Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Βρύσες – Πηγάδια – Στέρνες. Ο αγώνας για το νερό στην προβιομηχανική Αργοναυπλία


 

 Το νερό πολύτιμη πηγή ζωής

 

Από τα πολύ παλιά χρόνια ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης. Σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία της φύσης, που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και τη βιολογική του συνέχεια του ανθρώπου, η φωτιά, ο αέρας, η γη  και το νερό. Η φωτιά μας προσφέρει θερμότητα και φως. Ο αέρας είναι απαραίτητος για την αναπνοή, στην οποία στηρίζουμε την ύπαρξή μας. Η γη στην καλλιεργήσιμη μορφή της αποτελεί το βασικό μέσο παραγωγής της τροφής, που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής.

Το νερό στις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια και τις πηγές είναι απαραίτητο για την υγεία, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ευημερία, την πολιτιστική και τη θρησκευτική ζωή και αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά στη ζωή. Το χρησιμοποιούν οι γεωργοί για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Οι κτηνοτρόφοι κάνουν δίπλα στα ποτάμια ή στα ρέματα τις στάνες, για να ποτίζουν τα ζώα τους. Είναι το κύριο συστατικό του σώματός μας, καθώς το 60% του ανθρώπινου σώματος αποτελείται από νερό. Βοηθά στην μεταφορά, τη διάλυση και την απορρόφηση όλων των θρεπτικών συστατικών που λαμβάνει καθημερινά ο ανθρώπινος οργανισμός.  Χωρίς τροφή μπορούμε να αντέξουμε μέχρι και 6 εβδομάδες, όπως λένε οι ειδικοί. Χωρίς νερό όμως ο οργανισμός αντέχει μόνο λίγες μέρες και είναι ζήτημα αν μπορεί να φτάσει τη μία εβδομάδα ζωής. Δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε, πού ζούμε, τι κάνουμε. Όλοι εξαρτιόμαστε απ’ το νερό. Το χρειαζόμαστε κάθε μέρα με πάρα πολλούς τρόπους, για να είμαστε υγιείς, για να παράγουμε την τροφή μας, για τις μεταφορές, την άρδευση και τη βιομηχανία. Το χρειάζονται τα ζώα και τα φυτά, για να αλλάζουν οι εποχές και τα χρώματα.

Η ιστορία του νερού συμβαδίζει με την ιστορία του ανθρώπου. Ο πρωτόγονος άνθρωπος φρόντιζε να ζει κοντά στις πηγές, τους ποταμούς και τις λίμνες. Οι πρώτες του μετακινήσεις συνδέονταν άμεσα με την αναζήτηση του νερού. Οι περισσότεροι πολιτισμοί γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν γύρω από το νερό. Στις ακτές της Μεσογείου εμφανίστηκαν οι σημαντικότεροι από αυτούς, όπως οι Μίνωες, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, οι Άραβες και οι Ρωμαίοι. Πολλοί μεγάλοι αρχαίοι πολιτισμοί άνθισαν κατά μήκος των μεγάλων ποταμών, όπως ο Αιγυπτιακός Πολιτισμός στην κοιλάδα του Νείλου, ο Ασσυριακός στη Μεσοποταμία, ο Κινεζικός στη κοιλάδα του Κίτρινου ποταμού, ο Ινδικός στη κοιλάδα του Γάγγη κ.λπ. Σε αυτούς τους πολιτισμούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το νερό κατέχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.

Το νερό είναι απαραίτητο συστατικό τόσο για τον ανθρώπινο οργανισμό όσο για τα ζώα και τα φυτά, γιατί απ’ αυτό εξαρτάται άμεσα η επιβίωσή τους. Οι δυο βασικές για τη ζωή χρήσεις του, δηλαδή η χρήση του από τους ανθρώπους και τα ζώα και η χρήση του για το πότισμα της γης, υπήρξαν καθοριστικές για την «κοινωνικοποίηση» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος από τις πρώτες κοινωνίες μέχρι σήμερα εγκαταστάθηκε σε τόπους που το περιβάλλον του πρόσφερε αυτό το φυσικό αγαθό. Όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη που υπήρχαν ποτάμια ή πηγές, οδήγησαν το νερό σε συγκεκριμένες θέσεις και εκεί έχτισαν βρύσες.  Όσοι εγκαταστάθηκαν στον κάμπο, άνοιξαν πηγάδια και το άντλησαν από τα υπόγεια ποτάμια. Και όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη όμορφα, που δεν τους παρείχαν όμως νερό, έχτισαν στέρνες (δεξαμενές αποθήκευσης βρόχινου νερού). Για να προμηθεύονται δηλαδή και να χρησιμοποιούν ευκολότερα το νερό οι άνθρωποι, δημιουργούσαν κατασκευές με σκοπό τη λήψη, τη συγκέντρωση και τη φύλαξη του υπερπολύτιμου νερού.

 

Οι Bρύσες

 

Βρύση, κρήνη, κρουνός, βρυσούλα, κρυόβρυση, κρυοπηγή, κεφαλάρι, είναι μερικές από τις ονομασίες της παραδοσιακής κατασκευής ύδρευσης, που βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε πόλεις, αλλά κυρίως στα χωριά. Οι λέξεις αυτές είναι παλιές και συνδέονται με τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας. Το όνομα «κρήνη», που είναι το αρχαιότερο, προέρχεται από τη ρίζα κρας του ιωνικού και επικού τύπου «κάρη – κάρητος» (αντί κάρα) = κεφάλι και με την έννοια αυτή δηλώνει το κεφαλό – βρυσο, το κεφαλάρι, το μέρος όπου έβγαινε πολύ νερό. Η νεότερη ονομασία «βρύση» προέρχεται από το ρήμα Βρύω = αναβλύζω και δηλώνει το μέρος όπου ρέει, αναβλύζει λίγο κατά κανόνα νερό. Φαίνεται πως αρχικά ονόμασαν έτσι τις πηγές, τις τοποθεσίες όπου έτρεχε λίγο ή πολύ νερό, συνήθως ένα απλό κοίλωμα σκαμμένο στο βράχο. Γρήγορα όμως στις θέσεις αυτές δημιουργήθηκε κάποιο κτίσμα για τη συγκέντρωση, φύλαξη, λήψη και διανομή του νερού της πηγής, που σιγά – σιγά απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή με αρχιτεκτονική διάρθρωση και σχήμα ανάλογο με τη θέση του και την ποσότητα του νερού [1].

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

Οι βρύσες – κρήνες είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Στον Όμηρο βρίσκουμε αρκετές φορές τη λέξη «κρήνη» και τις πρώτες αναφορές για τις τοποθεσίες που βρίσκονταν και τις σχέσεις των ανθρώπων μ’ αυτές. Στην Ιλιάδα αναφέρει δυο συγκεκριμένες κρήνες του Άργους, τη Μεσσηίδα και την Υπέρεια [2], που η θέση τους δεν έχει εντοπιστεί ούτε από τη φιλολογική κριτική, ούτε από την αρχαιολογική έρευνα. Στην Οδύσσεια αναφέρει κρήνες που βρίσκονταν σε οικισμούς, στον κήπο, στο δρόμο και στην αυλή [3], από τις οποίες έπαιρναν νερό οι πολίτες. Γνωστές από την αρχαιότητα είναι η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά.

Οι περισσότερες αρχαϊκές και κλασικές πόλεις είχαν τοπικές πηγές στο κέντρο τους και η πηγή πιθανότατα υπήρξε ένας βασικός λόγος ανάπτυξης μιας πόλης γύρω της. Ο Παυσανίας έγραφε ότι, για να μπορεί μια συγκέντρωση ανθρώπινων κατοικιών να ονομάζεται πόλη, πρέπει στο κέντρο της να διαθέτει μια κρήνη. Στην κλασική και την ελληνιστική εποχή κτίζονται κρήνες μέσα στις πόλεις, που εξυπηρετούν την ανάγκη άντλησης νερού, αλλά έχουν και ωραία αρχιτεκτονική μορφή. Ο παραδοσιακός τύπος των δημοσίων κρηνών μέχρι αυτή την εποχή ήταν ένας τοίχος με κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής, απ’ όπου έτρεχαν τα νερά σε μία γούρνα και μπροστά μια κιονοστοιχία-πρόσοψη. Αργότερα δημιουργήθηκαν οι κρήνες-κτίρια, που διατηρούν αυτό το γενικό σχήμα, αλλά είναι διακοσμημένες με περισσότερα αρχιτεκτονικά στολίδια και μερικές φορές μπροστά στο κυρίως κτίσμα υπάρχει μία αυλή. Η κρήνη λοιπόν από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο και συνδυάζεται με τις ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Στη ρωμαϊκή εποχή υπερίσχυσε η δημόσια κρήνη με αποκλειστικά ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Οι πόλεις εκείνης της εποχής ήταν σπαρμένες από απλές πέτρινες λεκάνες κατά μήκος των δρόμων και στα σταυροδρόμια, στις οποίες διοχετευόταν το νερό από ένα εκτεταμένο δίκτυο αγώνων. Την εποχή αυτή όμως οι μεγάλες και πυκνοκατοικημένες πόλεις που δημιουργήθηκαν απαιτούσαν όλο και περισσότερο νερό και υποχρέωναν τους αρχιτέκτονες να κατασκευάσουν μεγάλα υδραγωγεία, πολλά από τα οποία είναι περίφημα έργα τεχνικής, που διοχέτευαν νερό και έλυσαν με αξιοθαύμαστο τρόπο το πρόβλημα της ύδρευσης των μεγάλων πόλεων. Τα υδραγωγεία κατευθύνονταν προς τα κρηναία οικοδομήματα, που είναι γνωστά ως νυμφαία, γιατί στην αρχαιότητα οι ονομαστές πηγές έπαιρναν το όνομα της νύμφης που κατοικούσε εκεί.

Ο χριστιανισμός έδωσε στο νερό τη μορφή αγιάσματος και συνέδεσε την κρήνη με το ναό. Η χριστιανική κρήνη τοποθετείται μπροστά στο ναό και μερικές φορές μέσα στο νάρθηκα του ναού. Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να «προστατεύουν το νερό, την πηγή της ζωής, από τα κακά πνεύματα». Αλλά και πολλά από τα σπίτια, κυρίως τα παλάτια των αυτοκρατόρων και των αριστοκρατών, διέθεταν στις περίστυλες αυλές και στους κήπους κρήνες, μικρά σιντριβάνια και βρύσες. Στη βυζαντινή περίοδο οι κρήνες ήταν έργα κοινωφελούς χαρακτήρα, που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων κάθε πόλης για πόσιμο νερό.

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας οι βρύσες, όπως άλλωστε όλα τα δημόσια έργα, κατασκευάζονται και διαμορφώνονται από τις τότε οθωμανικές αρχές. Πολλές  οθωμανικές βρύσες είναι μοναδικά έργα λαϊκής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Σύμφωνα με το Κοράνι είναι θεάρεστη πράξη η κατασκευή μιας δημόσιας βρύσης για την εξυπηρέτηση των κατοίκων μιας συνοικίας ή των στρατοκόπων που περιδιάβαιναν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών. Χτισμένες συνήθως σε πλατείες, σε σταυροδρόμια, κοντά σε θρησκευτικά ιδρύματα (τζαμιά, τεκέδες, μεντρεσέδες, νεκροταφεία) ή σε κομβικά σημεία διακίνησης του πληθυσμού, έφεραν συνοδευτικές επιγραφές, που ανέφεραν πότε και από ποιόν ή σε ανάμνηση ποιού γεγονότος χτίστηκε η βρύση, κι ακόμη ευλογούσαν το Θείο και υμνούσαν το νερό ως πηγή ζωής. Ωστόσο, στις γειτονιές των Ελλήνων και στους ορεινούς οικισμούς οι κατασκευές αυτές είναι μέλημα της ελληνικής κοινότητας και της εκκλησίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κοινόχρηστες βρύσες, που χτίζονταν στο κέντρο της κοινότητας, κοντά στην εκκλησία, ή πάνω στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους.

Στη νεότερη εποχή ο άνθρωπος, προκειμένου να προμηθεύεται ευκολότερα το νερό, κατασκεύαζε βρύσες πετρόχτιστες, δείγματα της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, που τις βρίσκουμε σε κάθε χωριό της ελληνικής επικράτειας. Οι βρύσες είχαν κυρίαρχη θέση στη ζωή κάθε χωριού και πόλης, γιατί εξασφάλιζαν ότι χρειάζεται μια κοινωνία για να ευημερήσει. Η βρύση της γειτονιάς ήταν η θέση προμήθειας νερού για όλες τις οικογένειες και τους περαστικούς. Εκεί πότιζαν και τα ζώα τους, έπιναν κι οι ίδιοι, ενώ τα παιδιά έπαιζαν τριγύρω της και έριχναν και μια σταλιά στο πρόσωπο τους ή έπλεναν τα πόδια τους, που ήταν λερωμένα από το παιγνίδι. Δεν ήταν απλώς κάτι απαραίτητο σ’ έναν οικισμό, ήταν ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.), αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητας [4]. Η βρύση, λοιπόν, από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο των πόλεων και συνδυάζεται με τις ανάγκες τις καθημερινής ζωής.

 

Βρύσες του Άργους

 

Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη κοινόχρηστων κρηνών στην αρχαία πόλη του Άργους είναι οι δύο βρύσες, η Μεσσηίδα και την Υπέρεια, που αναφέρει ο Όμηρος και δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η ακριβής θέση τους. Στην αρχαία αγορά του Άργους αναφέρονται δύο ακόμα μνημειακές κρήνες. Η μία απ’ αυτές απεικονίζεται σε νομίσματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου Ευσεβούς (137-161 µ.Χ.) και πρέπει να καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η άλλη ήταν ένα τετράγωνο κτήριο µε μήκος πλευράς 6,35 µ. κτισμένο από οπτόπλινθους στα 150-200 µ.Χ.,  με επένδυση από μάρμαρο εξωτερικά και με µία μαρμάρινη δεξαμενή δίπλα του, που έμοιαζε µε τάφο, αλλά χρησίμευσε ως Νυμφαίο. Μία επιγραφή πάνω στο μάργαρο μαρτυρεί πως την αυτή κρήνη αφιέρωσε η οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων για τη διαιώνιση της μνήμης της. Ήταν κτισμένη πάνω στο δρόμο των αθλητικών αγώνων και, όταν η αγορά του Άργους έχασε το δημόσιο χαρακτήρα της στην ύστερη αρχαιότητα, η κρήνη μετατράπηκε σε κατοικία [5].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος το 124/5 μ.Χ., έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου», στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας, σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, στο χώρο που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο», καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Το Νυμφαίο αυτό αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Το νερό έφτανε στο νυμφαίο με ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα. Εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και ένα άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή. Στη συνέχεια το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους [6].

 

To άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Τους επόμενους αιώνες μέχρι την τουρκοκρατία δεν αναφέρονται βρύσες στο Άργος. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης για πολλούς αιώνες κάλυπταν τις ανάγκες ύδρευσης από ιδιόκτητα ή κοινόχρηστα πηγάδια. Άλλωστε ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος ως «πολυδίψιο», γιατί από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει τρεχούμενα νερά.

Από την περίοδο της τουρκοκρατίας συναντάμε στο Άργος 6 βρύσες, που αποτελούν μέχρι σήμερα χαρακτηριστικά στοιχεία της παλιάς πόλης του Άργους  και διασώζονται ως «διατηρητέα μνημεία». Βρίσκονται εκεί από μια εποχή, που οι πόλεις και τα χωριά δεν διέθεταν υδρευτικό δίκτυο, οπότε οι κρήνες στις γειτονιές εξυπηρετούσαν τον κόσμο στην προμήθεια νερού και στους δρόμους τους στρατοκόπους, που περιδιαβαίνουν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών.

Στους κεντρικούς δρόμους της πόλεις συναντάμε δύο όμοιες τριγωνικές βρύσες, που χτίστηκαν την περίοδο της τουρκοκρατίας. Βρίσκονται η μία στη γωνία των οδών Γούναρη και Πολυγένους και η άλλη στη γωνία των οδών Περρούκα και Θεοφανοπούλου. Είναι και οι δύο πέτρινες και σχηματίζουν στο γείσο τους ένα ισοσκελές τρίγωνο, που θυμίζει αέτωμα αρχαίου ναού. Πίσω τους είναι κτισμένα σύγχρονα κτίρια, αλλά αυτές σώθηκαν και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία.

Στη διασταύρωση των οδών Θεάτρου, Τριπόλεως και Γούναρη, απέναντι από το αρχαίο θέατρο, βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη, αλλά πολύ παλαιά βρύση, που οικοδομήθηκε  την περίοδο της τουρκοκρατίας και παρουσιάζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, που στηρίζεται στις δύο παραστάδες της βρύσης. Ένας σιδερένιος κρουνός στο κέντρο έτρεχε μέχρι πρόσφατα νερό στη μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα μπροστά της. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. Παλαιότερα ήταν γνωστή ως βρύση του Καρμόγιαννη, από το όνομα του ιδιοκτήτη του καφενείου, που στεγαζόταν στο κτίριο που βρίσκεται πίσω της και σήμερα είναι ενταγμένο στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας αγοράς και ανήκει στην αρχαιολογική υπηρεσία.

 

Άργος, βρύση του Καρμόγιαννη – Στην είσοδο της πόλης από την Τρίπολη και απέναντι από το αρχαίο θέατρο βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη αλλά πολύ παλαιά βρύση. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, με ένα σιδερένιο κρουνό στο κέντρο και μια μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα κάτω. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. (Πλάτος 1.60μ., ύψος 2,10μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Στο κέντρο του πρόσφατα διαμορφωμένου πάρκου απέναντι από την λαϊκή Αγορά του Άργους, βόρεια του δικαστικού μεγάρου και δυτικά του αρχαιολογικού μουσείου (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα), βρίσκουμε μια κομψή παλαιά κρήνη. Μια μικρή τετράγωνη μαρμάρινη στήλη ύψους 1 μέτρου με μια όμορφη λεοντοκεφαλή – κρουνό σε κάθε πλευρά της, απ’ όπου τρέχει συνέχεια το νερό [σήμερα στερείται του νερού] και πέφτει σε τέσσερις ημικυκλικές μαρμάρινες γούρνες ακουμπισμένες στο έδαφος, μια σε κάθε πλευρά της στήλης.

 

Η Κρήνη στην πλατεία δικαστηρίων στο Άργος (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα). Φωτογραφία του 1989. Σήμερα στερείται του νερού.

 

Η κρήνη όπως είναι σήμερα (7-1-2020).

 

Στην περιοχή της  Άκοβας, σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων από την πόλη του Άργους και στις ΒΔ υπώρειες της ακρόπολης Λάρισα, ο επισκέπτης μπορεί και σήμερα να δει τη ξακουστή και πολυτραγουδισμένη «βρύση της Άκοβας» σε μια καταπράσινη τοποθεσία γεμάτη πλατάνια. Το όνομα του οικισμού της Άκοβας συνδέεται με το υγρό στοιχείο, αφού, πιθανότατα, προέρχεται από τη λατινική λέξη aqua, που σημαίνει νερό, λόγω της ύπαρξης πολλών νερών στην περιοχή. Ιστορικά η  Άκοβα αποδεικνύει την εξέλιξη του  Άργους, αφού πιστεύεται ότι ο Βασιλιάς του Άργους Δαναός είχε διδάξει στους Αργείτες την τέχνη της διόρυξης φρεατίων, για να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Ο βράχος δίπλα στο μεγάλο πλάτανο μοιάζει να παρακολουθεί τον επισκέπτη με τα «δύο μεγάλα του μάτια». Πρόκειται για κοιλότητες που χρησιμοποιούνταν παλιά ως φούρνοι κατά τη διάρκεια των πανηγυριών. Στη σκιά του πλατάνου δεκάδες γενιές Αργείων και διερχόμενων διασκέδασαν, ξεκουράστηκαν και δροσίστηκαν  τους καλοκαιρινούς μήνες από το πηγαίο νερό που αναβλύζει η βρύση.Μέχρι πρόσφατα εδώ τις Απόκριες και το καλοκαίρι πραγματοποιούνταν εκδηλώσεις.

 

Η βρύση της Άκοβας Άργους το 1910.

 

Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε την Ξηρόβρυση, μια ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή.

 

Άργος, Ξηρόβρυση – Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργούς -Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε αυτή την ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι. με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω. Εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή. (Πλάτος 2,30μ.. ύψος 2.20μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύσες του Ναυπλίου

 

 Στο Ναύπλιο λίγο καιρό πριν υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής, βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποδες του Παλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη με ομοιόμορφες πέτρες με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Μια όμορφη παρουσία που πρέπει, κανονικά να αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα αυτής της πόλης, όπως άλλωστε και οι άλλες παλιές βρύσες που σώζονται [7].

 

Βρύση στο Ναύπλιο. Στο Ναύπλιο το 1989 υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποόες του ΓΙαλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Φωτογραφία του 1989.

 

Στη μικρή πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα με τα παλαιά σπίτια του 18ου και του 19ου αιώνα. Στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας βρίσκεται μια πολύ ωραία μικρή παμπάλαια τούρκικη κρήνη του 18ου αιώνα ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό, για να ποτίζονται τα άλογα. Σήμερα είναι αχρηστευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια και ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θυρίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα με επιγραφή στην οθωμανική γλώσσα με αραβική γραφή [8]. Η επιγραφή αναφέρει ότι ο Τούρκος αγάς Μαχμούτ έχτισε το 1734 με 1735 αυτή την όμορφη κρήνη για τα άλογα. Ας παρακολουθήσουμε τι γράφει: «Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα, Ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο, Μαχμούντ’ Αγά. Ακολουθώντας το δρόμο του Θεού έκτισε αυτή την όμορφη κρήνη για τ’ άλογα. Και πρόσφερε το πιο καθάριο βάλσαμο στις δαμασμένες αρρώστιες».

 

Βρύση στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια, ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός απ’ όπου παλαιότερα θα έβγαινε το νερό για να ποτίζονται τα άλογα. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θερίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα αραβική επιγραφή.

 

Λίγο πιο δίπλα, απέναντι από την είσοδο του ναού, μπορεί κανείς να διακρίνει τα ίχνη ενός τούρκικου χαμάμ.

 

Μικρή κρήνη με αραβική επιγραφή, ενσωματωμένη οε τοίχο σπιτιού σε πάροδο της οδού Καποδιστρίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό πιο παλιά χαμηλότερα. Σήμερα είναι αχρηοτευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Κρήνη Ναύπλιο. Στο δρόμο προς το Παλαμήδι υπάρχει αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη φτιαγμένη με ομοιόμορφες πέτρες και με μαρμάρινη προεξοχή – γείσο στο επάνω μέρος. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Φωτογραφία του 1989.

 

Η εντυπωσιακότερη παλιά βρύση του Ναυπλίου είναι η Οθωμανική κρήνη επί της οδού Σταϊκοπούλου μεταξύ των αριθμών 13-15, πίσω από το παλαιό Τζαμί της πλατείας Συντάγματος. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου, του επονομαζόμενου Τριανόν, μας μεταφέρει πίσω πολλά χρόνια στο παρελθόν. Πρόκειται για ανεξάρτητη εγκατάσταση, που μορφολογικά διαφέρει από τις υπόλοιπες κρήνες, αφού, αντί της τυπικής τοξωτής διάρθρωσης, εμφανίζει ελικοειδή διαμόρφωση, η οποία καταλήγει σε σπειροειδείς απολήξεις, επηρεασμένη ίσως από το ευρωπαϊκό μπαρόκ. Από τη μία οι απολήξεις καταλήγουν σε μικρά βάθρα στήριξης, ενώ στη στέψη υποστηρίζουν μικρό τοξωτό άνοιγμα. Χαρακτηριστικό στη σύνθεσή της οι διπλοί έλικες που πλαισιώνουν την εσωτερική της κόγχη, κατασκευαστική αντίληψη της Β’ Ενετοκρατίας, όπως γράφει η Ντιάνα Αντωνακάτου στο Λεύκωμά της για το Ναύπλιο. Στην κόγχη διακρίνεται ένας κρουνός σε μαρμάρινη πλάκα, η οποία φιλοξενεί διακοσμητικό, φυτικό μοτίβο και μικρό κείμενο σε αραβική διάλεκτο. Ακριβώς από πάνω εντοπίζεται καλαίσθητο μαρμάρινο κογχίδιο, χρήσιμο ίσως για την τοποθέτηση κάποιου κοινόχρηστου σκεύους, και ψηλότερα βρίσκεται η μαρμάρινη κτητορική επιγραφή, σε αραβική διάλεκτο, η οποία είναι από τις λίγες που έχουν μεταφραστεί και αναφέρει τα εξής:

 

«Για την αγάπη αυτών που έμειναν στην Karbala, έκτισε αυτήν την κρήνη.

Πιες για να σβήσεις τη δίψα σου, από τη γούρνα του Προφήτη του Θεού.

Μυριάδες ήρθαν εδώ με γνώση, και πρόσφεραν την ημερομηνία,

«Πιες δυο γουλιές απ’ το νερό του Kevser, από τον Σεϋντί Αβδουλλάχ»

’22 Αρχή του Ραβί Ι, 1180 (πρώτο ήμισυ του Αυγούστου, 1766).

 

Κρήνη Ναύπλιο. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου του επονομαζόμενου Τριανόν. Αρχή του Ραβί Ι’ 1180 (Πρώτο ήμιου Αύγουστου 1766). Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύση στην πλατεία Αγγέλου Τερζάκη απέναντι σχεδόν από την προτομή του πνευματικού αυτού ανθρώπου του Ναυπλίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο κι ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Τοξωτό άνοιγμα και στην κόγχη της βλέπουμε μαρμάρινη πλάκα με εγχάρακτα ξεθωριασμένα πια λαϊκά μοτίβα – ρόδακες – και λίγο πιο κάτω από το κέντρο της η σύγχρονη βρύση φυλακίζει το νερό που ακόμη υπάρχει και πέφτει σε μαρμάρινη λεκάνη στο έδαφος. Υπάρχει επιγραφή εντοιχισμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Και οι τρεις αυτές παραδοσιακές βρύσες του Ναυπλίου έχουν χαρακτηριστεί και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία από το 1951 με την ΥΑ 99791/3277/24-10-1951, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 219/Β/31-10-1951.

Κρήνη – Αγία Μονή, Ναύπλιο. Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων.

Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων θεωρείται η  βρύση που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της Αγίας Μονής στην Άρια, μόλις 3 χιλιόμετρα από το Ναύπλιο. Στο λόφο αυτό, πάνω από την Άρια, κατέληγαν τέσσερις μεγάλες πηγές νερού, με σημαντικότερη την ομώνυμη πηγή της Άριας και την πηγή του μοναστηριού της Αγίας Μονής που είναι αφιερωμένη στη Ζωοδόχο πηγή. Οι πηγές αυτές μέχρι και το 1960 αποτελούσαν την κύρια πηγή υδροδότησης της πόλης του Ναυπλίου. Πολλοί ιστορικοί – συγγραφείς πιστεύουν ότι η πηγή που βρίσκεται έξω από το περίβολο της μονής ταυτίζεται με την αρχαία Κάναθο πηγή, στην οποία λουζόταν η θεά Ήρα κάθε χρόνο για να αποκτήσει την παρθενιά της. Η Ντ. Αντωνακάτου στο λεύκωμα Ναύπλιο περιγράφει την κρήνη της Μονής Ζωοδόχου Πηγής ως εξής: «…ευρύ τοξωτό άνοιγμα αγκαλιάζει και προβάλλει την κεντρική σύνδεση που αναπτύσσεται σε τρεις δια- κοσμητικές οριζόντιες ζώνες με απλά λαϊκά γεωμετρικά μοτίβα -ζώα, φυτά δένδρα – ενώ στο κέντρο της μεσαίας, σε πλάκα, η χρονολογία 1836, επιστέφεται με άνθη. Κάτω από την τρίτη ζώνη το νερό τρέχει μέσα σε μια μονολιθική λεκάνη -παλιά ίσως  βαπτιστήριο. Για μερικούς η πηγή της Αγίας Μονής ταυτίστηκε με την αρχαία Κάναθο, όπου στα νερά της η Ήρα ξανάβρισκε την παρθενιά της. Λιγότερο πειστική παραμένει η άποψη άλλων ότι η Κάναθος βρισκόταν στις πηγές της Γλυκειάς του Ναυπλίου. Είναι φανερό πως αυτή η λαϊκή μορφή της θα αντικατέστησε προηγούμενη. Να ήταν μήπως μια βυζαντινή του 12ου αιώνα σύγχρονη με το χτίσιμο του ναού (1149) της Μονής; Μας είναι άγνωστο».

 

Βρύσες στα χωριά

 

Η θέση, στην οποία δημιουργήθηκε κάθε χωριό, δεν είναι τυχαία. Έχει να κάνει με την φυσική του οχύρωση και προστασία από κάθε εχθρική απειλή, αλλά κυρίως με την ύπαρξη νερού. Αυτό που απασχολούσε τους πρώτους κατοίκους κάθε χωριού ήταν η ύπαρξη νερού σε κοντινή απόσταση, γιατί γνώριζαν πόσο απαραίτητο είναι για την ζωή. Στα χρόνια τα παλιά και τους μακρινούς μ.Χ. αιώνες, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να φύγουν από τον τόπο τους και να εγκατασταθούν κάπου αλλού, το πρώτο που τους απασχολούσε ήταν, αν το μέρος αυτό είχε άφθονα νερά, πηγές ακόμα και κάποιο διπλανό χείμαρρο. Ήξεραν πόσο αναγκαίο είναι το ευλογημένο νερό και ως πόσιμο και ως κινητήρια δύναμη των υδρόμυλων για το άλεσμα του σιταριού, αλλά και πόσο χρήσιμο για τις καθημερινές τους ανάγκες. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι κάθε χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα, που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού. Κάθε χωριό είχε την δική του βρύση στην πλατεία που έτρεχε καθαρό νερό αλλά και πολλά πηγάδια που το καθένα πολλές φορές είχε την δική του ονομασία και θρυλική ιστορία.

Η βρύση όμως προϋποθέτει τρεχούμενο φυσικό νερό ή την ύπαρξη κάποιου τεχνικού έργου (υδραγωγείου) που την τροφοδοτεί. Τέτοιες πηγές κρυστάλλινες και βρύσες με νερά που ξεπηδάνε μέσα από την αιωνιότητα στολίζουν τις πλατείες πολλών χωριών στην ορεινή Αργολίδα. Δεν έχουν όμως όλα τα χωριά παραδοσιακές βρύσες. Χωριά με φυσικές πηγές, που τρέχουν άφθονο νερό, δεν είχαν ανάγκη την κεντρική βρύση. Τέτοια ήταν τα χωριά της ΒΔ Αργολίδας Τσιρίστρα, Δούκα Βρύση, Κεφαλόβρυσο, Γυμνό με άφθονο τρεχούμενο νερό από πηγές, που οι ντόπιοι το έπαιρναν για τα σπίτια τους από μικρούς πέτρινους συλλεκτικές με κρουνούς κατασκευασμένους στη διαδρομή του νερού. Το Κεφαλόβρυσο, που χρωστάει το όνομά του στην περίφημη πηγή με το άφθονο νερό δίπλα στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, δεν είχε κεντρική βρύση. Λένε ότι τα νερά της πηγής ξεκινάνε από υπόγειες λίμνες και σπήλαια με σταλακτίτες και ορμητικά ξεχύνονται με τέτοια δύναμη, που χαλάνε από καιρό σε καιρό τη μεγάλη πλατεία του χωριού. Το νερό κυλούσε σε όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάμεσα στο χωριό και στους εγκαταλελειμμένους πια κήπους και οι κάτοικοι ήταν εύκολο να το προμηθευτούν. Το Γυμνό, ορεινό χωριό που διατηρεί το χρώμα του με τα παλιά πέτρινα σπίτια του, είχε την παραδοσιακή του βρύση με άφθονο νερό στο πάνω άκρο του χωριού δίπλα στο παλιό βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγίας, που ήταν και η μητρόπολη του χωριού μέχρι το 1934.

Σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από το Άργος βρίσκεται το όμορφο χωριό Σκοτεινή χτισμένο σε υψόμετρο 650 μέτρα κάτω από τα πανύψηλα βουνά που χωρίζουν την Αργολίδα και την Κορινθία. H φυσική ομορφιά του περισσεύει και ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από την μεγαλοπρέπεια των ορεινών όγκων που περιβάλλουν το χωριό, την  πλούσια βλάστηση και τα πολλά νερά που πηγάζουν από διάφορες πηγές της περιοχής. Χαρακτηριστικό σημείο του χωριού είναι αυτό που βρίσκονται οι δυο πέτρινες βρύσες, που τρέχουν γάργαρο νερό όλο το χρόνο από τις πηγές της περιοχής.

 

Γούρνα βρύσης της Σκοτεινής.

 

Στο κέντρο του χωριού Αλέα μια πετρόχτιστη βρύση με δύο κρουνούς χωρίς νερό και επιγραφή που λέει: «ΔΩΡΕΑ ΧΡ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ, ΒΑΣ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, 1990». Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το σχολείο, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που σήμερα δε λειτουργεί. Η Αλέα, γνωστή στους παλαιότερους και ως Μπουγιάτι, 74χλμ συνολικά από το Άργος, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 800 μέτρων στις πλαγιές του όρους Τραχύ ή αλλιώς Καρούμπαλο και αποτελεί έναν από τους  ορεινότερους οικισμούς της Αργολίδας.

Άλλο ορεινό χωριό της ΒΔ Αργολίδας με χαρακτηριστικό τα τρεχούμενα νερά, τις πέτρινες βρύσες και τις πηγές, που υπάρχουν σε κάθε γωνιά του, είναι η Φρουσιούνα. Στο κέντρο του χωριού συναντάμε μια πέτρινη βρύση με επιγραφή που γράφει ότι είναι αφιερωμένη στο Χαράλαμπο Πετρόπουλο, βαλκανιονίκη από την περιοχή. Από τους δύο κρουνούς της τρέχει γάργαρο νερό και ποτίζει τις καρυδιές, που εναλλάσσονται με τις αμυγδαλιές και τις συκιές, αλλά και τα άγρια πουρνάρια και τις γκορτσιές που φυτρώνουν στο βουνό.

 

Βρύση στη Φρουσιούνα.

 

Βρύσες παραδοσιακές ή νεότερες κατασκευές χτισμένες στο κέντρο του χωριού ή στο σημείο της μοναδικής πηγής, που τροφοδοτούσε την κοινότητα με νερό, συναντάμε μέχρι σήμερα στα ορεινά χωριά της δυτικής κυρίως Αργολίδας.  Η Καρυά, ένα χωριό με πηγές που τρέχουν νερό όλο το χρόνο, είχε μέχρι τη δεκαετία του 1960 μία βρύση για κάθε γειτονιά σε διάφορα σημεία του χωριού. Μία κεντρική βρύση ήταν στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου, μία άλλη στην είσοδο του χωριού κάτω από την εκκλησία του Αϊ Γιάννη και δύο βρύσες στο στις κάτω γειτονιές του χωριού. Τις βρύσες αυτές τροφοδοτούσε μια πηγή δίπλα στο μοναστήρι της Παναγίας κοντά στα έλατα και με επίγεια ή υπόγεια αυλάκια – υδραγωγεία οδηγούσαν το νερό στις βρύσες για τις ανάγκες των ανθρώπων. Υπήρχαν επίσης δύο ακόμα βρύσες με πηγαίο νερό, μία στο πάνω μέρος του χωριού κοντά στους νερόμυλους και μία στην Ελιτσά, πάνω στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό διακόσια περίπου μέτρα από την κεντρική πλατεία [9].Η κεντρική πέτρινη βρύση δίπλα στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού είναι νεότερη κατασκευή στη θέση παλαιότερης παραδοσιακής βρύσης, που δυστυχώς καταστράφηκε.

Η βρύση στο Μπρακατσάκι.

Ονομαστή βρύση της περιοχής είναι το «Μπρακατσάκι», μια βρύση στα μέσα του χωματόδρομου Καρυάς προς Νεστάνη, περίπου 7 χλμ. δυτικά της Καρυάς, σε υψόμετρο  πάνω από 1.000 μέτρα, που τρέχει όλο το χρόνο κρυστάλλινο κρύο νερό. Η πηγή αυτή ήταν ονομαστή στους πιο παλιούς για το ιαματικό νερό της, πλούσιο σε θειάφι, που βγαίνει από την πλαγιά του βουνού περνώντας μέσα από κιτρινωπά θειούχα πετρώματα. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιουν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία από κάθε είδους πάθηση, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και γιατρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη. Στην πηγή τα τελευταία χρόνια χτίστηκε μια απλή πέτρινη βρύση, που τρέχει συνεχώς νερό από ένα μεταλλικό σωλήνα στο κέντρο της.

Μια από τις παλαιότερες και μοναδική στην αρχιτεκτονική της παραδοσιακή βρύση της ορεινής Αργολίδας βρίσκεται στον ορεινό οικισμό Βρούστι (υψόμ. 660 μ.) στις νότιες πλαγιές της βουνοσειράς Μπαχριάμι, 20 χλμ. δυτικά από το Άργος. Η παράδοση λέει ότι το Βρούστι δημιουργήθηκε από τρομοκρατημένους Έλληνες φυγάδες των Τούρκων, που τους περιμάζεψε ψηλά πάνω στο Αρτεμίσιο κάποιος πονόψυχος πασάς και τους έφτιαξε εδώ τα πρώτα σπίτια και την πέτρινη κρήνη, που σώζεται μέχρι σήμερα και είναι από τις πιο όμορφες της Πελοποννήσου. Πρόκειται για μια πέτρινη κατασκευή και είναι η μοναδική ναόσχημη βρύση με τρεις καμάρες που σώζεται στην Πελοπόννησο. Η μεσαία καμάρα είναι μεγαλύτερη σε πλάτος και ύψος από τις δύο πλαϊνές. Μια πέτρινη πελεκητή γούρνα σε κάθε καμάρα υποδέχεται το νερό και ανάμεσά τους υπάρχου μικρά πέτρινα παγκάκια. Στη δεξιά πλευρά της υπήρχαν παλαιότερα τρεις  σιδερένιοι κρουνοί, απ’ όπου έπαιρναν το νερό οι άνθρωποι, ενώ το νερό στις γούρνες ήταν προορισμένο για τα ζώα. Μπροστά από τη βρύση στο κέντρο της μικρής πλατείας υπάρχει ακόμα ο τεράστιος γέρικος πλάτανος, που σήμερα δίνει ιδιαίτερο χρώμα και την τελευταία πνοή ζωής στο ερημωμένο χωριό, ενώ παλαιότερα κάλυπτε τα κοπάδια γιδοπροβάτων, που κατέφευγαν στη σκιά του και ξεδιψούσαν στη βρύση τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού.

 

Βρύση στο Βρούστι Αργολίδας.

 

Παρόμοιας αρχιτεκτονικής δομής είναι και η πέτρινη βρύση στον κεντρικό δρόμο του χωριού Βελανιδιά στο τοπικό διαμέρισμα Κιβερίου, του πρώην Δήμου Λέρνας, 22 χλμ. από το Αργος, που άλλοτε την έλεγαν Ποταμιά. Από την παλιά πέτρινη βρύση σώζεται μια κάμαρα, που τρέχει και σήμερα καθαρό νερό για τους περαστικούς, αφού οι ντόπιοι υδρεύονται πλέον από το μόνιμο δίκτυο ύδρευσης. Το χτίσιμό της είναι πιο κακότεχνο και έχει δεχτεί μεταγενέστερη προσθήκη μιας τσιμεντένιας γούρνας μπροστά της και ενός μεταλλικού κρουνού – βρύση του εμπορίου – για την έξοδο του νερού. Στο κέντρο πάνω από τον κρουνό μια τετράγωνη εσοχή, στην οποία, πιθανότατα, υπήρχε παλαιότερα επιγραφή που δε σώθηκε. Τα σημάδια της φθοράς είναι φανερά στο σώμα της και η μόνη φροντίδα που έχει δεχτεί τα τελευταία χρόνια από τους ανθρώπους είναι το ασβέστωμα της επιφάνειάς της που προσθέτει στην καθαριότητα αλλά αφαιρεί από την αισθητική της.

 

Κρήνη, Βελανιδιά Αργολίδας.

 

Στη ΝΔ ορεινή Αργολίδα συναντάμε τρία χωριά με παράδοση στο υγρό στοιχείο, την Κρύα Βρύση και το Κρυονέρι στις πλαγιές του όρους Κτενιάς και το Τουρνίκι στην απέναντι πλαγιά του Αρτεμισίου με τη Νεραϊδόβρυση, την τελευταία πηγή μέχρι την κορυφή του βουνού. Η Κρύα Βρύση είναι χτισμένη στα 750 μέτρα στην πλαγιά του Χτενιά σχεδόν μία ώρα από την πόλη του Άργους. Το ενδιάμεσο χωριό Κρυονέρι ή Μπούγα, χτισμένο σε απόσταση 30 χιλιομέτρων δυτικά του Άργους και σε υψόμετρο 977 μέτρων στον αυχένα του όρους Χτενιάς, πήρε το όνομά του από μια πηγή με κρύο νερό. Ο δρόμος συνεχίζει προς το επόμενο και τελευταίο χωριό του Κτενιά, το Τουρνίκι, που βρίσκεται 2 χιλιόμετρα παραπέρα. Το Τουρνίκι το 1888 είχε 404 κατοίκους και γέμιζε κόσμο το δεκαπενταύγουστο. Γύρω από τη βρύση και την εκκλησία του χωριού μαζευόταν ολόκληρη η κοινότητα και τα γειτονικά χωριά με χορό, όργανα, τραγούδι και φαγοπότι. Σήμερα και τα χωριά αυτά έχουν εγκαταλειφθεί και κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από παραθεριστές.

 

Κρήνη στην Κρύα Βρύση, Δήμου Άργους – Μυκηνών. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Χαρακτηριστικό σημείο της Κρύας βρύσης η πέτρινη βρύση στην πλατεία του χωριού, που τρέχει κρύο γάργαρο νερό χειμώνα καλοκαίρι. Το πυκνό δάσος που περιβάλλει το χωριό λειτουργεί ως ένα μοναδικό φυσικό μπαλκόνι απ’ όπου μπορεί κανείς να απολαύσει τη θέα του Αργολικού κάμπου. Πάνω από την Κρύα Βρύση στον Κτενιά βρίσκεται η Αρκουδόβρυση και στο απέναντι όρος, το Αρτεμίσιο, κοντά στο Τουρνίκιη Νεραϊδόβρυση.  Ένας από τους θρύλους της περιοχής αναφέρεται στη μονομαχία δύο στοιχειών,  του στοιχειού της Αρκουδόβρυσης και του στοιχειού της Νεραϊδόβρυσης. Το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης προστάτευε την περιοχή της Κρύας Βρύσης και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης το Τουρνίκι.

Ένας τσοπάνης από την Κρύα Βρύση έβοσκε στην περιοχή 40 αγελάδες και καθεμία είχε ένα μοσχαράκι. Το στοιχειό του χωριού έφαγε τα 39 μοσχάρια όμως μέρα με την ημέρα και άφησε μόνο ένα. Όταν ο βοσκός του παραπονέθηκε, το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης του αποκάλυψε ένα σατανικό σχέδιο. Είχε σκοπό να νικήσει το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης και να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος της περιοχής: «Έφαγα τα υπόλοιπα μοσχαράκια, ώστε το μοναδικό που απέμεινε να πίνει το γάλα και των 40 αγελάδων, για να παχύνει πολύ. Όταν παχύνει θα το σφάξεις και με το ξύγκι του θα φτιάξεις μπαλάκια.  Εγώ και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης θα μεταμορφωθούμε σε βουβάλια και θα παλέψουμε. Εγώ θα έχω λευκό χρώμα κι εκείνο μαύρο. Εσύ θα του πετάς τα μπαλάκια από το ξύγκι». Έτσι κι έγινε. Κατά τη μονομαχία ο βοσκός πέταγε τα μπαλάκια πάνω στο μαύρο βουβάλι και μόλις ακουμπούσαν το δέρμα του πετάγονταν φωτιές. Το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης εξολοθρεύθηκε και το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης έγινε κυρίαρχος στην περιοχή ευεργετώντας την Κρύα Βρύση. Την ιστορία την αφηγούνταν οι Κρυοβρυσιώτες πριν από πολλά χρόνια, τότε που τα χωριά έσφυζαν από ζωή και οι κάτοικοί τους, όπως σε κάθε γειτονική πόλη ή χωριό, εξέφραζαν μεταξύ τους αντιπαλότητες.

 

Ο κοινωνικός ρόλος της κοινόχρηστης βρύσης

  

Η παραδοσιακή βρύση έχει συνδεθεί και με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Δεν εξασφαλίζει μόνο την υδροδότηση της κοινότητας, αλλά αποτελεί και το κέντρο του οικισμού. Όλοι οι δρόμοι του χωριού είναι χαραγμένοι έτσι που οδηγούν στη δημόσια βρύση και κάθε δρομάκι στο βουνό ή στον κάμπο οδηγεί σε κάποια βρύση, που είναι θεμέλιο κάθε δραστηριότητας και παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή. Πολλές φορές η πηγή και η βρύση με το νερό ήταν το βασικό κριτήριο για τη θέση της δημιουργίας του οικισμού και η διαμόρφωσή του γινόταν έτσι ώστε να εξυπηρετείται από μια ή περισσότερες βρύσες. Η στενή σύνδεση του χώρου με τη βρύση φαίνεται και από το πλήθος των τοπωνυμιών που έχουν σχέση μ’ αυτή. Δεν υπάρχει περιοχή, πόλη ή χωριό, που να μην έχει δώσει σε κάποια τοποθεσία όνομα σχετικό με τη βρύση και το νερό.

Στενή είναι ακόμα η σύνδεση της βρύσης και με την οικονομία των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Το νερό της δεν είναι απαραίτητα μόνο για να πίνουν οι άνθρωποι, αλλά και για να ποτίζουν οι γεωργοί τα ζώα τους και οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους. Για το πότισμα των ζώων κυρίως είχαν κατασκευαστεί οι μικρές πέτρινες γλυπτές γούρνες και ήταν τοποθετημένες σε κάθε βρύση σε ύψος που να εξυπηρετούνται τα ζώα, ενώ για το πότισμα των κοπαδιών υπήρχαν πολλές φορές μεγάλες κορύτες-ποτίστρες μπροστά ή δίπλα από τη βρύση. Ο τόπος όπου θα δημιουργήσει ο τσοπάνης τη στάνη, τη στρούγκα, το μαντρί του είναι τέτοιος, ώστε να υπάρχει εύκολη και γρήγορη πρόσβαση προς το νερό κάποιας βρύσης ή κάποιας πηγής για να ποτίζει το κοπάδι του.

Σε παλιότερους καιρούς η οικονομική και κοινωνική ζωή κυλούσε γύρω από τις κοινόχρηστες βρύσες. Το νερό της βρύσης όμως χρησιμοποιείται πολλές φορές και για αρδευτικούς σκοπούς και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική οικονομική αυτάρκεια των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Κοντά στη βρύση του χωριού κάθε οικογένεια δημιουργεί τον κήπο της, που της εξασφαλίζει τα απαραίτητα φρούτα και λαχανικά. Ο «επιστάτης των κρηνών» της αρχαιότητας επιβιώνει στη νεότερη εποχή με το «νεροκράτη», τον άνθρωπο δηλαδή που είναι αρμόδιος για τη διάθεση του νερού, τηρεί την προτεραιότητα και ρυθμίζει τη σειρά με την οποία θα χρησιμοποιήσουν οι χωριανοί το νερό της βρύσης για την άρδευση των κήπων τους.

Πέρα από τη σημασία της για την ανάπτυξη των οικισμών η βρύση κατέχει σημαντική θέση και στην κοινωνική ζωή του χωριού. Είναι τόπος συνάντησης κυρίως για τις γυναίκες και τους νέους, όπως είναι το καφενείο τόπος συνάντησης για τους άνδρες του χωριού. Οι νοικοκυρές πήγαιναν καθημερινά σχεδόν στη βρύση με τη στάμνα στο χέρι και έφευγαν με τη στάμνα στον ώμο. Άλλες γέμιζαν το ξύλινο βαρέλι τους με φρέσκο νερό, το φόρτωναν στην πλάτη τους και γύριζαν βιαστικές στο σπίτι. Οι τυχεροί που είχαν ζώα φόρτωναν τους τσίγκινους τενεκέδες και μετέφεραν νερό σε μεγαλύτερες ποσότητες. Περιμένοντας να γεμίσουν το σταμνί ή το βαρέλι με τη σειρά τους θα βρουν την ευκαιρία να «τα πουν» με τις συγχωριανές τους, να μάθουν τα νέα, να συζητήσουν το καθετί.

 

Κρανίδι, Ιούνιος 1955. Αρχείο: Στέφος Αλεξανδρίδης

 

 Άλλες μέρες πάλι θα κουβαλήσουν στη βρύση μαλλιά ή ρούχα για να πλύνουν και, καθώς κάνουν την μπουγάδα τους χτυπώντας την απαλά με το ξύλινο κόπανο, βρίσκουν την ευκαιρία για κάθε λογής συναντήσεις και κουβέντες. Μέχρι την δεκαετία του 60 περίπου στην βρύση πλένανε και τα προικιά της νύφης μέσα σ’ ένα ξεφάντωμα από τραγούδια και αστεία των κοριτσιών. Κάθε γυναίκα που θα καθίσει στο πεζούλι της βρύσης για να ξεκουραστεί απ’ το πλύσιμο ή το κουβάλημα της βαρέλας, γίνεται πυρήνας μιας πρόσκαιρης και εύθυμης συνήθως συντροφιάς, που η κουβέντα της συνοδεύει το χαρούμενο κελάρισμα του νερού της βρύσης. Άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια καβάλα στα γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα τους, τα οδηγούσαν στις βρύσες για να τα χορτάσουν νερό. Σφυρίγματα φωνές, γέλια και τραγούδια γέμιζαν την γύρω ατμόσφαιρα της βρύσης. Οι ερωτευμένοι δεν έχαναν την ευκαιρία να ανταλλάξουν κρυφές ματιές ενώ οι μεγαλύτερες κυρίες έβρισκαν χρόνο για κάποιο κουτσομπολιό.

Οι βρύσες που βρίσκονται στην πλατεία του χωριού είναι χώροι, όπου την άνοιξη και το καλοκαίρι συγκεντρώνονται τα παιδιά για τα παιχνίδια τους, αλλά και όλοι οι χωριανοί για να κάνουν γιορτές, πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, που πολλές φορές δεν είναι τελείως άσχετες με τη βρύση και το νερό της. Για τους νέους η βρύση στάθηκε ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Είναι ο τόπος όπου τα παλικάρια μπορούν να δουν τις αγαπημένες τους. Όπως χαρούμενο και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι και οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση, γιατί τις καρτερεί εκεί ο νιος σιγοτραγουδώντας. Εκεί πλέκονται έρωτες, εκεί η αγάπη φωλιάζει, ριζώνει και δε βγαίνει, όπως λέει το δημοτικό τραγούδι, όπου θα βρούμε πλήθος αναφορές στο ρόλο και στην κοινωνική λειτουργία της βρύσης, αναφορές που με όλη τη γραφικότητά τους αποκαλύπτουν και μας βοηθούν να αναπαραστήσουμε πτυχές της παραδοσιακής ζωής της προβιομηχανικής κοινωνίας. Η ποίηση και η λαϊκή ψυχή έχουν συνδεθεί τόσο πολύ με τη βρύση, που την έκαναν τραγούδι και την τραγούδησαν όπως της άξιζε.

Τέλος, οι βρύσες που βρίσκονται στους δρόμους φιλοξενούσαν τους διαβάτες, που στέκονταν εκεί για να φάνε και να ξεδιψάσουν. Δίπλα σ’ αυτές τις βρύσες έβρισκε κανείς τα σημάδια των περαστικών: ψίχουλα από ψωμί και τυρί, κουκούτσια από ελιές, λίγα κρεμυδόφυλλα, γνωρίσματα της φτώχειας, αλλά και απομεινάρια και αποφάγια από άλλα πλουσιότερα τρόφιμα, που άφησαν άλλοι που πέρασαν και είχαν τον τρόπο τους να φάνε κάτι καλύτερο. Εκείνο που δεν ξέρει κανείς είναι ποιος έφαγε με περισσότερη όρεξη, εκείνος με τα πλούσια εδέσματα ή εκείνος με το ψωμοτύρι [10]; Εκτός από την ομορφιά που χαρίζουν στο χώρο και το καθαρό νερό στους διαβάτες, οι βρύσες αυτές είχαν και έχουν και έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον.

 

Εγκατάλειψη και αναβίωση

 

Χώρος συνάντησης και αναψυχής η βρύση, χώρος ψυχαγωγίας και τελετών, γραφική και με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, χτισμένη στις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα της περιοχής, καμάρι του πελεκητή και του χωριού στολίδι, δεν μπόρεσε να αντέξει στην επέλαση του πολιτισμού και στο σύγχρονο τρόπο ζωής, όπως διαμορφώθηκε κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη «χαριστική βολή» στην παραδοσιακή βρύση έδωσαν από τη δεκαετία του 1950 και μετά η μετανάστευση, η ανάπτυξη και η διάδοση της τεχνικής.

Στην περίοδο αυτή χιλιάδες πληθυσμού, που προέρχονταν κυρίως από τον «παραδοσιακό» κόσμο, μεταναστεύουν στο εξωτερικό, ενώ πολλοί περισσότεροι μετακινήθηκαν από τα χωριά στις πόλεις των κάμπων και στην πρωτεύουσα, η οποία άρχισε από τότε να μεταμορφώνεται στο σημερινό τέρας των 3.500.000 σχεδόν κατοίκων. Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, ερημώνεται και ερειπώνεται. Η βρύση του χωριού χάνει μαζί με τους ανθρώπους και τη ζωντάνια της και καταντάει ένα γραφικό «απολίθωμα». Παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνικής αρχίζουν να δημιουργούνται τα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης των οικισμών και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις σε κάθε σπίτι, σε κάθε χώρο ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι άνθρωποι δεν είναι πια υποχρεωμένοι να κουβαλούν το νερό στο σπίτι, εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ατομικής υγιεινής μέσα στο σπίτι τους και η βρύση χάνει την πρακτική της αξία και σημασία, κάποτε μάλιστα και το νερό της, που διοχετεύτηκε στα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης.

Όταν στις πόλεις και τα χωριά πλήθυναν τα αυτοκίνητα που χρειάζονται άνετους δρόμους και χώρους για να κυκλοφορήσουν, θυσιάστηκαν βρύσες σε δρόμους και πλατείες, γιατί ήταν άχρηστες στους εποχούμενους διαβάτες και τους εμπόδιζαν κιόλας. Έμειναν μόνον όσες βρίσκονταν σε θέσεις που δεν εμπόδιζαν τους ανθρώπους κι όσες έτυχαν την προστασία κάποιων ατόμων ή φορέων ευαίσθητων στην παράδοση και στα αρχιτεκτονικά μνημεία. Οι άνθρωποι της καταναλωτικής εποχής έχουν ωφελιμιστική νοοτροπία και «πρακτικό» πνεύμα, δε δείχνουν ευαισθησία για πράγματα ξεπερασμένα και «άχρηστα» του παρελθόντος. Πολλές απ’ αυτές είναι αυθεντικές, αλλά ερειπωμένες.

Άλλες επισκευάστηκαν ή ανακατασκευάστηκαν χωρίς τις πιο πολλές φορές να διατηρήσουν το χρώμα και την αρχική τους ομορφιά. Τα τελευταία χρόνια σε μερικά χωριά κατασκευάζονται από ιδιώτες, συλλόγους και κοινότητες βρύσες με παραδοσιακό στυλ σε μια προσπάθεια για τουριστική κυρίως αξιοποίηση και ανάπτυξη του τόπου τους. Δεν έχουν όμως την καλλιτεχνία και την ομορφιά των αυθεντικών παραδοσιακών κρηνών. Χρησιμοποιούνται τα καινούρια φτηνά υλικά, η κατασκευή τους είναι πρόχειρη και εύκολη. Δεν υπάρχουν άλλωστε και οι παλιοί τεχνίτες. Στα μαστοροχώρια του Μοριά σήμερα θα συναντήσει κανείς ελάχιστους τεχνίτες. Το μπουλούκι δεν υπάρχει πια. Ο πρωτομάστορας έγινε εργολάβος οικοδομικών εργασιών και οι μαστόροι, που ήταν συνεταίροι στο μπουλούκι, έγιναν μισθωτοί εργάτες, οικοδόμοι. Εντάχτηκαν δηλαδή στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας.

Η λαϊκή αρχιτεκτονική ανήκει σε άλλη εποχή, σε τρόπους παραγωγής και σε κοινωνική οργάνωση που έχουν ξεπεραστεί σήμερα. Τα έργα της όμως δεν έχουν χάσει την πολιτιστική τους αξία. Είναι μέρος του λαϊκού μας πολιτισμού, στοιχεία για την εθνική και την ιστορική μας αυτογνωσία και γι’ αυτό μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγές έμπνευσης, μέσα βέβαια στις σημερινές συνθήκες ζωής. Δεν πρέπει να αφήνουμε το νερό να τρέχει από ερειπωμένες κρήνες και φρέατα, πλαισιωμένο από ακαλαίσθητα τσιμεντώματα και φτωχές, πρόχειρες παράγκες. Αξίζουν οι βρύσες που σώζονται μια «εθνολογική» μελέτη, μια φροντίδα εξωραϊσμού των πηγών, μια αναδρομή στην ιστορία τους, που θα ξανάδινε στο ουσιαστικό αυτό στοιχείο ζωής των ελληνικών αιώνων, το νερό, την αξιολόγηση που του πρέπει και τον αποφασιστικό ρόλο που θα παίζει πάντα για την αισιοδοξία μας. Η γνώση της λαϊκής αρχιτεκτονικής γενικά ίσως βοηθήσει να αναζητηθούν πιο ανθρώπινες λύσεις στα σημερινά οικιστικά και άλλα προβλήματα και ίσως η λαϊκή σοφία γυρίσει ξανά στις πόλεις μας[11].

 

Πηγάδια

 

 Σε περιοχές που δεν υπήρχαν φυσικές επίγειες πηγές ο πιο διαδεδομένος τρόπος εξεύρεσης νερού ήταν τα πηγάδια. Πηγάδια λέγονται βασικά οι αυτοτροφοδοτούμενες αποθήκες νερού. Δημιουργούνταν σε κάποιο μέρος, όπου κάτω από το έδαφος και σε λίγα μέτρα βάθος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Επινοήθηκαν την πρώτη και μέση εποχή του χαλκού (2500-1600 π.Χ) σε αρχαίους συνοικισμούς κτισμένους σε οχυρωμένες τοποθεσίες. Στην Αρχαία Ελλάδα το πηγάδι λεγόταν Φρέαρ και η λέξη πηγάδι είναι συνώνυμο της πηγής. Στην ελληνιστική κοινή η λέξη  πηγάδιον είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης πηγή. Αποτελούσαν τις κύριες κατασκευές άντλησης και αποθήκευσης νερού στις περιπτώσεις που δεν εξασφαλιζόταν η μεταφορά του από κοντινή πηγή. Σε εποχές πολέμων, κοινωνικών αναταραχών και φυσικών καταστροφών τα πηγάδια βοήθησαν τον άνθρωπο, ενώ ήταν οι ζωοδότες για τους έγκλειστους μέσα στα κάστρα κατά τις πολιορκίες. Στο Σούλι την περίοδο της τουρκοκρατίας τα πηγάδια επάνω στο ξεροβούνι ξεδίψασαν τους Σουλιώτες και έδωσαν ζωή στην περιοχή.

 

Πηγάδι στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας στην Άκοβα Άργους. Φωτογραφία Τάσος Τσάγκος (8-6-2020).

 

Στην Αργολίδα τα πηγάδια είναι δεμένα με την ιστορία της. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους, επειδή  ο ίδιος και οι κόρες του, που ήρθαν από την Αίγυπτο και γνώριζαν τις τεχνικές διαχείρισης των νερών του Νείλου, δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους πώς να ανοίγουν πηγάδια για νερό και να ποτίζουν τις καλλιέργειες και μετέτρεψαν σε «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος.

Πηγάδια υπήρχαν συνήθως στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας, όπου δεν υπήρχαν τρεχούμενα νερά, και σπάνια στα ορεινά χωριά, που είχαν πηγές και βρύσες.  Με το νερό των πηγαδιών αρδευόταν ο κάμπος, ενώ υπήρχαν και ιδιωτικά πηγάδια στις αυλές των σπιτιών για την ύδρευση κάθε νοικοκυριού. Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι  η περιοχή γύρω από την πόλη του Άργους είναι χαμηλή και αυλακώνεται από ρεύματα υδάτων και  τροφοδοτείται άφθονα με νερό από τα πηγάδια, τα οποία συναντά κανείς σε κάθε βήμα και τα οποία είναι πολύ αβαθή [12]. Στην περιοχή έχει αποκαλυφθεί πλήθος από πηγάδια που μαρτυρούν πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος των φρεάτων στην τροφοδοσία με νερό.

Το αρχαιότερο πηγάδι της περιοχής πρέπει να είναι ένα μυκηναϊκό πηγάδι, που σώζεται ακόμη σήμερα στην περιοχή Επάνω Πηγάδι, δυτικά του θολωτού τάφου του Ατρέα, στην άκρη του ασφαλτωμένου αγροτικού δρόμου, που ξεκινάει από το κέντρο του σύγχρονου οικισμού των Μυκηνών, περνάει μέσα από τον ελαιώνα δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και συνεχίζει ΒΑ για να καταλήξει στην Προσύμνη. Το πηγάδι βρίσκεται σε μια στροφή του δρόμου, είναι χτισμένο εσωτερικά με μεγάλες πέτρες κατά το μυκηναϊκό σύστημα δόμησης και το στόμιό του καλύπτεται από μια αγριοσυκιά, που με τις ρίζες της αντλεί νερό από το βάθος του πηγαδιού. Δεν φέρει καμία σήμανση ή επιγραφή που να δείχνει ότι είναι πανάρχαιο μνημείο, γιατί έχει την ατυχία να βρίσκεται έξω από το γνωστό αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και να μην του δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Η ονομασία της περιοχής οφείλεται, πιθανότατα, στο πηγάδι αυτό, ενώ υπάρχει και η περιοχή Κάτω Πηγάδι νοτιότερα, όπου υπάρχει νεότερο πηγάδι. Βρίσκεται  στον ίδιο δρόμο  κοντά στο χωριό στο κέντρο ενός κυκλικού τσιμεντένιου περίγυρου με γούρνες στην περιφέρειά του για το πότισμα των ζώων και έχει καλυφθεί κι αυτό από μια αγριοσυκιά και αγριόχορτα φυτρωμένα στον περιβάλλοντα χώρο του.

Πληροφορίες για τα πηγάδια της Αργολίδας βρίσκουμε και την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφτηκε το Άργος το 1668, γράφει ότι είδε στην πόλη του Άργους πεντακόσια πηγάδια με το γλυκό νερό και πολλά αμπέλια και περιβόλια ολόγυρα και συμπληρώνει ότι το νερό και το κλίμα είναι καλά και σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής [13].

Κατά την εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα της Αργοναυπλίας το 1822 επικρατούσε μεγάλη λειψυδρία και ξηρασία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκαψε τα λίγα σπαρτά του κάμπου και διέταξε τους ντόπιους να πετάξουν μέσα στα πηγάδια τα διάφορα χαλκώματα, για να τα ξαναβρούν μετά την αποχώρηση του εχθρού. Το αποτέλεσμα ήταν  να δηλητηριασθούν τα νερά των πηγαδιών. Έτσι ο στρατός του Δράμαλη υποχρεώθηκε να ζήσει δυο εβδομάδες στο κάμπο του Άργους υποφέροντας από παντελή έλλειψη δυνατότητας ανεφοδιασμού, αφού οι Έλληνες είχαν κάψει τα πάντα στον Αργολικό κάμπο και τα πηγάδια είχαν στερέψει λόγω της ξηρασίας του καλοκαιριού [14].

Ο Αντώνης Μηλιαράκης, που περιέγραψε το Αργολικό πεδίο το 1888 αναφέρει ότι το Άργους υδρεύεται από την πηγή Ερασίνου του Κεφαλαρίου που φέρνει το νερό με κτιστό υδραγωγείο 5 χιλιόμετρων και από πηγάδια. [15] Στα χωρία του Άργους υπάρχουν λίγα δένδρα και κήποι που τους ποτίζουν με νερό από πηγάδια με βάθος 6-7 μέτρων στα χαμηλά τμήματα του κάμπου και 10-15 μέτρων στα πιο ορεινά.

Το 1936 στις πεδινές και ορεινές περιοχές του Αργολικού κάμπου υπήρχαν 2.904 πηγάδια άρδευσης, από τα οποία ενεργά ήταν τα 2.286, ενώ τα υπόλοιπα είχαν στερέψει ή έβγαζαν αλμυρό νερό. Τα περισσότερα ήταν στο Άργος και στα χωριά του κάμπου με καλλιεργήσιμες εκτάσεις και λιγότερα στην επαρχία Ναυπλίου και στα πιο ορεινά χωριά. Οι Αναγνωστόπουλος Ν. και Γάγαλης Γ. στο έργο τους «Η Αργολική Πεδιάς» καταγράφουν τα πηγάδια της Αργοναυπλίας, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα[16].

 

Πηγάδια Αργοναυπλίας
Επαρχία Άργους Σύνολο Ενεργά Επαρχία Ναυπλίου Σύνολο Ενεργά
Άργος 407 307 Ναύπλιο  –
Ν. Κίος 130 110 Άρεια 65 55
Μύλοι 1 1 Άγ. Αδριανός 13 10
Κιβέρι 8 8 Κοφίνι (Ν. τίρυνθα) 100 75
Δαλαμανάρα 400 300 Αργολικό 120 100
Πασσιά (Ίναχος) 390 290 Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) 210 170
Χώνικα 150 120 Παναρίτι 9 9
Κουτσοπόδι 300 250 Ανυφί 180 135
Μυκήνες 10 10 Πουλακίδα 40 35
Φίχτια 6 6 Μάνεσι
Πυργέλα 125 100 Μιδέα
Λάλουκα 150 120
Κουρτάκι 90 75
ΣΥΝΟΛΟ 2.167 1.697 ΣΥΝΟΛΟ 737 589

 

Το βάθος των πηγαδιών έχει διπλασιαστεί από την εποχή που τα κατέγραψε ο Αντώνης Μηλιαράκης (1888), γιατί λόγω της υπεράντλησης των υπόγειων υδάτων κατέβαινε η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα, και διαφέρει από περιοχή σε περιοχή [17]. Τα πιο βαθιά πηγάδια ήταν στα Φίχτια (24-38 μέτρα), στις Μυκήνες (15-30 μ.), στην Πουλακίδα (15-28 μ.) και στο Άργος (10-31 μ.). Πιο ρηχά ήταν τα πηγάδια στους Μύλους (7,5 μ.), στην Πυργέλα (8-13 μ.), στο Λάλουκα (9-12 μ.), στο Κουρτάκι (9-13 μ.), στο Κιβέρι (4,5-9 μ.) και προπαντός στη Ν. Κίο, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία το 1927 και μέσα σε 10 χρόνια άνοιξαν 130 πηγάδια με βάθος 1,5-3 μέτρων για τις ανάγκες του χωριού.

Τα επόμενα χρόνια και μέχρι τη δεκαετία του 1960 η στάθμη των υπόγειων υδάτων υποχώρησε και άρχισαν οι γεωτρήσεις σε βάθος 80-100 μέτρων αρχικά και πολύ μεγαλύτερο αργότερα. Στο Άργος, εκτός από τα ιδιωτικά πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών για ύδρευση και στα περιβόλια για άρδευση των καλλιεργειών, δημιουργήθηκαν και δημόσιας χρήσης πηγάδια, ένα στο κέντρο του νεοκλασικού κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς και ένα στη δυτική πλευρά του υπαίθριου χώρου της λαϊκής αγοράς. Ένα ακόμα κοινόχρηστο πηγάδι ήταν το «Πηγάδι του Τούντα» στη διασταύρωση των δρόμων προς το Σχοινοχώρι και τα Σταθέϊκα μετά το αεροδρόμιο του Άργους και δίπλα στο πρώην συσκευαστήριο Παναγιωτόπουλου, όπου ξεδιψούσαν άνθρωποι και ζώα που κινούνταν προς το παζάρι του Άργους.

Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών. Απεικόνιση σε τηλεκάρτα, Νοέμβριος 2001.

Στο Μπερμπάτι (Προσύμνη) νερό προμηθεύονταν από το ποτάμι Αστερίωνα και από πηγάδια που υπήρχαν σε αρκετά μέρη του χωριού και σε αυλές κάποιων σπιτιών. Στις Λίμνες, ένα χωριό με πετρώδες έδαφος όπου οι κάτοικοι δημιούργησαν πολλές αναβαθμίδες, τα λεγάμενα πεζούλια, για καλλιέργεια, η έλλειψη νερού αποτελούσε πολύ μεγάλο πρόβλημα. Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας δημιούργησαν ένα μεγάλο πηγάδι στην είσοδο του χωριού και άλλα μικρότερα σε γειτονικές περιοχές. Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των παλαιότερων πηγαδιών. Έχει δημιουργηθεί μέσα σ’ έναν κυκλικό περίβολο πλακοστρωμένο και πλαισιωμένο με μεγάλες πέτρινες γούρνες, για να ποτίζουν τα ζώα, και με πλάκες, πάνω στις οποίες οι γυναίκες του χωριού έκαναν τη μπουγάδα τους ή έπλεναν τα χειμωνιάτικα σκεπάσματα. Οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από το πηγάδι με κουβάδες, ξύλινα βαρέλια ή μεταλλικά δοχεία φορτωμένα στα ζώα.  Οι μεγάλες πέτρες στο στόμιο του πηγαδιού φέρουν βαθιές αυλακώσεις από τα σχοινιά των κουβάδων που σύρονταν πάνω τους καθώς ανέβαζαν το νερό με τα χέρια. Το καλοκαίρι οι ανάγκες για νερό ήταν μεγάλες και μπορεί να περίμεναν αρκετές ώρες τη σειρά τους για νερό. Πολλές φορές πήγαιναν από τις τρεις το πρωί, όλη την ημέρα ακόμα και τη νύχτα. Όταν το νερό λιγόστευε και η στάθμη του κατέβαινε, οι γυναίκες έπλεναν εκεί μόνο τις κουβέρτες, ενώ για μπουγάδα πήγαιναν σε άλλα πηγάδια έξω από το χωριό μέχρι το 1958, όταν δημιουργήθηκε δίκτυο κεντρικής ύδρευσης στο χωριό με βρύσες στα σπίτια.

Στο Ναύπλιο, στο πρώην βιομηχανικό συγκρότημα «ΑΝΘΟΣ», που βρισκόταν σε οικόπεδο επί της εθνικής οδού Ναυπλίου-Επιδαύρου, ανοίχτηκε πηγάδι στο κέντρο της εσωτερικής αυλής του κυρίου βιομηχανικού συγκροτήματος. Το νερό του χρησίμευε στη διαδικασία επεξεργασίας φρούτων και λαχανικών, που απαιτούσε μεγάλες ποσότητες. Στο Πολύγωνο, μια συνοικία κοντά στο στρατόπεδο, όπου σήμερα ορθώνονται πολυκατοικίες, ήταν παντού πέτρινα σπίτια απομακρυσμένα το ένα από το άλλο με τεράστιους κήπους με τριανταφυλλιές, γεράνια, γαρουφαλλιές, γιασεμιά και μικρούλες λεμονιές ή πορτοκαλιές και μπροστά ένα πηγάδι με μια καρυδιά ή μουριά. Στα συνοικισμό Ταμπάκικα του Ναυπλίου, όπου κατοικούσαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατεργάζονταν δέρματα, υπήρχαν πέντε πηγάδια που έβγαζαν άφθονο  νερό και περιβόλια µε ελιές, αμπέλια, ροδιές, συκιές και κηπευτικά.

Στα Λευκάκια σώζονται μέχρι σήμερα το παλιό πηγάδι και η παλιά δεξαμενή, που τροφοδοτούσε το χωριό με νερό με έναν υπόγειο πήλινο αγωγό. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια, που χρησιμοποιούνταν παλιά για ύδρευση και άρδευση, υπάρχουν ακόμα στην περιοχή μεταξύ Λευκακίων και Τσέλου Ασίνης  ανάμεσα σε οικισμούς και στα χωράφια. Κάποια έχουν νερό μέχρι σχεδόν λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και άλλα δεν έχουν καθόλου. Κάποια από αυτά έχουν «βραχόλι» δηλαδή κτιστό τμήμα με πέτρες ή τούβλα πάνω απ’ την επιφάνεια του εδάφους, πολλά όμως δεν προεξέχουν από το έδαφος και καθώς βρίσκονται μέσα σε κτήματα αποτελούν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον αμέριμνο περιπατητή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή τους. Σε πολλά από αυτά δίπλα από το «βραχόλι» υπάρχουν λαξευτές γούρνες για το πότισμα των ζώων. Τα περισσότερα όμως «βραχόλια» και οι γούρνες έχουν δυστυχώς λεηλατηθεί.

Στο δρόμο από την Ασίνη προς  Ίρια και Καρνεζαίικα πριν τη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου συναντάμε το πηγάδι Αχαμνό με τρεις πανέμορφες πέτρινες γούρνες. Στο Τολό η βασική πηγή ύδρευσης βρισκόταν στην έπαυλη του Νασάν Πασά, πάνω από το χωριό, όπου κάποτε ξεκουράστηκαν και ξεδίψασαν οι στρατιώτες του Μοροζίνι, αλλά οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν και από πηγάδια, που άνοιγε κάθε οικογένεια, για να εξασφαλίσει νερό για το σπίτι και τον κήπο που δημιουργούσε στην αυλή της [18].Υπήρχαν έως δέκα πηγάδια και το μισό χωριό έβγαζε με τον κουβά τέτοιο νερό, πηγαδίσιο, για να πίνουν οι άνθρωποι και να ποτίζουν τα ζωντανά τους [19].

Στο Γκέρμπεσι (Μιδέα) υπήρχαν τρία κοινόχρηστα πηγάδια για την κάλυψη των οικιακών αναγκών και πέντε ιδιωτικά, που ανοίχτηκαν μετά τον πόλεμο για άρδευση. Το ένα κοινόχρηστο πηγάδι βρισκόταν στη σημερινή πλατεία, μπροστά στο κοινοτικό γραφείο. Είχε βάθος 25 περίπου μ. και το εσωτερικό του ήταν κτισμένο με πέτρες και ασβεστοκονίαμα, για να μην γκρεμίζονται τα τοιχώματα. Το στόμιο του πηγαδιού προστατευόταν από υπέργεια τετράγωνη τσιμεντένια κατασκευή ύψους 0,80 μ. Το νερό ήταν λιγοστό και γλυφό και κάποια στιγμή το γέμισαν με πέτρες και πάνω του διαμόρφωσαν την πλατεία του χωριού.

Το δεύτερο πηγάδι βρισκόταν στο σταυροδρόμι μπροστά από το σπίτι του Μόσμη και στο νερό του οφείλεται η ζωή και η διάρκεια του οικισμού, αφού ήταν το σχεδόν μοναδικό μέσο ύδρευσης των κατοίκων. Το άνοιγμά του έγινε όταν δημιουργήθηκε ο οικισμός και οι παλαιότεροι έλεγαν πως το είχαν φτιάξει Τούρκοι. Είχε διάμετρο 2,5 μ. περίπου και βάθος γύρω στα 20 μ. Εσωτερικά ήταν χτισμένο με πέτρες για την προστασία των τοιχωμάτων, εξωτερικά προστατευόταν με περιμετρικό τοίχο από μεγάλες πέτρες, ενώ στα χείλη του υπήρχαν μεγάλες πέτρες πελεκημένες στις δύο όψεις, την επάνω και την εσωτερική προς το κέντρο του πηγαδιού, οι οποίες έφεραν συνεχείς παράλληλες εγκοπές σε βάθος τεσσάρων δαχτύλων περίπου, που είχαν δημιουργηθεί από την τριβή των σχοινιών των κουβάδων κατά την άντληση του νερού. Γύρω από το πηγάδι υπήρχαν πέτρινες γούρνες για το πότισμα των ζώων. Με την εντατική εκμετάλλευση του νερού ο υδροφόρος ορίζοντας κατέβηκε χαμηλά, το πηγάδι στέρεψε και από το 1961 το χωριό άρχισε να υδρεύεται από κοινοτική γεώτρηση. Το1980 η κοινοτική αρχή γέμισε το πηγάδι με τις πέτρες του και ισοπέδωσε το χώρο, για να μπορεί να παίρνει άνετα στροφή το λεωφορείο.

Το τρίτο πηγάδι ήταν στη «Φλιαμπουρίτσα», στο ρέμα δεξιά από την τελευταία στροφή του δρόμου προς το εκκλησάκι του Αϊ Γιαννιού και το χρησιμοποιούσαν για το πότισμά των προβάτων. Το εσωτερικό έχει επενδυθεί με πέτρες και οι παρειές του έχουν υψωθεί στους 80 πόντους με κτιστές πελεκητές πέτρες. Τα πέντε ιδιωτικά πηγάδια του χωριού ήταν στις αυλές των ιδιοκτητών τους και ο καθένας τα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του σπιτιού του.

Στο Αραχναίο (Χέλι) η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό. Τρία από τα πηγάδια αυτά τα χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων, κυρίως μουλάρια που στο χωριό ήταν πάνω από πεντακόσια, ενώ τα  υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων. Κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα κάθε μέρα. Το χειμώνα γέμιζαν και το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το καλοκαίρι, όταν η στάθμη του νερού κατέβαινε, σφράγιζαν στο στόμιο και ο υδρονομέας του χωριού άφηνε ανοικτό ένα για την ύδρευση και ένα για το πότισμα των ζώων και επιτηρούσε συνέχεια τη χρήση τους. Στο τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και οι κάτοικοι κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι, για να ποτίσουν τα ζώα τους και να γεμίσουν δύο βαρέλια νερό και να το φέρουν στο χωριό φορτωμένο στα μουλάρια. Οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού από τα παλαιά χρόνια άνοιγαν δικά τους πηγάδια στις αυλές ή στα χωράφια τους για τις ανάγκες τους σε νερό. Τέτοια ιδιωτικά πηγάδια υπήρχαν δεκάδες διάσπαρτα μέσα και έξω από το χωριό. Αυτή ήταν η ύδρευση στο χωριό μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η άρδευση εθεωρείτο στο χωριό πολυτέλεια και προνόμιο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου[20].

Το άνοιγμα ενός πηγαδιού είχε κόστος όσο το χτίσιμο ενός σπιτιού, γι’ αυτό και ο κόσμος έλεγε ότι τρία ήταν τα δύσκολα προβλήματα του χωρικού. Να χτίσει σπίτι, να ανοίξει πηγάδι και να παντρέψει κορίτσι. Το σκάψιμο και το χτίσιμο ενός πηγαδιού δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Ήταν έργο κοπιαστικό και πολυδάπανο, μόνον οι εύποροι του χωριού μπορούσαν να το κάνουν και γι αυτή την εργασία υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, οι λεγόμενοι πηγαδάδες. Ένα συνεργείο πηγαδάδων είχε 5-6 εργάτες, 2-3 δούλευαν μέσα στο πηγάδι και οι υπόλοιποι τραβούσαν τα χώματα έξω από το πηγάδι [21]. Το κόστος κάθε πηγαδιού εξαρτιόταν από το βάθος του, τη διάμετρο, τη σκληρότητα του εδάφους, το είδος της εσωτερικής επένδυσης του πηγαδιού και τη συμμετοχή της οικογένειας του ιδιοκτήτη στις εργασίες, που μείωνε σημαντικά το κόστος. Προπολεμικά ένα ρηχό πηγάδι 10-12 μέτρων κόστιζε 18-20.000 δραχμές, όταν ένα καλό ποτιστικό χωράφι στον κάμπο είχε αξία 10.000 δραχμές το στρέμμα και το μεροκάματο ενός εργάτη της γης για σκάψιμο, κλάδεμα κ.λ.π. ήταν 40-50 δραχμές[22].

Το άνοιγμα πηγαδιού γινόταν σε μέρος, όπου εκτιμούσαν ότι σε λίγα μέτρα βάθος κάτω από το έδαφος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Πηγάδια έχτιζαν συνήθως κοντά σε ρεματιές που υποδήλωναν την ύπαρξη νερού, ενώ ως σημάδι αξιολογούσαν την ύπαρξη και άλλων πηγαδιών στην περιοχή. Ένδειξη νερού ήταν οι μικρές γούβες ή γούρνες νερού, η χλωρή βλάστηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ή σημεία με διάφορα υδρόφιλα φυτά, όπως πλάτανος, ιτιά, λεύκα, βούρλο, νεράγκαθο, καλάμια, κ.λ.π. Οι παλιοί πηγαδάδες χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους για ν’ εντοπίσουν το άβαθο κοίτασμα του νερού. Κάρφωναν  π.χ. βαθιά στο έδαφος ένα μυτερό σίδερο και πάνω του τοποθετούσαν ένα μεγάλο κογχύλι. Το βράδυ, όταν έπεφτε ο αέρας και υπήρχε ηρεμία, ο πηγαδάς έβαζε το αυτί του στο κογχύλι και, αν υπήρχε υπόγειο ποτάμι σε βάθος μέχρι τα 10-15 μέτρα, ακούγονταν καθαρά ο θόρυβος του νερού. Όταν ο πηγαδάς  ήταν σίγουρος για την ανεύρεση νερού, ξεκινούσε τις εργασίες για το σκάψιμο του πηγαδιού. Εάν δεν εύρισκε νερό, ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποχρέωση να τον πληρώσει και οι κόποι του πήγαιναν χαμένοι.

Στο σημείο που επέλεγαν έσκαβαν αρχικά με κασμά και φτυάρι ένα ρηχό κυκλικό λάκκο με διάμετρο δύο έως τρία περίπου μέτρα. Υπολόγιζαν ότι το πάχος των λιθαριών που θα έχτιζαν γύρω-γύρω στο πηγάδι θα καταλάμβανε πενήντα πόντους περίπου, ώστε να μείνει το ανάλογο κενό στο κέντρο, για να χωράει ο τενεκές με το μαγκάνι που ανεβάζει το νερό. Το σκάψιμο του πηγαδιού γινόταν με αξίνες, κασμάδες και φτυάρια, με τα οποία πετούσαν έξω το χώμα μέχρι να φτάσουν σε βάθος 2-2,5 μέτρα. Έπειτα τοποθετούσαν στο στόμιο του πηγαδιού ένα ξύλινο ή μεταλλικό μάγγανο, στο οποίο τύλιγαν σκοινί με ένα άγκιστρο στην άκρη, απ’ όπου κρεμούσαν ζεμπίλι ή κουβά. Οι εργάτες που έσκαβαν μέσα στο λάκκο φόρτωναν τα χώματα και τις πέτρες στον κουβά και οι άλλοι εργάτες πάνω τον τραβούσαν με το μαγκάνι και τον άδειαζαν. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε μέχρι να βρουν «υγρασία», δηλαδή νερό, στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα βάθος ή και περισσότερο, ανάλογα με την περιοχή.

Από τη στιγμή που έβρισκαν το νερό άρχιζαν το χτίσιμο εσωτερικά με ξηρολιθοδομή από κάτω μέχρι πάνω. Το κτίσιμο του πηγαδιού ήθελε ειδική τεχνική και έπρεπε να επιτρέπει την είσοδο του νερού, να φράζει τα τοιχώματα που παρασύρονταν στον πυθμένα και συγχρόνως να είναι καλαίσθητο. Η όλη κατασκευή ήταν ξερολιθιά, ώστε να μην εμποδίζει το νερό να περνάει από τα τοιχώματα. Τα άτομα μέσα στο πηγάδι κατέβαζαν με το μαγκάνι πέτρες, τις τοποθετούσαν κάθετα στην περίμετρο του λάκκου και «μπάζωναν» με χαλίκια ή με πέτρες μικρού μεγέθους (σόμπολα) το κενό προς τα τοιχώματα του πηγαδιού, ώστε περνώντας το νερό μέσω αυτών να φιλτράρεται και να είναι καθαρό. Όταν ο τοίχος στο πηγάδι άρχιζε να «ψηλώνει», έφτιαχναν μια κατασκευή σαν ξύλινο «πατάρι», πάνω στα οποία πατούσαν, για να συνεχίσουν να χτίζουν προς τα πάνω. Όταν έφθαναν στα 3-4 μέτρα από το πάνω μέρος του πηγαδιού, η λιθοδομή στένευε και κατέληγε σε μικρό κυκλικό στόμιο με διάμετρο 60-80 εκατοστά. Στο άνοιγμα του πηγαδιού και σε ύψος 80 περίπου εκατοστά από την επιφάνεια του εδάφους τοποθετούσαν το σύστημα άντλησης του νερού.

Η άντληση του νερού από το πηγάδι γινόταν με τρεις τρόπους. Ο κλασσικός τρόπος ήταν με τα χέρια και με τη βοήθεια ενός κουβά δεμένου σε σχοινί, τον οποίο κατέβαζαν στο πηγάδι και ανέβαζαν με μυϊκή δύναμη χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Με τον τρόπο αυτό αντλούσαν λίγο νερό από πηγάδια με μικρό βάθος.  Στα δημόσια πηγάδια ο καθένας αντλούσε νερό με το δικό του σχοινί και δεν χρησιμοποιούσαν καρούλια ή ανέμες.

Σε πηγάδια με μεγάλο σχετικά βάθος και για άντληση περισσότερου νερού χρησιμοποιούσαν χειροκίνητο μηχάνημα τοποθετημένο σταθερά στο στόμιο του πηγαδιού, το μαγκάνι, από το οποίο και το πηγάδι ονομάστηκε μαγγανοπήγαδο. Το μαγκάνι αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο, που στηρίζεται στα άκρα του με δυο τριγωνικές βάσεις πάνω στο στόμιο του πηγαδιού. Γύρω από τον κύλινδρο περιτυλίγεται μακρύ σκοινί ή αλυσίδα, που η μια άκρη του είναι δεμένη σταθερά στον κύλινδρο και στην άλλη είναι δεμένος ένας κουβάς, που μπορεί να φτάσει ως τον πάτο του πηγαδιού. Στη μια άκρη του κυλίνδρου εξέχει μια χειρολαβή, με την οποία μπορεί να περιστρέψει κάποιος τον κύλινδρο. Όταν τη γυρίσει, ξετυλίγεται το σκοινί και κατεβάζει τον κουβά ως τη στάθμη του νερού. Πιάνει τότε το σκοινί με το ένα του χέρι και με μια επιδέξια απότομη κίνηση αναποδογυρίζει τον κουβά, για να βυθιστεί στο νερό και να γεμίσει. Γυρίζει κατόπιν αντίθετα τον κύλινδρο με τη λαβή και ανασύρει τον κουβά στην επιφάνεια γεμάτο με νερό, για να τον αδειάσει στο δοχείο ή τη γούρνα, που βρίσκεται δίπλα από το πηγάδι. Σήμερα βλέπουμε τα μαγγάνια στις αυλές χωριάτικων σπιτιών τοποθετημένα πάνω σε εικονικά συνήθως πηγάδια ως διακοσμητικά στοιχεία, που συμβολίζουν μια παράδοση δεμένη με τον ελληνικό χώρο, όπου το νερό είναι ένα στοιχείο πολύτιμο και δυσεύρετο[23].

 

Ιπποκίνητο μαγκάνι στο Τολό.

 

Η εξαγωγή περισσότερου νερού γινόταν με χειροκίνητες αντλίες (τρόμπες-τουλούμπες), που μπορούσαν να αντλήσουν νερό από μικρά σχετικά βάθη για τις ανάγκες πολλών νοικοκυριών σε χωριά και αγροκτήματα. Οι αντλίες αυτές αποτελούνταν από ένα συνήθως σιδερένιο σωλήνα μέσα στον οποίο κινούνταν ένα έμβολο με μορφή δίσκου και με μια ελαστική «φλάντζα» που έκανε στεγανή την επαφή του με τον κύλινδρο. Το έμβολο συνδεόταν με μια χειρολαβή που επέτρεπε την παλινδρομική κίνησή του. στη βάση του έμβολου υπήρχε μια βαλβίδα, που άνοιγε όταν το έμβολο κινούνταν προς τα πάνω και έκλεινε όταν εκινείτο προς τα κάτω. Όταν την ανύψωνε ο χειριστής του, το έμβολο κινείτο προς τα κάτω. Η βαλβίδα άνοιγε και επέτρεπε στον αέρα στην αρχή και στο νερό στη συνέχεια της λειτουργίας να ανέβει πάνω από το έμβολο. Όταν κατέβαζε τη χειρολαβή, το έμβολο κινείτο προς τα επάνω, η βαλβίδα έκλεινε και κάτω από το έμβολο δημιουργείτο κενό, που ανύψωνε το νερό από τον υδροφόρο ορίζοντα. Το νερό που είχε περάσει στο προηγούμενο στάδιο πάνω από το έμβολο κινείτο προς τα πάνω και έβγαινε από σωλήνα εξαγωγής στο πλάι της αντλίας – τουλούμπας. Ο κύκλος της αντλίας επαναλαμβάνεται προκαλώντας την παροχή του νερού.

 

Μηχανισμός μαγκανοπήγαδου.

 

Το  νερό για πότισμα των κήπων έβγαινε από το πηγάδι με την ανέμη, ένα σύστημα οδοντωτού υδραυλικού τροχού με μια σειρά από μεταλλικά δοχεία – κουβάδες, τις «κουτσούμπες», οι οποίοι ήταν δεμένοι σε ίσιες  αποστάσεις στο μεγάλο υδραυλικό τροχό, που αποτελούσε το τύμπανο του μάγγανου. Για την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων νερού από βαθύτερα πηγάδια για άρδευση χρησιμοποιούσαν ιπποκίνητα και αργότερα μηχανοκίνητα μαγκάνια με κουτσούμπες. Αυτό το μαγκάνι ήταν ένας πολύπλοκος μεταλλικός μηχανισμός με τρία βασικά μέρη: (i) το τύμπανο, (ii) τα γρανάζια και (iii) τους κουβάδες. Το τύμπανο, βασικό στοιχείο του μαγγανιού, ήταν τοποθετημένο σταθερά πάνω από το πηγάδι και το αποτελούσαν δύο παράλληλοι μεταλλικοί δίσκοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους με έναν μεταλλικό κώνο με μεταλλικά πτερύγια (φτερά) στην περίμετρό του. Τα γρανάζια του μαγκανιού ήταν δύο. Το πρώτο γρανάζι ήταν τοποθετημένο οριζόντια, δίπλα στο τύμπανο, και στην κορυφή του υπήρχε ένα σταθερό ξύλινο κοντάρι 3-4 μέτρων. Το κάθετο γρανάζι ήταν παράλληλο προς τους δίσκους στις πλευρές του τύμπανου. Ο μηχανισμός, τέλος, περιλάμβανε και μια σειρά από μικρούς μεταλλικούς κουβάδες («κουτσιούπες»), οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους σε μία κλειστή αλυσίδα, που στερεωνόταν γύρω από το τύμπανο και τμήμα της κρεμόταν μέσα στο πηγάδι.

Για να τεθεί το τύμπανο σε περιστροφή, ήταν απαραίτητη η χρήση ενός ζώου, που ήταν δεμένο με τριχιές από τη λαιμαριά του στο ξύλινο δοκάρι, που ήταν περασμένο στην κορφή του μαγκανιού. Το συμπαθές τετράποδο (γαϊδούρι, μουλάρι ή άλογο) με τα μάτια κλεισμένα στο πλάι με παρωπίδες, για να μη ζαλίζεται, γύριζε αργά – αργά και σταθερά γύρω από το πηγάδι σέρνοντας το κοντάρι και αναγκάζοντας το οριζόντιο γρανάζι να γυρίσει. Καθώς το ζώο γύριζε το ξύλο και έβαζε σε κίνηση τον κάθετο σιδερένιο άξονα, που γύριζε το οριζόντιο γρανάζι, αυτό γύριζε το κάθετο γρανάζι κι εκείνο έβαζε με τη σειρά του σε κίνηση το κυκλικό σύστημα με τους μεταλλικούς κουβάδες, που έφτανε ο καθένας στον πάτο του πηγαδιού, γέμιζε με νερό, έφτανε ύστερα επάνω, άδειαζε το νερό σε μια τσιμεντένια δεξαμενή κι από κει μέσα από τα αυλάκια, τους «ποτιστάδες», το νερό έπαιρνε το δρόμο του για τα δέντρα και τα κηπευτικά. Αργότερα η άντληση του νερού με μαγγανοπήγαδο γινόταν  και με μηχανικά μέσα, είτε με πετρελαιομηχανή είτε με ηλεκτρισμό.

 

Πηγάδι με μαγκάνι.

 

Στα πηγάδια πολλές φορές αναπτύχθηκαν έρωτες, έγιναν προξενιά, μάλωσαν άνθρωποι, έγιναν φονικά, έγιναν συμφωνίες, κουμπαριές, γνωριμίες και πραγματοποιήθηκαν πολλά γλέντια. Μετά τη βιομηχανοποίηση και την εξέλιξη όμως τα πηγάδια πέρασαν στην πλήρη εγκατάλειψη και την λησμονιά του χρόνου. Αρχικά αντικαταστάθηκαν με τις κοινοτικές ή δημοτικές βρύσες, που κι αυτές με την σειρά τους εγκαταλείφθηκαν, διότι ήρθε η ύδρευση κάθε σπιτιού από κεντρικό δίκτυο, που έκανε πιο άνετη τη διαβίωση και συνέβαλε στην υγιεινή του ανθρώπου, κατέστρεψε όμως τον υδροφόρο ορίζοντα και έσβησε την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Όσοι  έτυχε να κρατήσουν πηγάδι το χρησιμοποιούν μόνο για διακόσμηση στον κήπο ή στην αυλή τους. Άλλοι καταφεύγουν σε καταστήματα πώλησης οικοδομικών υλικών, όπου πωλούνται απομιμήσεις πηγαδιών με την ανέμη, που διακοσμούν τις αυλές των νεόπλουτων Ελλήνων. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια όμως έγιναν η αιτία να χαθούν άνθρωποι που δεν βρέθηκαν ποτέ και έτσι βγήκε η φράση «άνοιξε η γη και τον κατάπιε». Η πολιτεία, για να περιορίσει αυτούς τους κινδύνους, υποχρεώνει να σκεπάζουν τα υπαίθρια πηγάδια και να τοποθετούν την ανάλογη προειδοποιητική σήμανση.

 

Στέρνες

 

Σε περιοχές όπου η έλλειψη πηγών έκανε την ανεύρεση νερού δύσκολη και σε άγονες ημιορεινές κυρίως περιοχές χωρίς εκμεταλλεύσιμο υδροφόρο ορίζοντα, ο άνθρωπος επινόησε τρόπους για τη συλλογή, συγκέντρωση και αποθήκευση νερού της βροχής για αρδευτικούς σκοπούς, για ανθρώπινη χρήση και για την κτηνοτροφία. Το νερό της βροχής ήταν το πολύτιμο αγαθό που έπρεπε να αποταμιεύουν και με λαϊκή σοφία κατασκεύασαν μεγάλες υπόγειες δεξαμενές νερού, τις «στέρνες», στις οποίες το μάζευαν, ώστε να το έχουν για να ξεδιψάσουν, να φροντίσουν την υγιεινή και την καθαριότητα στα σπίτια τους και να ποτίσουν τους κήπους τους. Η λέξη «στέρνα» είναι μεσαιωνική και προέρχεται από τη λατινική λέξη cisterna (=είδος χτιστής δεξαμενής για την συλλογή και αποθήκευση υγρών, ιδίως βρόχινου νερού μέσα στο έδαφος), η οποία περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική λέξη  κίστη (= κιβώτιο). Ίσως προήλθε από την κατά λέξη απόδοση«κι η στέρνα» (cista<cisterna<κιστέρνα).

Η στέρνα ήταν μια τεχνητή υπόγεια κοιλότητα για αποθήκευση νερού. Στους αρχαίους πολιτισμούς η συλλογή βρόχινου νερού ήταν συνηθισμένη πρακτική για την εξασφάλιση νερού για όλες τις χρήσεις. Από την Κρήτη ως τη Βόρεια Αίγυπτο και την Ιορδανία από την Εποχή του Χαλκού (2200-1200 π.Χ.) η τοπική σοφία οδήγησε τους ανθρώπους να φτιάξουν στέρνες, για να συλλέγουν το βρόχινο νερό για την κάλυψη των αναγκών κατά την ξηρή περίοδο του χρόνου. Η αποθήκευση νερού για μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας έγινε δυνατή στην εποχή του Σιδήρου (1200-600 π.Χ.), όταν εφευρέθηκε ο πηλός με τη μίξη τοπικά διαθέσιμων εδαφικών υλικών.

Η χρήση των δεξαμενών ήταν αρκετά συχνή στον Ελλαδικό χώρο από την Μινωϊκή και Μυκηναϊκή εποχή. Στη Μινωική Κρήτη (περίπου 3.200-1.100 π.Χ.), χρησιμοποιούσαν δεξαμενές για τη συλλογή και την αποθήκευση του νερού της βροχής. Στους κλασικούς και στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιούσαν υπόγειους στεγανούς κτιστούς ή ορυκτούς χώρους βάθους 2,00-3,00 m, που αποτελούσαν τους αποδέκτες των νερών της βροχής με τη βοήθεια οριζόντιων και κάθετων αγωγών προσαρμοσμένων στις στέγες. Στην αρχαία Ρώμη οι κατοικίες περιλάμβαναν δεξαμενές κάτω από πλακόστρωτες αυλές για τη συλλογή του νερού της βροχής, στις οποίες κατέληγαν και τα υδραγωγεία κάθε πόλης. Στην Ελλάδα ως τα μέσα του εικοστού αιώνα το ένα τρίτο των νοικοκυριών των κοινοτήτων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές διέθεταν υπόγειες υδατοδεξαμενές.

Οι στέρνες διαφέρουν από τα πηγάδια, που σκάβονταν για την άντληση των φυσικών υπόγειων νερών. Οι στέρνες ήταν ζωτικής σημασίας στις ορεινές κυρίως περιοχές, επειδή τα πηγάδια και οι φυσικές πηγές σπάνιζαν στα ορεινά και, όπου υπήρχαν, συνήθως στέρευαν προς το τέλος του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν τρόπους να συλλέγουν και να συγκρατούν το νερό της βροχής ή την απορροή των πηγών. Έτσι έσκαβαν κάτω από το έδαφος στέρνες για τη συλλογή νερού, που επέτρεπε να σχηματίζονται χωριά ακόμη και σε μέρη όπου τα αποθέματα νερού ήταν ελάχιστα. Ήταν το μόνο μέσο για τη διατήρηση επαρκούς αποθέματος νερού.

Οι πιο παλιές στέρνες ήταν λαξευμένες, πελεκητές με το σφυρί και το καλέμι σε συμπαγή και χωρίς ρωγμές βράχο, που έχει την ιδιότητα να μην απορροφά το νερό. Φυσικά σπήλαια διαμορφώνονταν ή επεκτείνονταν για να χρησιμεύσουν ως στέρνες και χρησιμοποιούσαν υποστυλώματα από φυσικό πέτρωμα για να βαστάζουν την οροφή. Ήταν ο μόνος τρόπος να περιορίσουν τη διαρροή του νερού, μέχρι να ανακαλύψουν τρόπους  να στεγανοποιούν τα εσωτερικά τοιχώματα με κάποιο επίχρισμα.

Η αρχαιότερη στέρνα της περιοχής είναι η υπόγεια δεξαμενή νερού στη βορειοανατολική γωνία της Μυκηναϊκής ακρόπολης, που εξασφάλιζε πόσιμο νερό για τους κατοίκους σε ενδεχόμενη πολιορκία και υπάρχει μέχρι σήμερα. Το νερό ερχόταν από την Περσεία [24] πηγή, που βρίσκεται 360 μ. ΒΑ από την ακρόπολη και από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας υδροδοτεί το χωριό των Μυκηνών. Οι Μυκηναίοι μετέφεραν το νερό με πήλινους αγωγούς ως την ακρόπολη και από ένα άνοιγμα στον βράχο έφτανε στη δεξαμενή, η οποία αρχικά ήταν έξω από το τείχος. Το 13ο αι. π.Χ. έγινε ανάπτυξη του περιβόλου και η δεξαμενή εντάχθηκε μέσα στην τειχισμένη πόλη των Μυκηνών. Για να φτάσουμε σ’ αυτή κατεβαίνουμε 90 τουλάχιστον σκαλοπάτια λαξευμένα στον φυσικό βράχο σε 3 επίπεδα. Η είσοδός της είναι μέσα στην ακρόπολη, διαπερνά το βόρειο τείχος και καταλήγει έξω από την ακρόπολη σε βάθος 18 μέτρων. Η τετράπλευρη σκεπαστή δεξαμενή έχει βάθος 5 μέτρα και στην οροφή της ένα φρεάτιο, όπου κατέληγε ο υπόγειος αγωγός από τις πηγές, με αραιά τοποθετημένους λίθους που λειτουργούσαν σαν φίλτρα. Η κατασκευή της αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της μυκηναϊκής τεχνικής ύδρευσης[25].

 

Η είσοδος της υπόγειας δεξαμενής Μυκηνών.

 

Παρόμοιες κατασκευές ύδρευσης συναντάμε στις ακροπόλεις της Μιδέας και της Τίρυνθας. Στην ακρόπολη της Μιδέας μια σήραγγα ανοιγμένη στο δυτικό σκέλος του τείχους οδηγούσε σε υπόγεια πηγή νερού, ενώ στο κάτω τμήμα της ακρόπολης της Τίρυνθας υπάρχουν κρυφές σήραγγες που οδηγούσαν με ασφάλεια σε υπόγειες δεξαμενές με νερό. Αλλά και στις νεότερες ακροπόλεις (κάστρα) συστήματα καναλιών οδηγούσαν τα νερά της βροχής σε υπόγειες δεξαμενές, ώστε οι έγκλειστοι σε περίοδο πολιορκίας να έχουν νερό. Στον εξωτερικό περίβολο του κάστρου Άργους σώζεται υπόγεια στέρνα, ενώ στο Παλαμήδι του Ναυπλίου και την Ακροναυπλία υπήρχαν τεχνητές δεξαμενές των ενετικών χρόνων για τη συλλογή του νερού της βροχής[26].

Στους επόμενους αιώνες τέτοιες στέρνες σκαλισμένες σε βράχο βρίσκουμε σε γραφικά ερημοκλήσια χτισμένα σε βράχους. Χαρακτηριστική είναι η στέρνα της Αγια – Ρουσαλής Βρουστίου, ένα μικρό ερημοκλήσι στην κορυφογραμμή μιας χαράδρας ψηλά πάνω από τη Χούνη και ορατό και από το δρόμο Άργους – Καρυάς. Είναι χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά με απόκρημνο βράχο από πάνω της, που σκεπάζει ολόκληρο το εκκλησάκι και αφήνει επιπλέον ένα μεγάλο εσωτερικό προαύλιο. Στο εσωτερικό του οχυρού, στη δεξιά πλευρά λίγο μετά την είσοδο, υπάρχει στέρνα σκαλισμένη στο βράχο με πέτρινο στόμιο, γύρω από το οποίο έχει κτιστεί πέτρινος αναβαθμός, που σχηματίζει  μια μεγάλη κυκλική επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με τσιμέντο.  Το στόμιο της στέρνας κλείνει με σιδερένιο καπάκι και πάνω  του υπάρχει ο κλασικός μεταλλικός κουβάς με το σκοινί για την άντληση του νερού, που αναβλύζει μέσα από το βράχο πεντακάθαρο και δροσερό. Αυτό το νερό έπιναν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες, αλλά και με αυτό το νερό πότιζαν οι τσοπαναραίοι τα γίδια τους, που έβοσκαν στην πλαγιά γύρω από το ξωκλήσι.

 

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο στην Αγία Ρουσαλή Βρουστίου.

 

Πολλά χωριά της περιοχής χτισμένα σε άνυδρες τοποθεσίες, όπως τα Σταθέικα, η Στέρνα, το Αραχναίο κ.α., έφτιαχναν στέρνες για συλλογή του νερού της βροχής για τις ανάγκες τους. Το χωριό Στέρνα μάλιστα πήρε τ’ όνομά του από τις πολλές στέρνες που κατασκεύαζαν οι κάτοικοί του στις αυλές ή σε κοινοτικούς χώρους και συγκέντρωναν τα βρόχινα νερά το χειμώνα [27]. Η περιοχή ήταν άνυδρη μ’ ένα πηγάδι νερού για τις ανάγκες του χωριού, όπου οι κάτοικοι πήγαιναν από τη νύχτα με τα ζώα τους, για να πάρουν λίγο νερό που δεν επαρκούσε για όλους και θόλωνε από την υπερβολική άντληση. Οι Χελιώτες, για να αντιμετωπίσουν ην έλλειψη νερού, κατασκεύαζαν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό. Όταν το βρόχινο νερό αυτό τελείωνε τους καλοκαιρινούς μήνες, έφερναν νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους.

Το βρόχινο νερό είναι μαλακό με πολύ μικρές συγκεντρώσεις αλάτων και αυτό το κάνει άριστο στη μαγειρική, ειδικά τα όσπρια βράζουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα, στο πλύσιμο των ρούχων, επειδή το σαπούνι διαλύεται ευκολότερα, δίνει στιλπνότητα και μετάξινη υφή στα μαλλιά, αλλά δεν είναι πόσιμο. Για να διατηρούν το νερό σε καλύτερη ποιότητα και για να γίνει πόσιμο, ασβέστωναν τις στέρνες μια φορά το χρόνο. Κρεμούσαν άσβεστο ασβέστη μέσα σε χοντρό πανί μέσα στο νερού και ο ασβέστης έλιωνε βράζοντας. Μετά έβγαζαν το πανί με τα υπολείμματα του ασβέστη, άφηναν το νερό να ηρεμήσει και να κατακάτσουν στον πυθμένα ό,τι στερεά υπήρχαν μέσα σ’ αυτό και μετά το νερό ήταν πόσιμο! Άλλοι έριχναν ασβέστη σε πάνινο κομπόδεμα κοντά στην επιφάνεια του νερού, ώστε να διαλύεται σίγα σιγά με την κίνηση των επιφανειακών υδάτων. Κάποιοι έριχναν χέλια μέσα στη στέρνα, για να τρώνε τα νερομάμουνα και να μην πιάνουν βρύα τα τοιχώματα της στέρνας, κάτι που κατάφερναν τα χέλια άθελά τους αναδεύοντας τα νερά με την κίνηση του σώματός τους. Επιπλέον τα χέλια ήταν και δείκτες καθαρότητας, αφού, αν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα με το νερό, αυτά πέθαιναν.

Σε ορεινές περιοχές έφτιαχναν στέρνες στα χωράφια, γιατί ήταν απαραίτητες για το πότισμα των κοπαδιών τους καλοκαιρινούς μήνες. Έσκαβαν στο χώμα σε βάθος 3-5 μέτρων και δημιουργούσαν μια αποθήκη νερού. Το μέγεθος κάθε στέρνας ήταν συνάρτηση του διαθέσιμου χώρου και η χωρητικότητα ξεκινούσε από 15-20 κυβικά νερού και έφτανε στα 50-60  κυβικά. Αυτού του είδους οι στέρνες έχουν συνήθως σχήμα αχλαδιού με στενό στόμιο και σταδιακά διευρυνόμενα τοιχώματα έως τον πυθμένα, δηλαδή ήταν πλατύτερες στη βάση και στένευαν στην κορυφή. Στις δεξαμενές αυτές μεγάλη σημασία είχε η θέση. Διάλεγαν εδάφη κατηφορικά, συγκέντρωναν το νερό της βροχής δημιουργώντας κάποια χαντάκια στο κτήμα και το οδηγούσαν μέσω ενός κεντρικού αγωγού στην υπόγεια δεξαμενή. Απαραίτητα στο κεντρικό χαντάκι τοποθετούσαν μικροφραγμούς στην διαδρομή, ώστε να ανακόπτεται η ταχύτητα κίνησης και να συγκρατούνται τα φερτά υλικά, αλλιώς το νερό θα ήταν βρώμικο πολύ και η δεξαμενή σταδιακά θα μπαζωνόταν.

Εσωτερικά οι στέρνες αυτές επενδύονταν με πλίθους ή πέτρες και έπειτα σοβατίζονταν με κάποιο επίχρισμα, ώστε να αποκτήσουν συμπαγή τοιχώματα. Παλιά χρησιμοποιούσαν πέτρα με συνδετικό υλικό τριμμένο κεραμίδι («κουρασάνι») ή ασβέστη και αργότερα τσιμεντοκονίαμα, για να στεγανοποιήσουν τα τοιχώματα, ενώ αργότερα όλες γίνονταν από τσιμέντο. Με αυτό τον τρόπο, η στέρνα αποκτούσε λεία και αδιαπέραστη υφή εσωτερικά. Στο στόμιο της στέρνας με διάμετρο συνήθως 60 ως 80 εκ. έβαζαν καπάκι, που προστάτευε το νερό από μόλυνση, εμπόδιζε την πτώση ανθρώπων ή ζώων, συνέβαλλε να διατηρείται το νερό κρύο και μείωνε τις απώλειες λόγω εξάτμισης. Επιπλέον σε στέρνες υπεδάφους το βρόχινο νερό καλό είναι να φυλάσσεται σε δροσερό και σκοτεινό μέρος.

Στον Αργολικό κάμπο μέχρι τη δεκαετία του 1960 έφτιαχναν στέρνες στις ταράτσες, στα υπόγεια ή στις αυλές των σπιτιών. Οι στέρνες στις αυλές ήταν υπόγειες, σκαμμένες στο έδαφος σε βάθος 3-4 μέτρα και σοβαντισμένες με τσιμεντοκονία γύρω – γύρω για στεγανοποίηση. Τις γέμιζαν από παρακείμενα πηγάδια και γεωτρήσεις με νερό που χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του σπιτιού. Στις ταράτσες και τα υπόγεια έκαναν τετράγωνες αποθήκες νερού στεγανοποιημένες εσωτερικά με τσιμεντοκονία. Ήταν συνήθως κλειστές, για να μην εξατμίζεται το νερό το καλοκαίρι και να μη λερώνονται από τα πουλιά και τα φύλλα που έφερνε ο άνεμος. Οι περισσότερες χωρούσαν περίπου 25 κυβικά νερό, αφού και τα σπίτια τότε δεν κατανάλωναν περισσότερο νερό για τις καθημερινές ανάγκες. Για να τις γεμίσουν τοποθετούσαν υδρορροές στις ταράτσες και τις στέγες για να μαζεύουν το νερό της βροχής, που έπεφτε στη στέγη και μέσω της υδρορροής κατέληγε στη στέρνα. Πριν την είσοδό του ήταν απαραίτητο το πρώτο φιλτράρισμα στο σωλήνα καθόδου ή στο έδαφος, ενώ στην είσοδό της στέρνας τοποθετούσαν ένα φίλτρο (σίτα/πλέγμα),που συγκρατούσε φύλλα, πετραδάκια, σκουπίδια, λάσπη κ.ά. Σε κάθε περίπτωση ο νοικοκύρης επιθεωρούσε τουλάχιστον μία φορά το χρόνο τη στέρνα του, ενώ  κάθε 3-4 χρόνια την άδειαζε και την καθάριζε. Έμπαινε μέσα με σκάλα ή δεμένος με σχοινιά, έτριβε τα τοιχώματα με βούρτσες και μάζευε όλα τα φερτά υλικά από τον πυθμένα.

Κρυμμένοι θησαυροί είναι οι στέρνες, χτισμένες στα υπόγεια των σπιτιών, μισοθαμμένες στα χωράφια ή αθέατες από τον επισκέπτη στα άγονα βουνά. Κάθε πηγάδι επίσης αποτυπώνει πρακτικά τη λαϊκή σοφία και κουβαλά ασφαλώς τη δική του ιστορία. Η χρησιμοποίηση του νερού για τις ξηρές περιόδους του χρόνου ήταν ένα διαχρονικό όπλο στη μάχη για την επιβίωση μέχρι τη διάδοση των δικτύων ύδρευσης που έφεραν το πολύτιμο αγαθό του νερού σε κάθε σπίτι. Με τον ερχομό των γεωτρήσεων και την εμφάνιση του τρεχούμενο νερού στα σπίτια τη δεκαετία του 70 το νερό έπαψε να τρέχει γύρω από τις βρύσες. Οι ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου σε νερό δεν μπορούν πια να καλυφθούν από τα παραδοσιακά έργα υδροδότησης, όπως είναι οι στέρνες, οι βρύσες ή τα πηγάδια. Οι περισσότερες αποτελούν πια ελληνικό παρελθόν, όπως παρελθόν αποτελούν και τα ζωοκίνητα μαγγάνια ή οι αντλίες για την άντληση νερού. Οι επιστήμονες ωστόσο τονίζουν ότι στο πλαίσιο αναβάθμισης της ποιότητας ζωής και της προστασίας του περιβάλλοντος κάποιες παλιές πρακτικές συλλογής και τροφοδότησης με νερό θα μπορούσαν να επαναλειτουργήσουν και να συμβάλλουν στην εξοικονόμηση και την ορθολογική αξιοποίηση του νερού, που αλόγιστα σπαταλά ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «οι μελλοντικοί πόλεμοι θα γίνονται για το νερό».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Παραδοσιακές Κρήνες Πελοποννήσου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989.

[2] Στο Άργος  θα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης, και από τη Μεσσηΐδα ή την Υπερεία θα κουβαλάς νερό χωρίς να θέλεις. [Ομήρου Ιλιάδα, Ζ 456-458]

[3] Αράδα κρήνες τέσσερις η μια στο πλάι της άλλης, κι αλλού η καθεμιά ξέχυνε το γάργαρο νερό της. [Ομήρου Οδύσσεια, ε 70-71]

[4] Μιχάλης Γ. Μερακλής, Ελληνική λαογραφία. Κοινωνική συγκρότηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1984, σελ. 41-2.

[5] Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS 2010, σελ. 159 κ.ε.

[6] Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα», argolikivivliothiki.gr

[7] Αντωνακάτου Ντ., Ναύπλιο, 1988, σελ. 205.

[8] Το οθωμανικό τουρκικό αλφάβητο (οθωμανικά τουρκικά) είναι μια εκδοχή του περσοαραβικού αλφάβητου, που χρησιμοποιήθηκε στη γραφή των οθωμανικών τουρκικών μέχρι το 1928, όταν αντικαταστάθηκε από το λατινικό σύγχρονο τουρκικό αλφάβητο μετά την ορθογραφική μεταρρύθμιση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

[9] Καραμούντζος Σπύρος, Λόγια Καρυάς, Αθήνα 2007, σελ.126-127.

[10] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 71 κ.ε.

[11] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 77 κ.ε.

[12] Στράβων, Γεωγραφικά 8.6.

[13] Τσελεμπή Εβλιγιά, Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2010.

[14] Κόκκινου Διονύσιου, Η ελληνική Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα 1974, τόμος 2ος,σελ.572.

[15] «Η πόλις του Άργους υδρεύεται εκ φρεάτων και εκ της πηγής Ερασίνου του Κεφαλαρίου απεχούσης της πόλεως 5 χιλιόμετρα και διοχετευομένου του ύδατος δια κτιστού υδραγωγείου»Μηλιαράκης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1888 σελ. 40.

[16] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 140.

[17] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[18] Τότσικας Αλέξης, Ασίνη – Μινώα – Τολό, Άργος 2017, σελ. 131.

[19] Κοτίτσας, Ιωάννης, Ιστορία Τολόν – Μινώα, εκδ.Φύλλα, Τρίπολη 2001, σελ.91.

[20] Μπιμπής Ι. Παναγιώτης, Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[21] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 101-102.

[22] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[23] ΤότσικαςΑλέξης, Ελληνική λαϊκή κληρονομιά, Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου, Εκδόσεις Αρμός, 2008, σελ. 146.

[24]«Μυκηνῶν δὲ ἐν τοῖς ἐρειπίοις κρήνη τέ ἐστι καλουμένη Περσεία [Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά, ΙΙ, 16.6]

[25] Άλκηστις Παπαδημητρίου, Μυκήνες, έκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, 2015, σελ. 278.

[26]«Εν τω Παλαμηδίω και τη Ακροναυπλία γίνεται χρήσις ύδατος δεξαμενών τεχνητών ενετικών χρόνων, εν αις συλλέγεται το όμβριον ύδωρ». Μηλιαρακης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, Αθήνα 1888, σελ. 73.

[27] Σεραφείμ Κώστας, Λαογραφικά της Αργολίδος, Αθήνα 1981, σελ. 360.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40 – Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου


 

Διαβάσαμε και σας προτείνουμε το νέο βιβλίο της κυρίας Pωξάνης Aργυροπούλου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Καλλιγράφος».

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (φωτογραφία Δήμου Πατρίδη).

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, αυτή τη φορά μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το οποίο τιτλοφορείται «Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του ’40», όπου και επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του διπλωμάτη πάτερα της Δημητρίου  Αργυρόπουλου, αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Το βιβλίο προϊόν και αυτό υποδειγματικής επιστημονικής έρευνας, κάτι  που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σχηματίσει μια ζωντανή και αντικειμενική εικόνα για τη μεσοπολεμική Ελλάδα, για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, που αποκαλύπτονται στις πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές υποσημειώσεις του.

 

Στο πρόλογο του βιβλίου σημειώνει η συγγραφέας:  

 

Ολοκληρώνοντας τη σταδιοδρομία τους, αρκετοί διπλωμάτες επιδίδονται στην καταγραφή των προσωπικών τους εμπειριών. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου, δεν μας άφησε ένα παρόμοιο έργο.

Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του και της μακρόχρονης πορείας του, εντάσσοντας τα βιώματά του εντός της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής με αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα που συνδέονται με τη δική του δράση. Μέσα από την αναδρομή αυτή στο παρελθόν, ανασυντίθεται η ατμόσφαιρα στα διαδοχικά περιβάλλοντα στα οποία έζησε, ξεκινώντας από τον τόπο καταγωγής του, το Άργος.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Στην ενδιαφέρουσα διαδρομή του βίωσε στο Παρίσι τις έντονες πολιτικές και πολιτιστικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ᾽20, στην Κωνσταντινούπολη τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συρρίκνωση της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Ακόμη γνώρισε την ελπιδοφόρο θεμελίωση της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη, την ακμή του αιγυπτιακού ελληνισμού, τον τραγικό επίλογο παραδοσιακών εστιών του ελληνισμού στα Βαλκάνια (Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη), την επέλαση ενός απάνθρωπου ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, και, τέλος, την ιταλική επίθεση κατά της χώρας του.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα περιστατικά της δραστηριότητάς του στην Αλβανία την παραμονή της ιταλικής επίθεσης.  Κάτω από σοβαρές αντιξοότητες, χρημάτισε γενικός πρόξενος στα Τίρανα παρέχοντας μία πραγματική εθνική υπηρεσία. Παρακολουθώντας συνεχώς τις μυστικές κινήσεις Αλβανών και Ιταλών, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο τηρώντας ενήμερη την κυβέρνηση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας σχετικά με την ημερομηνία της επικείμενης ιταλικής εισβολής και τη σύνθεση και διάταξη των ιταλικών μονάδων κατά μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες υπήρξαν καθοριστικές για την προετοιμασία του ελληνικού στρατού και την έγκαιρη απώθηση του εχθρού σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η σημασία της συμβολής αυτής αμέσως αναγνωρίσθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού τον Δεκέμβριο του 1940 με την απονομή του Μεταλλίου Εξαιρέτων Πράξεων.

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος στην αλβανική ύπαιθρο.

 

Κατά τα κατοχικά χρόνια παραιτήθηκε από την ενεργό δράση και παρέμεινε στην Αθήνα. Προήχθη τον Ιούνιο του 1944 σε διευθυντή Α´ από την εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας Γεωργίου Παπανδρέου στο Κάιρο, ενώ το 1945 σε πρεσβευτή. Μετά την Απελευθέρωση διετέλεσε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών και έλαβε μέρος στην Α´ Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο Λονδίνο. Υπήρξε πρέσβης στο Ρίο Ιανέιρο και στη Βέρνη.

 

Με την ομάδα του Λυκείου των Ελληνίδων στο Αμβούργο το 1936.

 

Παρόλη την πολιτική αστάθεια και το ακραίο κλίμα που χαρακτηρίζουν τη μεσοπολεμική ελληνική κοινωνία, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος υπήρξε ένθερμος θιασώτης της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Γαλουχήθηκε με την προοπτική του μεγαλοϊδεατικού οράματος, έχοντας βαθειά επίγνωση των δυσκολιών του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί σε αυτό.

Ιδιαίτερη σημασία προσέδιδε στα επίμαχα θέματα που πήγαζαν από τις περιπεπλεγμένες σχέσεις των αναδυομένων βαλκανικών κρατών, με επίκεντρο το ακανθώδες θέμα των μειονοτήτων και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Είχε βαθύτατη συναίσθηση της συμμετοχής του σε ιστορικής σημασίας γεγονότα και η αίσθηση της Ιστορίας, που γνώριζε να μεταλαμπαδεύει ως εμπειρία και ως πνευματική ενασχόληση, είχε κεντρίσει την παιδική μου περιέργεια για τον Μεσοπόλεμο και τον Πόλεμο του ’40. Οι προσωπικές του αφηγήσεις με βοήθησαν να αποκτήσω μία πρώτη εικόνα της κρίσιμης αυτής εποχής με τις περίπλοκες ιδεολογικές ζυμώσεις και τις εθνικιστικές συγκρούσεις.

Επίσης έναυσμα στην προσπάθεια μου αυτή αποτέλεσε ένα ιδιόχειρό του κείμενο με τίτλο «28η Οκτωβρίου 1940. Ἀναμνήσεις ἡρωϊκῆς ἐποχῆς». Το κείμενο αυτό, που παρατίθεται στο Παράρτημα του βιβλίου, καλύπτει την διαμονή του στην Αλβανία το 1925 και το χρονικό διάστημα 1939-1940· αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που είχε προγραμματίσει σχετικά με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Οι προφορικές του εξιστορήσεις και τα έγγραφα που σώζονται στο ιδιωτικό του αρχείο εμπλουτίζονται από τεκμηριωμένη έρευνα. Πλαισιώνονται από απομνημονεύματα, ημερολόγια, αφηγήσεις, μονογραφίες, άρθρα και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό προερχόμενο κυρίως από το αρχείο του, καθόσον η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε την προσοχή του.

 

Η υπηρεσιακή ταυτότητα του Δημ. Αργυροπούλου στην ΚτΕ.

 

Τον Δημήτριο Αργυρόπουλο διέκρινε θάρρος στις πεποιθήσεις του και σταθερή αφοσίωση στους ελεύθερους θεσμούς. Από τις θέσεις οι οποίες του ανατέθηκαν, εργάσθηκε με αυταπάρνηση, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και αξιομνημόνευτη παρρησία ακολουθώντας τις επιταγές του εθνικού συμφέροντος. Τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας ουσιαστικά δεν τον ενδιέφεραν. Ανυστερόβουλος, υπερασπιζόταν με ειλικρίνεια τις απόψεις του, πολλές φορές με προσωπικό κόστος. Προκειμένου ν’ αποφεύγεται η διαιώνιση των εθνικών ζητημάτων με μόνη λύση, όπως έλεγε, να παραπέμπονται στις καλένδες, συνειδητή του επιδίωξη συνιστούσε η πραγμάτωση αντιλήψεων ρεαλιστικών με γνώμονα το εφικτό.

Πρόκρινε πάντοτε τη μετριοπάθεια και για την καλύτερη αντίληψη της συνθετότητας των προβλημάτων, έδειχνε κατανόηση για τη θέση του άλλου, «οφείλουμε να ακούμε και τις δύο πλευρές», έλεγε συχνά.

Άνθρωπος γενναιόδωρος αγαπούσε τη ζωή και ήξερε να την ομορφαίνει. H προοπτική να γνωρίσει καινούργιους τόπους του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική. Ακαταπόνητος ταξιδιώτης, χαριτολογώντας είχε κάποτε πει, πως οι διπλωμάτες οφείλουν να έχουν έτοιμες τις αποσκευές τους για μια καινούργια αναχώρηση. Έφυγε από κοντά μας για το τελευταίο του ταξίδι την Τρίτη 1η Φεβρουαρίου 1972 στην Αθήνα στα ογδόντα του χρόνια. Όσοι ευτύχησαν να γνωρίσουν αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο εμπνέονται από το παράδειγμά του και με απέραντη ευγνωμοσύνη αναπολούν τη φυσιογνωμία του.

 

Δημήτριος  Αργυρόπουλος

 

O Δημήτριος  Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1892 και έζησε εδώ τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ήταν το τελευταίο από τα παιδιά του Παναγιώτη Βασιλείου Αργυρόπουλου, ενός εύπορου εμπόρου σιτηρών και κτηματία με καταγωγή από τη Τρίπολη, και της Αργείας συζύγου του Ελένης, το γένος Γκότση. H πατρική του κατοικία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, σε έναν παράδρομο της οδού Κορίνθου κοντά στην κεντρική πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Στο αγρόκτημά τους στον δημόσιο δρόμο προς τους Μύλους καλλιεργείτο κυρίως η σταφίδα, η παραγωγή και η διακίνηση της οποίας έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στην τοπική κοινωνία από τον καιρό της βενετικής κυριαρχίας. Ξεχωριστή θέση κρατούσε στις παιδικές του αναμνήσεις η γιορτή του τρύγου που γινόταν κάθε Σεπτέμβρη. Ωστόσο, το αγρόκτημα αυτό κατέληξε στην εκποίησή του, που συνδέεται με το σταφιδικό ζήτημα στην Πελοπόννησο το 1910, όταν η σταφιδοπαραγωγή βρισκόταν εκτεθειμένη σε κινδύνους ποικίλης φύσεως.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα του. Ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος ανήκε στους πολίτες του Άργους που μερίμνησαν για την ανάπτυξη του τόπου. Συγκαταλεγόταν στα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου «Ο Δαναός» που ιδρύθηκε το 1894 με στόχο την ηθική μόρφωση του λαού. Η ιδέα αυτή άρχισε να υλοποιείται με πρωτοβουλία του σχολάρχη Άργους ιερέα Χρήστου Παπαοικονόμου, όταν εκατό κάτοικοι της πόλης «εκ των καλλιτέρων» διακρινόμενοι «εν τοις γράμμασι, τας επιστήμαις, τη βιομηχανία και τω εμπόριο», προσυπογράφουν ιδρυτικό σχέδιο καλώντας τους Αργείους να συμμετάσχουν στις εργασίες για την σύσταση του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ανάδοχος του μικρού Δημητρίου, στον οποίο έδωσε το δικό του όνομα, ήταν ο διακεκριμένος νομικός και λογοτέχνης Δημήτριος Βαρδουνιώτης, προσωπικός φίλος του πατέρα του, εκδότης εφημερίδων και ακάματος μελετητής της αργειακής ιστορίας. Η μορφή του δέσποζε στην πνευματική ζωή της πόλης και ήταν τόσο ταυτισμένη με το Άργος, ώστε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας στην Αθήνα, έλεγε ότι ο Βαρδουνιώτης υπενθυμίζει το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη.

Από εκείνα που θυμόταν ο Αργυρόπουλος από την παιδική του ηλικία ήταν η Πύλη της Ξηράς στο Ναύπλιο. Ακόμη ζωηρή εντύπωση του είχε προκαλέσει η φυσιογνωμία ενός μελαγχολικού άνδρα που μόνος του περιπλανιόταν στους δρόμους του Άργους. Ήταν ο Εμμανουήλ Καλλέργης, γιός του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και της όμορφης Σοφίας Ρέντη.

Ο άλλοτε λαμπρός αυτός αξιωματικός με σπουδές στην περίφημη στρατιωτική σχολή του Σαιν-Σιρ (Saint-Cyr), ευγενικός πάντοτε και προσηνής, έμενε στο πατρικό του αρχοντικό, ένα νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που έχει σήμερα μετατραπεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

 

Η Αναστασία και ο Χαρίλαος Β. Μαυράκης – (Aρχείο Ελένης Ε. Μουσταΐρα).

 

Τα διαστήματα που παρέμενε στην Αθήνα, επισκεπτόταν στη γενέτειρά του την κατά δώδεκα έτη μεγαλύτερή του αγαπημένη αδελφή Αναστασία, σύζυγο του βιομηχάνου Χαριλάου Μαυράκη και τα πέντε τους παιδιά: την Αννίκα η οποία παρέμεινε πολλά χρόνια στο Chicago με τον σύζυγό της Γεώργιο Ντούλα, καθηγητή της γεωπονίας, τον Βασίλη, νυμφευμένο με την Ευγενία Χαραλαμποπούλου, που συνέχισε με επιτυχία τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τη Λέλα Θεοδώρου – Παπαδημητρίου, ευπροσήγορη οικοδέσποινα στο ωραίο της κτήμα έξω από το Ναύπλιο, τον Πάνο που σπούδασε νομικά και συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, βρίσκοντας το 1944 τραγικό θάνατο, και τη Μαρία Ευαγγέλου Μουσταΐρα, δραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων Άργους.

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος στον βράχο της Ακρόπολης με τον Πάνο, τη Λέλα και τη Μαρία Μαυράκη.

 

Όταν συνταξιοδοτήθηκε, παρακολουθούσε τη ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του και έδειχνε πάντοτε ενδιαφέρον για τις νυκτερινές σχολές του «Δαναού», στον οποίο δωρήθηκαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. Ψήφιζε εκεί με τη σύζυγό του και αρθρογραφούσε στο «Αργειακόν Βήμα». Διατήρησε επαφή με παλαιούς Αργείους, όπως τον εκπαιδευτικό και ιστοριοδίφη Τάσο Τσακόπουλο, τον έμπορο και λογοτέχνη Σπύρο Παναγιωτόπουλο, τον Δημήτριο Φικιώτη, γενικό διευθυντή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, γιό του δικηγόρου, βουλευτή και προέδρου του «Δαναού» Αγαμέμνονα Φικιώτη.

Μετά τη μαθητεία του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα όπου πάντοτε αρίστευε, ο Δημ. Αργυρόπουλος σπούδασε με υποτροφία στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να ικανοποιήσει την καλλιτεχνική του κλίση εγγράφεται παράλληλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εξοικειώνεται με το έργο αξιόλογων ζωγράφων που δίδασκαν στη Σχολή, όπως είναι ο Σπύρος Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Γεώργιος Ιακωβίδης καθώς και γενικότερα με την ελληνική καλλιτεχνική κίνηση, την οποία, έκτοτε, δεν έπαυσε με ενδιαφέρον να παρακολουθεί.

 

Η σύζυγος του Δημητρίου Αργυρόπουλου, Μυρώ Μιχ. Παλαιολόγου με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά. Γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, εξελέγη Μις Αθήναι το 1932.

 

Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.

Εισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις, γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Νέτα την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ της Αιγύπτου,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο και σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία.

Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945, όταν υπουργός Στρατιωτικών ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα».

Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

 

Οικογενειακές στιγμές στην Petropolis. Με τη σύζυγό του Μυρώ Παλαιολόγου και την κόρη τους Ρωξάνη.

 

Ως Διευθυντής υποθέσεων Εκκλησιών και Απόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας.

Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Νιλς Μπορ (Ν. Bohr).

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος με την σύζυγό του Μυρώ στον κήπο της Πρεσβείας στη Βέρνη το 1955.

 

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα. Έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή.

Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ  Παλαιολόγου, κόρη τους είναι η συγγραφέας του βιβλίου που παρουσιάσαμε,  Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης

στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου

Αθήνα, εκδόσεις «Καλλιγράφος», 2020
Σελίδες: 216, με α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ.
ISBN: 978-960-9568-73-9

 

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η Ακρόπολη του Άργους – Αλεξάντρ Λενουάρ, π. 1810.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σχετικά θέματα:

Το φρούριο Λάρισα του Άργους

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)

Κάστρο της Λάρισας – Άργος

Λάρισα η Αργεώτις

 

Read Full Post »

«[…] να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν». Φόβος για την αναπότρεπτη εξέγερση, Φεβρουάριος 1821 – Βαγγέλης Σαράφης στο: «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.


 

Τον Φεβρουάριο του 1821 όλα έμοιαζαν έτοιμα για την εξέγερση. Ο «υπόκωφος ήχος της επανάστασης» δυνάμωνε και η έκρηξή της δεν θα αργούσε·[1] «η Πελοπόννησος όλη υπόκωφα εσείετο», θα γράψει αργότερα στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος.[2] Μέσα σε αυτό το κλίμα οι προσδοκίες των ανθρώπων καλλιεργούνταν· «ό,τι άκουαν οι Έλληνες περί της ελευθερίας το επίστευαν και εφαρμόσθη η κοινή παροιμία να μου λέγης ό,τι αγαπώ και το πιστεύω».[3] Παράλληλα, όμως, αυτή η αίσθηση του αναπότρεπτου ενίσχυε και το αίσθημα φόβου σε όσους αμφισβητούσαν την επιτυχία του εγχειρήματος.[4]

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί να εντοπιστεί, μέσα από μία περίπτωση, το αίσθημα φόβου, να συνδεθεί με τα αίτια που το γεννούσαν και, κυρίως, να συσχετισθεί με τη δράση των υποκειμένων· να ειδωθεί δηλαδή σε σχέση με τους σχεδιασμούς, τις επιλογές και τις πράξεις συγκεκριμένων ανθρώπων μέσα σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Βάση της μελέτης αποτελεί μία επιστολή, που βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας των ισχυρών προεστών του Άργους, Περούκα, το οποίο απόκειται στο Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.[5] Η επιστολή αυτή – ανυπόγραφη, αχρονολόγητη και κρυπτογραφική – εντοπίστηκε, αποκρυπτογραφήθηκε και εκδόθηκε στο περιοδικό Πελοποννησιακά (1986) από τον ιστορικό Αθανάσιο Φωτόπουλο.[6]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Πριν προχωρήσουμε στο περιεχόμενο της επιστολής, θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τον χρόνο σύνταξής της και κυρίως τον συντάκτη και τον παραλήπτη. Στη σχολιασμένη έκδοσή της έχει υποστηριχθεί πως έχει συνταχθεί στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, λίγο πριν από την πρόσκληση που απηύθυνε ο οθωμανός καϊμακάμης προς τους χριστιανούς προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου να συγκεντρωθούν στην Τριπολιτσά.[7] Ενδεχομένως θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την ημερομηνία σύνταξής της λίγες ημέρες αργότερα, μετά από την κοινοποίηση της πρόσκλησης· «Τι λοιπόν να κάμωσιν και αυτοί δεν ηξεύρουσι· σημείον αυτό προφανές ότι είναι ζαλισμένοι και πάσχουσι με διαφόρους τρόπους να βάλωσι τους προεστώτας εις Τριπολιτζάν». Η παραπάνω φράση υποδηλώνει τη γνώση από τον συντάκτη της πρόσκλησης, ενώ γνώριζε και τις προηγούμενες διαβουλεύσεις των Οθωμανών.[8] Το αίσθημα φόβου εύλογα θα είχε ενταθεί μπροστά στην κινητοποίηση της οθωμανικής διοίκησης.

Όσον αφορά στον αποδέκτη της επιστολής, ο εκδότης της έχει σωστά υποστηρίξει πως ήταν ο Δημήτριος Περούκας, καθώς ο τόπος αποστολής ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ο Δημήτριος Περούκας ήταν απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη ως βεκίλης του βιλαετιού Άργους από το 1812 κ.ε.[9] Στις αρχές του 1821 διέφυγε από την Κωνσταντινούπολη,[10] ένα χρόνο περίπου αργότερα βρισκόταν στην Πίζα,[11] ενώ το 1824 τον εντοπίζουμε στη Ζάκυνθο, από όπου μετέβη στην Κέρκυρα και από εκεί στην Αγκώνα και τη Γενεύη.[12] Στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, στην πόλη του Άργους, επέστρεψε στα 1826.[13] Έκτοτε φύλασσε εκεί το οικογενειακό αρχείο – μαζί με το προσωπικό του – έως τα 1851, οπότε και δολοφονήθηκε στην πατρική του οικία.[14]

Σχετικά με τον αποστολέα της επιστολής δεν μπορούμε παρά μόνο να διατυπώσουμε εικασίες. Χωρία της επιστολής υποδεικνύουν κάποια χαρακτηριστικά του συντάκτη – «Κατά τας 25 Δεκεμβρίου σας έγραφον εκτεταμένως μέσον Άργους – κατά τας 11 Ιανουάριου κατ’ ευθείαν απ’ εδώ […] κατά τας 12 ιδίου μέσον Τριπολιτσάς […] έλειπον εις Βοστίτζαν […] απέρασεν [ο Παπαφλέσσας] εις Άργος, Κόρινθον και ήλθεν εις Καλάβρυτα». Ο συντάκτης, λοιπόν, φαίνεται να είχε συχνή επικοινωνία με τον Δημήτριο Περούκα, ενώ ταυτόχρονα μετακινείτο μεταξύ Άργους, Τριπολιτσάς, Καλαβρύτων και Βοστίτσας. Άτομα που συγκέντρωναν τέτοια χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να είναι πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου, όπως ο προεστός Κερπινής, Δημητράκης Ζαΐμης, γαμβρός και συνεργάτης των αδελφών Περούκα[15] ή ο Χαραλάμπης Περούκας, ο νεότερος από την τελευταία γενιά της οικογένειας,[16] ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στην Πάτρα από το 1816, όπου είχε ιδρύσει εμπορικό πρακτορείο, ενώ παράλληλα διηύθυνε και εμπορικό κατάστημα στο Άργος, αναλαμβάνοντας πιθανότατα τη λειτουργία του πατρικού καταστήματος.[17] Επίσης, φαίνεται πως είχε οικονομικές δοσοληψίες στη Βοστίτσα.[18]

Μία φράση της επιστολής περιπλέκει κάπως τον προσδιορισμό του προσώπου του συντάκτη· «Εγώ απεσταλμένος διά να εξακολουθήσω τας διαταγάς σας […] και αγκαλά διότι βλέπων το ανοικονόμητον του Άργους απερνώ εις τα εκείσε διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών». Είναι πιθανό ο συντάκτης της επιστολής να ήταν κάποιος έμπιστος γραμματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο αποστολέας εντοπίζεται στον στενό κύκλο της οικογένειας.

Η επιστολή αποτελεί ένα είδος έγγραφης αναφοράς – ενημέρωσης του βεκίλη Δημητρίου Περούκα. Ο συντάκτης της είναι γνώστης των πολιτικών πραγμάτων στην Πελοπόννησο, καθώς και όσων συνέβαιναν στην Ήπειρο. Αναφέρεται στην άφιξη του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου στην Πελοπόννησο, παραθέτει το δρομολόγιό του έως τη Βοστίτσα (Σπέτσες – Άργος – Κόρινθος – Καλάβρυτα), γνωρίζει όσα συνέβησαν στη συνέλευση της Βοστίτσας και μας πληροφορεί για τις προσπάθειες ορισμένων προεστών να προχωρήσουν σε στρατολόγηση ανδρών. Ακόμη πληροφορεί τον Περούκα για τα σχέδια αποχώρησης κάποιων προεστών και αρχιερέων από την Πελοπόννησο, όταν θα ξέσπαγε η εξέγερση. Κυρίως, όμως, αποδίδει, σε ορισμένα σημεία αρκετά γλαφυρά, το κλίμα έντασης που επικρατούσε ένα μήνα πριν από την Επανάσταση.

Ας δούμε τα σημεία ένα- ένα. Κατ’ αρχήν ας σημειωθεί ότι γνώριζε αρκετά σχετικά με τη συνέλευση. Αναφέρεται στα πρόσωπα που συμμετείχαν: ο Παλαιών Πατρών, ο Χριστιανουπόλεως και Κερνίτζης, ο Σωτήριος Χαραλάμπης, ο Ασημάκης Ζαΐμης και οι λοιποί Καλαβρυτινοί προεστοί.[19] Η γνώση αυτή μπορεί να μας υποψιάσει πως και ο ίδιος ανήκε στη Φιλική Εταιρεία· ενισχύεται έτσι η υπόθεση πως συντάκτης ήταν ο Δημητράκης Ζαΐμης ή ο Χαραλάμπης Περούκας, μέλη κι οι δύο της εταιρείας.[20] Γνωρίζει ακόμη για τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν σχετικά με τη δυνατότητα των Πελοποννησίων να προσχωρήσουν στην επανάσταση, καθώς επίσης και για το συμπέρασμα της συνέλευσης· «απεδείχθησαν πραγματικαί αι αδυναμίαι του Μορέως και είδον προφανέστατα το σφάλμα το οποίον έκαμον [τη στρατολόγηση], αλλά παρακαίρως…».[21]

Δεν παραλείπει να σχολιάσει τη δράση του Γρηγόριου Δικαίου και ορισμένων προεστών, οι οποίοι κατά τη γνώμη του δρούσαν επιπόλαια και βιαστικά· «ο κυρ- Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, αφού έλαβον ειδήσεις μερικάς από αυτόν [τον Δικαίο], χωρίς να κρίνωσι τα πράγματα είτε αλόγω φιλοτιμία παρακινηθέντες, δεν περιέμενον να ακούσωσι τας γνώμας των μεγαλυτέρων, αλλά απέστειλον εις όλα τα μέρη του Μορέως ζητούντες να καταγράφωσι ανθρώπους κοινοποιούντες το μυστήριον και φιλοτιμηθέντες όποιος να κάμη περισσοτέρους» και «αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων, ο Λόντος από την Βοστίτζαν και ο Κανέλλος από την Καρύταιναν, ακρίτως εναγκαλισθέντες τας διαταγάς Δικαίου, εκίνησαν την στρατολογίαν, ήτις έφερε αυτών την ήδη διατρέχουσαν κατάστασιν ενταύθα». Το μένος του, όμως, κατευθύνεται κυρίως στον Δικαίο, καθώς θεωρείται ο κύριος υπαίτιος γι’ αυτήν την κατάσταση· «Και ανάθεμα τον Δικαίον οπoύ ήλθεν ενταύθα, διότι εκείνου ελλείποντος τα πράγματα ήθελε οικονομηθώσι κάλλιστα».

Πέρα από τα ανωτέρω, μέσα από δύο χωρία αποδίδεται το γενικότερο κλίμα στην Πελοπόννησο στις αρχές του 1821· «Τι το όφελος όμως αδελφέ, οπού η στρατολογία την οποίαν εζήτησαν να κάμωσι οι προρρηθέντες εκίνησε τα πνεύματα των μικρών εις την αποστασίαν και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν· μάλιστα οπού τώρα έπεσον όλα εις ακοάς των Τούρκων και έλαβον υπονοίας μεγάλας […] Το κακόν όμως είναι προπαντός οπού τα μικρά παιδία φωνάζουσι εις τα σοκάκια την αποστασίαν και πλέον οι Τούρκοι επήραν μέτρα».

Η περιγραφή είναι σαφής: το μυστικό είχε σχεδόν αποκαλυφθεί· η εξέγερση ή η προληπτική αντίδραση της οθωμανικής διοίκησης εμφανίζονταν αναπότρεπτες πια. Το αναπότρεπτο δημιουργεί ένα αίσθημα φόβου στον επιστολογράφο ή, για να μείνουμε κοντά στα γραφόμενά του, τον οδηγεί σε απελπισία· «και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν […] Αυταί λοιπόν αι υπόνοιαι αναγκάζουσι ημάς να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν […] καθώς τα πράγματα κατήντησαν είναι αδύνατον διά να ελπίσωμεν ζωήν».

Μπροστά στις αναπότρεπτες εξελίξεις ο επιστολογράφος περιγράφει ένα σχέδιο σωτηρίας. Αρχικά περιλάμβανε την αποχώρηση των προεστών και των αρχιερέων από την Πελοπόννησο και τη μετάβασή τους στην Ύδρα ή στις Σπέτσες. Ύστερα θα έστελναν αναφορές στον σουλτάνο, παρουσιάζοντας την κακή κατάσταση των ραγιάδων της Πελοποννήσου, ενώ ταυτόχρονα θα αιτούνταν άδεια να κατοικήσουν σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο εκείνος θα τους υποδείκνυε και, όταν τα πράγματα θα ήταν έτοιμα, θα προωθούσαν την εξέγερση. Το σχέδιο αυτό μας είναι γνωστό κι ο ίδιος ο συντάκτης το αποδίδει στον Παλαιών Πατρών Γερμανό.[22]

Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να συσχετισθεί το ρητό αίσθημα φόβου με τη δράση της οικογένειας Περούκα κατά τους πρώτους επαναστατικούς μήνες. Πριν, ωστόσο, θα αναφερθώ σε ένα μικρό επεισόδιο, που χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1820, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει κάποια σημασία, καθώς αναδεικνύει τη γενικότερη στάση των Περούκα αυτήν την περίοδο. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Πελοπόννησο, ο Δικαίος είχε συνάντηση με μέλη της Φιλικής Εταιρείας στο Άργος, τον προεστό Ιωάννη Περούκα και τον επίσκοπο Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο. Η συνάντηση έγινε σε πολύ άσχημο κλίμα και ο Δικαίος αναχώρησε από το Άργος· «αμυδρώς πως εννόησεν επιβουλήν ομιλών μετά των αδερφών Περουκαίων», σχολίαζε αργότερα ο Φωτάκος στη βιογραφία του Παπαφλέσσα.[23]

Ας μεταφερθούμε στον Μάρτιο του 1821. Ο τρόπος με τον οποίο εξερράγη η επανάσταση στην πόλη του Άργους, καθώς και τα όσα συνέβησαν τους πρώτους μήνες στην περιοχή, επιβεβαιώνουν τη μη ενεργό συμμετοχή της οικογένειας στην επαναστατική προπαρασκευή. Μολονότι τον Μάρτιο του 1821 στην Πελοπόννησο υπήρχε ένας επαναστατικός μηχανισμός σε ετοιμότητα, ο οποίος εκτός των άλλων μαρτυρείται και από τη σχεδόν ταυτόχρονη έκρηξη της επανάστασης σε πολλά σημεία,[24] η έκρηξη της εξέγερσης στο Άργος περιγράφεται μάλλον ως τυχαία. Με βάση ανώνυμη μαρτυρία πληροφορούμαστε ότι στις 23 Μαρτίου ακούστηκαν πυροβολισμοί στην αγορά του Άργους, οι οποίοι είχαν ριφθεί από κάποιον μεθυσμένο Οθωμανό. Αυτό το τυχαίο γεγονός ήταν αρκετό για να τρομοκρατήσει τους Οθωμανούς της πόλης και να αποσυρθούν στο κάστρο του Ναυπλίου. Όταν στις 27 Μαρτίου επέστρεφαν, για να μεταφέρουν τις οικογένειες των χριστιανών προεστών στο Ναύπλιο με πρόσχημα την ασφάλειά τους, αντιμετώπισαν ένοπλους στη Δαλαμανάρα.[25] Παρά τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα της μαρτυρίας, αναδεικνύεται η αναντιστοιχία με την ετοιμότητα για εξέγερση, όπως αυτή παρατηρείται σε άλλες περιοχές.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο Ιωάννης Περούκας βρισκόταν στην Τριπολιτσά συμμορφούμενος με την πρόσκληση του καϊμακάμη. Στη θέση του προεστού τον υποκαθιστούσε ο γηραιός πατέρας του και πρώην προεστός Νικόλαος.[26] Η στάση του Νικόλαου και του συμπέθερού του, Θεοδωράκη Βλάση,[27] κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης, έδωσε τη δυνατότητα σε τοπικούς αντίπαλους της οικογένειας να την υπονομεύσουν. Ηγετικές φυσιογνωμίες αναδείχθηκαν οι Σταματέλος Αντωνόπουλος,[28] Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος και Αθ. Καϋμένος ή Ασημακόπουλος. Τις πρώτες εβδομάδες της Επανάστασης συγκροτήθηκαν σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου οιονεί διοικητικά όργανα με στόχο την αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας, την εξυπηρέτηση αναγκών που το καθεστώς πολέμου επέβαλλε: τον εφοδιασμό, τη στρατολόγηση, το συντονισμό δράσης, τη διεύθυνση των ενόπλων.[29]

 Στο Άργος συγκροτήθηκαν δύο τέτοια, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, διοικητικά όργανα. Οι αντίπαλοι των Περούκα ίδρυσαν το «κονσολάτο του Άργους» με στόχο να αναλάβουν τη διεύθυνση των επαναστατών· ήταν εξάλλου εκείνοι που οδήγησαν τους πρώτους ενόπλους στη θέση Δαλαμανάρα στις 27 Μαρτίου. Οι Περούκας και Βλάσης, σε μία προσπάθεια να αντιδράσουν, ίδρυσαν την «καγκελαρία του Άργους».[30] Παράλληλα, προσπάθησαν να καλέσουν ενόπλους από χωριά της περιοχής των Καλαβρύτων,[31] για να αντιμετωπίσουν το κονσολάτο. Η οικογένεια, ωστόσο, απομακρύνθηκε από την πόλη μετά τις κατηγορίες των μελών του κονσολάτου για προδοτική στάση.[32] Η οικογένεια Περούκα, τελικά, κατόρθωσε να επανακάμψει τον Ιούνιο του 1821, όταν ο Χαραλάμπης διορίστηκε τοπικός έφορος από την Πελοποννησιακή Γερουσία με την υποστήριξη των Σπετσιωτών προεστών.[33]

Η στάση των Περούκα – Βλάση έχει ήδη επιχειρηθεί να ερμηνευθεί από τον Φωτάκο: πίστευαν πως η Επανάσταση δεν θα ευδοκιμούσε.[34] Η πεποίθηση αυτή ένα μήνα πριν από την έκρηξη διατυπώνεται στην επιστολή, εξηγώντας την απελπισία του συντάκτη: «Το να κινηθώμεν, βλέπομεν την αδυναμίαν μας, οπού ούτε κανένα τουφέκι δεν έχομεν».

Τι είναι, όμως, αυτό που διαμορφώνει αυτήν την πεποίθηση και προκαλεί τον συνακόλουθο φόβο στους αδελφούς Περούκα; Τι είναι εκείνο που πραγματικά φοβούνται; Στο σημείο αυτό θα διατυπώσω μία υπόθεση προς διερεύνηση. Γνωρίζουμε ήδη πως οι Περούκα είχαν αποκτήσει ισχύ μετά την εκτέλεση του Ιωάννη Δεληγιάννη (1816), όταν το πλήγμα στην ηγετική αυτή οικογένεια έδωσε τη δυνατότητα να αναμορφωθούν οι συμμαχίες μεταξύ των προεστών. Μία τέτοια συμμαχία ήταν των Περούκα – Χαραλάμπη – Φωτήλα, στην οποία φαίνεται να πρόσκειντο και οι Ανδρέας Νοταράς και Παναγιώτης Κρεββατάς.[35]

Υπό διερεύνηση μένει το πότε και εάν διερράγη η συμμαχία μεταξύ των Περούκα και των Χαραλάμπη – · πάντως η αναφορά στην επιστολή στους Καλαβρυτινούς προεστούς ως ενιαία ομάδα («Αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων…») υποδεικνύει πως πρέπει να ερευνηθεί αυτό το ενδεχόμενο.[36]

Η ισχυροποίηση της οικογένειας μετά το 1816 προϋπέθετε στενότερη σύνδεση με τους οθωμανούς αγιάνηδες.[37] Πράγματι οι Περούκα είχαν ενταχθεί στο δίκτυο του πανίσχυρου Κιαμήλ μπέη, ένα δίκτυο συγκροτημένο στη βάση του συστήματος υπάλληλων εκμισθώσεων των φορολογικών προσόδων (iltizam).[38] Ας σημειωθεί εδώ πως από την επεξεργασία των χρεωστικών ομολογιών του βιλαετιού Άργους έχουν αναδειχθεί οι σχέσεις συνεργασίας με τον Αλή μπέη του Άργους, στενό και ισχυρό φίλο του Κιαμήλ μπέη, και με τον υιό του Νουμάν μπέη, αλλά και με συγγενείς του Κιαμήλ: τους Ζουλφικάρ μπέη, Ιζέτ μπέη και Ισούφ μπέη.[39] Οι Οθωμανοί αυτοί παρείχαν πιστώσεις στο «κοινό» του βιλαετιού Άργους, και, παράλληλα, οι αδελφοί Περούκα υπεκμίσθωναν τις φορολογικές προσόδους και δάνειζαν τα λοιπά χωριά του βιλαετιού. Η οικονομική αυτή σχέση εμφανίζεται και στο πολιτικό πεδίο. Ο Κιαμήλ μπέης στα 1818 είχε στείλει απεσταλμένο στην Υψηλή Πύλη με σκοπό την απομάκρυνση των υιών Δεληγιάννη από την Κωνσταντινούπολη. Τελικώς, επετεύχθη η ανάκληση των δύο εκ των τριών ύστερα από τη συνεργασία με τους Δημήτριο Περούκα και Θάνο Κανακάρη.[40]

Η θέση τους μέσα στο δίκτυο έως ένα βαθμό εξηγεί την πεποίθηση για την αποτυχία και κυρίως τον φόβο τους μπροστά σε αυτό που έβλεπαν να έρχεται. Η ισχυρή τους θέση βρισκόταν σε εξάρτηση με την ισχύ του δικτύου του Κιαμήλ. Η ενδεχόμενη ανατροπή του θα αμφισβητούσε τη δυνατότητα επιρροής τους. Ακόμη κι αν αποτύγχανε η εξέγερση, η θέση τους στο δίκτυο του Κιαμήλ θα ετίθετο πάλι σε αμφισβήτηση.[41] Η εμπειρία των Ορλωφικών και της καταστροφής πολλών οικογενειών προεστών δεν ήταν μακρινή.[42] Γι’ αυτό τον λόγο προέκριναν ως λύση τη φυγή· έτσι οι ίδιοι θα εμφανίζονταν πιστοί στην οθωμανική εξουσία και μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, την οποία θεωρούσαν βέβαιη, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ξανά τη θέση τους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η γνωστή φράση του Victor Hugo, που έχει χρησιμοποιηθεί επιλογικά από τον Eric J. Hobsbawm, αποδίδει ικανοποιητικά το κλίμα στην Πελοπόννησο την τελευταία προεπαναστατική περίοδο, Eric J. Hobsbawm, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, μτφρ. Μαριέττα Οικονομοπούλου, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 62008, σ. 431· μία γλαφυρή και, νομίζω, αξιόπιστη περιγραφή αυτού του κλίματος βλ. στο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 7-13.

[2] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 7.

[3] Στο ίδιο, σ. 9.

[4] Ο Φωτάκος πάλι: «Παντού έβλεπες κίνησιν και συνάμα φόβον και χαράν διά το άρχισμα της επαναστάσεως», στο ίδιο, σ. 14.

[5] Το Αρχείο Περούκα δυστυχώς είναι μερικώς ταξινομημένο και καταλογογραφημένο, βλ. σχετικές με το αρχείο πληροφορίες στο Ηλ. Γιαννικόπουλος, «Το Αρχείο Περρούκα του Άργους», Πρακτικά του Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005), Αθήνα, 2006, σ. 333-350· βλ. ακόμη Ευτυχία Λιάτα, Αργεία γη: Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου-αρχές 19ου αι.), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2003, σ. 69-70.

[6] Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου χρησιμοποιήθηκε η έκδοση της αποκρυπτογραφημένης επιστολής χωρίς αντιπαραβολή με το κρυπτογραφικό πρωτότυπο, βλ.  Αθ. Θ. Φωτόπουλος, «Τα πολιτικά της Πελοποννήσου στις παραμονές του Αγώνα: (ανέκδοτη επιστολή του Αρχείου Περούκα)», Πελοποννησιακά 16 (1985-1986), σ. 579-589· για τις κρυπτογραφικές επιστολές του αρχείου της οικογένειας βλ. ακόμη Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Η Οθωμανική διοίκηση στην Ελλάδα: Η περίπτωση της Πελοποννήσου, (1715-1821), Αθήνα, Αρσενίδης, 1996, σ. 213.

[7] Η πρόσκληση προς τους χριστιανούς προεστούς εστάλη γύρω στα μέσα του Φεβρουαρίου, βλ. Διον. Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, Αθήνα, Μέλισσα, 51967, σ. 172· Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821- 1829), τ. 5, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1980, σ. 326· βλ. τη μαρτυρία του απομνημονευματογράφου Φωτάκου στο Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 14· πρβλ. τη μαρτυρία του Κανέλλου Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, στη σειρά Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1957, σ. 117-118.

[8] «Προ ημερών οι εν Τριπολιτζά έκαμον διαφόρους συνελεύσεις», Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου», σ. 585.

[9] Αθ. Θ. Φωτόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821), Αθήνα, Ηρόδοτος, 2005, σ. 73. Πληροφορίες σχετικά με τον Δημήτριο Περούκα βλ. στο Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· βλ. και Λιάτα, Αργεία γη, σ. 54.

[10] Οι Δημήτριος Περούκας και Θάνος Κανακάρης για κάποιο διάστημα κρύβονταν μέχρι την τελική διαφυγή τους από την οθωμανική πρωτεύουσα, Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 134· έπειτα φαίνεται πως μετέβησαν στην Πελοπόννησο, βλ. ειδικότερα για τον Θάνο Κανακάρη στο Αναστ. Ν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. 6, Αθήνα 1874, σ. 315· βλ. και την υπ’ αριθ. 1821/40 επιστολή του Φωκιανού προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο (14 Μαΐου 1821 από Ισμαήλιο), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «του Μωραίως το πάρσιμον από τους εδικούς μας εστάθη άμα όπου έφθασεν εκεί ο Περούκας και κάποιος άλλος Θάνος» στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. 3, Αθήνα, ΙΕΕΕ, 2002, σ. 228, αν και η πληροφορία δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, καθώς είναι έμμεση: ο Φωκιανός φαίνεται πως έλαβε τη σχετική πληροφόρηση από κάποιον Νάζο, ο οποίος έφτασε στο Ισμαήλιο από την Κωνσταντινούπολη την 1η Μαΐου.

[11] Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), τ. 4, τχ. 2: Αλληλογραφία, Πολιτικά Υπομνήματα, Λόγοι, Σημειώματα περί Ιγνατίου, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1961, σ. 141· Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου: έγγραφα των ετών 1803-1822, τ. 5, τχ. 1, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1963, σ. 134.

[12] Για την εμπλοκή του Δημητρίου Περούκα στην υπόθεση του πρώτου εθνικού δανείου και τη δράση του σε πόλεις εκτός της επαναστατημένης χώρας, βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 1970, σ. 29-30 και σ. 243-246· βλ. και Δέσποινα Κατηφόρη, «Η Επανάσταση κατά το 1824: Τα πολιτικά γεγονότα ως τον Ιούνιο», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 326, όπου τονίζεται η σχέση του με το κόμμα του Κολοκοτρώνη.

[13] Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· η πληροφορία όμως δεν τεκμηριώνεται. Βλ. και Αμβρ. Φραντζής, Η επιτομή της ιστορίας της αναγεννημένης Ελλάδος: Αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, Αθήνα 1839, σ. 107, όπου αναφέρει πως ο Δημ. Περούκας βρισκόταν σε ευρωπαϊκές χώρες έως τα 1828· ο Λιγνάδης αναφέρει πως ο Περούκας το 1823 βρισκόταν στην Πελοπόννησο, Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», σ. 106.

[14] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη: ιστορική μελέτη, Τρίπολη, χ.ε., 1913, σ. 259.

[15] Ο Δημητράκης Ζαΐμης είχε νυμφευτεί την Ευδοκία Περούκα, Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 152.

[16] Από την τριάδα των υιών του Νικολή Περούκα – Ιωάννη, Δημητρίου και Χαραλάμπη- γνωρίζουμε την ακριβή ηλικία μόνο του Χαραλάμπη, καθώς αυτή αναγράφεται στον κατάλογο των μελών της Φιλικής Εταιρείας: στα 1819 ήταν 26 ετών Βαλ. Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί: κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη, Αθήνα, χ.ε., 1937, σ. 66.

[17] Martha Pylia, «Les notables moreotes, fin du XVIIe – debut du XIXe siecle fonc- tions et comportements», αδημ. διδ. διατριβή, Lille, Atelier national de Reproduction des Theses, 2003, o. 228· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Σε έγγραφο ανώνυμου συντάκτη αναφέρεται πως κατά τις ημέρες της έκρηξης της Επανάστασης λεηλατήθηκαν δύο καταστήματα στην πόλη του Άργους από τους Οθωμανούς, από τα οποία το ένα ανήκε στον Χαραλάμπη Περούκα, βλ. έγγρ. υπ’ αριθ. 559 στο Τάσος Γριτσόπουλος και Κ. Λ. Κοτσώνης (επιμ.), «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον (1791-1878)», Πελοποννησιακά 20 (1993- 1994), σ. 473· το ίδιο έγγραφο είχε δημοσιευτεί αυτοτελώς στις αρχές του 20ού αι., βλ. Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, «Η επανάστασις εν Άργει», Αργειακόν Ημερολόγιον 1 (1910), σ. 227-228.

[18] Στέφ. Δραγούμης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον του στρατηγού Ανδρέα Λόντου (1789-1847), τ. 1: (1789-1823), Αθήνα 1914, σ. 37.

[19] Μία συστηματική προσπάθεια εξακρίβωσης όσων έλαβαν μέρος στη συνέλευση βλ. στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Η εις Βοστίτζαν μυστική συνέλευσις των Πελοποννησίων ηγετών (26-29 Ιαν. 1821)», Μνημοσύνη 4 (1972-1974), σ. 36· ακόμη αναφέρεται μόνο από τον Ιω. Φιλήμονα πως συμμετείχε και ο Χαραλάμπης Περούκας, βλ. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 355, πληροφορία που πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη, καθώς οπωσδήποτε θα αναφερόταν στην επιστολή· βλ. και Φραντζής, Επιτομή ιστορίας, τ. 1, σ. 95, όπου διαψεύδει ρητά την παρουσία του Χαραλάμπη Περούκα στη συνέλευση.

[20] Μυήθηκαν την ίδια μέρα, την 20ή Δεκεμβρίου 1819, από τον ίδιο απόστολο, τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, Μέξας, Φιλικοί, σ. 66· ας σημειωθεί εδώ πως ο παραλήπτης της επιστολής Δημήτριος Περούκας δεν ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο επίσης βεκίλης Θάνος Κανακάρης μυήθηκε μόλις την 5η Φεβρουαρίου 1821, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν την τελική διαφυγή του από την οθωμανική πρωτεύουσα και ενώ ήταν ήδη φυγάς.

[21] Βλ. ακόμη στο Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Απομνημονεύματα: επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινά της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, και τινών πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον, Δημ. Γρ. Καμπούρογλου (επιμ.), Αθήνα,³  1900, σ. 24, όπου καταγράφονται οι ίδιες σκέψεις για το εγχείρημα της Επανάστασης. Τις ίδιες ανησυχίες σχετικά με τις ελλείψεις σε εφόδια είχε εκφράσει και ο Ιωάννης Ορλάνδος σε συζήτησή του με τον Οθωμανό Mîr Yusuf el-Moravî (Οκτώβριος 1822), βλ. Σοφία Λαΐου, «Η Ελληνική Επανάσταση στην Πελοπόννησο σύμφωνα με την περιγραφή ενός ντόπιου οθωμανού λογίου», Πέτρ. Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821: ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Αθήνα, Κέδρος, 32009, 314.

[22] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 25· Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου» όπου το χωρίο: «αφού λοιπόν αυτά χθες και σήμερον μετά του Δέσποτα εσκέφθημεν», ο Φωτόπουλος λανθασμένα καταλαβαίνει πως πρόκειται για συνεννοήσεις με τον μητροπολίτη Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο· βλ. ακόμη στο Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 314, αντίστοιχους σχεδιασμούς των Υδραίων για διαφυγή προς ευρωπαϊκές χώρες, κατά τη μαρτυρία του Ορλάνδου.

[23] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Βίος του παπά Φλέσα, Αθήνα 1858, σ. 13· Κόκκινος, Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, σ. 165, όπου θεωρείται πως ο Ιωάννης Περούκας δρούσε κατόπιν συνεννόησης με τους υπόλοιπους προεστούς της Πελοποννήσου, χωρίς ωστόσο τεκμηρίωση.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλος, «Η έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Πελοπόννησο. Μία ημερολογιακή προσέγγιση», τ. 3, Πρακτικά του Στ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000, Αθήνα, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, 2001, σ. 449-461.

[25] Έγγρ. υπ’ αριθ. 559, Γριτσόπουλος και Κοτσώνης, «Αργολικό Αρχείο», σ. 473.

[26] Ιω. Ερν. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη, Αφοί Νικολόπουλου, 1948, σ. 135· Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 81.

[27]  Η οικογένεια Βλάση είλκε την καταγωγή της από την Κοτίτσα Λακωνίας, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς την περίοδο των Ορλωφικών, και επομένως η μετάβαση της οικογένειας στο Άργος χρονολογείται μετά τα 1770, βλ. Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 100.

[28] Για τον Σταματέλο Αντωνόπουλο έχει εκδοθεί μία βιογραφία από τον εγγονό του, βλ. Σταμ. Αντωνόπουλος, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος: βιογραφούμενος υπό του εγγονού αυτού, Αθήνα 1918, η οποία, παρά τον εξωραϊσμό του οικογενειακού παρελθόντος και την ηρωοποίηση του προγόνου, προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για την περίοδο.

[29] Γεωργ. Δ. Δημακόπουλος, «Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1821-1827: Συμβολή εις την ιστορίαν της ελληνικής διοικήσεως», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, Πάντειος, 1966, σ. 39-44· βλ. και την ανάλυση του Gunnar Hering σχετικά με τις νέες πραγματικότητες και τις συνέπειές τους, που ο πόλεμος είχε επιβάλει, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, τ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2004, σ. 70-72.

[30] Γενικά για τα γεγονότα του Μαρτίου στο Άργος βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· βλ. και Ζεγκίνης, Άργος, σ. 134-136.

[31] Πρόκειται για ενόπλους των χωριών Χαλκιάνικα και Δουμενά, Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Στ. Ανδρόπουλος (επιμ.), Αθήνα 1899, σ. 71. Για τα όρια του βιλαετιού Άργους και την ένταξη σε αυτό συγκροτημάτων που απείχαν σημαντικά βλ. κυρίως Λιάτα, Αργεία γη, σ. 29-33· βλ. ακόμη Όλγα Καραγεώργου – Κουρτζή, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Β.Α. Πελοπόννησο στην εικοσαετία 1800- 1820 (με βάση το αρχείο της οικογένειας Περούκα)», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2000, σ. 2-3· βλ. και Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα, Ερμής, 2009, σ. 101, υποσημείωση 4· τα χωριά αυτά μετά την Επανάσταση ανήκαν στον οικείο δήμο τους, Νωνάκριδος και Κερπινής αντίστοιχα βλ. Γεώργ. Παπανδρέου, Καλαβρυτινή Επετηρίς: ήτοι πραγματεία περί της ιστορικής των Καλαβρύτων επαρχίας, Αθήνα 1906, σ. 240 και 304.

[32] Ζεγκίνης, Άργος, 136· βλ. και Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 312, όπου η αναφορά του οθωμανού λογίου Mîr Yusuf el-Moravî, ο οποίος κατοικούσε στην πόλη του Ναυπλίου κατά τα πρώτα δύο έτη της Επανάστασης, σε χριστιανούς του Άργους που «δεν ξέχασαν τα δίκαια του ψωμιού και αλατιού» και σε άλλους που διοργάνωσαν κρυφά την εξέγερση, ενισχύει την άποψη πως οι Περούκα δεν είχαν μετάσχει στην επαναστατική προετοιμασία. Βλ. ακόμη την επιστολή ανωνύμου (2 Μαΐου 1821), η οποία αναφέρει την πληροφορία πως «Ένας κάποιος Περούκκας, πάρα πολύ πλούσιος, δε σκέφτηκε τίποτα άλλο, παρά πώς να γλυτώσει τους θησαυρούς του», Γεώργ. Λάιος, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821: ιστορικά δοκουμέντα από τα αυστριακά αρχεία, Αθήνα, Δίφρος, 1958, σ. 104.

[33] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Από την ίδια την επιστολή φαίνεται πως υπήρχαν σχέσεις με τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες: «διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών».

[34] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1899, σ. 449.

[35] Η ισχυροποίηση της οικογένειας και η συγκρότηση συμμαχίας κυρίως με τον Σωτήριο Χαραλάμπη έχει ήδη υπογραμμιστεί, βλ. στο Τάκης Α. Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας: πριν και κατά την επανάσταση του 1821, Αθήνα, Κάλβος, 31979, σ. 136-137· βλ. και στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Διαμάχη των κομμάτων Πελοποννήσου διά τον δραγομάνον Θεοδόσιον το 1820», Πελοποννησιακά 10 (1974), σ. 165-171, όπου έχει επισημανθεί η προσπάθεια υπονόμευσης της οικογένειας Δεληγιάννη από τους Περούκα. Μία πληρέστερη ανασύσταση των προεστωτικών ανταγωνισμών γι’ αυτήν την περίοδο βλ. στο Dem. Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese: the case of the Dragoman of the Morea Georgios Wallerianos and some aspects of the revolutionary process», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850: Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Greece, 13-14 December 2003, Ρέθυμνο, University of Crete-Department of History and Archaeology, 2007, σ. 149-165, όπου πειστικά υποστηρίζεται πως από το 1816 κ.ε. οι προεστωτικοί ανταγωνισμοί σχετικά με τον διορισμό Δραγομάνου του Μορέως οδήγησαν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες των Περούκα.

[36] Μία ένδειξη: τον Σεπτέμβριο του 1820 στην επαρχία Καλαβρύτων υπογράφηκε συνυποσχετικό ομόνοιας μεταξύ των προεστών Σωτήριου Χαραλάμπη, Ανδρέα Ζαΐμη, Δημητράκη Ζαΐμη, Ασημάκη Φωτήλα, Γιάννη Παπαδόπουλου και Σωτήριου Θεοχάρη, βλ. στο Ντίνος Κονόμος, «Ανέκδοτα κείμενα (1816-1820) (από το αρχείο του Σωτήρη Χαραλάμπη)», Πελοποννησιακά 6 (1963-1968), σ. 203· βλ. ακόμη Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 315.

[37] Για τις καλές σχέσεις του Κιαμήλ μπέη με την οικογένεια Περούκα βλ. κυρίως: Σταματόπουλος, Εσωτερικός αγώνας, τ. 1, 139· και Γριτσόπουλος, «Διαμάχη», σ. 166. Ακόμη,

Κυρκίνη – Κούτουλα, Οθωμανική Διοίκηση, σ. 157-158· Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese», σ. 152.

[38] Ενδεικτικά ανάλογα παραδείγματα: Κατερίνα Γαρδίκα, «Δανεισμός και φορολογία στα χωριά της Καρύταινας, 1817-1821», Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού 1 (1998), σ. 67-79· Δημ. Παπασταματίου, «Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη», αδημ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, 2009, κυρίως σ. 129-159· βλ. και σχόλια για τις οικονομικές δραστηριότητες του Παναγιώτη Παπατσώνη στο Σπ. Ι. Ασδραχάς, Βίωση και καταγραφή του οικονομικού: η μαρτυρία της απομνημόνευσης, Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 149-151.

[39] Ευ. Σαράφης, «Κοινοτικός δανεισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο: η περίπτωση του βιλαετιού Άργους, 1810-1820», μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2015, σ. 61-64.

[40] Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 83· Martha Pylia, «Conflits politiques et comportements des primats chrétiens en Morée, avant la guerre de l’indépendance», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, σ. 145.

[41] Την αρνητική στάση των Περούκα, όπως και των Νοταρά, απέναντι στην εξέγερση έχει συσχετίσει ήδη ο Απ. Βακαλόπουλος με τον Κιαμήλ, Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 313.

[42] Σακελλαρίου, Δευτέρα Τουρκοκρατία, σ. 229· John C. Alexander, Brigadange and Public Order in the Morea, 1685-1806, Αθήνα, χ.ε., 1985, σ. 52.

 

Βαγγέλης Σαράφης

 «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αργείοι Αρχαίοι Γλύπτες


 

Στο αρχαίο Άργος, το οποίο διακρίθηκε για την κατά καιρούς πολιτική και στρατιωτική του δύναμη και την οικονομική του ευμάρεια, αναδείχτηκαν πολλοί αθλητές, συγγραφείς και ποιητές, αρχιτέκτονες και αγγειογράφοι και μουσικοί και άλλοι καλλιτέχνες, καθώς επίσης και πολλοί γλύπτες, ορισμένοι από τους οποίους ήταν διάσημοι.

Η αναφορά μας στους αρχαίους γλύπτες είναι επιγραμματική. Για την καταγραφή των αρχαίων γλυπτών βασιστήκαμε στο βιβλίο «Αργολική προσωπογραφία» του Μάρκελλου Μιτσού, που εκδόθηκε από την Βιβλιοθήκη της «εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας», το 1952.  Η καταχώρηση των ονομάτων είναι αλφαβητική και όχι αξιολογική.

 

  • Αγελάδας (6ος – 5ος π.Χ. αι.): δάσκαλος του Πολύκλειτου και του Μύρωνος με πλούσια καλλιτεχνική δράση.

  • Αθηνογένης (3ος – 2ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ακέστωρ (3ος – 2ος π.Χ. αι.): κατασκεύασε τον ανδριάντα της Δαμοσθενείας στην Τροιζίνα.

  • Ανδρέας (2ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τον ανδριάντα του ρωμαίου υπάτου Marcius Philippus κ.ά.π.

  • Αντιφάνης (5ος – 4ος αι. π.Χ.). Έργα του: αγάλματα Διοσκούρων στους Δελφούς, αγάλματα Ελάτου, Αφείδαντος και Εράσου κ.ά.π.

  • Αργειάδας, γιος του Αγελάδα (5ος π.Χ. αι.): εργάστηκε στην Ολυμπία.

  • Αριστόμαχος (2ος αι. π.Χ.): γιος ή αδελφός του γλύπτη Ανδρέου, με τον οποίο συνεργάστηκε.

  • Αριστομέδων (6ος-5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανδριάντες για λογαριασμό των Φωκέων σε ανάμνηση νικηφόρου πολέμου κατά των Θεσσαλών (485; π.Χ.)

  • Αρίστων (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ασωπόδωρος (6ος – 5ος αι. π.Χ.) της σχολής του Αγελάδα. Εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους στην Ολυμπία (484-480 π.Χ.)

  • Άτοτος (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Καμαριναίου Πραξιτέλους μαζί με τον Ασωπόδωρο.

  • Γλαύκος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα πολλά αγάλματα του αναθήματος, στον Γλαύκο αποδίδονταν τα αγάλματα της Αμφιτρίτης, του Ποσειδώνα και της Εστίας.

  • Διονύσιος (5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Γλαύκο για το ανάθημα του Ρηγίνου Μικύθου στην Ολυμπία (460 π.Χ.). Από τα αγάλματα που αποδίδονταν στον Διονύσιο ήταν οι ανδριάντες της Αφροδίτης, του Γανυμήδη, της Αρτέμιδος, του Ομήρου, του Ησιόδου, του Ασκληπιού, της Υγείας κ.ά.

  • Διοπείθης (3ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του σε βάση αγάλματος που βρέθηκε στη Λίνδο της Ρόδου.

  • Δίων (1ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε τα αγάλματα για μια εξέδρα στο Ασκληπιείο Επιδαύρου.

  • Δωρόθεος (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα του Αριστομένους στη χθονία Δήμητρα στην Ερμιόνη.

  • Ευτελίδας (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Χρυσόθεμη στην Ολυμπία για τους ανδριάντες των ολυμπιονικών Δαμάρετου (520 και 516 π.Χ.) και Θεόπομπου (αρχές 5ου αι. π.Χ.).

  • Ζωίλος (2ος -1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Τήνο μαζί με τον Αθηναίο γλύπτη Διότιμο.

  • Θεόδωρος (1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στην Ερμιόνη.

  • Καλλικράτης (4ος-3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου και στο Άργος.

  • Λαβρέας (3ος – 2ος αι. π.Χ.): εργάστηκε στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Ναυκίδης Μόθωνος (5ος αι. π.Χ.) αδελφός του Πολύκλειτου. Οι δύο αδελφοί γεννήθηκαν στη Σικυώνα ή στο Άργος. Εργάστηκαν στο Άργος και κατασκεύασαν χρυσελεφάντινη Ήβη για το άγαλμα της Ήρας ευθύς μετά την καταστροφή του Ηραίου από πυρκαϊά (423 π.Χ.). Κι ακόμα ο Ναυκίδης: χάλκινο άγαλμα Εκάτης, ανδριάντες για τον παλαιστή Χείμωνα.

  • Ναυκίδης Πατροκλέους (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του γλύπτη Πολύκλειτου του νεότερου. Έργα του: άγαλμα του Ερμή, άνδρας που θυσιάζει κριάρι, ανδριάντας του Ροδίου Ευκλέους στην Ολυμπία, ανδριάντας του Τριζηνίου παλαιστή Βαύκιδος στην Ολυμπία κ.ά.

  • Ξενόφιλος Στράτωνος (2ος-1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με το γιο του ή και μόνος του στο Ασκληπιείο, Επίδαυρο, Σικυώνα, Κλεωνές, Αργολίδα, Δελφούς και Κόρινθο.

  • Περίκλυτος (5ος αι. π.Χ.): μαθητής του Πολύκλειτου του πρεσβύτερου.

 

Ο Διαδούμενος. Λεπτομέρεια του άνω τμήματος του αγάλματος. Στην κεφαλή του αθλητή διακρίνεται η ταινία της νίκης. Πρόκειται για αντίγραφο του 100 π.X. του φημισμένου χάλκινου αγάλματος του Διαδούμενου, που κατασκεύασε γύρω στο 450-425 π.X. ο Aργείος γλύπτης Πολύκλειτος. © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

 

  • Πολύκλειτος ο νεότερος (5ος – 4ος αι. π.Χ.): πιθανόν αδελφός του Ναυκίδη, γιου του Πατροκλέους. Έργα του: Ζευς Μειλίχιος στο Άργος, ανδριάντες Λητούς, Απόλλωνος, Αρτέμιδος και ανδριάντες ολυμπιονικών κ.ά. Αρχιτέκτονας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου.

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα – Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

  • Πυθέας (2ος – 1ος αι. π.Χ.): είναι γνωστός από την υπογραφή του στη βάση ανδριάντα στο Ίλιον.

  • Στράτων Ξενοφίλου (2ος – 1ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον πατέρα του Ξενόφιλο.

  • Τόρων Απελλίωνος (3ος αι. π.Χ.): εργάστηκε με τον επίσης Αργείο Ακέστορα στην Τροιζίνα.

  • Τόρων Απελλίωνος (2ος π.Χ.): πιθανόν εγγονός του προηγουμένου. Κατασκεύασε τον ανδριάντα της Επιδαύρειας Νικαρέτας και άλλον ανδριάντα στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου.

  • Φράδμων (5ος αι. π.Χ.): κατασκεύασε ανάθημα των Θεσσαλών για το ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς, το οποίο είχε δώδεκα χάλκινες αγελάδες. Συμμετείχε σε διαγωνισμό στην Έφεσο με θέμα τις Αμαζόνες. Κατασκεύασε ανδριάντα του Ηλείου ολυμπιονίκη Αμέρτα για την Ολυμπία.

  • Χρυσόθεμης (6ος – 5ος αι. π.Χ.): εργάστηκε μαζί με τον Ευτελίδα για την κατασκευή ανδριάντων του Δαμαρέτου και Θεοπόμπου.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή


 

Στα ράφια των βιβλιοπωλείων βρίσκεται το νέο βιβλίο του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», που εκδόθηκε από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Το «Κολοκοτρωνέικο» είναι ένα λεξικογραφημένο ιστορικό δοκίμιο, 256 σελίδων, για το 1821. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο για τον Κολοκοτρώνη στο οποίο ο συγγραφέας του, Νίκος Πλατής, αφηγείται συναρπαστικές ιστορίες από την περίοδο της Επανάστασης του 1821 με έναν τρόπο πρωτότυπο, βασισμένος σε ιστορικές αλήθειες.

Ο Νίκος Πλατής είναι ο συγγραφέας του περίφημου «Μαύρου λεξικού», του «Μπαχαρικού λεξικού», του «Αθωνικού λεξικού» και άλλων είκοσι περίπου βιβλίων. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1951, όπου ζει και εργάζεται.

 

Οι τέσσερις καπεταναίοι του Μοριά: Κολοκοτρώνης, Γιατράκος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Νικηταράς (Les Quatre Premiers Capitaines de la Moree ο πρωτότυπος τίτλος): Σαν από το θέατρο σκιών θαρρείς βγαλμένοι (και ο Κολοκοτρώνης ντυμένος από πάνω μέχρι κάτω στα πορφυρά). από το PUAUX, Rene. Grece, Terre aimee des Dieux, Παρίσι [G. de Maleherbe], MCMXXXII.

 

Το συγγραφέα τον γνώρισα το 2011, όταν μου τηλεφώνησε και μου μίλησε για τις σκέψεις του, προκειμένου να υλοποίηση  τη συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου. Μετά από ένα μικρό χρονικό διάστημα συναντηθήκαμε στα γραφεία της Αργολικής Βιβλιοθήκης και έτσι από το Άργος, ξεκίνησε  να διαμορφώνετε η ιστορία του βιβλίου.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου, «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο».

 

Το βιβλίο, λοιπόν, του Νίκου Πλατή με τίτλο «μικροΜέγα Κολοκοτρωνέικο», βασισμένο στις λέξεις, στις φράσεις και στις μνήμες που ανασύρει ο γέρος του Μοριά στα απομνημονεύματά του, είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι πραγματικά γεμάτο αποκαλυπτικές λεπτομέρειες και δεκάδες αυτοτελείς μικροϊστορίες, από την ιστορία αλλά και την προϊστορία της Επανάστασης του 1821 στον πυρήνα της, την Πελοπόννησο, αλλά και στα πέριξ, που στηρίζονται σε αξιόπιστες πηγές. Και είναι ένα βιβλίο που δεν το διαβάζει κανείς σελίδα σελίδα, με τη σειρά της αρίθμησης, αλλά κυκλικά, δηλαδή ο αναγνώστης μπορεί να ξεκινήσει το διάβασμα απ’ όποια σελίδα θελήσει, πηγαίνοντας μπρος – πίσω με τον τρόπο που θα επιλέξει.

Οι πηγές του είναι πολλές, αξιόπιστες και σημαντικές. Ωστόσο, αν πρέπει να επικεντρωθούμε σε μερικές, θα σταθούμε στις ιστορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της Επανάστασης του 1821.

Έχουμε τον Φωτάκο, τον Φώτιο Χρυσανθόπουλο, γραμματικό (αγιουτάντε) του Κολοκοτρώνη και συγγραφέα του περίφημου δίτομου  έργου «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», έχουμε τον Νικόλαο Κασομούλη, αλλά έχουμε και τον Μαξίμ Ρεμπό, έναν μηχανικό των κανονιών που μας άφησε φοβερές μαρτυρίες και σπαρταριστά ρεπορτάζ από την καθημερινότητα των πρώτων χρόνων της Επανάστασης. Όλα αυτά διασταυρώνονται με τα λόγια, τη σκέψη, τις φράσεις και τις μνήμες του Κολοκοτρώνη και βγάζουν ένα συμπέρασμα.

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη (1814 ή 1819- 1878), λάδι σε μουσαμά, 29 x 22 εκ. Εθνική Πινακοθήκη. Εκτίθεται στη Σπάρτη, Κουμαντάρειος Πινακοθήκη.

«Ο Κολοκοτρώνης», λέει ο συγγραφέας, σε συνέντευξη του στο περιοδικό Lifo,  «ήταν  άνθρωπος δυναμικός και δραστήριος.  Ήταν στο επάγγελμα ληστοκλέφτης αρχικά, όπως και ο πατέρας του. Κατόπιν ζούσε επαγγελλόμενος τον κάπο, ένα είδος αρχισεκιουριτά της εποχής, επικεφαλής ενός ιδιωτικού στρατού που τον πλήρωναν οι προύχοντες προκειμένου να προστατέψουν την περιουσία τους, το βιος τους, τα πράγματά τους. Μετά δούλεψε ως μισθοφόρος. Ήταν ένας άνθρωπος των όπλων σε όλη του την προεπαναστατική ζωή. Ήταν 51ενος ετών όταν πέρασε στην Επανάσταση. Σίγουρα, βέβαια, ήταν ένας σπουδαίος στρατηγός του κλεφτοπολέμου και κατάφερε να χρησιμοποιήσει όλη την εμπειρία του που είχε αποκτήσει προς όφελος της Επανάστασης, γιατί ήξερε όλα τα κατατόπια, ήξερε το κάθε πέρασμα, ήξερε την κάθε κρυψώνα. Σε αντίθεση με τον Καραϊσκάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής των παλικαριών του, ο Κολοκοτρώνης δεν το έκανε ποτέ αυτό το πράγμα, ανέβαινε στα πιο ψηλά σημεία κι αγνάντευε τι θα γίνει, προσπαθούσε να καταλάβει από πού θα περάσει ο εχθρός για να τον κλείσει και να κάνει την ανάλογη κίνηση».

 

Και συνεχίζει, μιλώντας για το πώς ξεκίνησε να γράφει το Κολοκοτρωνέικο.

 

«Είχα την Διήγηση των συμβάντων της ελληνικής φυλής», λέει, δηλαδή, «τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, από πολύ παλιά. Την είχα αγοράσει να τη διαβάσω από τη δεκαετία του ’70. Κάθε φορά, όμως, που προσπαθούσα να τη διαβάσω, στη δεύτερη – τρίτη σελίδα σταματούσα. Δεν καταλάβαινα τι έγραφε και θεωρούσα ότι έφταιγε η ανεπάρκειά μου, αυτά που έπρεπε να ξέρω αλλά δεν ήξερα. Στο μεταξύ, μεγάλωσα, εξελίχθηκα στην κατανόηση της άλλης ιστορίας, αλλά πάλι τον Κολοκοτρώνη δεν τον καταλάβαινα. Δεν ξεχωρίζεις στα απομνημονεύματά του την επαναστατική του ζωή από την προηγούμενη. Αναφέρεται σε περιστατικά, σε ονόματα, σε πράγματα που εάν δεν ξέρεις τι ακριβώς έγινε τότε και σ’ εκείνο το συγκεκριμένο γεωγραφικό τμήμα, δεν μπορείς να τον καταλάβεις εύκολα. Έχει, λοιπόν, μια σκηνή όπου τον καταδιώκουν οι Τούρκοι και με την ψυχή στο στόμα καταφέρνει κάποια στιγμή να γλιτώσει. Ο ανυποψίαστος αναγνώστης φαντάζεται έναν άνθρωπο ο οποίος πολεμάει τους Τούρκους σε όλη του τη ζωή. Όμως δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα. Ας πούμε, το γεγονός στο οποίο αναφέρεται είναι ένα περιστατικό που συνέβη στα 1806, όταν το Πατριαρχείο και η Υψηλή Πύλη αποφάσισαν την εξολόθρευση των ληστοκλεφτών. Τον λόγο που το έκαναν χρειάστηκαν κάποια χρόνια αναζητήσεων για να τον μάθω: γιατί ο Κολοκοτρώνης κι ένας φίλος του, ο καπετάν Γιώργας, απήγαγαν ένα πολύ σημαίνον πρόσωπο της εποχής, έναν πρωτοσύγκελο, τον πρωτοσύγκελο Ανδριανόπουλο, προεστό των Γαργαλιάνων και ισχυρό φίλο του Διοικητή της Πελοποννήσου Οσμάν Πασά, τον οποίο καταεξευτέλισαν. Αυτός ήταν μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, και ήταν αυτός που συνέλεγε τους φόρους στην Πελοπόννησο.  Όταν δόθηκαν τα λύτρα και γύρισε στο πατριαρχείο, κίνησε γη και ουρανό για να εκδικηθεί. Έτσι ξεπαστρεύτηκε η κλεφτουριά, από την μήνιν του πρωτοσύγκελου Ανδριανόπουλου».

 

Μια ακινητοποιημένη σκηνή στο παρελθόν του Ελληνισμού (δίκην φωτογραφικού ενσταντανέ: Ρωμιοί προύχοντες στα χρόνια του Κολοκοτρώνη, ενώ συνεδριάζουν. Συμβούλιο γενικών επιστατών (Council – Generaral of the epistates), σύμφωνα με τον επεξηγηματικό τίτλο του εκδότη της γκραβούρας. «Τουρκογέροντες» με όλα τα ντεσού (φέσια, οντάδες, λουλάδες, πέρσικες γενειάδες και φορέματα λουκ Δαρείου), κατά τη φωτογραφική μαρτυρία της εικόνας. Συλλογή του συγγραφέα.

 

Το Κολοκοτρωνέικο είναι ένα βιβλίο αναφοράς, όπου δίνεται η ευκαιρία στον αναγνώστη να μάθει πράγματα και θάματα, όσα πρέπει να ξέρει όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα και ουσιαστικότερα από αυτά τα στερεότυπα που λένε τα σχολικά εγχειρίδια. Αποτελείται από δεκάδες, εκατοντάδες μικροϊστορίες. Έχει καταπληκτική εικονογράφηση, με εικόνες που δίνουν την ευκαιρία στον αναγνώστη να αισθανθεί κάτι από την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν τότε, εικόνες οι οποίες είναι φτιαγμένες από περιηγητές, από επαγγελματίες ζωγράφους ρεπόρτερ που ειδικεύονταν στην τοπιογραφία και στα ρεπορτάζ καθημερινότητας.

Έχουμε την ευκαιρία να δούμε τι ρούχα φορούσαν οι προγεννήτορές μας, να δούμε πηγαδάκια κουτσομπολιού, μια καθημερινότητα των προ-προ-προπαππούδων μας και των προ-προ-προγιαγιάδων μας.

 

Πορτραίτο του Μάρκου Μπότσαρη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1874. Έργο του Jean-Léon Gérôme (French, 1824-1904).

 

«Στην αρχή του βιβλίου υπάρχουν δύο διαφορετικές εικόνες του Κολοκοτρώνη χωρίς την περικεφαλαία, από ζωγράφους της εποχής. Δεν φορούσε περικεφαλαία όσο ζούσε. Γιατί και πότε του τη φόρεσαν; Και γιατί όλα τα γλυπτά τον δείχνουν με περικεφαλαία;

Αυτό έγινε μετά τον θάνατό του, στα 1884, όταν οι Ναυπλιώτες αποφάσισαν να τιμήσουν τον ήρωα και να φτιάξουν ένα γλυπτό. Το παρήγγειλαν σε έναν επιφανή Έλληνα γλύπτη, τον Λάζαρο Σώχο, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι, και μετά τα σχετικά παζάρια πήρε ένα τεράστιο ποσό και ξεκίνησε η δουλειά.  Όταν είδαν ότι πάει να κάνει μια τυπική αρβανιτόφατσα με το ξυρισμένο κρανίο και την αλογοουρά, αντέδρασαν και του είπαν «κοίταξε να δεις, εμείς δεν θέλουμε έναν τέτοιον Κολοκοτρώνη» και τον υποχρέωσαν να του βάλει περικεφαλαία.

Ο δε γλύπτης έκανε ό,τι του ζήτησαν, αλλά άφησε ένα αποκαλυπτικό σημείωμα μέσα στην περικεφαλαία, που βρέθηκε και διαβάστηκε πολύ αργότερα, στις μέρες μας, όταν το γλυπτό πήγε για συντήρηση το 2002.

Ωστόσο, αυτή η εικόνα ήρθε κι έδεσε με το εν γένει λαϊκό αφήγημα, το ιστορικό αφήγημα του ’21, και είναι αυτή που έχει ο καθένας μας για τον Κολοκοτρώνη».

 

Ο Κολοκοτρώνης στην πραγματικότητα (και χωρίς περικεφαλαία): Κάπως έτσι ήταν ο Κολοκοτρώνης στα χρόνια της Επανάστασης. Έτσι τουλάχιστον τον απεικόνισαν οι δύο ζωγράφοι που τον γνώρισαν από κοντά: Adam Friedel (το έτος 1824) και ο Giovanni Bozzi (έναν χρόνο αργότερα, το 1825). Λιθογραφίες.

 

«Ένα άλλο σημείο που αναδεικνύει το βιβλίο είναι ο πραγματικός εμφύλιος που γινόταν προεπαναστατικά μεταξύ των Ελλήνων μισθοφόρων. Όλοι αυτοί οι οπλαρχηγοί, αρματολοί, κάποι και άλλοι, όταν δεν είχαν δουλειά, όταν δεν λήστευαν στα βουνά και δεν μάζευαν τους φόρους για λογαριασμό του σουλτάνου, δούλευαν στον στρατό των Βενετσιάνων, των Άγγλων, των Γάλλων, των Ρώσων, ως μισθοφόροι. Και ποιους πολεμούσαν; Μεταξύ τους πολεμούσαν! Ούτε αυτό είναι κάτι που έχει φωτιστεί, που έχει επισημανθεί».

Και η Επανάσταση από ποιους έγινε; «Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι και τον 17ο αιώνα, που άρχισε να παρακμάζει, ήταν μία ιδιαίτερα ανεκτική αυτοκρατορία. Καθένας μπορούσε να πιστεύει σε όποιον θεό ήθελε, και επιπλέον δεν υπήρχε η έννοια του δουλοπάροικου. Την ίδια εποχή η Ευρώπη ζούσε τον μεσαίωνα, κι ο αγρότης πήγαινε μαζί με το αγρόκτημα. Αγόραζε κάποιος το αγρόκτημα και μαζί με αυτό έπαιρνε και το χωριό και τους κατοίκους. Φοβερό πράγμα! Επειδή όμως η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία πολεμιστών, ζούσε από τις λείες, όταν αυτές σταμάτησαν, γιατί δεν μπορούσαν πια να νικούν, μετά τη Βιέννη π.χ., άρχισαν να αδειάζουν τα ταμεία. Έχοντας συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής τρυφηλό, ως εκ τούτου απίστευτα δαπανηρό, χρειάζονταν χρήματα. Έτσι, έκαναν αυτό που είχαν κάνει και οι Βυζαντινοί παλιότερα, όταν είχαν αρχίσει να παρακμάζουν: προπώλησαν τους φόρους, τους οποίους αγόρασαν οι τοπικοί πρόκριτοι, που έδιναν προκαταβολικά στην Υψηλή Πύλη, στον σουλτάνο, τα χρήματα που ήθελε, κι εκείνοι έπαιρναν το δικαίωμα να τα εισπράξουν μόνοι τους. Και τα εισέπρατταν με το παραπάνω. Άρχισαν, λοιπόν, να δυναμώνουν οι τοπικοί άρχοντες και σιγά σιγά αγόραζαν κι άλλη γη, κι άλλη γη, και με τον τρόπο τους και με το αδίστακτο της όρεξής τους έφεραν και στον ελλαδικό χώρο τον μεσαίωνα. Ξαφνικά μπορούσε ένας Ρωμιός γαιοκτήμονας να έχει στην ιδιοκτησία του και 100 ή και 200 χωριά, μεγάλα σαν σημερινές κωμοπόλεις. Τότε έγινε αβάσταχτη η ζωή και στην πραγματικότητα αυτή είναι η «βαριά τουρκιά» που περιγράφουν οι ιστορίες των σχολικών εγχειριδίων…»

 

Λέγεται πως ο Κεχαγιάμπεης έχασε τον πόλεμο για τα μάτια μιας χανούμισσας που γνώρισε στο χαμάμ της Τριπολιτζάς. Ομαδικό ζωγραφικό πορτρέτο διά χειρός Jean-Leon Gerome (1824-1904).

 

Για να πάρουμε μια γεύση από το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο», σας «μεταφέρω» δύο λήμματα του βιβλίο που αφορούν, στον τόπο μας, το Άργος και το Ναύπλιο.

 

Άργος


 

Άργος, το (Ιστ. Γεωγρ.): Πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά. Η Λάρισα της Πελοποννήσου (από κλιματολογικής απόψεως)! Ζεστό μέρος. Πάνω στον κάμπο της Αργολίδας. Όταν το επισκέφθηκε ο Άγγλος αρχαιολόγος (και τοπογράφος) William Gell, στα 1801, αριθμούσε περί τις 4.000 ψυχές (μόνιμους κατοίκους), τα περισσότερα σπίτια του ήσαν μονώροφα και οι δρόμοι του ευθύγραμμοι: «Ανάμεσά τους πρόβαλλαν επιβλητικά οι κατοικίες των αρχόντων τριγυρισμένες από κήπους. […] Η πολιτεία αναπτυσσόταν σταθερά. Καινούργιες οικοδομές χτίζονταν με γοργό ρυθμό. Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προστατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συγκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του για τον ακέραιο χαρακτήρα του. Για να κυκλοφορήσει ο ξένος στην πόλη έπρεπε να συνοδεύεται από γενίτσαρο γιατί τα παιδιά ήταν πολύ ενοχλητικά».  (Ξεν. Ταξ., τ. Γι, σ. 122). Τα ίδια είδε κι έπαθε και ο Chateaubriand από το παιδομάνι στον Μυστρά ένα έτος αργότερα.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

Ιστορική πόλη το Άργος, η ιστορία του χάνεται στα αχανή βάθη της προϊστορίας και της μυ­θολογίας. Σημαντικός ο ιστορικός ρόλος του στο ’21: Εδώ ήταν οπλαρχηγός ο Τζόκρης. Απ’ εδώ ξεκίνησε η πρώτη Εθνο­συνέλευση (για να ολοκληρωθεί εντέλει στην Επίδαυρο): «[…] την 1η Δεκεμβρίου 1821 έγινε στο Άργος μια δήθεν εθνο­συνέλευση με εικοσιτέσσερα μέλη, που σχεδόν όλα ήταν προεστοί του Μοριά. Πρόεδρος της Συνέλευσης έγινε ο Υψηλάντης, αλλά αηδιασμένος με τις ραδι­ουργίες των μελών της έφυγε για την Κόρινθο, με σκοπό να οργανώσει την πολιορκία του κάστρου». (Ντέικιν, σ. 117)

Εδώ, στο Άργος, πρωτοσυναντήθηκε ο Κολοκοτρώνης με τον Μαυροκορδάτο, όπως διαβάζουμε στα απομνημονεύματα του πρώ­του: «Ο Μαυροκορδάτος, με τον υιόν τού Καρατζα, ηλθον εις την Πάτρα, εστάθηκαν εκεί μερικόν καιρό, επειτα ο Μαυροκορδάτος ήλθε και πρωτοανταμώσαμεν εΐς το Άργος. Αφού επεστρέψαμεν εις το Άργος, εμαζεύθησαν όλοι οι Άρχοντες και από διαφόρους επαρχίες και νησια της Ελλάδος». (Διήγ.)

Εδώ, σ’ αυτή την πόλη, στα 1820 κατοικούσαν περί τις 10.000 ψυχές (οι περισσότεροι Έλ­ληνες, αλλά και καμιά πεντακοσαριά Τούρκοι), μέχρι την έλευση του Κεχαγιά: «Τα ελληνικά σπίτια του Άργους, όλα μικρά και χαμηλά, είχαν γίνει στάχτη από τον Κεχαγιάμπεη. […] Τα τούρκικα σπίτια είχαν σωθεί όλα. Ήταν επιβλη­τικά, καλοχτισμένα, ευρύχωρα κι όλα απομονωμένα με ψηλούς τοίχους. Κάθε σπίτι είχε ένα ή περισσότερα πηγάδια, κήπο με ξυνά και παράσπιτα». (Σιμόπ.)

Εδώ, στα περίχωρα του Άργους, κατα­γράφεται μια καραμπινάτη ήττα των Γραικών, (ο λόγος για τη «μάχη» στον ξεροπόταμο Ξεριά, που σκοτώθηκαν (σφάχτηκαν) από το ιπ­πικό του Κεχαγιάμπεη πολλοί Αργίτες, Σπε­τσιώτες και Κρανιδιώτες επαναστατημένοι, αλλά και ο γιος της Μπουμπουλίνας, ο Γιάννης Γιάννουζας), που ξεκίνησε από τον πανικό ενός καλόγηρου και κατέληξε (τι περίερ­γο!) οξύ ανακουφιστικό συναίσθημα του προκρίτου Δεληγιάννη. [Σε μια λοξοδρομισμένη, κρυπτογραφημένη επιστολή του Νικολάου Δεληγιάννη, η οποία γράφτηκε από το στρατόπεδο και απευθυνόταν στον αδελφό του Κανέλλο, ήταν γραμμένα τα εξής: «Ηττήθημεν. Ας εχει δόξαν ο Θεός! Αλλως αν ένικωμεν ο Δήμος εγίνετο βασιλεύς»· το παρεγκώμιο «Δήμος» το συνήθιζαν στις κουβέντες τους οι Δεληγιανναίοι όταν μιλούσαν για τον Κολοκοτρώνη, «παρομοιάζοντάς τον με έναν συμπα­τριώτη τους αλήτη, που είχε το ίδιο όνομα»]. (Παπαγ.)

Εδώ, στο Άργος, βρισκόταν, όπως προείπαμε, και ο έτερος Υψηλάντης (ο Δημήτριος) όταν κατέφθασαν τα πικρά νέα από την παρίστρια (η ευρισκόμενη παρά τον Ίστρον «Δούναβη», παραδουνάβια ηγεμονία), που ξεσήκωσε ανέλπιδα ο συνεπώνυμος αδελφός του Αλέξανδρος: «Το Άργος ήταν κατάμεστο από στρατιώτες. Τραγούδια θορυβώδη ακούγονταν παντού. Βρήκε τον Υψηλάντη θλιμμένο και σκε­φτικό. Είχαν φθάσει τα τραγικά νέα από τη Βλαχία κι’ ανησυχούσε για τη δική του τύχη, την επιβολή και το κύρος του». (πρ. π.)

Εδώ, στο Άργος, και το καφε­νείο που μαρτυρεί ο Ρεμπό, αυτόπτης μάρτυρας ενός φρικαλέου επεισοδίου πα­ραδειγματισμού με την ιδιόχειρη… υπο­γραφή του Σταματελόπουλου: «Μια μέ­ρα, ενώ βρισκόταν  σε καφενείο του Άρ­γους, του έφεραν ένα στρατιώτη του, που είχε δημιουργήσει σκάνδαλα στην πόλη. Τον ανέκρινε μπροστά στον κόσμο και όταν βεβαιώθηκε για τις άνομες πράξεις του, άπλωσε, ήσυχα – ήσυχα, το αριστερό του χέρι, άδραξε το στρατιώτη από τα μαλλιά και με το δεξί, τραβώντας το γιαταγάνι από το σιλάχι, του έκοψε το κεφάλι μ’ ένα χτύπημα. Όλοι γύρω μαρ­μάρωσαν […]». (πρ. π.)

Ως εδώ ακούγονταν οι κανονιές της πολιορκίας του Αναπλιού, τα έντεκα χιλιόμετρα που χωρίζουν το Άργος από το Ναύπλιο δεν λειτούργησαν καθόλου ηχομονωτικά, με κάθε κανονιά που έπεφτε, οι Αργίτες έκαναν και μιαν ευχή (την ίδια πάντα).

Εδώ, στο αρχαίο θέατρο, έγινε η τέταρτη Εθνοσυνέλευση, ήταν παρών και ο Καποδίστριας (πώς θα μπορούσε άλλωστε να λείπει, αφού αυτός ήταν ο αρχηγός όλων).

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Εδώ, στο Άργος, άρχισε να γρά­φει τα απομνημονεύματά του ο «στρα­τηγός» Μακρυγιάννης· φρούραρχος της πόλης που ποτέ δεν συμπάθησε, με μια έκδηλη αντιπάθεια προς τους Αργείους (εδώ και το σπίτι του, ό,τι απέμεινε δη­λαδή: γκρεμίδια και μια τεράστια αγριο­συκιά για την ακρίβεια, η πόλη του Άρ­γους τον απέρριψε, όπως κι αυτός αυτή).

Δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αλλά απ’ εδώ, από την πόλη του Άργους, ξεκίνησα το αναδρομικό ιστορικό ρεπορτάζ για το Κολοκοτρωνέικο. Ο Κολοκοτρώνης ανα­φέρεται σ’ αυτό (στο Άργος δηλαδή) κάμποσες φορές, εγώ στάθηκα σε τούτη δω την αναφορά του, που μαρτυρεί την παρουσία του Καραϊσκάκη και του Τζαβέλα, συνδυασμένη τρόπον τινά και με τις αργίτικες σταφίδες: «Άφηκα αντι­πρόσωπόν μου εις αύτο το στράτευμα τον Γεωργάκη Γιατράκο, και εγώ έπηρα 50 νομάτους και έπηγα εις το Άργος. Έκει εστειλα εις το Ναύπλιον και ήλθε εις το Άργος ο Καραϊσκάκης, Τζαβέλας και λοιποί. Ο Κώστας Μπότσαρης και μερικοί άλλοι τους κράτησε ο Ζαΐμης και τους εκαμε να μην έλθουν να ένωθοϋμεν τα στρατεύματα. Οι σταφίδες εκόντευαν να γενουν· ο Γιάννης και ο Παναγιώτης Νοταράδες άρχισαν να τρώγουνται». Βλ. λ. Οι Μανιάτες έγδυσαν το Άργος.

 

Ναύπλιο


 

Ναύπλιο, το (Ιστ. Γεωγρ.): Έτσι «γράφει» συνήθως το Ανάπλι, ο Κολοκοτρώνης στη Διήγησή του· η αλήθεια είναι πάντως πως «χρησιμοποιεί» και τις δύο λέξεις (Ναύπλιο και Ανάπλι) ταυτόχρονα στα απομνημονεύματά του, στην ίδια πρόταση μάλιστα ενίοτε: «Μου γράφουν από την  Τριπολιτζά να γυρίσω οπίσω, διότι η Πάτρα τελειώνει. “Να γυρίσεις οπίσω να πάμε στο Ναύπλιο”. Εγύρισα με τα στρατεύματα που είχα συνάξει. Πηγαινάμενος εις την Τριπολιτζά, εστείλαμε ένα γράμμα, να ιδούμε τι κάνουν εις το Ανάπλι». (Διήγ.)

 

karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Όταν το επισκέφθηκε στα 1801 ο Άγγλος αρχαιολόγος William Gell, λειτουργούσαν στο Ναύπλιο δύο δημόσια λουτρά, για το ένα δε από αυτά μας δίνει και τη σχετική περιγραφή: «[…] Κι’ ενώ παθαίνεις δυνατή εφίδρωση ένας λουτράρης σε τρίβει και σε λούζει αν θέλεις. Ύστερα φέρνουν μια λεκάνη γεμάτη σαπουνάδα κι’ ο λουτράρης σε τρίβει με βούρτσα από κάποιο ανατολίτικο φυτό. Όταν τελειώσει αυτή η διαδικασία σ’ αφήνει μόνο μ’ ένα κύπελλο να ρίχνεις πάνω σου ζεστό ή κρύο νερό από τις δύο μαρμαρένιες γούρνες που βρίσκονται πλάι σου. Έπειτα χτυπάς παλαμάκια κι’ ο υπηρέτης σου φέρνει ένα καθαρό μπαμπακερό ρούχο που το δένεις στη μέση σου κι’ ένα τουρμπάνι για το κεφάλι.

Ύστερα σε οδηγεί ξανά στην πρώτη αίθουσα όπου ξαπλώνεις ανάμεσα στα σεντόνια και πίνεις καφέ ώσπου να στεγνώσεις. Μπορείς ν’ αφήσεις τα λεφτά σου στις τσέπες χωρίς φόβο. Στα λουτρά δεν γίνονται ποτέ κλοπές». (Ξεν. Ταξ., τ. Γ1, σ. 123)

 

Βρύση στο Ναύπλιο, Peter von Hess, λάδι σε ξύλο, 1839

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επιτόπιο ρεπορτάζ του Henry Post, (για την ακρίβεια, η αναφορά του προς το φιλελληνικό Κομιτάτο της Βοστόνης), που «επισκέφθηκε» το Ναύπλιο στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1827, επί των ημερών του μιαρού τυραννίσκου Γρίβα:

«Είδαμε μια σκηνή δυστυχίας και αθλιότητας που οι ευνοημένοι κάτοικοι της ευτυχισμένης χώρας μας δεν μπορούν να φαντασθούν. Εκατοντάδες εξαθλιωμένα πλάσματα, με λιμασμένη όψη και κουρελιασμένα ρούχα, είχαν κατασκηνώσει σε καλύβες από καλάμια και μας εκλιπαρούσαν, καθώς περνούσαμε ανάμεσά τους, με απλωμένα χέρια και ικευτικά βλέμματα, να λυπηθούμε την απελπιστική κατάστασή τους. Η συμπάθειά μου κορυφώθηκε όταν έμαθα ότι πολλοί απ’ αυτούς υπήρξαν από τους πλουσιότερους και πιο σεβαστούς Έλληνες, ότι εγκατέλειψαν την ερημωμένη γη τους και τα καμμένα σπίτια τους και τώρα αγωνίζονται να κρατηθούν στη ζωή με μέσα που θα συγκλόνιζαν κάθε ανθρώπινη ψυχή. […] Η πόλη, είπαν, υποφέρει πολύ από έλλειψη ψωμιού – οι στρατιώτες γογγύζουν και αρχίζουν τις αρπαγές και οι κάτοικοι φοβούνται μήπως από στιγμή σε στιγμή καταφθάσει άλλο μήνυμα του Γρίβα, όπως εκείνα που έχουν λάβει στο παρελθόν. “Γιατί συνήθιζε να επιβάλει στην πόλη αναγκαστική εισφορά κάθε φορά που αντιμετώπιζε εξάντληση των αποθεμάτων και να βομβαρδίζει σπίτια από το κάστρο αν δεν έσπευδαν οι κάτοικοι να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις του” […]». (Σιμόπ., τ. 5, σ. 358-359). Συνών.: Νάπλι.

 

Το «μικρο-Μέγα Κολοκοτρωνέικο» μπορεί να αποτελέσει ένα θαυμάσιο δώρο, για τις γιορτινές μέρες που έρχονται. 

 

Τάσος Τσάγκος

Επιμελητής εκδόσεων

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

Δυο Αργείοι Καραγκιοζοπαίχτες: Γιάννης Παπούλιας & Κώστας Μάνος (Αθανασίου)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Γιώργου Ν. Μουσταΐρα με θέμα:

«Δυο Αργείοι Καραγκιοζοπαίχτες: Γιάννης Παπούλιας & Κώστας Μάνος (Αθανασίου)»

 

Μέσα από αυτό το μικρό σημείωμα θα σας μιλήσω για τον Γιάννη Παπούλια και τον Κώστα Μάνο, δυο γνωστούς καραγκιοζο­παίχτες, που κατάγονταν από το Άργος.

Για τον πρώτο έχω βρει, δυστυχώς, μία και μόνη αναφορά στο βιβλίο του Τζούλιο Καΐμη «Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη» (1937), όπου τοποθετείται η δράση του πίσω από τον μπερντέ στις αρχές του 20ου αιώνα (πριν από το 1910, συγκεκριμένα).

 

θέατρο Σκιών

 

Έχω απευθυνθεί, για να μάθω λεπτομέρειες από τη ζωή του, σε φέροντες το ίδιο επώνυμο (και το βαπτιστικό) συμπολίτες αλλά μου δήλωσαν παντελή άγνοια. Φοβάμαι ότι επειδή η μιξοαστική κοινωνία της περιοχής αλλοιθωρίζουσα μονίμως προς τας Ευρώπας (τρώγουσα πράσο και σκορ­δοστούμπι – τρομάρα μας!) είχε κόμπλεξ με κάθε τι το παραδοσιακό, ο πρωτοπόρος μάστορας του μπερντέ Γιάν­νης Παπούλιας, σκεπάστηκε από πέπλο λήθης, σε βαθμό που να αγνοείται η τέχνη του ακόμα και από τους απογόνους του. Ας είναι…

Κώστας Μάνος

Πάμε τώρα να δούμε* τον έτερο διάσημο τεχνίτη του λαϊκού θεάτρου, τον Κώστα Μάνο.  Ο Κώστας Μάνος (Α­θανασίου) γεννήθηκε στο Άρ­γος το 1902 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου του 1970. Ήταν μαθητής του Ανδρέα Αγιομαυρίτη, που ήταν, με τη σειρά του, μαθητής του πρωτοπόρου Γιάννη Ρούλια.

Ο Δημήτρης Μόλλας στο βιβλίο του «Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών» (Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002), αναφέρει πως ο Ανδρέας Αγιομαυρίτης πήρε τον Κώστα Μάνο ως «βοηθό του, γιατί είχε καλό χέρι. Εκεί έμαθε τη ζωγραφική και την τέχνη του Καραγκιόζη. Μετά 5-6 χρόνια, ο Αντρέας τον έστειλε να παίξει μόνος του στα Λουτρά της Υπάτης…».

Ο ομότεχνός τού Κώστα Μάνου και μαθητής του, Π. Μιχόπουλος έγραφε στα ΝΕΑ, στις 14 Μαρτίου του ιδίου έτους:

«Από μι­κρό παιδάκι αγάπησε το θέατρο σκιών και αργότερα μαθήτευσε κοντά στους μεγά­λους καραγκιοζοπαίχτες του καιρού εκείνου, Δημήτριο Μανωλόπουλο (Δαλιάνη) και Μάρκο Ξάνθο. Έγινε και αυτός περίφημος καραγκιοζο­παίχτης, συγγραφέας έργων του Καραγκιόζη και θαυμάσιος λαϊκός ζωγράφος. Όσοι τον άκουσαν ξέρουν τι ολοκληρωμένος καλλιτέχνης υπήρξε. Πενήντα συνεχή χρόνια, χωρίς καμιά διακοπή, περιοδεύοντας και παίζοντας Καραγκιόζη, όργωσε κυριολεκτικά την Ελλάδα – με προτίμηση στις περιοχές Άργος, Ναύπλι­ο, Τρίπολη και Καλαμάτα. Ο Μάνος άφησε πραγματικά εποχή. Από το 1936 και κατά τα χρόνια της Κατοχής έπαιζε στην Αθήνα και το καλοκαίρι του 1969 πάλι στην Τρίπολη, για τελευταία φορά, μαζί με τον γιο του Δημήτριο Μάνο (Αθανασίου) στο θέατρο «Χαραυγή» του Πολυβίου Γκολέμη». (σ.σ. εκεί είχα δει πολλές παραστάσεις του τα καλοκαίρια, όταν έκανα διακοπές στην Τρίπολη).

Ο έτερος συνάδελφός του, Ι. Παμπούκης, στην δική του αναφορά στον μεγάλο Αργείο καραγκιοζοπαίχτη (Τα Νέα 1-12-1970) αναφέρει πως ο φημισμένος μάστορας του θεάτρου σκιών Μάρκος Ξάνθος, το 1924, του υπαγόρευε έργα του για να τυπωθούν σε φυλλάδια. Ακόμα, ότι ήταν πολύ καλός ζωγράφος και κατασκεύαζε τις φιγούρες συναδέλφων που δεν έπιανε και πολύ το χέρι τους (Καραστεργιόπουλος, Μανωλόπουλος, Μόλλας, Ξάνθος, Ρήγας).

 

«Η ιστορία και η τέχνη του Καραγκιόζη» (1937)

 

Ο Σωτήρης Σπαθάρης (πατέρας του Ευγένιου), στα απομνημονεύματά του γράφει για τον Κώστα Μάνο: «Ήταν ο τέλειος καραγκιοζοπαίχτης. Είναι και λαϊκός ζωγράφος. Εδώ και χρόνια, όπου παίζει, κάνει θρίαμβο».

Ο Κώστας Μάνος είναι δημιουργός πολλών έργων αλλά πολύ λίγα απ’ αυτά τα τύπωσε σε φυλλάδια. Ο Γιώργος Ιωάννου, στο τρίτομο έργο του «Ο Καραγκιόζης» (εκδόσεις Ερμής), αναφέρει τα εξής φυλλάδια:

  1. «Ο Καραγκιόζης Χότζας»
  2. «Ο Καραγκιόζης Βουλευτής»
  3. «Ο Καραγκιόζης Αποσπασματάρχης»
  4. «Ο Καραγκιόζης Φαρμακοποιός»
  5. «Ο Καραγκιόζης Δήμαρχος».

Υπάρχουν δύο ακόμα φυλλάδια, όπου δεν αναγράφεται μεν το όνομα του δημιουργού τους αλλά θεωρείται βέβαιο ότι γράφτηκαν από τον Κώστα Μάνο:

  • «Ο Καραγκιόζης Μαμή» και
  • «Ο Καραγκιόζης Χοροδιδάσκαλος».

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Οδυσσέας Κουμαδωράκης στο βιβλίο του «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010, αναφέρει και τον καραγκιοζοπαίχτη Μήτσο Πίτσικα.

Συγκεκριμένα γράφει:

[…] Αλλά φαίνεται πως στη μνήμη πολλών Αργείων έχει μείνει περισσότερο ο Μήτσος Πίτσικας, ένας φτωχός μικρασιάτης πρόσφυγας, ο οποίος έμενε στο Συνοικισμό και έπαιζε σε μια μάντρα στην οδό Τριπόλεως.

Η κ. Γιαννούλα θυμάται πως κάποτε είχε πα­ρακολουθήσει παράστασή του και στην αίθουσα του Μπουσουλοπούλειου. Το σχολείο αυτό εγκαινιάστηκε και λειτούργησε για πρώτη φορά το 1939. Ο Πίτσικας ήταν πολύ αξιόλογος καλλιτέχνης και έκανε πολλές εξορμήσεις και εκτός Αργολίδας. Έφτανε μέχρι και στην Καλαμάτα. Συνήθιζε, όπως άλλωστε και όλοι οι καλλιτέχνες του είδους, να έχει και κάποιον οργανοπαίκτη για μουσική (κλαρίνο, βιολί ή ούτι, το γνωστό μι­κρασιάτικο όργανο, που μοιάζει με λαού­το), όχι όμως ορχήστρα με δύο ή τρία μουσι­κά όργανα, όπως συνηθιζόταν…

 

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

*Να δούμε, τρόπος του λέγειν. Έφαγα τον τόπο για να βρω αυτή τη μόνη και θαμπή φωτογραφία του, που τραβήχτηκε ένα χρόνο πριν τον θάνατό του.

Το σημείωμα, σε πρώτη γραφή, δημοσιεύτηκε στις 12-1-1994 στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Αργολίδας.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το Άργος και το διαμέρισμά του στην όψιμη βενετική περίοδο. Η θέση της πόλης στη βενετική επικράτεια, πληθυσμιακά και γαιοκτητικά φαινόμενα – Αλέξης Μάλλιαρης, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Η περιοχή της Αργολίδας, με τα δύο πληθυσμιακά της κέντρα, το Ναύ­πλιο και το Άργος, αποκτά σημαίνουσα θέση στον πελοποννησιακό κορ­μό κατά την περίοδο της όψιμης βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόν­νησο. [1] Η επαρχία της Ρωμανίας, που καταλάμβανε τα ανατολικά, βο­ρειοανατολικά και τμήμα από τα κεντρικά μοραïτικα εδάφη και άγγιζε τον Κορινθιακό, τον Σαρωνικό και τον Αργολικό κόλπο, ανυψώθηκε σε κεντρική επαρχία της Πελοποννήσου, φιλοξενώντας την πρωτεύουσα Ναύπλιο, τη σημαντικότερη πόλη – λιμάνι στο βενετικό Λεβάντε αυτήν την περίοδο μετά την Κέρκυρα.

Το Ναύπλιο μετατράπηκε σε βάση της βενετικής διοίκησης και των στρατιωτικών δυνάμεων προσελκύοντας το ιδιαίτερο βενετικό ενδιαφέρον για την οργάνωσή του και δη την επαύξηση της αμυντικής του ικανότητας. Στο πλαίσιο αυτό η πόλη εκσυγχρονίσθηκε οχυρωματικά και ενισχύθηκε κυρίως στα ελλειμματικά της σημεία με αποκορύφωμα την ανέγερση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα του μεγαλειώδους φρουριακού συγκροτήματος στον λόφο του Παλαμηδιού. Η πολυπληθής, πολύβουη κεντρική πόλη-λιμάνι στη βραχώδη χερσόνησο, έδρα των βενετικών Αρχών και της Καθολικής Εκκλησίας της Πελοποννήσου, κυριαρχούσε με τη δυναμική της παρου­σία σε ολόκληρη την περιοχή.

Το δεύτερο σημαντικό πληθυσμιακό κέντρο της Αργολίδας, το Άρ­γος, πόλη πανάρχαια με ιδιαίτερη σημαντική στην ιστορία του αρχαί­ου κόσμου, δεν ακολούθησε την ίδια πορεία στη βενετική περίοδο. Από το 1204 και εξής μαζί με την υπόλοιπη περιοχή γνώρισε αλλεπάλληλες αλλαγές κυριαρχίας, από τη φραγκική, στη βενετική και την οθωμα­νική για να επανέλθει στη βενετική, από το 1686 μέχρι το 1715, οπότε επέστρεψε και πάλι στους Οθωμανούς. [2]

Στην όψιμη βενετική περίοδο η πόλη του Άργους λειτουργεί μάλλον δορυφορικά αναφορικά με την κοντινή της πρωτεύουσα.[3] Πόλη μεσό­γεια, ηπειρωτική, μακριά από το ζωτικό για τη θαλασσοκράτειρα Βενε­τία υγρό στοιχείο, απλώνεται άνετα στον αργείτικο κάμπο, κάτω από τη σκιά της Λάρισας. Αποτελεί ένα παράδοξο θα λέγαμε βενετικής πόλης,[4] καθόσον, στη βενετική συνείδηση και στο ιστοριογραφικό συλλογικό, βενετική κτήση και λιμάνι είναι δύο αναπόσπαστα στοιχεία. Η θάλασ­σα τροφοδοτεί τη Βενετία και τις κτήσεις της ενοποιεί το μητροπολιτικο κέντρο με την περιφέρεια δια της υγρής οδού, ενω οι οχυρώσεις στο θαλάσσιο μέτωπο των πόλεων προστατεύουν και παράλληλα φράζουν την είσοδο σε κάθε επιβουλή εχθρού, που εύκολα και απροειδοποίητα μπορούσε να καταφθάσει από τη θάλασσα. Κι αν τα υγρά τείχη της πό­λης της Βενετίας αποτελούν ένα ιστορικό unicum στη μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη, οι ισχυρές οχυρώσεις των κτήσεών της στην ιταλι­κή Terra Ferma, τη Δαλματία και το Λεβάντε προστάτευαν τις πόλεις – κέντρα της γεωγραφικά διασπασμένης βενετικής επικράτειας.[5]

Από την άποψη αυτή η πόλη του Άργους διαφοροποιείται από τον βενετικό κορμό και τη βενετική παράδοση αφού η γεωφυσική της θέση δεν επέτρεπε την οργάνωση του οικισμού αυτού με τη μετατροπή του σε μια citta-fortezza, σε μια επαρκώς δηλαδή οχυρωμένη πόλη, περίκλει­στη εντός ισχυρών τειχών.[6] Η πόλη, το borgo, εκτείνεται ατείχιστη δι­ασκορπισμένη σε συστάδες, αραιοκατοικημένη, απλωμένη ανάμεσα σε κήπους, πάγιο τοπογραφικό χαρακτηριστικό του Άργους μέχρι και τον 19ο αιώνα. Εποπτεύεται όμως αφ’ υψηλού από τον απότομο βράχο με τις μεσαιωνικές οχυρώσεις, τη Λάρισα· οχυρώσεις εντελώς ακατάλληλες και παρωχημένες στην καμπή του 17ου αιώνα, και πολύ περισσότερο, επικίνδυνες για ολόκληρη την περιοχή, σε περίπτωση που οι Οθωμανοί τις καταλάμβαναν. Οι βενετικές αρχές, έχοντας επίγνωση του κινδύνου αυτού, προβληματίστηκαν για τις οχυρώσεις του Άργους, δεν προχώ­ρησαν όμως σε επεμβάσεις ή σε ριζική επανακατασκευή, όπως ήταν αναγκαίο, αφού ο πάντοτε επίκαιρος οθωμανικός κίνδυνος και τα γλίσχρα οικονομικά της κτήσης αλλά και της Βενετίας δεν επέτρεπαν την ανάληψη έργων τέτοιας έκτασης. Οι ειδικοί πρότειναν την κατεδάφι­σή τους αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφόταν σε μεγάλο βαθμό ο κίνδυνος εχθρικής κατάληψης, που ήταν πάντα ορατός λόγω και της γειτνίασης του Άργους με την κορινθιακή είσοδο της Πελοποννήσου. Λίγο πριν από την εισβολή των οθωμανικών στρατευμάτων στον Μοριά το 1715, οι Βενετοί αρκέστηκαν να καταστρέψουν ένα μικρό μέρος της οχύρωσης του Άργους και να την εγκαταλείψουν, αποσυρόμενοι στο ισχυρό Ναύπλιο με το νεότευκτο Παλαμήδι.[7]

Στην ακριβή βενετική ορολογία για τον ελληνοβενετικό Λεβάντε, στα έγγραφα της διοίκησης, η πόλη του Άργους δεν χαρακτηρίζεται ως citta, διότι αυτό σήμαινε πόλη παραθαλάσσια και κυρίως πόλη οχυρω­μένη. Το Άργος είναι terra, δηλαδή ανοικτή, μεσόγαια, ατείχιστη πόλη, όπως στην επαρχία της Αχαΐας η Βοστίτσα (Αίγιο) και κυρίως η πόλη της Γαστούνης, επιπλέον δε το Άργος διαθέτει castello και όχι fortezza.[8]

Προηγουμένως έγινε αναφορά στη στενότατη σύνδεση Βενετίας και θάλασσας, αφού αυτή η τελευταία στα μεσαιωνικά και στα υστερομεσαιωνικά χρόνια αποτέλεσε την αιτία της ύπαρξης, της θεαματικής ανάπτυ­ξης και της αναγωγής της Βενετίας σε υπερδύναμη της Ευρώπης, μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων δρόμων και του εμπορίου της Ανατολής.[9] Σε ένα τέτοιο σχήμα η πόλη του Άργους δεν συμμετείχε εκ των πραγμάτων.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Στα όψιμα όμως χρόνια, στα οποία αναφερόμαστε, η Βενετία για πολ­λούς λόγους δεν ήταν πια μια εμπορική και οικονομική υπερδύναμη, που προσδοκούσε εισροή πλούτου από το θαλάσσιο εμπόριο και μόνο. Από πολύ νωρίτερα η στροφή του βενετικού ενδιαφέροντος προς την ιταλική ηπειρωτική ενδοχώρα και η ενασχόληση των ευγενών βενετικών οικογε­νειών με τη γη ανέδειξαν την τελευταία σε βασικό παράγοντα οικονομι­κής ανάνηψης του κράτους. Η κατάκτηση και η κατοχή της Πελοποννήσου, της πλέον εκτεταμένης κτήσης που υπήρξε ποτέ στο βενετικό κρά­τος, προσέφερε εκτός από τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών που κύκλω­ναν τη χερσόνησο, τεράστιες για τα βενετικά δεδομένα εκτάσεις γαιών, των οποίων η συστηματική καλλιέργεια θα απέφερε μεγάλα κέρδη. Άρα η γη και δη οι πεδινές εκτάσεις, που δεν απαιτούσαν εργώδεις, μακροχρό­νιες προσπάθειες και μεγάλα έξοδα για να καλλιεργηθούν και να καρπο­φορήσουν, βρίσκονταν στο επίκεντρο του βενετικού ενδιαφέροντος κατά την περίοδο αυτή, όπως το γνωρίζουμε καλά από την έως τώρα ιστοριο­γραφική παραγωγή για τη συγκεκριμένη εποχή.[10]

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο το μεσόγαιο Άργος με τις πλούσιες γαίες αναβαθμιζόταν στην οικονομική αξιολογική κλίμακα των Βενετών, πα­ρόλο που η αυστηρή και εν πολλοίς άκαμπτη γενικότερη πολιτική της Βενετίας, αγκυλωμένης στους θεσμούς του παρωχημένου υστερομεσαιωνικού της μεγαλείου, δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στους γοργούς ρυθμούς αλλαγών και ανακατατάξεων του νεότερου κόσμου. Στη βενε­τική λοιπόν περίοδο η Αργολίδα προσφέρει την πρωτεύουσα, το μεγάλο διοικητικό κέντρο και το λιμάνι του Ναυπλίου και παράλληλα τη ζωτι­κής σημασίας για την εποχή ενδοχώρα του Άργους. Υφίσταται θα λέγαμε ένα δίπολο, συμπληρωματικό στις λειτουργίες του, όπου στο ένα άκρο υπάρχει το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της κτήσης, με σημαντικό αριθμό κατοίκων κάτω από την παρουσία των υψηλότερων εκπροσώπων της πολιτικοστρατιωτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας και στο άλλο άκρο ένας πολύ μικρότερος οικισμός, αγροτικός, που εποπτεύει τις πέριξ γαίες και προσφέρει, κυριολεκτικά όμως στην περίπτωση αυτή, το έδαφος για την οικονομική συντήρηση και την ευδοκίμηση πολλών εκ των κατοί­κων του πρώτου κέντρου. Πρόκειται για ένα σχήμα που το βλέπουμε να υφίσταται και σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές, όπως για παράδειγ­μα στην επαρχία της Αχαΐας, με την Πάτρα και τη Γαστούνη να λειτουρ­γούν κατ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο.[11]

Στην επαρχία της Αργολίδας, αμέσως μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την κατίσχυση των βενετικών όπλων, συνέρρευσε, όπως και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, σημαντικός αριθμός εποίκων· κατοίκων δηλαδή από γειτονικές τουρκοκρατούμενες περι­οχές, οι οποίοι, ακολουθώντας τα βενετικά κελεύσματα, αναζητώντας ευνοϊκότερους όρους ζωής ή επιδιώκοντας να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα για τη συμπαράταξή τους με τους Βενετούς στη διάρκεια της πολεμικής αναστάτωσης στο νότιο ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, εγκατα­στάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, κυρίως στο βόρειο ήμισυ της χώρας. Το Ναύπλιο προτίμησαν οι σημαντικότερες οικονο­μικά και κοινωνικά οικογένειες της Αθήνας καθώς εκεί μπορούσαν να συνεχίσουν τις εμπορευματικές τους ασχολίες, ευρισκόμενες παράλλη­λα πολύ κοντά στις κεντρικές βενετικές αρχές.

Στο διαμέρισμα του Άργους, στην πόλη και τα πέριξ χωριά, εγκα­ταστάθηκαν κυρίως πληθυσμοί αγροτοποιμενικής προέλευσης από τη Θήβα και τα χωριά της, την Αταλάντη, τη χαλκίδα και γενικότερα την Εύβοια, αλλά και κάποιοι Αθηναίοι, σε πολύ μικρότερο όμως αριθμό από τους εποίκους που κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμα του Ναυπλίου.[12]

Η πόλη του Άργους πρέπει να είχε υποστεί σημαντικές καταστρο­φές κατά τις πολεμικές συγκρούσεις και την αποχώρηση των Τούρκων, όπως διαπιστώνουμε από τις βενετικές καταγραφές και κυρίως από τους μακροσκελείς καταλόγους παραχωρήσεων αστικών ακινήτων, σπιτιών και καταστημάτων, καθώς και γαιών, στους εποίκους. Ο οικισμός που υπήρχε στις περιβόλους του φρουρίου ερημώθηκε καθώς εκεί κα­τοικούσαν προηγουμένως μόνον Οθωμανοί. Μεγάλος αριθμός σπιτιών στον οχυρό αυτό χώρο, όπως και στο borgo του Άργους, καταγράφεται ως καταστρεμμένος. Τα σπίτια αυτά παραχωρούνται, στη συνέχεια, από τη βενετική διοίκηση, ως δημόσια πλέον περιουσία, στους εποίκους για να τα επισκευάσουν και να τα κατοικήσουν, όπως για παράδειγμα σε Κρητικό έποικο από τα Χανιά το 1691,[13] ή ενοικιάζονται από ντόπιους ενδιαφερόμενους. Ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Celebi στα 1668 ανα­φέρει ότι στο Άργος υπήρχαν έντεκα γειτονιές και εκτός των άλλων καταγράφει δύο μεγάλα μουσουλμανικά τεμένη και άλλα δέκα μικρότε­ρα και επιπλέον ένα χαμάμ.[14] Οι Βενετοί κάνουν λόγο για το μεγαλύτε­ρο τέμενος που εκείνοι το χρησιμοποιούσαν ως κατοικία των αρχών που επισκέπτονταν την πόλη ενώ αρχειακά τεκμήρια από το Αρχείο Grimani του Κρατικού Αρχείου Βενετίας καταγράφουν την ύπαρξη οθωμανικού λουτρού στην πόλη που είχε δοθεί ως κατοικία σε εποίκους.[15]

Η γνωστή βενετική απογραφή Grimani (1700) καταγράφει εντός του Άργους τις ενορίες Αγίου Βασιλείου, Αγίου Νικολάου και της Παναγίας.[16] Αρχειακό υλικό από το Αρχείο Grimani αναφέρει στα 1698 τους εξής να­ούς εντός της πόλης: Αγία Παρασκευή (που θα πρέπει να βρισκόταν στον χώρο που καταλαμβάνει ο σημερινός Άγιος Ιωάννης), Άγιος Δημήτριος, Άγιος Πέτρος, Άγιος Νικόλαος, Παναγία, Άγιος Βασίλειος και Άγιος Μάρ­κος (ο τελευταίος ενδεχομένως να ήταν πρώην μουσουλμανικό τέμενος, που αφιερώθηκε, όπως συνηθιζόταν από τους Βενετούς, στον Άγιο Μάρ­κο).[17] Τέλος, ως προς την τοπογραφία και την ονοματοδοσία των συνοι­κιών της πόλης αξίζει να αναφερθεί ότι για τους δύο από τους τέσσερις μαχαλάδες, που απαντούν την εποχή της δεύτερης οθωμανικής περιό­δου, τον Μπεκήρ Εφέντη μαχαλά και τον Καραμουτζά μαχαλά,[18] υπάρ­χουν πυκνές καταγραφές στο βενετικό υλικό για πολλά σπίτια και κατα­στήματα, που κατείχε στην πόλη κατά την πρώτη οθωμανική περίοδο ο Οθωμανός Μπεκήρ Εφέντη· επίσης ότι απαντά το επώνυμο Καραμουτζάς σε εποίκους της πόλης, που κατοικούσαν σε πρώην οθωμανικά σπίτια, τα οποία τους παραχωρήθηκαν από τις βενετικές αρχές.

Αρκετά γρήγορα συστάθηκε και στο Άργος Αστική Κοινότητα (Communita), κλειστό δηλαδή σώμα συγκεκριμένων προνομιούχων οικο­γενειών της πόλης, που διαχώριζε τον πληθυσμό της πόλης και του δια­μερίσματος, από τη μια σε ευάριθμο σώμα κατοίκων με αστική ιδιότητα και από την άλλη σε πολυπληθή μάζα πληθυσμού, που ήταν αποκλει­σμένη.[19] Τεκμήριο του έτους 1700 παραδίδει τα ονόματα τριών κορυφαί­ων της Κοινότητας Άργους, των συντίχων Ιωάννη Σταματέλου, Θοδωρή Τσερνοτά και Δημήτρη Λάζαρου.[20] Από αυτούς, ο Ιωάννης Σταματέλος (γόνοι της οικογένειας αυτής απαντούν και στη δεύτερη οθωμανική πε­ρίοδο ως επιφανή πρόσωπα της πόλης), κυρίως όμως ο Θοδωρής Τσερνοτάς, παρουσιάζονται ως κάτοχοι ακινήτων στην πόλη ήδη από την προηγούμενη οθωμανική περίοδο, ενώ ειδικά ο Τσερνοτάς επιδεικνύει ζωηρή οικονομική δραστηριότητα στη βενετική περίοδο, αναλαμβάνει ενοικιάσεις γαιών και άλλων ακινήτων στο διαμέρισμα Άργους και λαμ­βάνει ακίνητα σε παραχώρηση από τους Βενετούς. Από τους ντόπιους, προφανώς, ισχυρούς της πόλης, εντυπωσιακή δραστηριότητα εμφανί­ζει και ο Θωμάς Πέτρου, ο οποίος ενοικιάζει πρώην οθωμανικά σπίτια εντός του πρώτου περιβόλου (recinto inferiore) στο φρούριο του Άργους,[21] καθώς επίσης γαίες και άλλα ακίνητα στα χωριά του Άργους ενώ αλλη­λογραφεί με τις βενετικές αρχές για διάφορα ζητήματα.[22]

Η περιοχή του Άργους αποτέλεσε το πεδίο οικονομικών δραστηριοτή­των και για επιφανείς πολίτες του Ναυπλίου. Έτσι, ο Αθανάσιος Ζυγομαλάς, μέλος της Κοινότητας του Ναυπλίου, εκμεταλλευόταν γαίες στο χωριό Μπολάτι, όπως επίσης ο Ανδρούτσος Μαλαξός οικόπεδα στο Άργος και γαίες στο Κάτω Μπέλεσι. Ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πελοποννήσου που έδρευε στο Ναύπλιο, ο Angelo Maria Carlini, εκτός από παροχές που είχε λάβει από το δημόσιο στην περιοχή της Κορίνθου και αλλού, κατεί­χε οικόπεδα και κήπους στην πόλη του Άργους, τα οποία προηγουμένως εκμεταλλευόταν ο ντόπιος Θοδωρής Τσερνοτάς και μέσω της πρακτικής της ανταλλαγής ακινήτων (permuta di bent) πέρασαν στον αρχιεπίσκοπο. Γαίες στο Κάτω Μπέλεσι κατείχαν και οι ιερείς του λατινικού μητροπολιτικού ναού του Ναυπλίου. Επιπλέον, αρκετοί κατώτεροι αξιωματικοί του βενετικού στρατού εμφανίζονται στη γαιοκατοχή του Άργους, όπως επίσης ιταλικής και ελληνικής καταγωγής μέλη της βενετικής γραφειο­κρατίας, γεγονός αναμενόμενο, αφού η γειτνιάζουσα πρωτεύουσα φιλο­ξενούσε μεγάλο αριθμό στρατιωτικών και διοικητικών υπαλλήλων.[23]

Πολυάριθμα τεκμήρια, προερχόμενα από την καγκελαρία του Ναυ­πλίου, σωζόμενα σήμερα στο Αρχείο Grimani, των ετών 1704 ώς 1710, κάνουν εναργέστερη τη γιγαντιαία προσπάθεια που ευθύς μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου ανέλαβε η βενετική διοίκηση για τη διαλεύκανση και την αποσαφήνιση του γαιοκτητικού καθεστώτος της χώρας, έργο που συχνά έφερε τις πελοποννησιακές βενετικές αρχές σε απόγνωση. Εντός της προσπάθειας αυτής εγγράφεται το τεράστιο έργο κτηματογράφησης της Πελοποννήσου, φαινόμενο πρωτοφανές στην πελοποννησιακή αλλά και γενικότερα την ελληνική ιστορία των νεό­τερων χρόνων, το οποίο ουδέποτε επαναλήφθη μέχρι σήμερα.[24]

Η πρώτη μεγάλη φάση των παραχωρήσεων γαιών στους εποίκους, της καταγραφής των δημοσίων γαιών, των ενοικάσεων κ.λπ. έληξε στα πρώτα μόλις χρόνια του 18ου αιώνα. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια δεύτερη φάση τακτοποίησης θα λέγαμε και οριστικής, κατά το δυνατόν, διευθέτησης της γαιοκατοχής, βάσει πλέον και των υφισταμένων καταστιχώσεων, όπου αυτές είχαν ολοκληρωθεί. Το προαναφερθέν αρχεια­κό υλικό που αφορά το Άργος και το διαμέρισμά του παρουσιάζει αυτήν την πιο οργανωμένη προσπάθεια των αρχών για να διευθετήσουν πλείστα ζητήματα κυριότητας της γης, δεδομένου ότι τα χρόνια αυτα είχε ήδη αρχίσει και το αντίστροφο φαινόμενο που αφορούσε τον επήλυδα πληθυσμό, αυτό δηλαδή της φυγής των εποίκων και της επιστροφής τους στις κοντινές οθωμανικές περιοχές. Ως εκ τούτου το βενετικό δη­μόσιο βρέθηκε αντιμέτωπο και πάλι με τον μεγάλο αριθμό αδέσποτων γαιων, των οποίων οι κάτοχοι είχαν φύγει ή είχαν αποβιωσει.

Για τον εντοπισμό των γαιών αυτών οι αρχές έθεσαν σε εφαρμογή και εδώ τη γνωστή πρακτική της καταγγελίας (beni denonciati), σύμφω­να με την οποία ως ανταμοιβή σε εκείνον που αποκάλυπτε γαίες αδέ­σποτες, λόγω φυγής του κατόχου τους, δινόταν ένα μέρος των ακινή­των αυτών.[25] Για παράδειγμα, τέτοιας προέλευσης γαίες και ακόμα μία νεροτριβή δόθηκαν στο Άργος το 1705 στον Κρητικό Dottor Emmanuel Barbarigo, που υπηρετούσε στην καγκελαρία του Ναυπλίου, γαίες έκτα­σης 82 στρεμμάτων δόθηκαν στους γνωστούς αδελφούς Νικολό και Μιχάλη Μέλο στο Άργος το 1706, όπως και στον εκχριστιανισμένο πρώ­ην μουσουλμάνο με το εντυπωσιακό νέο βενετσιάνικο όνομα Vicenzo Pasqualigo στο χωριό Κουτσοπόδι το 1707, καθώς και στην Παρασκευή, χήρα του υπολοχαγού Gili, στο Άργος το 1710.[26]

Παραχωρήθηκαν εκ νέου από τις βενετικές αρχές ακίνητα, των οποί­ων οι κάτοχοι είχαν αποβιώσει χωρίς απογόνους, ή ακόμα ακίνητα, των οποίων οι κάτοχοι αγνοούνταν, χωρίς να γνωρίζει κανείς πού βρίσκο­νταν, όπως επίσης και κτήματα που εξαρχής είχαν παραμείνει αδιάθετα. Ακόμα, γαίες χέρσες που καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά ή φυτεύτη­καν σε αυτές αμπέλια ζητήθηκαν από τις αρχές και δόθηκαν στους ενδιαφερόμενους, σύμφωνα με διάταγμα του Γενικού Προβλεπτή Θαλάσσης Alvise Mocenigo του 1710 που ίσχυσε για όλη την κτήση, όπως για πα­ράδειγμα στον ναυπλιώτη κόντε Δήμο Λιόση και στους αδελφούς του, στους οποίους δόθηκε έκταση 254 στρεμμάτων στο χωριό χαμάκου.[27]

Επιπλέον, διευθετήθηκαν γαιοκτητικά θέματα, που αφορούσαν ενοι­κιάσεις δημοσίων γαιών, των οποίων οι ενοικιαστές δεν ενδιαφέρθη­καν για την ανανέωση της ενοικίασης, ζητήματα ανταλλαγής ακινή­των που κατέχονταν από κατοίκους άλλων επαρχιών, καθώς και επαναπροσδιορισμού και δικαιότερου καθορισμού ενοικίου στις δημόσιες γαίες. Επίσης, διορθώθηκαν λανθασμένες παραχωρήσεις στις οποίες είχαν προβεί οι βενετικές αρχές χωρίς να γνωρίζουν ότι οι γαίες αυτές είχαν ήδη δοθεί σε άλλους· έτσι, στα 1708 δόθηκαν στον έποικο Αναστάση Τσαουσόπουλο γαίες στο Κουτσοπόδι, οι οποίες αφαιρέθηκαν ως «επιπλέον» από αθηναία έποικο στο ίδιο χωριό, σε αντάλλαγμα άλλων κτημάτων, που του είχαν δοθεί νωρίτερα, τα οποία ήταν όμως δεσμευμένα.[28] Οι Βενετοί στα χρόνια αυτά πραγματοποίησαν στο διαμέρισμα του Άργους και συμπληρωματικές παραχωρήσεις σε δικαιούχους (in supplemento), διέθεσαν επίσης τμήματα γαιών που είχαν περισσέψει από χαριστικές δωρεές σε εποίκους (concessioni), ενώ προέβησαν και σε νέες χαριστικές δωρεές ως ανταμοιβή του βενετικού κράτους για προσφερθείσες υπηρεσίες στο δημόσιο.

Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των ενεργειών αυτών αφορά κυρίως την πόλη του Άργους και την εγγύς περιοχή του, όπως επίσης το χωριό Κουτσοπόδι, βόρεια του Άργους, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί έποικοι, αρκετοί εκ των οποίων στη συνέχεια έφυγαν ή πιο σωστά δραπέ­τευσαν από τη βενετική επικράτεια, καθώς και τα χωριά Λάλουκα και Δαλαμανάρα, ανατολικά του Άργους, και επίσης Κάτω Μπέλεσι και Μαλανδρένι, στα βορειοδυτικά.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στη γαιοκατοχή του διαμερίσματος Άργους μετείχαν επίσης και μέλη των πλέον διακεκριμένων οικογενειών της κτήσης, συνήθως ξένοι, που είχαν τιμηθεί από το βενετικό κράτος με τον τίτλο του κόντε και την ανακήρυξη συγκεκριμένης γης ως κοντέας, ένα φαινόμενο παραφεουδαλικής, θα λέγαμε, φύσης της όψιμης βενε­τικής περιόδου, που ενέτεινε περαιτέρω την κοινωνική διαφοροποίη­ση του πελοποννησιακού πληθυσμού.[29] Ο κόντε Σπυρίδων Περούλης, αθηναϊκής καταγωγής, και μέλος της Ναυπλιακής Κοινότητας κατείχε στο Άργος οικόπεδα και μύλους, οι προαναφερθέντες κόντε Δήμος και αδελφοί Λιόση από το Ναύπλιο γαίες στο χαμάκου, ο κρητικής κατα­γωγής κόντε Δημήτριος Γιαλυνάς, που διέθετε κοντέα στην Κόρινθο, κατείχε γαίες στο Μπολάτι και στο Μαλανδρένι, και, τέλος, ο κόντε Zuanne Colonna αμπέλια στο Άργος.[30]

Σημειώνουμε, σχετικά με το φαινόμενο της κοντέας στην Πελοπόν­νησο και μια έμμεση σχέση της περιοχής της Αργολίδας με αυτό: η οικο­γένεια Περούλη, όπως και η οικογένεια Κάση στην Πάτρα, στήριξαν την αίτησή τους προς τη βενετική Σύγκλητο για την απόδοση σε αυτές του τίτλου του κόντε, στις στρατιωτικές υπηρεσίες που είχαν προσφέρει μέλη των οικογενειών τους υπέρ των Βενετών στην απόκρουση της βίαιης ει­σβολής των οθωμανικών στρατευμάτων του σερασκιέρη Ιμπραήμ Πασά, τον Ιούνιο του 1695, στην περιοχή του Άργους· συγκεκριμένα, επικαλού­νταν την υπεράσπιση του βενετικού κράτους με τη σύσταση ιδίων στρα­τιωτικών σωμάτων και την ενεργό συμμετοχή τους στις μάχες που διεξήχθησαν στο χωριό Δαλαμανάρα, με αποτέλεσμα την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων από τη χώρα,[31] γεγονός που εορτάστηκε πανηγυρικά στη Βενετία, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, με δοξολογία στη βασιλική του Αγίου Μάρκου, κωδωνοκρουσίες στην πόλη και εκδόσεις ενημερωτικών εντύπων φυλλαδίων με την περιγραφή της σύγκρουσης και της βενετικής νίκης.

Με το βίαιο τέλος της βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο η πε­ριοχή του Άργους πέρασε στη νέα οθωμανική περίοδο χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά πρόσωπο από άποψη οικιστικής και πολεοδομικής οργάνω­σης, αλλά ούτε και κοινωνικής, όπως αντίθετα συνέβη με άλλες πόλεις της Πελοποννήσου που απογυμνώθηκαν από το ηγετικό κοινωνικό τους στρώμα, το οποίο προτίμησε να ακολουθήσει τους Βενετούς. Η οι­κονομική και πληθυσμιακή όμως δυναμική του Άργους υπήρξε έντονη στους επόμενους αιώνες, με αποτέλεσμα να υποσκελίσει το γειτονικό Ναύπλιο και να ανατρέψει προς όφελός του το σχήμα που δημιουργήθηκε κατά τη βενετική περίοδο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την Αργολίδα την περίοδο αυτή βλ. Siriol Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese: The Province of Romania 1688-1715, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στο Centre for Byzantine Ottoman and Modern Greek Studies School of Antiquity του Πανεπιστημίου του Birmingham, 1996. Επίσης, Ευτυχία Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Αθήνα 2002· η ίδια, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αι.), Αθήνα 2003.

[2] Γενική παρουσίαση της ιστορίας του Άργους βλ. στο έργο Ι. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 1948. Για την ιστορία του Άργους στην όψιμη βενετική και την οθωμανική περίοδο βλ. Λιάτα, Αργεία γη.

[3] Δηλωτική της «δύσκολης» σχέσης Άργους και Ναυπλίου και κατά το παρελθόν είναι η διεκδίκηση από τους Ναυπλιείς για την πόλη τους του λειψάνου του αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, ήδη από τον 10ο αιώνα. Η μετακίνηση του λειψάνου στο Ναύπλιο πραγματοποιήθηκε τελικά κατά την πρώτη βενετική περίοδο της Αργολίδας, στα 1421. Βλ. σχετικά Άννα Λαμπροπούλου, Η. Αναγνωστάκης, Βούλα Κόντη, Αγγελική Πανοπούλου, «Μνήμη και Λήθη της λατρείας των Αγίων της Πελοποννήσου (9ος-15ος αιώνας)», Οι Ήρωες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι νέοι Άγιοι, 8ος-16ος αιώνας, επιστημ. επιμ. Ελεωνόρα Κουντούρα-Γαλάκη, Αθήνα 2004, σ. 278.

[4] Για μια τυπολογία των βενετικών πόλεων της βενετικής Ανατολής βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών Κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (Ι3ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20082, σσ. 22-30. Για τις πόλεις της βενετικής επαρχίας Αχαΐας βλ. Α. Μάλλιαρης, Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο (1687-1715). Γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008, σσ. 38-42. Για τις πελοποννησιακές πόλεις από τον 13ο ώς τον 18ο αι. βλ. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[5] Για τη σχέση Βενετίας και θάλασσας κλασικό είναι το έργο του F. Lane, Βενετία η Θαλασσοκράτειρα. Ναυτιλία-Εμπόριο-Οικονομία, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστημ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007. Μια ευσύνοπτη περιήγηση στις οχυρωμένες βενετικές πόλεις του Λεβάντε και της Δαλματίας με βιβλιογραφία για τις βενετικές οχυρώσεις στο A. Malliaris, «La metamorfosi dell’ambiente urbano nelle citta venete del Levante greco: ambiente, paesaggio architettonico, abitanti e potere veneziano, XIII-XVIII secoli», I Greci durante la venetocrazia: Uomini, spazio, idee (XIII-XVIII sec.), Atti del Convegno Internazionale di Studi, Venezia, 3-7 dicembre 2007, επιμ. Chryssa Maltezou – Angeliki Tzavara – Despina Vlassi, Βενετία 2009, σσ. 585-595.

[6] Για την οργάνωση ενός οικισμού σε citta-fortezza βλ. Malliaris, «La metamorfosi», σε πολλά σημεία.

[7] E. Pinzelli, «Les forteresses de Moree. Projets de restaurations et de demantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715)», Θησαυρίσματα 30 (2000), 400, 407- 408.

[8] Για τη Βοστίτσα και τη Γαστούνη βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 40.

[9] Lane, Βενετία η θαλασσοκράτειρα, σε πολλά σημεία.

[10] Για την Πελοπόννησο στην όψιμη βενετική περίοδο και ειδικά για θέματα οργάνωσης της νέας κτήσης και κυρίως γαιοκατοχής βλ Κ. Ντόκος – Γ. Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, καθώς και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου συγκεντρωμένη όλη η προγενέστερη βιβλιογραφία.

[11] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 40-42.

[12] Για το μεγάλο θέμα των πληθυσμιακών εγκαταστάσεων στη βενετική Πελο­πόννησο βλ. Ντόκος – Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου διεξοδική παρουσίαση πολλών πλευρών του φαινομένου. Για την Αργολίδα ειδικά, βλ. Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese, καθώς επίσης Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του και η ίδια, Αργεία Γη.

[13] Βλ. υποσημείωση 15.

[14] Λιάτα, Αργεία Γη, σ. 21.

[15] Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V.), Archivio Grimani dai Servi, busta 30, φ. (123). Όλες οι αναφορές σε εποίκους και κατοίκους του Άργους και τη γαιοκατοχή τους προέρχονται από βενετικές καταγραφές αποκείμενες στα Αρχεία της Βενετίας. Ερευνήθηκαν ποικίλες αρχειακές σειρές. Σχετικές πληροφορίες προέκυψαν, με σειρά μεγαλύτερης συχνότητας, κυρίως στους εξής φακέλους: A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51 σε πλείστα φύλλα, όπου καταγράφονται εκατοντάδες ονομάτων κατοίκων της πόλης του Άργους και του διαμερίσματος του και σημειώνονται αναλυτικά οι γαίες, οι οικίες και τα λοιπά ακίνητα που κατείχαν· b. 30, όπου καταγραφή των οικιών, δημοσίων και ιδιωτικών, στην πόλη του Άργους (Catastico de tute le case publiche e private che si trovano in esere nel borgo dArgos fato I’ano 1698) b. 41 και b. 19.

[16] Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί, σ. 245.

[17] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 30, φ. (115)-(124). Καταγραφή των ναών της πόλης, στα νεότερα όμως χρόνια, βλ. στο Ζεγκίνης, Το Αργος, σσ. 178-180.

[18] Λιάτα, Αργεία Γη, σσ. 50-51.

[19] Για τις αστικές κοινότητες της βενετικής Πελοποννήσου βλ. Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 465-500. Για τις κοινότητες Πατρών και Γαστούνης βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 238-275.

[20] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 41, φ. (441r).

[21] Κάτοψη του φρουρίου του Άργους σώζεται στον Κώδικα Grimani στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών της Αθήνας με τον τίτλο Pianta del Castel dArgos (Codex Grimani, XXVIII). Το σχέδιο φέρει την υπογραφή του Francesco Vandeyk, γνωστού από την εργασία του στη σύνταξη των κτηματολογικών χαρτών της Πελοποννήσου.

[22] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (138v).

[23] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (137v).

[24] Βλ. Ντόκος-Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας.

[25] Γι’ αυτήν την πρακτική καταγγελίας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 117.

[26] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (34) και εξής.

[27] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (37).

[28] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (51).

[29] Για το φαινόμενο της κοντέας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 160-176.

[30] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, πλείστες καταγραφές για τους ανωτέρω σε πολλά φύλλα του φακέλου.

[31] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 191-193.

 

Αλέξης Μάλλιαρης

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους στα τέλη του 14ου αιώνα – Μαρίνα Κουμανούδη, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Ο γάμος μεταξύ του Pietro  Cornaro και της Μarίe dEnghien [Μαρία ντ΄ Ενγκιέν], που πραγ­ματοποιήθηκε στη Βενετία το 1377, υπήρξε χωρίς αμφιβολία αμοιβαία επωφελής. Με αυτόν, η νεαρή κληρονόμος της χωροδεσποτείας του Άρ­γους και του Ναυπλίου εξασφάλισε την υποστήριξη μιας από τις πλουσι­ότερες και με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις οικογένειες της βενετικής Δημοκρατίας, σε μια εποχή κατά την οποία ο οίκος των Enghien είχε αρχίσει πλέον να διαγράφει φθίνουσα πορεία στον λατινοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Από την πλευρά της η οικογένεια Cornaro απόκτησε μια βάση στην Αργολίδα, που της παρείχε τη δυνατότητα να επεκτείνει πε­ραιτέρω το επιχειρηματικό της δίκτυο, αξιοποιωντας τους φυσικούς πό­ρους και την προνομιακή γεωγραφική θέση της περιοχής. Παράλληλα, η διασύνδεση με τη φεουδαρχική ευγένεια του πριγκιπάτου της Αχαΐας, μέσω των εδαφων που κατείχε η σύζυγός του, προσέδωσε στον βενετό πατρίκιο κύρος, δύναμη και εξουσία, προσόντα τα οποία ενδεχομένως μελλοντικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο για πολιτική σταδιοδρομία στη Μητρόπολη. [1]

Εκείνη ωστόσο που αποκόμισε το μεγαλύτερο κέρδος από την ένωση ήταν η Βενετία, καθώς, μέσω αυτής, ενέταξε στη σφαίρα επιρροής της το Άργος και το Ναύπλιο· περιοχές τις οποίες θεωρούσε διπλής στρατηγικής σημασίας, αφενός στο πλαίσιο της πολιτικής της για τη δημιουργία μιας αλυσίδας ναυτικών βάσεων από την πόλη του Αδρία προς την Ανατολή, με σκοπό την προστασία των εμπορικών της συμφερόντων, και αφετέρου ως σημείο εκκίνησης προκειμένου να κατακτήσει την υπόλοιπη Πελοπόννη­σο. Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, έσπευσε να δείξει έμπρακτα την έγκρισή της για τη σύναψη της γαμήλιας συμμαχίας, παρέχοντας εξαρχής την πλήρη υποστήριξή της στις ενέργειες του Pietro Cornaro που απέβλε­παν στην αμυντική ενίσχυση των δύο περιοχών. Για τους ίδιους λόγους, η προσάρτηση του Άργους και του Ναυπλίου στον κορμό του βενετικού κράτους πρόβαλε ως επιτακτική ανάγκη, όταν, μετά τον θάνατο του τε­λευταίου, 11 χρόνια αργότερα, έγινε ορατός ο κίνδυνος να πέσουν στα χέ­ρια των Τούρκων ή των συμμάχων τους, δηλαδή του Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου και του πεθερού του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Ατσαγιόλι]. [2]

Κατά παράδοξο τρόπο, η αγορά του Άργους και του Ναυπλίου από το βενετικό κράτος το 1388, σηματοδοτεί το τέλος της κοινής ιστορικής πορείας των δύο περιοχών, μετά από 200 σχεδόν χρόνια. Προηγήθηκε η εγκαθίδρυση της βενετικής κυριαρχίας στο Ναύπλιο, το 1389. Το Άργος ακολούθησε πέντε χρόνια αργότερα, το 1394, μετά από βραχύχρονη κυ­ριαρχία του Δεσπότη του Μυστρά. Πόλη παραθαλάσσια με περιορισμένη ενδοχώρα το πρώτο, εξελίχθηκε σε αξιόλογο λιμάνι και κέντρο εμπορί­ου της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου στην Ανατολή. Με τον ορίζοντά του στραμμένο στο εσωτερικό το δεύτερο, παρεμεινε σε ολη τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα κατεξοχήν γεωργοκτηνοτροφική περιοχή.[3]

Όταν οι Βενετοί παρέλαβαν το Άργος, η πόλη εμφάνιζε θετικό ισολογι­σμό, γι’ αυτό και αποφασίστηκε το πλεόνασμα να διατεθεί για την οικονο­μική ενίσχυση του γειτονικού Ναυπλίου, καθώς εκείνη την εποχή είχε αυ­ξημένες δημόσιες δαπάνες. Μάλιστα, στις οδηγίες της προς τον νεοεκλεγμένο podesta και capitano του Άργους Saraceno Dandolo τον Αύγουστο του 1394, η Σύγκλητος ανέφερε ότι, με βάση πληροφορίες που είχε συλλέξει, τα προβλεπόμενα έσοδα του δημοσίου θα ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνα επί Pietro Cornaro.[4] Αύξηση, η οποία πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί στη δημοσιονομική πολιτική του Δεσπότη του Μυστρά.

Από την άλλη, η τοπική κοινωνία, μπροστά στην προοπτική αλλαγής κυριαρχίας, παρουσιάστηκε αρχικά διχασμένη. Στα τέλη του 1388, προτού ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία και με τις δυνάμεις του Θεοδώρου Πα­λαιολόγου να βρίσκονται προ των πυλών, οι ευγενείς και οι πολίτες του Άργους και του Ναυπλίου απευθύνθηκαν στη Σύγκλητο, ζητώντας διά στόματος του εκπροσώπου τους ευγενούς Giovanni Gradenigo την ενσω­μάτωση των δύο πόλεων στη βενετική Δημοκρατία.[5] Και παρότι η κατά­ληψη του Κάστρου της Λάρισας από τον Δεσπότη του Μυστρά και τους συμμάχους του λίγο αργότερα φαινόταν να ματαιώνει το σχέδιο αυτό, εκείνοι δεν αποδέχθηκαν την τροπή των πραγμάτων. Μεταξύ όσων εξα­κολούθησαν να εργάζονται για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού ήταν ο ιερέας Nicolo Cocho, ο οποίος επιδόθηκε στην κατασκοπία για λο­γαριασμό του προνοητή του Ναυπλίου Perazzo Malipier, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί για περισσότερο από ένα χρόνο.[6] Όμως, τα φιλοβενετικά τους αισθήματα δεν τα συμμερίζονταν όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας, καθώς υποστήριξη στο Θεόδωρο παρείχαν Έλληνες και πιθανότατα ορισμένοι Λατίνοι.[7] Ενώ, απέτυχε η προσπάθεια των Βενετών να προσεταιρισθούν – με το αζημίωτο – τους άρχοντες (barones) που πλαισίωναν τον βυζαντινό Δεσπότη, ώστε να πεισθεί να τους αποδώσει τις διεκδικούμενες περιοχές.[8]

Παρά ταύτα, η μετάβαση στο νέο καθεστώς έγινε τελικά ομαλά, χωρίς αντιπαραθέσεις. Σε αυτό ασφαλώς συνέβαλε η χορήγηση αμνηστίας σε όλους όσοι είχαν συμπαραταχθεί με τον Δεσπότη του Μυστρά εναντίον της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.[9] Εξάλλου, οι Βενετοί όχι μόνον δεν επιχείρησαν να ανατρέψουν τις φεουδαρχικές δομές που είχαν διαμορ­φωθεί στη διάρκεια δύο αιώνων από τους φράγκους κυριάρχους, αλλά υποσχέθηκαν ότι θα διατηρούσαν τους θεσμούς (ritus) και τις τοπικές συνήθειες (consuetudines) των κατοίκων.

Σε θέματα φεουδαρχικά, το βενετικό κράτος ουσιαστικά αντικατέστη­σε τους προηγούμενους κυριάρχους. Ο podesta, ως επικεφαλής της τοπι­κής διοίκησης, όφειλε να περιβάλλει τους φεουδάρχες με τα φέουδα, να ρυθμίζει τα ζητήματα διαδοχής των φεούδων και, σε περίπτωση που εξέλιπαν οι νόμιμοι κληρονόμοι, να ενημερώνει τις μητροπολιτικές αρχές ώστε να μεριμνήσουν σχετικά. Επίσης, όφειλε να ελέγχει εάν οι κάτοχοι φεουδαρχικών γαιών εκπλήρωναν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και αν συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιδείξεις.[10] Αυτή ακριβώς η σύνδεση της κατοχής φέουδου με την προσωπική στράτευση ή την παροχή άλλων στρατιωτικών υπηρεσιών απο τον φεουδάρχη, σε μια εποχή γενικευμένης αστάθειας και με τον τουρκικό κίνδυνο να πλη­σιάζει απειλητικά, εξηγεί την προσπάθεια προσεταιρισμού της φεουδαρ­χικής τάξης από τις βενετικές αρχές.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Το 1396, δύο χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Βενετούς, πρεσβεία των ευγενών και της λατινικής Εκκλησίας του Άργους υπέβα­λε στη βενετική κυβέρνηση σειρά αιτημάτων που αφορούσαν στη διευ­θέτηση ποικίλων ζητημάτων οικονομικής και νομικής φύσεως.[11] Μετα­ξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και αιτήματα σχετικά με την παραγωγή και τη διακίνηση της σταφίδας, γεγονός που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της αμπελουργίας και ειδικότερα της σταφιδοκαλλιέργειας στην τοπική οικονομία. Με αφετηρία το πάγιο αίτημα των ανώτερων κοινω­νικών στρωμάτων της περιοχής για τη διατήρηση των θεσμών και των τοπικών συνηθειών, οι γαιοκτήμονες, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγό­ταν και η Λατινική Εκκλησία, ζήτησαν και εξασφάλισαν από τις αρχές ότι θα παρέμενε σε ισχύ προηγούμενη απαγόρευση, σύμφωνα με την οποία δικαίωμα πώλησης της σταφίδας σε εμπόρους με σκοπό τη διάθεσή της στην αγορά είχαν tam feudati quam liberi et alii quicumque franchi, δηλα­δή τόσο οι φεουδάρχες όσο και οι ελεύθεροι, ενώ οι βιλάνοι ήταν υπο­χρεωμένοι να πωλούν την παραγωγή τους αποκλειστικά στους κυρίους τους, σε προκαθορισμένη από το κράτος τιμή. Στη συνέχεια, η σταφίδα διοχετευόταν στην αγορά από εμπόρους, οι οποίοι είχαν λάβει άδεια για ένα έτος από τις τοπικές αρχές, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, προκειμένου να αγοράσουν το προϊόν από τους τοπικούς παραγωγούς, σε προκαθορισμένες και πάλι από το κράτος τιμές, ανάλογα με την ιδιό­τητά τους: 13 υπέρπυρα το σακί από τους φεουδάρχες, τρία υπέρπυρα το pentalatro Άργους και δύο υπέρπυρα το pentalatro Ναυπλίου από τους βιλάνους του Κοινού, τους ελεύθερους και τους απελεύθερους.[12] Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό είχαν υπήκοοι του Άργους, του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, οι οποίοι, αφού θα εξασφάλιζαν τη σχε­τική άδεια, οφειλαν να παράσχουν τις απαιτουμενες εγγυήσεις και να εξοφλήσουν τους παραγωγούς με την παράδοση του προϊόντος.

Μέσα από τα αιτήματα των γαιοκτημόνων και τις σχετικές απαντή­σεις των βενετικών αρχών προβάλλει ανάγλυφα η κοινωνική πραγ­ματικότητα της υπαίθρου κατά τα πρώτα μεταβατικά χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας στο Άργος.[13] Με κριτήριο την προσωπική κατάσταση των ατόμων, η κοινωνία διακρίνεται σε ελεύθερους και μη. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται γαιοκτήμονες, κάτοχοι φεουδαρχικής ή ελεύ­θερης γης, οι οποίοι προσδιορίζονται στο κείμενο ως feudati και liberi αντίστοιχα. Δίπλα σε αυτούς, απαντά ο όρος franchi, που είναι συνώνυμο της λέξης ελεύθερος, ενδέχεται όμως στην προκειμένη περίπτωση να δηλώνει τους απελεύθερους, δηλαδή τα άτομα εκείνα που με διάφορους τρόπους είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής του servicium, δηλαδή από κάθε προσωπική εξάρτηση.[14]

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι βιλάνοι, πρόσωπα οικονομικά και νομικά εξαρτημένα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του φεουδάρ­χη. Ανάλογα με τον ιδιοκτήτη τους, διακρίνονταν σε βιλάνους του Κοι­νού και των φεουδαρχών. Οι βιλάνοι του Κοινού ή rustici nostri Comunis, viUani Comunis και villani de Argo, όπως αναφέρονται στο κείμενο της πρεσβείας, προφανώς ήταν αγρότες, που ανήκαν στους τελευταίους χω­ροδεσπότες του Άργους, δηλαδή στο ζεύγος Enghien- Cornaro, και είχαν περιέλθει στο βενετικό δημόσιο μαζί με τις γαίες τους κατά την πώλη­ση της περιοχής στη Βενετία. Ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των βιλάνων του Κοινού και των βιλάνων των φεουδαρχών δεν μαρτυρούνται. Η μοναδική διαφοροποίηση ήταν ότι οι βιλάνοι του Κοινού μπορούσαν να πουλήσουν την παραγωγή της σταφίδας απευθείας στους εξουσιοδο­τημένους εμπόρους, χωρίς την παρεμβολή ενδιάμεσου, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των βιλάνων των φεουδαρχών. Ωστόσο, η τιμή πώλη­σης ήταν η ίδια, με εκείνη που είχε καθοριστεί και για τους βιλάνους των φεουδαρχών. Συνεπώς η παραπάνω ρύθμιση ήταν και προς όφελος του βενετικού δημοσίου, αφού το δικό του προϊόν, απαλλαγμένο από το κέρδος του μεσάζοντα, κατέληγε να είναι περισσότερο ανταγωνιστικό όταν έφτανε στην αγορά.

Από το κείμενο της πρεσβείας προκύπτει η ύπαρξη και μιας τρίτης υποκατηγορίας εξαρτημένων αγροτών, αυτής των βιλάνων της Εκκλη­σίας (villani ecclesie). Οι τελευταίοι φαίνεται ότι υπάγονταν κατά το πα­ρελθόν στη δικαστική δικαιοδοσία του λατίνου επισκόπου και της συ­νόδου των κληρικών, μόνο όμως για υποθέσεις που σχετίζονταν με την εκκλησιαστική περιουσία. Η επισκοπή διέθετε μάλιστα δική της φυλακή, στην οποία εγκλείονταν, τόσο οι αγρότες που είχαν κριθεί ένοχοι όσο και μέλη του λατινικού και του ορθόδοξου κλήρου που είχαν καταδι­καστεί για αστικά και ποινικά αδικήματα. Το προνόμιο της υπό όρους απονομής δικαιοσύνης επεδίωξε να κατοχυρώσει ο λατίνος επίσκοπος Jacomo Pigaloti με σχετικό αίτημα που συμπεριλήφθηκε στην πρεσβεία του 1396, χωρίς ωστόσο να λάβει σαφή απάντηση από τις βενετικές αρ­χές, οι οποίες προτίμησαν μάλλον να αναβάλουν την επίλυση του θέμα­τος παρά να έρθουν σε σύγκρουση με έναν από τους ισχυρότερους παρά­γοντες του Άργους.[15]

Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι απαντήσεις που έδωσε η Σύγκλητος στα αιτήματα των γαιοκτημόνων και της τοπικής Εκκλησίας υπήρξαν καταφατικές, κινούμενες στο πλαίσιο της αρχικής υπόσχεσης που είχε δώσει η βενετική κυβέρνηση για τον σεβασμό των προηγούμενων κοι­νωνικοοικονομικών δομών και του φεουδαρχικού δικαίου, στον βαθμό βέβαια που δεν θίγονταν τα συμφέροντα του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τους αγρότες, το καθεστώς τους παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο με τη νέα τάξη πραγμάτων. Διαπιστώνεται ωστόσο προσπά­θεια των αρχών να περιορισθούν οι σε βάρος τους καταχρήσεις εκ μέ­ρους των bailivi. Καθήκον των bailivi, οι οποίοι ήταν ένα είδος επιστάτη και εκπροσώπου του φεουδάρχη, ήταν να συλλέγουν τις οφειλές των αγροτών και να ελέγχουν εάν προσέφεραν τις απαιτούμενες υπηρεσίες. Εφόσον οι αγρότες ήταν πλημμελείς στις υποχρεώσεις τους, οι bailivi εί­χαν δικαίωμα να προβούν σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχεί­ων. Το 1396, η βενετική Σύγκλητος αναγνώρισε μεν το δικαίωμα των εκ­προσώπων των φεουδαρχών να κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία των χρεοφειλετών, για να αποτρέψει όμως φαινόμενα καταχρήσεων έθεσε τους ακόλουθους περιορισμούς στη δραστηριότητά τους: Πρώτον, μπο­ρούσαν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία ύψους μέχρι 5 υπερπύρων. Δεύτερον, όφειλαν να παρουσιάζονται ενώπιον των αρχών μία φορά τον χρόνο για να λάβουν τη σχετική εξουσιοδότηση, αφού προηγουμέ­νως είχαν δώσει όρκο ότι θα ασκούσαν τα καθήκοντά τους με συνέπεια και σύμφωνα με τους νόμους. Τέλος, οι βιλάνοι είχαν δικαίωμα να προσφύγουν εναντίον τους στη δικαιοσύνη και εφόσον οι καταγγελίες τους αποδεικνύονταν αληθείς, τότε ο ρέκτορας είχε δικαίωμα να επιβάλλει ποινή τόσο στον υπαίτιο όσο και σε άλλους, για παραδειγματισμό.

Και ενώ ο πληθυσμός του Άργους προσαρμοζόταν σταδιακά στη νέα κυριαρχία, τρεις εχθρικές επιδρομές μέσα σε διάστημα τριών ετών, σκόρ­πισαν τον τρόμο και την ανασφάλεια, σπέρνοντας τον θάνατο, διακόπτοντας τους ρυθμούς της αγροτικής παραγωγής και επιφέροντας δρα­ματικές αλλαγές στην κοινωνία της υπαίθρου.

Όπως προκύπτει από απόφαση της βενετικής Συγκλήτου, της 21ης Μαρτίου 1396, η ευρύτερη περιοχή του Άργους είχε δεχθεί επίθεση αν­δρών του Θεόδωρου Παλαιολόγου, οι οποίοι είχαν διαπράξει αρπαγές ζώων. Η ακριβής ημερομηνία της επίθεσης δεν είναι γνωστή. Όσον αφορά τις ζημιές που υπέστη η τοπική κτηνοτροφία, μολονότι οι πηγές σιω­πούν επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να υπερέβαιναν τα 7.000 υπέρπυρα, που ήταν η οφειλή της κοινότητας του Άργους προς τον Θεόδωρο. Γιατί, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση, αποφασίστηκε οι τοπικές αρχές να παρακρατούν στο εξής τα χρήματα που κατέβαλλε η κοινότητα για την αποπληρωμή χρέους της, μέχρι την κάλυψη του ποσού των ζημιών.[16]

Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην παράδοση της πόλης στους Βενετούς και τις αρχές του καλοκαιριού του 1395, η περιοχή του Άργους δέχθηκε ακόμα μία επιδρομή, αυτή τη φορά από Τούρκους και Αλβανούς μισθοφόρους του Καρόλου Τόκκου. Έχοντας πιθανότατα ως βάση των επιχειρήσεων τους την Κόρινθο, οι μισθοφό­ροι λεηλάτησαν τον αργολικό κάμπο, έκαψαν σπαρτά, άρπαξαν ζώα και αιχμαλώτισαν 200 αγρότες. Στη συνέχεια, μετέφεραν τη λεία τους πίσω στην Κόρινθο, όπου προχώρησαν στη διανομή της, προσφέροντας στη δούκισσα Francesca, την κόρη και κληρονόμο της περιουσίας του Nerio Acciaiuoli, και στον σύζυγό της Κάρολο το μερίδιο που τους αναλογούσε.

Οι ζημιές, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των τοπικών βενετικών αρχών, ανέρχονταν σε περισσότερα από 30.000 δουκάτα. Ύστερα όμως από μακρές διαπραγματεύσεις με τους απεσταλμένους του δουκα της Κεφαλληνίας, οι οποίες διήρκεσαν σχεδόν ένα χρόνο, η Σύγκλητος δέ­χθηκε τελικά την καταβολή του κατά πολύ κατώτερου ποσού των 5.000 δουκάτων, σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις. Ενώ δεν ελήφθη καμία μέ­ριμνα για τον επαναπατρισμό όσων είχαν απαχθεί.[17]

Σε επιστολή του προς τον δόγη τον Απρίλιο του 1397, ο βενετός καστελλάνος Μεθώνης και Κορώνης, προειδοποιούσε ότι η πόλη του Αρ­γους θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον τουρκικό κίνδυνο εάν η Βενετία δεν αγόραζε την Κόρινθο.[18] Οι δυσοίωνες αυτές προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν τρεις μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, όταν τουρκικό στράτευ­μα, αποτελούμενο από 6 με 7 χιλιάδες άνδρες, εισέβαλλε στον αργολικό κάμπο και, αφού λεηλάτησε και κατέκαψε την ύπαιθρο, πυρπόλησε το κάστρο της Λάρισας και αποχώρησε, παίρνοντας μαζί του 14.000 ή, σύμ­φωνα με άλλες εκτιμήσεις, 30.000 αιχμάλωτους.[19] Μολονότι οι αριθμοί που παραδίδουν οι πηγές πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, η ταχύτατη κινητοποίηση των αρχών για την αντιμετώπιση του προ­βλήματος της έλλειψης εργατικών χεριών επιβεβαιώνει ότι η μείωση όχι μόνο του αγροτικού αλλά και του αστικού πληθυσμού του Άργους υπήρξε δραματική, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού.

Πράγματι, η βενετική κυβέρνηση χωρίς χρονοτριβή προχώρησε στην υιοθέτηση μέτρων, τα οποία απέβλεπαν στη δημογραφική ενίσχυση του τόπου και συνακόλουθα στην αναζωογόνηση της αγροτικής οικονομίας, που είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα από την τελευταία καταστροφική επιδρομή.

Τα μέτρα περιλάμβαναν: α) την πρόσκληση Αλβανών και άλ­λων εποίκων, στους οποίους παραχωρήθηκαν γαίες και αμπέλια του Κοινού με αντάλλαγμα την παροχή έφιππης, ένοπλης προστασίας, και β) την προσέλκυση των κατοίκων του Άργους που είχαν διαφύγει στο Δε­σποτάτο του Μυστρά και στην καστελλανία της Κορίνθου για να γλυτώ­σουν από την τουρκική επίθεση.[20] Ως κίνητρο για την επάνοδό τους στο Άργος, τους προσφέρθηκε απαλλαγή από κάθε υποχρέωση αγγαρείας προς το Κράτος ή προς τους ιδιώτες για 5 χρόνια, εκτός από την αγγαρεία της σκοπιάς (angaria guarde), την οποία ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν οι ίδιοι πάνω στα τείχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές της Κρήτης, σε μια ανάλογη προσπάθειά ενίσχυσης του αγροτικού πληθυσμού του νησιού λίγο μετά τη λήξη του μεγάλου λοιμού του 1348, είχαν παραχω­ρήσει τριετή φορολογική απαλλαγή στους μετανάστες που θα εγκαθί­σταντο εκεί για να καλλιεργήσουν τη γη.[21] Η επέκταση κατά δύο χρόνια της συγκεκριμένης ευνοϊκής ρύθμισης, εν προκειμένω, αποτυπώνει τον βαθμό της ερήμωσης της υπαίθρου και το μέγεθος της καταστροφής που είχε αφήσει πίσω της η τουρκική επιδρομή, καθώς τη φωτιά είχε ακο­λουθήσει η εγκατάλειψη και για να φτάσουν ξανά σε πλήρη παραγωγή οι καλλιέργειες χρειάζονταν, ειδικά στην περίπτωση των αμπελιών, αρ­κετά χρόνια προετοιμασίας και προσπαθειών.

Στους επαναπατρισθέντες πρόσφυγες επιτράπηκε, εξάλλου, να εγκα­τασταθούν σε κενές κατοικίες εντός της girlanda, υπό τον όρο ότι θα τις απέδιδαν στους προηγούμενους κατόχους τους, εφόσον εκείνοι επέστρε­φαν στην πόλη. Ο όρος girlanda εδώ πρέπει να δηλώνει τον οχυρωμένο εξωτερικό περίβολο του Κάστρου της Λάρισας σε αντιδιαστολή προς το castrum superius, δηλαδή το ανώτερο τειχισμένο τμήμα του φρουριακού συγκροτήματος στην κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν η έδρα του διοικητικού και αμυντικού μηχανισμού. Στο ίδιο πνεύμα, τους παραχωρήθηκαν οικόπεδα στην περιοχή του εξωτερικού περίβολου για να οικοδομήσουν οικίες, στις οποίες μπορούσαν να διαμείνουν έως την επάνοδο των οικοπεδούχων. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση από τις αρχές για τα χρήματα και τον κόπο που είχαν καταβάλλει. Η άδεια εισόδου και εγκατάστασης των προσφύγων στον τειχισμένο οικισμό είχε διπλό στόχο: αφενός, να εμφυσήσει αίσθη­μα ασφάλειας σε όσους κατοίκους είχαν εγκαταλείψει εκούσια την περι­οχή και είχαν αναζητήσει καταφύγιο στις γειτονικές κυριαρχίες, επειδή θεωρούσαν ότι οι Βενετοί δεν ήταν σε θέση να τους προστατέψουν από τους Τούρκους, και αφετέρου, να δώσει νέα πνοή στον, λαβωμένο από τη φωτιά και ερημωμένο από ανθρώπους, οικισμό με νέους κατοίκους. Από την άλλη, οι βενετικές αρχές, τηρώντας επιφυλακτική στάση απέ­ναντι στους ένοπλους Αλβανούς και τους άλλους εποίκους, τους απέ­κλεισαν από το Κάστρο, καθώς τους θεωρούσαν απαραίτητους μεν για τη φύλαξη της υπαίθρου, αλλά ταυτόχρονα προφανώς δυνητικά επικίν­δυνους. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους ίδιους λόγους, η κυριότητα των παραχωρούμενων στους «ξένους» γαιών παρέμεινε στο βενετικό δημόσιο.

Παρόλο που η δοκιμαστική εφαρμογή των κινήτρων για την προσέλ­κυση εποίκων στην Αργολίδα, τουλάχιστον κατά δήλωση του βενετού podesta του Ναυπλίου Nicolo Polani, είχε θετική ανταπόκριση, φαίνεται τελικά οτι τα μέτρα δεν σημείωσαν την αναμενόμενη άμεση επιτυχία, γιατί το δημογραφικό πρόβλημα και η εξασφάλιση αγροτικών χεριών εξακολούθησαν να απασχολούν τις αρχές κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1404, οι βενετικές αρχές εξήγγειλαν νέα, ευνοϊκότερη, δέσμη μέτρων με στόχο την προσέλκυση και άλλων εποίκων, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στους μετανάστες απαλλαγή από κάθε φόρο και προσωπική υπηρεσία.[22]

Μισόν αιώνα αργότερα, το 1451, τα αποτελέσματα των εποικιστικών μέτρων ήταν πλέον ορατά. Τα αιτήματα πρεσβείας της κοινότητας του Άργους του ίδιου έτους φανερώνουν ότι οι στόχοι της βενετικής πολιτι­κής στο συγκεκριμένο θέμα είχαν εν πολλοίς επιτευχθεί, αλλά όχι χωρίς να αναδείξουν νέες δυσκολίες.[23] Θετική ήταν η αποτίμηση της συνει­σφοράς των εποίκων στην επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, στο βαθμό που εκείνοι είχαν προβεί στις αναμενόμενες επισκευές κατοικιών και είχαν επιδοθεί στην αμπελουργία. Ωστόσο, παρά τους ευνοϊκούς για αυτούς όρους, ορισμένοι Αλβανοί έποικοι είχαν εγκαταλείψει τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί, με συνέπεια να μένουν ανεκμετάλλευτες.

Περί τις 115 οικογένειες Αλβανών, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχαν εγκα­τασταθεί στην περιοχή, γεγονός με ασφαλώς σημαντικές επιπτώσεις στη σύσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους, που μέχρι τότε ήταν στην πλειονότητά του ελληνικός. Εκτός αυτού, η παραχώρηση γαιών σε μετανάστες ανάλογα με την κοινωνική θέση τους και η απαλλαγή τους από φορολογικά βάρη και αγγαρείες είχε οδηγήσει στη δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μέσα στην τάξη των αγρο­τών, διαταράσσοντας περαιτέρω τις ισορροπίες της υπαίθρου. Το κλίμα αντιπαλότητας και αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων, που είχε προκύψει από την προνομιακή μεταχείριση των εποίκων σε σύγκριση με τους εγχώριους, κλήθηκαν να αναστρέ­ψουν οι βενετικές αρχές με τη λήψη νέων μέτρων, αυτή τη φορά, προς όφελος των τελευταίων.

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά για τη λατινοκρατούμενη Πελοπόννησο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, βλ. R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponese au XlVe siecle 1382-1404», Etudes byzantines 1 (1943), 152-196 [= Byzantina et Franco-Graeca. Articles parus de 1935 a 1966, Ρώμη 1970, σσ. 227-265]· P. Topping, «The Morea, 1311-1364», A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, επιμ. K. M. Setton – H. W. Hazard, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1975, σσ. 104-140 και ο ίδιος, «The Morea, 1364-1460», ό.π., σσ. 141-166. Για το Άργος και το Ναύπλιο κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. A. Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia: 1311-1394», Papers of the British School at Rome 34, n.s. 21 (1966), 34-55 [= Latin Greece, the Hospitallers and the Crusaders, 1291-1440, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1982, αρ. VIII], και ειδικά για τη δράση της οικογένειας Enghien και τον γάμο της Marie με τον Pietro Cornaro, 43-45. Βλ. επίσης Χρύσα Μαλτέζου, «Οι πελοποννησιακές κτήσεις της Βενετίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. θ’, Αθήνα 1979, σσ. 275-276.

[2] Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 45-46· R. Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», Nuovo Archivio Veneto n.s. 30 (1915), 147-173 [= Politica ed economia di Venezia nel trecento: Saggi, Ρώμη 1952, σσ. 249-273] και [= Dopo la guerra di Chioggia. Il nuovo orientamento della politica veneziana alla fine del secolo XIV, Βενετία 2005, σσ. 225-252].

[3] Loenertz, «Pour 1’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 37-38, 48-50· Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», 151 κ.εξ.· Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μία συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20 082, σσ. 175-180 (για το Άργος) και 180-190 (για το Ναύπλιο).

[4] Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the History of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, έκδ. Julian Chrysostomides, Camberley 1995, σ. 304 αρ. 154 στ. 4-13 και σσ. 306-308 αρ. 156 στ. 20-29, 80-86.

[5] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 στ. 13-16.

[6] C. N. Sathas, Documents inedits relatifs a 1’histoire de la Grece au Moyen Age, τ. 2, Αθήνα – Παρίσι 1881, σ. 19 αρ. 237. Βλ. επίσης Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 υποσημ. 2 και σ. 104 αρ. 47 υποσημ. 10.

[7] Η συνθήκη που συνήψε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος με τη Βενετία το 1394 παρείχε τη δυνατότητα σε 20 οικογένειες να εγκαταλείψουν την πόλη σε διάστημα τριών μηνών από την παράδοσή της στους νέους κυριάρχους, υπό τον όρο ότι μέλη τους δεν θα ήταν άτομα εξαρτημένα νομικά (de serva condition) και ότι δεν θα είχαν οφειλές προς την corte ή προς άλλα σημαίνοντα πρόσωπα: Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 203-207. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 47-48 και σημ. 103.

[8] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 104 αρ. 47 στ. 124-131.

[9] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 207-209.

[10]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 307 αρ. 156 στ. 15-17, 61-69. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 48-49 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 178-179.

[11]  Monumenta Peloponnesiaca, σσ. 364-367 αρ. 182. Στις σελίδες που ακολουθούν αναλύεται το κείμενο της πρεσβείας.

[12]  Το pentalatro (πεντάλιτρον) ήταν μονάδα μέτρησης βάρους και μονάδα μέτρησης υγρών, βλ. Ε. Schilbach, Byzantinische Metrologie, Μόναχο 1970, σσ. 109, 104 και Monumenta Peloponnesiaca, σ. 364 αρ. 182 υποσημ. 2.

[13] Γενικά για τη διάρθρωση της κοινωνίας στις λατινοκρατούμενες περιοχές, βλ. D. Jacoby, «Social Evolution in Latin Greece», A History of the Crusades, τ. 6, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1989, σσ. 175-221 (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η προηγούμενη βιβλιο­γραφία). Για την κοινωνία και την αγροτική οικονομία στην Πελοπόννησο ειδικότερα, βλ. P. Topping, «Le regime agraire dans la Peloponnese latin au XVe siecle», L’ Hellenisme contemporain 2nd ser. 10 (1956), 255-295 [= Studies on Latin Greece A.D. 1205-1715, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΙΙΙ]· J. Longnon, «La vie rurale dans la Grece franque», Journal des Savants janvier-mars 1965, 343-357· A. Carile, La rendita feudale nella Morea latina del XIV secolo, Μπολόνια 1974 και ο ίδιος, «Η κατάσταση της αγροτικής τάξης του Μοριά κατά την περίοδον της φραγκοκρατίας (ΙΔ’ αιών)», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνε­δρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πάτραι 25-31 Μάίου 1980, τ. 1, Αθήνα 1981-1982, σσ. 303-313 (στο άρθρο είναι προβληματική η απόδοση των όρων στα ελληνικά). Επίσης, για τις βενετοκρατούμενες περιοχές, βλ. F. Thiriet, La Romanie venitienne au Moyen Age. Le developpement et I’exploitation du domaine colonial venitien (Xlle-XVe siecles), Παρίσι 1959, σσ. 107-137, 287-302, 395-437· ο ίδιος, «La condition paysanne et les problems de l’exploitaion rurale en Romanie Greco-venitienne», Studi Veneziani 9 (1967), 35-68 [= Etudes sur la Romanie greco-venitienne (Xe-XVe s.), Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΧΙΙΙ]· και πιο πρόσφατα Αναστασία Παπαδία-Λάλα, «Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα: ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση», Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιμ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σσ. 173-214.

[14] Οι όροι libero και francho homo απαντούν στις Ασσίζες της Ρωμανίας με δύο σημασίες, μια γενική και μια πιο περιορισμένη, βλ. σχετικά D. Jacoby, La feodalite en Gr’ece medievale. Les «Assises de Romanie»: sources, application et diffusion, Παρίσι – Χάγη 1971, σ. 31. Για τις υποχρεώσεις των εξαρτημένων και των ελεύθερων αγροτών στην Πελοπόννησο, βλ. Carile, La rendita feudale, σσ. 93, 198.

[15] O Jacomo Pigaloti, εκλεγμένος επίσκοπος Άργους από τις 8 Νοεμβρίου 1367 και πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Nerio Acciaiuoli, λόγω της θέσης του και των διασυνδέσεών του έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης στη Βενετία, βλ. σχετικά Monumenta Peloponnesiaca, αρ. 24, 27, 46-47, 60, 66-67, 93, 96, 98, 101, 103, 142, 144, 160, 164-5, 182, 212, 216, 221, 225. Για τη λατινική επισκοπή Άργους κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. Μ. Φώσκολος «Η Καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), 31-39, 45-47 [= Anno Domini 1 (2003), 153-164, με προσθήκη νεότερης βιβλιογραφίας]. Το 1437, η βενετική Σύγκλητος καθόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες του λατίνου επισκόπου, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου, βλ. Γ. Α. Χώρας, Η «Αγία Μονή» Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Αργους, Αθήνα 1975, σσ. 108, 254-255 (παράρτημα έγγραφο 3).

[16] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 368 αρ. 183 και σσ. 272-273 αρ. 141, σσ. 365-366 αρ. 182.

[17] Εκτός από τον αργολικό κάμπο, οι μισθοφορικές δυνάμεις του Καρόλου Τόκκου επιτέθηκαν και εναντίον της Αθήνας, βλ. Monumenta Peloponnesiaca, σ. 339 αρ. 169 (η Σύγκλητος υιοθετεί επιφυλακτική στάση στο θέμα της αγοράς της Κορίνθου εξαιτίας της διπλής επιδρομής), σσ. 344-345 αρ. 173 (για το ίδιο θέμα), σ. 348 αρ. 175 (μέτρα εναντίον του Τόκκου), σσ. 369-370 αρ. 184 (απόφαση της Συγκλήτου σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων), σ. 371 αρ. 185 (απάντηση των πρεσβευτών του Τόκκου για το ίδιο θέμα). Για τη διανομή των λαφύρων, Archivio di Stato di Venezia, Senato, Misti, reg. 43, φ. 119r και για την καταβολή των αποζημιώσεων, ό.π., φ. 120v. Στις 14 Απριλίου 1396 οι απεσταλμένοι του δούκα της Κεφαλληνίας συμφώνησαν στο ποσό της αποζημίωσης, R. Predelli, I libri Commemoriali della Repubblica di Venezia, τ. 3, Βενετία 1883, σ. 238 αρ. 23. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 49· Julian Chrysostomides, «Corinth 1394-1397: Some new facts», Byzantina 7 (1975), 93-94.

[18]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 367 αρ. 193.

[19] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 392 αρ. 197, σσ. 393-395 αρ. 198· R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 254-255· ο ίδιος, «Autour du Chronicon maius attribue a Georges Phrantzes», Miscellanea Giovanni Mercati, III, Βατικανό 1946, σσ. 291-292 [= Byzantina et Franco-Graeca, σσ. 20-21]· ο ίδιος, «La chronique breve moreote de 1423. Texte, traduction et commentaire», Melanges Eugene Tisserant, II, Βατικανό 1964, σσ. 406, 424. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», σ. 38.

[20]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 397 αρ. 200, σσ. 406-407 αρ. 207. Για την εγκατά­σταση Αλβανών εποίκων στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, τις σχέσεις τους με τους εγχώριους καθώς και με τις αρχές, βλ. P. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Angeliki Laiou-Thomadakis, New Brunswick 1980, σσ. 261-268. Αντίστοιχη πολιτική με τους Βενετούς, όσον αφορά την αξιοποίηση των συγκεκριμένων πληθυσμών, εφάρμοσαν τόσο οι Βυζαντινοί όσο και οι Καταλανοί στα εδάφη τους, βλ. Topping, ό.π.· Manuel II Paleologus, Funeral Oration on his Brother Theodore, έκδ. Julian Chrysostomides, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 119 κ.εξ.· Diplomatari de I’Orient Catala 1301-1409, έκδ. A. Rubio I Lluch, Βαρκελώνη 1947, σ. 587 αρ 536.

[21]  Συγκεκριμένα με διατάγματα των ετών 1349 και 1351 αποφασίστηκε ότι όλοι οι μετανάστες θα απαλλάσσονταν από την καταβολή του ενός υπερπύρου που πλήρωναν οι δημόσιοι βιλάνοι ως φόρο, βλ. Χ. Γάσπαρης, Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997, σ. 77.

[22]  Αναλυτικά για τα μέτρα αυτά, βλ. Topping, «Albanian Settlements», σ. 262.

[23]  Επιτομή του κειμένου της πρεσβείας στο F. Thiriet, Regestes des deliberations du Senat de Venise concernant la Romanie, τ. 3, 1431-1463, Παρίσι-Χάγη 1961, σσ. 168-169 αρ. 2865. Επίσης βλ. Topping, «Albanian Settlements», σσ. 262-263 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 179-180.

 

Μαρίνα Κουμανούδη

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »