαιριών. Κατ’ αυτή την έννοια εφαρμοσμένη πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των ασκούμενων δημοσίων πολιτικών. Η πολιτική κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Ορθή πολιτική είναι το σύνολο των επιτυχημένων τομεακών δημοσίων πολιτικών ενώ λανθασμένη πολιτική είναι το άθροισμα των αποτυχημένων τομεακών πολιτικών.

Το πολιτικό παιχνίδι όμως δεν παίζεται, δυστυχώς, με αυτούς τους όρους. Η πολιτική επικοινωνία, το πολιτικό μάρκετινγκ, χρησιμοποιείται για να μεγιστοποιήσει τα πολιτικά οφέλη στο εκλογικό πεδίο ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων  στο πεδίο των εφαρμοσμένων τομεακών πολιτικών. Η πολιτική μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι με τους φόβους και τις προσδοκίες του εκλογικού σώματος, σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων χωρίς μεγάλη επαφή με την πραγματικότητα των δημοσίων πολιτικών και των αποτελεσμάτων τους. Το πολιτικό μάρκετινγκ συγκρούεται ασφαλώς με την πραγματικότητα, όπως ακριβώς το μάρκετινγκ των αγαθών και υπηρεσιών. Και πολύ συχνά (μεσο-βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον) κερδίζει το μάρκετινγκ και όχι η πραγματικότητα. Η πολιτική ασκείται με στερεότυπα και συναισθήματα και όχι με τεκμηριωμένες προτάσεις και μετρήσιμα αποτελέσματα. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε επιτυχημένους πολιτικούς αλλά αποτυχημένες πολιτικές.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα τόσο το εγχείρημα όσο και τα ευρήματα της «Vote for Policies», μιάς βρετανικής διαδικτυακής πλατφόρμας πού ίδρυσε το 2010 ο Matt Chocqueel-Mangan και η οποία έκτοτε και  προ των εκάστοτε εκλογών διερευνά τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, όχι ως προς τα κόμματα αλλά ως προς τις προτεινόμενες από τα κόμματα δημόσιες πολιτικές. (Ένα ελληνικό ανάλογο είναι το Help Me Vote http://www.helpmevote.gr/, που ανέπτυξαν οι καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ιωάννης Ανδρεάδης και Θεόδωρος Χατζηπαντελής).

Στο Vote for Policies οι προτεινόμενες πολιτικές αντιγράφονται κατά λέξη από τα προγράμματα των κομμάτων  αλλά ταξινομούνται σε θεματικά πεδία (14 συνολικά: υγεία, εκπαίδευση, απασχόληση, φορολογία, ασφάλεια, συνταξιοδοτικό κλπ.) χωρίς να αναφέρεται η κομματική προέλευση κάθε πρότασης και κάθε θέσης. Οι ενδιαφερόμενοι δυνητικοί ψηφοφόροι καλούνται δηλαδή να επιλέξουν από κάθε θεματικό πεδίο τις προτάσεις χωρίς να γνωρίζουν από ποιο κόμμα προέρχονται. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων με βάση τις δημόσιες πολιτικές ήταν ριζικά διαφορετικές από εκείνες που εκφράσθηκαν στις κάλπες .

Ενδεικτικά παρουσιάζονται στο πίνακα που ακολουθεί τα αποτελέσματα για τις Βρετανικές εκλογές του 2017. Στην πρώτη στήλη παρατίθενται τα αποτελέσματα του Vote for Policies (390.400 συμμετέχοντες) και στην δεύτερη τα αποτελέσματα της κάλπης ενώ στις δύο επόμενες οι τομεακές δημόσιες πολιτικές όπου οι προτάσεις του  κάθε κόμματος προηγούνται (1η και 2η επιλογή).

 

Πίνακας

 

(*)Σε σύνολο 390.400 συμμετεχόντων στην έρευνα – Αναφέρονται εδώ μόνο τα βασικά κόμματα εθνικής εμβέλειας .  https://voteforpolicies.org.uk/survey/results/ke8YaXMTPdyncVuJu#/total-results)

(**) Πηγή: https://www.bbc.co.uk/news/election/2017/results

 

Από τον πίνακα προκύπτει ότι:

  • Οι μεν νικητές των εκλογών Συντηρητικοί (42,4%) έρχονται τελευταίοι από τα πέντε βασικά κόμματα ως προς τις προτιμήσεις στις προτάσεις πολιτικής τους αφού συγκέντρωσαν – επι 390.400 απαντήσεων – μόλις 16,5% των προτιμήσεων, ενώ καμία από τις τομεακές τους προτάσεις δεν πλειοψήφησε ως πρώτη προτεραιότητα και μόλις τρεις πλειοψήφησαν ως δεύτερη προτεραιότητα.
  • Αντίθετα οι Εργατικοί, δεύτεροι στις εκλογές με 40%, αναδεικνύονται πρώτοι σε προτιμήσεις προτάσεων πολιτικής με 24,1%, με τρεις από τις προτάσεις πολιτικής τους πλειοψηφικές ως πρώτη προτεραιότητα και επτά ως δεύτερη προτεραιότητα.
  • Οι Πράσινοι (Οικολόγοι) που στις εκλογές απέσπασαν μόλις 1,6% έρχονται δεύτεροι στις προτιμήσεις προτάσεων πολιτικής με 19,6% και πέντε από τις προτάσεις τους πλειοψηφικές ως πρώτη προτεραιότητα.
  • Ακολουθούν οι Φιλελεύθεροι που, ενώ στις εκλογές έλαβαν 7,4% των ψήφων, απέσπασαν το 19,3% των προτιμήσεων στις προτάσεις πολιτικής τους με τρείς εξ αυτών ως πρώτη προτεραιότητα και μία ως δεύτερη προτεραιότητα.
  • Τέλος, το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα UKIP, με 1,8% στις εκλογικές κάλπες, απέσπασε 19% στις προτάσεις πολιτικής του με τέσσερεις ως πρώτη προτεραιότητα και δύο ως δεύτερη προτεραιότητα των 390.400 πολιτών που συμμετείχαν στην έρευνα του Vote for Policies.

Με  βάση τα παραπάνω ευρήματα (με όλες τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις που θα μπορούσε να έχει κανείς για την έρευνα του Vote for Policies,  το γεγονός ότι συμμετείχαν σε αυτήν περίπου 400.000 άτομα παρέχει εχέγγυα αντιπροσωπευτικότητας) νομιμοποιούμαστε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι το γεγονός πως η πλειοψηφία των πολιτών ψηφίζει ένα κόμμα με τις πολιτικές προτάσεις του οποίου δεν συμφωνεί, σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι γίνονται θύματα συστηματικής επικοινωνιακής εξαπάτησης και η ψήφος τους υφαρπάζεται όχι με βάση τις πραγματικές προτιμήσεις τους αλλά με βάση επικοινωνιακές εντυπώσεις. Η «επιτυχημένη» εκστρατεία του Brexit με τα τερατώδη και προφανή ψεύδη επί των οποίων βασίστηκε επιβεβαιώνει το ως άνω συμπέρασμα.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει πως στις κοινοβουλευτικές εκλογές η επιλογή κόμματος επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες όπως η ικανότητα διακυβέρνησης των υποψηφίων σχηματισμών. Σε αυτήν την βάσιμη, κατ’ αρχήν, οντολογική διαπίστωση  μπορούν  να διατυπωθούν δύο ενστάσεις, η πρώτη οντολογική και η δεύτερη δεοντολογική.

Πρώτον, η ικανότητα διακυβέρνησης είναι ένα μέγεθος για το οποίο οι εντυπώσεις παίζουν κομβικό ρόλο άρα είναι επικοινωνιακά χειραγωγήσιμο, μπορεί δηλαδή να διαμορφωθεί με βάση το κατάλληλο πολιτικο-εκλογικό μάρκετινγκ.

Δεύτερον, τίθεται ένα κομβικό ερώτημα: Επιλέγω «ικανότητα διακυβέρνησης» για την εφαρμογή ποιού προγράμματος; Ενός  προγράμματος με το οποίο το διαφωνώ; Αυτό θα ήταν δείγμα απόλυτου ανορθολογισμού. Ο μέσος πολίτης, το εκλογικό σώμα, δεν επιλέγουν όμως ανορθολογικά. Επιλέγουν ορθολογικά με βάση ανακριβή δεδομένα και με βάση γενικές αξίες («ορθολογισμός με βάση τις αξίες» κατά Weber) που αδυνατούν να συνδέσουν πρακτικά με μια πολύπλοκη πραγματικότητα.

Η απάντηση λοιπόν είναι «ψηφίζω ένα πρόγραμμα το οποίο αγνοώ και για το οποίο, τελικά, αδιαφορώ», διότι το  κυρίαρχο «μίγμα (πολιτικού) μάρκετινγκ» δεν το περιλαμβάνει, αφού εστιάζεται αποκλειστικά σε πρόσωπα και συνθήματα (και «κλαδικά ή τοπικά ρουσφέτια» θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στα καθ’ ημάς).

Τελικά, μια πολιτική –προϊόν του εκλογικού μάρκετινγκ είναι μια πολιτική που αποβαίνει πάντοτε εις όφελος των επαγγελματιών του μάρκετινγκ, συνήθως υπερ των επαγγελματιών της πολιτικής, σπανίως όμως υπερ της κοινωνίας.

  1. Συνοψίζοντας: τι πολιτικούς οργανισμούς χρειαζόμαστε;

Δεν συζητήσαμε στο εκτενές αυτό σημείωμα επί του περιεχομένου της πολιτικής. Άλλωστε, είναι δεδομένο ότι εντός των δημοκρατικών κοινωνιών συγκροτούνται και συνυπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το δέον γενέσθαι – συχνά αντιδιαμετρικές. Η θέση του κάθε προσώπου και κάθε ομάδας στον καταμερισμό εργασίας και στην παραγωγή, ο χώρος εγκατάστασης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τόπου, η ιστορική εμπειρία, αλλά και ψυχολογικές προδιαθέσεις  όπως η προτίμηση για την ασφάλεια και την σταθερότητα ή αντίθετα για το ρίσκο και τις αλλαγές, και άλλα συναφή, διαμορφώνουν τις πολιτικές αντιλήψεις, την πρόσληψη των προβλημάτων και τις προτιμήσεις για την μία ή την άλλη λύση. Η «οργανική ενότητα» του λαού είναι μια ρομαντική και εξωπραγματική αντίληψη. Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι εσωτερικά διαφοροποιημένες και αντιφατικές. Για να αποκατασταθεί δε η «λειτουργική ενότητά» τους, προκειμένου να μην καταρρεύσουν, απαιτείται ειδική και διαρκής μέριμνα.

Αυτή η μέριμνα μας απασχόλησε εδώ. Με κεντρικό ερώτημα ποιές οι προϋποθέσεις ομαλής διεξαγωγής της πολιτικής διαδικασίας και των λειτουργιών διακυβέρνησης. Δηλαδή

(α) της συλλογικής ιεράρχησης των επι μέρους κοινωνικών προτεραιοτήτων,

(β) της διακρίβωσης της τεχνικής εφικτότητας της εφαρμογής τους και

(γ) της βέλτιστης κατανομής των συνολικά διαθέσιμων πόρων,

προκειμένου να διαμορφωθεί τελικά ένα μίγμα εφαρμοσμένης πολιτικής – δηλαδή ένα σύνολο συμμετοχικά επεξεργασμένων, συμφωνημένων και τεκμηριωμένων τομεακών πολιτικών – που να μεγιστοποιεί το συλλογικό όφελος.

Οι λειτουργίες αυτές αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία και καθορίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας, και κατ’ επέκταση τον βαθμό ευημερίας, δεδομένης κοινωνίας. Ουσιαστική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκησή τους  είναι το να αναπτυχθούν τέτοιες μορφές πολιτικής και διακυβέρνησης  που να επιτρέπουν την ομαλή συνύπαρξη αλλά και κάποιους βαθμούς σύνθεσης ή εξισορρόπησης διαφορετικών ιδεών, υπό τον όρο ότι οι ιδέες αυτές εμπεριέχουν ως κοινό τόπο την ίδια την δημοκρατική διαδικασία.

Ως εργαλείο για την διασφάλιση των παραπάνω προϋποθέσεων απαιτούνται οργανισμοί  άσκησης πολιτικής και διακυβέρνησης. Όμως πολιτικοί οργανισμοί κατάλληλοι για τον 21ο αιώνα.

  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα διαφέρουν ριζικά από τα κόμματα «συγκεντρωτικού οπορτουνισμού» και πελατειακότητας όπως αυτά που γνωρίσαμε.
  • Πολιτικοί οργανισμοί «δημοκρατικής και συμμετοχικής αποτελεσματικότητας».
  • Πολιτικοί οργανισμοί που δεν θα περιορίζονται στο γνωστό τρίπτυχο μικροπολιτικής: ατάκες, συνθήματα και συναισθήματα.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα λειτουργούν προγραμματικά αναλύοντας, τεκμηριώνοντας, και συζητώντας δημόσια συγκεκριμένες – δηλαδή μετρήσιμες, χρονο-προγραμματισμένες και κοστολογημένες- δημόσιες πολιτικές.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα αντιπαρατίθενται μεταξύ τους σε σημεία ουσιαστικών πολιτικών διαφορών και δεν θα εφευρίσκουν  επικοινωνιακές διαφορές προς χάριν της αντιπαράθεσης.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα ασκούν προγραμματική και όχι δομική αντιπολίτευση.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα αξιοποιούν νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης ανοίγοντας διαύλους προς την νέα γενιά που δυσπιστεί προς το παραδοσιακό «πολιτεύεσθαι».
  • Πολιτικοί οργανισμοί, τέλος, που θα παίζουν διαπαιδαγωγητικό ρόλο προς την κοινωνία καλλιεργώντας αξίες, εισάγοντας αρχές, αποκωδικοποιώντας απλουστεύοντας και καθιστώντας κατανοητές τις οικονομικές και κοινωνικές πολυπλοκότητες , δίνοντας σαφές ιδεολογικό και προγραμματικό στίγμα και αποφεύγοντας τον πειρασμό της υπέρμετρης πολυσυλλεκτικότητας (ναι σε όλα, τα πάντα στους πάντες) που ακυρώνει την πολιτική.

Ο ρόλος των πολιτικών οργανισμών είναι κομβικός για την ποιότητα της δημοκρατίας και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης. Αποτελούν το μοναδικό όπλο της κοινωνίας κατά της ανεξέλεγκτης οικονομικής ισχύος και της αυθαιρεσίας. Αποτελούν επίσης το βασικό μέσο διαμόρφωσης του ίδιου του  πολιτικού συστήματος. Αν δεν μπορέσουμε να συγκροτήσουμε  νέες μορφές πολιτικών οργανισμών, νέους τύπους κομμάτων, δεν θα κατορθώσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο άσκησης πολιτικής. Θα περιοριστούμε τότε στο να αναπαράγουμε το κακό παρελθόν μας. Εις βάρος του μέλλοντός μας.

Θεόδωρος Ν. Τσέκος

Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης – ΤΕΙ Πελοποννήσου   

Δημοσιεύεται και στον διαδικτυακό τόπο, Public Policies Greece – Όμιλος για την Μελέτη των Δημοσίων Πολιτικών στην Ελλάδα: Κείμενα και σχόλια για την άσκηση (δημόσιας) πολιτικής στην Ελλάδα.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

Το φρούριο Γκύκλος


 

Στο συγκρότημα του όρους Αραχναίου Αργολίδας, που από την αρχαιότητα εθεωρείτο σαν πέρασμα για την επικοινωνία της Αργολίδας με την Κορινθία, από τις αρχές της πρώτης Ενετοκρατίας αναγέρθηκαν πολλά φρούρια, μεταξύ των οποίων στην περιοχή του Χελιού [Αραχναίου]  είναι το φρούριο Γκύκλος (πιθανόν Κύκλος). Εκτός από το φρούριο Γκύκλος στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου (Μετόχι) υπάρχουν δύο ακόμα φρούρια το Ξεροκαστέλι και το Πυργούλι στα Ζεγκίλια.

Ερείπια του φρουρίου Γκύκλος.

Τα φρούρια αυτά, καθώς επίσης και οι πύργοι ή και τα οχυρά που βρίσκονται διάσπαρτα στο όρος Αραχναίο είναι αρχαία πολλά δε και μεσαιωνικά και εθεωρούντο σαν θέσεις εποπτεύσεων από τα στρατεύματα των Φράγκων, των Βυζαντινών κ.λπ. που κατά καιρούς κυριαρχούσαν στα μέρη αυτά και αποτελούσαν ακόμη οχυρές θέσεις για την παρεμπόδιση των μετακινήσεων των στρατευμάτων των αντιμαχομένων την εποχή εκείνη.

Το φρούριο Γκύκλος βρίσκεται στο δρόμο που συνδέει απ’ ευθείας το Χέλι [Αραχναίο] με το Λυγουριό. Ξεκινάμε από το χωριό για το Λυγουριό πεζοπορώντας, αφήνουμε αριστερά μας τον παλαιό Βυζαντινό Ναό «Μετόχι» που ήταν το καθολικό της παλαιάς Μονής Ταλαντιου πριν από το 1761 που μεταφέρθηκε αυτή στη νέα θέση και συνεχίζοντας φθάνουμε στην πολύ γνωστή τοποθεσία «Πηλιάρος». Από εκεί ανηφορίζουμε και φθάνουμε στον αυχένα Σκούντι-Αραχναίο για να κατηφορίσουμε από εκεί σε δρόμο όλο στροφές που οδηγεί τελικά στο Λυγουριό.

Αριστερά από τον αυχένα υπάρχει μικρό βραχώδες ύψωμα, όπου επάνω σε αυτό υπάρχουν τα ερείπια ενός φρουρίου που έχει την ονομασία Γκύκλος και περιβάλλεται Νότια και Ανατολικά από βραχώδη έξαρση ενώ το υπόλοιπο τμήμα Βόρεια και Δυτικά περιβάλλεται από τείχος. Το περιμετρικό τείχος του φρουρίου έχει πάχος 1,80 μέτρα και έχει την τεχνοτροπία του Δελαρός δηλαδή είναι ξερολιθοδομή όπου οι δύο όψεις του τείχους είναι κτισμένες με μεγάλες πέτρες και ενδιάμεσα το γέμισμα έχει γίνει με μικρότερες πέτρες. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Περισσότερες πληροφορίες για το τον τρόπο δομήσεως των φρουρίων της Αργολίδας:  Ιωάννης Ε. Πέππας, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 52-61].

 

Τοπογραφικό σκαρίφημα του φρουρίου Γκύκλος.

 

Το τείχος διατηρείται σε καλή σχετικά κατάσταση σε ύψος τεσσάρων περίπου μέτρων. Εσωτερικά και σε απόσταση επτά περίπου μέτρων από το εξωτερικό τείχος υπήρχε δεύτερο τείχος του ιδίου πάχους και της ιδίας δομής, το οποίον όμως είναι γκρεμισμένο και βρίσκεται σε σωρούς από ερείπια. Μεταξύ των δύο τειχών το επίπεδο είναι γαιώδες, ενώ το τμήμα της επιφανείας του φρουρίου το πέρα και Νότια του εσωτερικού τείχους είναι βραχώδης επιφάνεια. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι σαν άκρο του φρουρίου λογίζεται εκεί που η κλίση της βραχώδους επιφάνειας γίνεται απότομη και δεν επιτρέπει στους επιτιθέμενους στο φρούριο να ανέβουν επάνω.

Το φρούριο σύμφωνα με όλα τα στοιχεία είναι οπωσδήποτε Μεσαιωνικό, κτισμένο μεταξύ του 395 μ.Χ. και 1453 μ.Χ., χρονική περίοδος που καλύπτει τον Μεσαίωνα. Από την τεχνοτροπία του, το φρούριο κατά πάσα πιθανότητα να κτίσθηκε από τον Όθωνα Δελαρός, γνωστόν ευπατρίδη από την Βουργουνδία που ηγεμόνευσε στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1212-1225) και εξουσίαζε τότε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κιβέρι, το Δαμαλά, την Πιάδα και την ευρύτερη περιοχή της, δηλαδή ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου. Σκοπός του Φρουρίου αυτού ήταν να παρεμποδίσει τον ανεφοδιασμό του Σγουρού, Άρχοντα του Ναυπλίου την εποχή που αυτός βρισκόταν στον Ακροκόρινθο και πολεμούσε εναντίον των Φράγκων. Από το φρούριο Γκύκλος μπορούσε να ελεγχθεί η επικοινωνία του Ναυπλίου – Λυγουριού – Οροπεδίου του Αραχναίου – Αγγελοκάστρου – Κορίνθου.

 

Τοποθεσία του φρουρίου Γκύκλος.

 

Παραθέτουμε περιγραφή του ιστορικού της εποχής εκείνης που φανερώνει τον ρόλο που έπαιζε το φρούριο Γκύκλος.

«Πέραν του Αγγελοκάστρου υπήρχαν δύο κύριοι οδικοί άξονες. 1) προς τα λιμάνια του Αργολικού μέσω του αυχένα πάνω από το σημερινό χωριό Σταματαίικα και 2) προς τα λιμάνια του Σαρωνικού μέσω Δήμαινας. Οι Δελαρός απέκοψαν την πρώτη όδευση προς Αργολικό κτίζοντας το Φρούριο Γκύκλου, το οποίον ήταν έτσι κτισμένο για να ελέγχει την επικοινωνία της Κορινθίας με την Αργολίδα μέσω του Οροπεδίου του Χελιού».

Από το φρούριο Γκύκλος φαίνεται προς τα βορειοδυτικά το σημερινό χωριό Αραχναίο και Ανατολικότερα του χωριού η τοποθεσία Φράκια επάνω δε από την τοποθεσία αυτή αυχένας που αποτελεί φυσική δίοδο προς το Αγγελόκαστρο και από εκεί στην υπόλοιπη Κορινθία. Από το ίδιο φρούριο Γκύκλος φαίνεται ο δρόμος Ναυπλίου-Λυγουριού, δεν φαίνεται όμως το Λυγουριό, αλλά φαίνεται το νησάκι Ψηλή στον Αργολικό Κόλπο.

Η περιοχή κοντά στον Γκύκλο προς το μέρος του χωριού Αραχναίου ονομάζεται «Πηλιαρός», άγνωστο από που προέρχεται η ονομασία αυτή. Ολόκληρη η περιοχή του Πηλιαρού είναι μια εύφορη καλλιεργήσιμη έκταση Από τα πολύ παλιά χρόνια υπάρχει εκεί πηγάδι με αρκετό νερό όπως επίσης και εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο που πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου. Επίσης από τα παλιά χρόνια εκεί γίνεται κάθε χρόνο πανηγύρι που πρωτοστατούσαν όλοι οι τσοπάνηδες της περιοχής που πότιζαν τα γιδοπρόβατά τους στο παραπάνω πηγάδι και συγκέντρωνε πάρα πολύ κόσμο από το Λυγουριό και από το Χέλι [Αραχναίο].

Νότια του Γκύκλου και κάτω από το φρούριο εκτείνεται μια μεγάλη αγροτική περιοχή που φέρει το όνομα «Βίλλια» [1] και είναι ορατή από το Φρούριο Γκύκλος. Εκεί υπάρχει επίσης πηγάδι με αρκετό νερό. Ο Γκύκλος το 1364 ήταν στην εξουσία του Νικολάου Ατζεόλη από δε το 1388 περιήλθε στην κατοχή του Θεοδώρου Α. Παλαιολόγου, ο οποίος κατείχε και την Βίλλια. καθώς επίσης και μια άλλη τοποθεσία τη «Βίλιζα» που βρίσκεται Νοτιότερα από τη Βίλλια.

 

Υποσημειώση


 

[1] [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Βίλλια. Η λέξη Βίλλια απαντάται συχνά σε πολλές περιοχές είτε ως Εδαφονύμιο είτε ως όνομα οίκισμού τόσο εντός όσο και εκτός του Ελληνικού χώρου. Στην Ελλάδα απαντάται α) στην Ηπειρο και δη στη Θεσπρωτία ο Αγιος Δονάτος, β) στην Αττική, στη Μεγαρίδα όπου υπάρχουν τα Βίλλια και η Βιλιαρί και στη Λαυρεωτική, όπου υπάρχουν Βίλλια, γ) στην Ηλεία, η Πεύκη και δ) ιδιαίτερα στην Αργολίδα όπου υπάρχουν:

  1. Η Ξεροβίλλια στους ανατολικούς του όρους Φαρμακά (μεταξύ των φρουρίων Φαρμακά και Τζιρίστρας – Ντομακού) εκεί υπάρχουν ενδείξεις (τάφοι) ότι υπήρχε οικισμός.
  1. Στη λεκάνη της Αλέας, βορειότερα της Φρυσούνας, όπου μεγάλη γεωργήσιμη επιφάνεια 1000 στρεμμάτων. Εδώ τα Βίλλια κατέχουν τους νότιους πρόποδες του μικρού όρους Τσούκιζα, όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό. Επί δε της Τσούκιζας υπάρχουν ενδείξεις (πλήθος από πεσμένες πέτρες) παλαιού οικισμού, πιθανώς της αρχαίας Νεμέας.
  1. Στη περιοχή των αρχαίων Υσιών υπήρχε το παλαιό Σκαφιδάκι, δυτικότερα του οποίου σήμερα υπάρχει ο Ι. ναός της Αγ. Παρασκευής. ΒΑ αυτού του ναού μεγάλη έκταση φέρει την ονομασία «Ξεροβίλλια», ενώ ΝΔ του ίδιου ναού, επί υψώματος, υπάρχει μεσαιωνικό φρούριο. Οι νότιοι πρόποδες αυτού του υψώματος λέγονται Βίλλια.
  1. Χαμηλότερα, κοντά στον αυχένα των κοιλάδων του Ελληνικού (Μπουμπά) και της κοιλάδας Κόκλας υπάρχει ο μικροσυνοικισμός Φακίστρα, βορειότερα της οποίας είναι η Βίλιζα, όπου σώζεται το λίθινο αλώνι, ενώ άφθονα κεραμικά όστρακα μαρτυρούν παλαιό οικισμό.
  1. Οι νότιοι πρόποδες του υψώματος του Γκύκλου, είναι μεγάλη καλλιεργούμενη περιοχή, φέρει την ονομασία Βίλλια. Άλλη δε θέση, νοτιοδυτικά της παραπάνω, ονομαζόμενη Βίλλιζα, συμπληρώνει την κατόπτευση όλου του χώρου έως το Ναύπλιο, και θα μετέδιδε ασφαλώς πληροφορίες στα γειτονικά Βίλλια.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι το οροπέδιο του Αραχναίου κατά τον μεσαίωνα ανήκε σε ξεχωριστό χωροδεσπότη, που ήτο ο δεσπότης του Μυστρά, ενώ η κατοπτευόμενη Ναυπλία άνηκε στους Βενετούς.

Γενικά κατά την περίοδο 1388 – 1394 (τέλος των Ντε Ενγκιέν και απόδοση του Άργους στους Βενετούς) πρέπει να τοποθετηθεί η ίδρυση των πολυπληθών Βιλλίων και Βιλλιζών στην περιοχή της Αργολίδας.

  1. Στην περιοχή Λιμνών αντί της ονομασίας Βίλλια υπάρχει η ονομασία Βιλλιατούρι, που ως τοπωνύμιο αποδίδεται σε κωνοειδές ύψωμα, από την κορυφή του όποιου υπάρχει ανεμπόδιστη θέα των περιοχών. Βιλλιατούρια, υπάρχουν εκτός της Αργολίδας στην Αττική (Κιθαιρώνα, Λαυρεωτική), στην Αιγιαλεία, το νότιο άκρο της νήσου Νάξου (Βιγλατόρι).
  1. Τέλος τοπωνύμιο Βίλλια υπάρχει και στην περιοχή Ερμιονίδας και συγκεκριμένα 3,5χλμ. Α-ΝΑ του συνοικισμού Ηλιόπετρας (Καρακάσι), όπου υπάρχει το φρούριο Ηλιόκαστρου, το όποιο κατά την αρχαιότητα έλεγχε την οδό Τροιζηνίας – Ερμιονίδας (μέσω του αυχένος του όρους των Αδέρων) και όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό, ενώ 3 χιλιόμετρα ανατολικότερα αυτού υπάρχει η αγροτική περιοχή Βίλλια – Πλεπίου.
  1. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι ο Hahn αναγράφει Βορειοαλβανική πατριά με το όνομα Willja ή Willjai άνηκε στην τέταρτη ομάδα (σημαία) της Μιρδίτας, όμως η πατριά είναι εντελώς άσχετη με τα πολυάριθμα Βίλλια.

Ως γενικό συμπέρασμα θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Βυζαντινή λέξη Βίγλα από τους Αλβανόφωνους μετατράπηκε σε Βίλλια και μ’ αυτή ονόμαζαν κάθε οικισμό των φυλάκων που ήταν προσαρτημένοι σε κάποιο φρούριο, ώστε να είναι η Βίλλια του α’ η β’ φρουρίου].

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο συγγραφέας αντλεί της πληροφορίες του από το βιβλίο του Ιωάννου Ε. Πέππα, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 255-262].

Αραχναίο (Όρος)


 

Είναι το ψηλότερο βουνό του νομού Αργολίδας, καλύπτει κυρίως το κεντρικό τμήμα του (απλώνεται από την Επίδαυρο ως τον αργολικό κάμπο) και νότια συνορεύει με το όρος Δίδυμο. Η ψηλότερη κορυφή του «Παπακώστας» αγγίζει τα 1.199 μ., ενώ ανάμεσα σε αυτή και της «Τραπεζώνας» (στα 1.139μ.) εντοπίζεται και το ομώνυμο χωριό Αραχναίο (πρώην Χέλι) με σημαντικά αξιοθέατα τη Νέα και Παλιά Μονή Ταλαντίου.

Αρκετά στοιχεία αποδεικνύουν πως η περιοχή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Στους πρόποδες είναι κτισμένο το αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, ενώ ο Παυσανίας αναφέρει πως εκεί ήταν κτισμένη η πόλη Λήσσα, καθώς και ότι στην κορυφή του «Προφήτη Ηλία» υπήρχαν βωμοί του Δία και της Ήρας. Στα εδάφη τής βόρειας πλευράς του φύονται πευκοδάση, η νότια ωστόσο έχει αποψιλωθεί ολοσχερώς. Έχει επίσης δημιουργηθεί αιολικό πάρκο, λόγω του υψηλού αιολικού δυναμικού της περιοχής. Δυστυχώς, το σύνολο των ανθρωπίνων επεμβάσεων έχει επιφέρει σοβαρές αλλοιώσεις στη βιοποικιλότητα της φυσικής χλωρίδας και πανίδας.

 

Στην Ανατολική Αργολίδα και μεταξύ της περιοχής Επιδαύρου και του Αργολικού κάμπου, απλώνεται μία μεγάλη οροσειρά που αποτελεί συγκρότημα του όρους Αραχναίου. Οι σπουδαιότερες κορυφές της οροσειράς αυτής στην περιοχή του Χελιού [Αραχναίου] είναι:

 

  • Η ψηλότερη κορυφή «Ο Παπακώστας» 1.199 μέτρα
  • Η σπουδαιότερη κορυφή «Ο Προφήτης Ηλίας» 1.180 μετρά
  • «Μάλιε λύσεζε» στην περιοχή του Αρνά 1.140 μέτρα
  • «Η Τραπέζωνα» 1.139 μέτρα
  • «Το Σιούρι» 938 μέτρα
  • «Η Ελαφοκορυφή ή Ντρέρι» 931 μέτρα
  • «Η Μάλιε Γκιόναβε» 901 μέτρα
  • «Η Νούσεζα» 871 μέτρα
  • «Η Μάλιζα» 857 μέτρα
  • «Ο Κουτσουρός» 793 μέτρα

Εκτός από τις κορυφές αυτές υπάρχουν και άλλες χαρακτηριστικές κορφές με διάφορες ονομασίες όπως «η Μάλιε Γκλιάτα», «Το Μήτσιουθι», «Η Μάλιε Νιοκάστρεσε», με μικρότερο υψόμετρο. Επάνω στην σπουδαιότερη κορυφή του Προφήτη Ηλία υπήρχε στην Αρχαιότητα Βωμός του Δία και της Ήρας επάνω στον οποίον οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής θυσίαζαν σε περιόδους λειψυδρίας.

 

Όρος Αραχναίο. Φωτογραφία: dimitrios mavridis

 

Επίσης στην Αρχαιότητα η κορυφή του Αραχναίου χρησιμοποιείτο και σαν σπουδαίος σταθμός «Φρυκτωρίας», δηλαδή ενδιάμεσος σταθμός μετάδοσης φωτεινών σημάτων, με τα οποία μεταβιβάζονταν ειδήσεις από πολύ μακρινές αποστάσεις.

Ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα αναφέρει ότι από το σταθμό αυτό, στην κορυφή του Αραχναίου, μεταδόθηκε στα Ανάκτορα του Ατρέα στις Μυκήνες η είδηση, ότι πραγματοποιήθηκε η άλωση της Τροίας.

Από την κορυφή του όρους Αραχναίου φαίνεται ολόκληρη η λεκάνη, όπου βρίσκεται κτισμένο το Χέλι (σημερινό Αραχναίο). Φαίνεται επίσης το φρούριο Γκύκλος και οι τοποθεσίες Βίλια και Βίλιζα που βρίσκονται κάτω από το φρούριο Γκύκλος προς την περιοχή του Λυγουριού. Φαίνεται ακόμα και η Ακρόπολη των Αθηνών και από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι το μήνυμα για την άλωση της Τροίας που στάλθηκε με τον πυρσό από την κορυφή του Αραχναίου στις Μυκήνες, το είχαν πάρει οι παρατηρητές της κορυφής αυτής με τον ίδιο τρόπο από την Ακρόπολη των Αθηνών.

Το όρος Αραχναίο στην αρχαιότητα χαρακτηριζόταν από τον Ησύχιο ως «Ύστελλειον» και «Υσσέλινον» και από τον Σουίδαν ονομαζόταν «Σαπησελάτων». Σαπησελάτων χαρακτηρίζει το ορός Αραχναίο και ο Παυσανίας, στην περιήγηση του στην Αργολίδα, ο οποίος αναφέρει ότι ενώ βάδιζε από τις Μυκήνες προς την Επίδαυρο, αφήνει στα αριστερά του το Σαπησελάτων Αραχναίο.

Παραθέτω την ακριβή περιγραφή του Παυσανία για το Αραχναίον όρος.

 

Κατά δε την ες Επίδαυρο ευθείαν εστί κώμη Λήσσα, ναός δε Αθηνάς εν αυτή και ξόανον ουδέν τι διάφορον ή το εν τη Ακροπόλει τη Λαρίσση. Εστί δε όρος υπέρ της Λήσσης το Αραχναίο πάλαι δε Σαπησελάτων επί Ινάχου το όνομα ελήφθη. Βωμοί δε εισίν εν αυτώ Διός τε και Ηρας, δεήσαν όμβρον, σφίσιν ενταύθα θύουσι.

Και παρακάτω η μετάφραση:

«Στο δρόμο κατ’ ευθείαν προς την Επίδαυρο υπάρχει μια κώμη Λήσσα που έχει Ναό της Αθηνάς με ξόανο (ξύλινο άγαλμα) που δεν διαφέρει από της Ακρόπολης (του Άργους). Πάνω δε από τη Λήσσα είναι το όρος Αραχναίο παλαιότερα Σαπησελάτων, που πήρε το όνομα του από την εποχή του Ινάχου. Πάνω δε σε αυτό υπάρχουν Βωμοί του Δία και της Ήρας όπου θυσίαζαν όταν χρειάζονταν βροχή».

Στο παραπάνω κείμενο μπορούμε να κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις:

1) Ο Δίας λατρευόταν και ως «Καιρικός» θεός με ειδικές τελετές σε περίπτωση ανομβρίας, όπως ο «Ακραίος Ζευς» στην περιοχή του Πηλίου. Επίσης σε διάφορα μέρη ο Καιρικός Δίας είχε και τα επίθετα: Νεφεληγερέτης, Όμβριος, Υέτιος, Κεραυνός, Σημαλέος, κ.λπ.

2) Το Σαπησελάτων ή Σάπης Ελατών είναι πιθανότατα έκφραση με παραμορφωμένο το πρώτο συνθετικό Σάπης, αντί του ορθού Νάπης που σημαίνει κοίλωμα εδάφους κατάφυτου. Άρα το Σάπης Ελάτων προέρχεται από το Νάπης Ελάτων, δηλαδή περιοχή με έλατα ή διαφορετικά Ελατόβουνο.

Όλοι οι παραπάνω χαρακτηρισμοί σημαίνουν ότι σε πολύ παλιές εποχές το όρος Αραχναίο ήταν κατάφυτο από έλατα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου καταστράφηκαν, το πιθανότερο από πυρκαγιές και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που το ελατοδάσος που υπήρχε εκεί δεν ανανεώθηκε, γιατί πιστεύεται πως όταν καταστραφεί από πυρκαγιά δεν ανανεώνεται ποτέ.

 

Αρνάς, η μία κορυφή του Αραχναίου και από κάτω το Λυγουριό – Αρχαία Λήσσα.

 

Από προσωπική εμπειρία γνωρίζω ότι στη θέση Άρεζε-Γκίλεζα και εκατό μέτρα κάτω από το δημόσιο δρόμο, μέχρι και τα τελευταία πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο χρόνια, υπήρχε μικρό έλατο, χαμηλό βεβαία κα πολύ βραδείας ανάπτυξης και εγώ ο ίδιος είχα φροντίσει να το περιφράξω για να το προστατέψω από τα γίδια που έβοσκα στην περιοχή εκείνη. Δεν γνωρίζω μέχρι πότε διατηρήθηκε αυτό γιατί για πολλά χρόνια δεν ζούσα στο χωριό, σήμερα όμως δεν υπάρχει τίποτα, γιατί πρόσφατα ολόκληρη η χλωρίδα της περιοχής εκείνης καταστράφηκε από πυρκαγιά.

Η ύπαρξη λοιπόν στην περιοχή του Αραχναίου έστω και αυτού του μεμονωμένου έλατου, φανερώνει πως η περιοχή εκείνη κάποτε ίσως να ήταν κατάφυτη από έλατα, όπως άλλωστε αναφέρουν και οι αρχαίοι συγγραφείς. Εκτός από το ελατοδάσος στην περιοχή του Αραχναίου υπήρχαν και εκτάσεις κατάφυτες από δρυς ή Λίσιε όπως λέγονται στα Αρβανίτικα, από αυτό δε και η ονομασία κάποιας κορυφής του Αραχναίου Μάλιε-Λίσεζε που σημαίνει κορυφή γεμάτη δρυς [βελανιδιές].

Αλλά και σήμερα ακόμη στην Μάλιε-Λίσεζε και γενικότερα στην γύρω περιοχή του Αρνά, υπάρχουν σποραδικά δρυς μεγάλης ηλικίας που και αυτές όμως σιγά-σιγά πεθαίνουν, είτε από φωτιά που βάζουν στην κουφάλα του κορμού τους οι κάτοικοι της περιοχής αναζητώντας κρυμμένους θησαυρούς από την εποχή που εκεί έμεναν και κυριαρχούσαν οι ληστές, είτε από το τσεκούρι των χωρικών για να τα μετατρέψουν σε καυσόξυλα, είτε ακόμη και από γεράματα όπου σαπίζουν λίγο-λίγο και χάνονται με το πέρασμα του χρόνου. Δεν ξέρω σήμερα πόσα από τα γέρικα αυτά δέντρα σώζονται.

Σήμερα [2002] τα μόνα είδη χλωρίδας που υπάρχουν στο όρος Αραχναίο είναι τα πουρνάρια που κυριαρχούν σε όλη την έκταση του. Τα μεγάλα βέβαια δέντρα είναι σποραδικά και υπάρχουν μόνο στις χαράδρες και κύρια όπου η ιδιοκτησία τα έχει προφυλάξει. Μεγάλες εκτάσεις καλύπτονται από χαμηλά πουρνάρια (πατουλιές όπως συνηθίζονται να λέγονται). Υπάρχουν ακόμα φιλίκια (Γλαντζινιές), Αγριοφυστικές (Κοκορετσιές), Σφάκες, σε λίγες περιοχές υπάρχουν κουμαριές κ.λπ. Σε υψόμετρο κάτω από τα πεντακόσια μέτρα υπάρχουν σε αφθονία και οι αγριελιές.

Οι κάτοικοι του Πόρου και της Τροιζίνας το όρος Αραχναίο στο σύνολο του το ονομάζουν «Κοιμωμένη» γιατί πραγματικά από τις περιοχές εκείνες όταν παρατηρείς την οροσειρά του Αραχναίου μοιάζει σαν μια ύπτια κοιμούμενη γυναίκα με υψωμένο το γόνατο. Μοιάζει δε καταπληκτικά με το στο πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών αριστοτέχνημα του μνημείου Αφεντάκη που κατασκευάστηκε από το γλύπτη Χαλεπά τη γνωστή «Κοιμωμένη του Χαλεπά».

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

 

Πορφύρες από την Ερμιόνη, ένα βιβλίο του Γιάννη Σπετσιώτη και  της  Τζένης Ντεστάκου


 

Αλέξανδρος δε Σούσων κυριεύσας παρέλαβεν εν τοις βασιλείοις τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος, την δε άλλην κατασκευήν και πολυτέλειαν αδιήγητον, όπου φασί και πορφύρας Ερμιονικής ευρεθήναι τάλαντα πεντακισχίλια, συγκειμένης μεν εξ ετών δέκα δεόντων διακοσίων, πρόσφατον δε το άνθος έτι και νεαρόν φυλαττούσης, αίτιον δε τούτου φασίν είναι το την βαφήν δια μέλιτος γίνεσθαι των αλουργών, δι’ ελαίου δε λευκού των λευκών και γαρ τού­των τον ίσον χρόνον εχόντων την λαμπρότητα καθαράν και στίλβουσαν οράσθα. (Βίοι Παράλ­ληλοι, Αλέξανδρος 36).

 

«Πορφύρες από την Ερμιόνη»,  ένα βιβλίο του Γιάννη Σπετσιώτη και  της  Τζένης Ντεστάκου, το πρώτο της σειράς «Μύθοι και Αλήθειες», το οποίο κυκλοφόρησε το 2011, ζωντανεύει τους μύθους και την ιστορία της Πορφύρας στην Ερμιόνη.

 

Πορφύρες από την Ερμιόνη

 

 

Βουτήξαμε την πένα μας σε πορφυρένιο μελανή ανεξίτηλο αιώνες τώρα. Μες από λάφυρα μύθων και θρύλων, ιστορικές αλήθειες και ζωντανές εικόνες ανασύραμε κομμάτι του πολιτισμού μας ανεκτίμητο και συναρπαστικό.

Αυτό που έκανε τον τόπο μας ξακουστό και περιζήτητο σ’ ένα κόσμο περασμένο που δηλώνει, ωστόσο, την παρουσία του και μας ξαφνιάζει.

Είναι η πορφυρά το κοχύλι, το χρώμα, το ένδυμα, το έμβλημα, η δύναμη, ο πλούτος, η δόξα. Αναλογιζόμενοι το μέγεθος της πρόκλησης και της ευθύνης  σάς καλούμε να ταξιδέψουμε μαζί σ’ αυτό το ταξίδι, γιατί της μεγάλης πολιτιστικής παρακαταθήκης είμαστε όλοι κληρονόμοι…

  

Δυο λόγια…

(…κι ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας)

 

Άνοιξη του 2003

 

Πώς τολμούν και περνούν τα χρόνια! Μια βόλτα στο Μπίστι. Κι η φύση στην πιο «γλυκιά της ώρα»… Άρωμα πεύκου κι αγέρι θαλασσινό. Μάς προκαλούν, να τα σκορπίσουμε… Τα πρώτα κρινάκια. Δειλά μάς γνέφουν: Καλοτάξιδοι!  Κι ο δρόμος μας, στρωμένος κοχύλια. Οι ψυχές γαληνεύουν… Μα ο χρόνος, αμείλικτος. δε σταματά. Τρία κλικ στις στιγμές του. Ν’ αδράξουμε τη μέρα! Να γράψουμε! Να ονειρευτούμε! «Να κρατηθούμε μέσα στη φυγή!»

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη…

Μια ιστορία – που μοιάζει παραμύθι, αρχινά… Με ταξίδια στο χρόνο. Ξεκινά απ’ τα «γύρω μας», πλανιέται στα «εντός μας»… Τριγυρνάμε στην πόλη. Ακουμπάμε αισθήσεις. Μελετάμε βιβλία. Ακούμε ψιθύρους. Συντροφιά η φαντασία… Αποζητάμε την έμπνευση… Απανωτά flash back. Κι ύστερα, η χαρά. Συναντά τη δημιουργία… Και ισόποση λύπη. Δύσκολο το «ταξίδι», σα γίνεται μοναχικό… Όμως, μια λέξη, δυο εικόνες, τρεις θύμησες και… φούσκωνε το αεράκι της γραφής. «Κι έγραφε κι έπλεε, κι έγραφε και ταξίδευε, και πήγαινε και πάει…». 

 

Λίγο πριν την Άνοιξη του 2011

 

Οκτώ χρόνια μετά… Δίπλα τους γέρνει ο Φλεβάρης. Η γραφή χαράχτηκε παρέα με τις μνήμες. Το παραμύθι ζωντανεύει. Η ιστορία γίνεται βιβλίο. Το πρώτο της σειράς. Η Ερμιόνη ποζάρει μέσα από τις Πορφύρες της. Οι αλήθειες αγκαλιάζουν τους μύθους τους. Δυνατά φυσούν το ταξίδι μας. Στην πόλη που αγαπήσαμε και ζήσαμε: Ζωή καθάρια. με το Ζ με το Ω και το Η της… Ας σαλπάρουμε μαζί! Καλοτάξιδοι στα όνειρα που γίνονται ΖΩΗ… Και τα ταξίδια μας δεν θα ‘χουν τέλος…

 

Πορφύρες από την Ερμιόνη

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Σελίδες 32, Αθήνα 2011

ISBN: 978-960-93-2489-2

                               

  

Σχετικά θέματα:

 

Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807. Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια της τουρκοκρατίας ίσχυε στην Πελοπόννησο το διανεμητικό σύστημα φορολογίας. Κατ’ αυτό, οι επαρχίες και οι κοινότητες έπρεπε να καταβάλουν το ποσό που αναλογούσε σ’ αυτές σύμφωνα με τον καταλογισμό που έκανε το κράτος. Στην πρωτεύουσα του πασαλικίου, την Τριπολιτσά, οι εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων μοραγιάνηδων, συνέτασσαν κάθε έτος το «Κοινόν κατάστιχον του Μορέως», βάσει του οποίου κάθε επαρχία συνέτασσε το δικό της φορολογικό κατάστιχο και το έστελνε στην Τριπολιτσά για να το επικυρώσει ο αρμόδιος καδής. Το κατάστιχο αυτό χρησίμευε και στον απολογισμό που έκανε κάθε δημογεροντία σε επαρχιακή συνέλευση, με την παρουσία του βοεβόδα και του καδή, προς απαλλαγή των προεστών από τις ευθύνες της διαχείρισης.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Ορισμένα κατάστιχα επαρχιακών συνελεύσεων της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Καρύταινας (1819-1820) και της Πάτρας (1819) έχουν ήδη δημοσιευθεί. Υπάρχει όμως και ένα ανέκδοτο κατάστιχο της δημογεροντίας του Άργους των ετών 1806-1807, το οποίο παρουσιάζει ικανό ενδιαφέρον λόγω της έκτασής του και του πλήθους των αναγραφών και εν γένει των καταγεγραμμένων στοιχείων. Φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και περιλαμβάνεται στο αρχείο του Ρήγα Παλαμήδη. Το πώς βρέθηκε το έγγραφο αυτό στο αρχείο του ανωτέρω δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αν λάβουμε υπόψη μας ότι αυτός είχε χρηματίσει κοινός γραμματικός της πελοποννησιακής «γερουσίας» και υπηρετούσε κοντά στον δραγομάνο της Πελοποννήσου. Φαίνεται πως για κάποιο λόγο είχε τεθεί υπόψη του και το κράτησε στο αρχείο του.

Το κατάστιχο αποτελείται από 7 ημίκλαστες κόλλες διαστάσεων 28,5 x 38 εκ. μ., δηλ. από 28 σελίδες χωρίς αρίθμηση, οι οποίες απαρτίζουν τεύχος που συγκρατείται στη ράχη με κλωστή. Άγραφες είναι μόνο οι σελίδες 18 και 25. Η γραφή είναι επιμελημένη και διορθώσεις υπάρχουν μόνο σε ορισμένους αριθμούς-ποσά.

Στην πρώτη σελίδα υπάρχει η εξής επιγραφή: «δευτέρι του αναγνώστη ντοροβίνη. 1806: μαρτίου 9». Συμπεραίνουμε ότι ο αναφερόμενος Αναγνώστης Ντοροβίνης υπήρξε συντάκτης του καταστίχου και αποτελούσε εκτελεστικό μέλος της επαρχιακής δημογεροντίας Άργους. Προφανώς ήταν ο σεντούκ εμίνης  (τουρκ. sendik emin-i), ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη σύνταξη των καταστίχων και των φορολογικών καταλόγων της επαρχίας του, καθώς και την φύλαξη των ποσών που συγκεντρώνονταν για τις τουρκικές αρχές. Γνωστοί, ύστερα από αυτόν  σεντούκ εμίνηδες της ίδιας επαρχίας ήσαν οι Αναγνώστης Γκελμπερής και Νικ. Ζεγκίνης. Όπως σημειώνει ο περιηγητής W. M. Leake (1805) ο μουκατάς (δικαίωμα είσπραξης προσόδων) του Άργους ανήκε σε μία από τις αδελφές του σουλτάνου, η οποία είχε αναθέσει την είσπραξή του σε Έλληνες.

Το κατάστιχο είναι διαιρεμένο σε δύο μέρη. Το α’ μέρος περιλαμβάνει αναγραφές για τα «έξοδα της εξαμηνιαίας του μουαρεμίου» (9η Μαρτίου έως 8η Σεπτεμβρίου του έτους 1806 [σσ. 2-7]) και το τύπωμα, δηλαδή η διανομή και η είσπραξη των φόρων κατά χωριό (σσ. 8-9). Ακολουθούν οι αναγραφές «της εξαμηνίας του ρετζεπίου» (9 Σεπτ. 2006 – 25 φεβρ. 1807 [σσ. 10-15]) με το αντίστοιχο τύπωμα (σσ. 16-17). Το β΄μέρος περιλαμβάνει αναγραφές του έτους 1807 (26 Φεβρ. – 29 Ιουνίου) [σσ. 19-24] και στο τέλος (σσ. 26-27) καταχωρίζεται συγκεντρωτικός πίνακας δοσοληψιών των προαναφερθέντων ετών. Έχουμε δηλαδή αναγραφές για τρία εξάμηνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807

 

Σχετικά θέματα:

 

Η εκσυγχρονιστική πολιτική του Τρικούπη και το Άργος. Βασίλειος Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Σχολικός Σύμβουλος. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Αν για την Ευρώπη το τέλος του 18ου αιώνα και το πρώτο μισό του 19ου είναι η εποχή των επαναστάσεων και το δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα η εποχή του κεφαλαίου και της δημιουργίας των αυτοκρατοριών, γεγονός που κάνει ιδιαίτερα συναρπαστικό τον αιώνα αυτό [1], για την Ελλάδα του 19ου αιώνα η επανάσταση του 1821, η απελευθέρωση, η προσπάθεια συγκρότησης οργανωμένου κράτους και το πείραμα του αστικού εκσυγχρονισμού του Τρικούπη είναι βασικοί σταθμοί της πορείας της ελληνικής κοινωνίας που αποδεικνύουν ότι, και αν ακόμη δεν ακολουθεί τον ευρωπαϊκό πολιτικο-κοινωνικό και οικονομικό βηματισμό, οραματίζεται και επιχειρεί. [2] Σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο ενός αιώνα που αρχίζει για την Ελλάδα με επανάσταση και λήγει με ήττα (1897), που είναι μια από τις καθοριστικές παραμέτρους και προάγγελος μιας στρατιωτικής εκσυγχρονιστικής επανάστασης (1909), ο μελετητής της εποχής του Τρικούπη ίσως εκτιμήσει ως πρώιμη την απόπειρά του, σε σχέση με το  επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας γενικά και της  πολιτικοοικονομικής δομής της ειδικότερα.

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Η πολιτική εκσυγχρονισμού του Τρικούπη ή ο νεωτερισμός του είναι ένα ενδιαφέρον και θεμελιακό ζήτημα για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας και πρόκληση ταυτόχρονα για την κατανόηση της πολυπλοκότητας της Νεοελληνικής  Ιστορίας. Ο Σπύρος Τζόκας, στο βιβλίο του Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, παρουσιάζοντας  τη ζωή και το έργο του Τρικούπη διαπιστώνει τα εξής:

«Η προσωπικότητα του Μεσολογγίτη πολιτικού είναι άρρηκτα δεμένη με μια από τις πολυτάραχες περιόδους της νεοελληνικής Ιστορίας, της οποίας οι εξελίξεις, οι αντιφάσεις, οι πρόοδοι και τα πισωγυρίσματα χρήζουν ευρύτερης και συστηματικότερης έρευνας, ώστε να απαντηθούν ερωτήματα που διαρκώς προκύπτουν». [3] 

Αν ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, φαίνεται ότι η πολιτική και η κοινωνική της εφαρμογή είναι μια «αιματηρή» σύγκρουση πολλών επιπέδων και δραματικών επιλογών. Σ’ αυτό το χώρο των πολιτικών επιλογών και συγκεκριμένα του Τρικουπικού εκσυγχρονισμού, [4] ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας υπήρξε καθοριστικός. Η λειτουργία του πολιτικού συστήματος στη βάση της κοινωνικής δομής, δηλαδή στη μικρή πόλη και την κοινότητα, παρέχει τη δυνατότητα ασφαλέστερης, πρωτογενούς και αυθεντικής προσέγγισης των διαμορφούμενων πολιτικών σχέσεων, και μάλιστα στη συγκεκριμένη και χρονική περίοδο, αλλά και της υποδοχής των θεσμικών παρεμβάσεων μέσα από τα δίκτυα εξουσίας και οικονομικής και κοινωνικής δράσης. Το γεγονός αυτό δεν απλοποιεί τα πράγματα αλλά περιορίζει το πεδίο ανάλυσης και ίσως βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων.

Με αφετηρία αυτές τις παρατηρήσεις θα επιχειρήσω  να προσδιορίσω σαφέστερα το θέμα μου προβάλλοντας το εξής βασικό ερώτημα: Η ολομέτωπη, ουσιαστικά, πολιτική αντίδραση του Άργους [5] απέναντι στον Τρικουπικό εκσυγχρονισμό, σημαίνει ότι ο Αργειακός λαός απέρριψε το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής κοινωνίας ή ότι η εγγράμματη τοπική  ελίτ, η κρατική αστική ομάδα και τα υπολείμματα των προεστών αντιδρούν απόλυτα και έντονα στην προσπάθεια κοινωνικής αναβάθμισης και οικονομικής προόδου, δίνοντας ουσιαστικά μια ψεύτικη εικόνα για τη στάση του μεγαλύτερου τμήματος της αγροτικής κοινωνίας του Άργους, το οποίο εξαρτημένο και υπανάπτυκτο ακολουθεί την πορεία που του υποδεικνύεται ή που φαινομενικά του επιβάλλεται;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, όπως θα φανεί στη συνέχεια, μπορεί να είναι διπλή. Στην πρώτη ανάγνωση των στοιχείων φαίνεται ότι η Αργειακή κοινωνία κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση με τη θεσμοθετούμενη κοινωνική, πολιτική και οικονομική αστική εξέλιξη [6] παρά το ότι εκφράζει, μέσω του τύπου, αιτήματα εκσυγχρονιστικά. Μια δεύτερη, όμως, ανάγνωση μπορεί να αναδείξει τη διαφορετική, έστω και λόγω διαίσθησης, αντίδραση της πλειοψηφίας του Αργειακού λαού, ο οποίος δεν μπορεί να εκφραστεί, τουλάχιστον, μέσω του τύπου και των μηχανισμών εξουσίας αλλά διαφαίνεται η στάση του σε διάφορες ευκαιρίες πολιτικών  επιλογών.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να καταγράψουμε και να ερμηνεύσουμε τη στάση της κοινωνίας του Άργους απέναντι στο εκσυγχρονιστικό όραμα του Τρικούπη μελετήσαμε τις τοπικές εφημερίδες. Άλλες πηγές δεν εντοπίστηκαν. Αυτή η μοναδικότητα του είδους των πηγών δημιουργεί ερωτηματικά για τη δυνατότητα ουσιαστικής κατανόησης των πολύπλοκων διεργασιών και σχέσεων, σκοπιμοτήτων και συμφερόντων που συνυπάρχουν και  οδηγούν στην τελική διαμόρφωση της πρώτης σελίδας της εφημερίδας. Όμως, η προσεκτική προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει στην αρκετά ικανοποιητική κατανόηση των παρεχομένων πληροφοριών. [7]

Θεόδωρος Δηλιγιάννης (1824 ή 1820-1905). Πέντε φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα και να προσδιορίσουμε την πραγματική στάση της Αργειακής κοινωνίας είναι αναγκαίο να επισημάνουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του Τρικουπικού εκσυγχρονισμού και του Δηλιγιαννικού εθνικισμού, τα οποία συνοπτικά και συμβολικά αποτυπώνονται και στην επιλογή των ονομάτων των αντίστοιχων κομμάτων, Νεωτερικόν το κόμμα του Τρικούπη και Εθνικόν το κόμμα του Δηλιγιάννη. Η ονομασία επομένως απηχεί και τις πολιτικές επιλογές του κάθε κόμματος.

Ο νεωτερισμός του Τρικούπη συνίσταται στη διάκριση των εξουσιών και στην ανάπτυξη της ιδιωτικής κοινωνίας μέχρι την αυτονόμησή της ενώ για τον Δηλιγιάννη εθνική ήταν αυτή καθαυτή η ανάπτυξη του ανάμικτου κρατικοινωνικού συστήματος μέσα στο οποίο έδρευαν και τα ιδιωτικά συμφέροντα. Η αντίθεση αυτή και η ύπαρξη των δύο κομμάτων συγκροτεί την αρχή του νεοελληνικού δικομματισμού. Και τα δύο κόμματα επεδίωκαν να αντιπαρατεθούν στο επίπεδο του χειρισμού και της αξιοποίησης  της κρατικής μηχανής. Ο εκσυγχρονισμός με όλες τις προεκτάσεις του αποτελούσε λειτουργική προϋπόθεση για την εθνική ανόρθωση και από αφηρημένο δεοντολογικό σχήμα γίνεται αντικείμενο ανταγωνισμού [8].

Στην περίοδο από το 1875 και μετά παρουσιάζεται μια αισθητή αλλαγή των κυρίαρχων κοινωνικών  και οικονομικών δομών της χώρας. Η ένταση του ρυθμού αστικοποίησης αυξάνεται, η εμπορευματοποίηση της αγροτικής παραγωγής έχει ήδη συντελεστεί και ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας γίνεται πιο περίπλοκος και νέα κυρίαρχα κοινωνικά  στρώματα αρχίζουν να συγκροτούνται που δεν ενδιαφέρονται τόσο για την κρατική εξουσία όσο για τη δυνατότητα οικονομικής δραστηριοποίησης με τη λήψη μέτρων που θα ευνοούσαν την προώθηση των συμφερόντων τους (Βιομήχανοι, Σταφιδέμποροι, Χρηματιστές). Ο ρόλος του κράτους είναι κυρίαρχος στη διαδικασία της  απόσπασης υπερπροϊόντος από τους εργαζόμενους με σκοπό τη δημιουργία νέων κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων [9].

Ο Τρικούπης εκφράζοντας αυτά τα νέα κοινωνικά στρώματα και τον πόθο για οικονομική ανάπτυξη εξυπηρετεί το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο στην πορεία προς την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό των κοινωνικών σχέσεων. Βασικά αιτήματα που προβάλλει είναι η συγκρότηση κράτους δικαίου, ο εξορθολογισμός της διοίκησης με τον καθορισμό των προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να περιοριστεί η ευνοιοκρατία, η ανάπτυξη της οικονομίας και ενίσχυση της γεωργίας, η βελτίωση της άμυνας και της υποδομής κατά κύριο λόγο του συγκοινωνιακού δικτύου. Αυτό θα το πετύχαινε με την οργανωτική αναδιάρθρωση, τη βελτίωση των οικονομικών του κράτους, την αύξηση των φόρων, τη σύναψη δανείων και την παροχή κινήτρων για επενδύσεις. Ο Τρικούπης αποβλέπει στο μοντέλο της αγγλικής κοινωνίας, στην ενίσχυση της οικονομίας και αποδυνάμωση της πολιτικής εξουσίας.

Αντίθετα ο Δηλιγιάννης στοχεύει στην ισχυρή πολιτική εξουσία που θα ελέγχει την οικονομία, προβάλλει την κοινωνική δικαιοσύνη, τη μείωση των φόρων, τη διατήρηση του κράτους ως προνομιακού χώρου πελατειακών εξυπηρετήσεων, την απέχθεια του στο χρηματιστικό κεφάλαιο και την οικονομική ανάπτυξη με βάση τις παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες. Στους κόλπους του κόμματός του είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι δυσαρεστημένοι από κάθε κοινωνικό στρώμα. Ουσιαστικά ο Δηλιγιάννης εξέφραζε τη δυσαρέσκεια εναντίον του Τρικούπη.

 

Άργος

 

Μέσα σ’ αυτό το αντιφατικό και συγκρουσιακό πολιτικό  τοπίο, όπου κάθε φορά που ο Τρικούπης παίρνει την εξουσία και θεσμοθετεί, ακολουθεί ο Δηλιγιάννης που καταργεί τα νομοθετήματα και ακυρώνει τις κρατικές λειτουργίες, ποιά είναι η στάση της Αργειακής κοινής γνώμης αλλά και του Αργειακού τύπου που, όπως φαίνεται, είναι η αποκλειστική πηγή πληροφοριών για την εποχή εκείνη;

Το κλίμα που επικρατεί σε σχέση με την πολιτική Τρικούπη είναι ιδιαίτερα αρνητικά φορτισμένο λόγω της εμπάθειας και του φανατισμού ο οποίος κυριαρχεί. Το κύριο σώμα των τοπικών εφημερίδων (Άργος, Αργολίς, Δαναός, Αγαμέμνων) τοποθετείται αρνητικά απέναντι στην πολιτική Τρικούπη, χωρίς να λείπουν και αντικειμενικές τοποθετήσεις είτε πραγματικές είτε τεχνητές. [10] Στον αντίποδα η εφημερίδα Ερασίνος υπερασπίζεται την πολιτική Τρικούπη αποφεύγοντας γενικά την υιοθέτηση σκληρού και υβριστικού λόγου χωρίς να αποκλείεται κάποια φορά και αυτό στη δίνη της πολιτικής αντιπαράθεσης. [11]

 

Αγαμέμνων

 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι το αίτημα του εκσυγχρονισμού κυριαρχεί στον τοπικό τύπο γύρω στο 1875. Η εφημερίδα  Αργολίς σε άρθρο της με τίτλο « Ο Κυρίαρχος Λαός» στηλιτεύει την εκμετάλλευση του λαού και τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Η απόγνωση των πολιτών είναι χαρακτηριστική αλλά και η απαίτηση για εκσυγχρονισμό και εξυγίανση της πολιτικής και οικονομικής ζωής επιτακτική ακόμη και από εκείνους  οι οποίοι στη συνέχεια θα γίνουν οι σκληρότεροι επικριτές του Τρικούπη. [12]

Η άνοδος του Τρικούπη στην εξουσία με κυβέρνηση «διαβατική », δηλαδή μεταβατική, ύστερα από πρόσκληση του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ και σε αντίθεση με την αρχή της δεδηλωμένης που θεσμοθετήθηκε το 1875, αντιμετωπίζεται από τον τοπικό τύπο θετικά χωρίς να παραλείπεται η επισήμανση της ανακολουθίας του Τρικούπη σε σχέση με τις διακηρύξεις του (Το άρθρο του Τις πταίει;). Παράγοντας που προσδιορίζει τις πολιτικές εξελίξεις είναι ο βασιλιάς ο οποίος, ταυτόχρονα, είναι και «ο θεματοφύλακας του έθνους και η καταφυγή στις δύσκολες στιγμές». Η ανάγκη χειραγώγησης της κυβέρνησης Τρικούπη από τους πολιτευόμενους και τον τύπο είναι η βασική πρόταση για την επιτυχία της. Ταυτόχρονα εκτιμάται ως θετική η διενέργεια των εκλογών του 1875 από την κυβέρνηση Τρικούπη κατά τρόπο τίμιο και συνταγματικό (Αργολίς, 3-9-1875). [13]

Η ανάληψη της εξουσίας από τον Τρικούπη το 1880 και η κατάργηση, στο επτάμηνο διάστημα της άσκησης της εξουσίας,  του φόρου της δεκάτης,  φαίνεται να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των γεωργών και των κτηνοτρόφων. [14] Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη η περίπτωση κτηνοτρόφου από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα) της Αργολίδας. Σε επίσκεψη του Τρικούπη στο Ναύπλιο (Ιούλιος του 1880) θα του εκφράσει τις ευχαριστίες του για την κατάργηση του φόρου της δεκάτης: «Είσαι ο πρωθυπουργός; Ο θεός να σε πολυχρονάη. Σ’ ευχαριστούμε πολύ που μας έσωσες από τα κονάκια και από το φόρο της δεκάτης .Έκαμες μυστήριο. Όλοι οι χωρικοί ανάπτουν κερί στο όνομά σου». Ας σημειωθεί ότι η εφημερίδα που αναφέρει το περιστατικό αντιπολιτεύεται έντονα τον Τρικούπη. [15] Το περιστατικό αυτό, αν και είναι από τα ελάχιστα που αναφέρονται και κάνουν θετική αποτίμηση της πολιτικής του Τρικούπη, νομίζω ότι αποκαλύπτει το θετικό αντίκτυπο που είχε η κατάργηση του φόρου της δεκάτης και  η πολιτική Τρικούπη στον απλό γεωργό και κτηνοτρόφο και γενικότερα στον  απλό πολίτη που δεινοπαθούσε έντονα, μέχρι τότε, από τους ενοικιαστές των φόρων, οι οποίοι  τον εκμεταλλεύονταν άπληστα.

 

Αργολίς

 

Η επομένη περίοδος (3-3-1882 μέχρι 19-4-1885) είναι η περίοδος των πρώτων σημαντικών μέτρων που παίρνει ο Τρικούπης, τα οποία αφορούν την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου, τη δημιουργία έργων υποδομής αλλά και επιβολής νέων φόρων (καπνού, τσιγαρόχαρτου, πετρελαίου, ειδών πολυτελείας) και την επιδίωξη προσέλκυσης κεφαλαίων από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Επίσης ο Τρικούπης επιδιώκει διασφάλιση της δημόσιας τάξης (νόμοι για τη δίωξη της ληστείας, της ζωοκλοπής, την πάταξη της φοροδιαφυγής, την αναδιοργάνωση της δημόσιας αστυνομίας και της αγροφυλακής), την αναδιοργάνωση του στρατού, την αναμόρφωση του δημοσιονομικού και διοικητικού μηχανισμού και την εκβιομηχάνιση της χώρας.

Σ’ αυτά τα μέτρα η κοινή γνώμη του Άργους φαίνεται να τοποθετείται αρνητικά. Καταγγέλλεται το νέο νομισματικό σύστημα εξαιτίας του οποίου υποτιμήθηκε η δραχμή κατά 12%, με το οποίο επιδιώχθηκε η ενοποίηση του νομισματικού συστήματος (κυρίως όμως ωφελήθηκε, προσωρινά τουλάχιστον η Εθνική Τράπεζα). Επίσης, η επιβολή φόρων και ιδιαίτερα στον καπνό και τα άλλα είδη πρώτης ανάγκης αντιμετωπίζεται με έντονη αντίδραση ( τουλάχιστον φραστική). Συγκεκριμένα καταγγέλλεται ο Πρωθυπουργός της χώρας και οι βουλευτές (Αργολίς 26-11-1882):

 

Κύριοι αντιπρόσωποι του Έθνους, σείς ιδίως οίτινες αποτελείτε την πλειοψηφίαν της Βουλής, την δουλικήν  ακολουθούσαν τω άρματι του δεσποτικοτέρου των πρωθυπουργών, εξ όσων είδεν η νεοτέρα Ελλάς, γνωρίζετε τι κάμνετε , πού φέρεσθε και που ωθείτε το έθνος;… ο κ. Τρικούπης ήλθεν άλλοτε εις τα πράγματα με πρόγραμμα  αυστηροτάτων οικονομιών, δι ών εδημοκόπει και κατήργει δημοσίας θέσεις περιττάς και σήμερον, σήμερον , ότε λέγει, ότι έχομεν ανάγκην χρημάτων κατέπνιξε το έθνος εν τη σπατάλη και τη ασωτεία, εξογκώσας τα δημόσια έξοδα με εκατοντάδες στρατιωτικών προβιβασμών, με παμπληθείς δημοσίας θέσεις…» και καταλήγει η εφημερίδα: « Αντιπρόσωποι του έθνους αποκρούσατε ανδρικώς τους νέους φόρους. Ο λαός γογγύζει. Η φορολογία απορροφά την ικμάδα των μόχθων του. Ευσπλαχνισθήτε την αθλιότητά του και οπισθοχωρήσατε. Άλλως, ατενίσατε μετά δέους και φρίκης το μέλλον.

 

Στην εντεινόμενη αντίθεση προς την πολιτική Τρικούπη η επίκληση στο λαό είναι έντονη και συνεχής:

 

Δυστυχώς Ελληνικέ λαέ ιδού οσημέραι φθίνεις. Ιδού σε αναμένει φοβερά χρεωκοπία… έως πότε θα κύπτης τον αυχένα ενώπιον του Δημάρχου, του Βουλευτού και άλλου πολιτικού κομματαρχίσκου… αναγνώρισον λαέ την δύναμίν σου, συνισταμένην εις την πολύτιμόν Σου ψήφον. Πάταξον δι’ αυτής τους βεβήλους μνηστήρας, και δός την ωραίαν νύμφην εις αχράντους και χρηστούς, ίνα διατηρήσωσι ταύτην αγνήν παρθένον. [16]

 

Οι καταγγελίες επεκτείνονται από την πολιτική διαφθορά και την άδικη εκμετάλλευση του πολίτη μέχρι την καταδίωξή του από τους εισπράκτορες των φόρων και τους χωροφύλακες. Η εφημερίδα  Δαναός τις παραμονές των εκλογών και της ήττας του Τρικούπη ( 19-4/ 1-5-1885) σε άρθρο της με τίτλο Εθνικός Αγών αποφαίνεται ότι η «Η δυστυχία του λαού δεν έχει όρια» και απευθυνόμενη στο λαό τονίζει ότι «Πρέπει το αχρείον, το φαύλον, το πλουτοκρατικόν, το φορολόγον, το μονοπωλικόν, το σατραπικόν, το τυραννικόν, το καταχθόνιον, το προδοτικόν, το ανήθικον, το επάρατον, το δυσεπάρατον σύστημα Τρικούπη, πρέπει να πέση οικτρόν οικτρώς οικτρότατα. Πρέπει να σφαιροβοληθή πανταχόθεν στις κάλπες μετά φανατικής αγανακτήσεως υπό του λαού και από το οικοδόμημά του, το οποίον έκτισε με τους ιδρώτας του πτωχού Λαού, λίθος επί λίθου να μη μείνει και αυτά τα ερείπια να απολεσθώσιν » [17].

Με την ίδια ένταση οι κατηγορίες θα συνεχισθούν και στη δεύτερη μεγάλη περίοδο της Τρικουπικής διακυβέρνησης (1887-1890). Οι καταγγελίες πληθαίνουν με αίτημα την κυριαρχία του νόμου που έχει διασαλευθεί από την κυριαρχία του χωροφύλακα και του εισπράκτορα των χρηματιστηριακών παιχνιδιών, τους διορισμούς χωρίς να υπάρχουν ανάγκες στο δημόσιο, την καταστροφή του εμπορίου και την επιβουλή στην απονομή της δικαιοσύνης. [18] Παρά την ανανέωση της λαϊκής εντολής οι κατηγορίες θα συνεχισθούν και θα επεκταθούν μέχρι και αυτή της εθνικής προδοσίας στο Κρητικό ζήτημα, το 1889. (Ο Τρικούπης αρνήθηκε την παροχή βοήθειας στους Κρήτες όχι χωρίς αιτιολογία, που όμως δε θεωρήθηκε  επαρκής). [19] Με τη στάση αυτή του τύπου επιχειρείται η  απαξίωση της πολιτικής του Τρικούπη σε όλους τους τομείς που ανέπτυξε δραστηριότητα και κατά συνέπεια η συνολική απόρριψή της. [20]

Στην αρνητική και αντιδραστική αυτή στάση της πλειοψηφίας του τοπικού τύπου απέναντι στην πολιτική Τρικούπη θα πρέπει να προστεθεί και η απογοήτευση που εκφράζεται και για την πολιτική Δηλιγιάννη στη διάρκεια των διαφόρων περιόδων που άσκησε τη εξουσία. Ιδιαίτερα μάλιστα επικριτικά στέκονται στην αποτυχία της προσπάθειας να εισαχθεί σε δίκη ο Τρικούπης με την πρόταση για  σύσταση εξεταστικής επιτροπής (1892) η οποία τελικά  καταψηφίσθηκε και από τον ίδιο το Δηλιγιάννη. [21]

Οι επικρίσεις, επίσης, δεν αφήνουν στο απυρόβλητο και το βασιλιά, ο οποίος θεωρείται υπεύθυνος για την πτώση του Δηλιγιάννη το 1892. Η κύρια ευθύνη, όμως, αποδίδεται στον ίδιο τον  Τρικούπη που καθοδηγεί το βασιλιά, στην προσπάθεια που επιχειρεί ο τοπικός τύπος, για να διασφαλιστεί, τουλάχιστον,  ο βασιλιάς από τη φθορά στα μάτια της κοινής γνώμης, εφ’ όσον χαρακτηρίζεται ο αναμορφωτής της ελληνικής κοινωνίας ενώ οι αντιπρόσωποι του λαού, οι βουλευτές, είναι «τα σεσηπότα μέλη της κοινωνίας» (Αγαμέμνων 25-4-1893) [22].Το αποκορύφωμα της κατάκρισης εναντίον του Τρικούπη και των βουλευτών που τον στηρίζουν θα προκύψει μετά την χρεωκοπία του 1893. [23]

Με βάση, λοιπόν, τα γεγονότα που εκτέθηκαν, η αρνητική στάση της  Αργειακής κοινωνίας απέναντι στην πολιτική του Τρικούπη, φαινομενικά τουλάχιστον, έχει καθολικό χαρακτήρα. Την επίθεση κατά του Τρικούπη φαίνεται ότι κατευθύνει η πνευματική, οικονομική και κρατικοδίαιτη ελίτ του Άργους που θεωρεί ότι η εκσυγχρονιστική αντίληψη   και πρακτική του  αποτελεί άμεση και άκρως επικίνδυνη κατάσταση για τη δυνατότητα διαχείρισης της εξουσίας εκ μέρους της και της κυριαρχικής της λειτουργίας, έστω και σε τοπικό επίπεδο. [24] Εκμεταλλευόμενη την οικονομική και διοικητική κυριαρχία της, επικαλείται τις συνέπειες της πολιτικής Τρικούπη σε βάρος του λαού, αξιοποιώντας τη λαϊκιστική τάση, προκειμένου να διαμορφώσει την κοινή γνώμη εναντίον της πολιτικής αυτής, χωρίς να μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι δεν υπάρχουν βάσιμες και σοβαρές αιτιάσεις για την πολιτική Τρικούπη, ιδίως απέναντι στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα.

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Αν εξετάσουμε, όμως, προσεκτικά και κάποια άλλα  γεγονότα, μαζί με  το επεισόδιο του χωρικού από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), που προαναφέρθηκε, μπορούμε να διατυπώσουμε και μια διαφορετική σκέψη. Οι εκλογές της 16-4-1895 κατά τις οποίες συντρίβεται το κόμμα του Τρικούπη, στην περιοχή του Άργους θα δώσουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα από τα αναμενόμενα, δηλαδή θα υπερισχύσουν  οι υποψήφιοι του Τρικουπικού κόμματος σε βάρος των Δηλιγιαννικών, ώστε να εκπλαγεί η εφημερίδα Αγαμέμνων, η οποία ήταν  σφοδρός πολέμιος της εκσυγχρονιστικής πολιτικής και προσωπικά του ίδιου Τρικούπη. Σε  άρθρο  της  με   τίτλο «Έλληνες ή Ιουδαίοι» επισημαίνει:

 

Κατασυνετρίβη τελείως, ψήψω Λαϊκή, ο εργάτης της χρεωκοπίας και της ατιμώσεως του Έθνους, αλλ’ εκ της πτώσεώς ταύτης ουδείς εχάρη πλήν των εν Μεσολογγίω αντιπάλων αυτού, άπας ο άλλος Λαός επικρογέλασεν έχων υπ’ όψει του αφ’ ενός την αξίαν του ανδρός εκμηδενισθέντος πολιτικώς, και αφ’ ετέρου τον βόρβορον δι’ ού περιεκαλύφθη πάσα αρετή του εκ της ολεθρίας συναλλαγής… μάλλον δε πιστεύομεν ότι νέαν τακτικήν πολιτικής θα μετέλθη ο πολιτευτής ούτος όν θεωρούμεν λίαν επικίνδυνον ως αντιπολιτευόμενον…

 

Επιπλέον,  για τα τοπικά εκλογικά αποτελέσματα η εφημερίδα σημειώνει:

 

Είναι απίστευτον αλλ’ εν τούτοις είναι αληθές ότι η επαρχία Άργους ασπάζεται και μέχρι σήμερον το πολιτικόν πρόγραμμα του κ. Τρικούπη. Τούτο δε απεδείχθη εκ της γενομένης ψηφοφορίας καθ’ ήν πρώτος επιτυχών βουλευτής  εξελέγη ο κ. Ιωάννης Ζωγράφος ταγματάρχης… Ημείς έχοντες υπ’ όψει τον εν ταις άλλαις επαρχίαις του κράτους εκδηλωθέντα μετά την παραίτησιν της Κυβερνήσεως του κ. Τρικούπη πανδηλιγιαννισμόν, ακούοντες δε καθ’ εκάστην παράπονα παρά των συμπολιτών ημών δια την καταθλιπτικήν και δυσβάστακτον φορολογίαν, ήτις δια των νόμων του κ. Τρικούπη είχεν επιβληθεί αυτοίς, επιστεύομεν ότι και η ημετέρα επαρχία φίλα εφρόνει τω κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη. Αλλά μας διέψευσαν τα πράγματα και ιδού η Επαρχία Άργους κατά την 16 Απριλίου απέδειξεν ό,τι και κατά το έτος 1885, ότε ανάδειξεν πρώτον επιτυχόντα βουλευτήν τον αΐδιμον Γεώργιον Τσώκρην φίλον τυγχάνοντα του κ. Τρικούπη μετά του αειμνήστου Αγγέλου Γεωργαντά εκλαμβανομένου ως Τρικουπικού. Και τότε η Επαρχία Άργους ανέδειξεν έναν μόνον βουλευτήν Δηλιγιαννικόν. [25]

 

Αξίζει να επισημανθεί ότι από μια εφημερίδα που μάχεται φανατικά εναντίον του Τρικούπη διατυπώνεται καθαρά η άποψη ότι ο λαός του Άργους και το 1885 αλλά και το 1895 ακολουθεί την πολιτική Τρικούπη άσχετα από τις όποιες μετακινήσεις υποψηφίων βουλευτών προς την πλευρά του Τρικούπη για λόγους καθαρά προσωπικών συμφερόντων. Το γεγονός αυτό  φαίνεται να πιστοποιεί τη διαφορά  απόψεων του εκλογικού σώματος και της τοπικής πολιτικής, κοινωνικής αλλά και δημοσιογραφικής ελίτ.

 

Δαναός

 

Αυτές οι εξελίξεις, αν συνδυασθούν με μια προγενέστερη επίσκεψη του Δηλιγιάννη στο Άργος (Μάρτιος του 1885) και τις αντιφατικές πληροφορίες της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας Δαναός και των εκπροσώπων του Τρικουπικού κόμματος, Τσόκρη και Γεωργαντά, δείχνουν ότι η λαϊκή βάση του κόμματος του Τρικούπη είναι αρκετά ισχυρή και επηρεάζει την τοπική κοινωνία. Η εκλογή  για μια ολόκληρη οκταετία ως δημάρχου, στο Άργος, (1884-1891) του Καλμούχου, ο οποίος στηρίζει την νεωτεριστική πολιτική του Τρικούπη έρχεται να επιβεβαιώσει ακόμη περισσότερο την παραπάνω άποψη. [26]

Ολοκληρώνοντας, λοιπόν,  την εισήγησή μου αυτή νομίζω ότι έγινε  σαφές πως παρά τη φαινομενική μέσω του  τύπου αντίδραση της κοινωνίας του Άργους, τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, αν όχι συνειδητά, πάντως διαισθητικά και έμπρακτα με την επιλογή τρικουπικών βουλευτών και Δημάρχου, [27] ακυρώνουν τη φαινομενολογία των τοπικών πολιτικών πραγμάτων και δημιουργούν προς διερεύνηση το εξής ερώτημα: Μέσα από ποιους μηχανισμούς και διαδικασίες διαμορφώθηκε αυτή η αρκετά σημαντική  φιλοτρικουπική τάση σε μια κοινωνία συντηρητική και πολιορκούμενη από μια δημόσια και συνεχή, μετωπική και επιθετική πρακτική της τοπικής ηγετικής εγγράμματης  ομάδας;

 

Υποσημειώσεις


[1] Πολύ σημαντικά, για τις περιόδους που αναφέραμε,  και ιδιαίτερα κατατοπιστικά για την κατανόηση των ιστορικών γεγονότων που θα επηρεάσουν την παγκόσμια εξέλιξη είναι τα βιβλία του E.J.Hobsbawm: Η εποχή των επαναστάσεων1789-1948,εκδ. ΜΙΕΤ,Αθήνα 1990  – Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994 –  Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.

[2] Να επισημανθεί ότι, αυτό που επιχειρεί ο Τρικούπης μετά το 1880, ήδη στην Ευρώπη ήταν μια πραγματικότητα που οδηγούσε σε νέες θεμελιακές εξελίξεις. Ο E.J. Hobsbawm στο βιβλίο του  Η εποχή του κεφαλαίου1848-1875, σελ.16, σημειώνει : «Η περίοδος από το 1789 ως το 1848 σφραγίστηκε από μια διττή επανάσταση: τον βιομηχανικό μετασχηματισμό, που εγκαινιάστηκε και ως έναν μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη Βρετανία, και τον πολιτικό μετασχηματισμό, που συνδέθηκε με τη Γαλλία και ως έναν μεγάλο βαθμό περιορίστηκε σ’ αυτήν. Και οι δύο αυτές επαναστάσεις σήμαιναν το θρίαμβο μιας καινούριας κοινωνίας, αλλά αν θα ήταν η κοινωνία του θριαμβευτή φιλελεύθερου καπιταλισμού, « του αστού κατακτητή», όπως έλεγε ένας γάλλος ιστορικός, ήταν πιο άδηλο για τους συγχρόνους από όσο για μας σήμερα». Επομένως, ο Τρικούπης αναλάμβανε ένα δυσβάστακτo  χρέος, δηλαδή να εκσυγχρονίσει οικονομικά και πολιτικά την Ελλάδα χωρίς βίαιους κραδασμούς, επιδίωξη ακόμη δυσκολότερη. Να προστεθεί, επίσης, ότι το εγχείρημα του Τρικούπη ξεκινούσε τη στιγμή που, σύμφωνα με όσα γράφει ο Hobsbawm στο βιβλίο του, Η εποχή των αυτοκρατοριών1875-1914,σελ. 26-27, «… το βασικό μοτίβο αυτής της περιόδου,…, είναι η πορεία της κοινωνίας και του κόσμου του αστικού φιλελευθερισμού προς ό,τι έχει ονομαστεί ο « περίεργος θάνατός » του καθώς φτάνει στο απόγειό του, θύμα των αντιφάσεων που περιέκλειε η πρόοδός του».              

[3] Σπύρου Τζόκα, Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, Οδοιπορικό στον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ.11. Στη σελίδα 15 καταγράφονται οι εξελίξεις στην Ευρώπη την περίοδο αυτή αλλά και στην Ελλάδα ειδικά: « Στην Ελλάδα  εμφανίζονται με καθυστέρηση φαινόμενα δομικών μετασχηματισμών, διαδικασίες εκμηχάνισης, αστικοποίηση. Οι παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές αρχίζουν να κλυδωνίζονται και να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μετατροπής  του κοινωνικού-οικονομικού σχηματισμού της χώρας και του καπιταλιστικού μετασχηματισμού της. Το εσωτερικό πλαίσιο της χώρας  φαίνεται να διαφοροποιείται σε σύγκριση με εκείνο των προηγουμένων πενήντα χρόνων».       

[4] Ό.π., σελ.16. Ο Σ. Τζόκας προσδιορίζοντας τον εκσυγχρονιστικό χαρακτήρα της πολιτικής Τρικούπη αναφέρει: «Ο Χαρίλαος Τρικούπης έρχεται να εκφράσει πολιτικά τη δυναμική αυτή, το αίτημα της αστικής τάξης για δομικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις. Προσπαθεί να αναδιοργανώσει και να εκσυγχρονίσει το κράτος, να δημιουργήσει τις βασικές προϋποθέσεις για τη διευκόλυνση της οικονομικής δραστηριότητας, να στηρίξει και να προωθήσει τα πρώτα βήματα της εκβιομηχάνισης. Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπήρξε οπαδός του κοινοβουλευτισμού, επικριτής του Στέμματος, του παλαιοκομματικού πολιτικού συστήματος , που όχι μόνο δεν αντιστοιχούσε, αλλά και παρεμπόδιζε τις συντελούμενες κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες».      

[5] Δημήτρη Χαραλάμπη, Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Η εξωθεσμική συναίνεση στο ελληνικό πολιτικό σύστημα πολιτικό, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1984, σελ.19-38. Στο κεφάλαιο αυτό με τίτλο Τα συγκροτησιακά στοιχεία του πολιτικού κατά το 19ο αιώνα , ο συγγραφέας κάνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον τρόπο διαμόρφωσης  του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα, στοιχείο που επιτρέπει την κατανόηση και την ερμηνεία της οργάνωσης των πολιτικών ισορροπιών, της χρήσης της κρατικής εξουσίας και συνεπώς της αντίδρασης που συναντά ο Τρικούπης στην πολιτική του. Τονίζει ότι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα  με βάση την καθολική ψηφοφορία και την αρχή της δεδηλωμένης ,που συνιστούν και το σύγχρονο χαρακτήρα του, γίνεται πραγματικότητα πολύ αργότερα στις βιομηχανικές χώρες. Όμως το σύστημα αυτό στερείται « από τον τυπικό δυϊσμό της κοινωνικής θέσμισης του Κοινωνικού συμβολαίου… Δεν αποτελεί το τελικό προϊόν κοινωνικών αγώνων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές ελίτ, οι προεστοί, οι τοπικοί προύχοντες, επέβαλαν την πολιτική και κοινωνική τους κυριαρχία, επέβαλαν  την παρουσία τους μέσα στο κράτος, και διαμόρφωσαν την άρθρωση του νεοελληνικού κράτους » (σελ.26). Επίσης εκτιμά ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση είναι αποτέλεσμα αντιπαραθέσεων κορυφής, δηλαδή των τοπικών ηγεμονικών ομάδων και της κρατικής εξουσίας στην οποία επιβλήθηκε η καθολική ψηφοφορία και το κοινοβουλευτικό σύστημα. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, κατά τον συγγραφέα, ήταν η επιβολή της κοινωνικής εξουσίας μιας κοινωνικής ομάδας στις υπόλοιπες. Η βάση αυτού του μηχανισμού κυριαρχίας είναι το λεγόμενο πελατειακό σύστημα, δηλαδή η σχέση πατρωνείας- πελατείας, η οποία εξασφαλίζει την απαραίτητη κοινωνική-εκλογική υποστήριξη η οποία μετατρέπεται σε πολιτική και κοινωνική εξουσία. Έτσι εξασφαλίζεται ο έλεγχος των μαζών , αναιρείται η έννοια του ελεύθερου πολίτη και προωθείται η χειραγώγηση των μαζών μέσα από την ανασφάλεια που δημιουργεί και την ευκαιριακή επιδίωξη υποταγής  τους στην εκάστοτε εξουσία που φαίνεται να υπόσχεται την ικανοποίηση των ατομικών τους επιδιώξεων. Ο πολίτης-πελάτης είναι χρήσιμος μόνο για την εξασφάλιση της ψήφου του στις εκλογές. Οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη και επικίνδυνη.(σελ. 34). Με βάση αυτή την ανάλυση θα μπορούσε να τεθεί το εξής ερώτημα για την πολιτική Τρικούπη: Μήπως ο Χ. Τρικούπης, ενώ υιοθετεί τον τρόπο επιβολής του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας και του κοινοβουλευτισμού, επιχειρώντας να πλήξει την πελατειακή σχέση ως μηχανισμό κυριαρχίας αντιφάσκει και  γι’ αυτό αντιμετωπίζει τη δίνη και την οργή των ομάδων που κυριαρχούν με το πελατειακό σύστημα εξουδετερώνοντας οποιαδήποτε επιθυμία των μαζών να εκσυγχρονιστεί το κράτος και  να απαλλαγούν από τους πάτρωνες;

[6]  Ό. π. σελ. 38-39.Παρακολουθώντας την ερμηνεία του Δ. Χαραλάμπη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τοπική κοινωνία του Άργους φαίνεται να προσλαμβάνει ή να της παρουσιάζουν την προσπάθεια μεταρρύθμισης ως προσπάθεια περιορισμού των δικαιωμάτων της. Ο συγγραφέας τονίζει ότι το πελατειακό σύστημα αναπαράγει ένα εξουσιαστικό μοντέλο που όχι μόνο δεν είναι προϊόν κοινωνικής συμφωνίας αλλά αντίθετα ακυρώνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, γεγονός που μεταθέτει  « τις διαδικασίες  συναίνεσης  στο διαπροσωπικό – εξωθεσμικό πλαίσιο ». Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να συμβεί το εξής γεγονός : «ο περιορισμός του κοινοβουλευτικού συστήματος στο διαδικαστικό του μέρος και η περιθωριοποίηση των δικαιωμάτων, αρχικά των ατομικών και ουσιαστικά των πολιτικών, εφ’ όσον  τα πολιτικά δικαιώματα δεν λειτουργούν στο πλαίσιο της θεσμικής κοινωνικής ισορροπίας, αλλά μέσα από διαπροσωπικές ρυθμίσεις επικρότησης και αναπαραγωγής της κοινωνικής επιβολής».

[7] Οι εφημερίδες που μελετήθηκαν είναι οι εξής:

  1. Αγαμέμνων, Εφημερίς πολιτική και δικαστική,( εβδομαδιαία, 14-7-1888 έως 20-12-1905).
  2. Αργολίς, Εφημερίς του Λαού,(εβδομαδιαία, φ. 100-438, 4-9-1869 έως 27-11-1893).
  3. Άργος (εβδομαδιαία, φ. 1-61, 24-5-1885 έως 21-12-1888).
  4. Δαναός, Εφημερίς του Λαού,( εβδομαδιαία, φ.1-59, 7-4-1883 έως 4-4-1885).
  5. Δαναός, Εφημερίς του ομωνύμου συλλόγου,( εβδομαδιαία, φ. 1-154, 25-12-1895 έως 12-5- 1905).
  6. Ερασίνος,Εφημερίς πολιτική και των ειδήσεων,( εβδομαδιαία, 2-5-1885 έως 11-9-1885).
  7. Ευθύνη, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και των ειδήσεων, (εβδομαδιαία, έχουν σωθεί δύο φύλλα του Ιουλίου (29-7) και Αυγούστου (πιθανώς 7-8) του 1883).

[8] Κωνσταντίνου Βεργόπουλου, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ. 22-24 ( 22-39 ).

[9] Κωνσταντίνου Τσουκαλά, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαριλάου Τρικούπη 1882-1895» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ. 8-14 ( 22-39 ). Σύμφωνα με την άποψη του Κ. Τσουκαλά η βαθμιαία εμφάνιση των νέων κυρίαρχων στρωμάτων στην ελληνική κοινωνία και η αποκρυστάλλωσή τους στη δεκαετία 1870-1880 μεταβάλλουν πολύ αργά την παραδοσιακή δομή της κοινωνίας. Ταυτόχρονα ο ρόλος του κράτους κινείται στην κατεύθυνση της εκλογίκευσης της κρατικής πολιτικής. Τέλος « Η άνοδος του Χαριλάου Τρικούπη συμπίπτει με την πρώτη σύμπηξη αστικών στρωμάτων που λειτουργούσαν  έξω από τον κρατικό μηχανισμό και που αντιπαραθέτονταν προς την  κυρίαρχη κρατική αστική τάξη ». (σελ.14). Αυτή η άποψη  νομίζω ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την ερμηνεία της  στάσης της Αργειακής κοινωνίας  απέναντι στην πολιτική Τρικούπη.

[10] Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες εκτιμήσεις των αντιτρικουπικών εφημερίδων: Αργολίς,φ.382, 26-11-1882.Με αφορμή τους  νέους φόρους,  η εφημερίδα σημειώνει: «Ο κ. Τρικούπης ήλθεν άλλοτε εις τα πράγματα με πρόγραμμα αυστηροτάτων οικονομιών , δι’ων εδημοκόπει, και κατήργει δημοσίας θέσεις περιττάς και σήμερον, σήμερον, ότε λέγει, ότι έχομεν ανάγκην χρημάτων, κατέπνιξεν το Έθνος εν τη σπατάλη και ασωτεία, εξογκώσας τα δημόσια έξοδα με εκατοντάδας στρατιωτικών προβιβασμών, με παμπληθείς νέας δημοσίας θέσεις…». Αγαμέμνων,φ.46, 22-11-1891. Με αφορμή το νέο προϋπολογισμό που έχει υποβάλει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, επιχειρείται  σύγκριση της οικονομικής διαχείρισης της κυβέρνησης Δηλιγιάννη και της προηγουμένης κυβέρνησης Τρικούπη, με συντριπτική σε βάρος του Τρικούπη κριτική. «Κατά τας ερριζωμένας ιδέας των Επαρχιών, το Υπουργείον Δηληγιάννη, προελθόν εκ των σπλάγχνων του Λαού, εκτελεί ευσυνειδήτως τας υποχρεώσεις του, εφ’ όσον είναι δυνατόν ανθρωπίνως, τα δε συμβαίνοντα λάθη, αι περί την υπηρεσίαν ανωμαλίαι και των δυσαρεστημένων τα παράπονα, ταύτα, ως συνήθη και αναπόφευκτα είναι μηδαμινά απέναντι του γενικού καλού. Έχομεν τάξιν, οικονομίαν, δικαιοσύνην, καταχρήσεις δεν ακούονται, τα εγκλήματα περιεστάλησαν, το δε μέγιστον, έχομεν τον κόπανον εκείνον κατά της κεφαλής του Τρικούπη, την είσπραξιν εσόδων κατά δέκα εκατομμύρια πλέον των περυσινών, εξ ου και τοις τυφλοίς δήλον, ότι η Τρικουπική διαχείρισις ήτο φαύλος και αρπακτική, άγουσα εις χρεωκοπίαν, ενώ σήμερον επικρατεί φειδώ, προσοχή, τιμή και καθήκον, η δε ετοιμόρροπος πίστις του Έθνους διεσώθη». Ο Δηλιγιάννης είχε ένα χρόνο στην εξουσία(14-10-1890), είχε επιβάλλει σκληρή λιτότητα και είχε συγκρουσθεί με τους κεφαλαιούχους γεγονός που θα οδηγήσει στην παύση του (18-2-1892).Αξίζει να αναφερθεί ότι  η εφημερίδα  Αργολίς στις 24 Μαίου του 1875, προβάλλοντας το αίτημα της αναγέννησης εκτιμά ότι «Ο Τρικούπης εν τοσούτω  είναι μια δοκιμή προς λύσιν του ζητήματος της συνταγματικής διοικήσεως του ελλην. Λαού. Και όνομα επίσημον εν τη ιστορία της νέας Ελλάδος κέκτηται και προσωπικήν αξίαν έξοχον. Επέτυχε δε  εν γένει και εις το προσωπικόν των συναδέλφων του…Ενί λόγω το σημερινόν υπουργείον συγκροτείται από τιμίους και ικανούς άνδρας· εξέδοτο πρόγραμμα, όπερ, αν εφαρμόση, ως πιστεύομεν, θα σώση την τιμήν αυτού ενώπιον του έθνους. Αλλ’ άρα γε θα δυνηθώσι να υπερνικήσωσι τον πειρασμόν  της αυτοσυντηρήσεως;».  

[11]  Η εφημερίδα  Δαναός, φ.30, 21-3-1884,  με αφορμή την αποχώρηση της αντιπολίτευσης από τη Βουλή στις 10 Μαρτίου 1884, κάνει διάφορες υποθέσεις για την ενέργεια αυτή  καταλογίζοντας την ευθύνη στην κυβέρνηση Τρικούπη. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πρέπει να διεκυβεύοντο μεγάλα και ιερά του λαού συμφέροντα, τις οίδε τίνες φορολογικαί αλύσεις να εχαλκεύοντο εις το Τρικουπικόν εργοστάσιον δια τον δυστυχή φορολογούμενον, να υπενομεύοντο οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, να διεκωμωδείτο το Σύνταγμα, η αυθαιρεσία, η σατραπεία, να ήγειρε θρασύ το μαστίγιον αυτής και εντός του κοινοβουλίου και το μεγαλείον της εθνικής αντιπροσωπείας να ώχετο απιόν και χειρίστη εξουδένωσις να ημαύρωσε την αίγλην αυτής, πρέπει να συνέβαινον μεγάλα και σοβαρότατα πράγματα και να επέκειντο πολιτικοί κίνδυνοι και συμφοραί, δια να προβή η αντιπολίτευσις εις το διάβημα τούτο της αποχωρήσεως».

[12] Αργολίς, φ. 242, 2-2-1875. Στο κύριο άρθρο της με τίτλο « Ο κυρίαρχος λαός»  η εφημερίδα καταγγέλλει ως «μια των σκληροτέρων ειρωνιών» τον τίτλο της κυριαρχίας του λαού και τονίζει:

« Αλλά και εν ονόματι του κυριάρχου λαού αι αντιπολιτεύσεις εξεπόρθησαν πάντοτε την εξουσίαν. Οι αγύρται εύρον στάδιον ευζωΐας και δόξης· τα αγνά αισθήματα εξητμίσθησαν κα αι ελπίδες αι φαιδραί και οι ιεροί εθνικοί πόθοι απεμαράνθησαν και  εσφαγιάσθησαν». Ακολουθεί εκτεταμένη παρουσίαση και της οδυνηρής  κατάστασης  της ελληνικής υπαίθρου και της  πολιτικής που ακολούθησαν οι μέχρι τότε κυβερνήτες στους διάφορους τομείς και  καταλήγει θέτοντας το αίτημα της εθνικής αναγέννησης από τον ίδιο το λαό: «Διότι φρονούμεν, ότι η ηθικοπολιτική του έθνους αναγέννησις θέλει επέλθει ουχί εκ των άνω, ελέω θεού και κυβερνώντων, αλλ’ εκ των σπλάγχνων αυτού του λαού, δια της βαθμιαίας αυτού μορφώσεως και αναπτύξεως». Οι διαπιστώσεις της εφημερίδας, που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ενδεικτικό στοιχείο ότι η ανάγκη εκσυγχρονισμού ομολογείται και από αυτούς οι οποίοι δε θα συμμερίζονταν την πολιτική Τρικούπη. Την ανάγκη να αλλάξει η κατάσταση υιοθετούσε  και ο λαός ως άμεση προτεραιότητα. Μετά την ανάληψη της Πρωθυπουργίας από το Χαρίλαο Τρικούπη ( 27-4-1875), ύστερα από πρόταση του Γεωργίου με σκοπό να διεξάγει εκλογές, η ίδια εφημερίδα σε άρθρο της (φ. 248, 24-5-1875) με τίτλο «Πολιτική επιθεώρηση», αφού εκτιμά ότι η κυβέρνηση ( Ο Τρικούπης  τον Ιούνιο του 1874 είχε δημοσιεύσει το γνωστό άρθρο του «Τις Πταίει;» με το οποίο απαιτούσε την εφαρμογή της αρχής της «δεδηλωμένης » και το δικομματικό σύστημα) έχει τίμιους και ικανούς υπουργούς και έχει παρουσιάσει  κυβερνητικό πρόγραμμα, θέτει το ερώτημα κατά πόσο θα μπορέσει να αποφύγει τον πειρασμό της αυτοσυντήρησης και καταλήγει ότι θα περιμένει να δει την πολιτική Τρικούπη, πριν τον κατακρίνει, γεγονός που σηματοδοτεί ανεκτικότητα που κατά την άποψή μας έχει σχέση και με την ευρύτερη απήχηση που συναντά η περίπτωση Τρικούπη στον ελληνικό λαό: «Η Αργολίς θεωρεί καθήκον αυτής να μη αντιστρατευθεί εκ προοιμίων κατά της νέας κυβερνήσεως· όπως και αν έχουν τα πράγματα, ο κ. Τρικούπης είνε έτι ακηλίδωτος και δημόσιος ανήρ, απολαύων εν Ελλάδι τιμής και αγάπης. Πριν ή τον ίδωμεν πολιτευόμενον δεν είνε θεμιτόν να τον κατακρίνωμεν… Εν τούτοις ας αναμείνωμεν τα πράγματα. Ευχόμεθα δε και ελπίζομεν, ότι θέλουσι δικαιωθεί οι πόθοι και αι εκ του κ. Τρικούπη προσδοκίαι του έθνους. Ο δε Θεός βοηθός!».        

[13] Αργολίς,φ. 254, 30-9-1875. Στο κύριο άρθρο της με τίτλο « Η ΝΕΑ ΒΟΥΛΗ» επισημαίνει ότι η κυβέρνηση Τρικούπη έκανε τίμιες εκλογές και ικανοποίησε το λαό ο οποίος  είδε να πραγματοποιούνται οι ελπίδες των « φιλελευθέρων πατριωτών», εφ’ όσον συνετρίβησαν οι καταπατητές του συντάγματος. Ταυτόχρονα θεωρεί αναγκαία την τήρηση του συντάγματος και την πολιτική αναμόρφωση μέσα από συγκεκριμένες πράξεις. Τέλος προσδιορίζει το πλαίσιο των αναγκών που έχει το έθνος: « …το έθνος έχει πρωτίστην ανάγκην και δικαιούται να ίδη μίαν κυβέρνησιν στερεάν, μόνιμον, κοινοβουλευτικήν και αγαθήν, την τάξιν βασιλεύουσαν, τους φόρους  του συνταγματικώς και τιμίως εισπραττομένους, και το κοινοβούλιόν του σωφρονούν και φιλόπατρι.», δηλαδή παρά την αντιπολιτευτική στάση που γενικώς τηρεί η εφημερίδα απέναντι στον Τρικούπη, κάνει θετική αποτίμηση για τις εκλογές και θέτει ταυτόχρονα τις βασικές απαιτήσεις ενός ευνομούμενου κράτους στη συγκεκριμένη περίοδο, δηλ. την ύπαρξη σταθερών κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, την τάξη, τη δίκαιη φορολογία αλλά και την τίμια αξιοποίησή της καθώς τη σωφροσύνη και σύνεση του Κοινοβουλίου.

[14] Θεόδωρου Σακελλαρόπουλου, Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη-Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα 1830-1922,εκδ.Εξάντας, Αθήνα 1991.Ο συγγραφέας εκτιμά ότι μέχρι το 1880 η πολιτική εξουσία  ήταν διστακτική στην ανάληψη πρωτοβουλιών εκσυγχρονισμού του φορολογικού συστήματος και μάλιστα  στην κατάργηση του φόρου της δεκάτης,  εξαιτίας του κινδύνου μείωσης των εσόδων του κράτους και της δυσπιστίας του λαού στους νέους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς που προτείνονταν. Για την κατάργηση τελικά του φόρου της δεκάτης διατυπώνει τις εξής εκτιμήσεις: « Η κατάργηση της Δεκάτης το 1880 συνδέθηκε τελικά με την τρίτη γενιά των εκσυγχρονιστικών πολιτικών και ιδίως με το όνομα του Χ. Τρικούπη. Η φορολογική μεταρρύθμιση που έλαβε  χώρα, δεν εισήγαγε, ωστόσο, την φορολογία της καθαρής προσόδου. Ο νέος φόρος των αροτριώντων κτηνών διατηρήθηκε για 40 ολόκληρα χρόνια, έως το1919.Το κράτος συνέχιζε έτσι να επιβαρύνει τη συνολική ακαθάριστη παραγωγή, καθώς φορολογούσε το κεφάλαιο και τα όργανα της εργασίας, δηλαδή τα ζώα που χρησιμοποιούνταν ως άροτρα καθώς και μηχανικά άροτρα. Τα αντικίνητρα για την ανάπτυξη της Γεωργίας όχι μόνο δεν εξαλείφονταν αλλά πολλαπλασιάζονταν καθώς τεχνικές τελειοποιήσεις και εντατική καλλιέργεια γίνονταν πλέον απαγορευτικές. Ωστόσο το νέο φορολογικό σύστημα περιείχε μία σημαντική καινοτομία. Καταργούσε το σύστημα ενοικίασης και οδηγούσε στον παραμερισμό του ενοικιαστικού στρώματος…» (σελ.302). Η τελευταία παρατήρηση για την κατάργηση των ενοικιαστών φόρων φαίνεται ότι για τις λαϊκές τάξεις είχε ιδιαίτερη σημασία, εφ’ όσον αυτές υφίσταντο την οδυνηρή αφαίμαξη και εκμετάλλευση.

[15] Αργολίς, φ. 337,15-7-1880. Πρόκειται για την επίσκεψη Τρικούπη στο Ναύπλιο μαζί με τον υπουργό Στρατιωτικών Καραϊσκάκη με σκοπό την «επίσκεψιν των Στρατιωτικών καταστημάτων ». 

[16] Δαναός, φ.7, 8-6-1883. Το κύριο άρθρο έχει τίτλο «Ελληνικέ Λαέ» και έχει ως αφορμή τις επικείμενες δημοτικές εκλογές (3-7-1883). Στο άρθρο αυτό γίνεται επίκληση προς το λαό να αξιοποιήσει σωστά την ψήφο του μπροστά στην επικείμενη χρεοκοπία και την καθημερινή δυστυχία. Στο ίδιο μοτίβο είναι και το άρθρο της ίδιας εφημερίδας στις 15-6-1883.

[17] Δαναός, φ.55,10-3-1885. Με το σύνθημα « Κάτω ο Τρικούπης- Ζήτω η Αντιπολίτευσις » η εφημερίδα  χαρακτηρίζοντας  ως εθνικό αγώνα τις επικείμενες εκλογές,  κάνει σφοδρότατη επίθεση εναντίον του Τρικούπη τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τη δυστυχία του λαού. Επιχειρεί, επίσης, να δικαιολογήσει τη διάλυση της Βουλής από το Βασιλιά ως αποτέλεσμα εξαπάτησης του από τους Τρικουπικούς και θεωρεί ότι με τις εκλογές τίθεται θέμα ζωής ή θανάτου: « Ή θα κερδήση η αντιπολίτευσις τας εκλογάς και θα ελευθερωθώμεν από την αγριωτέραν τυραννίαν των φόρων, της εφεδρείας, των μονοπωλείων και της αισχράς διοικήσεως, ή θα κερδήση ο Τρικούπης  και τότε άμωμοι εν οδώ αλληλούϊα…». Στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας (16-3-1885) δημοσιεύεται  άρθρο με τίτλο «Γρηγορείτε». Σ’ αυτό γίνεται επίκληση προς πολίτες να ενδιαφερθούν για τις επικείμενες εκλογές «διότι είνε μέγας και έκτακτος ο αγών της εκλογής αυτής». Είναι χαρακτηριστικός ο φανατισμός και η εμπάθεια με την οποία απευθύνεται η εφημερίδα προς τους πολίτες αλλά και ο εκφοβισμός που επιχειρεί: «Ανοίξατε τους οφθαλμούς και προσέξατε, έντιμοι πολίται, πάσης τάξεως, Σεις ιδίως οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι επαγγελματίαι εν γένει, οι εργατικοί! Εις Σας έχει στρέψει όλην την επιβουλήν του και την μοχθηρίαν του ο Τρικούπης. Όλα τα  κοινωνικά επαγγέλματα θα τα κάμη μονοπώλιον της Κυβερνήσεως, δια να εισπράξη και νέους φόρους και κάμη την Ελλάδα Έθνος υπαλλήλων, τυχοδιωκτών και επαιτών. Η κυβέρνησις έγινε καπνοπώλης, πετρελαιέμπορος και σπιρτοπώλης. Αύριο θα γίνει παντοπώλης, φαρμακοπώλης , ξυλοπώλης, κηροπώλης και δεν θα αφήση καμμίαν εργασίαν δια τον εργατικόν λαόν ελευθέραν. Τι θα γίνουν τότε οι πτωχοί πληθυσμοί, οι οποίοι ζώσι με τον ιδρώτα του προσώπου των;…Πτωχέ εργάτα, όστις όλην την ημέραν ιδρώνεις αίμα δια να κερδίσεις το ψωμί Σου, νομίζεις, ότι τους μέλει τους Τρικουπικούς, αν Συ αύριον θα πεινάς; Αυτοί είνε πλούσιοι και δεν θα σε λυπηθούν ποτέ. Πρέπει να πέση ο Τρικούπης δια να ελευθερωθεί το Έθνος… Ο Τρικούπης ωθεί το έθνος εις την άβυσσον. Δάνεια και φόρους, φόρους και δάνεια πάντοτε ο αλιτήριος… Αλλ’ οι φρόνιμοι και φιλότιμοι πολίται αυτοί πρέπει να βάλουν τον λίθον του αναθέματος κατά του εθνοκαταράτου συστήματος του Τρικούπη δια να προληφθή η εθνική καταστροφή…Συμπολίται, μη αδιαφορήτε. Τρέξατε, εργασθήτε, φιλοτιμηθήτε! Αγωνισθήτε ανδρείως εις τον εκλογικόν αγώνα και εν έστω το ιερόν σύνθημα όλων μικρών και μεγάλων, Μαύρον εις τους Τρικουπικούς!».        

[18] Αγαμέμνων,φ.32, 5-8-1889. Η εφημερίδα επιχειρεί να παρουσιάσει το μέγεθος της διαφθοράς που υπάρχει στο κράτος και την ευθύνη που έχει, κατά την άποψή της, ο Τρικούπης. Επιλέγει να αναφερθεί σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και της κρατικής δράσης καταγράφοντας, με αναμφισβήτητες υπερβολές και κομματική εμπάθεια, ποικίλα παραδείγματα , τα οποία, κατά την άποψή της, καταδεικνύουν την αλήθεια και δικαιολογούν τη σκληρή αντιπολιτευτική της δράση. «Εις μάτην εδημοσιεύθη και δι’ αριθμών κατεδείχθη ότι εκ του τελευταίου δανείου και εξ άλλων γνωστών και αγνώστων προελεύσεων, η Α.Μ. ο βασιλεύς ημών ωφελήθη αδίκως, εις βάρος του δυστυχούς Έθνους, δεκάδας εκατομμυρίων. καταφοράται η Κυβέρνησις ημών διαπράττουσα εκτεταμένας καταχρήσεις δια της φάμπρικας των δανείων, των προμηθειών, της κατασκευής πλοίων, των σιδηροδρόμων, των δημοσίων έργων , των μονοπωλείων, των λαθρεμπορίων και των τοιούτων, και μόλις ενίοτε δια των κραυγών της αντιπολιτεύσεως κατορθούται η διάσωσις εκατομμυρίων, ως εις τον σιδηρόδρομον Πειραιώς- Λαρίσης ολίγον έλειψεν να συμβή. Εισαγγελείς Εφετών και Πρόεδροι ανωτέρων Δικαστηρίων κατηγορούνται δια εγκλήματα σοβαρά, Ειρηνοδίκαι  δε  και δημόσιοι κατήγοροι, δέρονται δημοσία υπό των αδικουμένων πολιτών, Νομάρχαι περιφέρονται μεθ’ οπλισμένων κακούργων και απολυμένων οφειλετών του δημοσίου προς ψηφοθηρίαν …Δήμαρχοι και πάλιν δήμαρχοι και πάλιν δήμαρχοι, Τρικουπικοί εννοείται, εκτρέπονται εις μυθώδεις τυραννίας των αντιθέτων συνδημοτών των και εις καταχρήσεις ρητώς ονομαζομένας εν ταις στήλαις των εφημερίδων,…Καθηγηταί και διδάσκαλοι αισχρουργούντες και κρύφα φεύγοντες,   εξ αγραμματοσύνης ή εμπαθείας αδικούντες τους μαθητάς, περιάγουσιν αυτούς εις τοσούτον απογνώσεως, ώστε αυτοκτονούν, βιαιοπραγούν και σχίζουν τα πρωτόκολλα των εξετάσεων, ενώ αλλαχού οι πολίται παραβιάζουν τα δημόσια καταστήματα και εξαφανίζουν τα βιβλία των μεταγραφών και των υποθηκών…αξιωματικοί απελευθερούν τους καταδίκους, χωροφύλακες και αστυνομικοί κλητήρες επιτίθενται εις τας οδούς κατ’ εντίμων γυναικών. Καθημερινώς φόνοι και μαχαιρώματα και κλοπαί και πτωχεύσεις και παραχωρήσεις και επί πάσιν αι ατελεύτηται αυτοκτονίαι ως επί το πλείστον Πελοποννησίων και μηδενός φίλου της κυβερνήσεως, αναγκαίον αποτέλεσμα της αφορήτου διοικήσεως και της χειροτέρας κοινωνικής καταστάσεως, ήτις επήλθεν εκ της δολιωτέρας και δηλητηριωδεστέρας των πληγών, εκ των τρομερών τουτέστιν δανείων τα οποία επί μακρόν χρόνον θα κατατρύχουν τους μεταγενεστέρους , ως κληρονομική φθίσις».

[19] Ο.π. Γίνεται σκληρή κριτική στη στάση του Τρικούπη απέναντι στην Κρητική επανάσταση, χαρακτηρίζεται ο ίδιος «Κρητικοκτόνος» και αποδίδεται η στάση αυτή στην προσπάθεια να διασωθεί η κυβέρνηση: «…Να εκλείψη παν  Κρητικόν ζήτημα, να καταπνιγή πάσα περί Κρήτης Φωνή! η Κυβέρνησις  μόνον να σωθή… Ζήτω ο… Τρικούπης !!!».

[20] Αγαμέμνων, φ. 33, 19-8-1889.Καταγγέλλεται  εκ νέου ο Τρικούπης και επισημαίνεται ο κίνδυνος της κατάργησης της Νομοπεριφέρειας η οποία, όμως, χαρακτηρίζεται ως παράλογος. Πρόκειται για εκλογική ρύθμιση  η οποία είχε καταστή νόμος του κράτους (ΑΤΣΑ΄και ΑΤΣΒ΄του 1886).Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, στο βιβλίο του Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909, Ιδεολογία και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991, παρουσιάζει τη σημασία των εκλογικών μεταρρυθμίσεων του 1885 που έγιναν νόμοι του κράτους το 1886. Στη σελ. 242 σημειώνει για τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις: «Τότε ο Χαρ. Τρικούπης, στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας για εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του πολιτεύματος, επεχείρησε τη τροποποίηση όλων των στοιχείων της εκλογικής γεωγραφίας της ψήφου προτείνοντας με δύο νομοσχέδια…τις ακόλουθες μεταρρυθμίσεις: την διεύρυνση της εκλογικής περιφέρειας στα όρια του νομού, την καθιέρωση του θέσει «εκλογικού πληθυσμού» -του αριθμού δηλαδή των εγγεγραμένων στους  εκλογικούς καταλόγους- ως βάσης για τον προσδιορισμό των εκλεκτέων κάθε εκλογικής περιφέρειας ( αντί του «νομίμου πληθυσμού »), την μείωση του συνολικού αριθμού των εκλεκτέων βουλευτών στο κατώτατο συνταγματικό όριο(150), τον περιορισμό του αριθμού των εκλεκτέων βουλευτών από τις προνομιούχες εκλογικές περιφέρειες και, τέλος , την τροποποίηση του εκλογικού μέτρου και τον υπολογισμό του αριθμού των εκλεκτέων κατά περιφέρεια (νομό)βουλευτών με τη μέθοδο του «αναλογισμού». Να σημειωθεί ότι η εφημερίδα χαρακτηρίζει παράλογη  τη νομοπεριφέρεια, γιατί, όπως φαίνεται, με τη ρύθμιση αυτή  επιχειρείται η ανεξαρτησία του βουλευτή απέναντι στην εκλογική πελατεία. Ο Τρικούπης αιτιολογώντας στο κοινοβούλιο τη μεταρρύθμιση αυτή έλεγε: «Προτείνομεν εύρυνσην της εκλογικής περιφερείας ως καθιστώσαν τον βουλευτήν μάλλον ανεξάρτητον απέναντι των εκλογέων αυτού, ως καθιστώσαν την εκλογήν μάλλον συναφή προς την ιδέαν παρά προς το  πρόσωπον… Η ευρύτης της περιφερείας είναι αναγκαία και δια λόγους έτι της διοικήσεως…».(243) Είναι χαρακτηριστική, επίσης, της αντίληψης του Δηλιγιάννη η  τοποθέτησή του απέναντι στα νομοσχέδια αυτά τα οποία θεωρεί ότι ανατρέπουν βασικές διατάξεις του συντάγματος και τονίζει, ερωτώντας, την προσωπική σχέση βουλευτή και ψηφοφόρου: «Τι άλλο είναι συνήθως η εκλογή ουχί μόνο εν Ελλάδι, αλλά και αλλαχού, παρά η προς τον εκλεγόμενον έκφρασις της εμπιστοσύνης του εκλέγοντος;[…]Ή θέλετε να ρίψητε τους εκλογείς της Ελλάδος εις την άγνοιαν και εις το σκότος, να μην έχωσιν ουδεμίαν πεποίθησιν, να είναι στάχεις υπό ανέμου σαλευόμενοι, και να γίνωσιν έρμαιον ή του πρώτου δημαγωγού είτε του τελευταίου αστυνομικού κλητήρος ή χωροφύλακος;» (σελ.245-246).Από τις αναφορές αυτές είναι σαφές ότι υπάρχει πλήρης διάσταση και εξηγείται γιατί  η εγγράμματη και οικονομική ελίτ  της πόλης του Άργους αντιδρά και σ’ αυτό το μέτρο.  Αντιλαμβάνεται ότι πλήττεται έτσι το σύστημα της εξάρτησης και του ελέγχου των πολιτών. Ο Γ. Χ. Σωτηρέλλης κάνοντας κριτική αποτίμηση των προτάσεων επισημαίνει : «Στο στόχαστρο των εκσυγχρονιστών βρισκόταν ιδίως η καταπολέμηση του «ρουσφετιού» και της «συναλλαγής»,  η αποδυνάμωση  του  ρόλου  των   τοπικών  κομματαρχίσκων » και  ο  περιορισμός  των «επεμβάσεων των βουλευτών εις την διοίκησιν ». Αυτές οι επιδιώξεις, βέβαια, είχαν προοδευτικό χαρακτήρα και απέβλεπαν στην διασφάλιση της γνησιότητας της εκλογικής βούλησης και την εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης».(249).

[21] Αγαμέμνων, φ. 42, 1-1-1891. Η εφημερίδα με αφορμή τη διέλευση του Δηλιγιάννη από το Άργος επικροτεί την υποδοχή που του έγινε με την εξής αιτιολογία: «Ναι. Τω απέδωσαν ταύτα, ως ηγέτη της τέως Αντιπολιτεύσεως, ευγνωμοσύνης ένεκεν, διότι έν τε τη Βουλή, και περιοδεία κατεπολέμησε το ειδεχθές και επάρατον Τρικουπικόν σύστημα. Ναι. Τω απέδωσαν ταύτα, διότι παννύχως ηγωνίσατο κατά των ληστρικών και λωποδυτικών Νομοσχεδίων περί Σπαρτάλη, Ατμοπλοϊκής Εταιρίας, κ.λ.π. Ναι.Τω απέδωσαν ταύτα, διότι κατέδειξεν τον ξενόφρονα, και τον άπιστον κ. Τρικούπην, προδότην της πολυπαθούς Κρήτης, ψευδόμενον καθ’ εκάστην εις το πολυθρύλητον ισοζύγιον· καταχραστήν του δημοσίου θησαυρού, είς τε την παργγελίαν των πλοίων, προμήθειαν χόρτου, ίππων, κ.λ.π. καταστροφέα της Δικαιοσύνης και τέλος, διότι ανδρικώς έλεξεν, ότι των ανομημάτων τούτων θα δώση ευθύνας ο κ. Τρικούπης εν καιρώ, οπότε ετέρα αίθουσα τον περιμένει». Έτσι η εφημερίδα υπενθυμίζει την υπόσχεση για παραπομπή του Τρικούπη σε ειδικό Δικαστήριο και επισημαίνει ότι « Η ελαχίστη βραδύτης περί της εις δίκην εισαγωγής του απαισίου κ. Τρικούπη…πιθανόν ν’ ανοίξη χάσμα τι μεταξύ Έθνους και της Κυβερνήσεως, εξ ού να σαλευθώσι τα θεμέλια αυτής…». Δύο χρόνια αργότερα η ίδια εφημερίδα               (Αγαμέμνων, φ. 56, 1-1-1893) κάνοντας ανασκόπηση του περασμένου χρόνου επισημαίνει ότι ό Δηλιγιάννης, όταν ήταν στην αντιπολίτευση,  είχε δηλώσει ότι θα οδηγούσε τον Τρικούπη σε ειδικό δικαστήριο με συγκεκριμένες κατηγορίες. Πράγματι, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση διατύπωσε κατηγορίες εναντίον του Τρικούπη, για να παραπεμφθεί σε δίκη.  Κατόπιν, όμως , επειδή, φαίνεται ότι και ο ίδιος δε συμμεριζόταν τις κατηγορίες ή σύμφωνα με άλλη άποψη που παραθέτει η εφημερίδα, επειδή «ο Βασιλεύς παρέπεισε τον κ. Δηληγιάννην να μη επιμείνη εις τας κατ’ αυτού κατηγορίας επί τω λόγω ότι αν παρεπέμπετο είς πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδος εις το ειδικόν Δικαστήριον δια καταχρήσεις θα εδυσφημίζετο η Ελλάς εν τη Ευρώπη και θα επιρρονύετο παρ’ αυτή η σημασία της λέξεως Grecos», απάλλαξε τον Τρικούπη από τις κατηγορίες: «… άλλ’ ο κ. Δηληγιάννης τις οίδε ένεκεν τίνων λόγων ανέκρουσε πρύμναν είτα και φανείς , ως αυτός είπεν, μεγάθυμος, απήλλαξε τον κ. Τρικούπην των διατυπωθεισών κατ’ αυτού κατηγοριών ψηφίσας εν τη Βουλή υπέρ της αθωότητός του». Η εφημερίδα θεωρεί ότι αυτό υπήρξε και μια από τις αιτίες για την παραίτηση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη.   

[22] Αγαμέμνων,φ.64, 25-4-1893. Η εφημερίδα στο κύριο άρθρο της με τίτλο «Λαός και Βασιλεύς»  εκτιμά ότι «Το μέγα εθνικόν οικοδόμημα μετά ψυχικού άλγους ορώμεν καταρρέον τους δε εργάτας της καταστροφής μετ’ επιμονής πειρωμένους εισέτι να κατεδαφίσωσι και τα εναπολειπόμενα λείψανα του Εθνικού κτιρίου και να εξαφανίσωσιν εκ του προσώπου της γής παν ό,τι εσεβάσθησαν τόσοι βάρβαροι κατακτηταί κατ’ ακατανόητον της τύχης βούλησιν επ’ αυτού». Υπεύθυνους για την κατάσταση αυτή θεωρεί τους Κυβερνήτας και τους ολέθριους πολιτευτάς . Εκτιμά ότι πλέον «Το ζήτημα δεν εγείρεται μεταξύ Λαού και εντολοδόχων του, διότι ούτοι ως απεδείχθη είναι τα μάλλον σεσηπότα μέλη της κοινωνίας μας , οίτινες δια τας προς την πατρίδα προδοτικάς των υπηρεσίας είναι άξιοι μόνον κοινής περιφρονήσεως , αλλά μεταξύ Λαού και Βασιλέως». Θεωρεί ότι ο Βασιλιάς από το σύνταγμα έχει το δικαίωμα να βασιλεύει και να κυβερνά , ότι δε φέρει καμία ευθύνη για τον Τρικούπη, αφού είναι επιλογή του Λαού, και ότι για να αντιμετωπιστεί η δραματική κατάσταση η λύση θα προκύψει από τη συνεργασία του Λαού με το Βασιλιά που, προφανώς, πρέπει να ασκήσει την εξουσία του.

[23] Η εφημερίδα Αγαμέμνων με σειρά άρθρων της, πριν από τις 10 Δεκεμβρίου του 1893, (φ.84, 12-11-1893, Ας κινηθώμεν, φ.82 14-11-1893,Ομόνοια, φ.83, 28-11-1893,Πολιτική Εξαχρείωσις ) ημέρα κατά την οποία ο Χ. Τρικούπης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει από το βήμα της  Βουλής ότι η πτώχευση ήταν πραγματικότητα ως προς τις πληρωμές στο εξωτερικό, επισημαίνει τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, χαρακτηρίζει τον Τρικούπη χρεωκόπο και Εφιάλτη, επισείει τον κίνδυνο λαϊκής εξέγερσης,  εκτιμά ότι ο Βασιλιάς θα συμμορφωθεί με τη θέληση του λαού, ζητεί από την αντιπολίτευση ομόνοια, γεγονός που υποδηλώνει εσωτερικές τριβές,  και έντονη προσπάθεια να εκδιωχθεί ο Τρικούπης, πράγμα που ο Λαός θα εκτιμήσει και θα ανταμείψει όσους αγωνιστούν γι’ αυτό. Μετά την πτώχευση η εφημερίδα (φ. 85, 19-12-1893, Θα εισακουσθώμεν;) προτείνει τη διενέργεια εκλογών για αντιμετώπιση της κατάστασης. Σημειώνει χαρακτηριστικά στο παραπάνω άρθρο: «Είναι καιρός νομίζωμεν να προληφθώσι πάντα τα επακόλουθα εκ της επεμβάσεως της Ευρώπης εις τα της χώρας ημών και τα εκ των Λαϊκών εξεγέρσεων, να δοθή το δικαίωμα προς το αγανακτούν πλήθος δια την τοιαύτην οικτράν κατάστασιν των πραγμάτων της χώρας να εκλέξη νέους αντιπροσώπους αυτού προς διακανόνησιν του οικονομικού ζητήματος και ούτω ενώ αφ’ ενός θα ανατεθεί εις τον Λαόν η τοιαύτη βαρεία ευθύνη για το μέλλον της χώρας ημών, αφ’ ετέρου εκ της απασχολήσεως ταύτης δια των νέων εκλογών θα αποσοβηθεί πας κίνδυνος εκ της συσσώμου εξεγέρσεως αυτού…».   

[24] Σ. Τζόκα , ο. π., σελ 15-19.Εκτός των άλλων, ο συγγραφέας σημειώνει ότι ο Τρικούπης υπονομεύθηκε από τον κοτζαμπασισμό, τον παλαιοκομματισμό, τη δημαγωγία ,το λαϊκισμό, το καθεστώς των ημετέρων και την πατρωνεία, επειδή φαινόταν άμεσος ο κίνδυνος  κατάρρευσης του παλαιού πολιτικού κατεστημένου.

[25] Αγαμέμνων, φ.120, 5-5-1895. Στο φύλλο αυτό εκτός από την  έντονη έκπληξη για το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα στην Αργολίδα , δηλαδή την υπεροχή των Τρικουπικών, παρουσιάζονται και τα τελικά αποτελέσματα των επιτυχόντων υποψηφίων:  Ιωάννης Ζωγράφος  3395 –  Ν. Φαρμακόπουλος  3310 –   Ανδ. Καραντζάς  3299.

[26] Δαναός, φ. 57, 21-3-1885. Στο φύλλο αυτό παρουσιάζεται η άφιξη Δηλιγιάννη εν όψει των βουλευτικών εκλογών και η μεγαλειώδης , κατά την εκτίμηση της εφημερίδας,  υποδοχή που του έγινε. Στο επόμενο όμως φύλλο της ίδιας εφημερίδας ( 30-3-1885) υπάρχει άρθρό ιδιαίτερα σκληρό με τον τίτλο Καταδίκη των Υβριστών του Άργους στο οποίο με ιδιαίτερα βαρείς χαρακτηρισμούς κατακρίνονται οι Τρικουπικοί  υποψήφιοι Τσόκρης και Γεωργαντάς, διότι προκάλεσαν την αποστολή   τηλεγραφήματος από Αργείους οπαδούς του Τρικούπη ( Α. Παιδάκης, Γιατρός, Ι. Λαγοδημόπουλος, Δικηγόρος, Επ. Καλλιάρχης Δικηγόρος , Γεώργιος Λύγδας, Δικηγόρος, κ.α.)  στις Τρικουπικές εφημερίδες των Αθηνών (Ώρα, Παλλιγγενεσία, Ακρόπολις, Εφημερίς, Χρόνος των Αθηνών). Με το τηλεγράφημα αυτό έδωσαν μια τελείως διαφορετική και καθόλου ευχάριστη εικόνα για την επίσκεψη του Δηλιγιάννη στο Άργος, ο οποίος φαίνεται να αποδοκιμάστηκε, σύμφωνα με τους συντάκτες του τηλεγραφήματος, και να έφυγε εσπευσμένα από την πόλη. Η εφημερίδα εγκαλεί όλους αυτούς διότι , όπως σημειώνει «…δεν ήτον δυνατόν να φαντασθώμεν, ότι οι υπουργικοί υποψήφιοι Τσόκρης και Γεωργαντάς ήθελον τόσον απομωρανθή εκ του φατριαστικού πάθους των, ώστε να υβρίσωσι και να διαπομπεύσωσιν εις τον έξω κόσμον την πατρίδα μας, ωσεί κατωκείτο αύτη από ζώα τετράποδα!».   

[27] Αγαμέμνων, έκτακτον φύλλον, 5-7-1891.

 

Βιβλιογραφία


 

Εφημερίδες

  1. Αγαμέμνων
  2. Αργολίς,
  3. Άργος
  4. Δαναός
  5. Δαναός, Εφημερίς του ομωνύμου συλλόγου
  6. Ερασίνος,
  7. Ευθύνη

Δημοσιευμένες δευτερογενείς πηγές

  • Βεργόπουλος  Κωνσταντίνος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ.22-39.
  • Hobsbawm E.J. : Η εποχή των επαναστάσεων1789-1948, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990 – Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994 – Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.
  • Σακελλαρόπουλος Θεόδωρος, Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη- Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα 1830-1922,  εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1991.
  • Σωτηρέλης Γιώργος Χ.,  Σύνταγμα  και  εκλογές  στην Ελλάδα  1864 -1909, Ιδεολογία Και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991.
  • Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαριλάου Τρικούπη 1882-1895» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ,  σελ. 22-39.
  • Τζόκας Σπύρος, Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, Οδοιπορικό στον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999.
  • Χαραλάμπης Δημήτρης, Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Η εξωθεσμική συναίνεση στο  ελληνικό  πολιτικό  σύστημα  πολιτικό, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1984.

 

Βασίλης Τσιλιμίγκρας

Φιλόλογος – Σχολικός Σύμβουλος

 

Σχετικά θέματα:

 

Η εκπαίδευση στο Άργος το 19ο αιώνα. Οργάνωση και Προσανατολισμοί. Τότσικας Αλέξης, Φιλόλογος – Συγγραφέας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ο συγκεκριμένος χρόνος της εισήγησης περιορίζει την έρευνα του θέματος στην αρχή και στο τέλος του 19ου αιώνα. Από τα στοιχεία που θα παραθέσουμε ελπίζουμε να φανεί η εξέλιξη της οργάνωσης και ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης στο Άργος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ουσιαστικά η εκπαίδευση περιορίζεται στη μαθητεία κάποιων παιδιών κοντά σε έναν κληρικό, αφού η χριστιανική κατήχηση ταυτίζεται με την παιδεία, καθώς η γλώσσα του τελετουργικού και της διοίκησης της ορθόδοξης εκκλησίας είναι τα ελληνικά [1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μέσα του 16ου αι. δεν υπάρχει μαρτυρία για την ύπαρξη σχολείου στην Πελοπόννησο. Σε κάποια κέντρα πάντως, όπως το Ναύπλιο και ως ένα σημείο το Άργος, η εκπαίδευση διατήρησε κατά περιόδους κάποιο επίπεδο.

Στα μέσα του 18ου αι. λειτουργεί στο Άργος Σχολή καλά οργανωμένη με σχολάρχη των Ι. Ζυγομαλά. Το 1790 ή 1798 ιδρύεται Σχολή από τον προεστό Ι. Περρούκα με δάσκαλο το Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο. Αργότερα δίδαξαν ο Ησαΐας Καλαράς, ο Νικηφόρος Παμπούκης και άλλοι. Έδρα της είχε τη μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης, οι μοναχοί της οποίας, Ιερεμίας και Ραφαήλ, δίδασκαν πριν την Επανάσταση τα παιδιά των γύρω χωριών.

Στο μοναστήρι μάλιστα βρέθηκε μια πλούσια βιβλιοθήκη, η ύπαρξη της οποίας, σε συνδυασμό με τις περιπέτειες του τόπου κατά την παλιγγενεσία, ενισχύει την άποψη εκείνων, που υποστηρίζουν ότι οι Οθωμανοί κατακτητές δεν εμπόδισαν ουσιαστικά τη λειτουργία των σχολείων για τους υπόδουλους, εφόσον αυτά περιορίζονταν στα απλά γράμματα και δεν απειλούσαν την κυριαρχία τους. Από τη στιγμή άλλωστε, που επέτρεπαν τη λειτουργία της χριστιανικής εκκλησίας, ήταν φυσικό να γνωρίζουν ότι στους νάρθηκες των εκκλησιών και στα κελιά των μοναστηριών κάποιοι υπόδουλοι θα μάθαιναν τα γράμματα, που θα τους επέτρεπαν να διαβάζουν και να επιτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα [2].

Στα χρόνια της επανάστασης του 1821 οι αρχές προσπάθησαν να εισάγουν νέες αξίες στην ελληνική παιδεία στα πρότυπα του Ρήγα Φεραίου, ο οποίος στο «Σύνταγμά» του διακηρύσσει ότι «όλοι χωρίς εξαίρεση έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα και η πατρίς έχει χρέος να καταστήσει σχολεία εις όλα τα χωριά δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδιά» [3]. Η προσδοκία είναι καθαρή: το έθνος μόνο με την εκπαίδευση θα αποβάλλει τα ελαττώματα που του προσέδωσε η περίοδος της δουλείας και θα αποκτήσει εθνική συνείδηση [4].

Στη διάρκεια βέβαια του αγώνα η λειτουργία των σχολείων ήταν φυσικό να σταματήσει ουσιαστικά. Το θέμα όμως της  οργάνωσής της εκπαίδευσης απασχολεί όλα τα επίσημα κείμενα και τις καταστατικές αρχές, που προέκυψαν από τις Εθνοσυνελεύσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Η Πελοποννησιακή Γερουσία σχεδίασε σχολεία «αρρένων τε και θηλέων» και μάλιστα με την αλληλοδιδακτική μέθοδο [5]. Η μέθοδος αυτή συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία στο τέλος του 18ου αι. από τον A. Bell και τον J. Lancaster, καθιερώθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία 1820-1830 από το Sarazin, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με έναν διασκευασμένο «οδηγό» του Ιω. Κοκκώνη, για να καλύψει το πρόβλημα της έλλειψης δασκάλων, και ίσχυσε ως το 1880, που την διαδέχτηκε η συνδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας [6].

Το 1824 η γνωστή πενταμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή, στο σχέδιο οργάνωσης της εκπαίδευσης που υπέβαλλε, πρότεινε μεταξύ άλλων την ίδρυση Κεντρικού αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Άργος, που θα χρησίμευε ως πρότυπο Διδασκαλείο για τους δασκάλους κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο [7].

Από το διδασκαλείο του Άργους αποφοίτησε σημαντικός αριθμός δασκάλων, οι οποίοι «ανέλαβαν να συντελέσουν εις την γενίκευσιν των φώτων». Στην κεντρική σχολή της αλληλοδιδακτικής του Άργους στέλνονταν από κάθε επαρχία δύο ως τρεις νέοι, αρκετά προχωρημένοι στην ελληνική γλώσσα για να εκπαιδευτούν στη νέα μέθοδο.

Πρέπει να τονιστεί ότι χρήματα για την πληρωμή των δασκάλων και τα άλλα έξοδα των σχολείων δεν υπήρχαν, αφού η κυβέρνηση δεν είχε τα κατάλληλα μέσα ούτε για τη διεξαγωγή του αγώνα. Τα πάντα γίνονταν με τις αυθόρμητες συνδρομές των κατοίκων και των μοναστηριών [8].

Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς στις αρχές του 1825 στην έκθεσή του για την δημόσια εκπαίδευση αναφέρει ότι η σχολή βρισκόταν «εις ανθούσαν κατάστασιν». Η εύρυθμη λειτουργία της πάντως δεν είναι σίγουρη, αφού υπάρχουν μαρτυρίες ότι στις 19 Απριλίου 1825 οι επιστάτες του σχολείου Παρθένιος και Αναγνώστης Ιατρός ανακοίνωσαν την παραίτησή τους μετά τον σφετερισμό των εθνικών κτημάτων, που είχαν αφιερωθεί τον προηγούμενο χρόνο για την αντιμετώπιση των εξόδων των σχολείων [9].

Το 1824 ο εθνικός ευεργέτης Ιω. Βαρβάκης διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό για την ίδρυση Λυκείου στο Άργος, το οποίο όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Επίσης  τον ίδιο χρόνο η κυβέρνηση ψήφισε την ίδρυση πανεπιστημίου στο Άργος και αγόρασε το οικόπεδο, στο οποίο αργότερα ο Καποδίστριας έχτισε τους στρατώνες ιππικού. Παράλληλα, όπως προκύπτει από έγγραφο που εκδόθηκε στις 10 Απριλίου 1824 στο Άργος, κατέβαλλαν προσπάθειες για την ίδρυση και Ανώτερης Ακαδημίας στο Άργος [10] προς προαγωγήν των επιστημών και καλών τεχνών με την ονομασία «Πρυτανείον ή Διατακτήριον», η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. [11]

Γεννάδιος Γεώργιος

Σύμφωνα με την έκθεση Γρηγ. Κωνσταντά του 1825 μεταξύ των  δέκα σχολείων της Πελοποννήσου ήταν και αυτό του Άργους.  Στο σχολείο φοιτούσαν διακόσια αγόρια και κορίτσια χωριστά. Με έξοδα λοιπόν μιας κυρίας από τη Χίο κτίστηκε ιδιαίτερο για τα κορίτσια με καταλληλότερο πρόγραμμα. Στο Άργος ιδρύθηκε  το 1824 και το Κεντρικό σχολείο, στο οποίο δέχτηκε να διδάξει ο Γ. Γεννάδιος.  Το 1825 το αλληλοδιδακτικό του σχολείο είχε πάνω από 150 μαθητές με  δάσκαλο το Δημήτριο Πλατανίτη, τον οποίο επαινεί εφημερίδα της εποχής. Οι μαθητές του σε έξι μήνες είχαν μάθει να διαβάζουν, να γράφουν  και να λογαριάζουν [12].

Ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης από τη αρχή γνωρίζει τις τραγικές συνθήκες της χώρας, αλλά όπως αποκαλύπτει στο μεγάλο φιλέλληνα Εϋνάρδο «είμαι αποφασισμένος να στηρίξω την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δυο μεγάλας βάσεις, την εργασία και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν [13]».

Ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης φαίνεται να αλλάζει ριζικά, όπως ριζικά άλλαξε η μορφή του πολιτεύματος [14]. Είναι ορατός ο πρακτικός του προσανατολισμός και η προσπάθεια σύνδεσης της χειρωνακτικής εργασίας με την πνευματική [15]. Η εκπαίδευση παίρνει ένα χαρακτήρα έντονα φιλανθρωπικό και σωφρονιστικό [16], και γίνεται προσπάθεια να εγκαταλειφθούν οι παλαιές αρχές, που είχαν αποδειχθεί άξιες θρήνου και αγανακτήσεως, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Νεόφυτος Βάμβας:      

 

Εξοδεύουν τα δυστυχή και αθώα παιδία δυο και τρείς χρόνους, χωρίς να μάθωσιν άλλο, παρά μηχανικώς να αναγιγνώσκωσι, και τούτο στραβά και διεστραμμένα. Και από τοιούτους πολυχρονίους και ακάρπους κόπους ο νους ταπεινώνεται, συνηθίζει εις την ακρισίαν, και το φοβερότερο ακόμη, λαμβάνει μίσος και απέχθεια εις την μάθησιν…

Η δε μέθοδος των πλειοτέρων παιδαγωγών είναι τωόντι αξία θρήνου και αγανακτήσεως. Αντί να φέρωνται εις τα αθώα παιδία με τρόπον γλυκύν και σεμνόν, διά να σύρωσιν ενταυτώ την εύνοιαν και το σέβας των, μεταχειρίζονται και βλέμμα, και φωνήν, και χείρας τυραννικάς. Αντί να τρέφωσι την φυσική περιέργειαν και φιλομάθειάν των με ιστορίας και περιγραφάς ζώων, φυτών, και άλλων τοιούτων, περνούν όλη την ημέρα εις ξηρούς και ατάκτους συλλαβισμούς και εις αναγνώσεις παρακαίρους. Από τοιούτον ηθικόν και διδακτικόν τρόπον παιδαγωγίας, τι άλλο ημπορεί να προέλθει παρά εκείνο, το οποίον και βλέπουμε τωόντι; Τα  πνεύματα των παιδίων ταπεινώνονται, εξευτελίζονται, και συλλαμβάνουν δικαίως απέχθειαν εις την μάθησιν και άσπονδον μίσος κατά των τυράννων της αθώας ηλικίας των.

 

Στο Άργος την εποχή αυτή λειτούργησαν ένα δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο, ένα ιδιαίτερο παρθεναγωγείο, ένα ιδιαίτερο ελληνικό σχολείο και μερικά ακόμα  σχολεία «των κοινών γραμμάτων».

Το δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος ιδρύθηκε το 1828 και σύμφωνα με μαρτυρίες λειτούργησε σε οικία – μετόχι, που ανήκε στην έγγεια περιουσία της μονής της Κατακεκρυμμένης στο Μπεκίρ Μαχαλά (Ν. Δ. συνοικία του Άργους). Την είχε αφιερώσει στο μοναστήρι τα πρώτα χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα η Αγγελίνα, σύζυγος του Αθανασίου Μπούρα. Η οικία αυτή επισκευάστηκε από τη δημογεροντία του Άργους και χρησιμοποιήθηκε ως «κοινόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον». Το οίκημα αυτό, που σύμφωνα με έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού» φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε το καλοκαίρι του 1831, όταν έγιναν στο Άργος τα εγκαίνια του νέου σχολείου, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. [17]

Ο Γιάννης Χελιώτης και Νικόλαος Ζεγκίνης αναφέρουν ότι «η προειρημένη οικία, ανακαινισθείσα και επιδιωρθωθείσα παρά των τότε δημογερόντων της πόλεως ταύτης εχρησίμευε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν» και «κατά το 1828, ερείπιον ον, το έκτισαν και το κατασκεύασαν και εχρησίμευσε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν».

Στο σχολείο δίδαξε ο Νικόλαος Φανδρίδης, 21 ετών, κρητικός, με  μηνιαίο μισθό 250 γρόσια (100 φοίνικες), τον οποίο μέχρι το 1830 (Αύγουστος) κατέβαλλε κατά ένα μέρος η δημογεροντία (200 γρόσια) από τα εισοδήματα της κοινότητας που προέρχονταν από τους εθνικούς μύλους, και το υπόλοιπο ο Καποδίστριας αρχικά και ο τοποτηρητής του Άργους κατόπιν.

Στις 21 Ιουνίου 1830 είχε 156 μαθητές, και στις 6 του Οκτώβρη του ίδιου έτους 128 μαθητές. Ο τοποτηρητής του Άργους Ιω. Δ. Βρατσάνος στις 21-6-1830 σε αναφορά του βεβαιώνει «την  άκραν επιμέλειαν την οποίαν ο διδάσκαλος  έχει…».  Την αναφορά συνοδεύει και ονομαστικός κατάλογος των μαθητών.

Ο Φανδρίδης αποδείχθηκε άξιος δάσκαλος σύμφωνα και με έκθεση του Ι. Κοκκώνη (1830), παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε (στενότητα χώρου, έλλειψη των αναγκαίων βιβλίων, ελλιπής φοίτηση μαθητών, έλλειψη εποπτικού υλικού κλπ) [18].

Ο επιθεωρητής πήγε στο Άργος στις 4 το απόγεμα της 6ης Οκτωβρίου του 1830 και επισκέφτηκε αμέσως το αλληλοδιδακτικό σχολείο. Παρουσιάστηκε στο δάσκαλο ως ξένος περιηγητής, που ήθελε να γνωρίσει το σχολείο. Αφού συζήτησαν, έφυγε και την επομένη  πήγε με το γραμματέα του τοποτηρητή, πριν αρχίσει το μάθημα. Παρέμεινε σ’ όλη την παράδοση και εξέτασε πολλούς. Αναφέρει μάλιστα τους ευδοκιμήσαντες. Έλειπαν όμως και 33,  γεγονός το οποίο  σχολίασε και τιμώρησε με το δικό του τρόπο. Δεν ανέφερε δηλαδή τα ονόματα κάποιων προχωρημένων, επειδή δεν ήταν τακτικοί στα  μαθήματα. Είπε μάλιστα σ’ όλους  να μεταφέρουν στους γονείς τους, πως η Κυβέρνηση βραβεύει και βοηθά για παραπέρα  σπουδές μόνο τους επιμελείς, αν είναι και τακτικοί στο σχολείο.

Ο δάσκαλος του φάνηκε  «πολλά ήμερος και γλυκύς προς τους μαθητάς του, επιμελής και προσεκτικός εις το έργον του». Παρατήρησε όμως πως δεν εργαζόταν  ακριβώς, όπως προέβλεπε ο οδηγός και τον συμβούλεψε, όπου έκρινε απαραίτητο. Είπε ότι θα τον επισκεπτόταν και άλλη φορά για πληρέστερη συνεργασία. Το υλικό του  σχολείου και των μαθητών το χαρακτήρισε άθλιο και ελλιπές, ενώ δεν του άρεσε το νέο κτίριο. Το θεώρησε πολυδάπανο και δύσχρηστο. Οι ντόπιοι πάντως φαίνονταν να είναι ευχαριστημένοι  από το δάσκαλο. [19]

Παράλληλα στα σχολεία των «κοινών γραμμάτων» αμαθείς γραμματοδιδάσκαλοι, καλόγεροι και παπάδες δίδασκαν από την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τη «φυλλάδα» και πληρώνονταν από τους γονείς των μαθητών τους. Οι δάσκαλοι αυτοί στάθηκαν σοβαρό εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου αλληλοδιδακτικού σχολείου, αφού δυσφημούσαν το διδακτικό έργο του Φανδρίδη, προκειμένου να αποσπάσουν μαθητές. Μετά τη υποχρεωτική εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, οι γραμματοδιδάσκαλοι κινδυνεύοντας να μείνουν άνεργοι, εφόσον δεν είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις της μεθόδου, κατέφευγαν σε συκοφάντηση του κυβερνητικού εκπαιδευτικού έργου. Το 1830 γίνεται προσπάθεια «να προληφθεί το γραμματεμπόριον των αμαθών τούτων [γραμματοδιδασκάλων], το οποίον εμποδίζει την πρόοδο των αλληλοδιδακτικών καταστημάτων και καταδικάζει τους παίδας εις αιώνιον αμάθειαν».

Η έκθεση αναφέρει τους δασκάλους, των κοινών γραμμάτων, που είχαν ιδιαίτερα σχολεία και τους μαθητές τους. Αυτοί ήταν οι: Αναγνώστης Μοζατζόπουλος με 35 μαθητές, ο Αναγνώστης Κρητικός με 10, ο Κωνστ. Σαμαρτζής με 20, ο Κωνστ.  Λαλουκίτης με 10, ο Αναγνώστης Λελιώτης με 15, ο Γεώργιος Μικροδημήτρης με 15 και ο Σπυρίδων Κούρος με 6 μαθητές. Συνολικά δηλ. 111 μαθητές από τους 297, που φοιτούσαν σε όλα τα σχολεία του Άργους.

Στο παρθεναγωγείο που ιδρύθηκε από τον Καποδίστρια δίδασκε η Μαρία Παπαχατζή και στις 17-10-1829 είχε 20 μαθήτριες από 6 ως 13 ετών, που κατάγονταν από σχετικά ευκατάστατες οικογένειες. Ο μικρός αριθμός των μαθητριών είναι χαρακτηριστικός για την αντίληψη της κοινωνίας του Άργους για τη γυναικεία εκπαίδευση και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Σε έκθεση του έκτακτου επίτροπου Αργολίδας Κωντ. Ράδου [29-11-1829] αναφέρεται και ένα ελληνικό σχολείο με 55 μαθητές και δάσκαλο τον Π. Κορδία,17 ο οποίος πληρωνόταν από τους μαθητές. Ο Κοκκώνης το 1830 επιθεώρησε και το ελληνικό σχολείο, που δίδασκε ο Κορδίας και τότε είχε 40 μαθητές, ορισμένοι από τους οποίους ήταν πάνω από 20 ετών. Εξέτασε τρεις και τους βρήκε «ικανώς προχωρημένους».

Τον Ιούνιο του 1831 έγιναν, παρουσία του Καποδίστρια, τα εγκαίνια του νέου  κτιρίου, το οποίο διατηρείται και σήμερα και στεγάζει το 1ο δημοτικό σχολείο Άργους. Αρχιτέκτονες ήταν ο De Vaud  και ο Λάμπρος Ζαβός, ενώ εργολάβος ο Χαρίτων Κάππος.  Κοντά στο κτίριο οικοδομήθηκε και οίκημα για κατοικία του δάσκαλου. [20]

 

Καποδιστριακό σχολείο

 

Με αφορμή τα εγκαίνια η Γενική Εφημερίς και η Αιγιναία παραθέτουν και στοιχεία για τους μαθητές που είχαν φοιτήσει ως τότε. Οι μαθητές ήταν 1017, από τους οποίους οι 145 πήγαιναν στο νέο κτίριο. Από τους  874 που είχαν αποφοιτήσει, τουλάχιστο 500 ήταν «προπαρασκευασμένοι εις την σπουδήν ανωτέρων μαθημάτων εις τα ελληνικά σχολεία, εις το κεντρικόν της Αιγίνης ή εις άλλα επαγγέλματα». Μεταξύ εκείνων που φοίτησαν ήταν και 184 υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί του τακτικού ιππικού. Η πρόοδος τόσων μαθητών αποδίδεται στον πόθο των γονέων, τη φιλομάθεια των ιδίων, το ζήλο του δασκάλου και την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας.

Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους στο Άργος λειτούργησαν τακτικά σχολεία αγοριών και κοριτσιών με δασκάλους το Ν. Φανδρίδη και την Ε. Φανδρίδη, οι οποίοι δίδασκαν 118 και 65 μαθητές αντίστοιχα. Λειτουργούσαν επίσης 10 σχολεία κοινών  γραμμάτων με ανεξέταστους δασκάλους και 220 μαθητές. Ο Ζεγκίνης αναφέρει [21] πως το 1836 ιδρύθηκε στο Άργος ελληνικό σχολείο με ελληνοδιδάσκαλο τον Παναγιώτη Αγαθοκλή από τη Θράκη, ο οποίος παρέμεινε ως το 1856.

Το β’ μισό του 19ου αι. δεν έγινε καμία σημαντική αλλαγή στο χώρο της εκπαίδευσης. Με διάταγμα 30/11/1880 εισάγεται η συνδιδακτική μέθοδος, που δίνει βάρος στον έλεγχο και την εποπτεία του μαθητή από τον διδάσκοντα [22].

Τα στοιχεία που έχουμε για την κατάσταση της εκπαίδευσης στο Άργος το 1891 προέρχονται από Ημερολόγια της εποχής. Σύμφωνα με αυτά η επαρχία Άργους είχε 20 σχολεία με 726 αγόρια, 100 κορίτσια, 18 δασκάλους και 4 γραμματοδιδασκάλους. Μέσα στο Άργος υπάρχουν 4 σχολεία με 315 αγόρια, 100 κορίτσια και 6 δημοδιδασκάλους και 2 γραμματοδιδασκάλους (στα υπόλοιπα σχολεία της επαρχίας Άργους δεν υπάρχουν κορίτσια).

Δημοσιεύματα εφημερίδων αναφερόμενα στις εξετάσεις των σχολείων της πόλης μας δίνουν ταυτόχρονα και την κατάσταση της παιδείας στο Άργος στις αρχές του αιώνα μας, όπου φαίνονται να λειτουργούν τα ακόλουθα σχολεία:

  • Πλήρες δημοτικό σχολείο αρρένων Άργους, όπου το 1901 φοίτησαν 297 μαθητές (α τάξη 130, β 98, γ 85, δ 53, ε 21, στ 11). Η πτωτική τάση του αριθμού των μαθητών κατά τάξη είναι δηλωτική αφενός της αυστηρότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και αφετέρου των οικονομικών και άλλων δυσχερειών των μαθητών. Διευθυντής ο Αναστάσιος Τρίκας, ο οποίος υπήρξε και πρώτος διευθυντής της σχολής απόρων παίδων του Δαναού, και διδάσκαλοι οι Β. Μποτόπουλος, Δ. Αρβανίτης, Πέτρος Ράπτης και Π. Γεωργαντόπουλος.
  • Κοινή δημοτική σχολή αρρένων Άργους. Πρόκειται για το γνωστό σχολείο Σμυρνιωτάκη. Διδάσκαλοι οι Κ. Γαλάνης, Εμ. Παπαβασιλείου, και Γ. Σαραντόπουλος.
  • Πλήρες δημοτικό σχολείο θηλέων Άργους: Διδασκάλισσες οι Ευσταθία Φώσκη, Σοφία Μπούμη και Βασιλική Αθανασίου ή Αθανασοπούλου.
  • Κοινή δημοτική σχολή θηλέων Άργους: διδασκάλισσα η Ασπασία Αναγνωστοπούλου.

Στα 1891 μετά από πιεστικά αιτήματα παραγόντων της πόλης ιδρύθηκε διτάξιο γυμνάσιο στο Άργος, το οποίο προήχθη σε τριτάξιο στο 1901 μετά από ενέργειες του «θορυβούντος πολιτευτού» Κ. Πλατούτσα.

Αναλύοντας τα στοιχεία αυτά διαπιστώνουμε ότι η επαρχία Άργους παρουσιάζει το μικρότερο ποσοστό μαθητών (3,4%) σε σχέση με τον πληθυσμό της, καθώς και την χαμηλότερη αναλογία μεταξύ αρρένων και θηλέων μαθητών (12,1%).  Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στη διαπίστωση ότι ο πληθυσμός της πόλης στη συντριπτική του πλειοψηφία υπήρξε άκρως συντηρητικός. Ειδικότερα στον τομέα της εκπαίδευσης οι αντιλήψεις, ακόμα και των διανοουμένων, ήταν ακραία συντηρητικές. Για τους αργείτες ως το τέλος του 19ου αιώνα η μόρφωση των γυναικών εγκυμονούσε κινδύνους για την οικογένεια.  Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα ΔΑΝΑΟΣ (αρ. φ. 27/17-7-1908) [23] «η γυνή προώρισται δια την οικίαν, ο ανήρ δια την κοινωνίαν… και η των θηλέων εκπαίδευσις… όχι ωφέλιμος δεν είναι, αλλά και επιβλαβής ως επί το πλύ. Τα σχολεία ίσως εν αγνοία συνηθίζωσι ενωρίς τα κοριτσάκια εις την κενοδοξίαν, την ματαιοδοξίαν, την επίδειξιν, την επιπολαιότητα και το πάντων φρικτόν την αεργίαν. Τα καθιστούν φλύαρα, υπεροπτικά και πανούργα. Τα έργα των χειρών, η εργασία έχει εξοβελιστεί εκ των σχολείων χάριν των γραμματικών κανόνων και των μαθηματικών…».

H κατάσταση γενικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης στο Άργος παραμένει θλιβερή. Είναι χαρακτηριστικό δημοσίευμα της εφημερίδας Αγαμέμνων (φ. 53/1892), όπου διαβάζουμε:

 

«… θλιβερόν είναι αληθώς το σημείον, εις ο περιήλθεν η στοιχειώδης εκπαίδευσις εν τη πόλει ημών. Κληρικοί, λαϊκοί, γυναίκες και κοράσια επαγγέλλονται άνευ ουδεμιάς αδείας τον διδάσκαλον. Εν υπογείοις και κρύπταις καθύγροις, αφωτίστοις, ανηλίοις συρρέουσιν αναμίξ αθώα πλάσματα. Χρηματισταί τινές, ίνα περώσι τον καιρόν τους χωρίς να έχωσι ουδέν κοινόν προς το διδασκαλικόν επάγγελμα..»[24].

 

Το 1895 είναι ένας σημαντικός σταθμός στην ελληνική Εκπαίδευση, γιατί ψηφίστηκε ο νόμος  ΒΤΜΘ΄, που έβαλε αρκετή τάξη στην Παιδεία, αλλά δυστυχώς δεν εξάλειψε όλες τις αδυναμίες, αφού άφησε στη διάκριση των δημοτικών αρχόντων και των εποπτικών συμβουλίων  τους δασκάλους.

Με το νόμο ΒΤΜΘ΄ διορίστηκε ως Επιθεωρητής Δημοτικών και Ελληνικών Σχολείων  Αργολιδοκορινθίας ο Ιωάννης Μεγαρεύς, καθηγητής του Διδασκαλείου Θεσσαλίας, ο οποίος ανέλαβε στις 22-1-1896. Από την αλληλογραφία του φαίνεται η πολύ καλή κατάρτισή του, το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση και η διάθεσή του για συνεργασία με τις τοπικές αρχές.

Η εφημερίδα Δαναός στο φύλλο 116/22-2-1901 δημοσιεύει πληροφορίες για τους δασκάλους, τους μαθητές και τα σχολεία της Αργολίδας. Τις είχε δώσει πολύ πρόθυμα ο Μεγαρεύς, μετά από σχετικό αίτημά της.

 

Καθ’ όλον τον Νομόν Αργολίδος κατά το έτος 1896, δηλαδή οπόταν ήρχισεν η εφαρμογή του Νόμου ΒΤΜΘ΄ , εφοίτων μαθηταί εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις 4.599, διδασκόμενοι υπό 97 διδασκάλων, ανελόγουν δε οι μαθηταί προς τους κατοίκους 5,65:100 προς δε τους διδασκάλους 47:1. Κατά δε το ενεστώς έτος 1901, δηλαδή μετά πενταετή εφαρμογήν του Νόμου, φοιτώσιν εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις του Νομού 7050 μαθηταί διδασκόμενοι υπό 129 διδασκάλων. Αναλογούσι δε οι μαθηταί  προς τους κατοίκους 8,73:100 προς δε τους διδασκάλους 55:1. Η αναλογία 8,73 ισχύει δια τους άρρενας  μαθητάς, διότι η εκπαίδευσις των θηλέων υστερεί ένεκεν οικονομικών λόγων. Αλλά και η φοίτησις αυτών εβελτιώθη και θα βελτιωθή σημαντικώς, διότι  κατά το παρελθόν έτος δέκα [10] σχολεία των θηλέων συνεστάθησαν…. Εκ της αναλογίας δε ταύτης 8,73 δυνάμεθα να καυχηθώμεν ότι σήμερον η εκπαίδευσις εν τη πατρίδι ημών είναι εν ίση μοίρα με την των μάλλον πεπολιτισμένων κρατών της Ευρώπης  και ουδείς ή ελάχιστοι μένουσι αγράμματοι.  Η βελτίωσις δεν περιορίζεται εις την αύξησιν του αριθμού των φοιτώντων, αλλά και εις το ποιόν της εκπαιδεύσεως, προς δε και εις το ποιόν των διδακτηρίων, διότι τα μόνον δια σταύλους χρήσιμα προ του Νόμου αντικατεστάθησαν διά λαμπροτάτων διδακτηρίων και δια καταλλήλων οργάνων εμπλουτίσθησαν, ων τελείως εστερούντο πρότερον».  Και η εφημερίδα καταλήγει πως καθένας πείθεται, από όσα παραπάνω εκτέθηκαν,  πως ο νόμος υπήρξε ωφελιμότατος και σωτηριωδέστατος εν τη εκπαιδεύσει της πατρίδος μας [25].

  

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στις 15/10/1900 ιδρύεται στο Άργος η σχολή απόρων παίδων του συλλόγου «Δαναός», που λειτούργησε μέχρι το 1973, με νόμο του 1924 αναγνωρίστηκε ισότιμη με τα δημόσια δημοτικά σχολεία και 2.473 έλληνες πολίτες φοίτησαν σε αυτήν. [26] Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν θρησκευτικά, ανάγνωση, αριθμητική, γεωγραφία, ελληνική Ιστορία, ανθρωπολογία. Δάσκαλοι από το Άργος και από τα γύρω χωριά αναλάμβαναν να διδάξουν αμισθί.

Σε ολόκληρο τον αιώνα που εξετάσαμε η οργάνωση της εκπαίδευσης ήταν αυστηρά συγκεντρωτική. Όλα καθορίζονταν και επιτηρούνταν από την κεντρική διοίκηση. Ο χαρακτήρας των σπουδών ήταν μονοδιάστατα θεωρητικός και κλασικιστικός από την εποχή της Βαυαροκρατίας. Επιβλήθηκε η αρχαιομάθεια και η αρχαΐζουσα γλώσσα. Το χαρακτηριστικό της διδασκαλίας ήταν ο δογματισμός και ο παπαγαλισμός. Η εσωτερική ζωή του σχολείου ήταν αυταρχικά οργανωμένη [27].

Το δημοτικό σχολείο παρείχε στους μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική) και η φοίτηση ήταν υποχρεωτική, ενώ τα ελληνικά προετοίμαζαν τους μαθητές για το γυμνάσιο κατόπιν εξετάσεων. Οι απόφοιτοι των γυμνασίων εισάγονταν στα πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις.

Η εκπαίδευση ήταν δωρεάν σε όλες τις βαθμίδες εκτός από την πρωτοβάθμια, όπου υπήρχαν δίδακτρα. Για την ίδρυση και συντήρηση των δημοτικών σχολείων κατά των δασκάλων υπεύθυνοι ήταν οι δήμοι και οι κοινότητες, γι’ αυτό και τα σχολεία αυτά ονομάστηκαν δημοτικά και οι δάσκαλοί τους δημοδιδάσκαλοι.

Παρά τον υποχρεωτικό της χαρακτήρα όμως η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν ήταν προσπελάσιμη από όλα τα κοινωνικά στρώματα και το πέρασμα από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη δεν ήταν εύκολο. Τα ελληνικά σχολεία και τα γυμνάσια βρίσκονταν μόνο στα αστικά κέντρα. Η πρόσβαση των παιδιών του αγροτικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευε την περίοδο 1840 – 1860 πάνω από το 75% του συνολικού πληθυσμού, ήταν δύσκολη. Ακόμα χειρότερα βέβαια ήταν τα πράγματα στην εκπαίδευση των γυναικών. Το 1854 η σχέση ανδρικής και γυναικείας φοίτησης ήταν 1 κορίτσι προς 6,5 αγόρια.

Χαρακτηριστικό της αγωγής, που παρέχουν τα σχολεία της εποχής είναι η χρήση του πίνακα τιμής και του μαυροπίνακα, που βρίσκονται μόνιμα αναρτημένοι πίσω από την έδρα του δάσκαλου. [28] Ο πίνακας τιμής χωρισμένος σε στήλες κατατάσσει κάθε μαθητή σε κατηγορίες: φρόνιμος, επιμελής, εύτακτος, φιλαλήθης, ευπειθής…. Κάθε μήνα σε αυτόν αναγράφονται τα ονόματα όσων διακρίθηκαν για την επιμέλεια ή την συμπεριφορά τους. Δίπλα του βρίσκεται «ο μαύρος πίναξ της ατιμώσεως». Εδώ σημειώνονται όσοι ύστερα από συνεχείς παρατηρήσεις παραμένουν «αδιόρθωτοι». Οι χαρακτηρισμοί είναι εύγλωττοι του συστήματος έπαινος-τιμωρία: φλύαρος, ρυπαρός, παρήκοος, οκνηρός ή αμελής, φιλοπαίκτης, ψεύστης, διεστραμμένος…

Πρόκειται ασφαλώς για μεθόδους και νοοτροπίες, που σε γενικές γραμμές εφαρμόστηκαν και τον επόμενο αιώνα στην ελληνική εκπαίδευση, και μόνο μετά τη μεταπολίτευση παραχώρησαν σταδιακά τη θέση τους σε μεθόδους, που ταιριάζουν σ’ ένα σύγχρονο και δημοκρατικό σύστημα εκπαίδευσης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κάτσικα Χρ., Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, σελ. 19.

[2] Αγγέλου Άλκης,  ΙΕΕ, τόμος Ι, σελ 367.

[3] Κάτσικα Χρ. όπ.π. σελ. 22.

[4] Δημαρά Αλ. Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, α’ τόμος, σελ κγ΄.

[5] Δημαρά Αλ. όπ.π., σελ κδ΄.

[6] Καλαφάτη Ελ., Τα σχολικά κτίρια της Α/θμιας εκπαίδευσης. Αθήνα, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιά, 1988.

[7] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, Ελλέβορος, τ. 11, σελ. 81. (1994).

[8] Ι. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σελ. 588.

[9] Κορδατζή – Πρασσά Α.ό.π. σελ. 82.

[10] Ι. Ε. Ε. ΙΒ΄, σελ. 588.

[11] Ι. Ζεγκίνη,  Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σελ. 342.

[12] Φασατάκη Ν. Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, ανέκδοτη εργασία.

[13] Ι. Ε. Ε. τ. ΙΒ΄, σελ. 589.

[14] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. κζ΄.

[15] Κάτσικα Χρ. ο.π. σελ. 29.

[16] Δημαρά Αλ. ο. π. σελ. κζ΄

[17] Δανούση Κ., Ιδιοκτησιακά της μονής Κατακεκρυμμένης στο Άργος, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 12, σελ. 65.

[18]  Κορδατζη – Πρασσά Α. ο.π. σελ 83.

[19] Φασατάκη Ν. ό.π.

[20] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 11, σελ. 86.

[21] Ι. Ζεγκίνη, ο.π. σελ 343.

[22] Κάτσικα Χρ. ο.π., σελ.70.

[23] Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τεύχος 340 (1996)

[24]  Δανούση Κ., Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τευχ. 340 (1996)

[25] Φασατάκη Ν. ο.π.

[26] Μαλτέζου Δ.  Η σχολή απόρων παίδων του ΔΑΝΑΟΥ, Δαναός ΑΡΓΟΣ 1995, σελ. 89 κ.ε.

[27] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. λ΄.

[28] Καλαφάτη Ε. ο.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αναγέννηση, εφημερίδα φ. 340 , Άργος, 1996.
  • Δαναός, αφιέρωμα,  Άργος, 1995.
  • Δημαράς Αλ., «Η  Μεταρρύθμιση που δεν έγινε», τ. 1ος, εκδ. Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1988.
  • Ελλέβορος, περιοδικό τ. 11/12, Άργος, 1994.
  • Ι. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των αιώνων», 1948.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ. ΙΓ΄ , ΙΔ΄
  • Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης», εκδ. Γ.Γ. Νέας Γεννιάς, Αθήνα, 1988.
  • Χρ. Κάτσικας, «Ιστορία της Νεοελληνικής εκπαίδευσης», εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2004.
  • Νίκος Φασατάκης, Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, αδημοσίευτη εργασία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

  

Σχετικά θέματα:

Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα, ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου. Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ι. Εισαγωγή

 

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Δικαίου είναι ότι δεν ανέχεται την ανεύθυνη άσκηση της εξουσίας. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ούτε ο ανεύθυνος ανώτατος άρχων· και για τις πράξεις η παραλείψεις του, κάποιος πάντοτε ευθύνεται. Οι υπουργοί υπέχουν ποινική [1] και αστική ευθύνη, εκ μόνου του συμπτωματικού γεγονότος, ότι σε δεδομένη στιγμή άσκησαν υπουργικά καθήκοντα.

 Η υπουργική ευθύνη καθιερώθηκε στην Ελλάδα, από το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου, το οποίο όριζε, ότι: Οι υπουργοί είναι υποκείμενοι εις ευθύνην καθώς και ο Γενικός Γραμματεύς του Εκτελεστικού:  α. Αν εναντίον τι πράξωσι της εθνικής ασφαλείας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής ελευθερίας. β. Αν παραβώσι τούς καθεστώτας Νομους, υπογράφοντες η ενεργούντες διαταγήν του Εκτελεστικού, ασύμφωνον με αυτούς· γ. Αν υποπέσωσιν εις κατάχρησιν των δημοσίων χρημάτων, τα οποία εμπιστεύονται εις αυτούς.

Υποβαλλομένης κατηγορίας, κατά υπουργού, διοριζόταν εννεαμελής επιτροπή, η οποία εξέταζε τη βασιμότητά της. Στη συνέχεια η Βουλή, με την πλειοψηφία των 4/5 κήρυσσε τον κατηγορούμενο έκπτωτο του αξιώματός του και τον παρέπεμπε να δικασθεί στο Γενικόν της Ελλάδος Κριτήριον. Τα ίδια επανέλαβε το 1823 το Σύνταγμα της Β’ Εθνοσυνελεύσεως του Άστρους (ο Νόμος της Επιδαύρου).

Η ρύθμιση δεν ήταν ορθή, διότι μόλις εδίδετο άδεια καταδιώξεως, επιβαλλόταν και η ποινή. Και μάλιστα η αυστηρότατη ποινή της εκπτώσεως, προτού καταδικασθεί ο υπουργός. Και η έκπτωση, ως ποινή, επιβάρυνε τη θέση του στο δικαστήριο, αφού είναι η ατιμωτέρα ποινή για πολιτικό άνδρα.

 

ΙΙ. Έλληνες εναντίον Ελλήνων

 

Βάσει αυτών των διατάξεων,  παραπέμφθηκαν το φθινόπωρο του 1823, δύο Υπουργοί της Κυβερνήσεως· ο Χαράλαμπος Περρούκας και ο Ανδρέας Μεταξάς (1790-1860), καθώς και οι Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1770-1848) και Σωτήριος Χαραλάμπης (1760-1826), τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

 

Α. Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα

 

 «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

 

Μετά  τις επιτυχίες των δύο πρώτων ετών κατά των Τούρκων, το κύρος των στρατιωτικών αυξήθηκε εις βάρος των πολιτικών. Εν τω μεταξύ, τα ποσά που είχαν συγκεντρωθεί είχαν δαπανηθεί για τον εφοδιασμό του στρατού. Η φορολογία της δεκάτης δεν απέδωσε, όπως και το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου 1822. Συνεπεία όλων αυτών, άρχισε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών, που είχαν επικρατήσει στην Α’ Εθνοσυνέλευση, και των στρατιωτικών, που θεωρούσαν ότι είχαν παραγκωνισθεί, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Τον Φεβρουάριο του 1823 συνέρχεται η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος.

Η πρόταση της Συνελεύσεως, περί εκποιήσεως μέρους των εθνικών κτημάτων, δημιούργησε το σπέρμα του εμφύλιου πολέμου. Κατά το Σύνταγμα, το Βουλευτικό αποφάσιζε για δάνεια και για την εκποίηση των εθνικών κτημάτων «αναλόγου με την χρείαν».

Οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, ως πλούσιοι, επεδίωκαν την εκποίηση, γιατί αποσκοπούσαν στην ιδιοποίηση των εθνικών κτημάτων, ενώ οι στρατιωτικοί, ως αγρότες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ζητούσαν τη διανομή των εθνικών γαιών. Από τη σύνθεση των δύο σωμάτων, ήταν φανερό ότι το μεν Εκτελεστικό εξέφραζε τούς στρατιωτικούς και την Πελοπόννησο, το δε Βουλευτικό τούς πολιτικούς και την Ύδρα, κεφαλή της ναυτικής δύναμης, η οποία ενίσχυε τούς πολιτικούς και απέβλεπε να εισέλθει στην κυβέρνηση.

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών σωμάτων εντεινόταν, εν όψει της επικείμενης άφιξης του Λόρδου Βύρωνος, ως απεσταλμένου του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου και του δανεισμού από την Αγγλία. Και τούτο, διότι όποιος ήλεγχε το Εκτελεστικό, θα ήταν και ο επίσημος συνομιλητής με τον Βύρωνα· αλλά και όταν εδίδετο το δάνειο θα ενισχυόταν από αυτό. Πληροφορημένος γι’ αυτά ο Διονύσιος Σολωμός, γράφοντας τον Ύμνο εις την Ελευθερία, εκλιπαρεί  τούς Έλληνες να επιδείξουν ομόνοια.

Ο Κολοκοτρώνης παραιτείται από την αντιπροεδρία του Εκτελεστικού στις 13 Οκτωβρίου 1823, και προσφέρεται να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης. Όμως, η παραίτησή του δεν δίδεται στη δημοσιότητα. Το Βουλευτικό, από τη Σαλαμίνα, όπου είχε καταφύγει για ασφάλεια, έρχεται στο Άργος, προσκαλώντας και το Εκτελεστικό να έλθει εδώ από το Ναύπλιο.

Στις 10 Νοεμβρίου, άρχισαν οι συνεδριάσεις του Βουλευτικού, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο κατά του Εκτελεστικού. Μετά από δύο ημέρες, (12 Νοεμβρίου) συζητήθηκε το θέμα, για την προκήρυξη του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα, περί μονοπωλίου του άλατος, και αποφασίσθηκε να κληθεί σε απολογία ο υπουργός.

Ο Χαράλαμπος Περρούκας (; -1824) καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, η οποία το 1798 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στην πόλη του. Ο ίδιος ήταν μεγαλέμπορος και διατηρούσε κατάστημα στην Πάτρα και στο Άργος. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως, οι Τούρκοι κατέστρεψαν το εδώ κατάστημα του. Τον Ιούνιο του 1823, κατηγορήθηκε ότι δημιουργούσε φατρίες στο Άργος και εστάλη παραγγελία στο υπουργείο Εσωτερικών να τον συνετίσει.

Ο Περρούκας είχε εκδόσει προκήρυξη περί μονοπωλίου του άλατος, επειδή ήταν επείγουσα η ανάγκη να βρει χρήματα να πληρώσει τον Νικηταρά, για τα τρόφιμα που έστειλε στον Ανδρούτσο, όταν του ανατέθηκε η εκστρατεία στην Εύβοια. Εκδίδοντας την προκήρυξη, χωρίς την προηγούμενη απόφαση του Βουλευτικού, αυθαιρέτησε, και «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

Το Βουλευτικό δεν ήταν διατεθειμένο να ψηφίζει εισηγήσεις των υπουργών, διότι νόμιζε, ότι, ψηφίζοντας τις προτάσεις των υπουργών, εξυπηρετούνταν το Εκτελεστικό, ακόμη και στην περίπτωση, που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Εφ’ όσον η κυβέρνηση δεν ήλεγχε την Βουλή, μοιραία ήταν η σύγκρουση των δύο εξουσιών.

Στις 13 Νοεμβρίου συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του Άστρους, εννεαμελής επιτροπή και κλήθηκε στο Άργος ο  Περρούκας να απολογηθεί, διότι «παρενόμησε εκδούς προκήρυξιν περί μονοπωλίου άλατος, μη προηγουμένου νόμου». Εκείνος, με επιστολή του από το Ναύπλιο, δήλωσε ειρωνικά αδυναμία να μεταβεί, διότι μόλις είχε επιστρέψει από την Καρύταινα και «ευρισκόμενος από τον κόπον της οδοιπορίας ολίγον ανύμπορος ο δούλος σας, εμποδίσθην κατά το παρόν, έχων προ οφθαλμών μετ’ ολίγον να εκτελέσω το προσταττόμενον».

Το Βουλευτικό στις 24 Νοεμβρίου ενέκρινε ομοφώνως την πρόταση της Επιτροπής «καθ’ ην γίνεται υπεύθυνος και έκπτωτος του υπουργήματός του και ως απλούς πολίτης να κριθή οπού ανήκει». Με διακήρυξή του προς το Πανελλήνιον γνωστοποιεί σε κάθε Έλληνα ότι είναι ελεύθερος να αγοράζη και πωλή το τόσον αναγκαίον άλας εις τον λαόν.

 

 Β. Η παραπομπή του Ανδρέα Μεταξά και έντεκα βουλευτών

 

«πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι»

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Εν τω μεταξύ, το Βουλευτικό παρέπεμψε το μέλος του Εκτελεστικού Ανδρέα Μεταξά, διότι «αφήσας δια μερικά πράγματα τα κοινά της πατρίδος … με την απουσίαν του ενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως». Η νέκρωση των εργασιών οφειλόταν στο ότι ο Μεταξάς, όπως και ο Περρούκας, είχε μεταβεί στην Καρύταινα μαζί με τον Κολοκοτρώνη για να αποτρέψουν τον εμφύλιο πόλεμο, που υπέβοσκε. Από την απουσία δε του Μεταξά απέμειναν μόνο δύο μέλη του Εκτελεστικού (ο Πετρόμπεης και ο Χαραλάμπης) και δεν υπήρχε απαρτία.

Το Βουλευτικό αγνόησε τις εξηγήσεις του Εκτελεστικού και συγκρότησε Επιτροπή, η οποία την ημέρα που καθαιρέθηκε ο Περρούκας, διαβίβασε αναφορά προς το Βουλευτικόν, κατά την οποία «…. εύρομεν διαπράξαντα τον κύριον Μεταξάν ουχί έγκλημα προσβάλλον τον νόμον, αλλ’ έγκλημα καθοσιώσεως, …. ανατρέπον τα θεμέλια του Οργανικού Νομου,….. γενόμενος ου μόνον παραβάτης, αλλά καθαιρέτης του νόμου, ώστε ουδέ απολογίαν επιδέχεται το αμάρτημα…».

Την επομένη (25 Νοεμβρίου), το Βουλευτικό κήρυξε έκπτωτο τον Μεταξά, με ψήφους έξι έναντι τριών, διότι «έπραξε έγκλημα καθοσιώσεως και εφάνη καθαιρέτης του οργανικού Νομου, και αφήσας τον χώρον απενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως και διέλυσε το Εκτελεστικόν Σώμα, πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι». Αντικαταστάτης του Μεταξά στο Εκτελεστικό «εξελέγη παμψηφεί» ο Κωλέττης. Η καταδικαστική απόφαση ήταν προειλημμένη, διότι προτού συγκροτηθούν οι επιτροπές για τις υποθέσεις Περρούκα και Μεταξά είχε κληθεί ο Κωλέττης να αντικαταστήσει τον Μεταξά.

Ταυτόχρονα με την παραπομπή του Μεταξά, το Βουλευτικό, με άλλο έγγραφό του παρέπεμψε και τούς βουλευτές, οι οποίοι «ως λιποτακτήσαντες και εναντίον της τάξεως μακράν του Βουλευτικού Σωματος καθήμενοι εν Ναυπλίω», δεν έρχονταν στο Άργος. Με μία ψήφο κατά, οι βουλευτές κηρύχθηκαν έκπτωτοι και αποφασίσθηκε να ζητηθεί από τις επαρχίες τους να στείλουν άλλους αντιπροσώπους.

 

 Γ. Ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος

 

Η καθαίρεση από το Βουλευτικό του Χαράλαμπου Περρούκα, με την κατηγορία της υπερβάσεως καθηκόντων, ήταν η αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού.

Δημήτριος Τσώκρης

Οι στρατιωτικοί υπερασπίζονται το Εκτελεστικό. Ο Κολοκοτρώνης διατάσσει τον γιο του Πάνο να διαλύσει το Βουλευτικό. Στις 26 Νοεμβρίου 1823, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και ο Τσώκρης, μαζί με 200 στρατιώτες, έρχονται στο Άργος, κτυπούν τη φρουρά του Βουλευτικού και εισβάλλουν στην αίθουσα συνεδριάσεως. Ο Πάνος διαμαρτύρεται, γιατί το Βουλευτικό εμποδίζει το Εκτελεστικό να εκποιήσει εθνικά φθαρτά κτήματα του Ναυπλίου, για να πληρώσει τούς στρατιωτικούς, ενώ αντίθετα εκποιεί και πληρώνει τούς μισθούς των ναυτικών  της Ύδρας και Σπετσών. Λογομαχεί με τον Λόντο, εκτρέπονται σε ύβρεις και ο Πάνος μαζί με τούς συν αυτώ διαλύουν το Βουλευτικό, βιαιοπραγούν κατά των βουλευτών και λεηλατούν τα σπίτια τους. Ο Πάνος παίρνει μαζί του τα Αρχεία, τα οποία παραδίδει, με τη βοήθεια του Μακρυγιάννη, στον πολιτάρχη του Άργους Θ. Ζαχαρόπουλο, γυναικάδελφο του Νικηταρά.

Ο Κολοκοτρώνης τελικά υποχωρεί, αναγνωρίζει την κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία, εν όψει των κινδύνων, του χορηγεί αμνηστία στις 28 Απριλίου 1824 και αποτρέπονται προσωρινά οι περαιτέρω εμφύλιες εχθροπραξίες.

Εν τω μεταξύ, συνήφθη το πρώτο αγγλικό δάνειο (800.000 λίρες) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα. Δυστυχώς, μετά από λίγο θα επακολουθούσε ο Β’ Εμφύλιος Πόλεμος, με μήλον της έριδος τη διαχείριση του αγγλικού δανείου και αιτία την αντιζηλία μεταξύ Πελοποννησίων αφ’ ενός και Ρουμελιωτών και νησιωτών αφ’ ετέρου.

 

 Δ. Η καθαίρεση των Πετρόμπεη και Σωτ. Χαραλάμπη

 

Οι αποφάσεις του Βουλευτικού θεωρήθηκαν αυθαίρετες και άκυρες στο Ναύπλιο, εν όψει ότι δεν υπήρχε απαρτία. Το Βουλευτικό (εκτός των 10 βουλευτών που έμειναν με το Εκτελεστικό) κατέφυγε στις 3 Δεκεμβρίου στο Κρανίδι, για να έχει την προστασία της Ύδρας. Από εκεί, κατήργησε το Εκτελεστικό και διόρισε νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη. Δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις· μία το Παλαιό Εκτελεστικό, η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και άλλη το Νέο Εκτελεστικό η κυβέρνηση του Κρανιδίου.

Το Βουλευτικό κατήγγειλε στον λαό τη βιαία διάλυσή του και τη κυβέρνηση της Τριπολιτσάς, διότι αδιαφορούσε «ως προς τα καθήκοντα του νόμου, οποιασδηποτούν και αν είησαν ποιότητος και βαθμού» και της επέρριψε την ευθύνη για τα γεγονότα του Άργους. Στη συνέχεια, όρισε Επιτροπή, για να δικάσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Σωτήρη Χαραλάμπη. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 19 Δεκεμβρίου 1823 το κατηγορητήριο, που περιελάμβανε δεκατρείς κατηγορίες. Μεταξύ αυτών ήταν ότι ενώ κηρύχθηκαν έκπτωτοι οι Περρούκας και Μεταξάς αυτοί εξακολουθούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απηύθυνε έκκληση προς το Βουλευτικό, για συμβιβασμό, όπως και προς τον Καποδίστρια, προσκαλώντας τον να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδος, αλλά ο τελευταίος, δεν θεώρησε σοβαρή την πρόταση, διότι προερχόταν μόνο από μία πολιτική μερίδα, που την αντιμαχόταν η άλλη.

Στις 5 Ιανουαρίου 1824, η Βουλή ομοφώνως κατεδίκασε αναπολόγητους και καθαίρεσε, τούς Πετρόμπεη και Χαραλάμπη, αφού προηγουμένως απέτυχε τελευταία μεσολαβητική προσπάθεια του Χρυσοσπάθη, απεσταλμένου Πετρόμπεη, για συμβιβασμό. Οι Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης και ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ζήτησαν στις 21 Φεβρουαρίου πάλι, τη μεσολάβηση του Ανδρέα Ζαΐμη, για συμβιβασμό και ο Κωνσταντίνος Μεταξάς έκανε διάβημα για συνδιαλλαγή. Συναντήθηκε με τον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα και επανέλαβε πρόταση του Δημ. Υψηλάντη για συμβιβασμό. Πρότεινε να ανατεθεί η προεδρία του Βουλευτικού στον Πετρόμπεη, να αναγνωρισθεί ο Χαραλάμπης μέλος του Εκτελεστικού, να αμνηστευθούν όσοι ακολούθησαν τον Πετρόμπεη στην Τριπολιτσά και να επανέλθουν στο Βουλευτικό. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου δεν έστερξε, διότι επεδίωκε τη διάλυση της κυβερνήσεως της Τριπολιτσάς. Έτσι άρχισε ο αποκλεισμός του Ναυπλίου τον Μάρτιο του 1824, για να συνεχισθεί ο εμφύλιος, με μια μικρή θερινή ανάπαυλα, επί δύο χρόνια. Όλη η Πελοπόννησος ταράσσεται από φονικές συμπλοκές. Ο εμφύλιος φουντώνει και θα λήξει με την πτώση του Μεσολογγίου μετά από δύο χρόνια.

Κι’ όμως! Το 1823, η Τουρκία βρισκόταν σε δυσχερή θέση, από αντικειμενικούς λόγους.  Είχε υποχρεωθεί να πολεμήσει κατά της Περσίας, στέλνοντας ισχυρή δύναμη στα σύνορα, ο πόλεμος κατά του Αλή πασά στην Ήπειρο είχε κάμψει την οικονομία της και μια πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη είχε καταστρέψει αποθήκες πολεμικού υλικού. Ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γ. Κάννιγκ (1770-1827) αναγνώρισε την εθνικοαπελευθερωτική φύση της Επαναστάσεως και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν από τα φρούρια της Χαλκίδας και της Καρύστου, καθώς επίσης, μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (8 Αυγ. 1823), απέτυχαν να καταλάβουν το Αιτωλικό. Αντί να εκμεταλλευθούμε τη δυσμενή θέση του Σουλτάνου, οδηγηθήκαμε στη διχόνοια και σε έναν υπερδιετή εμφύλιο πόλεμο. Ελάττωμα, που αφήνουμε να εκδηλωθεί σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως συνέβη αργότερα κατά τούς δύο Παγκοσμίους πολέμους, τον 20ο αιώνα. Τα αίτια της διχόνοιας θεωρείται ότι ήσαν κυρίως πολιτικά και δευτερευόντως κοινωνικά. Έχει σημειωθεί (Π.  Κανελλόπουλος), δυστυχώς, προσφυώς, ότι «Η Δοξα στην ελληνική ιστορία, δεν περπάτησε ποτέ μονάχη. Την παίρνει από πίσω, πάντοτε, αργά η γρήγορα, η διχόνοια, ο διχασμός».

 

Υποσημείωση


 

[1] βλ. εκτενέστερα Ευρ. Μπέσιλα-Βήκα,  Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο Ελληνικό και Συγκριτικό Συνταγματικό δίκαιο, (διδ. δ.), 1985, Νικ. Σοϊλεντάκης, Υπουργοί στο Εδικό δικαστήριο (1821-2000), εκδ. Παπαζήση, 2005.

 

Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης,

Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.