Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Αραχναίο (Όρος)


 

Είναι το ψηλότερο βουνό του νομού Αργολίδας, καλύπτει κυρίως το κεντρικό τμήμα του (απλώνεται από την Επίδαυρο ως τον αργολικό κάμπο) και νότια συνορεύει με το όρος Δίδυμο. Η ψηλότερη κορυφή του «Παπακώστας» αγγίζει τα 1.199 μ., ενώ ανάμεσα σε αυτή και της «Τραπεζώνας» (στα 1.139μ.) εντοπίζεται και το ομώνυμο χωριό Αραχναίο (πρώην Χέλι) με σημαντικά αξιοθέατα τη Νέα και Παλιά Μονή Ταλαντίου.

Αρκετά στοιχεία αποδεικνύουν πως η περιοχή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Στους πρόποδες είναι κτισμένο το αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, ενώ ο Παυσανίας αναφέρει πως εκεί ήταν κτισμένη η πόλη Λήσσα, καθώς και ότι στην κορυφή του «Προφήτη Ηλία» υπήρχαν βωμοί του Δία και της Ήρας. Στα εδάφη τής βόρειας πλευράς του φύονται πευκοδάση, η νότια ωστόσο έχει αποψιλωθεί ολοσχερώς. Έχει επίσης δημιουργηθεί αιολικό πάρκο, λόγω του υψηλού αιολικού δυναμικού της περιοχής. Δυστυχώς, το σύνολο των ανθρωπίνων επεμβάσεων έχει επιφέρει σοβαρές αλλοιώσεις στη βιοποικιλότητα της φυσικής χλωρίδας και πανίδας.

 

Στην Ανατολική Αργολίδα και μεταξύ της περιοχής Επιδαύρου και του Αργολικού κάμπου, απλώνεται μία μεγάλη οροσειρά που αποτελεί συγκρότημα του όρους Αραχναίου. Οι σπουδαιότερες κορυφές της οροσειράς αυτής στην περιοχή του Χελιού [Αραχναίου] είναι:

 

  • Η ψηλότερη κορυφή «Ο Παπακώστας» 1.199 μέτρα
  • Η σπουδαιότερη κορυφή «Ο Προφήτης Ηλίας» 1.180 μετρά
  • «Μάλιε λύσεζε» στην περιοχή του Αρνά 1.140 μέτρα
  • «Η Τραπέζωνα» 1.139 μέτρα
  • «Το Σιούρι» 938 μέτρα
  • «Η Ελαφοκορυφή ή Ντρέρι» 931 μέτρα
  • «Η Μάλιε Γκιόναβε» 901 μέτρα
  • «Η Νούσεζα» 871 μέτρα
  • «Η Μάλιζα» 857 μέτρα
  • «Ο Κουτσουρός» 793 μέτρα

Εκτός από τις κορυφές αυτές υπάρχουν και άλλες χαρακτηριστικές κορφές με διάφορες ονομασίες όπως «η Μάλιε Γκλιάτα», «Το Μήτσιουθι», «Η Μάλιε Νιοκάστρεσε», με μικρότερο υψόμετρο. Επάνω στην σπουδαιότερη κορυφή του Προφήτη Ηλία υπήρχε στην Αρχαιότητα Βωμός του Δία και της Ήρας επάνω στον οποίον οι αρχαίοι κάτοικοι της περιοχής θυσίαζαν σε περιόδους λειψυδρίας.

 

Όρος Αραχναίο. Φωτογραφία: dimitrios mavridis

 

Επίσης στην Αρχαιότητα η κορυφή του Αραχναίου χρησιμοποιείτο και σαν σπουδαίος σταθμός «Φρυκτωρίας», δηλαδή ενδιάμεσος σταθμός μετάδοσης φωτεινών σημάτων, με τα οποία μεταβιβάζονταν ειδήσεις από πολύ μακρινές αποστάσεις.

Ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα αναφέρει ότι από το σταθμό αυτό, στην κορυφή του Αραχναίου, μεταδόθηκε στα Ανάκτορα του Ατρέα στις Μυκήνες η είδηση, ότι πραγματοποιήθηκε η άλωση της Τροίας.

Από την κορυφή του όρους Αραχναίου φαίνεται ολόκληρη η λεκάνη, όπου βρίσκεται κτισμένο το Χέλι (σημερινό Αραχναίο). Φαίνεται επίσης το φρούριο Γκύκλος και οι τοποθεσίες Βίλια και Βίλιζα που βρίσκονται κάτω από το φρούριο Γκύκλος προς την περιοχή του Λυγουριού. Φαίνεται ακόμα και η Ακρόπολη των Αθηνών και από το γεγονός αυτό συμπεραίνεται ότι το μήνυμα για την άλωση της Τροίας που στάλθηκε με τον πυρσό από την κορυφή του Αραχναίου στις Μυκήνες, το είχαν πάρει οι παρατηρητές της κορυφής αυτής με τον ίδιο τρόπο από την Ακρόπολη των Αθηνών.

Το όρος Αραχναίο στην αρχαιότητα χαρακτηριζόταν από τον Ησύχιο ως «Ύστελλειον» και «Υσσέλινον» και από τον Σουίδαν ονομαζόταν «Σαπησελάτων». Σαπησελάτων χαρακτηρίζει το ορός Αραχναίο και ο Παυσανίας, στην περιήγηση του στην Αργολίδα, ο οποίος αναφέρει ότι ενώ βάδιζε από τις Μυκήνες προς την Επίδαυρο, αφήνει στα αριστερά του το Σαπησελάτων Αραχναίο.

Παραθέτω την ακριβή περιγραφή του Παυσανία για το Αραχναίον όρος.

 

Κατά δε την ες Επίδαυρο ευθείαν εστί κώμη Λήσσα, ναός δε Αθηνάς εν αυτή και ξόανον ουδέν τι διάφορον ή το εν τη Ακροπόλει τη Λαρίσση. Εστί δε όρος υπέρ της Λήσσης το Αραχναίο πάλαι δε Σαπησελάτων επί Ινάχου το όνομα ελήφθη. Βωμοί δε εισίν εν αυτώ Διός τε και Ηρας, δεήσαν όμβρον, σφίσιν ενταύθα θύουσι.

Και παρακάτω η μετάφραση:

«Στο δρόμο κατ’ ευθείαν προς την Επίδαυρο υπάρχει μια κώμη Λήσσα που έχει Ναό της Αθηνάς με ξόανο (ξύλινο άγαλμα) που δεν διαφέρει από της Ακρόπολης (του Άργους). Πάνω δε από τη Λήσσα είναι το όρος Αραχναίο παλαιότερα Σαπησελάτων, που πήρε το όνομα του από την εποχή του Ινάχου. Πάνω δε σε αυτό υπάρχουν Βωμοί του Δία και της Ήρας όπου θυσίαζαν όταν χρειάζονταν βροχή».

Στο παραπάνω κείμενο μπορούμε να κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις:

1) Ο Δίας λατρευόταν και ως «Καιρικός» θεός με ειδικές τελετές σε περίπτωση ανομβρίας, όπως ο «Ακραίος Ζευς» στην περιοχή του Πηλίου. Επίσης σε διάφορα μέρη ο Καιρικός Δίας είχε και τα επίθετα: Νεφεληγερέτης, Όμβριος, Υέτιος, Κεραυνός, Σημαλέος, κ.λπ.

2) Το Σαπησελάτων ή Σάπης Ελατών είναι πιθανότατα έκφραση με παραμορφωμένο το πρώτο συνθετικό Σάπης, αντί του ορθού Νάπης που σημαίνει κοίλωμα εδάφους κατάφυτου. Άρα το Σάπης Ελάτων προέρχεται από το Νάπης Ελάτων, δηλαδή περιοχή με έλατα ή διαφορετικά Ελατόβουνο.

Όλοι οι παραπάνω χαρακτηρισμοί σημαίνουν ότι σε πολύ παλιές εποχές το όρος Αραχναίο ήταν κατάφυτο από έλατα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου καταστράφηκαν, το πιθανότερο από πυρκαγιές και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που το ελατοδάσος που υπήρχε εκεί δεν ανανεώθηκε, γιατί πιστεύεται πως όταν καταστραφεί από πυρκαγιά δεν ανανεώνεται ποτέ.

 

Αρνάς, η μία κορυφή του Αραχναίου και από κάτω το Λυγουριό – Αρχαία Λήσσα.

 

Από προσωπική εμπειρία γνωρίζω ότι στη θέση Άρεζε-Γκίλεζα και εκατό μέτρα κάτω από το δημόσιο δρόμο, μέχρι και τα τελευταία πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο χρόνια, υπήρχε μικρό έλατο, χαμηλό βεβαία κα πολύ βραδείας ανάπτυξης και εγώ ο ίδιος είχα φροντίσει να το περιφράξω για να το προστατέψω από τα γίδια που έβοσκα στην περιοχή εκείνη. Δεν γνωρίζω μέχρι πότε διατηρήθηκε αυτό γιατί για πολλά χρόνια δεν ζούσα στο χωριό, σήμερα όμως δεν υπάρχει τίποτα, γιατί πρόσφατα ολόκληρη η χλωρίδα της περιοχής εκείνης καταστράφηκε από πυρκαγιά.

Η ύπαρξη λοιπόν στην περιοχή του Αραχναίου έστω και αυτού του μεμονωμένου έλατου, φανερώνει πως η περιοχή εκείνη κάποτε ίσως να ήταν κατάφυτη από έλατα, όπως άλλωστε αναφέρουν και οι αρχαίοι συγγραφείς. Εκτός από το ελατοδάσος στην περιοχή του Αραχναίου υπήρχαν και εκτάσεις κατάφυτες από δρυς ή Λίσιε όπως λέγονται στα Αρβανίτικα, από αυτό δε και η ονομασία κάποιας κορυφής του Αραχναίου Μάλιε-Λίσεζε που σημαίνει κορυφή γεμάτη δρυς [βελανιδιές].

Αλλά και σήμερα ακόμη στην Μάλιε-Λίσεζε και γενικότερα στην γύρω περιοχή του Αρνά, υπάρχουν σποραδικά δρυς μεγάλης ηλικίας που και αυτές όμως σιγά-σιγά πεθαίνουν, είτε από φωτιά που βάζουν στην κουφάλα του κορμού τους οι κάτοικοι της περιοχής αναζητώντας κρυμμένους θησαυρούς από την εποχή που εκεί έμεναν και κυριαρχούσαν οι ληστές, είτε από το τσεκούρι των χωρικών για να τα μετατρέψουν σε καυσόξυλα, είτε ακόμη και από γεράματα όπου σαπίζουν λίγο-λίγο και χάνονται με το πέρασμα του χρόνου. Δεν ξέρω σήμερα πόσα από τα γέρικα αυτά δέντρα σώζονται.

Σήμερα [2002] τα μόνα είδη χλωρίδας που υπάρχουν στο όρος Αραχναίο είναι τα πουρνάρια που κυριαρχούν σε όλη την έκταση του. Τα μεγάλα βέβαια δέντρα είναι σποραδικά και υπάρχουν μόνο στις χαράδρες και κύρια όπου η ιδιοκτησία τα έχει προφυλάξει. Μεγάλες εκτάσεις καλύπτονται από χαμηλά πουρνάρια (πατουλιές όπως συνηθίζονται να λέγονται). Υπάρχουν ακόμα φιλίκια (Γλαντζινιές), Αγριοφυστικές (Κοκορετσιές), Σφάκες, σε λίγες περιοχές υπάρχουν κουμαριές κ.λπ. Σε υψόμετρο κάτω από τα πεντακόσια μέτρα υπάρχουν σε αφθονία και οι αγριελιές.

Οι κάτοικοι του Πόρου και της Τροιζίνας το όρος Αραχναίο στο σύνολο του το ονομάζουν «Κοιμωμένη» γιατί πραγματικά από τις περιοχές εκείνες όταν παρατηρείς την οροσειρά του Αραχναίου μοιάζει σαν μια ύπτια κοιμούμενη γυναίκα με υψωμένο το γόνατο. Μοιάζει δε καταπληκτικά με το στο πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών αριστοτέχνημα του μνημείου Αφεντάκη που κατασκευάστηκε από το γλύπτη Χαλεπά τη γνωστή «Κοιμωμένη του Χαλεπά».

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

 

Read Full Post »

Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807. Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια της τουρκοκρατίας ίσχυε στην Πελοπόννησο το διανεμητικό σύστημα φορολογίας. Κατ’ αυτό, οι επαρχίες και οι κοινότητες έπρεπε να καταβάλουν το ποσό που αναλογούσε σ’ αυτές σύμφωνα με τον καταλογισμό που έκανε το κράτος. Στην πρωτεύουσα του πασαλικίου, την Τριπολιτσά, οι εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων μοραγιάνηδων, συνέτασσαν κάθε έτος το «Κοινόν κατάστιχον του Μορέως», βάσει του οποίου κάθε επαρχία συνέτασσε το δικό της φορολογικό κατάστιχο και το έστελνε στην Τριπολιτσά για να το επικυρώσει ο αρμόδιος καδής. Το κατάστιχο αυτό χρησίμευε και στον απολογισμό που έκανε κάθε δημογεροντία σε επαρχιακή συνέλευση, με την παρουσία του βοεβόδα και του καδή, προς απαλλαγή των προεστών από τις ευθύνες της διαχείρισης.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Ορισμένα κατάστιχα επαρχιακών συνελεύσεων της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Καρύταινας (1819-1820) και της Πάτρας (1819) έχουν ήδη δημοσιευθεί. Υπάρχει όμως και ένα ανέκδοτο κατάστιχο της δημογεροντίας του Άργους των ετών 1806-1807, το οποίο παρουσιάζει ικανό ενδιαφέρον λόγω της έκτασής του και του πλήθους των αναγραφών και εν γένει των καταγεγραμμένων στοιχείων. Φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και περιλαμβάνεται στο αρχείο του Ρήγα Παλαμήδη. Το πώς βρέθηκε το έγγραφο αυτό στο αρχείο του ανωτέρω δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αν λάβουμε υπόψη μας ότι αυτός είχε χρηματίσει κοινός γραμματικός της πελοποννησιακής «γερουσίας» και υπηρετούσε κοντά στον δραγομάνο της Πελοποννήσου. Φαίνεται πως για κάποιο λόγο είχε τεθεί υπόψη του και το κράτησε στο αρχείο του.

Το κατάστιχο αποτελείται από 7 ημίκλαστες κόλλες διαστάσεων 28,5 x 38 εκ. μ., δηλ. από 28 σελίδες χωρίς αρίθμηση, οι οποίες απαρτίζουν τεύχος που συγκρατείται στη ράχη με κλωστή. Άγραφες είναι μόνο οι σελίδες 18 και 25. Η γραφή είναι επιμελημένη και διορθώσεις υπάρχουν μόνο σε ορισμένους αριθμούς-ποσά.

Στην πρώτη σελίδα υπάρχει η εξής επιγραφή: «δευτέρι του αναγνώστη ντοροβίνη. 1806: μαρτίου 9». Συμπεραίνουμε ότι ο αναφερόμενος Αναγνώστης Ντοροβίνης υπήρξε συντάκτης του καταστίχου και αποτελούσε εκτελεστικό μέλος της επαρχιακής δημογεροντίας Άργους. Προφανώς ήταν ο σεντούκ εμίνης  (τουρκ. sendik emin-i), ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη σύνταξη των καταστίχων και των φορολογικών καταλόγων της επαρχίας του, καθώς και την φύλαξη των ποσών που συγκεντρώνονταν για τις τουρκικές αρχές. Γνωστοί, ύστερα από αυτόν  σεντούκ εμίνηδες της ίδιας επαρχίας ήσαν οι Αναγνώστης Γκελμπερής και Νικ. Ζεγκίνης. Όπως σημειώνει ο περιηγητής W. M. Leake (1805) ο μουκατάς (δικαίωμα είσπραξης προσόδων) του Άργους ανήκε σε μία από τις αδελφές του σουλτάνου, η οποία είχε αναθέσει την είσπραξή του σε Έλληνες.

Το κατάστιχο είναι διαιρεμένο σε δύο μέρη. Το α’ μέρος περιλαμβάνει αναγραφές για τα «έξοδα της εξαμηνιαίας του μουαρεμίου» (9η Μαρτίου έως 8η Σεπτεμβρίου του έτους 1806 [σσ. 2-7]) και το τύπωμα, δηλαδή η διανομή και η είσπραξη των φόρων κατά χωριό (σσ. 8-9). Ακολουθούν οι αναγραφές «της εξαμηνίας του ρετζεπίου» (9 Σεπτ. 2006 – 25 φεβρ. 1807 [σσ. 10-15]) με το αντίστοιχο τύπωμα (σσ. 16-17). Το β΄μέρος περιλαμβάνει αναγραφές του έτους 1807 (26 Φεβρ. – 29 Ιουνίου) [σσ. 19-24] και στο τέλος (σσ. 26-27) καταχωρίζεται συγκεντρωτικός πίνακας δοσοληψιών των προαναφερθέντων ετών. Έχουμε δηλαδή αναγραφές για τρία εξάμηνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η εκσυγχρονιστική πολιτική του Τρικούπη και το Άργος. Βασίλειος Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Σχολικός Σύμβουλος. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Αν για την Ευρώπη το τέλος του 18ου αιώνα και το πρώτο μισό του 19ου είναι η εποχή των επαναστάσεων και το δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα η εποχή του κεφαλαίου και της δημιουργίας των αυτοκρατοριών, γεγονός που κάνει ιδιαίτερα συναρπαστικό τον αιώνα αυτό [1], για την Ελλάδα του 19ου αιώνα η επανάσταση του 1821, η απελευθέρωση, η προσπάθεια συγκρότησης οργανωμένου κράτους και το πείραμα του αστικού εκσυγχρονισμού του Τρικούπη είναι βασικοί σταθμοί της πορείας της ελληνικής κοινωνίας που αποδεικνύουν ότι, και αν ακόμη δεν ακολουθεί τον ευρωπαϊκό πολιτικο-κοινωνικό και οικονομικό βηματισμό, οραματίζεται και επιχειρεί. [2] Σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο ενός αιώνα που αρχίζει για την Ελλάδα με επανάσταση και λήγει με ήττα (1897), που είναι μια από τις καθοριστικές παραμέτρους και προάγγελος μιας στρατιωτικής εκσυγχρονιστικής επανάστασης (1909), ο μελετητής της εποχής του Τρικούπη ίσως εκτιμήσει ως πρώιμη την απόπειρά του, σε σχέση με το  επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας γενικά και της  πολιτικοοικονομικής δομής της ειδικότερα.

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Η πολιτική εκσυγχρονισμού του Τρικούπη ή ο νεωτερισμός του είναι ένα ενδιαφέρον και θεμελιακό ζήτημα για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας και πρόκληση ταυτόχρονα για την κατανόηση της πολυπλοκότητας της Νεοελληνικής  Ιστορίας. Ο Σπύρος Τζόκας, στο βιβλίο του Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, παρουσιάζοντας  τη ζωή και το έργο του Τρικούπη διαπιστώνει τα εξής:

«Η προσωπικότητα του Μεσολογγίτη πολιτικού είναι άρρηκτα δεμένη με μια από τις πολυτάραχες περιόδους της νεοελληνικής Ιστορίας, της οποίας οι εξελίξεις, οι αντιφάσεις, οι πρόοδοι και τα πισωγυρίσματα χρήζουν ευρύτερης και συστηματικότερης έρευνας, ώστε να απαντηθούν ερωτήματα που διαρκώς προκύπτουν». [3] 

Αν ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, φαίνεται ότι η πολιτική και η κοινωνική της εφαρμογή είναι μια «αιματηρή» σύγκρουση πολλών επιπέδων και δραματικών επιλογών. Σ’ αυτό το χώρο των πολιτικών επιλογών και συγκεκριμένα του Τρικουπικού εκσυγχρονισμού, [4] ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας υπήρξε καθοριστικός. Η λειτουργία του πολιτικού συστήματος στη βάση της κοινωνικής δομής, δηλαδή στη μικρή πόλη και την κοινότητα, παρέχει τη δυνατότητα ασφαλέστερης, πρωτογενούς και αυθεντικής προσέγγισης των διαμορφούμενων πολιτικών σχέσεων, και μάλιστα στη συγκεκριμένη και χρονική περίοδο, αλλά και της υποδοχής των θεσμικών παρεμβάσεων μέσα από τα δίκτυα εξουσίας και οικονομικής και κοινωνικής δράσης. Το γεγονός αυτό δεν απλοποιεί τα πράγματα αλλά περιορίζει το πεδίο ανάλυσης και ίσως βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων.

Με αφετηρία αυτές τις παρατηρήσεις θα επιχειρήσω  να προσδιορίσω σαφέστερα το θέμα μου προβάλλοντας το εξής βασικό ερώτημα: Η ολομέτωπη, ουσιαστικά, πολιτική αντίδραση του Άργους [5] απέναντι στον Τρικουπικό εκσυγχρονισμό, σημαίνει ότι ο Αργειακός λαός απέρριψε το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής κοινωνίας ή ότι η εγγράμματη τοπική  ελίτ, η κρατική αστική ομάδα και τα υπολείμματα των προεστών αντιδρούν απόλυτα και έντονα στην προσπάθεια κοινωνικής αναβάθμισης και οικονομικής προόδου, δίνοντας ουσιαστικά μια ψεύτικη εικόνα για τη στάση του μεγαλύτερου τμήματος της αγροτικής κοινωνίας του Άργους, το οποίο εξαρτημένο και υπανάπτυκτο ακολουθεί την πορεία που του υποδεικνύεται ή που φαινομενικά του επιβάλλεται;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, όπως θα φανεί στη συνέχεια, μπορεί να είναι διπλή. Στην πρώτη ανάγνωση των στοιχείων φαίνεται ότι η Αργειακή κοινωνία κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση με τη θεσμοθετούμενη κοινωνική, πολιτική και οικονομική αστική εξέλιξη [6] παρά το ότι εκφράζει, μέσω του τύπου, αιτήματα εκσυγχρονιστικά. Μια δεύτερη, όμως, ανάγνωση μπορεί να αναδείξει τη διαφορετική, έστω και λόγω διαίσθησης, αντίδραση της πλειοψηφίας του Αργειακού λαού, ο οποίος δεν μπορεί να εκφραστεί, τουλάχιστον, μέσω του τύπου και των μηχανισμών εξουσίας αλλά διαφαίνεται η στάση του σε διάφορες ευκαιρίες πολιτικών  επιλογών.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να καταγράψουμε και να ερμηνεύσουμε τη στάση της κοινωνίας του Άργους απέναντι στο εκσυγχρονιστικό όραμα του Τρικούπη μελετήσαμε τις τοπικές εφημερίδες. Άλλες πηγές δεν εντοπίστηκαν. Αυτή η μοναδικότητα του είδους των πηγών δημιουργεί ερωτηματικά για τη δυνατότητα ουσιαστικής κατανόησης των πολύπλοκων διεργασιών και σχέσεων, σκοπιμοτήτων και συμφερόντων που συνυπάρχουν και  οδηγούν στην τελική διαμόρφωση της πρώτης σελίδας της εφημερίδας. Όμως, η προσεκτική προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει στην αρκετά ικανοποιητική κατανόηση των παρεχομένων πληροφοριών. [7]

Θεόδωρος Δηλιγιάννης (1824 ή 1820-1905). Πέντε φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα και να προσδιορίσουμε την πραγματική στάση της Αργειακής κοινωνίας είναι αναγκαίο να επισημάνουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του Τρικουπικού εκσυγχρονισμού και του Δηλιγιαννικού εθνικισμού, τα οποία συνοπτικά και συμβολικά αποτυπώνονται και στην επιλογή των ονομάτων των αντίστοιχων κομμάτων, Νεωτερικόν το κόμμα του Τρικούπη και Εθνικόν το κόμμα του Δηλιγιάννη. Η ονομασία επομένως απηχεί και τις πολιτικές επιλογές του κάθε κόμματος.

Ο νεωτερισμός του Τρικούπη συνίσταται στη διάκριση των εξουσιών και στην ανάπτυξη της ιδιωτικής κοινωνίας μέχρι την αυτονόμησή της ενώ για τον Δηλιγιάννη εθνική ήταν αυτή καθαυτή η ανάπτυξη του ανάμικτου κρατικοινωνικού συστήματος μέσα στο οποίο έδρευαν και τα ιδιωτικά συμφέροντα. Η αντίθεση αυτή και η ύπαρξη των δύο κομμάτων συγκροτεί την αρχή του νεοελληνικού δικομματισμού. Και τα δύο κόμματα επεδίωκαν να αντιπαρατεθούν στο επίπεδο του χειρισμού και της αξιοποίησης  της κρατικής μηχανής. Ο εκσυγχρονισμός με όλες τις προεκτάσεις του αποτελούσε λειτουργική προϋπόθεση για την εθνική ανόρθωση και από αφηρημένο δεοντολογικό σχήμα γίνεται αντικείμενο ανταγωνισμού [8].

Στην περίοδο από το 1875 και μετά παρουσιάζεται μια αισθητή αλλαγή των κυρίαρχων κοινωνικών  και οικονομικών δομών της χώρας. Η ένταση του ρυθμού αστικοποίησης αυξάνεται, η εμπορευματοποίηση της αγροτικής παραγωγής έχει ήδη συντελεστεί και ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας γίνεται πιο περίπλοκος και νέα κυρίαρχα κοινωνικά  στρώματα αρχίζουν να συγκροτούνται που δεν ενδιαφέρονται τόσο για την κρατική εξουσία όσο για τη δυνατότητα οικονομικής δραστηριοποίησης με τη λήψη μέτρων που θα ευνοούσαν την προώθηση των συμφερόντων τους (Βιομήχανοι, Σταφιδέμποροι, Χρηματιστές). Ο ρόλος του κράτους είναι κυρίαρχος στη διαδικασία της  απόσπασης υπερπροϊόντος από τους εργαζόμενους με σκοπό τη δημιουργία νέων κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων [9].

Ο Τρικούπης εκφράζοντας αυτά τα νέα κοινωνικά στρώματα και τον πόθο για οικονομική ανάπτυξη εξυπηρετεί το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο στην πορεία προς την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό των κοινωνικών σχέσεων. Βασικά αιτήματα που προβάλλει είναι η συγκρότηση κράτους δικαίου, ο εξορθολογισμός της διοίκησης με τον καθορισμό των προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να περιοριστεί η ευνοιοκρατία, η ανάπτυξη της οικονομίας και ενίσχυση της γεωργίας, η βελτίωση της άμυνας και της υποδομής κατά κύριο λόγο του συγκοινωνιακού δικτύου. Αυτό θα το πετύχαινε με την οργανωτική αναδιάρθρωση, τη βελτίωση των οικονομικών του κράτους, την αύξηση των φόρων, τη σύναψη δανείων και την παροχή κινήτρων για επενδύσεις. Ο Τρικούπης αποβλέπει στο μοντέλο της αγγλικής κοινωνίας, στην ενίσχυση της οικονομίας και αποδυνάμωση της πολιτικής εξουσίας.

Αντίθετα ο Δηλιγιάννης στοχεύει στην ισχυρή πολιτική εξουσία που θα ελέγχει την οικονομία, προβάλλει την κοινωνική δικαιοσύνη, τη μείωση των φόρων, τη διατήρηση του κράτους ως προνομιακού χώρου πελατειακών εξυπηρετήσεων, την απέχθεια του στο χρηματιστικό κεφάλαιο και την οικονομική ανάπτυξη με βάση τις παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες. Στους κόλπους του κόμματός του είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι δυσαρεστημένοι από κάθε κοινωνικό στρώμα. Ουσιαστικά ο Δηλιγιάννης εξέφραζε τη δυσαρέσκεια εναντίον του Τρικούπη.

 

Άργος

 

Μέσα σ’ αυτό το αντιφατικό και συγκρουσιακό πολιτικό  τοπίο, όπου κάθε φορά που ο Τρικούπης παίρνει την εξουσία και θεσμοθετεί, ακολουθεί ο Δηλιγιάννης που καταργεί τα νομοθετήματα και ακυρώνει τις κρατικές λειτουργίες, ποιά είναι η στάση της Αργειακής κοινής γνώμης αλλά και του Αργειακού τύπου που, όπως φαίνεται, είναι η αποκλειστική πηγή πληροφοριών για την εποχή εκείνη;

Το κλίμα που επικρατεί σε σχέση με την πολιτική Τρικούπη είναι ιδιαίτερα αρνητικά φορτισμένο λόγω της εμπάθειας και του φανατισμού ο οποίος κυριαρχεί. Το κύριο σώμα των τοπικών εφημερίδων (Άργος, Αργολίς, Δαναός, Αγαμέμνων) τοποθετείται αρνητικά απέναντι στην πολιτική Τρικούπη, χωρίς να λείπουν και αντικειμενικές τοποθετήσεις είτε πραγματικές είτε τεχνητές. [10] Στον αντίποδα η εφημερίδα Ερασίνος υπερασπίζεται την πολιτική Τρικούπη αποφεύγοντας γενικά την υιοθέτηση σκληρού και υβριστικού λόγου χωρίς να αποκλείεται κάποια φορά και αυτό στη δίνη της πολιτικής αντιπαράθεσης. [11]

 

Αγαμέμνων

 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι το αίτημα του εκσυγχρονισμού κυριαρχεί στον τοπικό τύπο γύρω στο 1875. Η εφημερίδα  Αργολίς σε άρθρο της με τίτλο « Ο Κυρίαρχος Λαός» στηλιτεύει την εκμετάλλευση του λαού και τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Η απόγνωση των πολιτών είναι χαρακτηριστική αλλά και η απαίτηση για εκσυγχρονισμό και εξυγίανση της πολιτικής και οικονομικής ζωής επιτακτική ακόμη και από εκείνους  οι οποίοι στη συνέχεια θα γίνουν οι σκληρότεροι επικριτές του Τρικούπη. [12]

Η άνοδος του Τρικούπη στην εξουσία με κυβέρνηση «διαβατική », δηλαδή μεταβατική, ύστερα από πρόσκληση του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ και σε αντίθεση με την αρχή της δεδηλωμένης που θεσμοθετήθηκε το 1875, αντιμετωπίζεται από τον τοπικό τύπο θετικά χωρίς να παραλείπεται η επισήμανση της ανακολουθίας του Τρικούπη σε σχέση με τις διακηρύξεις του (Το άρθρο του Τις πταίει;). Παράγοντας που προσδιορίζει τις πολιτικές εξελίξεις είναι ο βασιλιάς ο οποίος, ταυτόχρονα, είναι και «ο θεματοφύλακας του έθνους και η καταφυγή στις δύσκολες στιγμές». Η ανάγκη χειραγώγησης της κυβέρνησης Τρικούπη από τους πολιτευόμενους και τον τύπο είναι η βασική πρόταση για την επιτυχία της. Ταυτόχρονα εκτιμάται ως θετική η διενέργεια των εκλογών του 1875 από την κυβέρνηση Τρικούπη κατά τρόπο τίμιο και συνταγματικό (Αργολίς, 3-9-1875). [13]

Η ανάληψη της εξουσίας από τον Τρικούπη το 1880 και η κατάργηση, στο επτάμηνο διάστημα της άσκησης της εξουσίας,  του φόρου της δεκάτης,  φαίνεται να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των γεωργών και των κτηνοτρόφων. [14] Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη η περίπτωση κτηνοτρόφου από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα) της Αργολίδας. Σε επίσκεψη του Τρικούπη στο Ναύπλιο (Ιούλιος του 1880) θα του εκφράσει τις ευχαριστίες του για την κατάργηση του φόρου της δεκάτης: «Είσαι ο πρωθυπουργός; Ο θεός να σε πολυχρονάη. Σ’ ευχαριστούμε πολύ που μας έσωσες από τα κονάκια και από το φόρο της δεκάτης .Έκαμες μυστήριο. Όλοι οι χωρικοί ανάπτουν κερί στο όνομά σου». Ας σημειωθεί ότι η εφημερίδα που αναφέρει το περιστατικό αντιπολιτεύεται έντονα τον Τρικούπη. [15] Το περιστατικό αυτό, αν και είναι από τα ελάχιστα που αναφέρονται και κάνουν θετική αποτίμηση της πολιτικής του Τρικούπη, νομίζω ότι αποκαλύπτει το θετικό αντίκτυπο που είχε η κατάργηση του φόρου της δεκάτης και  η πολιτική Τρικούπη στον απλό γεωργό και κτηνοτρόφο και γενικότερα στον  απλό πολίτη που δεινοπαθούσε έντονα, μέχρι τότε, από τους ενοικιαστές των φόρων, οι οποίοι  τον εκμεταλλεύονταν άπληστα.

 

Αργολίς

 

Η επομένη περίοδος (3-3-1882 μέχρι 19-4-1885) είναι η περίοδος των πρώτων σημαντικών μέτρων που παίρνει ο Τρικούπης, τα οποία αφορούν την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου, τη δημιουργία έργων υποδομής αλλά και επιβολής νέων φόρων (καπνού, τσιγαρόχαρτου, πετρελαίου, ειδών πολυτελείας) και την επιδίωξη προσέλκυσης κεφαλαίων από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Επίσης ο Τρικούπης επιδιώκει διασφάλιση της δημόσιας τάξης (νόμοι για τη δίωξη της ληστείας, της ζωοκλοπής, την πάταξη της φοροδιαφυγής, την αναδιοργάνωση της δημόσιας αστυνομίας και της αγροφυλακής), την αναδιοργάνωση του στρατού, την αναμόρφωση του δημοσιονομικού και διοικητικού μηχανισμού και την εκβιομηχάνιση της χώρας.

Σ’ αυτά τα μέτρα η κοινή γνώμη του Άργους φαίνεται να τοποθετείται αρνητικά. Καταγγέλλεται το νέο νομισματικό σύστημα εξαιτίας του οποίου υποτιμήθηκε η δραχμή κατά 12%, με το οποίο επιδιώχθηκε η ενοποίηση του νομισματικού συστήματος (κυρίως όμως ωφελήθηκε, προσωρινά τουλάχιστον η Εθνική Τράπεζα). Επίσης, η επιβολή φόρων και ιδιαίτερα στον καπνό και τα άλλα είδη πρώτης ανάγκης αντιμετωπίζεται με έντονη αντίδραση ( τουλάχιστον φραστική). Συγκεκριμένα καταγγέλλεται ο Πρωθυπουργός της χώρας και οι βουλευτές (Αργολίς 26-11-1882):

 

Κύριοι αντιπρόσωποι του Έθνους, σείς ιδίως οίτινες αποτελείτε την πλειοψηφίαν της Βουλής, την δουλικήν  ακολουθούσαν τω άρματι του δεσποτικοτέρου των πρωθυπουργών, εξ όσων είδεν η νεοτέρα Ελλάς, γνωρίζετε τι κάμνετε , πού φέρεσθε και που ωθείτε το έθνος;… ο κ. Τρικούπης ήλθεν άλλοτε εις τα πράγματα με πρόγραμμα  αυστηροτάτων οικονομιών, δι ών εδημοκόπει και κατήργει δημοσίας θέσεις περιττάς και σήμερον, σήμερον , ότε λέγει, ότι έχομεν ανάγκην χρημάτων κατέπνιξε το έθνος εν τη σπατάλη και τη ασωτεία, εξογκώσας τα δημόσια έξοδα με εκατοντάδες στρατιωτικών προβιβασμών, με παμπληθείς δημοσίας θέσεις…» και καταλήγει η εφημερίδα: « Αντιπρόσωποι του έθνους αποκρούσατε ανδρικώς τους νέους φόρους. Ο λαός γογγύζει. Η φορολογία απορροφά την ικμάδα των μόχθων του. Ευσπλαχνισθήτε την αθλιότητά του και οπισθοχωρήσατε. Άλλως, ατενίσατε μετά δέους και φρίκης το μέλλον.

 

Στην εντεινόμενη αντίθεση προς την πολιτική Τρικούπη η επίκληση στο λαό είναι έντονη και συνεχής:

 

Δυστυχώς Ελληνικέ λαέ ιδού οσημέραι φθίνεις. Ιδού σε αναμένει φοβερά χρεωκοπία… έως πότε θα κύπτης τον αυχένα ενώπιον του Δημάρχου, του Βουλευτού και άλλου πολιτικού κομματαρχίσκου… αναγνώρισον λαέ την δύναμίν σου, συνισταμένην εις την πολύτιμόν Σου ψήφον. Πάταξον δι’ αυτής τους βεβήλους μνηστήρας, και δός την ωραίαν νύμφην εις αχράντους και χρηστούς, ίνα διατηρήσωσι ταύτην αγνήν παρθένον. [16]

 

Οι καταγγελίες επεκτείνονται από την πολιτική διαφθορά και την άδικη εκμετάλλευση του πολίτη μέχρι την καταδίωξή του από τους εισπράκτορες των φόρων και τους χωροφύλακες. Η εφημερίδα  Δαναός τις παραμονές των εκλογών και της ήττας του Τρικούπη ( 19-4/ 1-5-1885) σε άρθρο της με τίτλο Εθνικός Αγών αποφαίνεται ότι η «Η δυστυχία του λαού δεν έχει όρια» και απευθυνόμενη στο λαό τονίζει ότι «Πρέπει το αχρείον, το φαύλον, το πλουτοκρατικόν, το φορολόγον, το μονοπωλικόν, το σατραπικόν, το τυραννικόν, το καταχθόνιον, το προδοτικόν, το ανήθικον, το επάρατον, το δυσεπάρατον σύστημα Τρικούπη, πρέπει να πέση οικτρόν οικτρώς οικτρότατα. Πρέπει να σφαιροβοληθή πανταχόθεν στις κάλπες μετά φανατικής αγανακτήσεως υπό του λαού και από το οικοδόμημά του, το οποίον έκτισε με τους ιδρώτας του πτωχού Λαού, λίθος επί λίθου να μη μείνει και αυτά τα ερείπια να απολεσθώσιν » [17].

Με την ίδια ένταση οι κατηγορίες θα συνεχισθούν και στη δεύτερη μεγάλη περίοδο της Τρικουπικής διακυβέρνησης (1887-1890). Οι καταγγελίες πληθαίνουν με αίτημα την κυριαρχία του νόμου που έχει διασαλευθεί από την κυριαρχία του χωροφύλακα και του εισπράκτορα των χρηματιστηριακών παιχνιδιών, τους διορισμούς χωρίς να υπάρχουν ανάγκες στο δημόσιο, την καταστροφή του εμπορίου και την επιβουλή στην απονομή της δικαιοσύνης. [18] Παρά την ανανέωση της λαϊκής εντολής οι κατηγορίες θα συνεχισθούν και θα επεκταθούν μέχρι και αυτή της εθνικής προδοσίας στο Κρητικό ζήτημα, το 1889. (Ο Τρικούπης αρνήθηκε την παροχή βοήθειας στους Κρήτες όχι χωρίς αιτιολογία, που όμως δε θεωρήθηκε  επαρκής). [19] Με τη στάση αυτή του τύπου επιχειρείται η  απαξίωση της πολιτικής του Τρικούπη σε όλους τους τομείς που ανέπτυξε δραστηριότητα και κατά συνέπεια η συνολική απόρριψή της. [20]

Στην αρνητική και αντιδραστική αυτή στάση της πλειοψηφίας του τοπικού τύπου απέναντι στην πολιτική Τρικούπη θα πρέπει να προστεθεί και η απογοήτευση που εκφράζεται και για την πολιτική Δηλιγιάννη στη διάρκεια των διαφόρων περιόδων που άσκησε τη εξουσία. Ιδιαίτερα μάλιστα επικριτικά στέκονται στην αποτυχία της προσπάθειας να εισαχθεί σε δίκη ο Τρικούπης με την πρόταση για  σύσταση εξεταστικής επιτροπής (1892) η οποία τελικά  καταψηφίσθηκε και από τον ίδιο το Δηλιγιάννη. [21]

Οι επικρίσεις, επίσης, δεν αφήνουν στο απυρόβλητο και το βασιλιά, ο οποίος θεωρείται υπεύθυνος για την πτώση του Δηλιγιάννη το 1892. Η κύρια ευθύνη, όμως, αποδίδεται στον ίδιο τον  Τρικούπη που καθοδηγεί το βασιλιά, στην προσπάθεια που επιχειρεί ο τοπικός τύπος, για να διασφαλιστεί, τουλάχιστον,  ο βασιλιάς από τη φθορά στα μάτια της κοινής γνώμης, εφ’ όσον χαρακτηρίζεται ο αναμορφωτής της ελληνικής κοινωνίας ενώ οι αντιπρόσωποι του λαού, οι βουλευτές, είναι «τα σεσηπότα μέλη της κοινωνίας» (Αγαμέμνων 25-4-1893) [22].Το αποκορύφωμα της κατάκρισης εναντίον του Τρικούπη και των βουλευτών που τον στηρίζουν θα προκύψει μετά την χρεωκοπία του 1893. [23]

Με βάση, λοιπόν, τα γεγονότα που εκτέθηκαν, η αρνητική στάση της  Αργειακής κοινωνίας απέναντι στην πολιτική του Τρικούπη, φαινομενικά τουλάχιστον, έχει καθολικό χαρακτήρα. Την επίθεση κατά του Τρικούπη φαίνεται ότι κατευθύνει η πνευματική, οικονομική και κρατικοδίαιτη ελίτ του Άργους που θεωρεί ότι η εκσυγχρονιστική αντίληψη   και πρακτική του  αποτελεί άμεση και άκρως επικίνδυνη κατάσταση για τη δυνατότητα διαχείρισης της εξουσίας εκ μέρους της και της κυριαρχικής της λειτουργίας, έστω και σε τοπικό επίπεδο. [24] Εκμεταλλευόμενη την οικονομική και διοικητική κυριαρχία της, επικαλείται τις συνέπειες της πολιτικής Τρικούπη σε βάρος του λαού, αξιοποιώντας τη λαϊκιστική τάση, προκειμένου να διαμορφώσει την κοινή γνώμη εναντίον της πολιτικής αυτής, χωρίς να μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι δεν υπάρχουν βάσιμες και σοβαρές αιτιάσεις για την πολιτική Τρικούπη, ιδίως απέναντι στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα.

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Αν εξετάσουμε, όμως, προσεκτικά και κάποια άλλα  γεγονότα, μαζί με  το επεισόδιο του χωρικού από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), που προαναφέρθηκε, μπορούμε να διατυπώσουμε και μια διαφορετική σκέψη. Οι εκλογές της 16-4-1895 κατά τις οποίες συντρίβεται το κόμμα του Τρικούπη, στην περιοχή του Άργους θα δώσουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα από τα αναμενόμενα, δηλαδή θα υπερισχύσουν  οι υποψήφιοι του Τρικουπικού κόμματος σε βάρος των Δηλιγιαννικών, ώστε να εκπλαγεί η εφημερίδα Αγαμέμνων, η οποία ήταν  σφοδρός πολέμιος της εκσυγχρονιστικής πολιτικής και προσωπικά του ίδιου Τρικούπη. Σε  άρθρο  της  με   τίτλο «Έλληνες ή Ιουδαίοι» επισημαίνει:

 

Κατασυνετρίβη τελείως, ψήψω Λαϊκή, ο εργάτης της χρεωκοπίας και της ατιμώσεως του Έθνους, αλλ’ εκ της πτώσεώς ταύτης ουδείς εχάρη πλήν των εν Μεσολογγίω αντιπάλων αυτού, άπας ο άλλος Λαός επικρογέλασεν έχων υπ’ όψει του αφ’ ενός την αξίαν του ανδρός εκμηδενισθέντος πολιτικώς, και αφ’ ετέρου τον βόρβορον δι’ ού περιεκαλύφθη πάσα αρετή του εκ της ολεθρίας συναλλαγής… μάλλον δε πιστεύομεν ότι νέαν τακτικήν πολιτικής θα μετέλθη ο πολιτευτής ούτος όν θεωρούμεν λίαν επικίνδυνον ως αντιπολιτευόμενον…

 

Επιπλέον,  για τα τοπικά εκλογικά αποτελέσματα η εφημερίδα σημειώνει:

 

Είναι απίστευτον αλλ’ εν τούτοις είναι αληθές ότι η επαρχία Άργους ασπάζεται και μέχρι σήμερον το πολιτικόν πρόγραμμα του κ. Τρικούπη. Τούτο δε απεδείχθη εκ της γενομένης ψηφοφορίας καθ’ ήν πρώτος επιτυχών βουλευτής  εξελέγη ο κ. Ιωάννης Ζωγράφος ταγματάρχης… Ημείς έχοντες υπ’ όψει τον εν ταις άλλαις επαρχίαις του κράτους εκδηλωθέντα μετά την παραίτησιν της Κυβερνήσεως του κ. Τρικούπη πανδηλιγιαννισμόν, ακούοντες δε καθ’ εκάστην παράπονα παρά των συμπολιτών ημών δια την καταθλιπτικήν και δυσβάστακτον φορολογίαν, ήτις δια των νόμων του κ. Τρικούπη είχεν επιβληθεί αυτοίς, επιστεύομεν ότι και η ημετέρα επαρχία φίλα εφρόνει τω κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη. Αλλά μας διέψευσαν τα πράγματα και ιδού η Επαρχία Άργους κατά την 16 Απριλίου απέδειξεν ό,τι και κατά το έτος 1885, ότε ανάδειξεν πρώτον επιτυχόντα βουλευτήν τον αΐδιμον Γεώργιον Τσώκρην φίλον τυγχάνοντα του κ. Τρικούπη μετά του αειμνήστου Αγγέλου Γεωργαντά εκλαμβανομένου ως Τρικουπικού. Και τότε η Επαρχία Άργους ανέδειξεν έναν μόνον βουλευτήν Δηλιγιαννικόν. [25]

 

Αξίζει να επισημανθεί ότι από μια εφημερίδα που μάχεται φανατικά εναντίον του Τρικούπη διατυπώνεται καθαρά η άποψη ότι ο λαός του Άργους και το 1885 αλλά και το 1895 ακολουθεί την πολιτική Τρικούπη άσχετα από τις όποιες μετακινήσεις υποψηφίων βουλευτών προς την πλευρά του Τρικούπη για λόγους καθαρά προσωπικών συμφερόντων. Το γεγονός αυτό  φαίνεται να πιστοποιεί τη διαφορά  απόψεων του εκλογικού σώματος και της τοπικής πολιτικής, κοινωνικής αλλά και δημοσιογραφικής ελίτ.

 

Δαναός

 

Αυτές οι εξελίξεις, αν συνδυασθούν με μια προγενέστερη επίσκεψη του Δηλιγιάννη στο Άργος (Μάρτιος του 1885) και τις αντιφατικές πληροφορίες της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας Δαναός και των εκπροσώπων του Τρικουπικού κόμματος, Τσόκρη και Γεωργαντά, δείχνουν ότι η λαϊκή βάση του κόμματος του Τρικούπη είναι αρκετά ισχυρή και επηρεάζει την τοπική κοινωνία. Η εκλογή  για μια ολόκληρη οκταετία ως δημάρχου, στο Άργος, (1884-1891) του Καλμούχου, ο οποίος στηρίζει την νεωτεριστική πολιτική του Τρικούπη έρχεται να επιβεβαιώσει ακόμη περισσότερο την παραπάνω άποψη. [26]

Ολοκληρώνοντας, λοιπόν,  την εισήγησή μου αυτή νομίζω ότι έγινε  σαφές πως παρά τη φαινομενική μέσω του  τύπου αντίδραση της κοινωνίας του Άργους, τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, αν όχι συνειδητά, πάντως διαισθητικά και έμπρακτα με την επιλογή τρικουπικών βουλευτών και Δημάρχου, [27] ακυρώνουν τη φαινομενολογία των τοπικών πολιτικών πραγμάτων και δημιουργούν προς διερεύνηση το εξής ερώτημα: Μέσα από ποιους μηχανισμούς και διαδικασίες διαμορφώθηκε αυτή η αρκετά σημαντική  φιλοτρικουπική τάση σε μια κοινωνία συντηρητική και πολιορκούμενη από μια δημόσια και συνεχή, μετωπική και επιθετική πρακτική της τοπικής ηγετικής εγγράμματης  ομάδας;

 

Υποσημειώσεις


[1] Πολύ σημαντικά, για τις περιόδους που αναφέραμε,  και ιδιαίτερα κατατοπιστικά για την κατανόηση των ιστορικών γεγονότων που θα επηρεάσουν την παγκόσμια εξέλιξη είναι τα βιβλία του E.J.Hobsbawm: Η εποχή των επαναστάσεων1789-1948,εκδ. ΜΙΕΤ,Αθήνα 1990  – Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994 –  Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.

[2] Να επισημανθεί ότι, αυτό που επιχειρεί ο Τρικούπης μετά το 1880, ήδη στην Ευρώπη ήταν μια πραγματικότητα που οδηγούσε σε νέες θεμελιακές εξελίξεις. Ο E.J. Hobsbawm στο βιβλίο του  Η εποχή του κεφαλαίου1848-1875, σελ.16, σημειώνει : «Η περίοδος από το 1789 ως το 1848 σφραγίστηκε από μια διττή επανάσταση: τον βιομηχανικό μετασχηματισμό, που εγκαινιάστηκε και ως έναν μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη Βρετανία, και τον πολιτικό μετασχηματισμό, που συνδέθηκε με τη Γαλλία και ως έναν μεγάλο βαθμό περιορίστηκε σ’ αυτήν. Και οι δύο αυτές επαναστάσεις σήμαιναν το θρίαμβο μιας καινούριας κοινωνίας, αλλά αν θα ήταν η κοινωνία του θριαμβευτή φιλελεύθερου καπιταλισμού, « του αστού κατακτητή», όπως έλεγε ένας γάλλος ιστορικός, ήταν πιο άδηλο για τους συγχρόνους από όσο για μας σήμερα». Επομένως, ο Τρικούπης αναλάμβανε ένα δυσβάστακτo  χρέος, δηλαδή να εκσυγχρονίσει οικονομικά και πολιτικά την Ελλάδα χωρίς βίαιους κραδασμούς, επιδίωξη ακόμη δυσκολότερη. Να προστεθεί, επίσης, ότι το εγχείρημα του Τρικούπη ξεκινούσε τη στιγμή που, σύμφωνα με όσα γράφει ο Hobsbawm στο βιβλίο του, Η εποχή των αυτοκρατοριών1875-1914,σελ. 26-27, «… το βασικό μοτίβο αυτής της περιόδου,…, είναι η πορεία της κοινωνίας και του κόσμου του αστικού φιλελευθερισμού προς ό,τι έχει ονομαστεί ο « περίεργος θάνατός » του καθώς φτάνει στο απόγειό του, θύμα των αντιφάσεων που περιέκλειε η πρόοδός του».              

[3] Σπύρου Τζόκα, Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, Οδοιπορικό στον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ.11. Στη σελίδα 15 καταγράφονται οι εξελίξεις στην Ευρώπη την περίοδο αυτή αλλά και στην Ελλάδα ειδικά: « Στην Ελλάδα  εμφανίζονται με καθυστέρηση φαινόμενα δομικών μετασχηματισμών, διαδικασίες εκμηχάνισης, αστικοποίηση. Οι παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές αρχίζουν να κλυδωνίζονται και να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μετατροπής  του κοινωνικού-οικονομικού σχηματισμού της χώρας και του καπιταλιστικού μετασχηματισμού της. Το εσωτερικό πλαίσιο της χώρας  φαίνεται να διαφοροποιείται σε σύγκριση με εκείνο των προηγουμένων πενήντα χρόνων».       

[4] Ό.π., σελ.16. Ο Σ. Τζόκας προσδιορίζοντας τον εκσυγχρονιστικό χαρακτήρα της πολιτικής Τρικούπη αναφέρει: «Ο Χαρίλαος Τρικούπης έρχεται να εκφράσει πολιτικά τη δυναμική αυτή, το αίτημα της αστικής τάξης για δομικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις. Προσπαθεί να αναδιοργανώσει και να εκσυγχρονίσει το κράτος, να δημιουργήσει τις βασικές προϋποθέσεις για τη διευκόλυνση της οικονομικής δραστηριότητας, να στηρίξει και να προωθήσει τα πρώτα βήματα της εκβιομηχάνισης. Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπήρξε οπαδός του κοινοβουλευτισμού, επικριτής του Στέμματος, του παλαιοκομματικού πολιτικού συστήματος , που όχι μόνο δεν αντιστοιχούσε, αλλά και παρεμπόδιζε τις συντελούμενες κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες».      

[5] Δημήτρη Χαραλάμπη, Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Η εξωθεσμική συναίνεση στο ελληνικό πολιτικό σύστημα πολιτικό, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1984, σελ.19-38. Στο κεφάλαιο αυτό με τίτλο Τα συγκροτησιακά στοιχεία του πολιτικού κατά το 19ο αιώνα , ο συγγραφέας κάνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον τρόπο διαμόρφωσης  του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα, στοιχείο που επιτρέπει την κατανόηση και την ερμηνεία της οργάνωσης των πολιτικών ισορροπιών, της χρήσης της κρατικής εξουσίας και συνεπώς της αντίδρασης που συναντά ο Τρικούπης στην πολιτική του. Τονίζει ότι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα  με βάση την καθολική ψηφοφορία και την αρχή της δεδηλωμένης ,που συνιστούν και το σύγχρονο χαρακτήρα του, γίνεται πραγματικότητα πολύ αργότερα στις βιομηχανικές χώρες. Όμως το σύστημα αυτό στερείται « από τον τυπικό δυϊσμό της κοινωνικής θέσμισης του Κοινωνικού συμβολαίου… Δεν αποτελεί το τελικό προϊόν κοινωνικών αγώνων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές ελίτ, οι προεστοί, οι τοπικοί προύχοντες, επέβαλαν την πολιτική και κοινωνική τους κυριαρχία, επέβαλαν  την παρουσία τους μέσα στο κράτος, και διαμόρφωσαν την άρθρωση του νεοελληνικού κράτους » (σελ.26). Επίσης εκτιμά ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση είναι αποτέλεσμα αντιπαραθέσεων κορυφής, δηλαδή των τοπικών ηγεμονικών ομάδων και της κρατικής εξουσίας στην οποία επιβλήθηκε η καθολική ψηφοφορία και το κοινοβουλευτικό σύστημα. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, κατά τον συγγραφέα, ήταν η επιβολή της κοινωνικής εξουσίας μιας κοινωνικής ομάδας στις υπόλοιπες. Η βάση αυτού του μηχανισμού κυριαρχίας είναι το λεγόμενο πελατειακό σύστημα, δηλαδή η σχέση πατρωνείας- πελατείας, η οποία εξασφαλίζει την απαραίτητη κοινωνική-εκλογική υποστήριξη η οποία μετατρέπεται σε πολιτική και κοινωνική εξουσία. Έτσι εξασφαλίζεται ο έλεγχος των μαζών , αναιρείται η έννοια του ελεύθερου πολίτη και προωθείται η χειραγώγηση των μαζών μέσα από την ανασφάλεια που δημιουργεί και την ευκαιριακή επιδίωξη υποταγής  τους στην εκάστοτε εξουσία που φαίνεται να υπόσχεται την ικανοποίηση των ατομικών τους επιδιώξεων. Ο πολίτης-πελάτης είναι χρήσιμος μόνο για την εξασφάλιση της ψήφου του στις εκλογές. Οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη και επικίνδυνη.(σελ. 34). Με βάση αυτή την ανάλυση θα μπορούσε να τεθεί το εξής ερώτημα για την πολιτική Τρικούπη: Μήπως ο Χ. Τρικούπης, ενώ υιοθετεί τον τρόπο επιβολής του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας και του κοινοβουλευτισμού, επιχειρώντας να πλήξει την πελατειακή σχέση ως μηχανισμό κυριαρχίας αντιφάσκει και  γι’ αυτό αντιμετωπίζει τη δίνη και την οργή των ομάδων που κυριαρχούν με το πελατειακό σύστημα εξουδετερώνοντας οποιαδήποτε επιθυμία των μαζών να εκσυγχρονιστεί το κράτος και  να απαλλαγούν από τους πάτρωνες;

[6]  Ό. π. σελ. 38-39.Παρακολουθώντας την ερμηνεία του Δ. Χαραλάμπη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τοπική κοινωνία του Άργους φαίνεται να προσλαμβάνει ή να της παρουσιάζουν την προσπάθεια μεταρρύθμισης ως προσπάθεια περιορισμού των δικαιωμάτων της. Ο συγγραφέας τονίζει ότι το πελατειακό σύστημα αναπαράγει ένα εξουσιαστικό μοντέλο που όχι μόνο δεν είναι προϊόν κοινωνικής συμφωνίας αλλά αντίθετα ακυρώνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, γεγονός που μεταθέτει  « τις διαδικασίες  συναίνεσης  στο διαπροσωπικό – εξωθεσμικό πλαίσιο ». Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να συμβεί το εξής γεγονός : «ο περιορισμός του κοινοβουλευτικού συστήματος στο διαδικαστικό του μέρος και η περιθωριοποίηση των δικαιωμάτων, αρχικά των ατομικών και ουσιαστικά των πολιτικών, εφ’ όσον  τα πολιτικά δικαιώματα δεν λειτουργούν στο πλαίσιο της θεσμικής κοινωνικής ισορροπίας, αλλά μέσα από διαπροσωπικές ρυθμίσεις επικρότησης και αναπαραγωγής της κοινωνικής επιβολής».

[7] Οι εφημερίδες που μελετήθηκαν είναι οι εξής:

  1. Αγαμέμνων, Εφημερίς πολιτική και δικαστική,( εβδομαδιαία, 14-7-1888 έως 20-12-1905).
  2. Αργολίς, Εφημερίς του Λαού,(εβδομαδιαία, φ. 100-438, 4-9-1869 έως 27-11-1893).
  3. Άργος (εβδομαδιαία, φ. 1-61, 24-5-1885 έως 21-12-1888).
  4. Δαναός, Εφημερίς του Λαού,( εβδομαδιαία, φ.1-59, 7-4-1883 έως 4-4-1885).
  5. Δαναός, Εφημερίς του ομωνύμου συλλόγου,( εβδομαδιαία, φ. 1-154, 25-12-1895 έως 12-5- 1905).
  6. Ερασίνος,Εφημερίς πολιτική και των ειδήσεων,( εβδομαδιαία, 2-5-1885 έως 11-9-1885).
  7. Ευθύνη, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και των ειδήσεων, (εβδομαδιαία, έχουν σωθεί δύο φύλλα του Ιουλίου (29-7) και Αυγούστου (πιθανώς 7-8) του 1883).

[8] Κωνσταντίνου Βεργόπουλου, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ. 22-24 ( 22-39 ).

[9] Κωνσταντίνου Τσουκαλά, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαριλάου Τρικούπη 1882-1895» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ. 8-14 ( 22-39 ). Σύμφωνα με την άποψη του Κ. Τσουκαλά η βαθμιαία εμφάνιση των νέων κυρίαρχων στρωμάτων στην ελληνική κοινωνία και η αποκρυστάλλωσή τους στη δεκαετία 1870-1880 μεταβάλλουν πολύ αργά την παραδοσιακή δομή της κοινωνίας. Ταυτόχρονα ο ρόλος του κράτους κινείται στην κατεύθυνση της εκλογίκευσης της κρατικής πολιτικής. Τέλος « Η άνοδος του Χαριλάου Τρικούπη συμπίπτει με την πρώτη σύμπηξη αστικών στρωμάτων που λειτουργούσαν  έξω από τον κρατικό μηχανισμό και που αντιπαραθέτονταν προς την  κυρίαρχη κρατική αστική τάξη ». (σελ.14). Αυτή η άποψη  νομίζω ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την ερμηνεία της  στάσης της Αργειακής κοινωνίας  απέναντι στην πολιτική Τρικούπη.

[10] Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες εκτιμήσεις των αντιτρικουπικών εφημερίδων: Αργολίς,φ.382, 26-11-1882.Με αφορμή τους  νέους φόρους,  η εφημερίδα σημειώνει: «Ο κ. Τρικούπης ήλθεν άλλοτε εις τα πράγματα με πρόγραμμα αυστηροτάτων οικονομιών , δι’ων εδημοκόπει, και κατήργει δημοσίας θέσεις περιττάς και σήμερον, σήμερον, ότε λέγει, ότι έχομεν ανάγκην χρημάτων, κατέπνιξεν το Έθνος εν τη σπατάλη και ασωτεία, εξογκώσας τα δημόσια έξοδα με εκατοντάδας στρατιωτικών προβιβασμών, με παμπληθείς νέας δημοσίας θέσεις…». Αγαμέμνων,φ.46, 22-11-1891. Με αφορμή το νέο προϋπολογισμό που έχει υποβάλει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, επιχειρείται  σύγκριση της οικονομικής διαχείρισης της κυβέρνησης Δηλιγιάννη και της προηγουμένης κυβέρνησης Τρικούπη, με συντριπτική σε βάρος του Τρικούπη κριτική. «Κατά τας ερριζωμένας ιδέας των Επαρχιών, το Υπουργείον Δηληγιάννη, προελθόν εκ των σπλάγχνων του Λαού, εκτελεί ευσυνειδήτως τας υποχρεώσεις του, εφ’ όσον είναι δυνατόν ανθρωπίνως, τα δε συμβαίνοντα λάθη, αι περί την υπηρεσίαν ανωμαλίαι και των δυσαρεστημένων τα παράπονα, ταύτα, ως συνήθη και αναπόφευκτα είναι μηδαμινά απέναντι του γενικού καλού. Έχομεν τάξιν, οικονομίαν, δικαιοσύνην, καταχρήσεις δεν ακούονται, τα εγκλήματα περιεστάλησαν, το δε μέγιστον, έχομεν τον κόπανον εκείνον κατά της κεφαλής του Τρικούπη, την είσπραξιν εσόδων κατά δέκα εκατομμύρια πλέον των περυσινών, εξ ου και τοις τυφλοίς δήλον, ότι η Τρικουπική διαχείρισις ήτο φαύλος και αρπακτική, άγουσα εις χρεωκοπίαν, ενώ σήμερον επικρατεί φειδώ, προσοχή, τιμή και καθήκον, η δε ετοιμόρροπος πίστις του Έθνους διεσώθη». Ο Δηλιγιάννης είχε ένα χρόνο στην εξουσία(14-10-1890), είχε επιβάλλει σκληρή λιτότητα και είχε συγκρουσθεί με τους κεφαλαιούχους γεγονός που θα οδηγήσει στην παύση του (18-2-1892).Αξίζει να αναφερθεί ότι  η εφημερίδα  Αργολίς στις 24 Μαίου του 1875, προβάλλοντας το αίτημα της αναγέννησης εκτιμά ότι «Ο Τρικούπης εν τοσούτω  είναι μια δοκιμή προς λύσιν του ζητήματος της συνταγματικής διοικήσεως του ελλην. Λαού. Και όνομα επίσημον εν τη ιστορία της νέας Ελλάδος κέκτηται και προσωπικήν αξίαν έξοχον. Επέτυχε δε  εν γένει και εις το προσωπικόν των συναδέλφων του…Ενί λόγω το σημερινόν υπουργείον συγκροτείται από τιμίους και ικανούς άνδρας· εξέδοτο πρόγραμμα, όπερ, αν εφαρμόση, ως πιστεύομεν, θα σώση την τιμήν αυτού ενώπιον του έθνους. Αλλ’ άρα γε θα δυνηθώσι να υπερνικήσωσι τον πειρασμόν  της αυτοσυντηρήσεως;».  

[11]  Η εφημερίδα  Δαναός, φ.30, 21-3-1884,  με αφορμή την αποχώρηση της αντιπολίτευσης από τη Βουλή στις 10 Μαρτίου 1884, κάνει διάφορες υποθέσεις για την ενέργεια αυτή  καταλογίζοντας την ευθύνη στην κυβέρνηση Τρικούπη. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πρέπει να διεκυβεύοντο μεγάλα και ιερά του λαού συμφέροντα, τις οίδε τίνες φορολογικαί αλύσεις να εχαλκεύοντο εις το Τρικουπικόν εργοστάσιον δια τον δυστυχή φορολογούμενον, να υπενομεύοντο οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, να διεκωμωδείτο το Σύνταγμα, η αυθαιρεσία, η σατραπεία, να ήγειρε θρασύ το μαστίγιον αυτής και εντός του κοινοβουλίου και το μεγαλείον της εθνικής αντιπροσωπείας να ώχετο απιόν και χειρίστη εξουδένωσις να ημαύρωσε την αίγλην αυτής, πρέπει να συνέβαινον μεγάλα και σοβαρότατα πράγματα και να επέκειντο πολιτικοί κίνδυνοι και συμφοραί, δια να προβή η αντιπολίτευσις εις το διάβημα τούτο της αποχωρήσεως».

[12] Αργολίς, φ. 242, 2-2-1875. Στο κύριο άρθρο της με τίτλο « Ο κυρίαρχος λαός»  η εφημερίδα καταγγέλλει ως «μια των σκληροτέρων ειρωνιών» τον τίτλο της κυριαρχίας του λαού και τονίζει:

« Αλλά και εν ονόματι του κυριάρχου λαού αι αντιπολιτεύσεις εξεπόρθησαν πάντοτε την εξουσίαν. Οι αγύρται εύρον στάδιον ευζωΐας και δόξης· τα αγνά αισθήματα εξητμίσθησαν κα αι ελπίδες αι φαιδραί και οι ιεροί εθνικοί πόθοι απεμαράνθησαν και  εσφαγιάσθησαν». Ακολουθεί εκτεταμένη παρουσίαση και της οδυνηρής  κατάστασης  της ελληνικής υπαίθρου και της  πολιτικής που ακολούθησαν οι μέχρι τότε κυβερνήτες στους διάφορους τομείς και  καταλήγει θέτοντας το αίτημα της εθνικής αναγέννησης από τον ίδιο το λαό: «Διότι φρονούμεν, ότι η ηθικοπολιτική του έθνους αναγέννησις θέλει επέλθει ουχί εκ των άνω, ελέω θεού και κυβερνώντων, αλλ’ εκ των σπλάγχνων αυτού του λαού, δια της βαθμιαίας αυτού μορφώσεως και αναπτύξεως». Οι διαπιστώσεις της εφημερίδας, που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ενδεικτικό στοιχείο ότι η ανάγκη εκσυγχρονισμού ομολογείται και από αυτούς οι οποίοι δε θα συμμερίζονταν την πολιτική Τρικούπη. Την ανάγκη να αλλάξει η κατάσταση υιοθετούσε  και ο λαός ως άμεση προτεραιότητα. Μετά την ανάληψη της Πρωθυπουργίας από το Χαρίλαο Τρικούπη ( 27-4-1875), ύστερα από πρόταση του Γεωργίου με σκοπό να διεξάγει εκλογές, η ίδια εφημερίδα σε άρθρο της (φ. 248, 24-5-1875) με τίτλο «Πολιτική επιθεώρηση», αφού εκτιμά ότι η κυβέρνηση ( Ο Τρικούπης  τον Ιούνιο του 1874 είχε δημοσιεύσει το γνωστό άρθρο του «Τις Πταίει;» με το οποίο απαιτούσε την εφαρμογή της αρχής της «δεδηλωμένης » και το δικομματικό σύστημα) έχει τίμιους και ικανούς υπουργούς και έχει παρουσιάσει  κυβερνητικό πρόγραμμα, θέτει το ερώτημα κατά πόσο θα μπορέσει να αποφύγει τον πειρασμό της αυτοσυντήρησης και καταλήγει ότι θα περιμένει να δει την πολιτική Τρικούπη, πριν τον κατακρίνει, γεγονός που σηματοδοτεί ανεκτικότητα που κατά την άποψή μας έχει σχέση και με την ευρύτερη απήχηση που συναντά η περίπτωση Τρικούπη στον ελληνικό λαό: «Η Αργολίς θεωρεί καθήκον αυτής να μη αντιστρατευθεί εκ προοιμίων κατά της νέας κυβερνήσεως· όπως και αν έχουν τα πράγματα, ο κ. Τρικούπης είνε έτι ακηλίδωτος και δημόσιος ανήρ, απολαύων εν Ελλάδι τιμής και αγάπης. Πριν ή τον ίδωμεν πολιτευόμενον δεν είνε θεμιτόν να τον κατακρίνωμεν… Εν τούτοις ας αναμείνωμεν τα πράγματα. Ευχόμεθα δε και ελπίζομεν, ότι θέλουσι δικαιωθεί οι πόθοι και αι εκ του κ. Τρικούπη προσδοκίαι του έθνους. Ο δε Θεός βοηθός!».        

[13] Αργολίς,φ. 254, 30-9-1875. Στο κύριο άρθρο της με τίτλο « Η ΝΕΑ ΒΟΥΛΗ» επισημαίνει ότι η κυβέρνηση Τρικούπη έκανε τίμιες εκλογές και ικανοποίησε το λαό ο οποίος  είδε να πραγματοποιούνται οι ελπίδες των « φιλελευθέρων πατριωτών», εφ’ όσον συνετρίβησαν οι καταπατητές του συντάγματος. Ταυτόχρονα θεωρεί αναγκαία την τήρηση του συντάγματος και την πολιτική αναμόρφωση μέσα από συγκεκριμένες πράξεις. Τέλος προσδιορίζει το πλαίσιο των αναγκών που έχει το έθνος: « …το έθνος έχει πρωτίστην ανάγκην και δικαιούται να ίδη μίαν κυβέρνησιν στερεάν, μόνιμον, κοινοβουλευτικήν και αγαθήν, την τάξιν βασιλεύουσαν, τους φόρους  του συνταγματικώς και τιμίως εισπραττομένους, και το κοινοβούλιόν του σωφρονούν και φιλόπατρι.», δηλαδή παρά την αντιπολιτευτική στάση που γενικώς τηρεί η εφημερίδα απέναντι στον Τρικούπη, κάνει θετική αποτίμηση για τις εκλογές και θέτει ταυτόχρονα τις βασικές απαιτήσεις ενός ευνομούμενου κράτους στη συγκεκριμένη περίοδο, δηλ. την ύπαρξη σταθερών κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, την τάξη, τη δίκαιη φορολογία αλλά και την τίμια αξιοποίησή της καθώς τη σωφροσύνη και σύνεση του Κοινοβουλίου.

[14] Θεόδωρου Σακελλαρόπουλου, Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη-Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα 1830-1922,εκδ.Εξάντας, Αθήνα 1991.Ο συγγραφέας εκτιμά ότι μέχρι το 1880 η πολιτική εξουσία  ήταν διστακτική στην ανάληψη πρωτοβουλιών εκσυγχρονισμού του φορολογικού συστήματος και μάλιστα  στην κατάργηση του φόρου της δεκάτης,  εξαιτίας του κινδύνου μείωσης των εσόδων του κράτους και της δυσπιστίας του λαού στους νέους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς που προτείνονταν. Για την κατάργηση τελικά του φόρου της δεκάτης διατυπώνει τις εξής εκτιμήσεις: « Η κατάργηση της Δεκάτης το 1880 συνδέθηκε τελικά με την τρίτη γενιά των εκσυγχρονιστικών πολιτικών και ιδίως με το όνομα του Χ. Τρικούπη. Η φορολογική μεταρρύθμιση που έλαβε  χώρα, δεν εισήγαγε, ωστόσο, την φορολογία της καθαρής προσόδου. Ο νέος φόρος των αροτριώντων κτηνών διατηρήθηκε για 40 ολόκληρα χρόνια, έως το1919.Το κράτος συνέχιζε έτσι να επιβαρύνει τη συνολική ακαθάριστη παραγωγή, καθώς φορολογούσε το κεφάλαιο και τα όργανα της εργασίας, δηλαδή τα ζώα που χρησιμοποιούνταν ως άροτρα καθώς και μηχανικά άροτρα. Τα αντικίνητρα για την ανάπτυξη της Γεωργίας όχι μόνο δεν εξαλείφονταν αλλά πολλαπλασιάζονταν καθώς τεχνικές τελειοποιήσεις και εντατική καλλιέργεια γίνονταν πλέον απαγορευτικές. Ωστόσο το νέο φορολογικό σύστημα περιείχε μία σημαντική καινοτομία. Καταργούσε το σύστημα ενοικίασης και οδηγούσε στον παραμερισμό του ενοικιαστικού στρώματος…» (σελ.302). Η τελευταία παρατήρηση για την κατάργηση των ενοικιαστών φόρων φαίνεται ότι για τις λαϊκές τάξεις είχε ιδιαίτερη σημασία, εφ’ όσον αυτές υφίσταντο την οδυνηρή αφαίμαξη και εκμετάλλευση.

[15] Αργολίς, φ. 337,15-7-1880. Πρόκειται για την επίσκεψη Τρικούπη στο Ναύπλιο μαζί με τον υπουργό Στρατιωτικών Καραϊσκάκη με σκοπό την «επίσκεψιν των Στρατιωτικών καταστημάτων ». 

[16] Δαναός, φ.7, 8-6-1883. Το κύριο άρθρο έχει τίτλο «Ελληνικέ Λαέ» και έχει ως αφορμή τις επικείμενες δημοτικές εκλογές (3-7-1883). Στο άρθρο αυτό γίνεται επίκληση προς το λαό να αξιοποιήσει σωστά την ψήφο του μπροστά στην επικείμενη χρεοκοπία και την καθημερινή δυστυχία. Στο ίδιο μοτίβο είναι και το άρθρο της ίδιας εφημερίδας στις 15-6-1883.

[17] Δαναός, φ.55,10-3-1885. Με το σύνθημα « Κάτω ο Τρικούπης- Ζήτω η Αντιπολίτευσις » η εφημερίδα  χαρακτηρίζοντας  ως εθνικό αγώνα τις επικείμενες εκλογές,  κάνει σφοδρότατη επίθεση εναντίον του Τρικούπη τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τη δυστυχία του λαού. Επιχειρεί, επίσης, να δικαιολογήσει τη διάλυση της Βουλής από το Βασιλιά ως αποτέλεσμα εξαπάτησης του από τους Τρικουπικούς και θεωρεί ότι με τις εκλογές τίθεται θέμα ζωής ή θανάτου: « Ή θα κερδήση η αντιπολίτευσις τας εκλογάς και θα ελευθερωθώμεν από την αγριωτέραν τυραννίαν των φόρων, της εφεδρείας, των μονοπωλείων και της αισχράς διοικήσεως, ή θα κερδήση ο Τρικούπης  και τότε άμωμοι εν οδώ αλληλούϊα…». Στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας (16-3-1885) δημοσιεύεται  άρθρο με τίτλο «Γρηγορείτε». Σ’ αυτό γίνεται επίκληση προς πολίτες να ενδιαφερθούν για τις επικείμενες εκλογές «διότι είνε μέγας και έκτακτος ο αγών της εκλογής αυτής». Είναι χαρακτηριστικός ο φανατισμός και η εμπάθεια με την οποία απευθύνεται η εφημερίδα προς τους πολίτες αλλά και ο εκφοβισμός που επιχειρεί: «Ανοίξατε τους οφθαλμούς και προσέξατε, έντιμοι πολίται, πάσης τάξεως, Σεις ιδίως οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι επαγγελματίαι εν γένει, οι εργατικοί! Εις Σας έχει στρέψει όλην την επιβουλήν του και την μοχθηρίαν του ο Τρικούπης. Όλα τα  κοινωνικά επαγγέλματα θα τα κάμη μονοπώλιον της Κυβερνήσεως, δια να εισπράξη και νέους φόρους και κάμη την Ελλάδα Έθνος υπαλλήλων, τυχοδιωκτών και επαιτών. Η κυβέρνησις έγινε καπνοπώλης, πετρελαιέμπορος και σπιρτοπώλης. Αύριο θα γίνει παντοπώλης, φαρμακοπώλης , ξυλοπώλης, κηροπώλης και δεν θα αφήση καμμίαν εργασίαν δια τον εργατικόν λαόν ελευθέραν. Τι θα γίνουν τότε οι πτωχοί πληθυσμοί, οι οποίοι ζώσι με τον ιδρώτα του προσώπου των;…Πτωχέ εργάτα, όστις όλην την ημέραν ιδρώνεις αίμα δια να κερδίσεις το ψωμί Σου, νομίζεις, ότι τους μέλει τους Τρικουπικούς, αν Συ αύριον θα πεινάς; Αυτοί είνε πλούσιοι και δεν θα σε λυπηθούν ποτέ. Πρέπει να πέση ο Τρικούπης δια να ελευθερωθεί το Έθνος… Ο Τρικούπης ωθεί το έθνος εις την άβυσσον. Δάνεια και φόρους, φόρους και δάνεια πάντοτε ο αλιτήριος… Αλλ’ οι φρόνιμοι και φιλότιμοι πολίται αυτοί πρέπει να βάλουν τον λίθον του αναθέματος κατά του εθνοκαταράτου συστήματος του Τρικούπη δια να προληφθή η εθνική καταστροφή…Συμπολίται, μη αδιαφορήτε. Τρέξατε, εργασθήτε, φιλοτιμηθήτε! Αγωνισθήτε ανδρείως εις τον εκλογικόν αγώνα και εν έστω το ιερόν σύνθημα όλων μικρών και μεγάλων, Μαύρον εις τους Τρικουπικούς!».        

[18] Αγαμέμνων,φ.32, 5-8-1889. Η εφημερίδα επιχειρεί να παρουσιάσει το μέγεθος της διαφθοράς που υπάρχει στο κράτος και την ευθύνη που έχει, κατά την άποψή της, ο Τρικούπης. Επιλέγει να αναφερθεί σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και της κρατικής δράσης καταγράφοντας, με αναμφισβήτητες υπερβολές και κομματική εμπάθεια, ποικίλα παραδείγματα , τα οποία, κατά την άποψή της, καταδεικνύουν την αλήθεια και δικαιολογούν τη σκληρή αντιπολιτευτική της δράση. «Εις μάτην εδημοσιεύθη και δι’ αριθμών κατεδείχθη ότι εκ του τελευταίου δανείου και εξ άλλων γνωστών και αγνώστων προελεύσεων, η Α.Μ. ο βασιλεύς ημών ωφελήθη αδίκως, εις βάρος του δυστυχούς Έθνους, δεκάδας εκατομμυρίων. καταφοράται η Κυβέρνησις ημών διαπράττουσα εκτεταμένας καταχρήσεις δια της φάμπρικας των δανείων, των προμηθειών, της κατασκευής πλοίων, των σιδηροδρόμων, των δημοσίων έργων , των μονοπωλείων, των λαθρεμπορίων και των τοιούτων, και μόλις ενίοτε δια των κραυγών της αντιπολιτεύσεως κατορθούται η διάσωσις εκατομμυρίων, ως εις τον σιδηρόδρομον Πειραιώς- Λαρίσης ολίγον έλειψεν να συμβή. Εισαγγελείς Εφετών και Πρόεδροι ανωτέρων Δικαστηρίων κατηγορούνται δια εγκλήματα σοβαρά, Ειρηνοδίκαι  δε  και δημόσιοι κατήγοροι, δέρονται δημοσία υπό των αδικουμένων πολιτών, Νομάρχαι περιφέρονται μεθ’ οπλισμένων κακούργων και απολυμένων οφειλετών του δημοσίου προς ψηφοθηρίαν …Δήμαρχοι και πάλιν δήμαρχοι και πάλιν δήμαρχοι, Τρικουπικοί εννοείται, εκτρέπονται εις μυθώδεις τυραννίας των αντιθέτων συνδημοτών των και εις καταχρήσεις ρητώς ονομαζομένας εν ταις στήλαις των εφημερίδων,…Καθηγηταί και διδάσκαλοι αισχρουργούντες και κρύφα φεύγοντες,   εξ αγραμματοσύνης ή εμπαθείας αδικούντες τους μαθητάς, περιάγουσιν αυτούς εις τοσούτον απογνώσεως, ώστε αυτοκτονούν, βιαιοπραγούν και σχίζουν τα πρωτόκολλα των εξετάσεων, ενώ αλλαχού οι πολίται παραβιάζουν τα δημόσια καταστήματα και εξαφανίζουν τα βιβλία των μεταγραφών και των υποθηκών…αξιωματικοί απελευθερούν τους καταδίκους, χωροφύλακες και αστυνομικοί κλητήρες επιτίθενται εις τας οδούς κατ’ εντίμων γυναικών. Καθημερινώς φόνοι και μαχαιρώματα και κλοπαί και πτωχεύσεις και παραχωρήσεις και επί πάσιν αι ατελεύτηται αυτοκτονίαι ως επί το πλείστον Πελοποννησίων και μηδενός φίλου της κυβερνήσεως, αναγκαίον αποτέλεσμα της αφορήτου διοικήσεως και της χειροτέρας κοινωνικής καταστάσεως, ήτις επήλθεν εκ της δολιωτέρας και δηλητηριωδεστέρας των πληγών, εκ των τρομερών τουτέστιν δανείων τα οποία επί μακρόν χρόνον θα κατατρύχουν τους μεταγενεστέρους , ως κληρονομική φθίσις».

[19] Ο.π. Γίνεται σκληρή κριτική στη στάση του Τρικούπη απέναντι στην Κρητική επανάσταση, χαρακτηρίζεται ο ίδιος «Κρητικοκτόνος» και αποδίδεται η στάση αυτή στην προσπάθεια να διασωθεί η κυβέρνηση: «…Να εκλείψη παν  Κρητικόν ζήτημα, να καταπνιγή πάσα περί Κρήτης Φωνή! η Κυβέρνησις  μόνον να σωθή… Ζήτω ο… Τρικούπης !!!».

[20] Αγαμέμνων, φ. 33, 19-8-1889.Καταγγέλλεται  εκ νέου ο Τρικούπης και επισημαίνεται ο κίνδυνος της κατάργησης της Νομοπεριφέρειας η οποία, όμως, χαρακτηρίζεται ως παράλογος. Πρόκειται για εκλογική ρύθμιση  η οποία είχε καταστή νόμος του κράτους (ΑΤΣΑ΄και ΑΤΣΒ΄του 1886).Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, στο βιβλίο του Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909, Ιδεολογία και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991, παρουσιάζει τη σημασία των εκλογικών μεταρρυθμίσεων του 1885 που έγιναν νόμοι του κράτους το 1886. Στη σελ. 242 σημειώνει για τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις: «Τότε ο Χαρ. Τρικούπης, στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας για εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του πολιτεύματος, επεχείρησε τη τροποποίηση όλων των στοιχείων της εκλογικής γεωγραφίας της ψήφου προτείνοντας με δύο νομοσχέδια…τις ακόλουθες μεταρρυθμίσεις: την διεύρυνση της εκλογικής περιφέρειας στα όρια του νομού, την καθιέρωση του θέσει «εκλογικού πληθυσμού» -του αριθμού δηλαδή των εγγεγραμένων στους  εκλογικούς καταλόγους- ως βάσης για τον προσδιορισμό των εκλεκτέων κάθε εκλογικής περιφέρειας ( αντί του «νομίμου πληθυσμού »), την μείωση του συνολικού αριθμού των εκλεκτέων βουλευτών στο κατώτατο συνταγματικό όριο(150), τον περιορισμό του αριθμού των εκλεκτέων βουλευτών από τις προνομιούχες εκλογικές περιφέρειες και, τέλος , την τροποποίηση του εκλογικού μέτρου και τον υπολογισμό του αριθμού των εκλεκτέων κατά περιφέρεια (νομό)βουλευτών με τη μέθοδο του «αναλογισμού». Να σημειωθεί ότι η εφημερίδα χαρακτηρίζει παράλογη  τη νομοπεριφέρεια, γιατί, όπως φαίνεται, με τη ρύθμιση αυτή  επιχειρείται η ανεξαρτησία του βουλευτή απέναντι στην εκλογική πελατεία. Ο Τρικούπης αιτιολογώντας στο κοινοβούλιο τη μεταρρύθμιση αυτή έλεγε: «Προτείνομεν εύρυνσην της εκλογικής περιφερείας ως καθιστώσαν τον βουλευτήν μάλλον ανεξάρτητον απέναντι των εκλογέων αυτού, ως καθιστώσαν την εκλογήν μάλλον συναφή προς την ιδέαν παρά προς το  πρόσωπον… Η ευρύτης της περιφερείας είναι αναγκαία και δια λόγους έτι της διοικήσεως…».(243) Είναι χαρακτηριστική, επίσης, της αντίληψης του Δηλιγιάννη η  τοποθέτησή του απέναντι στα νομοσχέδια αυτά τα οποία θεωρεί ότι ανατρέπουν βασικές διατάξεις του συντάγματος και τονίζει, ερωτώντας, την προσωπική σχέση βουλευτή και ψηφοφόρου: «Τι άλλο είναι συνήθως η εκλογή ουχί μόνο εν Ελλάδι, αλλά και αλλαχού, παρά η προς τον εκλεγόμενον έκφρασις της εμπιστοσύνης του εκλέγοντος;[…]Ή θέλετε να ρίψητε τους εκλογείς της Ελλάδος εις την άγνοιαν και εις το σκότος, να μην έχωσιν ουδεμίαν πεποίθησιν, να είναι στάχεις υπό ανέμου σαλευόμενοι, και να γίνωσιν έρμαιον ή του πρώτου δημαγωγού είτε του τελευταίου αστυνομικού κλητήρος ή χωροφύλακος;» (σελ.245-246).Από τις αναφορές αυτές είναι σαφές ότι υπάρχει πλήρης διάσταση και εξηγείται γιατί  η εγγράμματη και οικονομική ελίτ  της πόλης του Άργους αντιδρά και σ’ αυτό το μέτρο.  Αντιλαμβάνεται ότι πλήττεται έτσι το σύστημα της εξάρτησης και του ελέγχου των πολιτών. Ο Γ. Χ. Σωτηρέλλης κάνοντας κριτική αποτίμηση των προτάσεων επισημαίνει : «Στο στόχαστρο των εκσυγχρονιστών βρισκόταν ιδίως η καταπολέμηση του «ρουσφετιού» και της «συναλλαγής»,  η αποδυνάμωση  του  ρόλου  των   τοπικών  κομματαρχίσκων » και  ο  περιορισμός  των «επεμβάσεων των βουλευτών εις την διοίκησιν ». Αυτές οι επιδιώξεις, βέβαια, είχαν προοδευτικό χαρακτήρα και απέβλεπαν στην διασφάλιση της γνησιότητας της εκλογικής βούλησης και την εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης».(249).

[21] Αγαμέμνων, φ. 42, 1-1-1891. Η εφημερίδα με αφορμή τη διέλευση του Δηλιγιάννη από το Άργος επικροτεί την υποδοχή που του έγινε με την εξής αιτιολογία: «Ναι. Τω απέδωσαν ταύτα, ως ηγέτη της τέως Αντιπολιτεύσεως, ευγνωμοσύνης ένεκεν, διότι έν τε τη Βουλή, και περιοδεία κατεπολέμησε το ειδεχθές και επάρατον Τρικουπικόν σύστημα. Ναι. Τω απέδωσαν ταύτα, διότι παννύχως ηγωνίσατο κατά των ληστρικών και λωποδυτικών Νομοσχεδίων περί Σπαρτάλη, Ατμοπλοϊκής Εταιρίας, κ.λ.π. Ναι.Τω απέδωσαν ταύτα, διότι κατέδειξεν τον ξενόφρονα, και τον άπιστον κ. Τρικούπην, προδότην της πολυπαθούς Κρήτης, ψευδόμενον καθ’ εκάστην εις το πολυθρύλητον ισοζύγιον· καταχραστήν του δημοσίου θησαυρού, είς τε την παργγελίαν των πλοίων, προμήθειαν χόρτου, ίππων, κ.λ.π. καταστροφέα της Δικαιοσύνης και τέλος, διότι ανδρικώς έλεξεν, ότι των ανομημάτων τούτων θα δώση ευθύνας ο κ. Τρικούπης εν καιρώ, οπότε ετέρα αίθουσα τον περιμένει». Έτσι η εφημερίδα υπενθυμίζει την υπόσχεση για παραπομπή του Τρικούπη σε ειδικό Δικαστήριο και επισημαίνει ότι « Η ελαχίστη βραδύτης περί της εις δίκην εισαγωγής του απαισίου κ. Τρικούπη…πιθανόν ν’ ανοίξη χάσμα τι μεταξύ Έθνους και της Κυβερνήσεως, εξ ού να σαλευθώσι τα θεμέλια αυτής…». Δύο χρόνια αργότερα η ίδια εφημερίδα               (Αγαμέμνων, φ. 56, 1-1-1893) κάνοντας ανασκόπηση του περασμένου χρόνου επισημαίνει ότι ό Δηλιγιάννης, όταν ήταν στην αντιπολίτευση,  είχε δηλώσει ότι θα οδηγούσε τον Τρικούπη σε ειδικό δικαστήριο με συγκεκριμένες κατηγορίες. Πράγματι, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση διατύπωσε κατηγορίες εναντίον του Τρικούπη, για να παραπεμφθεί σε δίκη.  Κατόπιν, όμως , επειδή, φαίνεται ότι και ο ίδιος δε συμμεριζόταν τις κατηγορίες ή σύμφωνα με άλλη άποψη που παραθέτει η εφημερίδα, επειδή «ο Βασιλεύς παρέπεισε τον κ. Δηληγιάννην να μη επιμείνη εις τας κατ’ αυτού κατηγορίας επί τω λόγω ότι αν παρεπέμπετο είς πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδος εις το ειδικόν Δικαστήριον δια καταχρήσεις θα εδυσφημίζετο η Ελλάς εν τη Ευρώπη και θα επιρρονύετο παρ’ αυτή η σημασία της λέξεως Grecos», απάλλαξε τον Τρικούπη από τις κατηγορίες: «… άλλ’ ο κ. Δηληγιάννης τις οίδε ένεκεν τίνων λόγων ανέκρουσε πρύμναν είτα και φανείς , ως αυτός είπεν, μεγάθυμος, απήλλαξε τον κ. Τρικούπην των διατυπωθεισών κατ’ αυτού κατηγοριών ψηφίσας εν τη Βουλή υπέρ της αθωότητός του». Η εφημερίδα θεωρεί ότι αυτό υπήρξε και μια από τις αιτίες για την παραίτηση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη.   

[22] Αγαμέμνων,φ.64, 25-4-1893. Η εφημερίδα στο κύριο άρθρο της με τίτλο «Λαός και Βασιλεύς»  εκτιμά ότι «Το μέγα εθνικόν οικοδόμημα μετά ψυχικού άλγους ορώμεν καταρρέον τους δε εργάτας της καταστροφής μετ’ επιμονής πειρωμένους εισέτι να κατεδαφίσωσι και τα εναπολειπόμενα λείψανα του Εθνικού κτιρίου και να εξαφανίσωσιν εκ του προσώπου της γής παν ό,τι εσεβάσθησαν τόσοι βάρβαροι κατακτηταί κατ’ ακατανόητον της τύχης βούλησιν επ’ αυτού». Υπεύθυνους για την κατάσταση αυτή θεωρεί τους Κυβερνήτας και τους ολέθριους πολιτευτάς . Εκτιμά ότι πλέον «Το ζήτημα δεν εγείρεται μεταξύ Λαού και εντολοδόχων του, διότι ούτοι ως απεδείχθη είναι τα μάλλον σεσηπότα μέλη της κοινωνίας μας , οίτινες δια τας προς την πατρίδα προδοτικάς των υπηρεσίας είναι άξιοι μόνον κοινής περιφρονήσεως , αλλά μεταξύ Λαού και Βασιλέως». Θεωρεί ότι ο Βασιλιάς από το σύνταγμα έχει το δικαίωμα να βασιλεύει και να κυβερνά , ότι δε φέρει καμία ευθύνη για τον Τρικούπη, αφού είναι επιλογή του Λαού, και ότι για να αντιμετωπιστεί η δραματική κατάσταση η λύση θα προκύψει από τη συνεργασία του Λαού με το Βασιλιά που, προφανώς, πρέπει να ασκήσει την εξουσία του.

[23] Η εφημερίδα Αγαμέμνων με σειρά άρθρων της, πριν από τις 10 Δεκεμβρίου του 1893, (φ.84, 12-11-1893, Ας κινηθώμεν, φ.82 14-11-1893,Ομόνοια, φ.83, 28-11-1893,Πολιτική Εξαχρείωσις ) ημέρα κατά την οποία ο Χ. Τρικούπης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει από το βήμα της  Βουλής ότι η πτώχευση ήταν πραγματικότητα ως προς τις πληρωμές στο εξωτερικό, επισημαίνει τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, χαρακτηρίζει τον Τρικούπη χρεωκόπο και Εφιάλτη, επισείει τον κίνδυνο λαϊκής εξέγερσης,  εκτιμά ότι ο Βασιλιάς θα συμμορφωθεί με τη θέληση του λαού, ζητεί από την αντιπολίτευση ομόνοια, γεγονός που υποδηλώνει εσωτερικές τριβές,  και έντονη προσπάθεια να εκδιωχθεί ο Τρικούπης, πράγμα που ο Λαός θα εκτιμήσει και θα ανταμείψει όσους αγωνιστούν γι’ αυτό. Μετά την πτώχευση η εφημερίδα (φ. 85, 19-12-1893, Θα εισακουσθώμεν;) προτείνει τη διενέργεια εκλογών για αντιμετώπιση της κατάστασης. Σημειώνει χαρακτηριστικά στο παραπάνω άρθρο: «Είναι καιρός νομίζωμεν να προληφθώσι πάντα τα επακόλουθα εκ της επεμβάσεως της Ευρώπης εις τα της χώρας ημών και τα εκ των Λαϊκών εξεγέρσεων, να δοθή το δικαίωμα προς το αγανακτούν πλήθος δια την τοιαύτην οικτράν κατάστασιν των πραγμάτων της χώρας να εκλέξη νέους αντιπροσώπους αυτού προς διακανόνησιν του οικονομικού ζητήματος και ούτω ενώ αφ’ ενός θα ανατεθεί εις τον Λαόν η τοιαύτη βαρεία ευθύνη για το μέλλον της χώρας ημών, αφ’ ετέρου εκ της απασχολήσεως ταύτης δια των νέων εκλογών θα αποσοβηθεί πας κίνδυνος εκ της συσσώμου εξεγέρσεως αυτού…».   

[24] Σ. Τζόκα , ο. π., σελ 15-19.Εκτός των άλλων, ο συγγραφέας σημειώνει ότι ο Τρικούπης υπονομεύθηκε από τον κοτζαμπασισμό, τον παλαιοκομματισμό, τη δημαγωγία ,το λαϊκισμό, το καθεστώς των ημετέρων και την πατρωνεία, επειδή φαινόταν άμεσος ο κίνδυνος  κατάρρευσης του παλαιού πολιτικού κατεστημένου.

[25] Αγαμέμνων, φ.120, 5-5-1895. Στο φύλλο αυτό εκτός από την  έντονη έκπληξη για το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα στην Αργολίδα , δηλαδή την υπεροχή των Τρικουπικών, παρουσιάζονται και τα τελικά αποτελέσματα των επιτυχόντων υποψηφίων:  Ιωάννης Ζωγράφος  3395 –  Ν. Φαρμακόπουλος  3310 –   Ανδ. Καραντζάς  3299.

[26] Δαναός, φ. 57, 21-3-1885. Στο φύλλο αυτό παρουσιάζεται η άφιξη Δηλιγιάννη εν όψει των βουλευτικών εκλογών και η μεγαλειώδης , κατά την εκτίμηση της εφημερίδας,  υποδοχή που του έγινε. Στο επόμενο όμως φύλλο της ίδιας εφημερίδας ( 30-3-1885) υπάρχει άρθρό ιδιαίτερα σκληρό με τον τίτλο Καταδίκη των Υβριστών του Άργους στο οποίο με ιδιαίτερα βαρείς χαρακτηρισμούς κατακρίνονται οι Τρικουπικοί  υποψήφιοι Τσόκρης και Γεωργαντάς, διότι προκάλεσαν την αποστολή   τηλεγραφήματος από Αργείους οπαδούς του Τρικούπη ( Α. Παιδάκης, Γιατρός, Ι. Λαγοδημόπουλος, Δικηγόρος, Επ. Καλλιάρχης Δικηγόρος , Γεώργιος Λύγδας, Δικηγόρος, κ.α.)  στις Τρικουπικές εφημερίδες των Αθηνών (Ώρα, Παλλιγγενεσία, Ακρόπολις, Εφημερίς, Χρόνος των Αθηνών). Με το τηλεγράφημα αυτό έδωσαν μια τελείως διαφορετική και καθόλου ευχάριστη εικόνα για την επίσκεψη του Δηλιγιάννη στο Άργος, ο οποίος φαίνεται να αποδοκιμάστηκε, σύμφωνα με τους συντάκτες του τηλεγραφήματος, και να έφυγε εσπευσμένα από την πόλη. Η εφημερίδα εγκαλεί όλους αυτούς διότι , όπως σημειώνει «…δεν ήτον δυνατόν να φαντασθώμεν, ότι οι υπουργικοί υποψήφιοι Τσόκρης και Γεωργαντάς ήθελον τόσον απομωρανθή εκ του φατριαστικού πάθους των, ώστε να υβρίσωσι και να διαπομπεύσωσιν εις τον έξω κόσμον την πατρίδα μας, ωσεί κατωκείτο αύτη από ζώα τετράποδα!».   

[27] Αγαμέμνων, έκτακτον φύλλον, 5-7-1891.

 

Βιβλιογραφία


 

Εφημερίδες

  1. Αγαμέμνων
  2. Αργολίς,
  3. Άργος
  4. Δαναός
  5. Δαναός, Εφημερίς του ομωνύμου συλλόγου
  6. Ερασίνος,
  7. Ευθύνη

Δημοσιευμένες δευτερογενείς πηγές

  • Βεργόπουλος  Κωνσταντίνος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ.22-39.
  • Hobsbawm E.J. : Η εποχή των επαναστάσεων1789-1948, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990 – Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994 – Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.
  • Σακελλαρόπουλος Θεόδωρος, Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη- Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα 1830-1922,  εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1991.
  • Σωτηρέλης Γιώργος Χ.,  Σύνταγμα  και  εκλογές  στην Ελλάδα  1864 -1909, Ιδεολογία Και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991.
  • Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαριλάου Τρικούπη 1882-1895» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ,  σελ. 22-39.
  • Τζόκας Σπύρος, Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, Οδοιπορικό στον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999.
  • Χαραλάμπης Δημήτρης, Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Η εξωθεσμική συναίνεση στο  ελληνικό  πολιτικό  σύστημα  πολιτικό, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1984.

 

Βασίλης Τσιλιμίγκρας

Φιλόλογος – Σχολικός Σύμβουλος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η εκπαίδευση στο Άργος το 19ο αιώνα. Οργάνωση και Προσανατολισμοί. Τότσικας Αλέξης, Φιλόλογος – Συγγραφέας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ο συγκεκριμένος χρόνος της εισήγησης περιορίζει την έρευνα του θέματος στην αρχή και στο τέλος του 19ου αιώνα. Από τα στοιχεία που θα παραθέσουμε ελπίζουμε να φανεί η εξέλιξη της οργάνωσης και ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης στο Άργος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ουσιαστικά η εκπαίδευση περιορίζεται στη μαθητεία κάποιων παιδιών κοντά σε έναν κληρικό, αφού η χριστιανική κατήχηση ταυτίζεται με την παιδεία, καθώς η γλώσσα του τελετουργικού και της διοίκησης της ορθόδοξης εκκλησίας είναι τα ελληνικά [1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μέσα του 16ου αι. δεν υπάρχει μαρτυρία για την ύπαρξη σχολείου στην Πελοπόννησο. Σε κάποια κέντρα πάντως, όπως το Ναύπλιο και ως ένα σημείο το Άργος, η εκπαίδευση διατήρησε κατά περιόδους κάποιο επίπεδο.

Στα μέσα του 18ου αι. λειτουργεί στο Άργος Σχολή καλά οργανωμένη με σχολάρχη των Ι. Ζυγομαλά. Το 1790 ή 1798 ιδρύεται Σχολή από τον προεστό Ι. Περρούκα με δάσκαλο το Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο. Αργότερα δίδαξαν ο Ησαΐας Καλαράς, ο Νικηφόρος Παμπούκης και άλλοι. Έδρα της είχε τη μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης, οι μοναχοί της οποίας, Ιερεμίας και Ραφαήλ, δίδασκαν πριν την Επανάσταση τα παιδιά των γύρω χωριών.

Στο μοναστήρι μάλιστα βρέθηκε μια πλούσια βιβλιοθήκη, η ύπαρξη της οποίας, σε συνδυασμό με τις περιπέτειες του τόπου κατά την παλιγγενεσία, ενισχύει την άποψη εκείνων, που υποστηρίζουν ότι οι Οθωμανοί κατακτητές δεν εμπόδισαν ουσιαστικά τη λειτουργία των σχολείων για τους υπόδουλους, εφόσον αυτά περιορίζονταν στα απλά γράμματα και δεν απειλούσαν την κυριαρχία τους. Από τη στιγμή άλλωστε, που επέτρεπαν τη λειτουργία της χριστιανικής εκκλησίας, ήταν φυσικό να γνωρίζουν ότι στους νάρθηκες των εκκλησιών και στα κελιά των μοναστηριών κάποιοι υπόδουλοι θα μάθαιναν τα γράμματα, που θα τους επέτρεπαν να διαβάζουν και να επιτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα [2].

Στα χρόνια της επανάστασης του 1821 οι αρχές προσπάθησαν να εισάγουν νέες αξίες στην ελληνική παιδεία στα πρότυπα του Ρήγα Φεραίου, ο οποίος στο «Σύνταγμά» του διακηρύσσει ότι «όλοι χωρίς εξαίρεση έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα και η πατρίς έχει χρέος να καταστήσει σχολεία εις όλα τα χωριά δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδιά» [3]. Η προσδοκία είναι καθαρή: το έθνος μόνο με την εκπαίδευση θα αποβάλλει τα ελαττώματα που του προσέδωσε η περίοδος της δουλείας και θα αποκτήσει εθνική συνείδηση [4].

Στη διάρκεια βέβαια του αγώνα η λειτουργία των σχολείων ήταν φυσικό να σταματήσει ουσιαστικά. Το θέμα όμως της  οργάνωσής της εκπαίδευσης απασχολεί όλα τα επίσημα κείμενα και τις καταστατικές αρχές, που προέκυψαν από τις Εθνοσυνελεύσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Η Πελοποννησιακή Γερουσία σχεδίασε σχολεία «αρρένων τε και θηλέων» και μάλιστα με την αλληλοδιδακτική μέθοδο [5]. Η μέθοδος αυτή συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία στο τέλος του 18ου αι. από τον A. Bell και τον J. Lancaster, καθιερώθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία 1820-1830 από το Sarazin, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με έναν διασκευασμένο «οδηγό» του Ιω. Κοκκώνη, για να καλύψει το πρόβλημα της έλλειψης δασκάλων, και ίσχυσε ως το 1880, που την διαδέχτηκε η συνδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας [6].

Το 1824 η γνωστή πενταμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή, στο σχέδιο οργάνωσης της εκπαίδευσης που υπέβαλλε, πρότεινε μεταξύ άλλων την ίδρυση Κεντρικού αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Άργος, που θα χρησίμευε ως πρότυπο Διδασκαλείο για τους δασκάλους κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο [7].

Από το διδασκαλείο του Άργους αποφοίτησε σημαντικός αριθμός δασκάλων, οι οποίοι «ανέλαβαν να συντελέσουν εις την γενίκευσιν των φώτων». Στην κεντρική σχολή της αλληλοδιδακτικής του Άργους στέλνονταν από κάθε επαρχία δύο ως τρεις νέοι, αρκετά προχωρημένοι στην ελληνική γλώσσα για να εκπαιδευτούν στη νέα μέθοδο.

Πρέπει να τονιστεί ότι χρήματα για την πληρωμή των δασκάλων και τα άλλα έξοδα των σχολείων δεν υπήρχαν, αφού η κυβέρνηση δεν είχε τα κατάλληλα μέσα ούτε για τη διεξαγωγή του αγώνα. Τα πάντα γίνονταν με τις αυθόρμητες συνδρομές των κατοίκων και των μοναστηριών [8].

Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς στις αρχές του 1825 στην έκθεσή του για την δημόσια εκπαίδευση αναφέρει ότι η σχολή βρισκόταν «εις ανθούσαν κατάστασιν». Η εύρυθμη λειτουργία της πάντως δεν είναι σίγουρη, αφού υπάρχουν μαρτυρίες ότι στις 19 Απριλίου 1825 οι επιστάτες του σχολείου Παρθένιος και Αναγνώστης Ιατρός ανακοίνωσαν την παραίτησή τους μετά τον σφετερισμό των εθνικών κτημάτων, που είχαν αφιερωθεί τον προηγούμενο χρόνο για την αντιμετώπιση των εξόδων των σχολείων [9].

Το 1824 ο εθνικός ευεργέτης Ιω. Βαρβάκης διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό για την ίδρυση Λυκείου στο Άργος, το οποίο όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Επίσης  τον ίδιο χρόνο η κυβέρνηση ψήφισε την ίδρυση πανεπιστημίου στο Άργος και αγόρασε το οικόπεδο, στο οποίο αργότερα ο Καποδίστριας έχτισε τους στρατώνες ιππικού. Παράλληλα, όπως προκύπτει από έγγραφο που εκδόθηκε στις 10 Απριλίου 1824 στο Άργος, κατέβαλλαν προσπάθειες για την ίδρυση και Ανώτερης Ακαδημίας στο Άργος [10] προς προαγωγήν των επιστημών και καλών τεχνών με την ονομασία «Πρυτανείον ή Διατακτήριον», η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. [11]

Γεννάδιος Γεώργιος

Σύμφωνα με την έκθεση Γρηγ. Κωνσταντά του 1825 μεταξύ των  δέκα σχολείων της Πελοποννήσου ήταν και αυτό του Άργους.  Στο σχολείο φοιτούσαν διακόσια αγόρια και κορίτσια χωριστά. Με έξοδα λοιπόν μιας κυρίας από τη Χίο κτίστηκε ιδιαίτερο για τα κορίτσια με καταλληλότερο πρόγραμμα. Στο Άργος ιδρύθηκε  το 1824 και το Κεντρικό σχολείο, στο οποίο δέχτηκε να διδάξει ο Γ. Γεννάδιος.  Το 1825 το αλληλοδιδακτικό του σχολείο είχε πάνω από 150 μαθητές με  δάσκαλο το Δημήτριο Πλατανίτη, τον οποίο επαινεί εφημερίδα της εποχής. Οι μαθητές του σε έξι μήνες είχαν μάθει να διαβάζουν, να γράφουν  και να λογαριάζουν [12].

Ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης από τη αρχή γνωρίζει τις τραγικές συνθήκες της χώρας, αλλά όπως αποκαλύπτει στο μεγάλο φιλέλληνα Εϋνάρδο «είμαι αποφασισμένος να στηρίξω την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δυο μεγάλας βάσεις, την εργασία και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν [13]».

Ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης φαίνεται να αλλάζει ριζικά, όπως ριζικά άλλαξε η μορφή του πολιτεύματος [14]. Είναι ορατός ο πρακτικός του προσανατολισμός και η προσπάθεια σύνδεσης της χειρωνακτικής εργασίας με την πνευματική [15]. Η εκπαίδευση παίρνει ένα χαρακτήρα έντονα φιλανθρωπικό και σωφρονιστικό [16], και γίνεται προσπάθεια να εγκαταλειφθούν οι παλαιές αρχές, που είχαν αποδειχθεί άξιες θρήνου και αγανακτήσεως, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Νεόφυτος Βάμβας:      

 

Εξοδεύουν τα δυστυχή και αθώα παιδία δυο και τρείς χρόνους, χωρίς να μάθωσιν άλλο, παρά μηχανικώς να αναγιγνώσκωσι, και τούτο στραβά και διεστραμμένα. Και από τοιούτους πολυχρονίους και ακάρπους κόπους ο νους ταπεινώνεται, συνηθίζει εις την ακρισίαν, και το φοβερότερο ακόμη, λαμβάνει μίσος και απέχθεια εις την μάθησιν…

Η δε μέθοδος των πλειοτέρων παιδαγωγών είναι τωόντι αξία θρήνου και αγανακτήσεως. Αντί να φέρωνται εις τα αθώα παιδία με τρόπον γλυκύν και σεμνόν, διά να σύρωσιν ενταυτώ την εύνοιαν και το σέβας των, μεταχειρίζονται και βλέμμα, και φωνήν, και χείρας τυραννικάς. Αντί να τρέφωσι την φυσική περιέργειαν και φιλομάθειάν των με ιστορίας και περιγραφάς ζώων, φυτών, και άλλων τοιούτων, περνούν όλη την ημέρα εις ξηρούς και ατάκτους συλλαβισμούς και εις αναγνώσεις παρακαίρους. Από τοιούτον ηθικόν και διδακτικόν τρόπον παιδαγωγίας, τι άλλο ημπορεί να προέλθει παρά εκείνο, το οποίον και βλέπουμε τωόντι; Τα  πνεύματα των παιδίων ταπεινώνονται, εξευτελίζονται, και συλλαμβάνουν δικαίως απέχθειαν εις την μάθησιν και άσπονδον μίσος κατά των τυράννων της αθώας ηλικίας των.

 

Στο Άργος την εποχή αυτή λειτούργησαν ένα δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο, ένα ιδιαίτερο παρθεναγωγείο, ένα ιδιαίτερο ελληνικό σχολείο και μερικά ακόμα  σχολεία «των κοινών γραμμάτων».

Το δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος ιδρύθηκε το 1828 και σύμφωνα με μαρτυρίες λειτούργησε σε οικία – μετόχι, που ανήκε στην έγγεια περιουσία της μονής της Κατακεκρυμμένης στο Μπεκίρ Μαχαλά (Ν. Δ. συνοικία του Άργους). Την είχε αφιερώσει στο μοναστήρι τα πρώτα χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα η Αγγελίνα, σύζυγος του Αθανασίου Μπούρα. Η οικία αυτή επισκευάστηκε από τη δημογεροντία του Άργους και χρησιμοποιήθηκε ως «κοινόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον». Το οίκημα αυτό, που σύμφωνα με έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού» φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε το καλοκαίρι του 1831, όταν έγιναν στο Άργος τα εγκαίνια του νέου σχολείου, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. [17]

Ο Γιάννης Χελιώτης και Νικόλαος Ζεγκίνης αναφέρουν ότι «η προειρημένη οικία, ανακαινισθείσα και επιδιωρθωθείσα παρά των τότε δημογερόντων της πόλεως ταύτης εχρησίμευε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν» και «κατά το 1828, ερείπιον ον, το έκτισαν και το κατασκεύασαν και εχρησίμευσε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν».

Στο σχολείο δίδαξε ο Νικόλαος Φανδρίδης, 21 ετών, κρητικός, με  μηνιαίο μισθό 250 γρόσια (100 φοίνικες), τον οποίο μέχρι το 1830 (Αύγουστος) κατέβαλλε κατά ένα μέρος η δημογεροντία (200 γρόσια) από τα εισοδήματα της κοινότητας που προέρχονταν από τους εθνικούς μύλους, και το υπόλοιπο ο Καποδίστριας αρχικά και ο τοποτηρητής του Άργους κατόπιν.

Στις 21 Ιουνίου 1830 είχε 156 μαθητές, και στις 6 του Οκτώβρη του ίδιου έτους 128 μαθητές. Ο τοποτηρητής του Άργους Ιω. Δ. Βρατσάνος στις 21-6-1830 σε αναφορά του βεβαιώνει «την  άκραν επιμέλειαν την οποίαν ο διδάσκαλος  έχει…».  Την αναφορά συνοδεύει και ονομαστικός κατάλογος των μαθητών.

Ο Φανδρίδης αποδείχθηκε άξιος δάσκαλος σύμφωνα και με έκθεση του Ι. Κοκκώνη (1830), παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε (στενότητα χώρου, έλλειψη των αναγκαίων βιβλίων, ελλιπής φοίτηση μαθητών, έλλειψη εποπτικού υλικού κλπ) [18].

Ο επιθεωρητής πήγε στο Άργος στις 4 το απόγεμα της 6ης Οκτωβρίου του 1830 και επισκέφτηκε αμέσως το αλληλοδιδακτικό σχολείο. Παρουσιάστηκε στο δάσκαλο ως ξένος περιηγητής, που ήθελε να γνωρίσει το σχολείο. Αφού συζήτησαν, έφυγε και την επομένη  πήγε με το γραμματέα του τοποτηρητή, πριν αρχίσει το μάθημα. Παρέμεινε σ’ όλη την παράδοση και εξέτασε πολλούς. Αναφέρει μάλιστα τους ευδοκιμήσαντες. Έλειπαν όμως και 33,  γεγονός το οποίο  σχολίασε και τιμώρησε με το δικό του τρόπο. Δεν ανέφερε δηλαδή τα ονόματα κάποιων προχωρημένων, επειδή δεν ήταν τακτικοί στα  μαθήματα. Είπε μάλιστα σ’ όλους  να μεταφέρουν στους γονείς τους, πως η Κυβέρνηση βραβεύει και βοηθά για παραπέρα  σπουδές μόνο τους επιμελείς, αν είναι και τακτικοί στο σχολείο.

Ο δάσκαλος του φάνηκε  «πολλά ήμερος και γλυκύς προς τους μαθητάς του, επιμελής και προσεκτικός εις το έργον του». Παρατήρησε όμως πως δεν εργαζόταν  ακριβώς, όπως προέβλεπε ο οδηγός και τον συμβούλεψε, όπου έκρινε απαραίτητο. Είπε ότι θα τον επισκεπτόταν και άλλη φορά για πληρέστερη συνεργασία. Το υλικό του  σχολείου και των μαθητών το χαρακτήρισε άθλιο και ελλιπές, ενώ δεν του άρεσε το νέο κτίριο. Το θεώρησε πολυδάπανο και δύσχρηστο. Οι ντόπιοι πάντως φαίνονταν να είναι ευχαριστημένοι  από το δάσκαλο. [19]

Παράλληλα στα σχολεία των «κοινών γραμμάτων» αμαθείς γραμματοδιδάσκαλοι, καλόγεροι και παπάδες δίδασκαν από την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τη «φυλλάδα» και πληρώνονταν από τους γονείς των μαθητών τους. Οι δάσκαλοι αυτοί στάθηκαν σοβαρό εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου αλληλοδιδακτικού σχολείου, αφού δυσφημούσαν το διδακτικό έργο του Φανδρίδη, προκειμένου να αποσπάσουν μαθητές. Μετά τη υποχρεωτική εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, οι γραμματοδιδάσκαλοι κινδυνεύοντας να μείνουν άνεργοι, εφόσον δεν είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις της μεθόδου, κατέφευγαν σε συκοφάντηση του κυβερνητικού εκπαιδευτικού έργου. Το 1830 γίνεται προσπάθεια «να προληφθεί το γραμματεμπόριον των αμαθών τούτων [γραμματοδιδασκάλων], το οποίον εμποδίζει την πρόοδο των αλληλοδιδακτικών καταστημάτων και καταδικάζει τους παίδας εις αιώνιον αμάθειαν».

Η έκθεση αναφέρει τους δασκάλους, των κοινών γραμμάτων, που είχαν ιδιαίτερα σχολεία και τους μαθητές τους. Αυτοί ήταν οι: Αναγνώστης Μοζατζόπουλος με 35 μαθητές, ο Αναγνώστης Κρητικός με 10, ο Κωνστ. Σαμαρτζής με 20, ο Κωνστ.  Λαλουκίτης με 10, ο Αναγνώστης Λελιώτης με 15, ο Γεώργιος Μικροδημήτρης με 15 και ο Σπυρίδων Κούρος με 6 μαθητές. Συνολικά δηλ. 111 μαθητές από τους 297, που φοιτούσαν σε όλα τα σχολεία του Άργους.

Στο παρθεναγωγείο που ιδρύθηκε από τον Καποδίστρια δίδασκε η Μαρία Παπαχατζή και στις 17-10-1829 είχε 20 μαθήτριες από 6 ως 13 ετών, που κατάγονταν από σχετικά ευκατάστατες οικογένειες. Ο μικρός αριθμός των μαθητριών είναι χαρακτηριστικός για την αντίληψη της κοινωνίας του Άργους για τη γυναικεία εκπαίδευση και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Σε έκθεση του έκτακτου επίτροπου Αργολίδας Κωντ. Ράδου [29-11-1829] αναφέρεται και ένα ελληνικό σχολείο με 55 μαθητές και δάσκαλο τον Π. Κορδία,17 ο οποίος πληρωνόταν από τους μαθητές. Ο Κοκκώνης το 1830 επιθεώρησε και το ελληνικό σχολείο, που δίδασκε ο Κορδίας και τότε είχε 40 μαθητές, ορισμένοι από τους οποίους ήταν πάνω από 20 ετών. Εξέτασε τρεις και τους βρήκε «ικανώς προχωρημένους».

Τον Ιούνιο του 1831 έγιναν, παρουσία του Καποδίστρια, τα εγκαίνια του νέου  κτιρίου, το οποίο διατηρείται και σήμερα και στεγάζει το 1ο δημοτικό σχολείο Άργους. Αρχιτέκτονες ήταν ο De Vaud  και ο Λάμπρος Ζαβός, ενώ εργολάβος ο Χαρίτων Κάππος.  Κοντά στο κτίριο οικοδομήθηκε και οίκημα για κατοικία του δάσκαλου. [20]

 

Καποδιστριακό σχολείο

 

Με αφορμή τα εγκαίνια η Γενική Εφημερίς και η Αιγιναία παραθέτουν και στοιχεία για τους μαθητές που είχαν φοιτήσει ως τότε. Οι μαθητές ήταν 1017, από τους οποίους οι 145 πήγαιναν στο νέο κτίριο. Από τους  874 που είχαν αποφοιτήσει, τουλάχιστο 500 ήταν «προπαρασκευασμένοι εις την σπουδήν ανωτέρων μαθημάτων εις τα ελληνικά σχολεία, εις το κεντρικόν της Αιγίνης ή εις άλλα επαγγέλματα». Μεταξύ εκείνων που φοίτησαν ήταν και 184 υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί του τακτικού ιππικού. Η πρόοδος τόσων μαθητών αποδίδεται στον πόθο των γονέων, τη φιλομάθεια των ιδίων, το ζήλο του δασκάλου και την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας.

Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους στο Άργος λειτούργησαν τακτικά σχολεία αγοριών και κοριτσιών με δασκάλους το Ν. Φανδρίδη και την Ε. Φανδρίδη, οι οποίοι δίδασκαν 118 και 65 μαθητές αντίστοιχα. Λειτουργούσαν επίσης 10 σχολεία κοινών  γραμμάτων με ανεξέταστους δασκάλους και 220 μαθητές. Ο Ζεγκίνης αναφέρει [21] πως το 1836 ιδρύθηκε στο Άργος ελληνικό σχολείο με ελληνοδιδάσκαλο τον Παναγιώτη Αγαθοκλή από τη Θράκη, ο οποίος παρέμεινε ως το 1856.

Το β’ μισό του 19ου αι. δεν έγινε καμία σημαντική αλλαγή στο χώρο της εκπαίδευσης. Με διάταγμα 30/11/1880 εισάγεται η συνδιδακτική μέθοδος, που δίνει βάρος στον έλεγχο και την εποπτεία του μαθητή από τον διδάσκοντα [22].

Τα στοιχεία που έχουμε για την κατάσταση της εκπαίδευσης στο Άργος το 1891 προέρχονται από Ημερολόγια της εποχής. Σύμφωνα με αυτά η επαρχία Άργους είχε 20 σχολεία με 726 αγόρια, 100 κορίτσια, 18 δασκάλους και 4 γραμματοδιδασκάλους. Μέσα στο Άργος υπάρχουν 4 σχολεία με 315 αγόρια, 100 κορίτσια και 6 δημοδιδασκάλους και 2 γραμματοδιδασκάλους (στα υπόλοιπα σχολεία της επαρχίας Άργους δεν υπάρχουν κορίτσια).

Δημοσιεύματα εφημερίδων αναφερόμενα στις εξετάσεις των σχολείων της πόλης μας δίνουν ταυτόχρονα και την κατάσταση της παιδείας στο Άργος στις αρχές του αιώνα μας, όπου φαίνονται να λειτουργούν τα ακόλουθα σχολεία:

  • Πλήρες δημοτικό σχολείο αρρένων Άργους, όπου το 1901 φοίτησαν 297 μαθητές (α τάξη 130, β 98, γ 85, δ 53, ε 21, στ 11). Η πτωτική τάση του αριθμού των μαθητών κατά τάξη είναι δηλωτική αφενός της αυστηρότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και αφετέρου των οικονομικών και άλλων δυσχερειών των μαθητών. Διευθυντής ο Αναστάσιος Τρίκας, ο οποίος υπήρξε και πρώτος διευθυντής της σχολής απόρων παίδων του Δαναού, και διδάσκαλοι οι Β. Μποτόπουλος, Δ. Αρβανίτης, Πέτρος Ράπτης και Π. Γεωργαντόπουλος.
  • Κοινή δημοτική σχολή αρρένων Άργους. Πρόκειται για το γνωστό σχολείο Σμυρνιωτάκη. Διδάσκαλοι οι Κ. Γαλάνης, Εμ. Παπαβασιλείου, και Γ. Σαραντόπουλος.
  • Πλήρες δημοτικό σχολείο θηλέων Άργους: Διδασκάλισσες οι Ευσταθία Φώσκη, Σοφία Μπούμη και Βασιλική Αθανασίου ή Αθανασοπούλου.
  • Κοινή δημοτική σχολή θηλέων Άργους: διδασκάλισσα η Ασπασία Αναγνωστοπούλου.

Στα 1891 μετά από πιεστικά αιτήματα παραγόντων της πόλης ιδρύθηκε διτάξιο γυμνάσιο στο Άργος, το οποίο προήχθη σε τριτάξιο στο 1901 μετά από ενέργειες του «θορυβούντος πολιτευτού» Κ. Πλατούτσα.

Αναλύοντας τα στοιχεία αυτά διαπιστώνουμε ότι η επαρχία Άργους παρουσιάζει το μικρότερο ποσοστό μαθητών (3,4%) σε σχέση με τον πληθυσμό της, καθώς και την χαμηλότερη αναλογία μεταξύ αρρένων και θηλέων μαθητών (12,1%).  Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στη διαπίστωση ότι ο πληθυσμός της πόλης στη συντριπτική του πλειοψηφία υπήρξε άκρως συντηρητικός. Ειδικότερα στον τομέα της εκπαίδευσης οι αντιλήψεις, ακόμα και των διανοουμένων, ήταν ακραία συντηρητικές. Για τους αργείτες ως το τέλος του 19ου αιώνα η μόρφωση των γυναικών εγκυμονούσε κινδύνους για την οικογένεια.  Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα ΔΑΝΑΟΣ (αρ. φ. 27/17-7-1908) [23] «η γυνή προώρισται δια την οικίαν, ο ανήρ δια την κοινωνίαν… και η των θηλέων εκπαίδευσις… όχι ωφέλιμος δεν είναι, αλλά και επιβλαβής ως επί το πλύ. Τα σχολεία ίσως εν αγνοία συνηθίζωσι ενωρίς τα κοριτσάκια εις την κενοδοξίαν, την ματαιοδοξίαν, την επίδειξιν, την επιπολαιότητα και το πάντων φρικτόν την αεργίαν. Τα καθιστούν φλύαρα, υπεροπτικά και πανούργα. Τα έργα των χειρών, η εργασία έχει εξοβελιστεί εκ των σχολείων χάριν των γραμματικών κανόνων και των μαθηματικών…».

H κατάσταση γενικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης στο Άργος παραμένει θλιβερή. Είναι χαρακτηριστικό δημοσίευμα της εφημερίδας Αγαμέμνων (φ. 53/1892), όπου διαβάζουμε:

 

«… θλιβερόν είναι αληθώς το σημείον, εις ο περιήλθεν η στοιχειώδης εκπαίδευσις εν τη πόλει ημών. Κληρικοί, λαϊκοί, γυναίκες και κοράσια επαγγέλλονται άνευ ουδεμιάς αδείας τον διδάσκαλον. Εν υπογείοις και κρύπταις καθύγροις, αφωτίστοις, ανηλίοις συρρέουσιν αναμίξ αθώα πλάσματα. Χρηματισταί τινές, ίνα περώσι τον καιρόν τους χωρίς να έχωσι ουδέν κοινόν προς το διδασκαλικόν επάγγελμα..»[24].

 

Το 1895 είναι ένας σημαντικός σταθμός στην ελληνική Εκπαίδευση, γιατί ψηφίστηκε ο νόμος  ΒΤΜΘ΄, που έβαλε αρκετή τάξη στην Παιδεία, αλλά δυστυχώς δεν εξάλειψε όλες τις αδυναμίες, αφού άφησε στη διάκριση των δημοτικών αρχόντων και των εποπτικών συμβουλίων  τους δασκάλους.

Με το νόμο ΒΤΜΘ΄ διορίστηκε ως Επιθεωρητής Δημοτικών και Ελληνικών Σχολείων  Αργολιδοκορινθίας ο Ιωάννης Μεγαρεύς, καθηγητής του Διδασκαλείου Θεσσαλίας, ο οποίος ανέλαβε στις 22-1-1896. Από την αλληλογραφία του φαίνεται η πολύ καλή κατάρτισή του, το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση και η διάθεσή του για συνεργασία με τις τοπικές αρχές.

Η εφημερίδα Δαναός στο φύλλο 116/22-2-1901 δημοσιεύει πληροφορίες για τους δασκάλους, τους μαθητές και τα σχολεία της Αργολίδας. Τις είχε δώσει πολύ πρόθυμα ο Μεγαρεύς, μετά από σχετικό αίτημά της.

 

Καθ’ όλον τον Νομόν Αργολίδος κατά το έτος 1896, δηλαδή οπόταν ήρχισεν η εφαρμογή του Νόμου ΒΤΜΘ΄ , εφοίτων μαθηταί εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις 4.599, διδασκόμενοι υπό 97 διδασκάλων, ανελόγουν δε οι μαθηταί προς τους κατοίκους 5,65:100 προς δε τους διδασκάλους 47:1. Κατά δε το ενεστώς έτος 1901, δηλαδή μετά πενταετή εφαρμογήν του Νόμου, φοιτώσιν εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις του Νομού 7050 μαθηταί διδασκόμενοι υπό 129 διδασκάλων. Αναλογούσι δε οι μαθηταί  προς τους κατοίκους 8,73:100 προς δε τους διδασκάλους 55:1. Η αναλογία 8,73 ισχύει δια τους άρρενας  μαθητάς, διότι η εκπαίδευσις των θηλέων υστερεί ένεκεν οικονομικών λόγων. Αλλά και η φοίτησις αυτών εβελτιώθη και θα βελτιωθή σημαντικώς, διότι  κατά το παρελθόν έτος δέκα [10] σχολεία των θηλέων συνεστάθησαν…. Εκ της αναλογίας δε ταύτης 8,73 δυνάμεθα να καυχηθώμεν ότι σήμερον η εκπαίδευσις εν τη πατρίδι ημών είναι εν ίση μοίρα με την των μάλλον πεπολιτισμένων κρατών της Ευρώπης  και ουδείς ή ελάχιστοι μένουσι αγράμματοι.  Η βελτίωσις δεν περιορίζεται εις την αύξησιν του αριθμού των φοιτώντων, αλλά και εις το ποιόν της εκπαιδεύσεως, προς δε και εις το ποιόν των διδακτηρίων, διότι τα μόνον δια σταύλους χρήσιμα προ του Νόμου αντικατεστάθησαν διά λαμπροτάτων διδακτηρίων και δια καταλλήλων οργάνων εμπλουτίσθησαν, ων τελείως εστερούντο πρότερον».  Και η εφημερίδα καταλήγει πως καθένας πείθεται, από όσα παραπάνω εκτέθηκαν,  πως ο νόμος υπήρξε ωφελιμότατος και σωτηριωδέστατος εν τη εκπαιδεύσει της πατρίδος μας [25].

  

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στις 15/10/1900 ιδρύεται στο Άργος η σχολή απόρων παίδων του συλλόγου «Δαναός», που λειτούργησε μέχρι το 1973, με νόμο του 1924 αναγνωρίστηκε ισότιμη με τα δημόσια δημοτικά σχολεία και 2.473 έλληνες πολίτες φοίτησαν σε αυτήν. [26] Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν θρησκευτικά, ανάγνωση, αριθμητική, γεωγραφία, ελληνική Ιστορία, ανθρωπολογία. Δάσκαλοι από το Άργος και από τα γύρω χωριά αναλάμβαναν να διδάξουν αμισθί.

Σε ολόκληρο τον αιώνα που εξετάσαμε η οργάνωση της εκπαίδευσης ήταν αυστηρά συγκεντρωτική. Όλα καθορίζονταν και επιτηρούνταν από την κεντρική διοίκηση. Ο χαρακτήρας των σπουδών ήταν μονοδιάστατα θεωρητικός και κλασικιστικός από την εποχή της Βαυαροκρατίας. Επιβλήθηκε η αρχαιομάθεια και η αρχαΐζουσα γλώσσα. Το χαρακτηριστικό της διδασκαλίας ήταν ο δογματισμός και ο παπαγαλισμός. Η εσωτερική ζωή του σχολείου ήταν αυταρχικά οργανωμένη [27].

Το δημοτικό σχολείο παρείχε στους μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική) και η φοίτηση ήταν υποχρεωτική, ενώ τα ελληνικά προετοίμαζαν τους μαθητές για το γυμνάσιο κατόπιν εξετάσεων. Οι απόφοιτοι των γυμνασίων εισάγονταν στα πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις.

Η εκπαίδευση ήταν δωρεάν σε όλες τις βαθμίδες εκτός από την πρωτοβάθμια, όπου υπήρχαν δίδακτρα. Για την ίδρυση και συντήρηση των δημοτικών σχολείων κατά των δασκάλων υπεύθυνοι ήταν οι δήμοι και οι κοινότητες, γι’ αυτό και τα σχολεία αυτά ονομάστηκαν δημοτικά και οι δάσκαλοί τους δημοδιδάσκαλοι.

Παρά τον υποχρεωτικό της χαρακτήρα όμως η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν ήταν προσπελάσιμη από όλα τα κοινωνικά στρώματα και το πέρασμα από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη δεν ήταν εύκολο. Τα ελληνικά σχολεία και τα γυμνάσια βρίσκονταν μόνο στα αστικά κέντρα. Η πρόσβαση των παιδιών του αγροτικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευε την περίοδο 1840 – 1860 πάνω από το 75% του συνολικού πληθυσμού, ήταν δύσκολη. Ακόμα χειρότερα βέβαια ήταν τα πράγματα στην εκπαίδευση των γυναικών. Το 1854 η σχέση ανδρικής και γυναικείας φοίτησης ήταν 1 κορίτσι προς 6,5 αγόρια.

Χαρακτηριστικό της αγωγής, που παρέχουν τα σχολεία της εποχής είναι η χρήση του πίνακα τιμής και του μαυροπίνακα, που βρίσκονται μόνιμα αναρτημένοι πίσω από την έδρα του δάσκαλου. [28] Ο πίνακας τιμής χωρισμένος σε στήλες κατατάσσει κάθε μαθητή σε κατηγορίες: φρόνιμος, επιμελής, εύτακτος, φιλαλήθης, ευπειθής…. Κάθε μήνα σε αυτόν αναγράφονται τα ονόματα όσων διακρίθηκαν για την επιμέλεια ή την συμπεριφορά τους. Δίπλα του βρίσκεται «ο μαύρος πίναξ της ατιμώσεως». Εδώ σημειώνονται όσοι ύστερα από συνεχείς παρατηρήσεις παραμένουν «αδιόρθωτοι». Οι χαρακτηρισμοί είναι εύγλωττοι του συστήματος έπαινος-τιμωρία: φλύαρος, ρυπαρός, παρήκοος, οκνηρός ή αμελής, φιλοπαίκτης, ψεύστης, διεστραμμένος…

Πρόκειται ασφαλώς για μεθόδους και νοοτροπίες, που σε γενικές γραμμές εφαρμόστηκαν και τον επόμενο αιώνα στην ελληνική εκπαίδευση, και μόνο μετά τη μεταπολίτευση παραχώρησαν σταδιακά τη θέση τους σε μεθόδους, που ταιριάζουν σ’ ένα σύγχρονο και δημοκρατικό σύστημα εκπαίδευσης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κάτσικα Χρ., Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, σελ. 19.

[2] Αγγέλου Άλκης,  ΙΕΕ, τόμος Ι, σελ 367.

[3] Κάτσικα Χρ. όπ.π. σελ. 22.

[4] Δημαρά Αλ. Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, α’ τόμος, σελ κγ΄.

[5] Δημαρά Αλ. όπ.π., σελ κδ΄.

[6] Καλαφάτη Ελ., Τα σχολικά κτίρια της Α/θμιας εκπαίδευσης. Αθήνα, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιά, 1988.

[7] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, Ελλέβορος, τ. 11, σελ. 81. (1994).

[8] Ι. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σελ. 588.

[9] Κορδατζή – Πρασσά Α.ό.π. σελ. 82.

[10] Ι. Ε. Ε. ΙΒ΄, σελ. 588.

[11] Ι. Ζεγκίνη,  Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σελ. 342.

[12] Φασατάκη Ν. Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, ανέκδοτη εργασία.

[13] Ι. Ε. Ε. τ. ΙΒ΄, σελ. 589.

[14] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. κζ΄.

[15] Κάτσικα Χρ. ο.π. σελ. 29.

[16] Δημαρά Αλ. ο. π. σελ. κζ΄

[17] Δανούση Κ., Ιδιοκτησιακά της μονής Κατακεκρυμμένης στο Άργος, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 12, σελ. 65.

[18]  Κορδατζη – Πρασσά Α. ο.π. σελ 83.

[19] Φασατάκη Ν. ό.π.

[20] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 11, σελ. 86.

[21] Ι. Ζεγκίνη, ο.π. σελ 343.

[22] Κάτσικα Χρ. ο.π., σελ.70.

[23] Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τεύχος 340 (1996)

[24]  Δανούση Κ., Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τευχ. 340 (1996)

[25] Φασατάκη Ν. ο.π.

[26] Μαλτέζου Δ.  Η σχολή απόρων παίδων του ΔΑΝΑΟΥ, Δαναός ΑΡΓΟΣ 1995, σελ. 89 κ.ε.

[27] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. λ΄.

[28] Καλαφάτη Ε. ο.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αναγέννηση, εφημερίδα φ. 340 , Άργος, 1996.
  • Δαναός, αφιέρωμα,  Άργος, 1995.
  • Δημαράς Αλ., «Η  Μεταρρύθμιση που δεν έγινε», τ. 1ος, εκδ. Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1988.
  • Ελλέβορος, περιοδικό τ. 11/12, Άργος, 1994.
  • Ι. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των αιώνων», 1948.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ. ΙΓ΄ , ΙΔ΄
  • Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης», εκδ. Γ.Γ. Νέας Γεννιάς, Αθήνα, 1988.
  • Χρ. Κάτσικας, «Ιστορία της Νεοελληνικής εκπαίδευσης», εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2004.
  • Νίκος Φασατάκης, Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, αδημοσίευτη εργασία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα, ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου. Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ι. Εισαγωγή

 

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Δικαίου είναι ότι δεν ανέχεται την ανεύθυνη άσκηση της εξουσίας. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ούτε ο ανεύθυνος ανώτατος άρχων· και για τις πράξεις η παραλείψεις του, κάποιος πάντοτε ευθύνεται. Οι υπουργοί υπέχουν ποινική [1] και αστική ευθύνη, εκ μόνου του συμπτωματικού γεγονότος, ότι σε δεδομένη στιγμή άσκησαν υπουργικά καθήκοντα.

 Η υπουργική ευθύνη καθιερώθηκε στην Ελλάδα, από το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου, το οποίο όριζε, ότι: Οι υπουργοί είναι υποκείμενοι εις ευθύνην καθώς και ο Γενικός Γραμματεύς του Εκτελεστικού:  α. Αν εναντίον τι πράξωσι της εθνικής ασφαλείας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής ελευθερίας. β. Αν παραβώσι τούς καθεστώτας Νομους, υπογράφοντες η ενεργούντες διαταγήν του Εκτελεστικού, ασύμφωνον με αυτούς· γ. Αν υποπέσωσιν εις κατάχρησιν των δημοσίων χρημάτων, τα οποία εμπιστεύονται εις αυτούς.

Υποβαλλομένης κατηγορίας, κατά υπουργού, διοριζόταν εννεαμελής επιτροπή, η οποία εξέταζε τη βασιμότητά της. Στη συνέχεια η Βουλή, με την πλειοψηφία των 4/5 κήρυσσε τον κατηγορούμενο έκπτωτο του αξιώματός του και τον παρέπεμπε να δικασθεί στο Γενικόν της Ελλάδος Κριτήριον. Τα ίδια επανέλαβε το 1823 το Σύνταγμα της Β’ Εθνοσυνελεύσεως του Άστρους (ο Νόμος της Επιδαύρου).

Η ρύθμιση δεν ήταν ορθή, διότι μόλις εδίδετο άδεια καταδιώξεως, επιβαλλόταν και η ποινή. Και μάλιστα η αυστηρότατη ποινή της εκπτώσεως, προτού καταδικασθεί ο υπουργός. Και η έκπτωση, ως ποινή, επιβάρυνε τη θέση του στο δικαστήριο, αφού είναι η ατιμωτέρα ποινή για πολιτικό άνδρα.

 

ΙΙ. Έλληνες εναντίον Ελλήνων

 

Βάσει αυτών των διατάξεων,  παραπέμφθηκαν το φθινόπωρο του 1823, δύο Υπουργοί της Κυβερνήσεως· ο Χαράλαμπος Περρούκας και ο Ανδρέας Μεταξάς (1790-1860), καθώς και οι Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1770-1848) και Σωτήριος Χαραλάμπης (1760-1826), τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

 

Α. Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα

 

 «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

 

Μετά  τις επιτυχίες των δύο πρώτων ετών κατά των Τούρκων, το κύρος των στρατιωτικών αυξήθηκε εις βάρος των πολιτικών. Εν τω μεταξύ, τα ποσά που είχαν συγκεντρωθεί είχαν δαπανηθεί για τον εφοδιασμό του στρατού. Η φορολογία της δεκάτης δεν απέδωσε, όπως και το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου 1822. Συνεπεία όλων αυτών, άρχισε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών, που είχαν επικρατήσει στην Α’ Εθνοσυνέλευση, και των στρατιωτικών, που θεωρούσαν ότι είχαν παραγκωνισθεί, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Τον Φεβρουάριο του 1823 συνέρχεται η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος.

Η πρόταση της Συνελεύσεως, περί εκποιήσεως μέρους των εθνικών κτημάτων, δημιούργησε το σπέρμα του εμφύλιου πολέμου. Κατά το Σύνταγμα, το Βουλευτικό αποφάσιζε για δάνεια και για την εκποίηση των εθνικών κτημάτων «αναλόγου με την χρείαν».

Οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, ως πλούσιοι, επεδίωκαν την εκποίηση, γιατί αποσκοπούσαν στην ιδιοποίηση των εθνικών κτημάτων, ενώ οι στρατιωτικοί, ως αγρότες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ζητούσαν τη διανομή των εθνικών γαιών. Από τη σύνθεση των δύο σωμάτων, ήταν φανερό ότι το μεν Εκτελεστικό εξέφραζε τούς στρατιωτικούς και την Πελοπόννησο, το δε Βουλευτικό τούς πολιτικούς και την Ύδρα, κεφαλή της ναυτικής δύναμης, η οποία ενίσχυε τούς πολιτικούς και απέβλεπε να εισέλθει στην κυβέρνηση.

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών σωμάτων εντεινόταν, εν όψει της επικείμενης άφιξης του Λόρδου Βύρωνος, ως απεσταλμένου του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου και του δανεισμού από την Αγγλία. Και τούτο, διότι όποιος ήλεγχε το Εκτελεστικό, θα ήταν και ο επίσημος συνομιλητής με τον Βύρωνα· αλλά και όταν εδίδετο το δάνειο θα ενισχυόταν από αυτό. Πληροφορημένος γι’ αυτά ο Διονύσιος Σολωμός, γράφοντας τον Ύμνο εις την Ελευθερία, εκλιπαρεί  τούς Έλληνες να επιδείξουν ομόνοια.

Ο Κολοκοτρώνης παραιτείται από την αντιπροεδρία του Εκτελεστικού στις 13 Οκτωβρίου 1823, και προσφέρεται να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης. Όμως, η παραίτησή του δεν δίδεται στη δημοσιότητα. Το Βουλευτικό, από τη Σαλαμίνα, όπου είχε καταφύγει για ασφάλεια, έρχεται στο Άργος, προσκαλώντας και το Εκτελεστικό να έλθει εδώ από το Ναύπλιο.

Στις 10 Νοεμβρίου, άρχισαν οι συνεδριάσεις του Βουλευτικού, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο κατά του Εκτελεστικού. Μετά από δύο ημέρες, (12 Νοεμβρίου) συζητήθηκε το θέμα, για την προκήρυξη του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα, περί μονοπωλίου του άλατος, και αποφασίσθηκε να κληθεί σε απολογία ο υπουργός.

Ο Χαράλαμπος Περρούκας (; -1824) καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, η οποία το 1798 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στην πόλη του. Ο ίδιος ήταν μεγαλέμπορος και διατηρούσε κατάστημα στην Πάτρα και στο Άργος. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως, οι Τούρκοι κατέστρεψαν το εδώ κατάστημα του. Τον Ιούνιο του 1823, κατηγορήθηκε ότι δημιουργούσε φατρίες στο Άργος και εστάλη παραγγελία στο υπουργείο Εσωτερικών να τον συνετίσει.

Ο Περρούκας είχε εκδόσει προκήρυξη περί μονοπωλίου του άλατος, επειδή ήταν επείγουσα η ανάγκη να βρει χρήματα να πληρώσει τον Νικηταρά, για τα τρόφιμα που έστειλε στον Ανδρούτσο, όταν του ανατέθηκε η εκστρατεία στην Εύβοια. Εκδίδοντας την προκήρυξη, χωρίς την προηγούμενη απόφαση του Βουλευτικού, αυθαιρέτησε, και «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

Το Βουλευτικό δεν ήταν διατεθειμένο να ψηφίζει εισηγήσεις των υπουργών, διότι νόμιζε, ότι, ψηφίζοντας τις προτάσεις των υπουργών, εξυπηρετούνταν το Εκτελεστικό, ακόμη και στην περίπτωση, που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Εφ’ όσον η κυβέρνηση δεν ήλεγχε την Βουλή, μοιραία ήταν η σύγκρουση των δύο εξουσιών.

Στις 13 Νοεμβρίου συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του Άστρους, εννεαμελής επιτροπή και κλήθηκε στο Άργος ο  Περρούκας να απολογηθεί, διότι «παρενόμησε εκδούς προκήρυξιν περί μονοπωλίου άλατος, μη προηγουμένου νόμου». Εκείνος, με επιστολή του από το Ναύπλιο, δήλωσε ειρωνικά αδυναμία να μεταβεί, διότι μόλις είχε επιστρέψει από την Καρύταινα και «ευρισκόμενος από τον κόπον της οδοιπορίας ολίγον ανύμπορος ο δούλος σας, εμποδίσθην κατά το παρόν, έχων προ οφθαλμών μετ’ ολίγον να εκτελέσω το προσταττόμενον».

Το Βουλευτικό στις 24 Νοεμβρίου ενέκρινε ομοφώνως την πρόταση της Επιτροπής «καθ’ ην γίνεται υπεύθυνος και έκπτωτος του υπουργήματός του και ως απλούς πολίτης να κριθή οπού ανήκει». Με διακήρυξή του προς το Πανελλήνιον γνωστοποιεί σε κάθε Έλληνα ότι είναι ελεύθερος να αγοράζη και πωλή το τόσον αναγκαίον άλας εις τον λαόν.

 

 Β. Η παραπομπή του Ανδρέα Μεταξά και έντεκα βουλευτών

 

«πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι»

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Εν τω μεταξύ, το Βουλευτικό παρέπεμψε το μέλος του Εκτελεστικού Ανδρέα Μεταξά, διότι «αφήσας δια μερικά πράγματα τα κοινά της πατρίδος … με την απουσίαν του ενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως». Η νέκρωση των εργασιών οφειλόταν στο ότι ο Μεταξάς, όπως και ο Περρούκας, είχε μεταβεί στην Καρύταινα μαζί με τον Κολοκοτρώνη για να αποτρέψουν τον εμφύλιο πόλεμο, που υπέβοσκε. Από την απουσία δε του Μεταξά απέμειναν μόνο δύο μέλη του Εκτελεστικού (ο Πετρόμπεης και ο Χαραλάμπης) και δεν υπήρχε απαρτία.

Το Βουλευτικό αγνόησε τις εξηγήσεις του Εκτελεστικού και συγκρότησε Επιτροπή, η οποία την ημέρα που καθαιρέθηκε ο Περρούκας, διαβίβασε αναφορά προς το Βουλευτικόν, κατά την οποία «…. εύρομεν διαπράξαντα τον κύριον Μεταξάν ουχί έγκλημα προσβάλλον τον νόμον, αλλ’ έγκλημα καθοσιώσεως, …. ανατρέπον τα θεμέλια του Οργανικού Νομου,….. γενόμενος ου μόνον παραβάτης, αλλά καθαιρέτης του νόμου, ώστε ουδέ απολογίαν επιδέχεται το αμάρτημα…».

Την επομένη (25 Νοεμβρίου), το Βουλευτικό κήρυξε έκπτωτο τον Μεταξά, με ψήφους έξι έναντι τριών, διότι «έπραξε έγκλημα καθοσιώσεως και εφάνη καθαιρέτης του οργανικού Νομου, και αφήσας τον χώρον απενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως και διέλυσε το Εκτελεστικόν Σώμα, πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι». Αντικαταστάτης του Μεταξά στο Εκτελεστικό «εξελέγη παμψηφεί» ο Κωλέττης. Η καταδικαστική απόφαση ήταν προειλημμένη, διότι προτού συγκροτηθούν οι επιτροπές για τις υποθέσεις Περρούκα και Μεταξά είχε κληθεί ο Κωλέττης να αντικαταστήσει τον Μεταξά.

Ταυτόχρονα με την παραπομπή του Μεταξά, το Βουλευτικό, με άλλο έγγραφό του παρέπεμψε και τούς βουλευτές, οι οποίοι «ως λιποτακτήσαντες και εναντίον της τάξεως μακράν του Βουλευτικού Σωματος καθήμενοι εν Ναυπλίω», δεν έρχονταν στο Άργος. Με μία ψήφο κατά, οι βουλευτές κηρύχθηκαν έκπτωτοι και αποφασίσθηκε να ζητηθεί από τις επαρχίες τους να στείλουν άλλους αντιπροσώπους.

 

 Γ. Ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος

 

Η καθαίρεση από το Βουλευτικό του Χαράλαμπου Περρούκα, με την κατηγορία της υπερβάσεως καθηκόντων, ήταν η αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού.

Δημήτριος Τσώκρης

Οι στρατιωτικοί υπερασπίζονται το Εκτελεστικό. Ο Κολοκοτρώνης διατάσσει τον γιο του Πάνο να διαλύσει το Βουλευτικό. Στις 26 Νοεμβρίου 1823, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και ο Τσώκρης, μαζί με 200 στρατιώτες, έρχονται στο Άργος, κτυπούν τη φρουρά του Βουλευτικού και εισβάλλουν στην αίθουσα συνεδριάσεως. Ο Πάνος διαμαρτύρεται, γιατί το Βουλευτικό εμποδίζει το Εκτελεστικό να εκποιήσει εθνικά φθαρτά κτήματα του Ναυπλίου, για να πληρώσει τούς στρατιωτικούς, ενώ αντίθετα εκποιεί και πληρώνει τούς μισθούς των ναυτικών  της Ύδρας και Σπετσών. Λογομαχεί με τον Λόντο, εκτρέπονται σε ύβρεις και ο Πάνος μαζί με τούς συν αυτώ διαλύουν το Βουλευτικό, βιαιοπραγούν κατά των βουλευτών και λεηλατούν τα σπίτια τους. Ο Πάνος παίρνει μαζί του τα Αρχεία, τα οποία παραδίδει, με τη βοήθεια του Μακρυγιάννη, στον πολιτάρχη του Άργους Θ. Ζαχαρόπουλο, γυναικάδελφο του Νικηταρά.

Ο Κολοκοτρώνης τελικά υποχωρεί, αναγνωρίζει την κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία, εν όψει των κινδύνων, του χορηγεί αμνηστία στις 28 Απριλίου 1824 και αποτρέπονται προσωρινά οι περαιτέρω εμφύλιες εχθροπραξίες.

Εν τω μεταξύ, συνήφθη το πρώτο αγγλικό δάνειο (800.000 λίρες) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα. Δυστυχώς, μετά από λίγο θα επακολουθούσε ο Β’ Εμφύλιος Πόλεμος, με μήλον της έριδος τη διαχείριση του αγγλικού δανείου και αιτία την αντιζηλία μεταξύ Πελοποννησίων αφ’ ενός και Ρουμελιωτών και νησιωτών αφ’ ετέρου.

 

 Δ. Η καθαίρεση των Πετρόμπεη και Σωτ. Χαραλάμπη

 

Οι αποφάσεις του Βουλευτικού θεωρήθηκαν αυθαίρετες και άκυρες στο Ναύπλιο, εν όψει ότι δεν υπήρχε απαρτία. Το Βουλευτικό (εκτός των 10 βουλευτών που έμειναν με το Εκτελεστικό) κατέφυγε στις 3 Δεκεμβρίου στο Κρανίδι, για να έχει την προστασία της Ύδρας. Από εκεί, κατήργησε το Εκτελεστικό και διόρισε νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη. Δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις· μία το Παλαιό Εκτελεστικό, η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και άλλη το Νέο Εκτελεστικό η κυβέρνηση του Κρανιδίου.

Το Βουλευτικό κατήγγειλε στον λαό τη βιαία διάλυσή του και τη κυβέρνηση της Τριπολιτσάς, διότι αδιαφορούσε «ως προς τα καθήκοντα του νόμου, οποιασδηποτούν και αν είησαν ποιότητος και βαθμού» και της επέρριψε την ευθύνη για τα γεγονότα του Άργους. Στη συνέχεια, όρισε Επιτροπή, για να δικάσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Σωτήρη Χαραλάμπη. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 19 Δεκεμβρίου 1823 το κατηγορητήριο, που περιελάμβανε δεκατρείς κατηγορίες. Μεταξύ αυτών ήταν ότι ενώ κηρύχθηκαν έκπτωτοι οι Περρούκας και Μεταξάς αυτοί εξακολουθούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απηύθυνε έκκληση προς το Βουλευτικό, για συμβιβασμό, όπως και προς τον Καποδίστρια, προσκαλώντας τον να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδος, αλλά ο τελευταίος, δεν θεώρησε σοβαρή την πρόταση, διότι προερχόταν μόνο από μία πολιτική μερίδα, που την αντιμαχόταν η άλλη.

Στις 5 Ιανουαρίου 1824, η Βουλή ομοφώνως κατεδίκασε αναπολόγητους και καθαίρεσε, τούς Πετρόμπεη και Χαραλάμπη, αφού προηγουμένως απέτυχε τελευταία μεσολαβητική προσπάθεια του Χρυσοσπάθη, απεσταλμένου Πετρόμπεη, για συμβιβασμό. Οι Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης και ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ζήτησαν στις 21 Φεβρουαρίου πάλι, τη μεσολάβηση του Ανδρέα Ζαΐμη, για συμβιβασμό και ο Κωνσταντίνος Μεταξάς έκανε διάβημα για συνδιαλλαγή. Συναντήθηκε με τον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα και επανέλαβε πρόταση του Δημ. Υψηλάντη για συμβιβασμό. Πρότεινε να ανατεθεί η προεδρία του Βουλευτικού στον Πετρόμπεη, να αναγνωρισθεί ο Χαραλάμπης μέλος του Εκτελεστικού, να αμνηστευθούν όσοι ακολούθησαν τον Πετρόμπεη στην Τριπολιτσά και να επανέλθουν στο Βουλευτικό. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου δεν έστερξε, διότι επεδίωκε τη διάλυση της κυβερνήσεως της Τριπολιτσάς. Έτσι άρχισε ο αποκλεισμός του Ναυπλίου τον Μάρτιο του 1824, για να συνεχισθεί ο εμφύλιος, με μια μικρή θερινή ανάπαυλα, επί δύο χρόνια. Όλη η Πελοπόννησος ταράσσεται από φονικές συμπλοκές. Ο εμφύλιος φουντώνει και θα λήξει με την πτώση του Μεσολογγίου μετά από δύο χρόνια.

Κι’ όμως! Το 1823, η Τουρκία βρισκόταν σε δυσχερή θέση, από αντικειμενικούς λόγους.  Είχε υποχρεωθεί να πολεμήσει κατά της Περσίας, στέλνοντας ισχυρή δύναμη στα σύνορα, ο πόλεμος κατά του Αλή πασά στην Ήπειρο είχε κάμψει την οικονομία της και μια πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη είχε καταστρέψει αποθήκες πολεμικού υλικού. Ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γ. Κάννιγκ (1770-1827) αναγνώρισε την εθνικοαπελευθερωτική φύση της Επαναστάσεως και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν από τα φρούρια της Χαλκίδας και της Καρύστου, καθώς επίσης, μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (8 Αυγ. 1823), απέτυχαν να καταλάβουν το Αιτωλικό. Αντί να εκμεταλλευθούμε τη δυσμενή θέση του Σουλτάνου, οδηγηθήκαμε στη διχόνοια και σε έναν υπερδιετή εμφύλιο πόλεμο. Ελάττωμα, που αφήνουμε να εκδηλωθεί σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως συνέβη αργότερα κατά τούς δύο Παγκοσμίους πολέμους, τον 20ο αιώνα. Τα αίτια της διχόνοιας θεωρείται ότι ήσαν κυρίως πολιτικά και δευτερευόντως κοινωνικά. Έχει σημειωθεί (Π.  Κανελλόπουλος), δυστυχώς, προσφυώς, ότι «Η Δοξα στην ελληνική ιστορία, δεν περπάτησε ποτέ μονάχη. Την παίρνει από πίσω, πάντοτε, αργά η γρήγορα, η διχόνοια, ο διχασμός».

 

Υποσημείωση


 

[1] βλ. εκτενέστερα Ευρ. Μπέσιλα-Βήκα,  Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο Ελληνικό και Συγκριτικό Συνταγματικό δίκαιο, (διδ. δ.), 1985, Νικ. Σοϊλεντάκης, Υπουργοί στο Εδικό δικαστήριο (1821-2000), εκδ. Παπαζήση, 2005.

 

Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης,

Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία: τέσσερα δεφτέρια του 1811 και του 1817/1818. Γεώργιος Β. Νικολάου – Διδάκτωρ ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα παρατηρείται στην Πελοπόννησο μία μεγάλη αύξηση των έκτακτων φορολογικών επιβαρύνσεων (avariz) που πλήττουν, περισσότερο, τον χριστιανικό πληθυσμό. Τα αρχειακά τεκμήρια που παρουσιάζουμε και μελετούμε στη συνέχεια μάς δίνουν πολύ διαφωτιστικές πληροφορίες γι’ αυτό το θέμα. Η αύξηση αυτή οφείλεται αφενός στις διαρκώς αυξανόμενες και πιεστικές οικονομικές ανάγκες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξαιτίας κυρίως των πολέμων – η Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα αναφέρθηκε στην ανακοινώσή της στις επιπτώσεις του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812 στην Πελοπόννησο – και αφετέρου σε ενδογενείς αδυναμίες και δυσλειτουργίες της οθωμανικής διοίκησης, σε περιφερειακό ιδίως επίπεδο, αλλά και στην δυσκολία προσαρμογής της Αυτοκρατορίας στις εξελίξεις και αλλαγές που γίνονταν τότε στη Δ. Ευρώπη παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που επεχείρησε ο σουλτάνος Σελήμ Γ’  την περίοδο αυτή.

Η αρχή του δευτεριού της εξαμηνίας του μουχαρεμιού του 1817/18.

Οφείλονται, επίσης, και σε καταχρήσεις από την πλευρά τόσο των οργάνων της τουρκικής διοίκησης του Μοριά, όσο και των μουσουλμάνων (ayan) και των χριστιανών (κοτσαμπάσηδων) προεστών, τις οποίες είχε κατακρίνει πριν από δύο δεκαετίες, με δριμύτητα, ο πελοποννησιακής καταγωγής και πολύ καλός γνώστης των πραγμάτων Οθωμανός αξιωματούχος Πενάχ εφέντης. Τα πολλά για το χριστιανικό πληθυσμό δοσίματα και οι δυσβάσταχτοι έκτακτοι φόροι προκαλούν αποδιαρθρωτικές συμπεριφορές στο εσωτερικό των κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις πολλαπλές οικονομικές απαιτήσεις της περιφερειακής διοίκησης. Γι’ αυτό, συχνό ήταν το φαινόμενο της καταχρέωσης των χριστιανικών κοινοτήτων που ανάγκαζε, μερικές φορές, τα μέλη τους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους ενώ, άλλοτε, αυτά μετέπιπταν στην κατηγορία των τσιφλικιών (çiftliks)· γεγονότα που παρατηρούνται και στις περιοχές Αργολίδας-Ναυπλίας, όπως δείχνουν αρχειακές μαρτυρίες που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα.

Η ανακοίνωση βασίζεται σε δύο κατάστιχα (δεφτέρια) εξόδων, δοσιμάτων και κοινοτικών δαπανών του πολύτιμου για την ιστορία της περιοχής Άργους, και γενικά όλης της Πελοποννήσου, αρχείου Περρούκα, που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και σε δύο άλλα παρόμοια κατάστιχα των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τις πληροφορίες που μας δίνουν τα δεφτέρια του 1811 και του 1817/18, ώστε να έχουμε ένα δείγμα από τις δύο τελευταίες προεπαναστατικές πενταετίες. Είναι αυτονόητο ότι για να σχηματίσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα όλων των φορολογικών υποχρεώσεων των κατοίκων του καζά η βιλαετιού Άργους κατά την προεπαναστατική περίοδο θα χρειαζόταν να μελετήσουμε όχι μόνο όλα τα κατάστιχα του Αρχείου Περρούκα αλλά και τα κατάστιχα φόρων της κεντρικής διοίκησης, δεδομένου ότι αυτά τα δεφτέρια περιέχουν τις δαπάνες και τις εισφορές των κοινοτήτων σε περιφερειακό μόνο επίπεδο, δηλαδή στον καζά Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία

Read Full Post »

«Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών». Ιωάννης Νεραντζής – Δρ. ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Ο αββάς Fourmont, ασύδοτος χάρη στο σουλτανικό φιρμάνι και τη διπλωματική κάλυψη, θα επιδοθεί στη συστηματική καταστροφή των αρχαίων μνημείων του ελλαδικού χώρου, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή που του ανέθεσε ο βασιλικός του αυθέντης και να συγκεντρώσει αρχαιότητες. Στην Αθήνα έφθασε λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1729. Εκεί στην Αθήνα αρχίζει η καταστροφή των ενεπίγραφων μνημείων. Ύστερα από πεντάμηνη παραμονή στην Αθήνα ο Fourmont θα συνεχίσει την περιοδεία του στον Μωριά, μ’ όλο που η πανώλη απλωνόταν παντού και προκαλούσε μεγάλο θανατικό, έπειτα, το ταξίδι ήταν επικίνδυνο και εξ αιτίας των ληστοσυμμοριών, γι’ αυτό τη συνοδεία του Γάλλου αββά αποτελούσαν, εκτός από τον ανιψιό του, ένας δραγουμάνος, ένας γενίτσαρος, τρεις υπηρέτες και πέντε άλογα. Προχώρησε ως την καρδιά της Πελοποννήσου (Μαντινεία, Καρύταινα). Στην Αρκαδία όμως έβραζε η πανώλης κι’ αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αργολίδα.

Ενεργεί ανασκαφές στο Άργος και την Ερμιόνη. Εν τέλει ο Fourmont θα διασχίσει ολόκληρο τον Μωριά, από τον Αργολικό ως το Ιόνιο και από τον Κορινθιακό ως τη Μάνη· [Αρχαία και παλαιά] βιβλία δεν βρήκε πουθενά για να αγοράσει. Όμως η τελευταία φάση των αρχαιοθηρικών περιηγήσεων του Fourmont υπήρξε καταστροφική. Γκρέμισε και αφάνισε τα αρχαιολογικά μνημεία που είχαν απομείνει στην Πελοπόννησο. Ενεργούσε ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους και θρυμμάτιζε τα μάρμαρα που έρχονταν στο φως. Στη Σπάρτη η καταστροφή ήταν προμελετημένη και πήρε μεγάλη έκταση. Από την εποχή των Γότθων είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τέτοια βαρβαρότητα. Ο Fourmont όμως είναι περήφανος για τους βανδαλισμούς του. Με υπεροψία περιγράφει το καταστροφικό έργο του στο γράμμα της 10 Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Freret:

«Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία, [δηλ. τη Σπάρτη], δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. (…). Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, τη Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη, όσο βέβαια επέτρεπε η φρόνηση, είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης. (…). Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πολιτεία του Μωριά που ξεθεμελιώθηκε. Η Ερμιόνη και η Τροιζήνα είχαν την ίδια τύχη. Δεν μου γλύτωσαν ούτε το Άργος ούτε η Φλιούντα. (…). Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. (…). Θα καταστρέψω κι’ άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν. (…)».

 

Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά. Ο Fourmont έψαχνε αρχαιότητες και ελληνικά χειρόγραφα για να τα μεταφέρει στη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. Στο κέντρο τοποθετεί την πυραμίδα του Ελληνικού.

 

Την ίδια ημέρα (10 Απριλίου 1730) γράφει στον Sevin ότι εξασφάλισε τη συμπαράσταση των Τούρκων και των Εβραίων στο καταστροφικό του, όσο και φιλόδοξο, έργο του να εξαφανίσει όλα τα μνημεία, αλλά ευτυχώς ανεκλήθη στη Γαλλία και τελικώς μπαρκάρει στις 23 Απριλίου 1730 στ’ Ανάπλι και επιστρέφει στη Γαλλία μέσω Κρήτης. Η περιήγησή του στην Ελλάδα κράτησε δεκαέξι μήνες…

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

[…] Στο Άργος φιλοξενήθηκε και ο Γάλλος αριστοκράτης Francois-Rene de Chateaubriand, στο σπίτι του εκ Ζακύνθου και μονίμως εγκατεστημένου στο Άργος γιατρού και λόγιου Διονυσίου Αβραμιώτη. Όταν ξεκίνησε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1806, και με τελικό προορισμό την Παλαιστίνη, ο Γάλλος φιλοβασιλικός ευγενής ήταν 38 χρόνων, συνομήλικος με τον Ναπολέοντα. Φευγαλέα η παρουσία του στην Ελλάδα. Η περιήγηση του Chateaubriand στην Ελλάδα άρχισε από τη Μεθώνη στις 10 Αυγούστου 1806. Έμεινε στην Ελλάδα δέκα εννέα μέρες, από τις οποίες τις επτά άρρωστος από θέρμες σ’ ένα αρβανιτοχώρι της Αττικής, μοιρασμένες ανάμεσα στην Αττική και την Πελοπόννησο. Ωστόσο ο Chateaubriand κατόρθωσε με τους ερεθισμούς των 13 ημερών στην Ελλάδα να καλύψει έναν ολόκληρο τόμο από το τρίτομο περίφημο «Οδοιπορικό» του.

Ζούσε μόνιμα στο Άργος ο λόγιος γιατρός Διονύσιος Αβραμιώτης όταν έλαβε συστατική επιστολή του δραγουμάνου του γαλλικού προξενείου της Κορώνης Fornetti να φιλοξενήσει και να ξεναγήσει τον Chateaubriand που φθάνει στο Άργος στις 20 Αυγούστου.

Πραγματικά ο Έλληνας γιατρός του Άργους, κατοπινός κατήγορος του Chateaubriand, υποδέχτηκε τον Γάλλο λογοτέχνη και τον ξενάγησε. Ούτε μία μέρα δεν κράτησε η παραμονή του Chateaubriand στο Άργος· ο Αβραμιώτης τον συνόδεψε μόνο στο φρούριο της Λάρισας.

«[Ο Αβραμιώτης] γύρισε τη συζήτηση γύρω από το Άργος. Μίλησε στον περιηγητή για τη Λάρισα, για τον Ίναχο, για τις Μυκήνες, για την Τίρυνθα, για το Ναύπλιο, αρχαίους και ένδοξους τόπους, αλλά ο Chateaubriand είχε το νου του στο φευγιό. Να ετοιμάσετε τα άλογα». Έπρεπε να φύγει χαράματα. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να δη το θέατρο.

– Το είδα όταν ερχόμουν στο Άργος, απάντησε ο ξένος.

– Παρατηρήσατε τις κερκίδες που έχουν ανοιχτεί στο βράχο;

– Όχι, όχι, δεν πλησίασα. Το είδα από μακριά, από τον δρόμο. Δεν μ’ ενδιαφέρουν άλλωστε τέτοιες λεπτομέρειες».

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Τον έπεισε τελικά να ανεβούν στην ακρόπολη του Άργους, τη Λάρισα. Ενθουσιάστηκε από τη θέα. Του μίλησε ο γιατρός για τις αρχαιότητες, για τα λείψανα των μνημείων, για το χρέος του σοφού ταξιδιώτη να ερευνήσει, να φωτίσει.

«Μου απάντησε ότι δεν είναι πλασμένος για τέτοιες δουλικές μελέτες, ότι του ήταν αρκετή μία ματιά από εκείνο το ύψωμα για να ξυπνήσει στη μνήμη του τις γελαστές εικόνες του μύθου και της ιστορίας».

Ο Chateaubriand έδειχνε συνέπεια και ειλικρίνεια. Απορούσε ο λόγιος Ζακυθινός γιατρός. Τέτοιος περιηγητής δεν είχε ξαναβρεθεί στην Ελλάδα.

« – Αγαπητέ μου κύριε, δεν μοιάζετε διόλου με τους άλλους ταξιδιώτες, που δεν λογαριάζουν κόπους, κινδύνους, έξοδα για να δουν τα αρχαία λείψανα και να με συμπαθάτε που θα σας πω ότι αυτή η οδοιπορία που κάνατε εδώ δεν θα σας χρησιμέψει σε τίποτα. Το πολύ-πολύ να σας χαρίσει τίποτα θέρμες που θα σας βασανίσουν τον χειμώνα». Ο Chateaubriand θα συνεχίσει το γοργό ταξίδι του προς την Αθήνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα Συνταγματικά γεγονότα του Άργους 1821-1831. Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη, Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης – Πάντειο Πανεπιστήμιο. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


  

Η συμβολή του Άργους για την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους απο την τουρκική κυριαρχία είναι ξεχωριστή, έξίσου όμως ξεχωριστή είναι η συμβολή του Άργους στη διαμόρφωση της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας.

Στον περιορισμένο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, ακροθιγώς μόνο θα αναφερθώ στα σημαντικότερα πολιτικά και συνταγματικά γεγονότα του Άργους λαμβάνοντας ύπόψη και τα θέματα των άλλων ομιλητών της ίδιας ένότητας.

Τα σημαντικότερα συνταγματικού κυρίως ενδιαφέροντος γεγονότα, θα μπορούσαμε να τα εστιάσουμε σε τρία που διαδραματίζονται από το 1821 έως το 1832.

1. Η Σύγκληση της Πελοποννησιακης Γερουσίας

 

Το πρώτο σημαντικό γεγονός είναι η σύγκληση στο Άργος της Πελοποννησιακής Συνελεύσεως το Νοέμβριο του 1821. Ήδη η συγκρότηση της Συνελεύσεως αύτη καθ’ εαυτή είχε προβλήματα, αφού ο Υψηλάντης επιθυμούσε τη συγκέντρωση αντιπροσώπων από όλες τις περιοχές της Ελλάδος με σκοπό τη συγκρότηση Εθνικής Συνελεύσεως, ενώ τελικά ύστερα από ενέργειες του Μαυροκορδάτου, πήρε τον χαρακτήρα Τοπικής Πελοποννησιακής Συνελεύσεως [1].  Αλλά έριδες δημιουργήθηκαν και ως προς τον τρόπο εκλογής των πληρεξουσίων, αφού η ρήξη μεταξύ Υψηλάντη και προκρίτων φαινόταν μάλλον οριστική, ενώ συγκεχυμένη παρουσιαζόταν η κατάσταση στις διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς για τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων που θα μετείχαν στην Εθνική Συνέλευση.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η Συνέλευση που ξεκίνησε τις έργασίες της την 1η Δεκεμβρίου του 1821 ονομάσθηκε «Πελοποννησιακή Γερουσία». Ως Πρόεδρό της όρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη τιμητικά, αφού την επομένη της έναρξης των έργασιων έφυγε για την πολιορκία της Κορίνθου «βαρυνθείς τας αδιακόπους φατριατικας έριδας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός [2], συνοδευόμενος απο τον Κολοκοτρώνη, τον Μαυρομιχάλη, άλλους οπλαρχηγούς και τμήμα στρατού.

Την πρώτη ήμέρα των έργασιων της «Πελοποννησιακής Γερουσίας» ψηφίστηκε διακήρυξη με τον τίτλο «Προλεγόμενα», που ονομάστηκε έτσι, επειδή είχε προταχθεί στον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», ο οποίος ψηφίστηκε στη συνέχεια.

Στη διακήρυξη αύτή που οι άντιφάσεις και οι εκούσιες ανακρίβειές της προκαλούν κατάπληξη, ένας σκοπος φαίνεται: να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Ύψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η έπανάσταση της Ελλάδος σε ειδικα γεγονότα, όπως οι σφαγές των έλληνικων πληθυσμών στην Τουρκία και η θανάτωση του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, ένω αύτα δεν ήταν οι αιτίες αλλα τα αποτελέσματα της επανάστασης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Η Συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», που ύπογράφηκε τελικα απο όλους τους πληρεξουσίους της Πελοποννήσου στις 27 Δεκεμβρίου 1821 και έχει τον τίτλο «Οργανισμος περί Προσωρινής Διοικήσεως». Τον ύπέγραψαν και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης, παρα τις βασικές τους έπιφυλάξεις στην αρχή και τη δυσαρέσκεια τους, βέβαιοι ίσως ότι η Συνέλευση της Έπιδαύρου, που είχε αρχίσει τις έργασίες της θα γινόταν το κυρίαρχο σωμα, που θα παραμέριζε και θα έπισκίαζε κάθε Τοπικο Οργανισμό.

Ο Οργανισμός φέρνει έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι χωρίς να συμμετέχουν στις συζητήσεις, είχαν αναλάβει τη φροντίδα της νομοθεσίας απο τον ίδιο τον Υψηλάντη.

Ο Οργανισμός αύτος διαιρείται σε τέσσερα κύρια κεφάλαια, το πρώτο απο τα οποία, αναφέρεται στον τρόπο έκλογής των εφόρων των χωριών, στα καθήκοντα και στα δικαιώματά τους. Το δεύτερο κεφάλαιο, ορίζει τα σχετικά με την έμμεση εκλογή των εφόρων των επαρχιών, τη θητεία και τα καθήκοντά τους. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται λεπτομερώς λόγος για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ενώ το τέταρτο κεφάλαιο ρυθμίζει στρατιωτικά ζητήματα και έχει τον υπότιτλο «Περί των στρατηγών και καπιτάνων». Οι στρατηγοί της Πελο ποννήσου θα εκλέγονται από τη Γερουσία. Κάθε επαρχία θα είχε τους καπετάνιους της που θα εξέλεγε η Γερουσία και θα ήταν υποχρεωμένοι στις εκστρατείες να ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Τέλος, η εκλογή του αρχιστρατήγου, μόνο για την Πελοπόννησο, θα γινόταν από τη Γερουσία, τους στρατηγούς και τους καπετάνιους και την εκλογή τους θα επικύρωνε η Εθνική Βουλή. Ο αρχιστράτηγος δεν μπορούσε να εκστρατεύσει χωρίς την έγκριση της Γερουσίας και της Βουλής. Οι καπετάνιοι θα ήταν ύποχρεωμένοι στις εκστρατείες ν’ ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Με τον Οργανισμό αυτόν, η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη και οι στρατιωτικοί υποτάσσονταν ουσιαστικά στη Γερουσία. Το ολιγαρχικό σύστημα της εξουσίας ήταν πλήρες, αφού πλήρης ήταν και η εκμηδένιση των καπετανάτων [3].

 

2. Η Σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Δεύτερο χρονολογικά σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος ήταν η σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον και για την οποία εκτενώς θα άναφερθεί άλλος ομιλητής.

Επιγραμματικά μόνο θα αναφερθώ σε ορισμένα χαρακτηριστικά της. Η Δ’ Εθνική Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 11 Ιουλίου του 1829 στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους παρουσία και του Καποδίστρια, ο οποίος προέβη σε εκτενή απολογισμό των κυβερνητικών πεπραγμένων προς την Εθνοσυνέλευση, δικαιολογώντας τις πρωτοβουλίες του για την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Το σπουδαιότερο έργο της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως του Άργους υπήρξε η έγκριση 13 ψηφισμάτων, που αναφέρονται κυρίως στην οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης του κράτους. Η Συνέλευση βέβαια δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να εγκρίνει τα σχέδια των ψηφισμάτων, και στα όποια θα αναφερθώ επιγραμματικά, αφού θα σας μιλήσουν γι’ αύτά αμέσως μετά, που είχαν συνταχθεί από τον ίδιο τον Καποδίστρια.

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829.

Με το Α’ Ψήφισμα της 22ας Ιουλίου εγκρίθηκε η ως τότε εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια και του δόθηκε η εξουσιοδότηση να συνεχίσει και στο μέλλον τις ενέργειές του στον τομέα των διαπραγματεύσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενω με το Β’ Ψήφισμα της ίδιας ήμέρας στη θέση του «Πανελληνίου», που είχε αύτοδικαίως καταργηθεί, ιδρύθηκε η Γερουσία με 27 επίσης μέλη, που είχε γνωμοδοτικο μόνο χαρακτήρα, και καθορίστηκαν οι βάσεις της αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Το Β’ Ψήφισμα εξουσιοδοτούσε ακόμη τον Κυβερνήτη να προχωρήσει στην οργάνωση της Γερουσίας και των υπουργείων, ενω άφηνε χωρίς άλλαγες τους κλάδους της εσωτερικής διοίκησης και της δικαιοσύνης έκτος από όσες τροποποιήσεις θα επέβαλλε η πείρα. Προβλέπονταν πάντως η ισοβιότητα των δικαστών. Το ίδιο ψήφισμα ανέθετε επίσης στην προσωρινή κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Γερουσία, να προετοιμάσει τους θεμελιώδεις νόμους με βάση τις αποφάσεις των προηγουμένων τριων Εθνικών Συνελεύσεων (Επιδαύρου, Άστρους και Τροιζήνος). Το Γ’ Κεφάλαιο του Β’ Ψηφίσματος έβαζε τις βάσεις του «Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου», προδρόμου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ήταν τριμελές και ανεξάρτητο από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Στις 26 Ιουλίου εγκρίθηκε το Γ’ και το Δ’ Ψήφισμα. Με το Γ’ Ψήφισμα προβλεπόταν ο έλεγχος όλων των λογαριασμων της Επιτροπής της Οικονομίας και του Γενικού Φροντιστηρίου, η μεταβίβαση εθνικών κτημάτων στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η αίτηση εγγυήσεως των Μεγάλων Δυνάμεων για τη σύναψη εξωτερικού δανείου 60.000.000 φράγκων, η απαλλαγή της χώρας από τα αγγλικά δάνεια του 1824 και 1825, η αναθεώρηση των φορολογικων διατάξεων, η απογραφή των εθνικών κτημάτων και άλλα. Το Δ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, στη στρατολογία και την τακτοποίηση διαφόρων αιτημάτων στρατιωτικων και ναυτικων.

Το Ε’ Ψήφισμα της 29ης Ιουλίου, πρόβλεπε τις οφειλόμενες αποζημιώσεις, τη σύσταση Κώδικα Δημοσίου Χρέους, στη διανομή 200.000 στρεμμάτων εθνικής γης (εκτος από σταφιδοκαλλιέργειες, άμπελωνες, ελαιώνες και δάση), αλλά με προσωρινούς τίτλους ως την οριστική τακτοποίηση του Ελληνικού ζητήματος και στην αγορά πλοίων των ναυτικών νησιών για τη συγκρότηση εθνικού στόλου.

Στις 30 Ιουλίου εγκρίθηκε το ΣΤ’ Ψήφισμα, που ρύθμιζε τον τρόπο εξόφλησης των χρεών των διαφόρων κοινοτήτων επί τουρκοκρατίας.

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια. Διαστ: 1,15×1,37μ. Μουσείο Καποδίστρια. Έργο φλαμανδού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε στην Ελβετία περί τα 1814. Ο Καποδίστριας το έστειλε δώρο στον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην Κέρκυρα.
Στο πορτρέτο ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται με επίσημη διπλωματική ενδυμασία, φέροντας στο δεξί πέτο το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Αγίας Άννης, στην ταινία που φέρει από τον αριστερό ώμο διαγώνια και καταλήγει δεξιά. Στον λαιμό του φέρει τον Σταυρό Β΄ τάξης του Τάγματος του Αγίου Βλαδιμήρου που του απονεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Α΄ τον Ιούνιο του 1814, για την επιτυχία της διπλωματικής αποστολής του στην Ελβετία.

Το Ζ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την κοπή εθνικού νομίσματος, ενω το Η’ Ψήφισμα που ψηφίστηκε την ίδια ημέρα (31 Ιουλίου) μεριμνούσε για τη μελλοντική ανέγερση στην έδρα της Κυβερνήσεως ναού προς τιμήν του Σωτήρος «για να αναπέμψη την ευγνωμοσύνη του (το Έθνος) προς τον Θεόν, όστις έδειξε τοσαύτα θαύματα δια την σωτηρίαν του». Το Η’ Ψήφισμα πρόβλεπε επίσης την αποστολή έκτακτης αντιπροσωπείας πρεσβείας στις αυλές της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, προκειμένου να εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του έθνους για την υποστήριξή τους, καθώς και την ανέγερση δυο μνημείων, ένος στο Ναβαρίνο για ανάμνηση της γνωστής ναυμαχίας, και του δεύτερου στο Πεταλίδι, όπου αποβιβάστηκαν οι Γάλλοι στρατιώτες του Μαιζώνος (Maison). Τέλος, στο ίδιο Ψήφισμα, προβλεπόταν η ίδρυση του Τάγματος του Σωτήρος και η ανέγερση μνημείου για τους φιλέλληνες.

Στις τελευταίες συνεδριάσεις της Συνελεύσεως εγκρίθηκε το Θ’ Ψήφισμα (1 Αυγούστου) έπειτα απο έγγραφη πρόταση του Κολοκοτρώνη που προέβλεπε για τον Καποδίστρια ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων, τα οποία εκείνος αρνήθηκε όπως είχε κάνει και στο παρελθόν.

Στη συνεδρίαση της 2ας Αυγούστου εγκρίθηκαν τα Ι’-ΙΓ’ Ψηφίσματα. Το Γ απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων απο τη χώρα, το ΙΑ’ θέσπιζε μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπο τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου και της παιδείας, το ΙΒ’ πρόβλεπε τον τρόπο εκδικάσεως των ποινικών διαφορών των Ελλήνων, που ανέκυψαν κατά τα χρόνια της Επαναστάσεως «με πρώτιστον κανόνα την επιείκειαν» και τέλος το ΙΓ’ Ψήφισμα όριζε ότι: «Α’: Τα μέλη της ενεστώσης Εθνικής Συνελεύσεως θέλουν συγκροτήσει την ακόλουθον Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν θεωρουμένην ως συνέχειαν της παρούσης. Β’: Η Κυβέρνησις θέλει συγκαλέσει την Εθνικήν Συνέλευσιν τα συγκροτούντα την ενεστώσαν μέλη, άμα αποπερατώση τας περί την σύνταξιν του σχεδίου Θεμελιώδους Νόμου εργασίας της, ή όταν οι περιστάσεις του Γ’ άρθρου του Α’ Ψηφίσματος απαιτήσωσιν», όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να επικυρωθούν απο «τας πληρεξουσίους συμφωνίας» του Κυβερνήτη με τις Δυνάμεις σχετικά με την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου του Ιουλίου 1827 [4].

Η αποτελούμενη απο 27 μέλη Γερουσία, παρόλο που έφερε εξωτερικά το δημοκρατικο χρίσμα οργάνου που προερχόταν απο την Εθνική Συνέλευση, δεν ήταν στην ουσία παρά μία άλλη μορφή «του Πανελληνίου», αφού δεν είχε ούτε το δικαίωμα να εκλέγει τον Πρόεδρό της.

Με την έγκριση των 13 ψηφισμάτων απο την Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους, νομιμοποιήθηκε και επίσημα η κατάλυση του «αντιπροσωπευτικού» συστήματος και των πολιτικών ελευθεριών και το πολίτευμα προσέλαβε προσωρινά μοναρχικο χαρακτήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας επέλεξε το σύστημα μίας καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης αντί της τοπικής αύτοδιοίκησης. Παράλληλα επιχείρησε να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο [5].

Συμπερασματικά, στη Δ’ Εθνική Συνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας είχε πετύχει μία μεγάλη πολιτική νίκη, μία νίκη όμως που στάθηκε και η απαρχή της ανατροπής του, αφού στους μεγαλονοικοκυραίους της Ύδρας και τους κοτσαμπάσηδες που τον αντιπολιτεύονταν, είχαν προστεθεί και οι φιλελεύθεροι, που επιζητούσαν τη δημοκρατική νομιμότητα ως επιστέγασμα της εθνικής ελευθερίας. Το εγχείρημα του Καποδίστρια να οργανώσει κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία, που να στηρίζεται παράλληλα και στις υπάρχουσες ιστορικές καταβολές και εμπειρίες, ενώ εύρισκε μεγάλη άνταπόκριση στην ευρεία πλειοψηφία του λαού, προκαλούσε όλο και εντονότερες αντιδράσεις στην προυχοντική τάξη, η οποία έβλεπε τα προνόμιά της να περιορίζονται παράλληλα με την εξάλειψη της πολιτικής της επιρροής. Οι προσπάθειες του Καποδίστρια για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών βάσεων της πολιτικής ισχύος των κοτσαμπάσηδων σε τοπικο επίπεδο, συνετέλεσαν στην επίσπευση της δολοφονίας του.

 

3. Σύγκληση της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Το τρίτο σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος, είναι η Ε’ Εθνική Συνέλευση, η όποία συγκλήθηκε από την «Διοικητική Επιτροπή» που ορισε η Γερουσία μετά το θάνατο του Καποδίστρια και μέλη της ήταν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας (ως Πρόεδρος), ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Κωλέττης. Οι εργασίες της άρχισαν στις 7 Δεκεμβρίου 1831 μέσα σε ταραγμένη ατμόσφαιρα στο ναο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Άργους, με Πρόεδρο το Δημήτριο Τσαμαδό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις αρχές Δεκεμβρίου του 1831, «το Άργος επαράσταινε μάλλον στρατόπεδον παρά τόπον Εθνικής Συνελεύσεως». Η Συνέλευση κατά τη Συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου, ονομάσθηκε Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση. Την ίδια ημέρα έγινε και η όριστική διάσπαση της «Διοικητικής Επιτροπής», όταν ανακήρυξε τον Αύγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», που ανέλαβε έτσι ως μονομελές όργανο την εξουσία. Η πράξη αυτή της Συνελεύσεως, ενόχλησε τον Κωλέττη και ουσιαστικά έφερε έριδες και διχασμό, αναστατώνοντας το Άργος. Στις 9 Δεκεμβρίου πολλοί κάτοικοι του Άργους προαισθανόμενοι ίσως το κακο που θα ακολουθούσε, άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο. Το απόγευμα άρχισαν οι συγκρούσεις. Ο Κασομούλης, ο όποίος παρευρισκόταν στο Άργος, γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Ούτε από την Τριπολιτσάν (ότε διεδόθη τω 1825 η είδηση της αφίξεως του Ιμβραήμ πασά) δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος· από τον φόβον, άγεληδον τρέχοντες εις τας πεδιάδας παρίστανον το ελεεινότερον θέαμα. Πληρεξούσιοι με τα παπούτσια εις τα χέρια άλλος εδώθεν άλλος εκείθεν φεύγοντες και ούτοι, έως το εσπέρας δεν εμεινεν κανένας, έκτος των έμπολέμων» [6].

Η Ε’ Εθνική Συνέλευση από τις 15 Δεκεμβρίου συνέχισε τις συνεδριάσεις της στο Ναύπλιο και τελείωσε τις εργασίες της στις 15 Μαρτίου 1832. Το σπουδαιότερο έργο της υπήρξε η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» γνωστού και ως «Ηγεμονικού η Βασιλικού της εν Άργει και Ναυπλίω Β’ Εθνικής Συνελεύσεως» που με τα 294 άρθρα του ήταν το μακροσκελέστερο των συνταγματικών κειμένων που ψηφίστηκε από το 1822 και ψήφισε ως πολίτευμα της χώρας ιδιόμορφη βασιλευομένη δημοκρατία. «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού κράτους αντιπροσωπευτικώς ύπερ του Έθνους ύπο διαφόρων άρχών».

Τέσσερα είναι τα κύρια γνωρίσματα του Ηγεμονικού Συντάγματος:

α) Είναι το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος που καθιερώνει το θεσμο του κληρονομικού ανωτάτου άρχοντα. Ο «Ηγεμών» είναι πολιτικά ανεύθυνος και απαραβίαστος, ενώ εχει αρμοδιότητες ουσιαστικές και εκτεταμένες, συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και έχει το δικαίωμα διαλύσεως της Βουλής, θεσμος που έμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική τάξη.

β) Για πρώτη φορά στην Ελλάδα εισάγεται το σύστημα των δύο Βουλών: Η Γερουσία που τα μέλη της διορίζονται ισοβίως ύπο του Ηγεμόνος ασκεί από κοινού με την Βουλή των Αντιπροσώπων και τον Ηγεμόνα τη νομοθετική εξουσία.

γ) Καθιερώνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά και την τιμητική (βάσει περιουσιακών και εισοδηματικών προσόντων) έμμεση ψηφοφορία.

δ) Αναγνωρίζει τα ατομικά δικαιώματα που διασφαλίζονται και στα τρία δημοκρατικά συντάγματα του Αγώνα και για πρώτη φορά: το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας. Προσδίδεται έτσι στο πολίτευμα της «συγκερασμένης» Συνταγματικής Μοναρχίας, όχι μόνο ο άντιπροσωπευτικος και ο κοινοβουλευτικος, αλλά και ο φιλελεύθερος χαρακτήρας [7].

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα δεν εφαρμόσθηκε ποτέ, διότι μετά την άφιξη του Όθωνος σταμάτησε κάθε προσπάθεια ή υπόσχεση για συνταγματικό καθεστώς.

Στο Άργος συνήλθε επίσης τον Ιούνιο του 1832 και συνέχισε τις εργασίες της στην Πρόνοια, προάστιο του Ναυπλίου «Η κατά συνέχειαν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» δηλαδή η νέα έκτη κατά σειρά από το 1821 Συνέλευση που εξανάγκασε σε παραίτηση τον Αύγουστίνο Καποδίστρια και αμφισβήτησε τη νομιμότητα της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως και η οποία διασώθηκε στη συλλογική μνήμη κυρίως για το ψήφισμά της (27 Ιουλίου 1832) με το οποίο «επικυρώθηκε» η υπό των τριων προστάτι δων δυνάμεων εκλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνος ως «βασιλέως της Ελλάδος». Στις 10 Αυγούστου του 1832, η Συνέλευση διαλύθηκε βίαια από στοιχεία ελεγχόμενα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

«Κατ’ αυτόν τον άδοξον τρόπον» έληξεν η επαναστατική περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας. Μία περίοδος που αρχίζει με την «αποθέωση» του συνταγματισμού και τελειώνει με την ολική του έκλειψη [8].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, τομ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 198.

[2] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, οπ.π., σ. 199.

[3] Βλ. Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Δ . Αθήνα, Μέλισσα, 1957, σ. 61.

[4] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΒ. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 527-528.

[5] Βλ. Π. Πετρίδης, Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, τομ. Α , 1821-1862. Αθήνα, Γκοβόστης, 1994, σ. 104.

[6] Βλ. Γ. Αναστασιάδης, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος 1821-1941.

Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2001, σ. 29.

[7] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

[8] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

 

Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη

Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης- Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση. Υπό του Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Εισαγωγικά – Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα – Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών – Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831) – Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος – Η Εκκλησία του Άργους μετά την, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος – Συμπεράσματα

 

1. Εισαγωγικά

 

Ο 19ος αιώνας, συνδέεται με πρόσωπα και γεγονότα, εξόχως σημαντικά για την εκκλησιαστική ιστορία του Άργους. Την περίοδο αυτή, ως γνωστόν, έγινε ο υπό των Ελλήνων εθνικός αγώνας (1821 –1827) και η αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, όπου εκκλησιαστικά πρόσωπα του Άργους, διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο [1] και η Αργολίδα απετέλεσε την πρώτη ελεύθερη γωνία της Ελληνικής γης.

Εδώ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, έλαβαν χώρα οι πολιτικές διεργασίες για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους. Σε ναούς του Άργους ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ (1821), της Δ΄ (1829), και της Ε΄ (1831) Εθνοσυνελεύσεως [2], ενώ στις εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνελεύσεως του Άργους είχαν  σημαντικό ρόλο οι εφημέριοι των ενοριών [3]. Εις την Αργοναυπλία εφαρμόστηκε και ο ιδιάζων θεσμός της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας.

Τον Ιανουάριο του 1823, το γειτονικό Ναύπλιο προσδιορίζεται ως η πρώτη Πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους [4], όπου θα λαμβάνονταν καίριες αποφάσεις επί Κυβερνήτου Καποδίστρια και Βασιλέως Όθωνος και για τα εκκλησιαστικά ζητήματα. Εις το Ναύπλιο συνήλθαν και οι αρχιερείς, οι οποίοι, δια πρωτοκόλλου της 15ης Ιουλίου 1833, ανεκήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία της εν Ελλάδι Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής υφίσταται μόνο πνευματικός δεσμός [5].

Αφού λοιπόν, όλα αυτά είχαν ως επίκεντρο την Αργολίδα, μπορούμε να εννοήσουμε, πόσο σπουδαία είναι τα εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα του Άργους της περιόδου εκείνης για την εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Είναι όμως απαραίτητο να διευκρινίσουμε, ότι ο διαχωρισμός της Εκκλησίας του Άργους απ’ αυτήν του Ναυπλίου, γίνεται μόνο προς εξυπηρέτηση των αναγκών του θέματος της παρούσης μελέτης. Διότι, το Άργος δεν αποτελεί χωριστή εκκλησιαστική περιφέρεια, αλλά υπήρχε πάντοτε ομού μετά του Ναυπλίου με τη γνωστή κοινωνική, πολιτική και εκκλησιαστική άμιλλα ή ενίοτε και αντιπαλότητα [6].

 

2. Η Εκκλησία του Άργους εις τον απελευθερωτικό αγώνα

 

α. Κληρικοί εις τον εθνικό αγώνα

 

Οι κληρικοί εις το Άργος έδωσαν δυναμικό παρόν κατά την εθνεγερσία για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας. Εξέχουσα μορφή απεδείχθη ο από το 1810 έως το 1821 μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος Καλαμαράς [7]. Μυήθηκε εις την Φιλικήν Εταιρείαν το 1819 υπό του ηγουμένου της μονής του Βράχου Κορινθίας, Δανιήλ Παμπούκη [8], αδελφού του διδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη. Είχε αλληλογραφία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και μυστική επαναστατική δραστηριότητα. Την 5η Ιουνίου 1821 συνυπέγραψε το σωζόμενο στα αρχεία της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας «συνυποσχετικόν των Αρχιερέων της Πελοποννήσου», το οποίο αποτελεί ένορκη συμφωνία για κοινή συνεργασία των συνυπογραφόντων αρχιερέων υπέρ της πατρίδος. Ο Γρηγόριος Καλαμαράς κλήθηκε με άλλους προκρίτους και επισκόπους εις την Τρίπολη κατά τις παραμονές της εθνεγερσίας και κλείστηκε εις τις φυλακές, όπου και πέθανε απ’ τις κακουχίες στις 19 Σεπτεμβρίου 1821.

Κατά το διάστημα του αγώνα, πεθαίνει εις το Άργος συνεπεία τύφου, ο Έλους Άνθιμος, ο οποίος ετάφη στον ιερό ναό του Τιμίου Προδρόμου [9]. Ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας εμψυχώνοντας τους βουλευτές, που συσκέπτονταν εις το Άργος υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην, του είπε: «έξελθε και εγώ κρατών τον σταυρόν προπορεύομαι κηρύττων: όστις είναι χριστιανός και πιστός Έλλην, ας ακολουθεί…» [10].

Εις την Φιλικήν Εταιρείαν, έχουν συνταχθεί με μεγάλη προσφορά εις τον αγώνα, ο αρχιδιάκονος του μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Γρηγορίου, Αθανάσιος Σολιώτης [11] και ο εφημέριος Αχλαδοκάμπου παπά-Κωνσταντής [12]. Περί του Αθανασίου Σολιώτου παρατηρεί ο Φωτάκος ότι ενώ ο Γρηγόριος Καλαμαράς πέθανε στη φυλακή, «ο αρχιδιάκονος αυτού Αθανάσιος έμεινεν έξω και έκαμε θαύματα, διότι συνέδραμεν εξ ιδίων την πολιορκίαν του Ναυπλίου και με την προσωπικήν του ικανότητα ήταν εμπρός, ενθαρρύνων τους στρατιώτας» [13].

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Πρέπει να αναφερθεί και ο ηρωικός ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας Αρσένιος Κρέστας που γεννήθηκε το 1779 στο Κρανίδι έπεσε ηρωικά το 1822 στα Δερβενάκια, όπου και ετάφη δίπλα στο ναΐσκο του Αγίου Σώζοντος. Ο παπα-Αρσένης, την 25ην Απριλίου 1821, κατά την επιδρομή του Δράμαλη εις την Αργολίδα οχυρώθηκε στη μονή Κατακεκρυμμένης Άργους με πολλές οικογένειες και ελάχιστους αγωνιστές. Και αφού «αντεστάθησαν ευτυχώς τρείς ημέρας…ιδών ότι εξ αιτίας της δίψας αδύνατον ήτον οι έγκλειστοι να ανθέξωσι, τοις είπεν να δεχθώσι αυτάς (τις προτάσεις του Κεχαγιά) και ανοίξωσι τας πύλας την επαύριον. Αυτός δε θα εφρόντιζε περί της ιδίας ασφαλείας του. Τω όντι την νύκτα εξήλθε της μονής ξιφήρης, διέσχισε τους πέριξ εχθρούς και διεσώθη αβλαβής εις τους Μύλους» [14], αποσπώντας το θαυμασμό των συναγωνιστών του. Είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στην πολιορκία του Ναυπλίου. Στην κηδεία του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό» [15].

 

β. Συνδρομή της Εκκλησίας στη μόρφωση των υποδούλων

 

Η Εκκλησία του Άργους συνέβαλλε ποικιλοτρόπως εις την ανόρθωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων Ελλήνων. Το πρώτο Ελληνικό σχολείο στο Άργος συνεστήθη [16] στη μονή της Παναγίας Κατακεκρυμμένης, το 1798 με πρωτοβουλία των Περρουκαίων, σε συνεργασία με τον περιηγητή διδάσκαλο Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο από τη Δημητσάνα. Το 1804 είχε πλήθος μαθητών. Εδώ εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ύψωσε το λάβαρο της επαναστάσεως του 1821. Σχολάρχης από το 1805 έως το 1821 σχεδόν αδιάκοπα ήταν ο Ησαΐας Καλαράς, απ’ το Αγιονόρι Νεμέας, τον οποίο αποκαλούσαν «σοφολογιώτατον διδάσκαλον». Πριν την επανάσταση, στην Κατακεκρυμμένη οι μοναχοί Ιερεμίας και Ραφαήλ εδίδασκαν τα παιδιά των γύρω χωριών. Το 1813 δίδαξε και ο Νικηφόρος Παμπούκης [17], απ’ τα Καλάβρυτα. Δεν είναι γνωστό το έτος κατά το οποίο μετεφέρθη το σχολείο απ’ τη μονή της Παναγίας εις την πόλη του Άργους.

Επίσης είναι γνωστόν, ότι από τις 10 Αυγούστου 1834 τα βιβλία της μονής Κατακεκρυμμένης, διανεμήθησαν σε διαφόρους δημοσίους φορείς [18].

 

γ. Xρηματικές προσφορές της Εκκλησίας εις τον αγώνα

 

Και χρηματικά ενίσχυσε τον εθνικό αγώνα η Εκκλησία του Άργους. Ο εκάστοτε μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους βαρυνόταν με ετήσια χρηματική υποχρέωση υπέρ της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Η εισφορά αυτή από το 1771 ανήλθε σε εκατόν πενήντα γρόσια, αντί των έξι χιλιάδων άσπρων που καταβάλλονταν ετησίως από το έτος 1759 [19].

Κατ’ εφαρμογή του από 5ης Απριλίου 1822 νόμου «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών» [20], η Διοίκηση προέβη στη δήμευση των χρυσών και αργυρών σκευών των ναών και μονών προκειμένου να θεραπεύσει τις τότε οικονομικές αντιξοότητες. Συγκεντρώθηκαν τότε 2400 λίτρες ή 800 οκάδες αργύρου, απ’ όπου θα κοβόταν νόμισμα και θα καλύπτονταν ποικίλες ανάγκες. Αλλά διασκορπίστηκαν και κλάπηκαν κατά την εισβολή του Δράμαλη από τη μονή της Κατακεκρυμμένης, όπου φυλασσόταν αυτός ο μικρός θησαυρός και όπου επρόκειτο να λειτουργήσει νομισματοκοπείο [21], το οποίο τελικώς δε λειτούργησε.

Οι ηρωικοί λοιπόν κληρικοί που πήραν μέρος εις τον αγώνα της Παλιγγενεσίας, η συνδρομή της Εκκλησίας στην ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των υποδούλων,  οι εκκλησιαστικές εισφορές προς οικονομική ενίσχυση του εθνικού αγώνα, το γεγονός ότι η Α΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε κατ’ αρχάς εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους [22], καθώς και η ορκωμοσία εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους, των πληρεξουσίων της Δ΄ και Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως, όλα αυτά δείχνουν τη σπουδαιότητα [23] της συνδρομής της Εκκλησίας του Άργους ως σημαντικού παράγοντος του απελευθερωτικού αγώνα και εις τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

 

3. Περίοδος Εκκλησιαστικών Τοποτηρητών [24]

 

α. Ιστορική αναγκαιότητα του θεσμού της τοποτηρητείας

 

Με την έναρξη της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 το Άργος, καθώς και οι άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, που βρίσκονταν εις τις εν εξεγέρσει περιοχές της Ελλάδας, αποκόπηκαν διοικητικά από το Πατριαρχείο. Αυτό σήμανε, εκτός των άλλων, απαγόρευση χειροτονιών, εις τις χηρεύουσες εκκλησιαστικές επαρχίες. Την άμεσο διά την συγκυρίαν λύση του προβλήματος, ανέλαβε η Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος δια της τοποθετήσεως τοποτηρητών εις τις χηρεύουσες επισκοπές. Προς τούτο χρησιμοποίησε τους σχολάζοντες ή εμπερίστατους αρχιερείς ή και τους πρωτοσυγκέλλους των οικείων επισκοπών [25], οι οποίοι ζητούσαν αποκατάσταση και θέση εκκλησιαστική εις τη νεοπαγή Ελληνική Επικράτεια, από ευσυνειδησία, αλλά και για να εξασφαλίζουν τα προς το ζην αναγκαία, όπως φαίνεται στο υπ. αριθ. 101/ 14 Μαΐου 1823  έγγραφο του Ανδρούσης Ιωσήφ, Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρόεδρον του Εκτελεστικού, όπου διαβάζουμε: «εις έκαστον τμήμα να διορισθή εις αρχιερεύς και εις πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, εκ των οποίων ο μεν αρχιερεύς να ευλογή τον λαόν ιερουργών, όταν προσκαλήται, ίνα πορίζεται και τα προς το ζην, ο δε πεπαιδευμένος εκκλησιαστικός επίτροπος, όχι μόνον να βαστά κατάστιχον των εκκλησιαστικών δικαιωμάτων αναφερόμενος εις το Εθνικόν Ταμείον και να τρέφεται και αυτός, αλλά και να διδάσκη και τον λαόν ήθη χριστιανικά…» [26]. Είναι χαρακτηριστική η από 12 Μαΐου 1832 αίτηση του πρωτοσυγκέλλου Αθανασίου Σολιώτου, εκκλησιαστικού τοποτηρητού Ναυπλίου και Άργους, προς την «επί των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν», όπου ζητώντας εκκλησιαστική αποκατάσταση, μεταξύ των άλλων γράφει: «προστρέχω δια της παρούσης μου αναφοράς εις το έλεος της σεβαστής κυβερνήσεως και παρακαλώ θερμώς να ευαρεστηθή να δώση ακρόασιν εις την ταπεινήν μου ικεσίαν και αν γνωρίση ως μήτηρ φιλόστοργος και προστάτις των αδικουμένων ότι έχω και εγώ κανένα μικρόν δικαίωμα, να με αξιώση της προστασίας της. Σεβαστή Κυβέρνησις δεν είναι δίκαιον τα γνήσια τέκνα της Ελλάδος, όπου ηγωνίσθησαν και έπαθον να λιμώττωσιν, οι δε ξένοι και μη έχοντες το παραμικρόν δικαίωμα να κατατρυφώσιν» [27].

 

β. Τριπολική εκκλησιαστική διοίκηση εις Άργος

 

Οι ιστορικές συνθήκες της εποχής διαμόρφωσαν ένα τριπολικό, νόθο σύστημα εκκλησιαστικής διοικήσεως εις την περιοχή του Άργους [28]. Υπήρχε δηλαδή ο πρώην Τριπόλεως Διονύσιος Παρδαλός ως περιοδευτής αρχιερεύς για τις χειροτονίες και τις λοιπές τελετουργικές ανάγκες, υπήρχε ταυτοχρόνως ο πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης ως επιστάτης των οικονομικών υποθέσεων και αμφότεροι  υπάγονταν ως «υπάλληλοι κλάδοι» εις το «ιερόν μινιστέριον της θρησκείας», όπως διαβάζουμε στο υπ. αριθ. 1102/ 17 Απριλίου 1825 έγγραφο [29] του Υπουργού της Θρησκείας προς τον πρώην Τριπόλεως Διονύσιον.

Σαφής είναι η σχετική απόφαση του Βουλευτικού Σώματος: «…ενεκρίθη πρώτον να διορισθώσι καθ’ όλας τας χηρευούσας επαρχίας αρχιερείς, εις το να εκπληρώσι τας αρχιερατικάς τελετάς· δεύτερον, να διορισθώσι και εις επιστάτης εις τας μητροπόλεις, όστις να κρατή κατάστιχον και καθαρόν λογαριασμόν όλων των εισοδημάτων, όπου θέλει συνάζονται» [30] με τη φροντίδα του.

 

γ. Κατάλογος εκκλησιαστικών τοποτηρητών Άργους

 

ΤΟΠΟΤΗΡΗΤΕΣ                              

Ο Πρώην Τριπόλεως Διονύσιος [31] (1824- 1829;)

Ο Πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος [32] (1829-1832)

Ο Πρώην Μετρών Μελέτιος (1832- 1834)

ΕΠΙΣΤΑΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1822-1824)

Ιεροδιδάσκαλος Νικηφόρος Παμπούκης (1824-1825)

Πρωτοσύγκελλος Αθανάσιος Σολιώτης (1825-1829)

 

δ. Δυσκολίες εις το έργο των εκκλησιαστικών τοποτηρητών

 

Οι κύριες δυσκολίες των εκκλησιαστικών τοποτηρητών ήταν η απείθεια των χριστιανών, κληρικών και λαϊκών και η μη καταβολή των αρχιερατικών δικαιωμάτων [33]. Στο υπ’ αριθ. 927/ 29 Αυγούστου 1823 έγγραφό του, ο Υπουργός της Θρησκείας, Ανδρούσης Ιωσήφ, γράφει μεταξύ των άλλων: «…οι άνθρωποι απεστάτησαν προ πάντων από τον Θεόν αυτών και δια ταύτα έφθασαν εις εσχάτην απείθειαν και ανευλάβειαν και εις εκκλησίας και εκκλησιαστικούς» [34].

Απ’ ότι φαίνεται κύριο αίτιο του φαινομένου αυτού ήταν η αχρηματία και η εμπερίστατος κατάσταση, εις την οποίαν ευρέθησαν ιερείς και χριστιανοί κατά τα έτη του αγώνα. Στην από 22 Ιουλίου 1823 αναφορά του προς τον Υπουργόν της Θρησκείας, σημειώνει ο Αθανάσιος Σολιώτης: «ότι από την μεγάλην ακαταστασίαν του τόπου και της φατρίας εκάστου των χωρίων και δια τα μέγιστα βάσανα οπού σχεδόν δοκιμάζουν όλοι ενταύθα εξαιτίας του περάσματος των στρατευμάτων, μήτε εις κανένα χωρίον επήγα, μήτε αρχιερατικόν δικαίωμα εζήτησα, καθότι δεν έχουν σκοπόν να δώσουν τίποτα…» [35].

 

4. Η εκκλησιαστική κατάσταση του Άργους επί Καποδίστρια (1828 –1831)

 

α. Οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών

 

Οι κληρικοί του Άργους, κατά την περίοδο (1827- 1831) της διακυβερνήσεως του Ιωάννου Καποδίστρια αντιμετώπιζαν, καθώς και όλοι οι Έλληνες,  οικονομική στενότητα και μορφωτική ένδεια, όπως πληροφορούμεθα από πηγές εκείνης της εποχής. Ο εκκλησιαστικός τοποτηρητής Άργους, πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος, σε αναφορά του, με ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου 1830, «προς τον ευγενέστατον Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου εκπαιδεύσεως Κύριον Νικόλαον Χρυσόγελον», γράφει μεταξύ άλλων:

«Η κατά την επιθυμίαν της Σ(εβαστής) ημών Κυβερνήσεως διαγωγή του δυστυχούς Κλήρου ικανού δείται καιρού, Κύριε, καθώς και ικανός καιρός επέφερεν εις αυτόν την αμάθειαν, την κακοήθειαν και την άγνοιαν των καθηκόντων. Μ’ όλον τούτο πλείστοι των Ιερέων της παροικίας μου, εάν και δεν έφθασαν εισέτι να προσαρμοσθώσι καθ’ όλα εις τον ανήκοντα αυτών χαρακτήρα, τουλάχιστον όμως δίδουσι χρηστάς ελπίδας της εντός ολίγου προσαρμόσεώς των. Μ’ όλον ότι εμποδίζει την εις την προσάρμοσιν πρόοδόν των ο κατ’ ανάγκην τρόπος της οικονομίας της ζωής των, ως πρεσβύτεροι, και χρείαν πολλών έχοντες, ως οι λαϊκοί. Εισί δε και τινες των Ιερέων, οι οποίοι συνεγήρασαν τη κακοηθεία, εις τους οποίους ανίσχυρος ο λόγος και η διδασκαλία. Μ’ όλον ότι και αυτοί μετρώτατοι σήμερον των πρώτων αυτών καταχρήσεων, αλλ’ η μετρότης αυτών υπερβολή προς άλλους λογίζεται. Δίκαιον είναι να παύσωσι του ιερουργείν, και ως γέροντες, και ως τοιούτοι· αλλά και τούτο της τυραννικής εποχής αποτέλεσμα, το να έχωσι την Ιεροπραξίαν πόρον αναγκαιότατον της ζωής των.

Αύτη είναι, Κύριε, η κατάστασις του Κλήρου της παροικίας μου· προσθέτω δε εις τούτο την μικράν μου παρατήρησιν· ως προς εκείνα τα εν τη τυραννία, και επομένως εν τη αναρχία, μεγάλη μεταβολή σήμερον, και ήθελε γενή επαισθητή γενικώς, εάν ευρίσκετο εις αυτόν Παιδεία και Πόρος της ζωής έντιμος και ανήκων τω χαρακτήρι του….» [36].

Την 12ην Οκτωβρίου 1830, ο πρώην Ηλιουπόλεως Άνθιμος ζήτησε από τη «Γραμματείαν επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» τη δωρεάν χορήγηση για τις ενορίες του Άργους εκκλησιαστικών βιβλίων, θεωρώντας κάτι τέτοιο: «τω όντι πατρικόν και φιλόστοργον αποτέλεσμα και προκαταρκτικόν των υπό δυστυχίαν, ως τα πολλά συμβαινουσών παρά του Κλήρου καταχρήσεων» [37]. Είναι ενδιαφέρον, ότι όπως πληροφόρησε απαντητικώς το Υπουργείο: «η Διοικητική Επιτροπή (της Ελλάδος) απεφάσισε να προμηθεύση από Τεργέστης τα αναγκαία δι’ όλας τας Εκκλησίας της Επικρατείας εν γένει (και ότι) εις τοιαύτην περίπτωσιν θέλει γένει φροντίς και διά τας Εκκλησίας του Άργους» [38].

Όσοι προβάλλουν την αμάθεια και οπισθοδρομικότητα των ιερωμένων της εποχής εκείνης, θα πρέπει να μη λησμονούν, ότι οι ιερείς ήταν ολιγογράμματοι εν μέσω αγραμμάτων. Οι κληρικοί αξιολογούμενοι με τα μέτρα της κοινωνίας όπου ζούσαν, ήταν φορείς συντηρητισμού, εν μέσω συντηρητικής πάντως κοινωνίας. Το κύρος τους μειώθηκε [39], κυρίως μεταξύ των ολίγων εγγραμμάτων και πληροφορημένων περί της γενικευμένης αμφισβήτησης, που επέφεραν οι ιδέες της Γαλλικής επανάστασης.

 

β. Ρόλος των κληρικών εις την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829)

 

Πάντως, οι κληρικοί διέθεταν ιερατική συνείδηση και ήταν παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας. Γι’ αυτό οι εκλογές για την ανάδειξη των εκπροσώπων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους (1829), έγιναν σε κάθε ενορία με διαφωτιστική ομιλία του εφημερίου, ο οποίος κοινοποιούσε και κατάλογο με τα ονόματα των υποψηφίων εκπροσώπων. Κατόπιν κάθε ψηφοφόρος ορκιζόταν στο Ευαγγέλιο, ότι θα ενεργήσει κατά συνείδηση και ψήφιζε [40]. Οι πληρεξούσιοι που προέκυψαν ορκίστηκαν εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους και η Δ΄ Εθνοσυνέλευση συνήλθε εις το αρχαίο θέατρο της πόλεως. Οι πληρεξούσιοι της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης ορκίστηκαν επίσης εις το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ενώ οι συνεδριάσεις έγιναν εις το υπό του Καποδίστρια ιδρυθέν, σημερινό Α΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους [41], εις το κέντρο της πόλεως.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

γ. Ο ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

 

Η σημερινή εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου Άργους άρχισε να κτίζεται μετά το 1822 και περατώθηκε περί το 1829. Για την αποπεράτωση, εκτός απ’ τους Αργείους προσέφερε χρηματικό βοήθημα και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Διαβάζουμε σχετικά στο πρακτικό της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους: «ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΘ΄ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 3, 1829. Ανεγνώσθη έγγραφον της Α.Ε. του Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, προβάλλον να δοθή η άδεια εις την Κυβέρνησιν να δώση χρηματικά βοηθήματα εις την ανεγειρομένην εκκλησίαν της κοινότητος του Άργους, ως και εις την μερικήν επισκευήν του ναού της Παναγίας (το σημερινό νεκροταφείο)»[42]. Η χρηματική δωρεά κατ’ άλλους μεν 3000, κατ’ άλλους δε 20.000 φοίνικες, χορηγήθηκε, όπως επιβεβαιώνεται και από την αφιερωματική μαρμαρίνη επιγραφή επί της δυτικής πλευράς του εξωτερικού τοίχου του ναού. Εκεί διαβάζουμε:

«Η πόλις Αργείων

Τω Ιωάννη Αντ. Καποδίστρια

Ευνοίας ένεκεν τόδε τέμενος

ΑΩΚΘ΄ Μηνί Σεπτ.».

Ο εις την αυτήν θέσιν προηγούμενος ναός ήταν κατά την παράδοση ημιυπόγειος αφιερωμένος εις την αγίαν Παρασκευήν. Ο ήδη υπάρχων ναός του Τιμίου Προδρόμου, χρησίμευε και ως μητροπολιτικός μέχρι το 1865 [43], οπότε εκτίσθη ο ναός του πολιούχου Άργους Αγίου Πέτρου. Όσο χρόνο διετέλει μητροπολιτικός ναός ο του Προδρόμου, τελέστηκαν εδώ, όλες οι επίσημες τελετές και δοξολογίες για την έλευση, ορκωμοσία και ενηλικίωση των βασιλέων Όθωνος και Γεωργίου Α΄.

Ο ναός του Προδρόμου εχρησιμοποιείτο κατ’ εξαίρεσιν και ως νεκροταφείο των εφημερίων, ορισμένων επιτρόπων του ναού, προυχόντων και επιφανών Αργείων. Στον περίβολο του ναού ετάφησαν [44] ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, ο Δανός φιλέλλην ιατρός Jedassen ο οποίος τραυματίσθηκε εις τον Ξεριά κατά την εισβολή (24 Απριλίου 1821) του Κεχαγιάμπεη και πέθανε μετά από λίγες ημέρες, ο Βουτεμβέργιος φιλέλλην λοχαγός Κάρολος φον Λίνσιγκ του οποίου απεκόπησαν τα δύο πόδια από σφαίρα πυροβόλου κατά την έφοδο του Ναυπλίου (3-4 Δεκεμβρίου 1821) την οποία διηύθυνε ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Γερμανός φιλέλλην ιατρός Bolteman κατά το 1822, ο Αμερικανός φιλέλλην George Jarvis [45] , ο οποίος απέθανε, κατά τον Φωτάκον, εις το Άργος το 1828 από τις πληγές και τις κακουχίες του πολέμου και ετάφη εδώ, από το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη με εκκλησιαστικές και στρατιωτικές τιμές. Επίσης εδώ έχουν ταφεί ο στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης και όλα τα αποβιώσαντα μέλη του ιστορικού οίκου του, η Ελένη Ανδρέου Καρατζά κόρη του στρατηγού, η οποία απεβίωσε την 21ην Οκτωβρίου 1916 και ο σύζυγός της Ανδρέας Ν. Καρατζάς εκ Πατρών ο οποίος πέθανε την 27ην Μαρτίου 1932, διατελέσας βουλευτής Άργους (1894 –1895 και 1899 -1903) και Δήμαρχος Αργείων (1907 –1914), εις τον οποίο μάλιστα, εκτός των άλλων οφείλεται ο ηλεκτροφωτισμός του Άργους. Σήμερα δείκνυται εις τη ΝΑ πλευράν του ναού, μαρμάρινο μνημείο με την εξής επιγραφή:

ΑΝΑΠΑΥΟΝΤΑΙ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΩΚΡΗΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ

ΜΑΡΙΓΩ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ

ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΩΝ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΙΚΩ

Γ. ΚΑΡΑΤΖΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΤΖΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Στο ναό του Προδρόμου έχουν ταφεί και άλλοι. Εδώ μετεκομίσθησαν απ’ την Παλαιά Κόρινθο και τα οστά του επισκόπου Κυρίλλου Ροδοπούλου. Εις το ΒΔ μέρος του περιβόλου του ναού ετάφησαν, άνευ νεκρωσίμου ακολουθίας, μέσα σε λάκκο, οι μισοί σφαγέντες το 1833 απ’ τους Γάλλους, Αργείοι.

 

5. Αντίκτυπος εις το Άργος της εκκλησιαστικής πολιτικής του Όθωνος

 

Από της αφίξεως εις Ναύπλιον του Βασιλέως Όθωνος την 25ην Ιανουαρίου 1833, έχουμε εκ μέρους της Αντιβασιλείας ριζοσπαστική ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Κατά την 15ην Ιουλίου 1833, υπογράφεται εις το Ναύπλιο το πρωτόκολλο για την ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας από του εν Κωσταντινουπόλει Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά του οποίου εις το εξής αναγνωρίζεται μόνο πνευματικός δεσμός [46]. Το πρωτόκολλο υπογράφει μαζί με άλλους αρχιερείς, υπό την ιδιότητα του εκκλησιαστικού τοποτηρητού Άργους, ο πρώην Μετρών Μελέτιος [47]. Αυτή η διακήρυξη περιεβλήθη και πολιτειακό κύρος με το, από 23 Ιουλίου/ 4 Αυγούστου 1833, Βασιλικό Διάταγμα της Αντιβασιλείας, του Όθωνος [48].

Με το από 16 Δεκεμβρίου 1833 Β.Δ. το Άργος καθώς και η επαρχία Άργους υπήχθησαν διοικητικώς υπό τη μητρόπολη Κορίνθου και όχι υπό τη μητρόπολη Αργολίδος [49]. Έχουμε δηλαδή, μητροπολίτες πλέον και όχι τοποτηρητές. Στο υπ’ αριθ. 820 της 17ης Φεβρουαρίου 1836 έγγραφό του  «προς τον Δήμαρχον Ναυπλίας», ο Νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας αναφέρει, ότι ορισμένοι δημόσιοι φορείς, προφανώς μη έχοντας προσαρμοσθεί στα νέα εκκλησιαστικά δεδομένα, επιγράφουν τα «έγγραφα αυτών “προς την Επισκοπήν” και όχι “προς τον Επίσκοπον” ενώ ο ενεργών είναι αυτός και όχι αφηρημένως η Επισκοπή». Εντέλλεται λοιπόν, του λοιπού να απευθύνονται τα έγγραφα προς τους εκκλησιαστικούς προϊσταμένους, με χρήση μάλιστα της τυπικής προσφωνήσεως Σεβασμιώτατον, «προς αποφυγήν παρατηρήσεων», όπως χαρακτηριστικά καταλήγει [50]. Βλέπουμε δηλαδή, ότι η κρατική διοίκηση  επιθυμεί τη δεοντολογία και διεφύλαττε το κύρος των αρχιερέων.

Η Σύνοδος εξάλλου, προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις καταχρήσεις, που δημιουργούσε η οικονομική ένδεια των κληρικών. Από έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1835, που έστειλε ο Δήμαρχος Ναυπλίας προς τη Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας πληροφορούμεθα, ότι με την υπ’ αριθ. 292-570/ 342 εγκύκλιο της 22ας Φεβρουαρίου 1834  «προς τους κατά την Επικράτειαν Σ(εβασμιωτάτους) Μητροπολίτας και Επισκόπους», η Ιερά Σύνοδος εθέσπισε:

«κατά δε τα τυχηρά έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη μετά ευχαριστήσεως ό,τι και όσον προσφέρεται προς αυτόν αυτοπροαιρέτως παρά των χριστιανών, ο εστίν, έκαστος επίσκοπος να λαμβάνη διά λειτουργίαν, κηδείαν, μνημόσυνον, ευλογίαν γάμου, αγιασμόν, εγκαινιασμόν Ναού κτλ. ό,τι προσφέρεται προς αυτόν κατά προαίρεση, και δεν συγχωρήται εις αυτόν να ζητήση περισσότερον είτε κατ’ ευθείαν είτε εκ πλαγίου» [51].

Επίσης σε έγγραφο του «κατά την επισκοπήν Αργολίδος Μητροπολίτη» (Κυρίλλου Βογάσαρη) με χρονολόγηση 15 Απριλίου 1835, απευθυνόμενος αυτός «προς τους κατά την επισκοπήν Αργολίδος Αρχιερατικούς Επιτρόπους», ακολουθώντας την υπ’ αριθ. 2764/ 264 εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, εντέλλεται να επιδειχθεί μεγίστη προσοχή, «ώστε να μη φορολογούνται οι Χριστιανοί παρά των μοναχών ή εφημερίων, εις τους οποίους ηθέλαμεν εμπιστευθή τα άγια ταύτα λείψανα, ούτε να περιφέρωνται από οικίας εις οικίαν, και από αγρού εις αγρόν χωρίς προηγουμένης ημών αδείας» [52]. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, πρόκειται για τα προερχόμενα «εκ των διαλυθέντων Μοναστηρίων άγια λείψανα».

Ως γνωστόν, με το Βασιλικό Διάταγμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1833 [53], διαλύθηκαν τετρακόσιες δέκα έξι μονές, που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, τα δε ιερά τους κειμήλια και λοιπά τιμαλφή παραδόθηκαν «εις τας ανηκούσας Δημοτικάς αρχάς» [54].  Αυτό, είχε οξύνει τα πνεύματα και εις το Άργος. Γι’ αυτό άλλωστε, αλλά και λόγω των διοικητικών και οικονομικών προνομίων που απολάμβανε η πρωτεύουσα Ναύπλιο, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας για τα κοσμικά βιβλία της διαλυμένης μονής Κατακεκρυμμένης (κλασικοί συγγραφείς, λεξικά, σχολικά) γνωμοδότησε και παρεκάλεσε να μη φύγουν απ’ την πόλη, αλλά να δοθούν στο Δημοτικό Σχολείο Άργους «επί μετριωτάτη τιμή» [55], παρ’ ότι η «επί των Εκκλησιαστικών κτλ. Γραμματεία της Επικρατείας», προχώρησε τελικώς με γνώμονα τους δικούς της συνολικούς σχεδιασμούς [56].

Δια του από 16/ 28 Δεκεμβρίου 1841 Β.Δ. η μητρόπολη Κορίνθου – Άργους, καθώς και η μητρόπολη Αργολίδος συγχωνεύθηκαν σε μία, τη μητρόπολη Κορίνθου και Αργολίδος υπό τον μητροπολίτην Κύριλλον Βογάσαρην. Αποθανόντος του Κυρίλλου το 1842, με το από 18/ 30 Δεκεμβρίου 1842 Β.Δ. η επισκοπή Ύδρας συνεχωνεύθη εις την της Αργολίδος και Κορινθίας με τον τίτλο «επισκοπή Κορινθίας και Αργολίδος», υπό τον από Ύδρας Γεράσιμον Ράλλην (Σπανόν), αποθανόντα το 1843, οπότε η εκκλησιαστική διοίκηση περιέρχεται εις Γενικήν Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν. Αυτές οι συγχωνεύσεις γίνονταν, διότι η Σύνοδος είχε ανακηρύξει μονομερώς το αυτοκέφαλο της Ελληνικής Εκκλησίας και δεν ήθελε να προβεί σε εκλογές αρχιερέων, έως ότου το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποδεχθεί αυτή την ενέργειά της, για να μη θεωρηθεί ως εντελώς αυθαιρετούσα.

 

6. Η Εκκλησία του Άργους, μετά την εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος

 

α. Η διαποίμανση της Εκκλησίας του Άργους

 

Την 29ην Ιουνίου 1850, ύστερα από διεργασίες [57], στην Κωνσταντινούπολη, μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας, συνήλθε η Πατριαρχική Σύνοδος στο Μεγάλο Συνοδικό του Πατριαρχείου και σε επίσημη ειδική τελετή ο Πατριάρχης Άνθιμος ο Δ΄, ως πρόεδρος της Συνόδου, μετά την εκφώνηση του Μεγάλου Αρχιδιακόνου «Πρόσχωμεν», «γεγονυία τη φωνή εις επήκοον πάντων ανέγνω τον ιερόν Συνοδικόν Τόμον [58] εν μεμβράναις αντιγεγραμμένονּ…και μετά την συμπλήρωσιν της αναγνώσεως, οι την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον συγκροτούντες… ήρξαντο υπογράφειν αυτόν κατά τάξιν» [59]. Έτσι περιγράφεται, εις τα Πρακτικά της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, η τελετή της εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανακήρυξης του αυτοκεφάλου εις την Εκκλησία της Ελλάδος.

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Πολιτεία ενδιαφερόταν για την πνευματική και ηθική αναβάθμιση των Ελλήνων, και θεωρούσε ότι η Εκκλησία ήταν κατάλληλος εις τούτο συντελεστής. Σε έγγραφο της 19ης Μαρτίου 1851 ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών, ενημερώνει μέσω του Νομάρχη Αργολίδος και Κορινθίας τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους, οτι «κατ’ αίτησιν ημών η ιερά σύνοδος του Βασιλείου διέταξε τον ιεροκήρυκα τον λαχόντα τον Δήμον του οποίου προΐστασθε, να μη διαμένη διαρκώς εις μίαν πόλιν της αποστολής του και προς ας παρά της ιεράς συνόδου έχη οδηγίας, περιοδεύει και κηρύττει τον λόγον του Θεού, ου μόνον εν ταις πόλεσι αλλά και εν ταις κώμαις και εν τοις χωρίοις» [60]. Και ο Νομάρχης παραγγέλλει προς τους Δημάρχους Ναυπλίας και Άργους να φροντίσουν «ώστε να δοθεί πάσα περιποίησις και συνδρομή εις τους κ(υρίους) ιεροκήρυκας, και ιδίως συνοδεία εθνοφυλακής κατά την από τόπου εις τόπον μετάβασίν των» [61].

Μετά την έκδοση του νόμου Σ΄ του 1852,  η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος καθόρισε τα όρια των μητροπόλεων και επλήρωσε όσες ήταν χηρεύουσες. Για τη μητρόπολη Αργολίδος, όρια καθορίστηκαν αυτά που ισχύουν μέχρι σήμερα και αρχιεπίσκοπος Αργολίδος, εις πλήρωσιν της από ετών χηρευούσης μητροπόλεως εκλέγεται ο εκ Καλαμών πρωτοσύγκελλος Μεσσηνίας Γεράσιμος Παγώνης ή Παγωνόπουλος [62] ο οποίος εθεμελίωσε και εγκαινίασε το σημερινό ναό του Αγίου Πέτρου Άργους.

Του Γερασίμου αποθανόντος εις το Ναύπλιον τον Απρίλιο του 1867, αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως τριμελής επιτροπή Ιερέων μέχρι τον Ιούλιο του ίδιου έτους οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος ο ιεροκήρυξ Αττικής, Δανιήλ Πετρούλιας, ο οποίος ευλαβώς μετέβαλε, διαρρύθμισε και συμπλήρωσε την παλαιά Ιερά Ακολουθία του αγίου Πέτρου Άργους και δημιούργησε έτσι τη νέα, αυτή που ψάλλεται στις 3 Μαΐου κάθε χρόνο, ημέρα της μνήμης του Αγίου [63].

Το Νοέμβριο του 1872 απεβίωσε ο Αργολίδος Δανιήλ και η μητρόπολη διευθύνεται υπό τριμελούς Επιτροπής Ιερέων, μέχρι τον Αύγουστο του 1874, οπότε εκλέγεται και χειροτονείται μητροπολίτης Αργολίδος, ο ιεροκήρυξ Αρκαδίας Καλλίνικος Τερεζόπουλος, ο οποίος όμως απεβίωσε τον Οκτώβριο του 1875 [64].

Μετά το θάνατο του Καλλινίκου αναλαμβάνει τη διεύθυνση της μητροπόλεως και πάλι τριμελής Επιτροπή μέχρι το Μάρτιο του 1882, όταν εξελέγη Αργολίδος ο εφημέριος του μητροπολιτικού ναού Αθηνών και του ναού των βασιλικών ανακτόρων, Νίκανδρος Δελούκας, ο οποίος εποίμανε τη μητρόπολη Αργολίδος επί τριάντα έτη. Εκοιμήθη στο Ναύπλιο το 1912 και έχει ταφεί εις το κοιμητήριο της πόλεως Ναυπλίου, όπου επί του τάφου του έχει τεθεί μαρμάρινη προτομή του. Ο Αργολίδος Νίκανδρος μετά το θάνατό του κατέλειπε εις τους μητροπολιτικούς ναούς αγίου Γεωργίου Ναυπλίου και Αγίου Πέτρου Άργους από 25% αντιστοίχως, της κυριότητος του ιδιόκτητου μητροπολιτικού του οικήματος [65], δηλαδή του γνωστού εν Ναυπλίω ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία», το οποίο το Μάιο του 2001 εκποιήθηκε σε ιδιώτη.

 

β. Ο ναός του αγίου Πέτρου Άργους

 

Ο υπάρχων σήμερα ναός του αγίου Πέτρου [66] στην κεντρική πλατεία του Άργους, θεμελιώθηκε την 17ην Ιουλίου 1859, υπό του τότε μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου Παγώνη, σε οικόπεδο που ανήκε εις την οικογένεια Περρούκα. Ο ναός εγκαινιάστηκε την 18ην Απριλίου 1865, επίσης υπό του Γερασίμου [67].

Μέχρι της ημέρας των εγκαινίων διατηρήθηκε και λειτουργούσε δίπλα εις τη νέα εκκλησία, ένας παλαιός ναός του αγίου Νικολάου. Ο τότε αρχιερεύς δια μιάς κλίμακος ανέβηκε εις τη νότιο πλευρά του ναΐσκου και αφού σχημάτισε το σημείο του Σταυρού αφαίρεσε απ’ τη στέγη τρία κεραμίδια και έτσι άρχισε η κατεδάφισή του. Κατεδαφίσθηκε ο παλαιός αυτός ναός του αγίου Νικολάου μέχρι τα θεμέλια χωρίς να εκσκαφούν αυτά [68].

Γι’ αυτό, αφιερώθηκε το βόρειο κλίτος του νέου αυτού ναού εις τον άγιο Νικόλαο, εις ανάμνησιν του προϋπάρξαντος ναΐσκου του αγίου Νικολάου. Το νότιο κλίτος είναι αφιερωμένο εις τον απόστολο Ανδρέα, είτε επειδή θεωρείται ως ο πρώτος κηρύξας εις το Άργος το Ευαγγέλιον, είτε κατ’ άλλην εκδοχήν εις μνημόσυνον του Ανδρέα Δ. Ζαΐμη, επιφανούς μέλους της οικογένειας Περρούκα, που εδώρησε την έκταση για το νέον αυτό ναό [69].

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940

 

Το τέμπλο, φιλοτεχνήθηκε το 1889 υπό του τότε γνωστού καλλιτέχνου ξυλογλύπτου Ι. Μαγιάση. Μπροστά στο τέμπλο είναι τοποθετημένα δυο μεγάλα βαρειά ορειχάλκινα μανουάλια έργο του 1882, αφιέρωμα, όπως έχει χαραχθεί επάνω σε αυτά, των Αργείων που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη [70].

Εις το κωδωνοστάσιο της βορείου πλευράς υπήρχε επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν εις την πρόσοψη του ναού με μελέτη Γ. Νομικού [71] τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Χρήστος Παπαοικονόμος

Ο κατ’ έτος μεγαλοπρεπής και πανηγυρικός εορτασμός του πολιούχου Άργους, οφείλεται σε πρωτοβουλία του Χρήστου Παπαοικονόμου (1853-1926), καταγομένου από το Λεβίδι της Αρκαδίας, σχολάρχου τότε εν Άργει, Θεολόγου, ιερέως και μετέπειτα οικονόμου του μητροπολιτικού ναού των Αθηνών και ιδρυτού του εν Άργει συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», συγγραφέως του βιβλίου «Ο πολιούχος του Άργους άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός» και άλλων θρησκευτικών έργων. Με πρόταση του μακαριστού Χρήστου Παπαοικονόμου ενεγράφησαν εις το 39 άρθρο του εγκριθέντος στις 2 Δεκεμβρίου 1894 καταστατικού του Συλλόγου τα εξής: «Ο σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δι’ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του διοικητικού συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ’ ην εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερωνύμω του αγίου ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος». Ο πρώτος μεγαλοπρεπής εορτασμός έγινε εις το Άργος την 3η Μαΐου 1895 και έκτοτε εξακολουθεί να εορτάζεται με λαμπρότητα, ενώ πριν το 1895, η εορτή δεν είχε τη σημερινή της μεγαλοπρέπεια ως κατ’ εξοχήν τοπική πανήγυρις του Άργους [72].

 

7.  Συμπεράσματα

 

Όπως διαπιστώσαμε, κατά το 19ο αιώνα καταγράφονται, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, εις τα οποία συνέβαλε δυναμικά η Εκκλησία του Άργους, αλλά και επηρεάστηκε από αυτά.

Εις τον αγώνα για την αποτίναξη της Τουρκικής κυριαρχίας, η Εκκλησία του Άργους έδωσε δυναμικό παρόν, με εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος Καλαμαράς, ο αγωνιστής της Κατακεκρυμμένης Αρσένιος Κρέστας και άλλοι, με ενίσχυση εκπαιδευτικών προσπαθειών για την πνευματική ανόρθωση των υποδούλων Ελλήνων, όπως το σχολείο της Κατακεκρυμμένης, με κατά καιρούς σημαντικές οικονομικές συνδρομές, και με την εκκλησιαστική παρουσία σε Εθνοσυνελεύσεις για τη συγκρότηση του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους.

Το ιδιότυπο καθεστώς των εκκλησιαστικών τοποτηρητών, απετέλεσε μια ιστορική αναγκαιότητα για τα δεδομένα της εποχής. Η έλλειψη επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η προϊούσα αδυναμία χειροτονιών εις τις χηρεύουσες μητροπόλεις, η πρόνοια για εμπερίστατους αρχιερείς, προερχόμενους από Τουρκοκρατούμενες περιοχές ή από τα παράλια της Μικράς Ασίας, και η οικονομική ένδεια κληρικών και λαϊκών είναι οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν το θεσμό της εκκλησιαστικής τοποτηρητείας, που ήταν ένα πολιτειακής πρωτοβουλίας, σύστημα νόθου εκκλησιαστικής διοικήσεως.

Η οικονομική και μορφωτική ένδεια των κληρικών και των λαϊκών δημιουργούσε μεγάλες δυσκολίες στην εκκλησιαστική πολιτική του Καποδίστρια. Πάντως οι εφημέριοι συμμετείχαν ενεργά στην εκλογή των πληρεξουσίων της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης του Άργους, διότι αποτελούσαν παράγοντα κοινωνικής σταθερότητας στα πολυτάραχα εκείνα χρόνια. Διότι οι κληρικοί, παρ’ ότι ήταν ολιγογράμματοι, εν πολλοίς υπερείχαν, διότι ζούσαν εν μέσω αγραμμάτων. Τότε είναι που χτίζεται και ο ήδη υπάρχων ναός του τιμίου Προδρόμου Άργους με χρηματική ενίσχυση του Καποδίστρια.

Επί Όθωνος έχουμε ριζοσπαστική αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Η μονομερώς υπό των εν Ελλάδι αρχιερέων ανακήρυξη του αυτοκεφάλου το έτος 1833, με συμμετοχή του εκκλησιαστικού τοποτηρητή Άργους, πρώην Μετρών Μελετίου, είχε ως συνέπεια τις διοικητικές υπαγωγές του Άργους σε διάφορες, κατά διαστήματα, εκκλησιαστικές γειτονικές περιφέρειες, προκειμένου να αποφευχθούν χειροτονίες μητροπολιτών, που θα επιδείνωναν το ήδη οξυμένο κλίμα μεταξύ της Ελληνικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά την αναγνώριση, το έτος 1850, της Ελληνικής Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου, εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουμε καθορισμό των εκκλησιαστικών ορίων της μητροπόλεως Αργολίδος, όπως αυτά ισχύουν μέχρι σήμερα, καθώς και εκλογές και χειροτονία του μητροπολίτου Αργολίδος Γερασίμου και των διαδόχων του, ώστε η Εκκλησία του Άργους να επιτελεί πλέον την αποστολή της εν ομαλότητι. Το έτος 1865 εγκαινιάστηκε και ο σημερινός ναός του αγίου Πέτρου που κοσμεί την πλατεία του Άργους. Θα στέκεται έκτοτε σεμνά μεγαλοπρεπής στο κέντρο της πόλης και θα θυμίζει, ότι η Εκκλησία του Άργους το 19ο αιώνα, υπήρξε εις το κέντρο των ιστορικών εξελίξεων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σσ. 38-42.

[2] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, έκδοσις δευτέρα, Πύργος 1968, σσ. 226, 265, 268.

[3] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[4] Βλ. Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, έκδοσις Δ΄, Ναύπλιον 2001, σ. 245.

[5] Αυτόθι, σσ. 315-316.

[6] Σχετική είναι η μελέτη του Παναγιώτου Α. Γιαννοπούλου, Η περιστασιακή Επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 20 –42.

[7] Περί αυτού βλέπε εκτενέστερα Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σσ. 38-40. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 4.

[8] Βλ. Βαλερίου Γ. Μέξα, Οι Φιλικοί (Κατάλογοι των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη), Αθήναι 1937, Νο 450, σ. 68.  Πρβλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π., σ. 38, όπου υποστηρίζεται η άποψις ότι εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του ιεροδιδασκάλου Νικηφόρου Παμπούκη.

[9] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Αργολίδος Μητρόπολις, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 3, Αθήναι 1963, στ. 59.

[10] Βλ. Κωνσταντίνου Βοβολίνη, Η Εκκλησία εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953), Αθήναι 1953, σ. 159.

[11] Εκτενέστερα περί αυτού βλέπε Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Αθανάσιος Σολιώτης (1784-1841), Εκκλησιαστικός Τοποτηρητής Ναυπλίου και Άργους», Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήναι 1979, σσ. 67-83.

[12] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας από της συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Τεύχος Α΄ (Διοίκησις), έκδ. Χριστ. Εστίας Άργους, 1957, σ. 42.

[13] Βλ. Φ. Χρυσανθακοπούλου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, εν Αθήναις 1888, σ. 308.

[14] Βλ. Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1925, τόμ. Α΄, σ. 159.

[15] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί της Αργολίδας στον αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας, έκδ. Πολεμικού Μουσείου Ναυπλίου 1994, σ. 5.

[16] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 299. Επίσης Ιωάννου Π. Χαβιαρλή, Η Παναγία η Κατακεκρυμμένη του Άργους, Άργος 1998, σσ. 41-43.

[17] Ειδήσεις περί αυτού βλέπε εις Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σσ. 2-3.

[18] Βλ. Τριανταφύλλου Ε. Σκλαβενίτη, Η σχολική βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), έκδ. Δημοσίας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1995, σσ. 35 και επ., 258 και επ.

[19] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σ. 168.

[20] Βλ. Νόμον υπ’ αριθ. 9 της 5ης Απριλίου 1822, παρά Γ. Δημακοπούλου, Ο κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως 1822-1828. Η νομοθετική διαδικασία. Τα κείμενα των Νόμων, εν τη Επετηρίδι του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 10-11 (1963-64), Εν Αθήναις 1966, σσ. 75-77. Επίσης Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά συγγράμματα, εκδιδόντος Σοφοκλέους Κ. του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνησι ΑΩΞΔ΄ [1864], σσ. 13-14.

[21] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Κληρικοί και Μοναχοί…, ό.π., σ. 6.

[22] Εις το ναό του Τιμίου Προδρόμου Άργους συνήλθαν οι εικοσι έξι Παραστάτες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αλλά μετά την επισυμβάσαν δολοφονίαν του Προεστώτος της Ύδρας Αντώνη Οικονόμου, μετέβησαν για λόγους ασφαλείας εις την Επίδαυρο, όπου και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Εθνοσυνελεύσεως. (Βλέπε σχετικά Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος…, ό.π., σσ. 225 –230).

[23] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους…, ό.π., σ. 42.

[24] Η ενότητα αυτή αποτελεί συνεπτυγμένο τμήμα δημοσιευθησομένης προσεχώς εκτενέστερης μελέτης περί της εφαρμογής του θεσμού της τοποτηρητείας εις τη μητρόπολη Αργολίδος κατά την Εθνική Παλιγγενεσία (1821-1833).

[25] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Ιωάννης Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1991, σσ. 11 και επ.

[26] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Μάιος 1823), υποφ. «Γενικά, Διάφορα, Εκκλησιαστικά, Μοναστηριακά, Σχολικά».

[27] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 49 (Μάιος 1832), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[28] Βλ. Κων. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά…, ό.π., σσ. 14 κ.επ.

[29] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 8 (Απρίλιος 1825), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[30] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823), υποφ. «Εκκλησιαστικά».

[31] Βλ. εκτενέστερα περί αυτού Σπυρίδωνος Δημ. Κοντογιάννη, Διονύσιος Παρδαλός ο από Ρέοντος και Πραστού (1812-1833) Μητροπολίτης Κυνουρίας (1833-1852), ΑΝΑΤΥΠΟΝ εκ του Περιοδικού «ΑΛΙΕΥΣ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας τόμοι 1975 και 1976, Αθήναι 1977.

[32] Αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος του Ανθίμου κατά την πολύνεκρη σύγκρουση μεταξύ των ημετέρων και του εν Άργει στρατοπεδευμένου γαλλικού στρατεύματος κατά την 3ην Ιανουαρίου 1833. Συνετέλεσε εις την κατάπαυση της μάχης με ασφαλώς ολιγότερα θύματα απ’ όσα θα προέκυπταν άνευ της επεμβάσεώς του. Περί του  γεγονότος βλέπε την από 8 Ιανουαρίου 1833 αναφορά του Διοικητικού Τοποτητρητού Άργους προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, εις «Εθνικήν Εφημερίδα», φύλλον 3 της 14ης Ιανουαρίου 1833, (έκδ. Νομ. Αττικής), σ. 9 Β.

[33] Βλ. Τάσου Αθ.  Γριτσοπούλου, Η υπό του Καποδίστρια διορισθείσα πενταμελής Εκκλησιαστική Επιτροπή και το έργον αυτής, «Εκκλησία», τόμ. Λ (1953), σ. 355, (έγγραφον 62).

[34] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Αύγουστος 1823).

[35] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 2 (Ιούλιος 1823).

[36] Βλ. Παντελεήμονος Καρανικόλα, Μητρ. Κορίνθου, Το Κρανίδι, Κόρινθος 1980, σ. 20. Επίσης Γεωργίου Αθ. Χώρα, Η Αγία Μονή Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, Αθήναι 1975, σσ. 283.

[37] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[38] Γ.Α.Κ., -Υπ. Θρησκείας, Φάκ. 33 (Οκτώβριος 1830).

[39] Βλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Προϋποθέσεις- παράγοντες και επιτεύγματα της κοινωνικής πολιτικής του Καποδίστρια (1828-1931), Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου: Ιωάννης Καποδίστριας 170 χρόνια μετά 1827-1997 (Ναύπλιο 26-28 Σεπτεμβρίου 1997), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο 1998, σ. 146.

[40] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 16 και επ.

[41] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Πύργος 19682, σσ. 265, 268.

[42] Βλ. Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 –1832 (Αι Εθνικαί Συνελεύσεις), τόμος δεύτερος (Δ΄ εν Άργει Εθνική Συνέλευσις), Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήναι 1973, σσ. 140 –141.

[43] Βλ. Α. Τσακοπούλου, Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Πέτρου, εις εφημερίδα «Ασπίς» Άργους, Σεπτέμβριος 1949.

[44] Βλ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων, ό.π., σ. 292. Επίσης Αναστασίου Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Β΄, Αθήναι 1953, σσ. 38 –40.

[45] Σ’ αυτόν αναφέρεται ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης εις την εργασία του με θέμα: «Τρεις Φιλέλληνες στην Αργολίδα», την οποία βλέπε εις «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», τόμ. ΙΙΙ (1998), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σσ. 154 και επ.

[46] Βλ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 5, Αθήναι 1964, στ. 627 –628.

[47] Βλ. Κ. Οικονόμου, Τα σωζόμενα Εκκλησιαστικά …, ό.π., σ. 168.

[48] Βλ. Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 735 και επ.

[49] Βλ. Βασιλείου Γ. Ατέση Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερον, τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1948, σ. 143.

[50] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1836).

[51] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ρ 37 (1835).

[52] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[53] Βλ. Ανδρέου Μαμούκα, Τα Μοναστηριακά, εν Αθήναις 1859, σσ. 148-150.

[54] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, ΔΗΜ. 1.1/ Ν 28 (1835).

[55] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 6, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[56] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φάκ. 230 αρ. 8, Εισόδια της Θεοτόκου ή Κατακεκρυμμένη.

[57] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις του αυτοκεφάλου της εν Ελλάδι Εκκλησίας (1850) και η θέσις των Μητροπόλεων των “Νέων Χωρών” (1928), εν Αθήναις 1991, σσ. 13-16.

[58] Το κείμενο του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 βλέπε αυτόθι, σσ. 74-79. Επίσης εις Πρόδρομου Ι. Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων…, ό.π., σσ. 744-749.

[59] Βλ. Εμμανουήλ Ι. Κωνσταντινίδου, Η ανακήρυξις…,ό.π., σσ. 72-73.

[60] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[61] Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Ναυπλίου, Παράρτημα των Γ.Α.Κ., ΔΗΜ. 1.1/ Ο (1851).

[62] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σσ. 45-46. Πρβλ. Γεωργίου Αθ. Χώρα, Ο εποικισμός του λιμένος Αρχαγγέλου Μονεμβασίας και η ιερατική οικογένεια Παγώνη, εις «Λακωνικαί Σπουδαί», τόμ. Ε΄, σσ. 118-142.

[63] Βλ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Δανιήλ ο Πετρούλιας, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 4, Αθήναι 1964, στ. 960.

[64] Βλ. Χρυσοστόμου Ι. Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας…, ό.π. σ. 46.

[65] Αυτόθι, σ. 47.

[66] Ο παλαιός ναός του αγίου Πέτρου ήταν κοντά εις το ήδη υπάρχον κτίριο του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

[67] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Α΄, Αθήναι 1953, σσ. 7 κ.επ.

[68] Αυτόθι, σ. 13.

[69] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός (855 –925), Αθήναι 19914, σσ. 47-48.

[70] Αυτόθι, σ. 51.

[71] Βλ. Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Εκκλησίας Αργολίδος, ό.π., σσ. 12-13. Επίσης Ευαγγέλου Στασινοπούλου, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους…, ό.π., σ. 48.

[72] Βλ. Ευαγγέλου Στασινοπούλου, “Δαναός” και Άγιος Πέτρος, εις «ΔΑΝΑΟΣ» 1 [1894-1994: 100 χρόνια πνευματικής προσφοράς του Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”], εκδόσεις Συλλόγου Αργείων “ο Δαναός”, Άργος 1995, σσ. 11-12.

 

 

Αρχιμ. Καλλίνικος Δ. Κορομπόκης

Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Τα Συντάγματα της Επανάστασης του 1821 – Αλέξανδρος Κόντος, Φιλόλογος, Δρ. Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Παρισίων. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Συμπολίτισσες και συμπολίτες του Άργους. Δεν έχω την τιμή να είμαι πολίτης της πανάρχαιας και πανένδοξης πόλης σας, αλλά σαν πολίτης της κοινής και ενιαίας πατρίδας μας, της Ελλάδας, είμαστε όλοι συμπολίτες.

Εκδηλώσεις σαν κι αυτή είναι άξιες συγχαρητηρίων και ολόθερμης υποστήριξης από κάθε Έλληνα πολίτη που αισθάνεται έμπλεος από τα ελληνικά δημοκρατικά ιδεώδη. Εκδηλώσεις σαν κι αυτή μετριάζουν τον αθηναϊκό υπερσυγκεντρωτισμό και προάγουν τον ελληνικό πολυκεντρισμό. Με τον όρο «πολυκεντρισμός» εννοώ την αρχαία ελληνική συνήθεια να είναι κάθε πόλη ελληνική και ένα κέντρο παραγωγής πολιτισμού. Βέβαια κατά την αρχαία εποχή πολύ συχνά, όπως είναι γνωστό, οι τότε πόλεις έρχονταν σε εμφύλιες διαμάχες και μάλιστα σε πολεμικές αντιπαραθέσεις με κορυφαία αντιπαράθεση τον ολέθριο Πελοποννησιακό Πόλεμο, που στάθηκε και η αρχή του τέλους της  δημοκρατίας και της ελληνικής πολιτιστικής παραγωγής.

Ευτυχώς οι νεότεροι Έλληνες κατάλαβαν, όχι και τόσο εύκολα και όχι χωρίς εμφύλιες διαμάχες πάλι, πως, ενωμένοι και συνθέτοντας ένα ενιαίο διοικητικά κράτος, θα οργάνωναν πιο εποικοδομητικά τη ζωή του Ελληνικού Έθνους. Έτσι κάθε ελληνική περιοχή που κήρυσσε τον πόλεμο κατά του όποιου κατακτητή, Τούρκου ή Άγγλου ή Ιταλού, δε διεκδικούσε την ίδρυση ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους αλλά την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως η πολιτιστική παραγωγή θα πρέπει να συγκεντρώνεται στην Αττική. Κάθε πόλη της Ελλάδας, κάθε χωριό θα πρέπει να καταβάλλει πάντα κάθε προσπάθεια να γίνει ένα κέντρο παραγωγής πολιτισμού με βάση τον πολυποίκιλο ελληνικό πολιτισμό. Και κάθε Ελληνίδα πολίτισσα και κάθε Έλληνας πολίτης, όσο μπορεί, θα πρέπει να ενισχύει αυτή την προσπάθεια, σ’ οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας κι αν γίνεται αυτή. Με βάση αυτό το σκεπτικό δέχθηκα την τιμή που μου κάνατε να με καλέσετε να μιλήσω στην πόλη σας και δηλώνω από αυτό το βήμα πως θα συμβάλλω πάντα στο νεοελληνικό πολιτιστικό πολυκεντρισμό. Μια και τον θεωρώ, εκτός από τα άλλα, και βάση της Δημοκρατίας.

 

Και τώρα στο κύριο θέμα μας: Τα Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21.

           

Τα σπουδαιότερα νομικά κείμενα της σύγχρονης Ελλάδας είναι τα τρία Συντάγματα της Επανάστασης του ’21. Αυτά έγιναν στην Επίδαυρο, το Άστρος και την Τροιζήνα, δηλαδή στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Γι’ αυτό, αν πούμε πως το Άργος και η περιοχή του είναι το κέντρο, όπου ανασυστάθηκε η νομική σκέψη της σύγχρονης Ελλάδας, δε θα λαθεύαμε.

Για τα τρία Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21, δεν έχουν γραφτεί λίγα. Όχι όμως τα αντάξιά τους. Καμιά κριτική δεν έχει ακόμα αποδώσει το μεγαλείο τους, τo  πρωτοποριακό τους πνεύμα, την επίμονη σχέση τους με την Ελληνική Αρχαιότητα. Γι’ αυτό στόχος αυτού του μικρού πονήματος είναι να λειτουργήσει σαν έναυσμα για μια τέτοια προσπάθεια.

Η σχέση των πολιτευμάτων που καθιερώνουν τα Συντάγματα της Επανάστασης του ’21 με τον τρέχοντα αγγλο-αμερικανο-γαλλικό Κοινοβουλευτισμό είναι επιφανειακή. Αντίθετα η σχέση τους με τα αρχαία ελληνικά πολιτεύματα είναι βαθύτερη. Τόσο ο Ρήγας όσο και όλος ο νεοελληνικός Διαφωτισμός ήταν βαθιά εμποτισμένοι από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Πριν γίνει το Σύνταγμα της Επιδαύρου, υπήρξαν πολυάριθμα τοπικά συνταγματικά κείμενα φτιαγμένα στις αντίστοιχες επαναστατημένες περιοχές. Ο Κοραής στο Παρίσι ασχολείται με την έκδοση αρχαίων ελληνικών κειμένων ανάμεσα στα οποία είναι και τα Πολιτικά του Αριστοτέλη.

Η πολιτική σκέψη και πράξη των αρχαίων Ελλήνων αλλοιωμένες από τους Ρωμαίους επηρέασαν τα συνταγματικά κείμενα της Γαλλικής Επανάστασης (1789-1794), αλλά και τα αγγλοσαξονικά κείμενα από τη Magna Charta (1215 μ.Χ.) κι έπειτα μέχρι την Αμερικανική Επανάσταση (1774). Το ελληνικό πολίτευμα, η Δημοκρατία, ήταν το ζητούμενο όλων αυτών των κειμένων μέσα στον αγώνα τους, για να περιορίσουν τη Μοναρχία και τις αυθαιρεσίες της. Τελικά οι Δυτικοί μετά από έντονους και μακροχρόνιους αγώνες κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά τη Μοναρχία και να καταλήξουν στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, στον Κοινοβουλευτισμό. Είναι λοιπόν ο Κοινοβουλευτισμός περιορισμένη Μοναρχία, συρρικνωμένη Μοναρχία. Προεδρικός όμως (Η.Π.Α., Γαλλία, Κύπρος),  πρωθυπουργικός (Ελλάδα, Ιταλία, κ.ά.) ή βασιλευόμενος (Ισπανία, Ολλανδία, Μ. Βρετανία κ.ά.) ο Κοινοβουλευτισμός δεν παύει να έχει σαφή μοναρχικά στοιχεία. Ένα πρόσωπο, ο πρόεδρος, ο πρωθυπουργός ή ο βασιλιάς έχει δικαίωμα να διαλύσει τη Βουλή.

Κι επειδή ζούμε μέσα στον Κοινοβουλευτισμό, το πολιτικό μας ιδεομόρφωμα είναι κοινοβουλευτικό. Γι’ αυτό για να γίνει ο συσχετισμός ανάμεσα στα ελληνικά Συντάγματα του ’21 και την αρχαία ελληνική σκέψη και πράξη, θα πρέπει ο εκάστοτε μελετητής να γνωρίζει όχι μόνο πώς λειτούργησαν τα πολιτεύματα των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών αλλά και να απαρνηθεί το στενό, κατά βάση κοινοβουλευτικό, πολιτικό του ιδεομόρφωμα, για όσο χρόνο τουλάχιστο διεξάγει την έρευνά του. Και έτσι με πνεύμα ευρύτερο, δημοκρατικό, να προσεγγίσει τα Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21. Όμως λόγοι τόσο αντικειμενικοί όσο και υποκειμενικοί μάς εμποδίζουν να γνωρίσουμε τα αρχαία ελληνικά πολιτεύματα. Κι αυτό μας εμποδίζει να μεταφερθούμε στο αρχαίο ελληνικό πολιτικό πνεύμα και να το κατανοήσουμε.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Πιο συγκεκριμένα. Οι αντικειμενικές δυσκολίες για τη γνώση της πολιτικής πράξης και σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων οφείλονται στην ελλιπή μας πληροφόρηση. Το κύριο αρχαιοελληνικό έργο που θα μπορούσε να μας πληροφορήσει για την πολιτική σκέψη και πράξη των Αρχαίων Ελλήνων είναι ένα χαμένο έργο του Αριστοτέλη. Αυτό περιλάμβανε 158 πολιτεύματα ελληνικών αλλά και μη ελληνικών πόλεων-κρατών. Ευτυχώς σχετικά πρόσφατα, το 1891, ανακαλύφτηκε το πρώτο αλλά και σημαντικότερο από αυτά τα 158 πολιτεύματα: η Αθηναίων Πολιτεία, το πολίτευμα των Αθηναίων. Είναι αλήθεια πως η κατεστραμμένη αρχή αυτού του κειμένου μας στερεί από αρκετές πληροφορίες, όμως άλλα αρχαιοελληνικά διασωσμένα κείμενα αναπληρώνουν μερικά αλλά αρκετά ικανοποιητικά αυτό το κενό.

Οι υποκειμενικές δυσκολίες για τη γνώση της πολιτικής πράξης και σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων οφείλονται σε δύο λόγους. Πρώτο: πολλοί μελετητές, όταν μελετούν την πολιτική σκέψη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη σχηματίζουν τη λαθεμένη εντύπωση ότι μελετούν τη σκέψη των Αρχαίων Ελλήνων. Δεύτερο: οι μελετητές, ζώντας και δρώντας στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά, δηλαδή ολιγαρχικά, πολιτικά πλαίσια, έχουν τη λαθεμένη εντύπωση ότι ζουν και δρουν σε Δημοκρατία, επειδή συνηθίζει ο Κοινοβουλευτισμός, να σφετερίζεται το όνομα της Δημοκρατίας και να αυτοαποκαλείται «Δημοκρατία». Ο τρέχων Κοινοβουλευτισμός είναι μια ολιγαρχική πολιτειακή παραλλαγή. Και μάλιστα είναι συρρικνωμένη Μοναρχία, όπως ήδη έχει ειπωθεί. Αν ξυπνούσε ο Αριστοτέλης θα τον κατέτασσε σαφώς στα ολιγαρχικά πολιτεύματα από το γεγονός και μόνο ότι δε χρησιμοποιεί την κλήρωση για την ανάδειξη των βουλευτών αλλά την εκλογή. Γι’ αυτό άλλωστε και κατέτασσε και τη Σπάρτη στις ολιγαρχίες, γιατί, παρά την ομοιομορφία ένδυσης και σιτισμού, τα οποία κατά τον Αριστοτέλη θεωρούνταν  χαρακτηριστικά δημοκρατικά, η ανάδειξη των Εφόρων και των Γερουσιαστών γινόταν με εκλογή και όχι με κλήρωση (Αριστ. Πολ. Δ, 1294β 18-34). Όμως, παρ’ όλα αυτά, η αρχαιοελληνική Ολιγαρχία, δεν ήταν συρρικνωμένη Μοναρχία αλλά συρρικνωμένη Δημοκρατία.

Πιο συγκεκριμένα. Τα πολιτεύματα για τους Αρχαίους Έλληνες είναι μόνο τρία: Δημοκρατία, Ολιγαρχία, Μοναρχία. Όμως πριν φτάσουν οι Αρχαίοι Έλληνες στην τριττή διάκριση των πολιτευμάτων μίλησαν ουσιαστικά για δύο μόνο πολιτεύματα, την Τυραννία και την Ισοκρατία (Ηρόδ. Ε’ [Τερψιχόρη] 92). Από την τελευταία πηγάζουν η Δημοκρατία και η αρχαιοελληνική Ολιγαρχία. Έτσι, για να γίνουν κατανοητές οι αρχαιοελληνικές επιδράσεις στα Συντάγματα του ’21, θα δούμε συνοπτικά, σε πίνακα, τα χαρακτηριστικά των αρχαιοελληνικών ισοκρατικών πολιτευμάτων και την εξέλιξή τους σε Δημοκρατία και Ολιγαρχία.

Όμως ας μη μακρηγορούμε πια.

Nα επισημάνουμε πως στο εισαγωγικό σημείωμα του Συντάγματος της Επιδαύρου, υπάρχει η ρήση ότι οι Έλληνες ήσαν σκλαβωμένοι 22 αιώνες. Δηλαδή το Βυζάντιο για τους επαναστατημένους Έλληνες ήταν σκλαβιά, Ρωμαιοκρατία. Η Ελλάδα του ’21 θέλει να βλέπει τον εαυτό της σα συνέχεια της Αρχαίας Ελλάδας.

Με βάση αυτό το σκεπτικό:

Πρώτο. Οι Έλληνες, για τη σύνταξη του πολιτεύματός τους αναβλέπουν προς τα πολιτεύματα της Σπάρτης και της Αθήνας.

Δεύτερο. Και στα τρία Συντάγματα καθορίζεται η σφραγίδα της Διοίκησης (της Κυβέρνησης) να έχει τη θεά Αθηνά (Σύντ. Επιδαύρου, § ργ’, Σύντ. Άστρους § qε’, Σύντ. Τροιζήνας ).

Τρίτο. Στα δύο πρώτα Συντάγματα η αρίθμηση των άρθρων γίνεται με τον αρχαίο ελληνικό τρόπο, δηλαδή με τη χρήση του ιωνικού αλφαβήτου, ενώ στο Σύνταγμα της Τροιζήνας γίνεται χρήση και αραβικής και ελληνικής αρίθμησης. Ας σημειωθεί πως η ελληνική αρίθμηση χρησιμοποιείται και σήμερα στη νομολογία.

Τέταρτο. Αναγνωρίζεται η προτεραιότητα της Ανατολικής Ορθόδοξης Θρησκείας, αλλά καθιερώνεται η ανεξιθρησκία. Έτσι, ενώ στον Όρκο του β’ Συντάγματος (άρ. qθ’) τα μέλη της Διοίκησης, οι Κριτές και οι Υπουργοί ορκίζονται στην Τρισυπόστατη Θεότητα και τη γλυκύτατη Πατρίδα, στο γ’ Σύνταγμα  οι τρεις Όρκοι δίνονται γενικά στο Θεό και τους ανθρώπους (άρ. 132) ή τον Ύψιστο (άρ. 150). Κι ακόμα ενώ στο α’ Σύνταγμα καθιερώνεται Υπουργός Θρησκείας (§ κβ’), στο β’ Σύνταγμα μετονομάζεται γενικότερα σε Υπουργό Λατρείας (§ κε’) και στο γ’ Σύνταγμα, όπου οι Υπουργοί μετονομάζονται σε Γραμματείς, δεν υπάρχει αντίστοιχος Γραμματέας για το θρήσκευμα (άρ. 126). Ο Κλήρος βέβαια δεν «εμπεριπλέκεται» σε κανένα δημόσιο υπούργημα και δικαίωμα ψήφου έχουν μόνο οι Πρεσβύτεροι (άρ. 24).

Πέμπτο. Οι εκλογές στην Ελλάδα μέχρι και τις βουλευτικές του Νοεμβρίου του 1920 γίνονταν με σφαιρίδια. Με σφαιρίδια γίνονταν και οι κληρώσεις των βουλευτών, των δικαστών και όλων σχεδόν των άλλων αξιωματούχων στην Αρχαία Αθήνα.

Έκτο. Έχει επισημανθεί ότι στο εισαγωγικό σημείωμα του Συντάγματος της Επιδαύρου η βυζαντινή περίοδος δε θεωρείται ελεύθερη ελληνική αλλά σκλαβωμένη ελληνική. Γίνεται όμως αναφορά στους νόμους «των αειμνήστων Χριστιανών ημών Αυτοκρατόρων» κατά το α’ Σύντ. (§ qη’), στους νόμους «των ημετέρων αειμνήστων Χριστιανών Αυτοκρατόρων της Κωνσταντινουπόλεως» κατά το β’ Σύντ. (§ π’) και στους Βυζαντινούς νόμους κατά το γ’ Σύντ. (άρ. 142). Προφανώς οι Φαναριώτες από τη μεριά και το ιερατείο από την άλλη θέλησαν να προσανατολίσουν τη νέα Ελλάδα  με τη βυζαντινή-χριστιανική περίοδο της Ιστορίας. Έτσι η παρουσία της Ελληνικής Αρχαιότητας στη νέα Ελλάδα συμβαδίζει με την παρουσία του Βυζαντίου και δημιουργήθηκε ο όρος «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός» και το Βυζάντιο θεωρήθηκε συνέχεια του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού.

Αδαμάντιος Κοραής, «Το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος του 1822», Αθήνα 1949. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου, γνωστό σαν «ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΕΠΙΔΑΥΡΩΙ Α’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ», πρόσκειται περισσότερο προς το πολίτευμα της Σπάρτης και λιγότερο προς εκείνο της Αθήνας. Οι Έλληνες είναι «όμοιοι», μπροστά στους Νόμους, όπως «όμοιοι» χαρακτηρίζονταν και οι πολίτες της Σπάρτης. Υπάρχει η τριττή διάκριση των λειτουργιών της εξουσίας, κατά τη σύγχρονη Νομική Επιστήμη – ή τριών μορίων της πολιτείας, κατά τον Αριστοτέλη. Ας σημειωθεί πως οι συντάκτες των ελληνικών επαναστατικών Συνταγμάτων φαίνεται να είχαν κατά νου την αριστοτέλεια έκφραση «έστι δη τρία μόρια [τμήματα] των πολιτειών πασών…» (Πολιτικά, Δ, 1297β 35 – 1298α 8), γι’ αυτό δε μιλάνε για τρεις εξουσίες, μετάφραση του γαλλικού «trois pouvoirs» αλλά για τρία μόρια. Έτσι τα επίθετα που αφορούν τις τρεις εξουσίες ή λειτουργίες της εξουσίας είναι στο ουδέτερο γένος (Εκτελεστικό, Βουλευτικό, Δικαστικό) επειδή προφανώς υπονοείται το ουσιαστικό «μόριο», το οποίο το έχει εισαγάγει, όπως είδαμε ο Αριστοτέλης.

Ο διαχωρισμός της πολιτείας σε τρία μόρια είναι χαρακτηριστικό της ακραιφνούς Δημοκρατίας, γι’ αυτό και τον βρίσκουμε στην Αθήνα και σε όποια άλλη αρχαία ελληνική πόλη εφαρμοζόταν παρόμοιο πολίτευμα. Ο τριττός διαχωρισμός δεν υπήρχε στη Σπάρτη, το πολίτευμα της οποίας ήταν συρρικνωμένη Δημοκρατία ή «ισόνομη ολιγαρχία», κατά την έκφραση του Θουκυδίδη (Γ’, 62, 3). Ας έχουμε υπόψη μας ότι ο όρος «ισονομία» χρησιμοποιήθηκε στη θέση του όρου «δημοκρατία», πριν καθιερωθεί ο τελευταίος. Έτσι η «ισόνομη ολιγαρχία» σημαίνει το οξύμωρο «δημοκρατική ολιγαρχία»! Άλλωστε και στη συρρικνωμένη Δημοκρατία της Σπάρτης το ανώτατο πολιτειακό της όργανο ήταν η Απέλλα, η Νομοθετική, όπως ακριβώς η Εκκλησία του Δήμου στην Αθήνα.

Την προσέγγιση του Συντάγματος της Επιδαύρου προς το πολίτευμα της Σπάρτης θα τη βρούμε και αλλού. Ενώ δηλαδή το Σύνταγμα διατείνεται ρητά για ισοτιμία ανάμεσα στο Βουλευτικό (Νομοθετικό) και το Εκτελεστικό (Αρχικό, Διοικητικο-Εκτελεστικό) (§ ι’), τελικά το προβάδισμα, ελαφρό βέβαια, δίνεται στο Εκτελεστικό, όπως αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι οι αποφάσεις παίρνονται, κατά κανόνα, από το Εκτελεστικό. Αυτό οφείλεται στο ότι η ελλιπής πληροφόρηση για την Αρχαία Σπάρτη έδινε την εντύπωση πως οι Έφοροι στη Σπάρτη είχαν την πρωτοκαθεδρία. Και είναι αλήθεια ότι οι Έφοροι είχαν στα χέρια τους συγκεντρωμένες πολλές αρμοδιότητες οι οποίες στην Αθήνα ήταν διαμοιρασμένες στα τρία μόρια της πολιτείας. Σήμερα η πρωτοκαθεδρία των Εφόρων ή άλλων αξιωματούχων δε γίνεται δεκτή και έχει διαπιστωθεί πως η Απέλλα είχε ουσιαστικά την τελική απόφαση. Πραγματικά ο Αριστοτέλης λέει πως οι δύο βασιλιάδες αν ομογνωμονούσαν σε κάτι με όλους τους Γερουσιαστές αυτό ίσχυε, αν όχι, υπερίσχυε η απόφαση της Απέλλας (Πολ. Β, 1273α 5-9). Πρβλ. και τη ρήτρα του σπαρτιατικού πολιτεύματος «δήμῳ ἦμεν κράτος καὶ ἀγοράν» (Πλούταρχος, Λυκούργος, 6), όπου εκφράζεται η ίδια άποψη.

Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» σε αγγλική μετάφραση από τη δεύτερη έκδοση στην Κόρινθο, Λονδίνο 1823. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το προβάδισμα του Εκτελεστικού (του Αρχικού) το ξαναβρίσκουμε στις  §§ λδ’, λθ’ και εξάγεται και από τη σύγκριση των §§ ν’, νβ’ και νζ’. Βέβαια το προβάδισμα του Εκτελεστικού (του Αρχικού) είναι μικρό, αφού ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση του Βουλευτικού (του Νομοθετικού) σε καίρια ζητήματα (§ μ’).

Το Εκτελεστικό (το Αρχικό) είναι 5μελές, όπως πέντε είναι και οι Έφοροι στη Σπάρτη.

 – Η θητεία των αρχόντων είναι ενιαύσια και έπρεπε οι επίδοξοι άρχοντες να έχουν κλείσει τα τριάντα (§ ιε’). Ενιαύσια ήταν και η θητεία στην Αρχαία Ελλάδα. Και στην Αθήνα, για να ασκήσει κανείς κάποιο αξίωμα, έπρεπε να έχει κλείσει τα τριάντα, ενώ στη Σπάρτη έπρεπε να έχει κλείσει τα σαράντα.

– Υπάρχει πρόνοια για δίκαιη διανομή του πλούτου (§ η’).

– Αναγγέλλεται νόμος για πολιτογράφηση ξένων (§ ε’).

– Καταργούνται τα βασανιστήρια και οι δημεύσεις (§ qθ΄).

Πρόκειται για θεσμούς με αρχαιοελληνική καταβολή.

– Αναγνωρίζονται οι τοπικές διοικήσεις (§§ qδ’, ρα’). Ας θυμηθούμε πως και η αρχαία Σπάρτη ευνοούσε την αυτόνομη παρουσία των ελληνικών πόλεων-κρατών και τη μη σύμπηξη συμμαχιών.

[ Σημείωση. Χρησιμοποιήθηκε το γράμμα q του χαλκιδικού αλφαβήτου, μια και το αντίστοιχο γράμμα του ιωνικού δεν υπάρχει στους συνήθεις ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Σαν αριθμός το ιωνικό γράμμα σημαίνει 90, έτσι το qθ’=99 και το qδ’=96].

 

Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, «Η πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822», Αθήνα 1907. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

 

Να δούμε το δεύτερο Σύνταγμα.

 

Ο πλήρης τίτλος του είναι: ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ HTOI ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΑΣΤΡΕΙ  Β’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ. Απρίλιος 1823.

Το δεύτερο Σύνταγμα διατηρεί τις ελευθερίες που εισάγει το πρώτο και  στρέφει τον προσανατολισμό του σαφώς προς το αθηναϊκό πολίτευμα και γι’ αυτό αντικαθιστά τον όρο «όμοιοι», που αναπέμπει στη Σπάρτη, με τον όρο «ίσοι», που αναπέμπει στην Αθήνα. Οι Έλληνες δεν είναι πια «όμοιοι» αλλά «ίσοι» μπροστά στους Νόμους. Η «ισότητα» και η «ομοιότητα»  είναι έννοιες νομικές, αθηναϊκή και σπαρτιάτικη αντίστοιχα. Πρβλ. Αριστ. Πολ., Γ, 1279α 9-10.

Συνέπεια της ισότητας πια και όχι της ομοιότητας είναι η ρητή κατάργηση  της δουλείας. Να υπενθυμίσουμε ότι οι δούλοι στην Αθήνα δεν ήσαν, κατά κανόνα, Έλληνες, ενώ οι Είλωτες στη Σπάρτη ήσαν Έλληνες, Μεσσήνιοι, υποδουλωμένοι. Βέβαια η δουλεία καταργείται ρητά για κάθε ανθρώπινο ον στο Σύνταγμα του Άστρους (§ θ’). Οι Βρετανοί κατάργησαν τη δουλεία το 1832, οι Η.Π.Α., στα χαρτιά, το 1860 και οι Ρώσοι κατάργησαν τη δουλοπαροικία το 1861. Το άρθρο, που καταργεί τη δουλεία θα παραμείνει μέχρι και το Σύνταγμα των 17-11-1864 // 1-6-1911, άρθρο 13.

Εισάγεται η ελευθερία του τύπου (§ ζ’), που κι αυτή αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα. Στην αρχαία Σπάρτη υπήρχε λογοκρισία. Παράδειγμα: Ο Αρχίλοχος και η ποίησή του δε γίνονταν δεκτοί στη Σπάρτη, επειδή σε ποίημά του δε θεωρεί  σπουδαίο πράγμα ότι πέταξε την ασπίδα του, για να σώσει τη ζωή του. Η πράξη του Αρχίλοχου αντέκειταν στο «Ή ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ» των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι ήταν πολύ πιο ανεκτικοί στην καλλιέργεια του λόγου και της τέχνης γενικότερα, αν και έγιναν και εκεί προσπάθειες με το ψήφισμα του Διοπείθη να εισαχθεί η λογοκρισία.

Γενικά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που προτείνονται στο πρώτο και στο δεύτερο Σύνταγμα, επαναλαμβάνονται και ενισχύονται. Το Βουλευτικό (Νομοθετικό) έχει σαφώς το προβάδισμα, όπως είναι πιο προφανές αυτό στην Αρχαία Αθήνα (§§ ιζ’, λη’ μ’ μα’, οθ’, π’), όπου η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε για όλα και  κυβερνούσε. Το Εκτελεστικό παραμένει 5μελές. Να επισημάνουμε πως και στην Αθήνα τα πολιτειακά όργανα ήσαν κατά κανόνα πολυπρόσωπα. Άλλωστε το πολυπρόσωπο των πολιτειακών οργάνων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Καταργούνται οι τοπικές διοικήσεις. Αυτό αναπέμπει στην ενωτική πολιτική της αρχαίας Αθήνας.

Εισάγεται ο όρος «βουλευτής» (§ λ’), παράλληλα με τον όρο «παραστάτης (§§ ιγ’, ιη’ και qζ’). Δεν υπήρχε στη Σπάρτη ο όρος «βουλευτής», υπήρχε στην Αθήνα. Στο Σύνταγμα της Επιδαύρου χρησιμοποιούνται οι όροι «πληρεξούσιος» (§ ια’) και «παραστάτης» (§ ιγ’).

Γίνεται πραγματικότητα η πολιτογράφηση ξένων. Καθορίζονται με ακρίβεια οι όροι: 5 χρόνια ενδήμησης, απόκτηση ακίνητης περιουσίας ή εκτέλεση ανδραγαθημάτων υπέρ της Ελλάδας και διαρκή άμεμπτη συμπεριφορά (§ ιβ’ α’ και β’). Κι αυτό αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, όπου η πολιτογράφηση ξένων αλλά και δούλων δεν ήταν σπάνια (Αριστ. Πολ. Γ, 1275β 37 και Αριστοφάνης, Βάτραχοι, 204 και Πλούταρχος, Σόλωνας, 24). Στην αρχαία Σπάρτη μόνο δύο άνθρωποι πολιτογραφήθηκαν, κατά τον Ηρόδοτο.

Προαναγγέλλεται η εγκαθίδρυση ορκωτών δικαστών (§ qστ’ [96]). Κι αυτό βέβαια αναπέμπει στην αθηναϊκή Ηλιαία.

Στην ενίσχυση του δημοκρατικού πνεύματος πρέπει να συγκαταλέξουμε και το ότι τόσο το Βουλευτικό όσο και οι Κριτές, οι δικαστές,  το Δικαστικό, ορκίζονται μπροστά στο κοινό (§ qθ’ [99]). Κι αυτό αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, αν σκεφθούμε πως οι νέοι πολίτες έλεγαν το γνωστό Όρκο των Εφήβων μπροστά στο κοινό (Αριστ. Αθηναίων Πολιτεία, 42, 4).

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης, «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος και σχέδιον Οργανισμού των επαρχιών αυτής», Μεσολόγγι 1824. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

 

Να περάσουμε τώρα στο Σύνταγμα της Τροιζήνας.

Ο πλήρης τίτλος του είναι: ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΤΡΟΙΖΗΝΙ Γ’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ. Μάιος 1827. Το τρίτο Σύνταγμα κρατάει ό,τι προοδευτικό και φιλελεύθερο έχουν εισαγάγει τα άλλα δύο και κάνει ακόμα ευρύτερες τομές, που δείχνουν προς την αρχαία Αθήνα. Εισάγει ουσιαστικά το σύστημα της «Κυβερνώσας Βουλής» (Κεφ. ΣΤ’), πράγμα το οποίο αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, όπου η Εκκλησία του Δήμου ήταν ό,τι είναι η Βουλή στη σύγχρονη εποχή αλλά και, επί πλέον, κυβερνούσε, όντας το ανώτατο πολιτειακό όργανο, χωρίς κανείς να μπορεί να τη διαλύσει.

Καταργείται κάθε άλλος όρος για τα μέλη της Βουλής και εισάγεται ο όρος «Αντιπρόσωπος», επειδή προφανώς οι Έλληνες του ’21 ήξεραν και είχαν συνειδητοποιήσει τη θεσμική διαφορά τους με την αρχαία Αθήνα,

δηλαδή ανάμεσα στο κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό-ολιγαρχικό πολιτειακό σύστημα από τη μια μεριά και τη Δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας από την άλλη. Τα ίδια μπορούμε να πούμε για την κατάργηση του όρου «Υπουργός» των δύο πρώτων Συνταγμάτων· ο όρος αυτός παραπέμπει στην Αρχαία Ελλάδα (Ξεν. Κύρου Ανάβαση, Ε’, 8 15· κ. ά.). Για τούς ίδιους λόγους αντικαταστάθηκε με τον όρο «Γραμματεύς». Και οι δύο νέοι όροι του Συντάγματος της Τροιζήνας δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφράζουν τους αντίστοιχους γαλλικούς «représentant» και «secrétaire».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εισάγεται και η κλήρωση και η μη επανεκλογή των Αντιπροσώπων στην επόμενη βουλευτική περίοδο. Πιο συγκεκριμένα. Κάθε τρία χρόνια εκλέγονται 300 αντιπρόσωποι. Από αυτούς ενεργοποιούνται με κλήρωση 100 την πρώτη χρονιά και 100 τη δεύτερη. Οι υπόλοιποι 100 ενεργοποιούνται την τρίτη χρονιά. Κανείς τους δεν επανεκλέγεται κατά την επόμενη εκλογική περίοδο (αρ. αρ. 57-58). Οι Αντιπρόσωποι δεν πληρώνονταν, αν δεν παρευρίσκονταν στις συνεδριάσεις της Βουλής και πληρώνονταν το μισό, αν είχε λήξη η βουλευτική περίοδος (άρ. 64).

Οι θεσμοί αυτοί προσεγγίζουν τη δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας. Εκεί  η ανάδειξη των βουλευτών και γενικότερα το 99,14 % των αρχόντων ήσαν κληρωτοί, ενιαύσιοι και μη επαναλήψιμοι. Και, καθώς η πληρωμή τους γινόταν κάθε μέρα, όποτε απουσίαζαν δεν πληρώνονταν.

Καταργείται το 5μελές Εκτελεστικό και αντικαθίσταται από το μονομελές πολιτειακό όργανο, τον Κυβερνήτη, ο οποίος όμως υπόκειται στη Βουλή.

Δεν αναγνωρίζονται τίτλοι ευγενείας (άρ. 27) και δεν υπάρχουν οι εκφωνήσεις «Εκλαμπρότατε», «Εξοχότατε» κ.λπ. με εξαίρεση τη διατήρηση της  εκφώνησης «Εξοχότατε», που αφορά το πρόσωπο του Κυβερνήτη, όσο αυτός κυβερνά.

Υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο (Κεφ. Δ’) για την πολιτογράφηση ξένων. Η πολιτογράφηση γίνεται με λιγότερα χρόνια ενδήμησης (3 χρόνια) και γενικότερα είναι ευκολότερη.

Όμως ένα τέτοιο Σύνταγμα δε θα ήταν τόσο εύκολα αποδεκτό από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Ένα Σύνταγμα τόσο φιλελεύθερο και τόσο κοντά στη Δημοκρατία, όπως τουλάχιστο την πραγματοποίησαν οι Αρχαίοι Έλληνες, θα ήταν βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια της μοναρχικής Ευρώπης. Και θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να γίνει αποδεκτό ένα κράτος, όσο μικρό και ασήμαντο κι αν ήταν αυτό, με ένα Σύνταγμα τέτοιας φιλελεύθερης εμβέλειας. Παρ’ όλα αυτά οι συντάκτες του Συντάγματος και ο Ελληνικός Λαός έκαναν τις προσπάθειές τους για μια συνταγματική ανανέωση της Ευρώπης του 19ου αιώνα.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση με ψήφισμά της, στις 3 Απριλίου 1827, εξέλεξε σαν πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια. Εκείνος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1828. Επειδή όμως ήταν αντίθετος στο Σύνταγμα της Τροιζήνας και τις δημοκρατικές του προδιαγραφές και πιο συγκεκριμένα δεν ανέχτηκε να υπόκειται στη Βουλή, πίεσε τους αντιπροσώπους να καταργήσουν το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Έτσι στις 18 Ιανουαρίου 1828, με ψήφισμά της η Γ’ Εθνοσυνέλευση ανέστειλε τη λειτουργία του Συντάγματος και αυτοδιαλύθηκε. Του κάκου ο Θεόφιλος Καϊρης στην Ελλάδα και ο Αδαμάντιος Κοραής από το Παρίσι προσπαθούσαν να πείσουν τον Καποδίστρια να σεβαστεί τη Δημοκρατία. Ο Καποδίστριας στάθηκε ανένδοτα απολυταρχικός. Έτσι χάθηκε κάθε ευκαιρία να εισαχθεί στην Ευρώπη ένα φιλελεύθερο Σύνταγμα.

Και η Ελλάδα οδηγήθηκε στην Απόλυτη Μοναρχία του Όθωνα, που με την Επανάσταση της Γ’ Σεπτεμβρίου του 1843 και το Σύνταγμα του 1844 υποχρεώθηκε να γίνει Συνταγματική Μοναρχία και με την έξωση του Όθωνα το 1862 και τον ερχομό των Γλύξμπουργκ, το 1863, και το Σύνταγμα του 1864 έγινε Βασιλευόμενη Δημοκρατία. Τελικά οι Έλληνες με το δημοψήφισμα του 1974 κατάργησαν το θεσμό της Μοναρχίας.

[Σημείωση. Το οξύμωρο είναι ότι ουσιαστικά πρώτοι συντελεστές  της κατάργησης της Μοναρχίας ήταν οι κατά καιρούς δικτάτορες στρατιωτικοί. Το 1924 ο Θεόδωρος Πάγκαλος και ο Γεώργιος Κονδύλης σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου κατάργησαν τη βασιλεία. Και ο Πάγκαλος και ο Κονδύλης ήσαν στρατιωτικοί και οι δύο και δικτάτορες, ο πρώτος από τον Ιούνιο 1925 – Αύγουστο 1926 και ο δεύτερος από τον Οκτώβριο 1935 – Ιανουάριο 1936. Οι δικτάτορες-στρατιωτικοί των ετών 1967-1974 κατάργησαν τη βασιλεία. Η κατάργηση επιβεβαιώθηκε με το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του 1974].

Οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις λοιπόν ήσαν σαφώς αντίθετες για τη δημιουργία μιας φιλελεύθερης νέας Ελλάδας, περισσότερο πιστής στα πολιτικά και δικαιοδοτικά νάματα της δικής της αρχαίας ιστορίας και λιγότερο υπάκουης στις ρωμαϊκές παραφθορές του Αττικού Δικαίου, που συνέθεταν το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Έτσι εξακολουθούμε να ζούμε ακόμη και σήμερα στη σκιά του Ρωμαϊκού Δικαίου και του αιματοβαμμένου Κολοσσαίου και να έχουμε παραμελήσει ή και λησμονήσει το φως του Αττικού Δικαίου και του Αττικού θεάτρου, στο οποίο και η ένδειξη μόνο της βίας ήταν ανεπίτρεπτη.

 

Βιβλιογραφία


1) Αριστοτέλης: α) Πολιτικά,  β) Αθηναίων Πολιτεία.

2) Ηρόδοτος.

3) Αριστοφάνης, Βάτραχοι.

4) Πλούταρχος, Σόλωνας.

5) Τα Ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986. Εκδ. «Στοχαστής». Αθήνα 1998. Στην έκδοση αυτή περιλαμβάνεται και Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος του Αλέξανδρου Σβώλου.

 

Αλέξανδρος Κόντος

Φιλόλογος, Δρ. Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Παρισίων

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »