Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Η αποτυχημένη επανάσταση του 1770 (Oρλωφικά)


 

Η ελληνική ιστοριογραφία διαχειρίστηκε αυτό το γεγονός στο πλαίσιο της αφύπνισης του Ελληνισμού, ως ένα επεισόδιο στη μακρά πορεία προς την απελευθέρωση και την πολιτική αυτοδιάθεση που ήρθε αργότερα με την Επανάσταση του 1821. Όπως παρατηρεί, εύστοχα, ο N. Pοτζώκος, η σύγκριση με την επανάσταση του Εικοσιένα οδήγησε πολλούς ιστορικούς στην υποβάθμιση των Ορλωφικών, που θεωρήθηκαν ως «πρώιμη» και «άκαιρη» εξέγερση από έναν λαό του οποίου η εθνική συνείδηση δεν είχε ακόμη ωριμάσει.

Η πρώτη μελέτη αυτού του γεγονότος έγινε από τον Κ. Σάθα ο οποίος την εντάσσει στη μακρά σειρά των κινημάτων του Ελληνισμού για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στην ίδια γραμμή κινείται και η ερμηνεία του Κων. Παπαρρηγόπουλου. Ο Π. Κοντογιάννης, ο οποίος αφιέρωσε στο ζήτημα αυτό εκτενή μελέτη, τονίζει ότι το απελευθερωτικό όραμα την εποχή της ρωσικής επέμβασης στα ελληνικά πράγματα χαρακτηριζόταν από έναν άκρατο και γενικευμένο ενθουσιασμό για την (ανα)κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους και την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Η πιο σοβαρή προσπάθεια μελέτης αυτού του κινήματος έγινε από τον Μιχαήλ Σακελλαρίου στη μελέτη του για την Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία (1939). Ο συγγραφέας δέχεται (όπως και ο Σάθας) ότι η αντίσταση του ελληνικού λαού στην οθωμανική εξουσία μετά την Άλωση ήταν συνεχής. Στην ανάλυσή του λαμβάνει υπόψη του όλες τις κοινωνικο-οικονομικές αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτό και τονίζει ότι ήταν έργο – όσον αφορά στο Μοριά – των ηγετικών του ομάδων, των κοτζαμπάσηδων και των ανώτερων κληρικών, δηλαδή αυτών που η σύγχρονη ιστοριογραφία αποκαλεί τοπικές ελίτ. Θεωρεί την εξέγερση ως ένα σκαλοπάτι στην πορεία του Ελληνισμού προς την εθνική ανεξαρτησία με την Επανάσταση του ’21.

O T. Γριτσόπουλος στη μονογραφία του για τα Ορλωφικά (1967) ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, τον Σακελλαρίου. Ο Απ. Βακαλόπουλος αφιερώνει στον τέταρτο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού πολλές σελίδες (372-464) σ’ αυτήν εξετάζοντάς την – όπως και τα άλλα γεγονότα – κάτω από ένα «εθνοκεντρικό» πρίσμα. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαιτέρως τη σφαιρική μελέτη της από τον Στέφ. Παπαδόπουλο στην οποία, κυρίως, θα στηριχτούμε για την παρουσίασή της.

H πιο πρόσφατη σχετική μονογραφία είναι η μελέτη του Ροτζώκου Εθναφύπνιση και εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, (Αθήνα 2007), στην οποία επιχειρεί μία κριτική αποτίμηση των κυριότερων μελετών για τα Oρλωφικά επί τη βάσει των κεκτημένων της ελληνικής και της ξένης ιστοριογραφίας. Σημαντικές συμβολές στην έρευνα αυτού του γεγονότος συνιστούν και οι πρόσφατες μελέτες του Δ. Tζάκη και του Aθ. Φωτόπουλου, στις οποίες εξετάζεται κυρίως ο ρόλος των Πελοποννησίων κοτζαμπάσηδων. Από τις ξενόγλωσσες μελέτες αξίζει να μνημονεύσουμε την εξαιρετική προσέγγιση του Ιταλού ιστορικού Franesco Venturi. Οι πηγές είναι πολλές: ελληνικές και ξένες (γαλλικές, π.χ. η έκθεση του προξένου της Γαλλίας στο Mοριά A.- A. Lemaire, ρωσικές, βενετικές, οθωμανικές, όπως τα έργα του Vassif effendi και του Mοραΐτη Penah effendi.

 

1. Αίτια και χαρακτήρας της επανάστασης – O ρόλος του ρωσικού παράγοντα

 

H επανάσταση του 1770 στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774, γνωστή ως Oρλωφικά, από το όνομα των αδελφών Oρλώφ, διοικητών της ρωσικής δύναμης που στάλθηκε στο Mοριά, είναι, αναμφίβολα, το σημαντικότερο από τα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν στον ελλαδικό χώρο πριν από το 1821, λόγω της έκτασης και των επιπτώσεών του. Προκειμένου να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στην εκδήλωση αυτής της επανάστασης, καθώς και τον ρόλο του ρωσικού παράγοντα είναι απαραίτητο να έχουμε υπόψη μας τις βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το γνωστό Aνατολικό Zήτημα δηλαδή στον ανταγωνισμό τους για τη διανομή των εδαφών που εγκατέλειπαν οι Οθωμανοί κατά τις διαδοχικές τους ήττες.

 

Αλέξιος και Γκριγκόρι Ορλώφ. Άγνωστος καλλιτέχνης. Δεκαετία του 1770.

 

Στα τέλη 17ου – αρχές του 18ου αι. έσβησαν οι ελπίδες των Ελλήνων για απελευθέρωση με βοήθεια από τη Δύση. Στο εξής, ως τη Γαλλική Επανάσταση, οι ορθόδοξοι λαοί της ΝΑ Ευρώπης θα εναποθέσουν τις ελπίδες για τη λύση του πολιτικού τους προβλήματος στην ομόδοξη Ρωσία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Kλεφταρματολισμός 


 

Στις παραδοσιακές κοινωνίες η ληστεία στην ύπαιθρο αποτελούσε διαδεδομένο φαινόμενο που το ευνοούσαν διάφοροι παράγοντες, όπως οι ελλιπείς πόροι ζωής, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η μεγαλύτερη, σε σχέση με σήμερα, χρήση της σωματικής βίας, οι ανεπαρκείς μηχανισμοί ασφάλειας και η αδυναμία επιβολής της τάξης, ιδίως στις απομακρυσμένες από το κέντρο επαρχίες των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Όπως έδειξε ένας μεγάλος ιστορικός του 20ού αιώνα, ο Eric Hobsbawm, στη μελέτη του Ληστές [α’ έκδοση 1966], συχνά στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες συναντάται στο ίδιο πρόσωπο ο κοινωνικός ληστής (δηλ. ο ληστής που έχει έναν κοινωνικό στόχο) – όρο που εισήγαγε στη διεθνή ιστοριογραφία ο ίδιος – με τον εξεγερμένο παράνομο. Τέτοιοι ληστές δεν εθεωρούντο από το λαό εγκληματίες, αλλά υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης, που τα κατορθώματά τους έχουν διασωθεί από την ιστορία ή το θρύλο.

Oι Βαλκάνιοι χαϊδούκοι ή οι κλέφτες, οι μπαντίτι του ιταλικού νότου, οι μπαντολέρος της Aνδαλουσίας και άλλοι σε άλλες χώρες θεωρούνται κοινωνικοί ληστές. Από τέτοιους ληστές (κλέφτες στον ελληνικό χώρο) ξεπηδούσαν, συχνά, οι επαναστάτες. H παλαιότερη ελληνική ιστοριογραφία (Kαμπούρογλου, Σφυρόερας, Bακαλόπουλος κ. ά.) υπερτόνισε τον εθνικό-αντιστασιακό ρόλο που διαδραμάτισαν στα προεπαναστατικά χρόνια και το 1821 τα σώματα των κλεφταρματολών. Αντίθετα άλλοι νεότεροι ιστορικοί (Aσδραχάς, Πολίτης, Kοντογιώργης κ. ά), βλέπουν τους κλέφτες του ελλαδικού χώρου μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα της κοινωνικής ληστείας του Hobsbawm ως πρωτεργάτες της πρωτόγονης – δηλαδή της όχι ώριμης – επανάστασης. Οι επισημάνσεις αυτές θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε το ζήτημα που θα μας απασχολήσει παρακάτω.

1. H φυγή προς τα όρη και η οθωμανική εξουσία: οι κλέφτες

 

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ληστεία ήταν παρούσα σε όλες σχεδόν τις περιοχές της· ιδίως στις ορεινές. Φαίνεται όμως ότι παρουσίασε μία ιδιαίτερη έξαρση από τα τέλη του 16ου αι. και μετά που οφειλόταν, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας και στην επιδείνωση των συνθηκών ζωής ιδίως του χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού, στις καθημερινές ταπεινώσεις που υφίστατο και, ως συνέπεια αυτών, στη μετακίνηση πολλών σε ορεινούς οικισμούς για την εξασφάλιση μιας πιο «ελεύθερης» διαβίωσης, απαλλαγμένης από τις καταπιέσεις που συνεπαγόταν η γειτνίαση με τα κέντρα της τουρκικής εξουσίας. Για την επιβίωση βέβαια μέσα σε δυσμενείς συνθήκες, λόγω του άγονου και ορεινού εδάφους, χρειαζόταν σκληρός αγώνας.

Προσωπογραφία κλέφτη από τη Στερεά Ελλάδα. Δημοσιεύεται στο: Belle Henri, «Trois années en Grèce». Παρίσι, Librairie Hachette, 1881. Συλλογή: Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη.

Στους ορεινούς αυτούς οικισμούς, πρωτίστως, δημιουργήθηκε η νοοτροπία και η ψυχοσύνθεση του ληστή και του αντάρτη, του ανυπότακτου που αρνείται να συμβιβαστεί με τη «νόμιμη» εξουσία και στρέφεται για την επιβίωσή και τη συντήρησή του στην αρπαγή και στη ληστεία. Από τους οικισμούς αυτούς, κυρίως, προήλθαν οι κλέφτες οι οποίοι γύρω στα τέλη του 18ου αι. αποτέλεσαν την έκφραση ενός «φιλελευθερισμού» που απλώθηκε σε όλο τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο. Όσον αφορά τους μουσουλμάνους ληστές, μία βασική αιτία που τους έσπρωχνε στη ληστεία ήταν η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των έμμισθων στρατιωτών που απολύονταν από τον στρατό, σε μία προσπάθεια του οθωμανικού κράτους να περιορίσει τα κρατικά έξοδα.

Tα όρη συνιστούν έναν χώρο όπου περιφέρεται ελεύθερα ο ένοπλος και όπου η εξουσία δεν μπορεί να επεκτείνει τον έλεγχό της. Tα οθωμανικά δικαστικά έγγραφα μιλούν για «περιφερόμενους ελευθέρως εις τα όρη κακούργους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην Οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: Η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη – Παπασταματίου Δημήτριος, Διδακτορικό. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας 2009.


 

Παναγιώτης Μπενάκης, έργο του αρχιτέκτονα και ζωγράφου Γεράσιμου Πιτσαμάνου (1787-1825). Εθνική Πινακοθήκη.

Θέμα της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση, καταγραφή και ανασυγκρότηση των στρατηγικών συσσώρευσης οικονομικού κεφαλαίου και κοινωνικής επιρροής του γνωστότερου κοτζαμπάση της Πελοποννήσου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1715­1770, του Παναγιώτη Μπενάκη, πρωταγωνιστή των Ορλωφικών και περίπτωσης par excellence χριστιανού μέλους της νέας περιφερειακής οθωμανικής ελίτ του 18ου αιώνα.

Είναι γνωστό ότι το σημαντικότερο γνώρισμα του οθωμανικού 18ου αιώνα ήταν η ανάδυση και εδραίωση των προυχοντικών εξουσιαστικών δομών. Η δράση αυτής της ελίτ, χριστιανικής και μουσουλμανικής, στο ημίφως της οθωμανικής θεσμικής και δικαιικής πρακτικής, οι στρατηγικές με τις οποίες κατέστησαν τον εαυτό τους αναγκαίο για τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών, αστυνομικών, οικονομικών και αργότερα και στρατιωτικών λειτουργιών του κράτους, οι διαθρησκευτικές σχέσεις και συγκροτήσεις πολιτικών σχηματισμών και ο ρόλος τους στη δυναμική των κοινοτήτων αποτελούν σημαντικά ζητήματα προς διερεύνηση.

Καθώς ο πολυσύνθετος χαρακτήρας των φαινομένων και οι περιορισμοί που θέτουν τα τεκμήρια καθιστούν τη σκιαγράφηση του κοινωνικοοικονομικού τοπίου δυσχερή, αυτές οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητές μέσα από τη μελέτη επιμέρους εκδηλώσεων των γενικών φαινομένων (case studies) και την ανάδειξη των νέων θεσμικών, οικονομικών και κοινωνικών συγκροτήσεων στο χαμηλό επίπεδο των τοπικών εξελίξεων, όπου οι ποικίλες παράμετροι που ορίζουν τα φαινόμενα μπορούν να αναπαρασταθούν και να προσληφθούν με μεγαλύτερη ενάργεια. Αυτό δε σημαίνει ότι ο τοπικός χαρακτήρας των γεγονότων τα αποστασιοποιεί από την αλληλοσύνδεση και εξάρτησή τους από τις επικαλύπτουσες δομές ή ότι ο συγκυριακός χρόνος αποτελεί per se ερμηνευτικό εργαλείο σε βάρος των μέσων διαρκειών. Παρ’ όλα αυτά, η περιπτωσιολογική προσέγγιση μπορεί να φέρει στην επιφάνεια της ιστορικής ανασυγκρότησης ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Ναπολέων συναντά Λεωνίδα και Μπότσαρη – Έκθεση για τις ελληνογαλλικές ιστορικές «διαδρομές» στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ. – 1 Οκτωβρίου 2021-16 Ιανουαρίου 2022.


 

Παρίσι, 1801. Ο Ναπολέων ως πρώτος ύπατος ακόμα της Γαλλίας επισκέπτεται το στούντιο του ζωγράφου Ζακ-Λουί Νταβίντ που φιλοτεχνεί τον «Λεωνίδα στις Θερμοπύλες». «Κρίμα, κάνετε λάθος, Νταβίντ να κοπιάζετε ζωγραφίζοντας ηττημένους» ήταν η αντίδρασή του. Ο καλλιτέχνης αφήνει μισοτελειωμένο το έργο του για να εικονογραφήσει την παραγγελία του Βοναπάρτη που διασχίζει το «Πέρασμα του Αγίου Βερνάρδου (Άλπεις)» ως θριαμβευτής.

Ο Νταβίντ επανέρχεται στον προηγούμενο πίνακά του και τον ολοκληρώνει το 1814. «Συνέχισε, Νταβίντ, να δοξάζεις με το έργο σου τη Γαλλία. Ελπίζω ότι αντίγραφα αυτής της εικόνας θα κρεμαστούν στους τοίχους των στρατιωτικών μας σχολών», δηλώνει ενθουσιασμένος τώρα ο αυτοκράτορας: με την ψυχολογία ενός ηγεμόνα που έχει γευθεί τις απώλειες και την ήττα της Ρωσίας, αλλάζει η οπτική του στον συμβολισμό των ηρώων.

Το 1826, το ίδιο έργο αναπαράγεται από τον Λοζιέ σε χαρακτικά. Κυκλοφορεί ευρέως με αφιέρωση στους Έλληνες και με την επιγραφή «Λεωνίδας εν Θερμοπύλαις».

 

Έκθεση στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ. με τίτλο «Λεωνίδας, Ναπολέων, Μπότσαρης: Η γλώσσα των συμβόλων».

 

Η ηρωική θυσία του Μάρκου Μπότσαρη συγκλονίζει την Ευρώπη. Ένα χρόνο πριν (1825) είχε ανέβει στη σκηνή το θεατρικό του Πισά «Λεωνίδας» με πρωταγωνιστή τον Νταλμά, φίλο του Ναπολέοντα και του Νταβίντ (τα κοστούμια του έργου βασίζονταν στον πίνακά του). «Λεωνίδας – Μπότσαρης» ζητωκραυγάζει το κοινό στις παραστάσεις με προσκεκλημένους σε μία από αυτές τα παιδιά των Κανάρη και Μιαούλη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Άργος – Τα ίχνη μιας πόλεως στον Ελληνικό Μεσαίωνα (395-1464)


 

Η επίσημη βυζαντινή ιστοριογραφία, τόσο υπό τη μορφή της χρονογραφίας όσο και υπό τη μορφή της καθαρής, κλασικής ιστορικής αφήγησης, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, αγνοεί συστηματικά την περιφέρεια. Έχοντας σχεδόν πάντοτε ως κέντρο την Κωνσταντινούπολη και τον εκάστοτε αυτοκράτορα, με την προσοχή της εστραμμένη στους πολέμους του, στις συμμαχίες του, στους θριάμβους και τις ήττες του, περιθωριοποιεί τη ζωή της επαρχίας.[1] Και η Πελοπόννησος, ως σύνολο, και η πόλη του Άργους, ως μέρος αποτελούν περιφέρεια. Μέχρι το 1204, οπόταν η ροή των γεγονότων φέρει στο προσκήνιο της ιστορίας την Πελοπόννησο, οι επίσημες ιστορικές πηγές όλως παρεμπιπτόντως αναφέρονται σ’ αυτήν.[2] Την τύχη της, σ’ αυτή τη μεταχείριση και σε μείζονα κλίμακα, ακολουθεί και η περιοχή της Αργολίδας. Από τελείως σποραδικές αναφορές σε πηγές ποικίλες θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε, ιχνηλατούντες, την πορεία της πόλεως Άργους, σε άμεση πάντοτε σχέση με την πορεία της Πελοποννήσου, κατά τη μακρά περίοδο του Ελληνικού Μεσαίωνα.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους. Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

  1. Η περίοδος από το 395 έως το 587 μ.Χ.

 

Για την Πελοπόννησο ως σύνολο η περίοδος αυτή, η οποία αρχίζει, συμβατικά, από τη διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους υπό του Θεοδοσίου και περατούται, κατά προσέγγιση, το τρίτο έτος της βασιλείας του αυτοκράτορος Μαυρίκιου (582-602), δεν αποτελεί παρά ένα είδος προεκτάσεως της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Bas empire).[3]

Ήδη από τις αρχές του V αιώνος ο Χριστιανισμός έχει εδραιωθεί στην Πελοπόννησο. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των χριστιανικών ναών, οι οποίοι ανεγείρονται κατ’ αυτήν την περίοδο. Σ’ αυτή την οικοδομική έξαρση πρωτοστατεί η πόλη του Άργους. Ήδη στο χώρο της ακροπόλεως υπάρχουν τα ίχνη βασιλικής, η οποία χρονολογείται στις αρχές του V αιώνος και θεωρείται από τις αρχαιότερες της Πελοποννήσου.[4]

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθη η επισκοπή Άργους, η οποία εκκλησιαστικώς, υπήγετο στην αρχιεπισκοπή Κορίνθου. Όμως, στη σύνοδο της Χαλκιδόνος του 451 συμμετέχει ήδη ένας επίσκοπος Άργους ονόματι Ονήσιμος.[5] Ακόμη ένας άλλος επίσκοπος Άργους, ο Θαλής, εμφανίζεται ως αποδέκτης επιστολής του αυτοκράτορος Λέοντος Α’ (457-474) χρονολογούμενη κατά το έτος 457.[6]

Κατά την ίδια περίοδο εκτός από φυσικές καταστροφές, ιδίως σεισμούς, η Πελοπόννησος υπέστη τη δοκιμασία της επιδρομής των Γότθων υπό τον Αλάριχο κατά τα έτη 395-97. Ιδιαιτέρως από την επιδρομή εδεινοπάθησε η πόλη του Άργους. Ο ιστορικός Ζώσιμος, του οποίου το έργο Ιστορία Νέα περατούται κατά το έτος 410, μας λέγει ότι οι Γότθοι, αφού σεβάστηκαν την Αθήνα, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, επυρπόλησαν την Κόρινθο και λεηλάτησαν το Άργος και τη Σπάρτη.[7] Η επιδρομή των Γότθων υπήρξε ισχυρό πλήγμα για το Άργος, αλλά φαίνεται ότι ταχύτατα ανάρρωσε. Αυτό πιστοποιείται από τον οικοδομικό οργασμό που παρατηρείται στην πόλη κατά τα πρώτα έτη του V αιώνος[8] και από την εξέχουσα θέση που κατέχει ο επίσκοπος Άργους στην κλίμακα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.[9] Άλλωστε, ο Συνέκδημος του Ιεροκλέους, ένα είδος γεωγραφικού εγχειριδίου, το οποίο πιθανώς εγράφη κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Ιουστινιανού και μας παρέχει μια ακριβέστατη εικόνα της Πελοποννήσου, αναφέρει ότι το Άργος ήταν μια ανθούσα πόλη με ιδιαίτερη εμπορική κίνηση.[10] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η  πρώτη αρχαιολογική ανασκαφή στο Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου το 1829 –  Η συμβολή της τοπικής κοινωνίας Λυγουριού  – Αντώνης Ξυπολιάς


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ.  Αντώνη Ξυπολιά,  που αφορά στις Αρχαιολογικές ανασκαφές της Επιδαύρου, με τίτλο:

«Η  πρώτη αρχαιολογική ανασκαφή στο Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου το 1829 –  Η συμβολή της τοπικής κοινωνίας Λυγουριού».

 

Κατά την διαδικασία ψήφισης του άρθρου ΙΗ’, του πρώτου αρχαιολογικού Νόμου την 1η Μαΐου 1827, στην Γ’ Εθνική Συνέλευση Τροιζήνας, έγινε αναφορά για «διαθρυλούμενο θησαυρό» στο Ιερό του Ασκληπιού Επιδαύρου ο οποίος «συνίστατο σε διάφορα πράγματα και εις τούτοις και αγάλματα…».

Δεκατρείς μόλις μέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας[1] κατάπαυσης του πολέμου της Απελευθέρωσης, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας έδωσε εντολή για δοκιμή ανασκαφών στο Ιερό του Ασκληπιείου Επιδαύρου. Η υπ.αρ 6950 διαταγή όριζε «να δαπανηθώσιν ολίγα χρήματα δια ν’ ανασκαφή ο τόπος, όπου ο θρυλούμενος θησαυρός». Αλλά και η υπ.αρ.6951 της Γραμματείας της Επικρατείας επαναλάμβανε … «να δαπανηθώσιν ολίγα τινα χρήματα δια να γενή, η δοκιμή προς διάγνωσιν της υποθέσεως ταύτης».

 Με εντολή του Καποδίστρια υπεύθυνος των ανασκαφών στο Ιερό Επιδαύρου ορίσθηκε ο Αντώνης Τζούνης… «ως γνωρίζοντα και τον τόπον αυτόν» από τα γεγονότα του χειμώνα του 1828, που αφορούσαν στην πρώτη προσπάθεια οργάνωσης του ελληνικού στρατού, στην περιοχή Λυγουριού, Επιδαύρου, Σοφικού.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Λεμπέσης Ανάργυρος (1780-1842)


 

Ανάργυρος Λεμπέσης, ελαιογραφία. Έργο του Αυγούστου Πικαρέλλη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Πρόκριτος Σπετσών, φιλικός και αγωνιστής του 1821. Διακρίθηκε ιδίως στη ναυμαχία του Γέροντα (Αύγουστος 1824).

Ο Ανάργυρος Λεμπέσης γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1780 και υπήρξε γόνος της μεγάλης οικογένειας των Λεμπέσηδων. Από μικρό παιδί διάλεξε το επάγγελμα του ναυ­τικού και πολύ σύντομα απέκτησε, χάρη στις ικανό­τητές του, σημαντική περιουσία. Μυήθηκε πολύ νέος στη Φιλική Εταιρία και υπήρξε από τους πρώ­τους προκρίτους του νησιού. Όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού, με μεγάλο ενθουσιασμό διέθεσε τον εαυτό του και τα καράβια του «Κυπρία», «Ασπασία» και «Κίμων» στον ιερό σκοπό της Επανάστασης.

Απλός νησιώτης ο Λεμπέσης, αλλά τολμη­ρότατος αγωνιστής, στάθηκε ένας από τους κυριότερους οργανωτές κάθε επικίνδυνης περι­πέτειας του ναυτικού μας και οι βιογράφοι του τον χαρακτηρίζουν «εξαίρετο και απερί­γραπτο στους άθλους», «Μία από τις εξαιρετικές μορφές της Εθνεγερσίας», «ένα από τα πιο απτόητα παλικάρια», «έναν από τους μεγάλους πλοιάρχους του Ιερού Αγώνα», «έναν εκ των πρωτίστων Ελλήνων μαχητών» και «έναν αγνό πατριώτη ψυχικά άφθαρτο και ατρόμητο». Διακρίθηκε μέσα σ’ όλους τους αγωνιστές για τη μεγάλη του τόλμη, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία του σε όλες τις ναυμαχίες και τις ναυτικές επιχειρήσεις, κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Έλαβε μέρος στις ναυμαχίες της Σάμου και του Γέροντα, κατά τις οποίες η νίκη των ελληνικών όπλων πολλά του οφείλει, καθώς και στην πολιορκία του Μεσολογγίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι προύχοντες της Πελοποννήσου στα Ορλωφικά και πριν το 1821 – Σαϊσανάς Βασίλειος


 

Εισαγωγή – Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης – Οι κοινότητες – Ο θεσμός των κοινοτήτων στην Πελοπόννησο κατά την Β΄ Τουρκοκρατία – Ο διοικητικός ρόλος των προεστών – Οι επαναστατικές και πολιτικές κινήσεις – Οι προεστοί ως παράγοντες στρατιωτικής και πολιτικής δράσης κατά το κίνημα των Ορλωφικών και πριν την επανάσταση του 1821 – Επίλογος – Συμπεράσματα – Παράρτημα. Προεστοί της Πελοποννήσου κατά την Β΄ Τουρκοκρατία

 

Εισαγωγή

 

Στην παρούσα εργασία θα εξεταστούν ζητήματα και προβληματικές που αφορούν τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά την δεύτερη τουρκοκρατία. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετηθεί ο ρόλος και η δράση τους ως παράγοντες πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ισχύος κατά την διάρκεια του κινήματος των Ορλωφικών καθώς και κατά την περίοδο που προηγήθηκε του ξεσπάσματος της Επανάστασης του 1821. Για την βέλτιστη κατανόηση του ρόλου που διαδραμάτισαν οι προεστοί στα Ορλωφικά αλλά και για να προκύψουν ορθότερες ερμηνείες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, είναι σκόπιμο και εν πολλοίς αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά στα  γεγονότα του εμπόλεμου αυτού ξεσπάσματος.

Μελετώντας κανείς, έστω και στοιχειωδώς το ιστοριογραφικό έργο  που αφορά στην Πελοπόννησο κατά την δεύτερη τουρκοκρατία δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι ένας από τους βασικούς διοικητικούς και δημοσιονομικούς άξονες που σχετίζεται με την Ελληνορθόδοξη – και όχι μόνο – πραγματικότητα υπήρξε η άτυπη τάξη των Προεστών ή Κοτζαμπάσηδων. Βασικοί μοχλοί πολιτικής εξουσίας και οικονομικής δύναμης οι τελευταίοι άσκησαν μεγάλη κοινωνική επιρροή και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τα κρίσιμα εκείνα γεωπολιτικά και στρατηγικά δεδομένα που μετέβαλαν ουσιωδώς την μοίρα όχι μόνο της Πελοποννήσου αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού όπως αποδείχθηκε.[1]

Ποιοι ήταν όμως οι Προεστοί; Πώς αυτοί παγίωσαν την πολιτική και οικονομική εξουσία τους και πώς συγκροτήθηκε ιδεολογικά η ταξική τους συνείδηση, στον βαθμό βέβαια, που αυτή υπήρξε; Οι απαρχές και οι βάσεις της συγκρότησης και στοιχειοθέτησης του κοτζαμπασισμού εντοπίζονται την εποχή της δεύτερης Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685 – 1715) όταν και αναδείχτηκε μία ισχυρή αγροτική ολιγαρχία που έτεινε περιοδικά να αντικαταστήσει τους Τούρκους φεουδάρχες του παλαιού κοινωνικο-οικονομικού σχήματος. Οι νέοι αυτοί τοπικοί αρχηγοί, όντας – κατά κανόνα – φιλοβενετικά στοιχεία άντλησαν δύναμη από το διοικητικό σύστημα που εφάρμοσαν οι βενετικές αρχές αξιοποιώντας τα προνόμια που προορίζονταν για κάθε κοινότητα βάσει ειδικά διαμορφωμένου καταστατικού χάρτη. [2] Υπό αυτούς τους όρους, έτσι όπως υπαγορεύονταν από το συγκεκριμένο βενετικό σύστημα αρχών, ορισμένες οικογένειες απέκτησαν διόλου ευκαταφρόνητη πολιτική και οικονομική δύναμη. Ορισμένες από αυτές τις οικογένειες υπήρξαν οι Σύντιχοι στην Καρύταινα, οι Νοταράδες στην Κόρινθο, οι Ζαΐμηδες στα Καλάβρυτα, οι Μπενάκηδες στην Μεσσηνία, οι Κρεββατάδες στον Μυστρά κ.α.[3]

 

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

 

Αυτές οι οικογένειες θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν και να εδραιώσουν την πολιτική και οικονομική τους εξουσία και μετά την οθωμανική ανακατάληψη της Πελοποννήσου το 1715. Η διαιώνιση αυτής της εξουσίας δεν θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με τους όρους κατάκτησης που υιοθετήθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ στην Πελοπόννησο από τους Οθωμανούς κυριάρχους. Πιο συγκεκριμένα οι οθωμανικές αρχές διατήρησαν τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης ο οποίος αναντίρρητα ευνοούσε τα πεδία δράσης των προυχόντων.[4] Η οικειοθελής και έγκαιρη υποταγή των προεστών στα προελαύνοντα οθωμανικά στρατεύματα και η ομαλή ένταξή τους στην νέα πολιτική πραγματικότητα που συνεπαγόταν η κατάκτηση εξασφάλισε στους πρώτους όχι μόνο την εύνοια των κατακτητών αλλά και μία δεσπόζουσα θέση μέσα στο σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης με πολυσύνθετα διοικητικά και οικονομικά προνόμια.[5] Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κανέλλος Δεληγιάννης, οι πελοποννήσιοι προεστοί πέτυχαν δια σουλτανικού φιρμανίου την αναγνώριση προνομίων, κυρίως δημοκρατικήν διοίκησιν, δηλαδή δυναμική και εμπλουτισμένη τοπική αυτοδιοίκηση με αντιπροσώπους που αποφάσιζαν εις τας εκλογας και εις την διανομήν των επιτόπιων φόρων.[6] Βέβαια παρά την υπερβολή που αποδίδεται στον όρο δημοκρατική διοίκηση εντούτοις η ιστορική πραγματικότητα επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς και τις τοποθετήσεις του Δεληγιάννη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »