Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Η Ελληνική ως διεθνής γλωσσά: Μια ουτοπική πρόταση του Gustave D’EichthalΔέσποινα Προβατά, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

Η θέση της γλώσσας ως λογική έκφραση και ως κορυφαίο μέσο των διαπολιτισμικών ανταλλαγών, είχε βρεθεί στο επίκεντρο του προβληματισμού όσων στοχαστών ήδη από τον 19° αιώνα διατύπωναν τις θεωρίες για τη συνένωση των ευρωπαϊκών χωρών και την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των λαών τους. Ο SaintSimon υπήρξε από τους πρώτους θεωρη­τικούς της ενωμένης Ευρώπης, ενός θεσμού ο οποίος υπερβαίνοντας τα όρια των διαφορετικών εθνοτήτων θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου συνόλου [1]. Μετά το θάνατό του το 1825, οι μαθητές του ανέλαβαν να διαδώσουν τις ιδέες του και συμμερίστηκαν το όραμά του για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας. Προϋπόθεση όμως της συνύπαρξης, συνεργασίας και διακίνησης των ιδεών μεταξύ των διαφορετικών φυλών και εθνοτήτων, ήταν για τους σαινσιμονιστές μια κοινή γλώσσα.

Το θέμα αυτό είχε απασχολήσει έντονα τους επιγόνους του Saint-Simon στη διάρκεια ενός ιδιότυπου πειράματος, της απομόνωσής τους στο Ménilmontant τον Απρίλιο 1832, όπου επεξεργάστηκαν μια νέα θεωρία, προϊόν συγκερασμού των θέσεων του Saint-Simon και των δικών τους οραμάτων για το μέλλον της ανθρωπότητας [2]. Μεταξύ άλλων επιθυμούσαν να συμβάλλουν στην επικράτηση νέας γλώσσας, «μιας γενικής γλώσσας, συγχορδία της φωνής του κόσμου και της φωνής της ανθρωπότητας, ποίηση των ποιήσεων» (Le Livre Nouveau: 83-150).

Το ζήτημα της οικουμενικής γλώσσας (lingua universalis) ασφαλώς δεν ήταν καινούργιο· είχε πολλαπλώς απασχολήσει κατά το παρελθόν φιλοσόφους, όπως ο Leibniz ή τους ιδεολόγους Volney και Destutt de Tracy, φιλολόγους και γλωσσολόγους. Για τους σαινσιμονιστές, όμως, η κοινή γλώσσα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της μεταρρύθμισης που επαγγέλονταν και συνδεόταν άμεσα με την επιτυχή έκβαση της κοινωνικής αναδιοργάνωσης.

 Η συντροφιά του Menilmontant κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που διέθετε όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά προκειμένου να αναγορευθεί ως η παγκόσμια γλώσσα. Η σαφής και άρτια γλώσσα του Καρτέσιου κρίθηκε ως η καταλληλότερη για να εκφράσει τις γνωστικές διαδικασίες που ακολουθεί η σκέψη (Charléty, 1931: 161-162· Gouvard, 2002: 69-71). Η πεποίθηση αυτή ενισχυόταν στη σαινσιμονική λογική και από την ακτινοβολία που γνώριζε η γαλλική γλώσσα στην Ευρώπη ήδη από τον 18° αιώνα, όταν επι­κράτησε ως μέσο διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού. Η καθιέρωσή της ως διπλωματικής γλώσσας κατά τον 19° αιώνα, η ευρεία χρήση της στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές και η ολοένα αυξανόμενη διάδοσή της στον ευρωπαϊκό χώρο, ευνοούσε την άποψη των σαινσιμονιστών ότι μπορούσε να αποτελέσει το μέσο για τη συναδέλφωση των λαών. Επι­πλέον, η γαλλική γλώσσα είχε κατορθώσει κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης να συνενώσει κάτω από μια κοινή προσδοκία και ένα κοινό ιδεώδες ανομοιογενείς γλωσσικά πληθυσμούς. Υπό αυτή την έννοια, θεωρήθηκε ότι η Γαλλική ήταν το πλησιέστερο γλωσσικό σύστημα προς την οικουμενική γλώσσα.

Gustave d’Eichthal (Γκυστάβ ντ’Εϊστάλ 1804 – 1886). Γάλλος συγγραφέας, εκδότης και ελληνιστής. Στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρεται και με το όνομα Γουσταύος Εϊχτάλ. Μετά το 1832 ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Υποστήριξε ένθερμα και με ενθουσιασμό την ελληνική γλώσσα.

Με αυτά τα πνευματικά εφόδια φτάνει στην Ελλάδα το 1833 ο Gustave dEichthal, ηγετικό στέλεχος της ομάδας των σαινσιμονιστών. Προσωπικότητα ανήσυχη, κράμα των εβραϊκών καταβολών του και της χριστιανικής φιλοσοφίας, λόγιος, δημοσιολόγος αλλά και αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, ο d’Eichthal υπήρξε από τους πρωτεργάτες για την προσπάθεια της συνέχισης αλλά και της εν μέρει αμφισβήτησης του έργου του Saint-Simon μετά το θάνατό του. Μετά τη διάλυση της σαινσιμονικής εταιρείας το 1832 και το διωγμό που υπέστησαν τα μέλη της, ο d’Eichthal, μαζί με ορισμένους παλιούς συντρόφους του βρήκε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους [3]. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε την Ελλάδα υπό το βάρος των κατηγοριών ότι υπέθαλπε οπαδούς του σαινσιμονισμού. Η παραμονή του ωστόσο στη χώρα υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη της σκέψης του και τη μετέπειτα διαδρομή του.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γνώρισε και μελέτησε τις ιδιαιτερότητες της βαυαροκρατούμενης τότε Ελλάδας, ενώ συγχρόνως εξοικειώθηκε με τη γλώσσα της (Queux de Saint Hilaire, 1887: 64). Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία ο d’Eichthal δεν ξέχασε την Ελλάδα. Αντιθέτως και παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε κατάρτιση ελληνιστή, συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια διάδοσης των ελληνικών γραμμάτων στη Γαλλία ως ιδρυτικό μέλος της Association pour I’Encouragement des Études Grecques en France και υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του τους σκοπούς της.

Ως γνήσιο τέκνο του σαινσιμονισμού, ο d’Eichthal προσπάθησε να αναδείξει στις μελέτες του τις μεγάλες ιδέες που από καταβολής του πολιτισμού είχαν επιτρέψει την επικοινωνία των λαών. Στην ιουδαϊκή, ελληνική και χριστιανική φιλοσοφία διέκρινε την πορεία του ανθρώπινου γένους προς την δημιουργία μιας παγκόσμιας ειρηνικής κοινότητας. Η πεποίθησή του αυτή ενισχυόταν από τις γεωπολιτικές αλλαγές που βίωνε η εποχή του. Η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, του τηλέγραφου, οι διανοίξεις ισθμών και σηράγγων, που διευκόλυναν την προσέγγιση των λαών συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση του σαινσιμονικού ιδεώδους, θέτοντας με πιο επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της γλωσσικής αλληλο­κατανόησης.

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897). Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Το 1864, ο d’Eichthal δημοσιεύει τη μελέτη του De I’usage pratique de la langue grecque, στην οποία διατυπώνει για πρώτη φορά την πρότασή του να υιοθετηθεί η Ελληνική ως διεθνής γλώσσα, θέμα που θα τον απασχολήσει και σε μεταγενέστερα δημοσιεύματά του (1871,1884) [4]. Η πρόταση αυτή δεν ήταν καινούργια: είχε υποστηριχθεί μια δεκαετία νωρίτερα από τον Μάρκο Ρενιέρη σε άρθρο του στο περιοδικό Spectateur de I’Orient [5], το οποίο μάλιστα αναδημοσιεύει ο d’Eichthal. Ο Ρενιέρης, απαντώντας τότε σε όσους είχαν κατά καιρούς υποστηρίξει τη θέση ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που μπορούσε να αποτυπώσει με τον πληρέστερο και ικανοποιητικότερο τρόπο τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, διατύπωνε την άποψη ότι η ελληνική είναι ακόμα περισσότερο διαδεδομένη από τη γαλλική μια και διδάσκεται σε όλα τα σχολεία των πολιτισμένων εθνών. Με δεδομένο ότι κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος έχει διδαχθεί Αρχαία Ελληνικά, ο Έλληνας λόγιος πίστευε ότι συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια παγκόσμια κοινότητα η οποία έχει στη διάθεσή της ένα κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας, την ελληνική γλώσσα.

Από αυτή τη βασική θέση του Ρενιέρη ξεκινά ο d’Eichthal, ο οποίος με εμφατικό τρόπο διατυπώνει τη βεβαιότητά του για τη μελλοντική δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας που θα διέπεται από μια κοινή οργάνωση. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κοινής γλώσσας, η οποία, χωρίς να αναιρεί η να αντικαθιστά τις εθνικές γλώσσες – χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδιοσυστασίας κάθε λαού – θα αποτελέσει το μέσο για την οικοδόμηση διεθνών σχέσεων. «Για όποιον έχει κατανοήσει την εποχή μας, γράφει, θεωρείται δεδομένο ότι τόσο το θέμα της παγκόσμιας γλώσσας, όσο και το θέμα της παγκόσμιας μητρόπολης, δεν μπορούν να παραμείνουν στην κατάσταση ύπνωσης που βρίσκονται σήμερα» (D’Eichthal, 1887:114). Η διεθνής κοινή γλώσσα, όμως, δεν μπορεί να είναι ένα αυθαίρετο δη­μιούργημα, μια τεχνητή γλώσσα [6]. Πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των ομιλουμένων γλωσσών.

Παίρνοντας αποστάσεις από τους παλιούς σαινσιμονιστές συντρόφους του που στήριζαν την επιλογή τους στο γεγονός ότι η γαλλική γλώσσα ήταν γλώσσα με παρελθόν, με πλούσια ιστορία και ποικίλες γλωσσολογικές διαδρομές (Gouvard, 2002:69) και απαντώντας στις μεμονωμένες φωνές που ήδη είχαν αρχίσει, να προβάλλουν την Αγγλική ως διεθνή γλώσσα, ο d’Eichthal υποστηρίζει ότι μόνο η Ελληνική μπορεί να διαδραματίσει αυτό το ρόλο. Χωρίς να διαφοροποιείται από το θεωρητικό πλαίσιο που είχε τεθεί από τους σαινσιμονιστές, καθορίζει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να πληροί μια γλώσσα η οποία προορίζεται για διεθνή χρήση: αυτές δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο βαθμό διάδοσής της, στην πρακτική ωφέλεια, στην πολιτική και εμπορική σημασία της. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γραμματική τελειότητα του γλωσσικού συστήματος στο οποίο ανήκει, η ευφωνία, ο λογοτεχνικός πλούτος που διαθέτει ενώ ιδιαίτερο βάρος δίδεται στον ιστορικό της ρόλο (D’Eichthal, 1887: 224).

Έτσι λοιπόν, οι λόγοι για τους οποίους ο d’Eichthal πιστεύει ότι η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποτελέσει την κοινή διεθνή γλώσσα, είναι τόσο πολιτισμικοί, όσο και πολιτικοί. Τονίζει ότι η συγκρότηση της ελληνικής γλώσσας συμπίπτει με τις απαρχές του ίδιου του πολιτισμού και ότι θεωρείται ήδη από τον 16° αι. αναπόσπαστο στοιχείο της παιδείας κάθε καλλιεργημένου νου, ενώ είναι η μόνη γλώσσα που παρουσιάζει αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια. Στην Ελληνική απαντούν, στον ίδιο βαθμό με τη Γαλλική, οι λογικές σχέσεις και τα ορθολογικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει η ιδανική οικουμενική γλώσσα, προκειμένου να μπορεί να εκφράσει χωρίς αμφισβήτηση όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, από τα γράμματα και τις τέχνες ως την πολιτική και τις επιστήμες. Η γλώσσα του Ομήρου και του Ησίοδου σημειώνει ο d’Eichthal, είναι συγχρόνως γλώσσα του Ευαγγελίου και των πατέρων της Εκκλησίας και τονίζει τη διαχρονική της διάσταση (D’Eichthal 1887: 110). Έχοντας διατηρήσει αναλλοίωτο στο πέρασμα των αιώνων, το λεξιλογικό πλούτο της και την πλαστικότητά της, η ελληνική γλώσσα διαθέτει την απαραίτητη σαφήνεια και καθαρότητα που την καθιστούν ιδιαιτέρως κατάλληλη να εκφέρει επιστημονικό λόγο. Επιπλέον, ως «η κατ’ εξοχήν λογική και ευφωνική γλώσσα», η Ελληνική μοιάζει να δίνει απάντηση και στους προβληματισμούς σχετικά με την προσωδία που είχαν απασχολήσει τους σαινσιμονιστές το 1832 [7].

Επιπλέον, η γλώσσα συνδέθηκε στον ελληνικό χώρο με το αίτημα της εθνικής ολοκλή­ρωσης. Η πορεία της Ελληνικής από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά της να επανακτήσει μετά από παρατεταμένη περίοδο σκλαβιάς τη χαμένη αίγλη της και η συμβολή της στην αναγέννηση του Έθνους, της προσδίδουν σαφή ιστορικό ρόλο. Τέλος, στο επιχείρημα ότι η γαλλική είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην Ευρώπη, ο d’Eichthal αντιπαραθέτει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας ως μοχλού εκπολιτισμού της Ανατολής, διαμέσου κυρίως των εμπορικών συναλλαγών και της παρουσίας των ακμαίων κοινοτήτων του ευρύτερου ελληνισμού και της Διασποράς.

Η πρότασή του βασίζεται συνεπώς στη διαχρονική παρατήρηση της γλώσσας ενώ τα επιχειρήματά του οικοδομούνται γύρω από δύο βασικούς άξονες: τον ενιαίο χαρακτήρα της ελληνικής από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή αφενός, και την οικουμενικότητά της αφετέρου, λόγω του γοήτρου που απέκτησε, τόσο χάρη στα κείμενα του στοχασμού της αρχαι­ότητας, όσο και ως γλώσσα του πολιτισμού και του εμπορίου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο d’Eichthal στο ρόλο που οφείλει να επιτελέσει η διεθνής γλώσσα ως γλώσσα του μέλλοντος, κυρίως στο πεδίο των επιστημών, όπου η υποχώρηση της χρήσης των λατινικών, ευνοώντας την πολυγλωσσία, δημιουργούσε ένα ουσιαστικό πρόβλημα επικοινωνίας στον αλλόγλωσσο επιστημονικό κόσμο. Απ’ την άλλη, ο πνευματικός κόσμος στην Ελλάδα είχε από νωρίς διαισθανθεί – ήδη από το δεύτερο μισό του 18ου αι.- την ένδεια επιστημονικής γνώσης και είχε στραφεί στις μεταφράσεις [8]. Η μεταφραστική πρακτική που συνεχώς εμπλούτιζε την ελληνική γραμματεία με τους θησαυρούς της γνώσης του ευρωπαϊκού πνεύματος, αξιοποιήθηκε από τον d’Eichthal σε άρθρο του το 1884 [9], ως ένα επιπλέον επιχείρημα για την ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να αποτελέσει το κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας. Ως μεταφραστικό μέσο και άλλοτε ως διάμεση γλώσσα, η Ελληνική είχε κα­τορθώσει να επιδείξει τις αρετές ενός γλωσσικού συστήματος που με σαφήνεια, ορθότητα και ακρίβεια του λόγου μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει την επιστημονική γνώση. Υποστηρίζοντας την αξία αυτών των μεταφράσεων, ο d’Eichthal απαριθμεί τα βασικά εγχειρίδια μεταφρασμένα από τα Γαλλικά που χρησιμοποιούνται στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και ανάλογες προσπάθειες εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης που κατέβαλλαν φύλλα ευρείας κυκλοφορίας όπως η Κλειώ της Τεργέστης (D’Eichthal 1887: 312-313). Η αντιπαραβολή μάλιστα της γαλλικής και της ελληνικής απόδοσης ενός αποσπάσματος γερμανικού βιβλίου φυσιολογίας αποδεικνύει ότι «η νέο ελληνική γλώσσα […] ως μεταφραστικό μέσο, μπορεί να αποτελέσει έναν πιστό και πρακτικό μηχανισμό διάδοσης των έργων και της επιστημονικής έρευνας καθενός αλλά και συνολικά. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα θα μπορούσε ήδη από σήμερα γράφει ο dEichthal να καταλάβει μια ιδιαίτερη θέση στο παγκόσμιο επιστημονικό εργαστήριο» (DEichthal, 1887: 318).

Η πρόταση του d’Eichthal για τη διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας είχε ωστόσο να αντιμετωπίσει δύο εμπόδια. Το πρώτο ήταν ότι τα Ελληνικά διδάσκονταν στα σχολεία και Πανεπιστήμια της Γαλλίας – και μάλιστα πλημμελώς – ως νεκρή γλώσσα με αποτέλεσμα η πλειονότητα των γάλλων μαθητών, που δεν ακολουθούσαν συναφείς σπουδές, να την ξεχνούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Γι αυτούς τους λόγους, η εκμάθηση της Ελληνικής πρέπει, σύμφωνα με τον d’Eichthal, να έχει αφετηρία τη Νέα Ελληνική. Μέσω της διδασκαλίας της σύγχρονης μορφής της γλώσσας, ο κάθε μαθητής θα μπορεί να κατακτήσει – με σχετική ευχέρεια – το λεξιλόγιο και τις γραμματικές δομές που είναι απαραίτητα για την επικοινωνία. Η νέα γενιά των πολιτισμένων εθνών, θα έχει «έτσι στη διάθεσή της «έναν ανεκτίμητο θησαυρό […], μια καθολική γλώσσα ικανή να ανταποκριθεί σε όλες ανάγκες της ανθρώπινης δραστηριότητας και σκέψης» (D’Eichthal, 1887:113).

Κύριο, όμως, πρόσκομμα στην επικράτηση της χρήσης της Ελληνικής ως διεθνούς γλώσσας αποτελούσε το θέμα της προφοράς, καθώς η επικράτηση στη Δύση και ειδικότερα στη Γαλλία της ερασμιακής προφοράς, αλλοίωνε την εκφορά της Αρχαίας και κατ’ επέκταση της Νεοελληνικής, εμποδίζοντας την επικοινωνία και αλληλοκατανόηση [10]. Προς αυτή την κατεύθυνση θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες του d’Eichthal, για τον οποίο η υιοθέτηση της νεοελληνικής προφοράς στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελούσε τη βάση για τη διάδοση, επικράτηση και γενίκευση της χρήσης της νεοελληνικής γλώσσας. Η ίδρυση της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής το 1845, που μεταξύ άλλων είχε στόχο την αναγέννηση της μελέτης των Αρχαίων Ελληνικών μέσα από τη γνώση της νέας ελληνικής, και η συνέχιση του έργου του Villoison από τον Hase και τον Brunet de Presle στην École des Langues Orientales, όπου τα Νέα Ελληνικά διδάσκονταν με τη νεοελληνική προφορά, ευνοούσαν το αίτημα για την εισαγωγή της στη γαλλική εκπαίδευση. Έχοντας εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Victor Duruy, υπουργού Παιδείας της Γαλλίας, ο d’Eichthal μεθοδεύει από κοινού με τους ελληνιστές Dehèque, Egger και Brunet de Presle, την υιοθέτηση σχετικού ψηφίσματος από τη Γαλλική Ακαδημία. Στις 18 Νοεμβρίου 1864, η Ακαδημία αποδέχτηκε ομό­φωνα (με μια μόνο αρνητική ψήφο) την πρόταση του να εισαχθεί με τον επισημότερο τρόπο η νεοελληνική προφορά στη δημόσια γαλλική εκπαίδευση, σχέδιο που τελικά όμως δεν υλοποιή­θηκε ποτέ (Queux de Saint Hilaire, 1887: 87-92).

Η ριζοσπαστική όσο και ουτοπική πρόταση του d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα αλλά και οι άοκνες προσπάθειές του για την καθιέρωση της νεοελληνικής προφοράς11, δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σειρά άρθρων στο γαλλικό και ευρωπαϊκό τύπο δημοσιοποιούν τους προβληματισμούς που ανέπτυσσε γύρω από το ζήτημα αυτό ο επιστημονικός κόσμος και διευρύνουν το διάλογο12.

Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο d’Eichthal καλλιεργεί σε πολλά επίπεδα την πρόταση για διεθνοποίηση της Ελληνικής, δεν ξεχνά εντούτοις ότι απαιτούνται και άλλες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να κατακτήσει η γλώσσα το επιθυμητό επίπεδο, άποψη που φαίνεται να συμμερίζεται και ο Ρενιέρης (D’Eichthal, 1887: 361). Το γλωσσικό ζήτημα και οι ποικίλες αντι­παραθέσεις που προκαλούσε, απασχολεί έντονα και τους γάλλους ελληνιστές. Η αναγέννηση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τον d’Eichthal πρέπει να συνεχιστεί, ο καθαρμός της από τα κατάλοιπα του παρελθόντος (τουρκικές και ενετικές λέξεις) να ολοκληρωθεί χωρίς βεβαίως να στερηθεί τα εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά της που τη συνδέουν με τις τάσεις της εποχής και την προετοιμάζουν για το μελλοντικό ρόλο της. Καθοριστική είναι προς την κατεύθυνση αυτή, η συνδρομή ελληνιστών και γλωσσολόγων – με ορισμένους εκ των οποίων ο d’Eichthal συνδεόταν στενά – οι οποίοι οφείλουν να προασπίσουν την ελληνική γλώσσα και μέσα από το έργο τους να αναδείξουν τη διαχρονική και συγχρονική αξία της.

Το σχέδιο του d’Eichthal για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως διεθνούς, στον απόηχο του οράματος για την κοινωνική αναδιοργάνωση που είχε συνεπάρει τους οπαδούς του Saint-Simon, καθιστούσε την ελληνική γλώσσα κοινό κρίκο και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεύρεση των λαών και τη συνένωση δύο διαφορετικών κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης. Συγχρόνως, όμως, η θεωρία του για τη γλώσσα όσο ουτοπική κι αν φάνταζε, αποτελεί ση­μαντική συμβολή για την αναγνώριση της ιδιαίτερης και πανθομολογούμενης διαχρονικής ενότητας της ελληνικής γλώσσας στον ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, οι μελέτες του συνέβαλαν ουσιαστικά στη μεταστροφή της αντίληψης της γαλλικής κοινής γνώμης που θεωρούσε τα νέα ελληνικά φθαρμένο και αλλοιωμένο γλωσσικό ιδίωμα ενός παρηκμασμένου έθνους. Μέσα από τη δράση που ανέπτυξε ο d’Eichthal προσωπικά αλλά και σε συλλογικό επίπεδο στο πλαίσιο της Association, αναδείχθηκε η αξία της ελληνικής γλώσσας και μέσω αυτής καλλιεργήθηκε στο γαλλικό πνευματικό κόσμο η εικόνα μιας νέας Ελλάδας, απαγκιστρωμένης από τα στερεότυπα του παρελθόντος13.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. Grenouilleau (2001: 272-282), Carbonell (2002).

[2]  Βλ. Picon (2002:144-145).

[3]  Βλ. Πρόβατά 2006:148-158, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Τα άρθρα του Gustave d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό του στον τόμο Gustave d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Precede dune notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques par le Mis de Queux de Saint-Hilaire, Paris, Hachette, 1887.

[5] «De I’avenir du peuple grec et de la langue grecque», Spectateur de I’Orient, 10/22 fevrier 1855. To φύλλο αυτό εξέδιδε ο Ρενιέρης την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου σε συνεργασία με τον Παπαρρηγόπουλο και τον Ραγκαβή με στόχο να υποστηρίξει τα αιτήματα της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

[6] Οι προσπάθειες για τη δημιουργία μιας κοινής τεχνητής γλώσσας εντείνονται αργότερα με τη δημιουργία της λεγάμενης Volapuk (1880) και της Esperanto (1887). Ευχαριστώ τη συνάδελφο Ρέα Δελβερούδη που έθεσε υπόψη μου αυτές τις πληροφορίες.

[7] Η κριτική της γαλλικής στιχουργικής και η απουσία τονικού συστήματος στη γαλλική γλώσσα βρίσκονταν στο επίκεντρο των διεργασιών στο πλαίσιο της δημιουργίας του Livre Nouveau των σαινσιμονιστών στη διάρκεια της απομόνωσής τους Menilmontant (Gouvard, 2002: 79-90).

[8] Βλ. σχετικά Πάτσιου (1993: 210-234 και κυρίως 213).

[9] Βλ. D’Eichthal (1887: 307-320).

[10] Το ζήτημα της ενδεδειγμένης προφοράς τόσο της Αρχαίας όσο και της Νέας Ελληνικής είχε απασχολήσει αρκετούς γάλλους ελληνιστές των αρχών του 19ου αι. οι οποίοι αποδοκίμαζαν την ερασμιακή προφορά. Μεταξύ αυτών τους Gaspard d’Ansse de Villoison και Fleury Lecluse. Βλ. σχετικά Tolias (1997:138-140),· Παπαγεωργίου-Προβατά (1984).

[11] Ο d’Eichthalεπανέρχεται στο θέμα της προφοράς και σε μεταγενέστερο δημοσίευμά του το 1869 (D’Eichthal1887: 183- 215).

[12] Η περιορισμένη έκταση αυτής της ανακοίνωσης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ εκτενέστερα στις απηχήσεις της πρότασης του d’Eichthal.

[13] Για την εικόνα της Ελλάδας στη Γαλλία κατά την περίοδο αυτή βλ. Basch (1995:129-170).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Basch, S., (1995). Le Mirage Grec. La Grece modeme devant l’opinion frangaise (1846-1946). Hatier-Kauffmann.
  • CarboneH, Ch.O. (2002). L’Europe de Saint-Simon. Toulouse: Privat.
  • Chariety, S. (1931 ). Histoire du saint-simonisme (1825-1884). Paris: Hartmann.
  • D’Eichthal, G. (1887). La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Paris: Hachette.
  • Gouvard, J.M. (2002). Le probleme du langage dans Le Livre nouveau des saint-simoniens. In Etudes saint- simoniennes, (επιμ. Ph. Regnier). Presses Universitaires de Lyon. 61-91.
  • Grenouilleau, O.P. (2001). Saint-Simon. L’utopie oula raison enactes. Paris: Payot
  • Le Livre nouveau des saint-simoniens, (1991) (επιμ. Ph. Regnier). Tusson: du Lerot.
  • Queux de Saint-Hilaire (Marquis de) (1887). Notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques. In G. d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884, Paris: Hachette.
  • Παπαγεωργίου – Προβατά, E. (1984). Fleury Lecluse. Ένας άγνωστος γάλλος ελληνιστής. Αθήνα.
  • Πάτσιου, Β. (1993). Μεταφραστικές δοκιμές και προϋποθέσεις στα όρια του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο Ο Ερανιστής, 19: 210-234.
  • Πρόβατά, Δ. (2006). Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Στο Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη, από τον 18° ως τον 20ό αιώνα, (επιμ. Μ. Μενεγάκη). Αθήνα: Φιλίστωρ. 148-158.
  • Picon, A. (2002). Les saint-simoniens. Raison, imaginaire et utopie. Paris: Belin.
  • Tolias, G. (1997). La medaille et la rouille. Hatier-Kauffmann.

 

Δέσποινα Προβατά*

Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών. 1° Διεθνές Συνέδριο, «Η γλώσσα σε έναν κόσμο που αλλάζει», Αθήνα, 9-11 Δεκεμβρίου 2005, Πρακτικά τόμος 1ος 2008.

 

* H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αστερίων (Ποταμός)


 

Αστερίων: Ποταμός, οι κόρες του οποίου, Ακραία, Εύβοια και Πρόσυμνα, υπήρξαν οι παραμάνες της Ήρας, που τη μεγάλωσαν στον τόπο όπου αργότερα θα κτιστεί το ιερό της θεάς στο Άργος. Η κοίτη του ποταμού είναι ακόμη ορατή κοντά στο ιερό, ενώ από τις κόρες του παίρνει το όνομά του όρος απέναντι από τον ναό (Ακραία), η περιοχή γύρω από τον ιερό χώρο (Εύβοια) και η περιοχή κάτω από αυτή την τοποθεσία (Πρόσυμνα).

 

Ο ποταμός και οι κόρες του

 

Καταδικασμένος από τον Θεό της θάλασσας, όταν αυτός διεκδικούσε από την Ήρα το Άργος, όπως και οι άλλοι δυο διαιτητές, ο Ίναχος και ο Κηφισός, έχασε τα νερά του.  Είχε όμως τρεις κόρες: Τις Εύβοια, Ακραία και Πρόσυμνα [1], τροφούς της Ήρας. O Aστερίων, όπως και ο Ίναχος αλλά και ο κοντινός Ασωπός είχαν πολλά παιδιά και σ’ αυτούς πρέπει να αναφέρεται ο Χορός των Δαναΐδων, όταν προτρέπει να δοξάζεται το Άργος και οι πολύτεκνοι ποταμοί που λιπαίνουν το χώμα της γης του [2]. Οι κάτοικοι της περιοχής τίμησαν τις θυγατέρες του ποταμού τους, δίνοντας τα ονόματά τους αντίστοιχα, στο βουνό που υψώνεται πάνω από το ιερό της θεάς, στον απέναντι ανατολικό λόφο και στον χώρο κάτω από το ιερό. Πιστεύεται πως στην περιοχή υπήρξε και προϊστορική εγκατάσταση με το όνομα της Πρόσυμνας. Ο Πλίνιος [3] αναφέρει στην Αργολίδα βουνό Αστερίωνα, αλλά πιθανότατα πρόκειται για λάθος.

Ο Στάτιος [Πόπλιος Παπίνιος Στάτιος περ. 45 – περ. 96 μ.Χ.) ήταν Ρωμαίος ποιητής της λεγόμενης «Αργυρής Εποχής» της λατινικής λογοτεχνίας], κάνει τρεις αναφορές στην «Θηβαΐδα» του στον Αστερίωνα. Με την αιθεροβάμονα υπερβολή των γοητευμένων από μια Ελλάδα, που δεν την είχαν επισκεφτεί, Ρωμαίων ποιητών, δημιουργεί την εξωπραγματική εντύπωση ότι πρόκειται για μεγάλο ποτάμι. Έτσι μιλάει για την στρατιά αυτών που τη γη τους κυκλώνει ο γοργός Αστερίων [4], τον οποίο αλλού παρομοιάζει με …κυματισμένη θάλασσα [5].

Ο Νόννος [Ο Νόννος ο Πανοπολίτης ήταν σημαντικός Χριστιανός Έλληνας επικός ποιητής και συγγραφέας από την Πανόπολη (τη σημερινή Αχμίμ) της Άνω Αιγύπτου], κάνει μια μακάβρια αναφορά στον ποταμό, όταν μιλάει για την άφιξη του Βάκχου στην Αργολίδα. Ο Θεός τρέλανε τις γυναίκες του Άργους κι αυτές σκότωναν τα παιδιά τους: Ο Αστερίων, που σ’ αυτόν συχνά οι νέοι κόβαν τον ανθό των λιπότριχων κροτάφων τους σαν πρώτο καρπό της ώριμης ήβης, τώρα δεχόταν τα ίδια τα παιδιά κι όχι πια των μαλλιών τους βοστρύχους [6].

 

 Η Κλεισούρα

 

Ο Αστερίων, για τον οποίο ο Παυσανίας [7] λέει ότι ρέει πέρα από το Ηραίο και πως τα νερά του εξαφανίζονται σε φαράγγι, απετέλεσε το αντικείμενο της έρευνας πολλών ξένων, που ψάξανε να εντοπίσουνε τον μυθικό ποταμό. Μια εύκολη λύση ήταν η αναζήτησή του στον χώρο του Ηραίου. Ο Mure, μιλώντας για τον λόφο της Ήρας, παρατηρεί ότι στην ανατολική του πλευρά που προστατεύεται από απότομο γκρεμό βρίσκεται η κοίτη του Αστερίωνα, που βαθμιαία εξαφανίζεται στη διψασμένη γη,  που την καταπίνει χωρίς να αφήνει ίχνη επικοινωνίας με τη θάλασσα, ακολουθώντας την κοινή μοίρα των ρεμάτων που περιβάλλουν το αργολικό πεδίο. Tην άποψη αυτή καταγράφει και ο Frazer, ονομάζοντας το ρέμα αυτό Γλυκειά [8].

Ο Steffen βρίσκει λογικότερο να ονομαζόταν Αστερίων το μεγάλο ρέμα της Κλεισούρας, που ρέει ανατολικότερα σε ικανή απόσταση από το Ηραίο. Προβάλλει δυο επιχειρήματα. Πρώτο: ο χείμαρρος αυτός τροφοδοτείται από τους λόφους της Εύβοιας και της Ακραίας, που έχουν τα ονόματα των ποταμίων θυγατέρων. Δεύτερο: ένα τόσο ασήμαντο χαντάκι, όπως αυτό του Ηραίου, δεν μπορεί να είναι ένας από τους τρεις ποταμούς, που ο Παυσανίας υπονοεί ότι ήταν οι σημαντικότεροι της Αργολίδας.

Το ρέμα αυτό, με την ευρεία τάφρο, ξεκινά από την περιοχή δυτικά του κάστρου του Αγιονορίου. Διασχίζει άγριο, άνυδρο και ερημικό τοπίο, περνάει από το χωριό Λίμνες και ρέει παράλληλα στον ορεινό δρόμο Αγιονορίου – Πρόσυμνας – Χώνικα [Νέο Ηραίο], δηλαδή στη σημαντική αρχαία οδό της Κοντοπορίας, που ονομαζόταν έτσι γιατί συντόμευε μέσα από τα βουνά τη διαδρομή Άργους – Κορίνθου. Έχοντας στα δεξιά του το ύψωμα της Εύβοιας με το Ηραίο και αριστερά τον λόφο της Ακραίας με την απότομη κορυφή, φτάνει στη βαθειά και απότομη Κλεισούρα της Πρόσυμνας (τ. Μπερμπάτι), περνώντας κάτω από πέτρινη τρίτοξη γέφυρα.

Λίγο πριν έχει δεχτεί τα νερά της ρεματιάς Κεφαλάρι, που κατηφορίζει από το ύψωμα του Δαφνιά, νότια του χωριού Άγιος Βασίλειος.  Στην αρχή και στο τέλος του Κεφαλαριού βρίσκονται ερείπια παλιών μύλων, που κινούσαν οι πηγές της ρεματιάς. Η νοτιότερη από αυτές με το όνομα Μαστός [9], πρέπει να είναι αυτή που μνημονεύει ο Αθήναιος [10], λέγοντας πως ανεβαίνοντας προς την Κόρινθο την ακρώρεια υπήρχε κρήνη, που έβγαζε νερό ψυχρότερο κι από το χιόνι. Έτσι ή αλλιώς, θα επρόκειτο για πηγή που κατέληγε στον Αστερίωνα, αφού αυτός είναι ο φυσικός αποδέκτης όλων των νερών του τμήματος αυτού της Κοντοπορίας.

 

«Σκηνικόν στον δρόμον από Ναυπλίου προς Κόρινθον», J. B. Bentley από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, Greece Pictorial, Descriptive and Historical. London 1844.

 

Βγαίνοντας από τη στενωπό στην πεδιάδα, σκορπίζει στους πορτοκαλεώνες της εξ αιτίας της ονομαζόμενης περιοχής «Κατεβασιές» του Χώνικα, χωρίς να καταφέρει να συναντήσει τον Ίναχο, προς τον οποίο κατευθύνεται, πράγμα που όμως φαίνεται να κατορθώνει στους χάρτες των Seutter και Lotter. Φαίνεται, πάντως, ότι ποτέ δεν κατέληγε στη θάλασσα. Ο περιηγητής βεβαιώνει ότι τα νερά του, αν βρέξει ο Θεός, εξαφανίζονται μέσα σε φαράγγι, εννοώντας τη σημερινή Κλεισούρα. Στην αρχαιότητα η κοίτη του στην πεδιάδα ήταν γεμάτη καλάμια: Και δόνακι πλήθοντα λιπών ρόον Αστερίωνος [11].

Η αδιέξοδη πορεία του προκάλεσε τον Αύγουστο του 1912 μεγάλες πλημμύρες και οδήγησε στην καταστροφή καπνοφυτειών, αμπελιών και σπιτιών. Το φαινόμενο «τριμέρια», παρουσιάζει έξαρση στις όχθες του, στις οποίες ξεπηδούσε νερό, μετά από δυνατή βροχή. Παλιότερα κινούσε 4 μύλους, χάρις προφανώς στα νερά του Κεφαλαριού.

Ο Steffen είδε και στις δυο πλευρές της χαράδρας αυλάκια νερού και ερειπωμένους μύλους. Ίχνη του ενός υπάρχουν και σήμερα αμέσως δεξιά μετά τη γέφυρα. Σημειώνει πάντως πως τα νερά του χάνονταν πέντε λεπτά δρόμο, μετά την είσοδό τους στην Κλεισούρα, μέσα στις πέτρες και τα χαλίκια της κοίτης.

Στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά την καταστροφή στα λίγο δυτικότερα Δερβενάκια, ο Δράμαλης, προερχόμενος από τη «Γλυκειά» (Τίρυνθα;), όπου είχε αποσυρθεί, έφτασε στην Κλεισούρα του Μπερμπατιού κατευθυνόμενος προς την Κόρινθο. Λίγο βορειότερα, κοντά στην κοίτη του Αστερίωνα, προς το μέρος του Αγιονορίου τον περίμεναν οι Έλληνες. Ο πασάς έστειλε ένα μικρό απόσπασμα προς τους τελευταίους για να τους παραπλανήσει, ενώ ο κύριος όγκος του στρατού του στράφηκε δυτικότερα προς το Στεφάνι.

 

 Ένα βοτάνι

 

Το βοτάνι Αστερίων σε αγγλικό χειρόγραφο των τελών του 12ου αιώνα.

Ο  Παυσανίας σημειώνει ότι στις όχθες του φυτρώνει βοτάνι με τ’ όνομα Αστερίων, που το προσφέρουν στην Ήρα, πλέκοντας  ταυτόχρονα και στεφάνια γι’ αυτήν με τα φύλλα του. Ο Ευστάθιος [12] γράφει πως το βότανο χρησιμοποιείτο σε καθαρτήριες τελετές, συγχέοντας πιθανότατα τον Αστερίωνα με το Ελευθέριο. Ίσως το φυτό να είναι ο αστερίσκος του Θεόφραστου [13]. Ο Διοσκορίδης [14], επίσης, αναφέρεται στον Αστερίσκο ή Αστέρα Αττικό, για τον οποίο αναφέρει ότι φύεται σε τόπους τραχείς και πετρώδεις, έχει φυλλάρια όμοια με άστρο, άνθος μήλινον (κιτρινωπό) ώσπερ ανθεμίδος (χαμομηλιού) και θεραπεύει παθήσεις του στομάχου και των βουβώνων, φλεγμονές των οφθαλμών και τις προσπτώσεις της έδρας. Ο Sibthorp [15] καταγράφει φυτό Aster που υπάρχει στα νησιά μας και στον Αργολικό κάμπο. O Γερμανός βοτανολόγος Ηeldreich, που μελέτησε διεξοδικά την ελληνική χλωρίδα, κατατάσσει τον Αστερίσκο του Διοσκουρίδη σε ένα είδος ποώδους Νεκρανθέμου (calendula arvenris bicolor-καλανδίς).  Στο είδος αυτό πιθανολογεί ο γεωπόνος Π. Γεννάδιος ότι ανήκει ο Αστερίων του Παυσανία. Τέλος φαίνεται καταλυτική η μαρτυρία του καθηγητή Αρβανιτόπουλου, πως εντόπισε στην ευρύτερη περιοχή του Ηραίου πόα, που οι χωρικοί αποκαλούν «αστράκι».

 

Η προέλευση του ονόματός του

 

Από πού πήρε το όνομα ο ποταμός; Ίσως από το αστεροειδές βοτάνι, που ήταν ιδιαίτερα γνωστό, αφού όπως φαίνεται δεν άνθιζε μόνο στις όχθες του. Αν πάλι αναζητήσουμε πρόσωπα με το όνομα αυτό, θα βρούμε τον Αστερίωνα, τον γνωστό Μινώταυρο της Κρήτης, γιο της Πασιφάης και ενός ταύρου. Το πώς το μακρινό τέρας έδωσε το όνομά του στον ποταμό, μπορεί να εξηγηθεί μέσω της κρητικής επίδρασης στα Αργολικά τοπωνύμια, της μυθολογικής σύνδεσης Αργολίδας-Κρήτης [16] και επιπλέον, από την συνήθη πρoσωποποίηση των ποταμών με μορφή ταύρου. Ακόμη και η εξαφάνιση του ποταμού στο φαράγγι μπορεί να δημιουργούσε στους ντόπιους συνειρμούς με τον λαβύρινθο. Τέλος, αναφέρεται και μία Δαναΐδα με το όνομα Αστερία [17]. Δεδομένου ότι, όπως είπαμε μιλώντας για την Αμυμώνη, κάμποσες πηγές του Άργους ήταν επώνυμες των θυγατέρων του Δαναού, η τελευταία αυτή εκδοχή δεν είναι απορριπτέα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παυσανίας, 2,17, 1.

[2] Αισχύλου «Ικέτιδες», 1016.

[3] «Φ. Ιστ.», IV, 17.

[4]  IV, 119..

[5]  ΙV, 711,  122.

[6]  XLVII, 493.

[7] 2, 17, 2.

[8] Έτσι αποκαλείται όμως μια πηγή γλυφού νερού στους πρόποδες του προφήτη Ηλία του Ναυπλίου, που ονομάστηκε έτσι κατ’ ευφημισμόν και η οποία έχει δώσει το όνομά της και σε τμήμα της παραλιακής έκτασης.

[9] Ονομασία και των πηγών της Αμυμώνης.

[10] Β΄, 43,e. Λέει πως βρήκε την πληροφορία στον βασιλιά Πτολεμαίο. (Α΄ ο Σωτήρ, συγγραφέας του «Περί των πράξεων του Αλεξάνδρου»).

[11] Το απόσπασμα διασώζει και αποδίδει στον Καλλίμαχο το Μ. Ετυμολογικό στο λήμμα Δόναξ.

[12] Σχόλια στην  «Οδύσσεια», xxii, 48, i.

[13] «Ιστ. Φυτών» Δ, 12, 2.

[14] «Περί ύλης Ιατρικής» 1, 4, 120. Ο συγγραφέας (1ος μ.Χ. αιώνας) θεωρείται θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Στο 5τομο έργο του ασχολείται με τα θεραπευτικά φυτά.

[15] 2073, Syngenesia Polygamia Superflua-Inula. Bοτανολόγος, καθηγητής της Οξφόρδης, που το 1786 και το 1794 ταξίδεψε στην Ελλάδα, μελετώντας τα φυτά που αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς.

[16] Βλ. π. Ίναχος.

[17] Απολλόδωρος, II, I, 5.

 

Βιβλιογραφία


 

  • «Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980.
  • Αισχύλου, «Αποσπάσματα» Εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1992.
  • Statius, «Silvae-Thebaid i-iv», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Statius, «Thebaid v-xii-Achilleid», J.H.Mozley, The Loeb Cl.Lib. London MCMLXI.
  • Nonnos, «Dionysiaca», Loeb Cl. Library. Vol. Ι, ΙΙ, ΙΙΙ. London MCMLXXXIV.
  • Eustathii Archiepiscopi Thessalonicensis, «Commentaris ad Homeri Iliadem Pertinentes», Marchinus van der Valk. Volumen Α-Δ. Lugduni Batavorum 1971-Leiden 1987.
  • Διοσκουρίδης, «Περί ύλης Ιατρικής», Sprengel 1830, τ.25-26 συλλογή Ελλήνων γιατρών του Κυν.
  • Sibthorp Johannes, «Florae Graecae», Vol. II, Londini M DCCC XIII.
  • Apollodorus, «The Library», Sir James George Frazer. Vol. I. II. The Loeb Classical Library. London, MCMLXI. MCMLVI.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους*. Χρήστος Π. Μπαλόγλου, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Δράττομαι της ευκαιρίας να ασχοληθώ με μία επιφανή προσωπικότητα του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεώς του, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, ο οποίος άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει τα βιογραφικά στοιχεία του Παλαιολόγου που σχετίζονται με τις σπουδές του στην Ευρώπη και το έργο του έως την άφιξή του στην Ελλάδα. Η παρουσία και συμβολή του Παλαιολόγου αποτιμώνται μέσα στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια (Ενότητα 2). Δεν είναι μικρότερης σημασίας και η παρουσία του Κωνσταντινουπολίτη λογίου κατά την περίοδο διακυβερνήσεως της χώρας από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα (Ενότητα 3). Η τετάρτη ενότητα παρουσιάζει, για λόγους πληρότητος, τον λογοτέχνη Παλαιολόγο. Τα Συμπεράσματα ανακεφαλαιώνουν τα πορίσματα της ερεύνης.

  1. Βιογραφικά στοιχεία [1]

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1794 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του Πολυπαθής. Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής» [2]. Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου [3], Ο θάνατος του Δημοσθένους, έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση [4] 

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του Esquisses de moeures turques de XIXe siecle, τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος [5].

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους [6]. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.

  1. Πτυχές της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια

Το έργο της αναδημιουργίας του Καποδίστρια αρχίζει με ανεπαρκέστατα και πενιχρότατα εφόδια, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο σχετικά ευκατάστατος θεωρούμενος χωρικός διέθετε ένα ησιόδειο άροτρο, ένα ζεύγος βοδιών για την καλλιέργεια της γης και μερικούς όνους για την μεταφορά των προϊόντων από τους αγρούς [7]. Οι περισσότεροι ήσαν αναγκασμένοι να καλλιεργούν τη γη με τη σκαπάνη και την τσάπα. Η καλλιέργεια της σικάλεως και της βρώμης ήταν άγνωστη και μόνη διαδεδομένη καλλιέργεια ήταν της κριθής και του σίτου. Τα γνωστά εισοδήματα της Ελλάδος, η σταφίδα και οι ελιές, είχαν σημαντικά μειωθεί. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ανεπιφύλακτα οι δηώσεις και οι καταστροφές που συνετελέσθησαν από την εισβολή και παραμονή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο [8].

Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον και η αγάπη του Καποδίστρια για την ανάπτυξη της γεωργίας. Έχοντας ο ίδιος παρακολουθήσει κατά το χρόνο των σπουδών του στην Πάδοβα μαθήματα Πειραματικής Γεωργίας του Καθηγητή Pietro Arduino (728-1805), ο οποίος διηύθυνε το πρότυπο πειραματικό φυτοκομείο [9] και έχοντας επισκεφθεί τα σύγχρονα για την εποχή τους Αγροκήπια και Γεωργικά Καταστήματα στην Ελβετία και Γερμανία [10], θα διατρανώσει ότι οι γεωργοί  είναι η μόνη παραγωγική τάξη, που αξίζει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της Κυβερνήσεως. Αντίστοιχη άποψη εκφράζει και ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας [11], ο οποίος τους χαρακτηρίζει ως «η σεβασμιωτέρα τάξις μιας πολιτείας, ο σταθερώτερος πόρος της πολιτικής ευτυχίας…». «Μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους (sc. βιοτέχνες)», γράφει ο Τρικούπης, «εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησίς του» [12]. Τους γεωργούς θεωρούσε ως τους πλέον πιστούς συμμάχους για να πλήξει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Τη συστηματική καλλιέργεια της γης θεωρούσε ως την πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την μελλοντική ευδαιμονία του ελληνικού λαού [13].

Ο Καποδίστριας, συνεπικουρούμενος από τις τοπικές αρχές, προσκαλεί τους γεωργούς να επιστρέψουν πίσω στις κατεστραμμένες πατρίδες τους, και με το αίσθημα της ασφαλείας να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα [14]. Αρωγός στην προσπάθειά του αυτή είναι οι ενισχύσεις είτε σε χρήμα είτε σε είδος των κυβερνήσεων των Μ. Δυνάμεων και των φιλελληνικών εταιρειών [15]. Πράγματι, ο Κυβερνήτης διανέμει στους γεωργούς βόδια, σπόρους και εργαλεία, προπάντων άροτρα [16].

Ο Καποδίστριας διαβλέπει την οικονομική σημασία και αξία της τεχνικής εκπαιδεύσεως, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Με την εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση των γεωργών θα προαχθεί η γεωργία και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία [17]. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται η εισαγωγή της καλλιέργειας των γεωμήλων με τη βοήθεια του Ιρλανδού γεωπόνου Stevenson, η εισαγωγή νέων τεχνικών μέσων για την άροση των αγρών, η ίδρυση της πρώτης Γεωργικής Σχολής στην Τίρυνθα και προτύπου αγροκηπίου [18]. Η τοποθέτηση του Παλαιολόγου στη διεύθυνση της Σχολής υπήρξε καθοριστική για την προαγωγή της γεωργίας. 

  1. Η επιλογή και τοποθέτηση του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος

 

Στα τέλη του 1828 υπογράφει ο Καποδίστριας το διορισμό του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου. Ο Παλαιολόγος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και μεταβάλλει το σχολείο σε υποδειγματικό αγροκήπιο. Η φιλοδοξία του Παλαιολόγου, καθώς και του Καποδίστρια ήταν να μυήσουν τον ελληνικό λαό στις σύγχρονες εξελίξεις της γεωργίας. Το ιδανικό των δύο ανδρών ήταν να ανυψωθεί όσον το δυνατόν συντομότερα ο ελληνικός λαός στο επίπεδο των λαών της Δύσεως [19]. Ο Καποδίστριας αισθανόταν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, όταν με δαπάνες του φιλέλληνα Eynard και με διευθυντή τον Παλαιολόγο κατόρθωσε να ανοικοδομήσει στην Τίρυνθα την πρώτη Γεωργική Σχολή [20]. Στόχος της Σχολής ήταν να δείξει στους κατοίκους την ωφέλεια της γεωργίας και των τελειοποιουμένων εργαλείων, να φέρει νέα ζώα στο κράτος, να πολλαπλασιάσει τα δένδρα, να βελτιώσει την αμπελουργία, οινοποιία, ελαιοποιΐα, μεταξουργία κτλ. Επίσης αποσκοπούσε στην μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των γεωργών με τις συγχρόνους μεθόδους τεχνικής και παράλληλα την ύπαρξη της δυνατότητος να μεταδώσουν στους υπολοίπους Έλληνες τις γνώσεις και δεξιότητες που είχαν αποκτήσει από τη φοίτησή τους στη Σχολή.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Παρόλο που το φθινόπωρο του 1829 θεωρείται οριστική η ίδρυση του Αγροκηπίου, εν τούτοις τον Φεβρουάριο του 1830 δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η πλήρης εγκατάστασή του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Καποδίστρια της 20ης Φεβρουαρίου 1830 προς τον Eynard, στην οποία του επισημαίνει: «Κατασκευάζεται η σύσταση ενός προτύπου γεωργικού αγροκηπίου, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε αξιόλογη γη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τα άροτρα τα οποία έχουν έλθει από τη Γαλλία, χρησιμοποιήθησαν αρκετά. Μας απομένει να κατασκευάσουμε το οίκημα, τις αποθήκες, τα ζωοστάσια, τα εργαστήρια και να αγοράσουμε βοοειδή. Εάν ολοκληρωθεί το έργο αυτό, θα βοηθήσει σε μέγιστο βαθμό τη βελτίωση της γεωργίας του τόπου. Για τη διαδικασία αυτή μεγάλη ήταν η συμβολή του Κυρίου Παλαιολόγου γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε πολύ».

 Ο Παλαιολόγος είναι εκείνος που θα προκρίνει τον τόπο εγκαταστάσεως του Αγροκηπίου. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την εγκατάσταση του Καταστήματος και του Αγροκηπίου ήταν μεταξύ ΆργουςΝαυπλίου, πάνω στον μεγάλο δρόμο. Ο δρόμος είχε προοπτικές να γίνει βαθμιαία εφάμιλλος των ευρωπαϊκών, έτσι ώστε να διευκολύνει τη διέλευση των αμαξιών, καθώς και την επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλεων. Στη θέση αυτή και ειδικότερα προς την πλευρά της θαλάσσης υπήρχαν αρκετοί βάλτοι, οι οποίοι είχαν αποξηρανθεί και θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε πολλά και γόνιμα χωράφια. Ποτάμια και πηγάδια δεν υπήρχαν κοντά στην περιοχή, επειδή όμως ο τόπος ήταν χαμηλός, το νερό θα μπορούσε να βρεθεί και να εξαντληθεί εύκολα. Οι πέτρες των ερειπίων της Τίρυνθος θα χρησίμευαν για την κατασκευή των αναγκαίων οικοδομών. Οι οικοδομές αυτές θα αποτελούνταν από το κτήριο, στο οποίο θα στεγάζεται ο διευθυντής, οι επιστάτες και οι υπηρέτες γεωργοί, από ένα αγελαδοστάσιο, ένα προβοτοστάσιο, τους στάβλους των βοδιών και αλόγων, από μία σιταποθήκη, έναν αχυρώνα, το τμήμα παραγωγής οίνου, μετάξης και τυριού. Επίσης, θα αποτελείται από το σχολείο και το Ορφανοτροφείο, όπου θα κατοικούν και θα διδάσκονται τη γεωργία είκοσι περίπου άποροι νέοι. Κοντά στο κατάστημα θα προσδιορισθεί μέρος της γης, το οποίο θα ετοιμάζεται για να δεχθεί σπόρους και φυτά διαφόρων δένδρων.

Ένας δεύτερος σκοπός του Καταστήματος είναι η διδασκαλία της χρήσεως των διαφόρων τελειοποιημένων εργαλείων και ειδικότερα αρότρων, τα οποία απέστειλαν οι Φιλέλληνες της Γαλλίας. Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο πρώτος εισηγητής εισαγωγής προηγμένης τεχνολογίας στην Ελλάδα, η οποία θα βελτιώσει την παραγωγή, αλλά και την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων, που θα συντελέσουν στη διατροφή του χειμαζομένου από την πείνα λαού [21].

  1. Οι απόψεις του Παλαιολόγου περί Γεωργίας

Ενωτισμένος ο Παλαιολόγος από την προτροπή και θέση του Ξενοφώντος στον Οικονομικό, ότι η γεωργία είναι η «μήτηρ πασών των τεχνών» [22], υποστηρίζει ότι η γεωργία είναι η πρώτη τέχνη που εφεύρε ο άνθρωπος. Ακολουθώντας το σχήμα των σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου από τον πρωτόγονο τρόπο διαβιώσεως, όπου αυτόδοτα έδιδε τα αγαθά η φύση έως την εμφάνιση του πολιτισμένου βίου [23], θα διακηρύξει τη συμβολή της γεωργίας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μετέβη από τον άγριο στον πολιτισμένο βίο [24]. Η γεωργία ως πηγή της βιομηχανίας και του εμπορίου είναι η βάση της δυνάμεως και της ανεξαρτησίας των εθνών. Η πολύτιμη αυτή τέχνη, η οποία ήταν πολύ παραμελημένη στην Ελλάδα έχει ανάγκη μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως [25].

 

Γεωργικά εργαλεία. Δημοσιεύεται στο: Γρ. Παλιολόγου, «Γεωργική και οικιακή οικονομία», τομ. Ά, σελ. 76, Ναύπλιο, 1833.

 

Καίρια και χωρίς μικρότερη σημασία είναι η συνεισφορά του Παλαιολόγου στο διαφωτισμό του λαού για αγροτικά θέματα και ειδικότερα στον τρόπο καλλιεργείας και επεξεργασίας διαφόρων προϊόντων. Για το σκοπό αυτό συνέγραψε μία σειρά άρθρων στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (ΓΕΕ) [26] υπό τον γενικό τίτλο «Γεωργία» και με υπότιτλο το ερευνώμενο θέμα. Άξιον προσοχής είναι το άρθρο του με τον τίτλο «Γεωργία», το οποίο δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος [27] και αυτοτελώς [28] και επέχει θέση πλήρους γεωργικού προγράμματος της Ελλάδος. Παράλληλα, προτίθετο και ο ίδιος να διδάξει τη γεωργία σε δημόσια απλά μαθήματα, πράγμα του όπως φαίνεται δεν πραγματοποιήθηκε [29].

  1. Η απομάκρυνση του Παλαιολόγου από το Αγροκήπιο

 Από τον Μάρτιο του 1831 η διοίκηση του Αγροκηπίου ανατέθηκε σε Επιτροπή υπό τις διαταγές της οποίας βρισκόταν ο Παλαιολόγος. Η απομάκρυνσή του οφείλεται στις κατηγορίες ορισμένων ατόμων για υπερβολικές δαπάνες [30]. Και ο μετά τον Τρικούπη Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης κατηγορεί τον Παλαιολόγο ότι ο Κυβερνήτης περίμενε πολλά απ’ αυτόν, αλλά δεν είδε τίποτε και τον απέλυσε, όταν έμαθε ότι – ενώ είχε έλθει πάμπτωχος στην Ελλάδα- είχε αρχίσει να πλουτίζει δανείζοντας στους χωρικούς με υψηλό τόκο [31]. Ο Γάλλος περιηγητής Michaud, επιφυλακτικός στις κρίσεις του, μάλλον αποδοκιμάζει την πορεία των εργασιών στο Γεωργικό Σχολείο, οι οποίες αποβλέπουν στη μίμηση ξένων προτύπων ιδρυμάτων, κυρίως γαλλικών, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά κλίματος κατά την καλλιέργεια των διαφόρων προϊόντων ούτε και τις συνήθειες των λαών [32].

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Έως τα τέλη του 1831 ο Παλαιολόγος συνεχίζει να υπηρετεί και να αγωνίζεται για τη γεωργική εκπαίδευση του λαού. Αψευδής μάρτυς η συνεχής αρθρογραφία του στην εφημερίδα Αθηνά [33]. Η δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) δε σημαίνει την οριστική απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο. Το αντίθετο, μάλιστα. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος [34], η οποία είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια διόρισε τον Παλαιολόγο στη θέση του διευθυντού του Αγροκηπίου στις 21 Απριλίου 1832. Τη θέση αυτή διατήρησε έως τα τέλη Αυγούστου 1832, οπότε αποχώρησε οριστικά και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συντηρούσε ιδιωτικό κήπο. Τούτο φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια: «Στα τέλη του Αυγούστου του 1832, φύτεψα τρεις οκάδες πατάτες στο περιβόλι της Αθήνας».

  1. Η συγγραφική δραστηριότητα του Παλαιολόγου

 Η προσπάθεια του Παλαιολόγου για την πνευματική και πολιτιστική προαγωγή των γεωργών συνεχίζεται και μετά την οριστική του απομάκρυνση από το Αγροκήπιο. Το 1833 εκδίδει στο Ναύπλιο την περιοδική εφημερίδα Τριπτόλεμος. Το έντυπο κυκλοφορείται κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Ο τίτλος είναι δηλωτικός του περιεχομένου του εντύπου. Ο Παλαιολόγος το αφιερώνει στον Τριπτόλεμο, τον αρχαίο θεό, προστάτη της γεωργίας. Ο κυριότερος σκοπός της εκδόσεώς του είναι η βελτίωση της γεωργίας, των τεχνών και του εμπορίου.

Το περιοδικό κυκλοφορήθηκε σε 39 τεύχη. Τόσο πολλή ήταν τότε η κομματική εμπάθεια, ώστε να κατασχεθεί το υπ’ αριθμ. 25 φύλλο του περιοδικού από την εισαγγελική αρχή και δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει να εκδίδεται. Η καταπολέμηση κάθε προσπάθειας του Παλαιολόγου υπέρ της γεωργίας και κτηνοτροφίας της χώρας, η απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο σε συνδυασμό με την αχρήστευση της Σχολής της Τίρυνθος από τον εμφύλιο του 1832 χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή. Η αυθαιρεσία της πολιτείας και η αδιαφορία της κοινωνίας οδήγησαν τον Παλαιολόγο στη διακοπή λειτουργίας του περιοδικού [35].

Από το α’ έως το ζ’ φύλλο δημοσίευε περίληψη των περιεχομένων των εφημερίδων του Ναυπλίου Αθηνά, Χρόνος και Ήλιος. Στα φύλλα 1 και 3 δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Βιομηχανία» και σε υποσημείωση αναφέρεται, ότι η βιομηχανία είναι όρος γενικός και περιλαμβάνει τις τέχνες, τη γεωργία και το εμπόριο. Στο φύλλο 2 δημοσιεύει μελέτη με τον τίτλο «Γεωργία», η οποία είναι συνέχεια της προηγούμενης μελέτης που δημοσίευσε στο φύλλο 1. Στα υπ’ αριθμ. 4 και 5 φύλλα δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Τι πρέπει να γίνη απο τις Αρχες δια την πρόοδον της γεωργίας». Το φύλλο 6 αναφέρεται στο θέμα της κτηνοτροφίας. Στο φ. 7 δημοσιεύονται «Οδηγίες» για τη σύναξη οψίμων καρπών. Αξία προσοχής είναι η υποδεικνυομένη δοκιμή ξηρού αραβοσίτου για τη λήψη της δεκάτης. Στα υπ’ αριθμ. 5,7 και 10 φύλλα δημοσιεύεται επιστολή που αφορά τις ενοικιάσεις γεωργικών προϊόντων και τους δεκατισμούς τους. Στο φ. 8 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τον αραβόσιτο. Στο υπ’ αριθμ. 9 φύλλο δημοσιεύεται εγκύκλιος της 12ης Ιουλίου 1833, η οποία απευθύνεται στους Εφόρους και αναφέρεται στις εισπράξεις της αμπέλου και των σταφίδων. Στο φ. 10 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τη διατήρηση του σίτου και στο φ. 11 άρθρο σχετικό με την οινοποιία. Στα φ. 17,19,20, 26 και 27 γίνεται λόγος για το γάλα και την τυροποιΐα και μεταφέρει τα σχετικά κεφάλαιο του έργου του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Στο φ. 24 (14-10-1833) δημοσιεύεται άρθρο με θέμα το δασμό της λιανοσταφίδος. Στο φ. 27 γίνεται λόγος για το θεό Τριπτόλεμο, στο φ. 29 αναφέρεται στις δενδροφυτείες και στο φ. 31 για τα φιστίκια. Παράλληλα, δίδει οδηγίες για το πώς διατηρούνται και πως πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πούπουλα και τα φτερά των πτηνών. Στα φ. 34 και 37 γίνεται λόγος για την αμπελουργία.

Συναφές με το αντικείμενο του Τριπτολέμου είναι και το δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία [36]. Το έργο αυτό παρέχει πλούσιο υλικό για την κατάσταση της γεωργίας την εποχή αυτή. Έκδηλη είναι στο έργο αυτό η εγκυκλοπαιδική του μόρφωση και επιστημονική του κατάρτιση, ο πατριωτισμός και ο πόθος του για τη γεωργική πρόοδο του Νέου Ελληνισμού.        

  1. Η συμβολή του στην εμπέδωση βιομηχανικής συνειδήσεως

Κατ’ εντολήν της Αντιβασιλείας που αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κράτους με την έλευση του Όθωνος τον Ιανουάριο του 1833 (30 Ιανουαρίου 1833) συντάσσει έκθεση με τον τίτλο «Γεωργία και Βιομηχανία», την οποία δημοσιεύει στην εφημερίδα Αθηνά [37]. Η εμπορική δραστηριότητα της χώρας είναι περιορισμένη, επειδή η βιομηχανία είναι σχεδόν νεκρή και η γεωργία σε νηπιακό στάδιο. Η χώρα δεν αγοράζει μόνον προϊόντα, τα οποία δε παράγει, αλλά και άλλα ομοειδή με τα εγχώρια και, το χειρότερο απ’ όλα, το συνάλλαγμα για την πληρωμή τους προέρχεται από δάνεια του εξωτερικού και όχι από εξαγωγές προϊόντων. Για τη βελτίωση της καταστάσεως προτείνεται σε πρώτη φάση σε πρώτη φάση η ίδρυση τριών ή περισσοτέρων προτύπων κτημάτων διδασκαλίας της επιστημονικής καλλιέργειας της γης και εθνικού χειροτεχνείου για την παρασκευή εργαλείων. Αξιοσημείωτο είναι ότι προτείνεται ως κίνητρο σε όποιον μαθητευόμενο εφαρμόσει διδάγματα που θα αντλήσει από το εκπαιδευτικό αυτό κέντρο, την πληρωμή μόνο του ημίσεος της δεκάτης. Τοιουτοτρόπως, η παιδεία θα βελτιωθεί και οι τέχνες θα προοδεύσουν. Επιτροπή για τη φροντίδα γεωργίας-βιομηχανίας θα συντονίσει τις απαραίτητες ενέργειες για την οικονομική πρόοδο του τόπου. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η βιομηχανία μέλλει να υπάρξει μόνον ως κλάδος επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και όταν η αγροτική παραγωγή ακμάσει [38].

Ο Παλαιολόγος είναι ο πρώτος, ο οποίος ασχολείται με τη βιομηχανία, εξ όσων είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε. Κάνει λόγο για εγχώρια βιομηχανία και καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για τη διάδοσή της. «Τρία σημαντικά αντικείμενα, τα οποία κατ’ εξοχήν πρέπει να σύρουν την προσοχή μιάς φωτισμένης και πατριωτικής διοικήσεως», επισημαίνει ο Παλαιολόγος, «είναι η γεωργία, η βιομηχανία και το εμπόριον» [39]. Στις προτάσεις του ο Παλαιολόγος φαίνεται επηρεασμένος από τις απόψεις του Γάλλου οικονομολόγου J. B. Say, ο οποίος διατυπώνει ιδέες περί βιομηχανίας και δίδει έμφαση στον επιχειρηματία ως παραγωγικό συντελεστή.

Σημαντική είναι και μία άλλη πτυχή της συμβολής του Παλαιολόγου, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Στις 9/21 Μαρτίου 1833 ο «μηχανικός» Παλαιολόγος, υποψήφιος για τη διεύθυνση των έργων, και ο λοχαγός Μηχανικού Σταυρίδης υπέβαλαν ένα σχέδιο για την κατασκευή του δρόμου Άργους – Ναυπλίου και δύο προϋπολογισμούς [40].

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Στην έκθεσή του για την προαγωγή της Βιομηχανίας επισημαίνει ότι η δύναμη και η ευδαιμονία κάθε έθνους εξαρτάται από την πρόοδο και ευτυχή κατάσταση των τριών παραγωγικών τομέων, του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα. Προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, η οποία θα έχει ως σκοπό να διδάξει τους γεωργούς, να τους προσφέρει νέες και χρήσιμες γνώσεις, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να αναπτύξουν και να βελτιώσουν τη γεωργία με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η Κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει στην εισαγωγή νέων και συγχρόνων αρότρων, στην κατασκευή αγροκηπίων, στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, στη φύτευση διαφόρων δένδρων και φυτών. Η συμβολή της Κυβερνήσεως με τον τρόπο αυτό θα έχει θετικά αποτελέσματα. Αρκετοί γεωργοί θα δουν τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας και με τη σειρά τους θα εφαρμόσουν τις νέες μεθόδους.

Η σύσταση βιομηχανικών καταστημάτων από την Κυβέρνηση θα βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας. Δεν είναι λίγοι οι ξένοι, οι οποίοι θα ήθελαν να προβούν σε επενδύσεις στη χώρα μας, όμως φοβούμενοι την κακή διοίκηση της χώρας φοβούνται να προβούν σε τέτοιου είδους επενδυτικές πρωτοβουλίες. Αν όμως καταστεί στους ξένους υποψηφίους επενδυτές γνωστό ότι μπορούν  να διασφαλισθούν οι επενδύσεις τους, τότε αυτοί θα αποπειραθούν μία τέτοια πρωτοβουλία. Παράλληλα, η κατασκευή οδικού δικτύου και η ανάπτυξη των συγκοινωνιών με έναν τρόπο, ώστε ο τόπος παραγωγής να συνδέεται με τον τόπο καταναλώσεως προάγει την οικονομία.

Τέλος, προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, αποτελουμένης από εμπείρους Έλληνες και ξένους, φιλέλληνες, οι οποίοι αμισθί θα μπορούν να παρέχουν συμβουλές στην Κυβέρνηση. Ο Γραμματέας των Εσωτερικών ή της Οικονομίας θα προΐσταται της Επιτροπής [41].

Η πρόταση του Παλαιολόγου, υποβληθείσα στην Αντιβασιλεία, πραγματοποιήθηκε από την Κυβέρνηση του Όθωνος. Πράγματι με το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου/6ης Φεβρουαρίου 1837 συστάθηκε η «Επιτροπή επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας» (ΦΕΚ 5/9-2-1837) [42]. Ο Παλαιολόγος διετέλεσε το 1837 μέλος της Επιτροπής [43]. Έως το 1838 υπηρετεί στο Γραφείο Δημοσίας Οικονομίας, το οποίο απηχεί την προσπάθεια εφαρμογής των σαινσιμονιστικών ιδεών στην Ελλάδα [44].

Τελευταία προσπάθεια του Παλαιολόγου να επανέλθει στο γεωργικό στίβο γίνεται το 1837, όταν ζητεί από την Κυβέρνηση να του δώσει τα μέσα που χρειάζεται για να ιδρύσει στον κήπο του, στην Αθήνα, ένα πρότυπο τυροκομείο. Αντιμετωπίζει, όμως, την κομματική αντίδραση, η οποία τον σαρκάζει, τον ειρωνεύεται, τον αποκαλεί αμαθή, εκμεταλλευτή και αποκρούει κάθε ενίσχυσή του για οποιαδήποτε πραγματοποίηση των επιθυμιών και σχεδίων του [45].

  1. H δραστηριότητα του Παλαιολόγου ως λογοτέχνου

Κατά το 1839 ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι το διάστημα αυτό δεν είχε κάποια σπουδαία εργασία να τον απασχολεί, γι’ αυτό και αποφάσισε να γράψει το μυθιστόρημα Ο Πολυπαθής [46]. Ο μυθιστοριογράφος μας δηλώνει ότι στο βιβλίο αυτό προσπαθεί να ενώσει το «ηδύ» με το «ωφέλιμο». Ο ήρωας του βιβλίου φέρει το όνομα Αλέξανδρος Φαβίνης και περιγράφεται η ιστορία της ζωής του από την κοιλιά της μητέρας του έως την ηλικία των 65 ετών. Ο πρωταγωνιστής του Παλαιολόγου έζησε σε πάρα πολλούς τόπους και άσκησε τα κυριότερα επαγγέλματα. Υπήρξε υπουργός, δικαστής, άρχοντας, υπηρέτης, στρατιώτης, δάσκαλος, έμπορος και διανοούμενος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πλούτισε και δυστύχησε πολλές φορές, βρέθηκε σε πολέμους και κινδύνους, ναυάγησε, έζησε το φόβο της πειρατείας, έπεσε στα χέρια ληστών, βοηθήθηκε και κατατρέχθηκε από δυνατούς, εξορίσθηκε, αιχμαλωτίσθηκε, άλλαξε ακόμα και θρησκεία, ερωτεύθηκε, απατήθηκε από γυναίκες και άνδρες, φυλακίσθηκε, έμεινε έγκλειστος σε φρενοκομείο  και τέλος αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του.

Διηγούμενος τη βιογραφία του παριστάνει με τρόπο κωμικό όλες τις ελλείψεις της τότε κοινωνίας, τα πάθη και τα παθήματα του ανθρώπου από τη νηπιακή ηλικία μέχρι τα γεράματα. Εξιστορεί όλα τα ήθη και έθιμα των διαφόρων εθνών, των Κυβερνήσεων και των Αυλών. Στιγματίζει με τρόπο θεατρικό και επιδέξιο την αυθαιρεσία, τη δεισιδαιμονία, τη θεοβλάβεια, την ασελγία, τη φιλαργυρία, την κολακεία, την ασωτία, την αλαζονεία, την υπουλότητα, τη χαμέρπεια, καθώς επίσης τις διάφορες καταχρήσεις, τις παρεκτροπές και κυρίως την αγυρτεία όλων των τάξεων της κοινωνίας από τον ηγεμόνα έως τον υπηρέτη.

Στον Πολυπαθή παρατηρείται η ζωηρή φαντασία του Παλαιολόγου, η αγχίνοια, η εύρεση, η ποικιλία των περιπετειών, η υποστήριξη των διηγήσεων με διάφορες καταστάσεις, οι οποίες έχουν διαδραματισθεί και η κομψότητα στην περιγραφή. Επίσης φαίνεται η βαθειά αίσθηση των καλλονών του χαρακτήρα, της φύσεως και της τέχνης, η ικανή εκτίμηση της αρετής και η δίκαιη εκλογή της κακίας και της διαφθοράς. Όλα αυτά βοηθούν τη ψυχή του αναγνώστη να διακρίνει τα ωφέλημα και αξιέπαινα ιδιώματα στην κοινωνία και την αποστροφή προς τα μικροπρεπή και τα ολέθρια. Όλα αυτά είναι πολλά από τα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος [47].

  1. Το δεύτερο σημαντικό του έργο Ο Ζωγράφος

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Ο Ζωγράφος».

Το 1842 μας δίνει ο Γρηγόριος Παλαιολόγος το δεύτερο και τελευταίο του μυθιστόρημα, με τίτλο Ο Ζωγράφος [48]. Θεωρητικά Ο Ζωγράφος πρέπει να αποτελεί μία εξέλιξη και πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημα. Στο έργο αυτό, ο ήρωας δεν έχει την ιδιότητα του καλλιτέχνη και το θέμα δε σχετίζεται προς το χώρο των εικαστικών τεχνών. Ο τίτλος εδώ είναι υπαινικτικός. Με τον Ζωγράφο ο παλαιολόγος δηλώνει ότι πρόκειται για έργο με σαφή πρόθεση να εικονογραφήσει μία εποχή.

Ο θεματικός χώρος, τον οποίο επέλεξε ο μυθιστοριογράφος για την εικονογραφία του είναι η πολιτική. Ο ήρωας του ο Φιλάρετος εγκαταλείπει την επαρχία για να σταδιοδρομήσει στην πρωτεύουσα. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και δίνεται έτσι η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μέσα από ουδέτερο κλίμα, τόσο η αναγκαία αναδρομή στο παρελθόν για να στηθεί το κατάλληλο σκηνικό, όσο και η παρουσίαση του αθηναϊκού περιβάλλοντος, μέσα από το πρόσωπο του πολιτευτή θείου του ήρωα και της οικογενείας του. Από τα μέσα όμως περίπου του πρώτου τόμου, ο συγγραφέας παραδίδει τη σκυτάλη της αφηγήσεως στον ήρωα. Ο άξονας μέσα στον οποίο θα διαδραματισθεί το μυθιστόρημα είναι «πολιτική και έρωτας».

Με άξονα λοιπόν την πολιτική ζωή θα στήσει ο Παλαιολόγος το μυθιστόρημά του. Φυσικά δε του αρκεί το στοιχείο αυτό, αφού σύμφωνα με τους κλασσικούς κανόνες του παιχνιδιού θα πρέπει να προσφέρει και μία ερωτική ιστορία. Ο κεντρομόλος όμως ρόλος, τον οποίο έχει χαρίσει στην πολιτική, θα τον υποχρεώσει να υποτάξει και την ιστορία αυτή μέσα στο χώρο της πολιτικής. Από την άλλη μεριά όμως η μεταχείριση του ερωτικού στοιχείου στο μυθιστόρημα ποτέ δεν οδηγήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Ο παλαιολόγος χρησιμοποιεί στο έργο αυτό ένα πολύ ειρωνικό ύφος, με το οποίο εκδικείται και γελοιοποιεί την τότε νεαρή αριστοκρατία της Ελλάδος [49]. 

  1. Η σχέση ανάμεσα στα δύο έργα

Μπορούμε να δούμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, αλλά επίσης μπορούμε  να δούμε και τη μετάβαση από το ένα έργο στο άλλο. Με άλλα λόγια είμαστε σε θέση να δούμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβαίνει ο ίδιος από τον Πολυπαθή στον Ζωγράφο. Και τα δύο έργα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Τα «ελαττώματα της κοινωνίας» και οι «ανθρώπινες παρεκτροπές» κατολισθαίνουν από τον ευρωπαϊκό χώρο μέσα στον οποίο κινείται με σχετική άνεση ο ήρωας του Πολυπαθούς, στη στενάχωρη, γεωγραφικά και ηθικά, νεοελληνική επικράτεια και ακόμη ειδικότερα νεοελληνική πρωτεύουσα, μέσα στην οποία κινείται ο ήρωας του Ζωγράφου. Με άλλα λόγια υπάρχει μία διαφορά επιπέδου ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, την οποία και θα πρέπει να διακρίνει ο αναγνώστης, για να είναι σε θέση να δει και την θεματική διαφορά που τα διακρίνει. Άλλωστε ο ίδιος ο Παλαιολόγος αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί μέσα από το έργο του Ο Ζωγράφος για τον Πολυπαθή [50]

11. Τελικές Παρατηρήσεις

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος υπήρξε μία από τις πλέον αξιόλογες μορφές του νεοελληνικού βίου που προσπάθησε «λόγω τε και έργω» να συμβάλλει στην ανάπτυξη της γεωργίας, κτηνοτροφία και βιομηχανίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η προσωπικότητα του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και ανάπτυξη του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος. Μέσα από τη λειτουργία του Αγροκηπίου, καθώς επίσης και μέσα από τις μελέτες και τα άρθρα που έγραψε για θέματα γεωργίας και βιομηχανίας έδειξε την εργατικότητά του, το πάθος και το ζήλο με τα οποία μπορούσε να επιδοθεί σε αυτά που έκανε. Οι ικανότητές του, αν είχαν περισσότερο αξιοποιηθεί από την Πολιτεία, θα συνέβαλαν στην αναδημιουργία και ανασυγκρότηση της χώρας μετά από τον επταετή πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τον αδελφοκτόνο εμφύλιο σπαραγμό. Αγαπούσε την πατρίδα του και έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πρόοδό της. Φθονήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους συγχρόνους του και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Τις ευχαριστίες μου θέλω να εκφράσω στην Κυρία Μαρίνα Παπανικολάου, πτυχιούχο του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την ουσιαστική της βοήθεια στην αναζήτηση και αποδελτίωση του περιοδικού Τριπτόλεμος. Οποιαδήποτε σφάλματα ή παραλείψεις βαρύνουν τον γράφοντα.

[1] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Γρηγορίου Παλαιολόγου εις Revue Encyclopédique 36 (Δεκέμβριος 1827) 760. Β. Κριμπά, «Περί Γρηγορίου Παλαιολόγου», εις: Τελετή εις την μνήμην των εκλιπόντων διαπρεπεστέρων γεωπόνων κατά την τελευταίαν εκατονταετίαν. Αθηναι 1936, σσ. 16-18. Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθήναι 1936. Πλούσιο υλικό στο έργο του Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, τόμ. Α’. Αθήναι 1921 [ανατ. ΑΤΕ 1976], τόμ. Α’, σσ. 293-352. Πρβ. την εκτενή, εμβριθή Εισαγωγή του Άλκη Αγγέλου στην ανατύπωση του έργου του Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, Αθήνα: Ερμής, 1989 [ΝΕΒ 52]. Γ. Δημακοπούλου, Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα. Αθήνα: Εταιρεία Αρχειακών Εκδόσεων και Μελετών , 2001, σσ. 70-74, 132-134.

[2] Πρβ. επιστολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου προς J. Bowring (14.11.1824), δημοσιευμένη εις Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνήμων 9 (1984) 247-254, εδώ σσ. 252-253.

[3] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Ν.Σ. Πίκκολου εις Εμμ. Πρωτοψάλτη, «Ο Νικόλαος Πίκκολος και το έργον του», Αθηνά 68 (1965).

[4] Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του…», ό.π. σ.252.

[5] Α. Αγγέλου, «Εισαγωγή: Το Ρομάντσο του Νεοελληνικού Μυθιστορήματος», εις Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής. Αθήνα: Ερμής, 1989, σ. 120*.

[6] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής …ό.π., τόμ. Α’, σσ. 297-298.

[7] Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration. Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Α’. Η πολιτική κατάσταση και ειρήνευση της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη, 1972, σ. 203.   

[8] Για την κατάσταση της γεωργίας και των γεωργικών προϊόντων βλ. Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration.Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Τα μέσα για την επίτευξη της ανοικοδομήσεως της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη , 1972, σ. 226. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Η’, τελευταίος (1828-27 Σεπτ. 1831):Ιωάννης Καποδίστριας ή η επώδυνη γένεση του Νεοελληνικού Κράτους. Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 212 –238.

[9] Φρ. Αλβάνα, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αττικόν Ημερολόγιον 1888, σ. 278. Γρ. Δαφνή, Ιωάννης Α. Καποδίστριας. Η γένεση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα: Ικαρος, 1977, σ. 245.

[10] Ελένης Κούκκου και Ερασμίας Παυλώφ-Βαλμά, Ιωάννης Καποδίστριας. Ανέκδοτη αλληλογραφία με τους PhilippeEmmanuel de Fellenberg και Rudolf Abraham de Schiferli 1814-1827. Κέρκυρα 1996. Πρβ. C. Baloglou, «Capodistrias’ interest in agricultural economics and education», Μésogeios 9-10 (2000) 225-228.

[11] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία(1809). Αθήνα: Bαγιονάκη, 1989, σ.99.    

[12] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2η έκδοση, τόμ. Δ’ Αθήνα: Γιοβάνης, 1978, σ. 220.

[13] G. L. von Maurer, Das griechische Volk in geschichtlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. Juli 1834. Heidelberg 1835, ελλ. μτφ. υπό Όλγας Ρομπάκη, με τίτλο, Ο Ελληνικός Λαός. Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του Αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31η Ιουλίου 1834. Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχολιασμός Τ. Βουρνά. Αθήνα: Τολίδη, 1976, τόμ. Α’, σσ. 445-446. 

[14] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας… ό.π., τόμ. Α’, σσ. 237-238. 

[15] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του… ό.π., σσ. 217-218.

[16] Σπ. Θεοτόκη, Αλληλογραφία Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831. Αθήναι 1929, σσ. 63-65. Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της… ό.π.,  τόμ. Α’, σσ. 262-266. 

[17] Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β’. Αθηνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σ. 487. 

[18] Πρβ. τις επιστολές του προς Εϋνάρδο 19/31 Δεκεμβρίου 1829 (Correspondance , τ. 3, σσ. 430-431. Α.Ι.Κ., τόμ. Ι’, σσ. 5-6), 25 Δεκεμβρίου 1829/6 Ιανουαρίου 1830 ( Correspondance, τ. 3, σσ. 434-438. Α.Ι.Κ. , τόμ. Ι’, σσ. 7-9). 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1830 (Correspondance, τ.3, σσ. 485-494. Α.Ι.Κ. τόμ. Ι’, σσ. 13-18). Βλ. Σπ. Λουκάτου, «Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθος στα καποδιστριακά χρόνια», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1985, σσ. 65-83.

[19] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου…, ό.π, τόμ,. Η’, σσ. 217-222. 

[20] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήνα: Yπουργείο Γεωργίας, 1936.

[21] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας…, ό.π, σσ. 300-308.

[22] Ξενοφώντος, Οικονομικός V 17.

[23] H θεωρία των τεσσάρων σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου αποτελεί κοινό τόπο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στους Γάλλους και Σκώτους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Πρβ. Χ. Μπαλόγλου, «Η περί τεσσάρων σταδίων θεωρία οικονομικής αναπτύξεως στους Νόμους και η Σκωτική Πολιτική Οικονομία», Πλάτωνος Νόμοι. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (7-8 Μαϊου2001), επιμ. Εμμ. Μικρογιαννάκη. Αθήνα:Σάκκουλας, 2003, σσ. 193-206. 

[24] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. α’.

[25] Γρ. Παλαιολόγου,Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. ιθ’.

[26] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία. Αμπελουργία», ΓΕΕ, φ. 28, 5 Απριλίου 1830, σσ. 110-11. Του Ιδίου, «Γεωργία. Περί οινοποιϊας», ΓΕΕ , φ. 67, 20 Αυγούστου 1830, σ. 276. Του Ιδίου, «Περί γεωμήλων», ΓΕΕ , φ. 22, 21 Μαρτίου 1831, σ. 116. Του Ιδίου, «Αιτία ακαρπίας των καρποφόρων δένδρων», ΓΕΕ , φ. 23, 25 Μαρτίου 1831.

[27] ΓΕΕ φ. 10, 1 Φεβρουαρίου 1830, σσ. 38-40.

[28] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργία. Η πατρική Κυβέρνησις της Ελλάδος βλέπυσα την λυπηράν κατάστασιν…Εν Ναυπλίω την 25 Ιανουαρίου 1830. Ο Έφορος των εθνικών κτημάτων και Διευθυντής του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος Γρηγόριος Παλαιολόγος. 

[29] Ελένης Μπελιά, «Η «Ηώς» και η «Αθηνά» του Ναυπλίου», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον, 4-6 Δεκεμβρίου 1976). Εν Αθήναις 1979, σσ. 219-244, εδώ σ. 231

[30] Πρβ. τις επιστολές του ιδίου του Παλαιολόγου προς τον Κυβερνήτη από 27 Φεβρουαρίου και 26 Μαϊου 1831, φακ. 490, έγγρ. 23 και 24 του Αρχείου Καποδίστρια, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[31] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τόμ. Δ’: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και τα μετ’ αυτόν (2 Απριλίου 1827-25 Ιανουαρίου 1833). Μέρος Α’: 1827-1831. Εισαγωγή Κ. Διαμάντη. Αθήναι 1970, σ. 152.

[32] Μ. Michaud-Poujoulat, Correspondance d’Orient (1830-1831), τόμ. 1ος. Bruxelles 1841, σ. 62, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[33] Για έναν πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων του Παλαιολόγου στην εφημ. Αθηνά , βλ. Ελένης Μπελιά, « Η «Ηώς» …», ό.π., σ. 244. 

[34] Η περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) και στην άφιξη του Όθωνος, ως βασιλέα της Ελλάδος (20 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1833) έχει καθιερωθεί στην ιστορική επιστήμη ως η «περίοδος της Αναρχίας». Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας (1831-1833). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1984. Πρβ. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων. Εισαγωγή-Σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τόμ. Γ’. Αθήνα 1942 [ανατ. Δημιουργία 1998], σσ. 457-460. G. Finlay, History of the Greek Revolution and the Reign of King Otho.London 1877, μτφ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Πρόλογος Γ. Κορδάτου. Επιμέλεια και σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Αθήνα: Ο Κόσμος, n.d., σσ. 235-270. Στ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. Α’. Η «Ελληνική Πολιτεία» (1828-1832). Ιωάννινα 1979, σσ. 88-103.  

Η πρώτη  τριμελής Διοικητική Επιτροπή που συστήθηκε την επομένη της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια, αποτελουμένη από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θ. Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη, συνεκάλεσε την Ε’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (5/17 Δεκεμβρίου 1832), χωρίς την παρουσία του Κωλέττη, ο οποίος είχε προσχωρήσει στους «αντικυβερνητικούς», και εψήφισε στο Ναύπλιο την 15/27 Μαρτίου 1832, το «Ηγεμονικόν Σύνταγμα», το οποίο λόγω του εμφυλίου πολέμου ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

Η ουσιαστική παρέμβαση των ξένων λόγω του εμφυλίου πολέμου οδήγησε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια στην παραίτηση και στη φυγή του από την Ελλάδα (28 Μαρτίου/9 Απριλίου 1832). Η πενταμελής Διοικητική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Κολοκοτρώνη, Ζαϊμη, Μεταξά, Βουδούρη και Κωλέττη έδωσε τη θέση της σε επταμελή των Γ. Κουντουριώτη, Δ. Υψηλάντη, Α. Ζαίμη, Α. Μεταξά, Ιω. Κωλέττη, Δ. Πλαπούτα και Σπυρ. Τρικούπη, του προέδρου αυτής εναλλασσομένου κατά μήνα, αρχής γενομένης με τον Κουντουριώτη. Σπ. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, τόμ. Α’. Αθηναι: Πάπυρος, 1966, σσ. 88-90.  

[35] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήναι 1936, σ. 44.

[36] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, τόμ. Β’. Αθήναι 1835 [ανατ. Αθήναι 1887].

[37] Γρ. Παλαιολόγου, «Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833, αναδημ. εις Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθηναι : Yπουργείον Γεωργίας, 1936, σσ.  34-40, αναδημ. εις Μ. Ψαλιδοπούλου, επιμ., Κείμενα για την ελληνική βιομηχανία τον 19ο αιώνα. Φυσική εξέλιξη ή προστασία; Aθήνα: Τεχνολογικό Ίδρυμα  ΕΤΒΑ, 1994, σσ. 25-45.  

[38] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 45.

[39] Γρ. Παλαιολόγου, « Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», ένθ’αν., εις Μ. Ψαλιδόπουλον, επιμ., Κείμενα για την …, ό.π., σ. 29.

[40] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, φ. 236.

[41] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία και Βιομηχανία. Έκθεση παρουσιασθείσα στην Γραμματεία της Επικρατείας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833.

[42] Αναδημοσιεύθηκε στου Λ. Καλλιβρετάκη, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Μορφωτικόν Ινστιτούτον ΑΤΕ, 1990, Παράρτημα 4, σσ. 358-362. 

[43] Εφημ. Αθηνά φ. 475 (29.9.1837) , σ. 1959.

[44] Δεν αποκλείουμε να επηρεάσθηκε ο Παλαιολόγος από τη διδασκαλία του Saint-Simon κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία, αν και ουδαμού αναφέρεται ότι υπήρξε οπαδός του Γάλλου οικονομολόγου και φιλοσόφου. Χ. Μπαλόγλου, «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον ελλαδικό χώρο 1825-1837», Σπουδαί 53 (3) (2003) 77-108.

[45] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν… ό.π., σ. 56.

[46] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, τόμ. Α’. Αθήναι 1839, τόμ. Β’. Αθήναι 1840 [ανατ. 1989]. Πρβ. Μαλαματάρη – Φαρίνου, «Ελληνικός Ζιλβάζιος; Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας,  Α(1991) 297-324. Η. Τοnnet, «Επιδράσεις της γαλλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα στην ελληνική πεζογραφία από τον Ρήγα και τον Στέφανο Δημητριάδη έως τον Γρηγόριο Παλαιολόγο», Παρνασσός ΜΑ’ (1999) 5-14.    

[47] Γρ. Παλαιολόγου, ό.π., σσ. 247-253.

[48] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Ζωγράφος, τόμοι Α’-Β’. Αθήναι 1842 [ανατ. Με φιλολογική επιμέλεια Α. Αγγέλου. Αθήνα 1989 [Ίδρυμα Ελένης και Κώστα Ουράνη αρ.7]. Πρβ. Απ. Σαχίνη, Το Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Αθήναι 1958, σσ. 61-65.

[49] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σσ. 18-24.

[50] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σ. 138.

 

Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Οικισμοί στην περιοχή Αραχναίου (Χελιού)


 

Οικισμός Αμαριανού – Οικισμός Γκάτζιας – Οικισμός Δεσκλιά – Οικισμός Κατσαβαίϊκα – Το χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι) – Οικισμοί στο Οροπέδιο του Αραχναίου που δεν υπάρχουν σήμερα.

 

 Οικισμός Αμαριανού

 

Ξεκινώντας από το Αραχναίο (Χέλι) για το Άργος, αφού διασχίσουμε την ορεινή περιοχή, φθάνουμε στη θέση Σκάλα και από εκεί με δρόμο που είναι όλο στροφές κατηφορίζουμε και μπαίνουμε σε μια κοιλάδα που αποτελεί την είσοδο στον Αργολικό Κάμπο. Η κοιλάδα αυτή σήμερα είναι μια αναπτυσσόμενη γεωργική περιοχή που στο μεγαλύτερο μέρος της ανήκει στους κατοίκους του Χελιού. Οι Χελιώτες πήραν τα κτήματα αυτά που ήσαν Μοναστηριακά μετά το 1932, αφού απαλλοτριώθηκαν από τη Μονή Ταλαντίου και από τότε άρχισε η συστηματική καλλιέργεια αυτών. Η περιοχή αυτή σήμερα λέγεται Αμαριανός. Οι Χελιώτες όταν έγιναν κύριοι της περιοχής αυτής άρχισαν εντατική καλλιέργεια.

Επειδή όμως τα κτήματα τους αυτά βρισκόντουσαν μακριά από τη μόνιμη κατοικία τους το Χέλι (Αραχναίο) που βρισκόταν δύο με δύο και μισή ώρες πεζοπορία μακριά για να διευκολυνθούν στην καλλιέργεια αυτών έκτισαν εκεί στην αρχή μικρά σπιτάκια τα οποία χρησίμευαν σαν πρόχειρες κατοικίες μόνο για τις περιόδους καλλιέργειας της περιοχής και για να διαφυλάξουν τα γεωργικά τους εργαλεία. Σιγά-σιγά τα μικρά αυτά σπιτάκια αντικαταστάθηκαν με άλλα μεγάλα, έγιναν κανονικά σπίτια και οι καλλιεργητές εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε αυτά, αφού στο μεταξύ είχαν αγοράσει και άλλα κτήματα από τους κατοίκους της Μηδέας που και αυτοί τα είχαν πάρει από το κράτος, αλλά επειδή ήσαν μακριά από το χωριό τους, τα πούλησαν, αφού φυσικά στο χωριό τους είχαν καλύτερα χωράφια. Έτσι δημιουργήθηκε εκεί ένας καινούργιος οικισμός που πήρε και αυτός το όνομα Αμαριανός και που σήμερα αριθμεί περί τους εκατό και πλέον κατοίκους. Η περιοχή του Αμαριανού θεωρείται πλέον μια πολύ εύφορη περιοχή στην οποία καλλιεργούνται κυρίως η ελιά, αλλά και άλλες δενδροκαλλιέργειες, εσπεριδοειδή βερικοκιές κ.λπ.

Την κοιλάδα του Αμαριανού διασχίζουν πολλά ρέματα στα οποία πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρχε τρεχούμενο νερό όλο το χρόνο περισσότερο βέβαια το χειμώνα και λιγότερο το καλοκαίρι. Μετά όμως τον πόλεμο τα νερά αυτά άρχισαν να λιγοστεύουν μέχρι που το καλοκαίρι σταματούσαν τελείως, σιγά-σιγά δε το τρεχούμενο αυτό νερό χάθηκε παντελώς. Το γεγονός αυτό οφείλεται και στις ανομβρίες που παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια, αλλά κυρίως στην αλόγιστη άντληση των υπογείων υδάτων του Αργολικού κάμπου που τροφοδοτείται κυρίως από τα υπόγεια νερά των γύρω ορεινών περιοχών και έτσι σταμάτησαν τελείως οι πηγές του Αμαριανού.

Κοντά στον οικισμό του Αμαριανού υπάρχουν ερείπια κτισμάτων και εμφανή ερείπια από έναν υδρόμυλο που λειτουργούσε στην περιοχή εκείνη. Αυτά σημαίνουν ότι πολύ παλαιότερα στα ρέματα του Αμαριανού κυλούσε αρκετό νερό, τουλάχιστο για να μπορεί να κινεί νερόμυλο και ακόμη ότι στην περιοχή αυτή ίσως γα υπήρχε και οικισμός, που είναι όμως άγνωστα τα αίτια της παρακμής αυτού και για μεγάλη περίοδο δεν υπήρχε ζωή στην περιοχή αυτή παρά μόνο το καλοκαίρι που κατέβαιναν από το Χέλι τσοπάνηδες με τα γίδια τους για πότισμα.

Βόρεια-Βορειοανατολικά του Αμαριανού υπάρχει ορεινή περιοχή Τούρμιζα (Τymeza) που σημαίνει το πλήθος, ο όχλος στα Λατινικά ) και ίσως η περιοχή αυτή να είναι εκείνη που μνημονεύουν τα Βενετικά αρχεία, σαν τόπο συγκέντρωσης των Αρβανιτών προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί από τον Αργολικό κάμπο κατά τον Τουρκοβενέτικο πόλεμο (1463-1469) και από εκεί άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους γηγενείς Χελιώτες για την εγκατάσταση του μόνιμα στο Χέλι.

Ο Αμαριανός απέχει 16 περίπου χιλιόμετρα από το Ναύπλιο και ανήκει στο δήμο Ναυπλιέων.

 

Οικισμός Γκάτζιας

 

Ο οικισμός της Γκάτζιας βρίσκεται σε ύψωμα του Αραχναίου σε μια γωνιά στην κοιλάδα του Αμαριανού και στο δημόσιο δρόμο που συνδέει τo Χέλι με το Ναύπλιο που περνά και από τον Άγιο Δημήτριο. Από τον οικισμό αυτόν είναι ορατός ολόκληρος ο Αργολικός κάμπος, ο Αργολικός κόλπος και η Κυνουρία.

 

Το όρος Αραχναίο σε φωτογραφία, περίπου του 1937, από το Νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο & Ινστιτούτο Πανεπιστημίου Κολωνίας.

 

Για τη δημιουργία του οικισμού της Γκάτζιας υπάρχουν δυο εκδοχές που και οι δυο όμως συνδέονται με την Γκάτζια Αττικής το σημερινό Καμπά.

Η πρώτη εκδοχή λέει ότι τον οικισμό αυτόν τον ίδρυσαν οι Βενετοί οι οποίοι μετέφεραν πληθυσμό από την Γκάτζια της Αττικής την οποία κατείχαν κατά το διάστημα 1394-1402 και είχαν συγκεντρώσει εκεί πολλούς πολεμιστές Αρβανίτες για να ελέγχουν τον αυχένα Υμηττού-Πεντέλης και που ο έλεγχος αυτός συνέβαλε πάρα πολύ στη άμυνα της Αθήνας από τους Βενετούς με την βοήθεια των μισθοφόρων Αρβανιτών. Ειδικότερα πιστεύεται ότι κατά το έτος 1396 ο εξουσιαστής και Καπετάνιος του Άργους Αλμπάνο – Κονταρίνι, γόνος μεγάλης Βενετικής οικογένειας, που μετατέθηκε από την Αθήνα στην Αργολίδα,μετέφερε συγχρόνως και μέρος των κατοίκων της Κάτζιας Αττικής στην νέα επαρχία του την Αργολίδα και τους εγκατέστησε στη σημερινή Κάτζια.

Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή η Γκάτζια Αττικής να προήλθε από μετοίκηση των κατοίκων της Γκάτζιας Αργολίδας, όπως ακριβώς έγινε ο εποικισμός και πολλών άλλων χωρίων της Αττικής από την μετακίνηση Αρβανιτών από την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την Αργολίδα. Αν πράγματι συμβαίνει το δεύτερο θα πρέπει να ερευνηθεί πότε ιδρύθηκε ο οικισμός αυτός στην Αργολίδα και που οφείλεται η ονομασία αυτού. Στην περίπτωση αυτή η ονομασία της Γκάτζιας πιθανόν να οφείλεται στον Νέριο-Ατζεόλη ο οποίος πρώτος το 1336 περίπου θα εγκατέστησε σε αυτήν την ακραία περιοχή της επικράτειας του, Αρβανίτες σαν φύλακες των συνόρων της επικράτειας. Η δεύτερη αυτή εκδοχή ίσως είναι και η επικρατέστερη.

Οι σημερινοί κάτοικοι της Γκάτζιας είναι οι περισσότεροι Αρκάδες που έχουν εγκατασταθεί εκεί τα τελευταία χρόνια λίγο πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι οποίοι είχαν έλθει σαν τσοπάνηδες και κατ’ αρχάς έμεναν στη Γκάτζια μόνο τους χειμερινούς μήνες, αλλά σιγά-σιγά έγιναν μόνιμοι κάτοικοι αυτής. Εκτός από τους Αρκάδες υπάρχουν στη Γκάτζια και Αρβανίτες που προέρχονται από το Αραχναίο (Χέλι).

Γκάτζια βρίσκεται 30 χιλιόμετρα  από την Παλιά Επίδαυρο, στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Αραχναίου και ανήκει στο Δήμο Επιδαύρου].

 

Οικισμός Δεσκλιά

 

Ο Δεσκλιάς σήμερα είναι μικρός οικισμός και βρίσκεται στο δρόμο που ξεκινάει από το Αραχναίο (Χέλι) και κατευθύνεται στο Παλαιολυγουριό, τοποθεσία με ελαιώνες που ανήκουν κυρίως σε Χελιώτες και από εκεί καταλήγει στο Λυγουριό. Ο Δεσκλιάς απέχει από το Χέλι περίπου 6-7 χιλιόμετρα. Οι κάτοικοι του Δεσκλιά μέχρι πριν λίγα χρόνια ήσαν αποκλειστικά τσοπάνηδες από το Χέλι, σήμερα όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο Λυγουριό και μόνο εποχικά ανεβαίνουν στο Δεσκλιά. Στο Δεσκλιά υπάρχουν και παλαιά κτίσματα, όπως επίσης και ερείπια από πολύ παλαιά κτίσματα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι οικισμός νέος, αλλά ότι υπήρχε στην ίδια τοποθεσία οικισμός και σε παλαιότερες εποχές. Η παράδοση πράγματι αναφέρει ότι εκεί υπήρχε παλαιός οικισμός.

Πιστεύεται ότι από τον Δεσκλιά περνούσε δρόμος που συνέδεε την περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου με την περιοχή του Λυγουριού και ότι ο ίδιος δρόμος από το οροπέδιο του Αραχναίου ακολουθούσε την κοίτη του χειμάρρου που είχε κατεύθυνση τον Αμαριανό και από εκεί διέσχιζε και τον Αργολικό κάμπο, καθόλου δε απίθανο να υπήρχε επικοινωνία των Μυκηνών και της Αρχαίας Επιδαύρου με αμαξιτό δρόμο Μυκήνες-Αμαριανός-Χέλι-Δεσκλιάς-Παλαιό Λυγουριό- Λυγουριό- Αρχαία Επίδαυρος.

Ο Δεσκλιάς αναφέρεται και από τον Γερμανό περιηγητή GRASBERGER στο βιβλίο του ΟRTSΝΑΜΕΝ (σελίδα 238), αναφέρεται όμως ως Δασκύλιον και η περιοχή ολόκληρη Δασκυλίτιδα, ίσως δε η ονομασία αυτή να προέρχεται από τη λέξη Δασκέλατον που ταιριάζει στα δάση από πουρνάρια που πυκνά υπήρχαν κάποτε στην περιοχή εκείνη.

Οικισμός Κατσαβαίϊκα

 

Προχωρώντας από το Δεσκλιά προς το Παλαιολυγουριό-Λυγουριό και λίγο πριν φθάσουμε στο Παλαιολυγουριό στη Νότια πλαγιά της οροσειράς του Αραχναίου, συναντάμε έναν άλλο οικισμό, νεώτερο του Δεσκλιά, στον οποίο κατοικούν οικογένειες με το επώνυμο Γεώργας και το παρεπώνυμο Κοτσοβαίοι. Είναι οικισμός που έχει δημιουργηθεί από κατοίκους του Δεσκλιά και επομένως και αυτοί Χελιώτες, όπως και οι κάτοικοι του Δεσκλιά και οι οποίοι παλαιότερα ήσαν όλοι τσοπάνηδες, σήμερα όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκατασταθεί στο Λυγουριό, διατηρούν όμως και τις κατοικίες τους στον οικισμό, όπου εποχιακά μένουν και εκεί, κυρίως όσοι από αυτούς ασχολούνται ακόμα με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, καλλιεργώντας τα κτήματα τους που βρίσκονται στο Παλαιολυγουριό.

 

Το Χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι)

 

Τα τελευταία χρόνια πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ιδρύθηκε ένας καινούργιος οικισμός του Χελιού (Αραχναίου) που είχε πάρει το όνομα Μετόχι και ήταν ακριβώς εκεί που σήμερα βρίσκεται η Κοινότητα του Αγίου Δημητρίου. Ολόκληρη η περιοχή του σημερινού Αγίου Δημητρίου που καλλιεργείται, αλλά και η άγρια περιοχή αυτού, παλαιότερα ήταν περιουσία του Μοναστηρίου Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά) και χρησιμοποιείτο σαν βοσκότοπος κυρίως, υπήρχαν μονό και μερικές έκτασης με ελαιόδεντρα (Λιοστάσια).

 

Χάρτης

 

Το 1932 η περιοχή αυτή απαλλοτριώθηκε από το κράτος και στη συνεχεία μοιράσθηκε σε ακτήμονες κατοίκους του Χελιού (Αραχναίου), του Κατσιγκρίου (Αγίου Ανδριανού) και των Μπρουτζαίικων (Αρκαδικού). Εκατό περίπου οικογένειας ακτημόνων από το χέλι πήραν εκεί γεωργικό κλήρο από 40- 60 στρέμματα τα οποία όμως όλα ήσαν ρουμάνια από σκοίνα και πουρνάρια και αμέσως άρχισε η αξιοποίηση αυτών. Εκατοντάδες Χελιώτες εγκαταστάθηκαν εκεί σε πρόχειρες καλύβες που έκτισαν σχεδόν μόνοι τους και άρχισαν αμέσως εργασία για να αξιοποιήσουν τις εκτάσεις που πήραν.

Με τα ξινάρια άρχισαν να εκχερσώνουν τον κλήρο τους και σιγά – σιγά από τα ρουμάνια άρχισαν να δημιουργούνται εύφορα χωράφια συγχρόνως δε αξιοποιούσαν και τα κούτσουρα των θάμνων που ξερίζωναν αλλά και τα χοντρά ξύλα από αυτά, μεταποιώντας όλα σε ξυλοκάρβουνα φτιάχνοντας ειδικά καμίνια και έτσι δημιούργησαν και ένα πρώτο εισόδημα από την καινούργια τους περιουσία. Για αρκετά χρόνια εργάστηκαν έτσι σκληρά όλοι αυτοί οι κάτοικοι του χωριού μαζί με τις οικογένειες τους και κατάφεραν ολόκληρη αυτή την περιοχή να την μετατρέψουν σε μια μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση.

Στις εκτάσεις που εκχερσώνανε, υπήρχαν και αγριελιές τις οποίες αφήναν ανέπαφες, αργότερα τις κέντρωναν και κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ελαιώνες σε διάφορες περιοχές οι οποίοι πύκνωναν με τον καιρό αφού οι κάτοικοι φύτευαν καινούργια ελαιόδεντρα.

 

Ο Άγιος Δημήτρης από τη Καζάρμα. Φωτογραφία: Πολιτιστικός Σύλλογος Αγίου Δημητρίου.

 

Μεσολάβησε ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η κατοχή όπου η ανάπτυξη της περιοχής αυτής επιβραδύνθηκε κάπως για να ξαναρχίσει εντονότερα μετά την απελευθέρωση το 1945. Ολόκληρη αυτή η περιοχή των έξι χιλιάδων στρεμμάτων μετατράπηκε σε μια απέραντη καλλιεργούμενη έκταση όπου σημαντικό μέρος αυτής κατείχαν οι ελαιώνες και που σιγά- σιγά δημιουργήθηκαν και άλλες καλλιέργειες κυρίως ειδικής ποικιλίας βερικοκιάς που κυριάρχησε στην περιοχή αυτή για μερικές δεκαετίες και που απέφερε σημαντικό εισόδημα στους κατοίκους της περιοχής.

Επακόλουθο όλων αυτών των δραστηριοτήτων των κατοίκων ήταν να αναπτυχθεί πολύ γρήγορα και ο εκεί οικισμός των κατοίκων που στην αρχή πήρε το όνομα «Μετόχι».  Πολύ γρήγορα άρχισαν να ξεφυτρώνουν διώροφα και σύγχρονα σπίτια σε όλη την έκταση του οικισμού που είχε δημιουργηθεί βάσει σχεδίου που είχε εφαρμοστεί από την αρχή.

Οι οικονομικές δραστηριότητες διαδέχονται η μια την άλλη δημιουργούνται επιχειρήσεις διάφορες ανοίγουν καταστήματα οι καλλιέργειες αναπτύσσονται ραγδαία γίνονται γεωτρήσεις αρκετές και πολλές γεωργικές εκτάσεις μετατρέπονται σε αρδευόμενες με τις κατάλληλες καλλιέργειες. Όλη η περιοχή παίρνει μια άλλη όψη. Ο κόσμος μεγαλώνει εξωραΐζεται και γίνεται πλέον ανεξάρτητη Κοινότητα που παίρνει το όνομα «Άγιος Δημήτριος» από την εκεί κοντά βρισκόμενη Μονή του Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά).

 

Το Χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι)

 

Ο πληθυσμός αυξάνεται συνεχώς με την μετανάστευση εκεί και άλλων κατοίκων του Χελιού οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί και αποκτούν και αυτοί περιουσιακά στοιχεία, είτε αγοράζοντας κτήματα από τους κατοίκους του Αγίου Αδριανού (Κατσιγκρίου), οι οποίοι τα πούλησαν επειδή ήσαν μακριά από το χωριό τους και συναντούσαν δυσκολίες στην καλλιέργεια αυτών είτε ακόμα από την ανακατανομή των κτημάτων των ιδίων των κατοίκων του Αγίου Δημητρίου με την δημιουργία νέων οικογενειών από επιγαμίες με κατοίκους του Χελιού, έτσι που ο πληθυσμός του Αγίου Δημητρίου σήμερα να υπερβαίνει τους χίλιους κατοίκους [925, απογραφή του 2001,  μαζί με τον οικισμό της Γκάτζιας], παρά το γεγονός ότι πολλοί από τους κατοίκους έχουν φύγει και έχουν εγκατασταθεί σε διαφορά άλλα μέρη, κυρίως στην Αθήνα.

Ο Άγιος Δημήτριος  βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί από το Ναύπλιο στο Λυγουριό, απέχει 10 λεπτά περίπου από το Ναύπλιο και ανήκει στον δήμο Επιδαύρου της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας.

 

Οικισμοί στο Οροπέδιο του Αραχναίου που δεν υπάρχουν σήμερα

 

 

Στη Μεσαιωνική εποχή, τόσο στο οροπέδιο του Αραχναίου όσο και στις υπώρειες γύρω από αυτό, εκτός από το χωριό Χέλι και τέσσερις οικισμούς που υπάρχουν και σήμερα ακόμα, υπήρχαν και άλλοι οικισμοί που σήμερα δεν υπάρχουν πλέον. Τέτοιοι οικισμοί ήσαν:

  1. Οικισμός στα Φράκια
  2. Οικισμός στη Χώριζα
  3. Οικισμός στη Βίλια και στη Βίλιζα
  4. Οικισμός αγνώστου ονόματος και
  5. Οικισμός*αγνώστου ονόματος επίσης

 

Οικισμός Φράκια

 

Ο οικισμός Φράκια βρισκόταν στο δρόμο που σήμερα ενώνει το χωρίο Αραχναίο με το χωριό Αγγελόκαστρο και σε απόσταση τέσσερα περίπου χιλιόμετρα από το χωριό Αραχναίο. Σήμερα η περιοχή Φράκια είναι μια εκτεταμένη καλλιεργήσιμη έκταση, στην οποία υπάρχουν και πολλά πηγάδια. Στα πηγάδια αυτά πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ποτίζονταν το καλοκαίρι, αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα που έβοσκαν στην περιοχή εκείνη, αλλά και σήμερα ακόμα υπάρχει σημαντικός αριθμός από μικρά ζώα τα οποία βόσκουν και ποτίζονται εκεί. Στην ίδια περιοχή καλλιεργούνται ακόμα και σήμερα αρκετά στρέμματα με αμπέλια.

Στον οικισμό αυτόν υπήρχε και εκκλησία η Αγία Παρασκευή, τα ερείπια της οποίας σώζονταν μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Σήμερα επάνω στα ερείπια αυτής της εκκλησίας έχει κτιστεί μικρός Ναΐσκος αφιερωμένος στην ίδια Αγία, ο οποίος και λειτουργείται συχνά από τους πιστούς του σημερινού Αραχναίου. Δεν ξέρω όμως αν το Ναΐδριο αυτό έχει την ίδια μορφή που είχε η ερειπωμένη εκεί Εκκλησία.

Ο οικισμός αυτός πιθανότατα να ήταν οικισμός αρβανιτών από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στο οροπέδιο του Αραχναίου γύρω στο 1463 μ.Χ. και που ίσως οι γηγενείς τότε κάτοικοι του Χελιού να τους παραχώρησαν αυτήν την τοποθεσία για την εγκατάσταση τους. Η ονομασία δε Φράκια πιθανόν να προέρχεται από την ονομασία FRAG που σημαίνει τσουχτερό κρύο.

Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή ο οικισμός αυτός να ήταν οικισμός στρατιωτών οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Δελαρός και ήσαν φύλακες του δρόμου από τον Γκύκλο προς το Αγγελόκαστρο.

 

Οικισμός Χώριζα

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν Ανατολικά του σημερινού Αραχναίου σε απόσταση δύο-τριών χιλιομέτρων περίπου. Στη τοποθεσία αυτή σήμερα βρίσκονται μόνο σωροί από πέτρες διαφόρων μεγεθών που στα Αρβανίτικα λέγονται «Γκρμάδες» και που δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ότι έχει απομείνει από τα ερείπια των σπιτιών που ήσαν εκεί κτισμένα.

«Χώρα» στα Αρβανίτικα σημαίνει πόλη ή μεγάλος οικισμός και «Χώριζα», σημαίνει μικρός οικισμός ή προάστιο του μεγάλου οικισμού και συνεπώς η Χώριζα ήταν προάστιο του Χελιού.

Κοντά στον οικισμό αυτό μεταγενέστερα είχαν κτισθεί δύο ανεμόμυλοι που στην τελευταία περίοδο της λειτουργίας τους ανήκαν στον Αθανάσιο Πασπαλιάρη ή Θανάσ-Μυλωνά όπως συνηθιζόταν να λέγεται από τους συγχωριανούς του Χελιώτες.

Σήμερα οι ανεμόμυλοι αυτοί υπάρχουν ακόμη ερειπωμένοι βέβαια και φυσικά εκτός λειτουργίας, αφού οι μεγάλες πέτρες έχουν μεταφερθεί από πολλά χρόνια στο χωριό και χρησιμοποιήθηκαν εκεί από άλλον Μυλωνά που διατηρούσε μηχανοκίνητο Μύλο και λειτουργούσε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

 

Οικισμός Βίλια και Βίλιζα

 

Οι δύο αυτοί οικισμοί βρίσκονται στις ομώνυμες τοποθεσίες Νότια του Φρουρίου Γκύκλος. Τα τοπωνύμια Βίλια και Βίλιζα οφείλουν τις ονομασίες, τους στους Αλβανούς στρατιώτες που είχε φέρει ο Θεόδωρος Παλαιολόγος και παράγονται και τα δύο από την Αρβανίτικη λέξη Βίγλα που σημαίνει παρατηρητήριο. Η κατάληξη δε ζα είναι υποκοριστικό πολλών λέξεων των Αρβανιτών που σημαίνει μικρό. (Βίλιζα ίσον μικρή Βίλια, Χώριζα ίσον μικρή χώρα κ.λπ.)

Η θέση Βίλια παλαιότερα πρέπει να χρησιμοποιήθηκε σαν παρατηρητήριο από τους Δελαρός επειδή είχε οπτική σύνδεση με τον Γκύκλο και το Ξεροκαστέλι. Στους οικισμούς αυτούς Βίλια και Βίλιζα φαίνεται πώς είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στρατιώτες-παρατηρητές που ίσως αυτοί με τις οικογένειες τους να αποτελούσαν και τους μοναδικούς κατοίκους των οικισμών αυτών.

Το λατινογενές τοπωνύμιο «Καζάρμα» που βρίσκεται στο δρόμο Ναυπλίου – Λυγουριού κοντά στο σημερινό χωριό Άγιος Δημήτριος και η οπτική σύνδεση Γκύκλου – Καζάρμας μέσω Βίλιων και Βίλιζας είναι ισχυρές ενδείξεις ότι ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου την εποχή εκείνη ανήκε στους Δελαρός, οι οποίοι όμως έχασαν την κυριαρχία τους εκεί μετά από τη μάχη κοντά στη θέση Καρύδι της Μεγαρίδας.

Με το όνομα Βίλια υπάρχουν πολλές τοποθεσίες όχι μόνο στην Αργολίδα αλλά και σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κυρίως στα μέρη που πέρασαν ή και εγκαταστάθηκαν Αρβανίτες και ο σκοπός τους ήταν ο ίδιος, η κατόπτευση των κινήσεων των στρατευμάτων. Γνωστός είναι και ο οικισμός των Βίλιων της Αττικής κοντά στον Κορινθιακό Κόλπο που οι κάτοικοι του είναι στο σύνολον Αρβανίτες. Η ίδρυση του οικισμού των Βίλιων και Βιλιζών στην περιοχή της Αργολίδας πρέπει να τοποθετηθεί στην περίοδο 1388-1394 εποχή κατά την οποίαν αποδίδεται και το Άργος στους Βενετούς.

 

Οικισμός Αγνώστου Ονόματος

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν κοντά στο χωριό Αραχναίο, εκεί που σήμερα βρίσκεται ο παλαιός Βυζαντινός Ναός «Μετόχι». Στη περιοχή αυτή και γύρω από το Ναό βρίσκονται και σήμερα ακόμα πολλά κεραμικά. Γνωστό είναι ότι το Μετόχι ήταν η παλαιά Μονή Ταλαντίου, προτού αυτή μεταφερθεί στη θέση που βρίσκεται σήμερα. Συνεπώς τα κεραμικά που βρίσκονται εκεί εν μέρει προέρχονται και από τα κελιά της Μονής που περιστοίχιζαν το Ναό της, αλλά και από άλλα κτίσματα του οικισμού που υπήρχε εκεί κοντά. Με τους κατοίκους δε του οικισμού αυτού είχαν προστριβές συχνά ο Ηγούμενος και οι καλόγεροι της μονής και αυτό ήταν η κύρια αιτία να μεταφερθεί το Μοναστήρι στην καινούργια θέση που βρίσκεται σήμερα.


Οικισμός επίσης Αγνώστου Ονόματος

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν απέναντι ακριβώς από το σημερινό χωριό Αραχναίο, λίγο πιο κάτω από τη θέση Κιάφα, από όπου περνάει σήμερα ο αμαξιτός δρόμος Αραχναίου – Άργους και Ναυπλίου. Και στη τοποθεσία αυτή υπάρχουν και σήμερα ακόμα πολλά κεραμικά και Γκρμάδες που φανερώνουν ότι εκεί υπήρχε οικισμός. Κοντά στην περιοχή αυτή υπάρχουν ακόμα τα ερείπια μικρού ναού του Αγίου Νικολάου. Τα μεταπολεμικά χρόνια είχαν μαζευτεί χρήματα για να ξαναχτιστεί ο μικρός αυτός Ναός, αλλά τελικά δεν έγινε τίποτα, πέρα από μια ατελή διάνοιξη δρόμου από την Κιάφα μέχρι τα ερείπια του Ναού που ακόμα και σήμερα είναι εμφανή.

Πέρα από τους παραπάνω αναφερομένους πέντε οικισμούς στη περιοχή του Αραχναίου, πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι μικρότεροι οικισμοί και το συμπέρασμα αυτό βγαίνει από το γεγονός ότι απέναντι ακριβώς από το χωριό υπήρχαν ερείπια από άλλους Ναούς που σήμερα βέβαια δεν σώζονται τίποτα από αυτούς. Τέτοιοι Ναοί ήσαν της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Ανδρέου, του Αγίου Ιωάννου, των Αγίων Ταξιαρχών κ.λπ.

Η ύπαρξη όλων αυτών των Ιερών Ναών ίσως προϋποθέτει και την ύπαρξη αντίστοιχων οικισμών και που δικαιολογείται η ύπαρξη αυτών από την παραδοχή ότι οι πρώτοι Αρβανίτες κάτοικοι του Αραχναίου όταν ανέβηκαν εκεί επάνω πιθανόν να εγκαταστάθηκαν κατά οικογένειες (Φάρες) σε διάφορες τοποθεσίες και κάθε μια φάρα να αποτέλεσε δικό της οικισμό και να έκτισε και δική της Εκκλησία.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

Read Full Post »

Στην Αργολίδα η πρώτη αγαθή Συνταγματική Μερίδα – Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας, Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Η Αργολική Χερσόνησος, του Μεγάλου Μυκηναϊκού Πολιτισμού, επέπρωτο να δικαιωθεί και με την ιστορική σύγκληση σ’ αυτή των αλληλοδιαδόχων Εθνικών Συνελεύσεων για την κατάρτιση και ψήφιση του πρώτου και των μετέπειτα ισχυσάντων Συνταγμάτων της αγωνιζομένης Ελλάδος για την ανεξαρτησία της.

Μετά από 400 χρόνια ταλαιπωρίας στα έλη της φρικώδους τουρκικής τυραννίας, αμέσως, στα πρώτα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, άρχισε και συνεχίστηκε, μαζί με τον αγώνα της ανεξαρτησίας, και η προσπάθεια της ιδρύσεως τοπικών πολιτευμάτων μέχρι την ευλογημένη επέκταση της ανεξαρτησίας, σε όλα ή, έστω, τα περισσότερα ελληνικά εδάφη, και την σύσταση, από Εθνική Συνέλευση, της «Βουλής του Έθνους».

Πράγματι, τα τρία πρώτα τοπικά πολιτεύματα, ήτοι, ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ο Οργανισμός της Δυτικής Ελλάδος και η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, μέχρι τον Νοέμβριο του 1821, προέβλεπαν την μελλοντική σύσταση «της Βουλής του Έθνους», στην οποία θα υπάγοντο και οι τρεις αυτές «Διοικήσεις», ως η Γερουσία της Πελοποννήσου, η Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Ελλάδος.

Οι ονομασίες και η κοινή πρόβλεψη των τριών αυτών τοπικών πολιτευμάτων εξέφραζαν την ιστορική και εθνική ενότητα της Ελλάδος και των Ελλήνων.

 

Α. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου

 

 

Το κοινό ιδανικό και όραμα των ανωτέρω τοπικών πολιτευμάτων «η Βουλή του Έθνους», από Εθνοσυνέλευση, οδήγησε τους «νομίμους παραστάτες», όπως απεκλήθησαν, ως οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, της Πελοποννήσου, της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος και μερικών νήσων, στην Επίδαυρο, οι οποίοι την 20η Δεκεμβρίου 1821 συνήλθαν σε Εθνική Συνέλευση. Η πρώτη αυτή Εθνική Συνέλευση, της Επιδαύρου, μετά από σχετικές διαβουλεύσεις και συζητήσεις, εψήφισε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, της 1ης Ιανουαρίου 1822, το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος, αποκληθέν «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Επιδαύρω Α΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» ως το πρώτο πολίτευμα της όλης αγωνιζομένης Ελλάδος.

Του Συντάγματος της Επιδαύρου είχαν προηγηθεί Σχέδια Συνταγμάτων και Συντάγματα, όπως: Το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα Φερραίου- Βελεστινλή, με τον τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, υπέρ των νόμων, ελευθερία, ισότης, αδελφότης και της πατρίδος». Τούτο συνέταξε λίγο πριν από τον μαρτυρικό θάνατό του, τον Ιούνιο του 1798, σε ηλικία, μόλις, 41 ετών. Ο φρικτός θάνατός του, από τους Τούρκους, τον ανέδειξε μεγάλο Εθνομάρτυρα και Πρωτομάρτυρα των απελευθερωτικών αγώνων.

Το πολίτευμα του Ρήγα ήτο δημοκρατία και απετέλει μίμηση των γαλλικών επαναστατικών Συνταγμάτων, κατά βάση  δε απετέλει μετάφραση του γαλλικού Συντάγματος του 1793.

Επακολούθησαν τα τρία Συντάγματα της Επτανήσου, των ετών 1800, 1803 και 1817.

Το πρώτο, επεβλήθη με την συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

Το δεύτερο, παρασκευάστηκε από επιτροπή του νομοθετικού σώματος των Ιονίων νήσων. Καθιέρωνε, λεπτομερώς, πολλά ατομικά δικαιώματα, κατά το πρότυπο των γαλλικών επαναστατικών διακηρύξεων, καθώς και την διάκριση  των εξουσιών. Ήτο δε, καταφανώς, επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επαναστάσεως.

Το τρίτο, Σύνταγμα, καταρτίστηκε σ’ εκτέλεση της συνθήκης των Παρισίων, στις 5 Νοεμβρίου 1815. Με την συνθήκη αυτή, οι Ιόνιοι Νήσοι απετέλεσαν ίδιο Κράτος υπό «την άμεσον και αποκλειστικήν προστασίαν» της Αγγλίας.

Μετά την ανωτέρω σύντομη ιστορική σύνδεση επανερχόμαστε στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο επακολούθησε.

Η πρώτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων, στην Επίδαυρο, ίδρυσε το πρώτο στην Ελλάδα ελεύθερο πολίτευμα, με προσφυγή στις αξίες και αρχές της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του 1776 και, κυρίως, της γαλλικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου, του 1789 και των γαλλικών Συνταγμάτων του 1793 και του 1795. Οι αρχές δε αυτές των γαλλικών Συνταγμάτων διαρρέουν, όπως προαναφέρθηκε, και το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα και τα Συντάγματα της Επτανήσου.

Λεκτέον, για την ιστορική αλήθεια, ότι τα Σεβάσμια κείμενα των δύο αυτών κοσμοϊστορικών Διακηρύξεων, τα οποία, μαζί με την Magna Carta  Libertatum, του 1215 (της Αγγλίας), φυλάσσονται, ως παγκόσμια κειμήλια, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον (στο Κέντρο το Αμερικανικό και εκατέρωθεν τα άλλα δύο), τα οποία επεσκέφθηκα, αποτελούν την δεξαμενή του Δικαίου της πολιτισμένης Ανθρωπότητας. Την πηγή όμως αποτελεί η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, ιδίως, των κλασικών χρόνων, η οποία, μεταξύ άλλων αγαθών της ευγενούς φύσεως του Ανθρώπου, αναγορεύει σε ύψιστες αξίες την «αιδώ» και την «δίκη», ήτοι, την αξιοπρέπεια και την δικαιοσύνη (Πλάτων) και καθιερώνει την τριμερή διάκριση της κρατικής εξουσίας, σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική (Αριστοτέλης).

 

Μάγκνα Κάρτα Λιμπερτάτουμ (Μεγάλος Χάρτης των Ελευθεριών), είναι αγγλικός καταστατικός χάρτης, ο οποίος αρχικά εκδόθηκε το 1215. Η Μάγκνα Κάρτα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έγγραφα στην ιστορία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου προτάσσει την επίκληση της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος και εν συνεχεία την Διακήρυξη της Επιδαύρου, η οποία έλεγε: «Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την Πολιτικήν αυτού Ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν».

Η επίκληση του Θεού αποτελεί και μίμηση του ιερού συνοδικού κανόνα, του Α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 691/692, που ορίζει: «Εκ Θεού τε άρχεσθαι και εις Θεόν αναπαύεσθαι….».

Η Διακήρυξη αποτελεί θρήνο και διαρκή υπόμνηση για τα δεινά των Ελλήνων της ελληνικής Πατρίδας, από την τουρκική τυραννία, αλλά και πίστη στο Θεό και λατρεία στην ελευθερία, την βγαλμένη από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά.

Σημειωτέον ότι όλα τα ισχύσαντα ελληνικά Συντάγματα προτάσσουν την επίκληση της Τριαδικής Θεότητος, από δε του 1844 και εφεξής, της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, πλην του Συντάγματος του 1927.

Το πρώτο άρθρο ορίζει ότι «η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ανέχεται όμως η Διοίκησις της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως».

Η Διοίκησις σύγκειται εκ δύο σωμάτων, Βουλευτικού και Εκτελεστικού. Τα δύο αυτά σώματα ισοσταθμίζονται με την αμοιβαίαν συνδρομήν των εις την κατασκευήν των νόμων…».

Το Δικαστικόν είναι ανεξάρτητον από τας άλλας δύο δυνάμεις, την Εκτελεστικήν και Βουλευτικήν.

Το προτελευταίο άρθρο ορίζει ότι «Οφείλει η Διοίκησις μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση όλους όσους συνεισέφερον και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους εις θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

 

Β. Το Σύνταγμα του Άστρους

 (Νόμος της Επιδαύρου)

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε από την Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος την 29 Μαρτίου 1823. Η Εθνοσυνέλευση αυτή απεφάσισε «να διαφυλαχθώσιν αμετάτρεπτοι και αμετακίνητοι» όλες οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος της Επιδαύρου «ως αποδεδειγμένως λαοσώοι»,  μετωνόμασε δε τούτο «Νόμο της Επιδαύρου». Μετερρύθμισε τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Εξουσίας, τις αναφερόμενες στην κατάρτιση των νόμων, στη νομοθέτηση. Ώρισε ότι «τα σχέδια των νόμων προβάλλονται από το Βουλευτικόν εις το Εκτελεστικόν, και τανάπαλιν, αλλ’ όταν το Εκτελεστικόν αρνηθή την επικύρωσιν, αποδίδον εγγράφως τους λόγους της αρνήσεως, το Βουλευτικόν επιμείνει, προτείνον τους λόγους της επιμονής, και εκ δευτέρου αρνηθή το Εκτελεστικόν την επικύρωσιν, το Βουλευτικόν αναβάλλει δύο ολόκληρους μήνες την τρίτην πρότασιν και εις το τέλος των δύο τούτων μηνών, εάν προτείνει τον νόμον εκείνον εκ τρίτου εις το Εκτελεστικόν, αναγκαίως επικυρούται απ’ αυτό». Με την μεταρρύθμιση αυτή το απόλυτο veto του Εκτελεστικού μετετράπη σε αναβλητικό.

Την επομένη ημέρα, 30 Μαρτίου 1823, η Εθνοσυνέλευση του Άστρους κατάρτησε με ψήφισμα τις τοπικές Γερουσίες.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Κατά τα λοιπά, το αναθεωρηθέν Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο ονομάσθηκε, εφεξής, «Νόμος της Επιδαύρου» διέλαβε διατάξεις οι οποίες προστατεύουν, για πρώτη φορά, «την ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια», όχι μόνο, «εκάστου Έλληνος», όπως ώριζε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, αλλά «και παντός ανθρώπου εντός της Επικρατείας ευρισκομένου», επίσης δε και την ελευθερία του τύπου, με τους ακολούθους τρεις όρους:

α. Να μη γίνεται λόγος κατά της χριστιανικής θρησκείας.

β. Να μην αντιβαίνουσιν εις τας κοινώς αποδεδειγμένας αρχάς της ηθικής.

γ. Να αποφεύγωσι πάσαν προσωπικήν ύβριν.

Σημειωτέον ότι οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας ήσαν όροι υπέρ της χριστιανικής θρησκείας και υπέρ της ευπρεπείας.

Σημειωτέον, επίσης, ότι και οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι διαφυλάσσονται και από το ισχύον Σύνταγμα. Ο πρώτος από το ταυτόσημο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α΄ και ο δεύτερος και ο τρίτος από το άρθρο 5 παρ. 1.

Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι διατάξεις περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και περί της αρμοδιότητος και συγκροτήσεως των δικαστηρίων. Διότι εκφράζουν την βούληση του πρωτο-δευτέρου Έλληνος συντακτικού νομοθέτου για την εγκαθίδρυση Δημοκρατικού Πολιτεύματος και Κράτους Δικαίου.

Το Σύνταγμα τούτο, εθέσπισε τον ακόλουθο όρκο των δημοσίων αξιωματούχων:

«Ορκίζομαι εις το άγιον όνομα της Τρισυποστάτου Θεότητος, και εις την γλυκυτάτην Πατρίδα, πρώτον μεν, ή να ελευθερωθή το Ελληνικόν Έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας να αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος. Έπειτα δέ, να υποτάσσωμαι μ’ όλην την πίστιν εις τον παρόντα Νόμον της Πατρίδος, ό,τι λογής αι δύο Εθνικαί Νομοδοτικαί Συνελεύσεις του αωκβ΄ και γ΄ παρέδωκαν εις το Ελληνικόν Έθνος».

Εννοεί τις Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου, του 1822,  και του Άστρους, του 1823.

Ο ιερός και εθνικός αυτός όρκος του δημοσίου αξιωματούχου αναδεικνύει τούτον και γενικώς τον Έλληνα πολίτη σε καλό και αγαθό πολίτη και πιστό του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

 

Γ. Το Σύνταγμα της Τροιζήνος

 

Το Σύνταγμα της Τροιζήνος είναι το τελειότερο από τα Συντάγματα της Επαναστάσεως, το οποίο εφήψισε η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος, τον μήνα Μάιο του 1827.

Είναι εμπνευσμένο από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες. Προξενεί εντύπωση και η νομοτεχνική υφή και δομή του και το πλούσιο δημοκρατικό και πατριωτικό περιεχόμενό του.

Για πρώτη φορά, με το άρθρο 5, διακηρύσσεται ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».

Η διάταξη επαναλαμβάνεται ταυτόσημη σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, από του έτους 1864 και εφεξής.

Υπό τον τίτλο «Δημόσιο Δίκαιο των Ελλήνων» παρατίθεται ο πλήρης κατάλογος των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, επαναλαμβάνεται δε σε όλα τα μετέπειτα ελληνικά Συντάγματα, πλέον, εμπλουτισμένος και με κοινωνικά δικαιώματα, ιδιαιτέρως, στο ισχύον Σύνταγμα, του έτους 1975, αναθεωρηθέν κατά τα έτη 1986 και 2001.

Περαιτέρω, καθορίζεται η πλήρης διάκριση των τριών εξουσιών, στις οποίες «διαιρείται η κυριαρχία του Έθνους».

Ο Κυβερνήτης, ως ο αρχηγός του Κράτους, είχε μόνο αναβλητικό veto στην κύρωση των νόμων.

Ο Κυβερνήτης ήτο προσωπικώς «απαραβίαστος», δηλαδή, ανεύθυνος. Οι Υπουργοί, καλούμενοι Γραμματείς της Επικρατείας, ήσαν υπεύθυνοι και κατηγορούντο «έμπροσθεν της Βουλής δια προδοσίαν, κατάχρησιν δημοσίων χρημάτων και δι’ υπογραφήν των εις διάταγμα αντιβαίνον εις τους θεμελιώδεις νόμους» (άρθρο 131).

Δηλαδή, η συνταγματική διάταξη αυτή εθέσπιζε ιδιώνυμο έγκλημα των Υπουργών, της προσβολής της Πατρίδος, της Πολιτείας και της Δημοκρατίας.

Εν τέλει, καθορίζει τους όρκους, τον Ελληνικό, τον Βουλευτικό και του Κυβερνήτου, περίπου, ταυτοσήμους και με τον όρκο των δημοσίων αξιωματούχων του προηγουμένου Συντάγματος του  Άστρους, ως Νόμου της Επιδαύρου.

Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Βουλευτών επαναλαμβάνεται στα Ελληνικά Συντάγματα, μέχρι και το ισχύον Σύνταγμα.

Εν τούτοις, το τελειότερο αυτό Σύνταγμα της Επαναστάσεως ανεστάλει μετά από οκτώ (8) περίπου μήνες, κατά τα κατωτέρω.

 

Δ.  Η Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους

 

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας χρέη Κυβερνήτου, τον Ιανουάριο του 1828, εισηγήθηκε στην Βουλή την αναστολή της λειτουργίας του Συντάγματος της Τροιζήνος, επικαλούμενος, κυρίως, την διάρκεια του πολέμου της Πατρίδος υπέρ αυτής. Η Βουλή απεδέχθη, με ψήφισμά της, από 18 Ιανουαρίου 1828, την εισήγηση του Κυβερνήτου. Με το ψήφισμα  αυτό διελύθη η Βουλή και αντ’ αυτής συνεστήθη το «Πανελλήνιον». Ακολούθως, ο Καποδίστριας, με προκήρυξή του, από 20 Ιανουαρίου 1828, συνεκάλεσε Εθνική Συνέλευση, με την ονομασία Δ΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άργος. Η Εθνική αυτή Συνέλευση, με ψήφισμά της, από 22 Ιανουαρίου  1829, επεκύρωσε το από 18 Ιανουαρίου 1828, ψήφισμα της, ήδη, διαλυθείσης Βουλής. Αντί του «Πανελληνίου», ιδρύθη η Γερουσία, Σώμα συμβουλευτικό, αποτελεσθέν από 27 μέλη εκλεγμένα από τον Κυβερνήτη.  Ο Κυβερνήτης με έκθεσή του προς την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ετόνισε ότι η αναστολή του Συντάγματος θα είναι προσωρινή, μέχρις ότου «η τύχη της Ελλάδος αποφασισθή οριστικώς». Εν τω μεταξύ, η Εθνοσυνέλευση «πρέπει να προπαρασκευάζη την σύνταξιν σχεδίου θεμελιώδους νόμου». Η Εθνοσυνέλευση δε αυτή υπεσχέθη ότι «θέλει συμμορφωθή με τας αρχάς, τας οποίας παραδέχθησαν αι εν Επιδαύρω και εν Άστρει και εν Τροιζήνι Συνελεύσεις».

 

Ε.  Η Ε΄ Εθνική Συνέλευση

 

Στην εσωτερική αναταραχή που επακολούθησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, στο Ναύπλιο, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, συγκροτήθηκε η Ε΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε κατ’ αρχάς στο Άργος, την 5 Δεκεμβρίου 1831, και ύστερα στο Ναύπλιο.

Η Συνέλευση αυτή εφήφισε, την 15 Μαρτίου 1832, νέο Σύνταγμα, αποκληθέν «ηγεμονικόν», «πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

Το Σύνταγμα αυτό καθιέρωνε την συνταγματική μοναρχία.

Το Σύνταγμα τούτο, του 1832, ουδέποτε εφαρμόστηκε. Ούτε αναγνωρίστηκε η νομιμότητα της συγκροτήσεως της Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Συμπέρασμα

 

Έτσι, η Αργολική γη, της ιεράς προστασίας της Ήρας, το πρότυπο της αγροτικής καλλιεργείας του βασιλέως του Άργους Δαναού, το Κέντρο του πολύφημου Μυκηναϊκού Πολιτισμού και το ιερό προσκύνημα των Αγίων Πέτρου και Θεοδοσίου, κατέστη και το φυτώριο των Συνταγμάτων της Ελλάδος και δι’ αυτών η προοπτική του όλου Δικαίου Της.

 

Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας

Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αραχναίο (Χέλι) Αργολίδας


 

Το Χωριό Αραχναίο (Χέλι) – Ιστορία του Χελιού (Αραχναίου) – Οι Αρβανίτες στο Χέλι – Ύδρευση του Χελιού – Ασχολίες των κατοίκων του Χελιού –  Επικοινωνία του Χωριού – Η Εκπαίδευση στο Χέλι

 

Το Χέλι (σημερινό Αραχναίο) βρίσκεται στα βόρεια της ψηλότερης κορυφής του Αραχναίου όρους και στη Νότια πλευρά της Τραπεζώνας σε υψόμετρο εξακόσια πενήντα (650) περίπου μέτρα. Πάνω από το χωριό δεσπόζει η Νότια πλευρά της Τραπεζώνας, η ονομαζόμενη Μπρίνια, μια γυμνή από χλωρίδα πλαγιά της Τραπεζώνας της τετάρτης κατά σειρά ύψους κορυφής της οροσειράς του Αραχναίου. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο συγγραφέας Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (1925-2009), όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου του «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002», χρησιμοποιεί κύρια το παλαιό όνομα του χωριού «Χέλι» γιατί έτσι αναφέρεται στις ιστορικές πηγές από τις οποίες άντλησε τις πληροφορίες του. Το Χέλι μετονομάστηκε σε Αραχναίο το 1915 (29/7/1915 – ΦΕΚ : 273/1915) είναι χωριό του Δήμου Ναυπλιέων. Μέχρι το 2010 ανήκε στον τέως Δήμο Μιδέας].

Το Χέλι βρίσκεται αποκομμένο από όλα τα κατοικημένα μέρη της Αργολίδας, σε απόσταση 26 περίπου χιλιομέτρων από το Άργος και 28 χιλιομέτρων από το Ναύπλιο και δεν έχει οπτική επαφή με κανένα κατοικημένο χώρο του Νομού. Βέβαια σήμερα ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος που το συνδέει με τα μεγάλα αστικά κέντρα το Άργος και το Ναύπλιο, έχει αρκετά δαμάσει τις άγριες ξεροτοπιές της περιοχής του Χελιού και έχει συνδέσει την αβοήθητη ερημιά του παρελθόντος με τη σημερινή ζωή του Κέντρου και του Πολιτισμού.

 

Χάρτης Νομού Αργολίδας.

 

Το Χέλι έχει σήμερα περίπου 1200 κατοίκους [643 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011], που μένουν μόνιμα στο χωριό, ενώ είναι πολύ περισσότεροι αυτοί που έχουν μετοικίσει στον Άγιο Δημήτριο, στον Αμαριανό, στο Ναύπλιο στο Άργος, στα χωριά του Κάμπου, στην Κόρινθο, στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, πέρα από τις εκατοντάδες που μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκαν μετανάστες, στην Αυστραλία, στον Καναδά και τη υπόλοιπη Αμερικανική Ήπειρο. Το χωριό είναι μακρόστενο και εκτείνεται από την Ανατολή προς τη Δύση. Βρίσκεται βόρεια της ευρείας Λεκάνης που περιβάλλεται από τους ορεινούς όγκους του όρους Αραχναίου, κυρίως από την Τραπεζώνα και το Σιούρι. Τα περισσότερα σπίτια του χωρίου που είναι και τα παλαιότερα, είναι χτισμένα σύμφωνα με την παλαιά τεχνοτροπία, είναι όλα ορθογώνια παραλληλόγραμμα, στα οποία η μια στενή τους όψη είναι συνήθως στραμμένη πάντοτε προς το δρόμο προσπέλασης και σε αυτή τη πλευρά υπάρχουν πάντοτε δυο στενά παράθυρα, στο δε μέσον της μιας μεγάλης πλευράς, υπάρχει πάντοτε η πόρτα. Στις μεγάλες πλευρές του σπιτιού υπάρχουν και άλλα παράθυρα ανάλογα με τις διαστάσεις του σπιτιού. Όταν τα σπίτια είναι διώροφα, οι πόρτες και τα παράθυρα βρίσκονται στην ίδια ακριβώς θέση επάνω και κάτω. Όλα τα σπίτια είναι λιθόκτιστα και ο χωρισμός μέσα σε δωμάτια έχει γίνει με σανίδες.

Τα σπίτια αυτά είναι χαρακτηριστικά και τα ίδια σε όλα τα Αρβανιτοχώρια της – περιοχής μας και θυμίζουν τα σπίτια της βόρειας Ηπείρου με την μόνη διαφορά ότι είναι κεραμοσκεπή, όλα δε είναι κτισμένα από Νομάδες Λαγκαδιανούς κτίστες που ολόκληρα καλοκαίρια έμεναν και δούλευαν στο χωριό. Σήμερα βέβαια πολλά από τα παλαιά αυτά σπίτια έχουν αντικατασταθεί με μοντέρνα κτίρια κτισμένα με τσιμέντα και τούβλα.

Τα νερά της βροχής της ευρείας λεκάνης που βρίσκεται χτισμένο το χωριό σχηματίσουν ένα μαιανδρικό χείμαρρο που ξεκινάει από τα Φράκια διασχίζει όλη τη λεκάνη, σχηματίζει έπειτα μια βαθιά χαράδρα, περνάει κοντά στο Μοναστήρι (Μονή Ταλαντίου) και συνεχίζει την πορεία του μέσα στη Χούνι, βγαίνει στον Αμαριανό και από εκεί διασχίζει και τον Αργολικό Κάμπο, περνάει από το χωριό Παναρίτη και πολύ σπάνια τα νερά του φθάνουν στον Αργολικό Κόλπο, γιατί μετά το Παναρίτη σήμερα δεν υπάρχει καν κοίτη, επειδή έχει καταστραφεί από τους χωρικούς οι οποίοι την έχουν μετατρέψει σε χωράφια.

Στη διαδρομή του ο χείμαρρος αυτός σχηματίζει σε πολλά σημεία βαθιές χαράδρες και δέχεται πολλούς άλλους χείμαρρους, όπως τον χείμαρρο που κατεβαίνει από τον Αρνά. το ττρόι- Λάζεριτ, το πρόι-Θέου, το πρόι-Φλώρου και άλλους πολλούς και στη λεκάνη του Αραχναίου και στη λεκάνη του Αμαριανού.

Οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού είναι όλοι Αρβανίτες και οι μεγάλης ηλικίας μιλάνε ακόμα πολύ καλά τα Αρβανίτικα, αλλά σε διάλεκτο με πολλές παραφθαρμένες σύγχρονες Ελληνικές λέξεις, η οποία διάλεκτος αυτή διαφέρει πολύ από την διάλεκτο των Αρβανιτών των γειτονικών χωριών Λιμνών, Προσύμνης. Μηδέας κ.λπ. όπως επίσης και από την διάλεκτο που μιλάει όλη η Ερμιονίδα.

 

Ιστορία του Χελιού (Αραχναίου)

 

Ο Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (Αραχναίο 1925 – Άργος 2009). Προτελευταίο παιδί από τα δέκα του Ιωάννου Δημ. Μπιμπή και της Αναστασίας Αν. Μανώλη. Μετά το Γυμνάσιο Ναυπλίου σπούδασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγητής Μαθηματικός στη Μέση Εκπαίδευση, Γυμνασιάρχης, Λυκειάρχης και Προϊστάμενος Μέσης Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος ως το 1986 οπότε περάτωσε την υπηρεσία του. Έγραψε το βιβλίο «ΤΟ ΧΕΛΙ», ένα εξαίρετο πόνημα, το οποίο και συνιστά την μοναδική έως τώρα συστηματική καταγραφή της ιστορίας του χωριού μας από τα αρχαία χρόνια ως τις μέρες μας. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου. Λεζάντα: Μαρία Μπιμπή.

Το πότε ακριβώς ιδρύθηκε ο οικισμός αυτός σε αυτή την περιοχή και πότε κτίσθηκε το Χέλι είναι άγνωστο, αφού κανένα γραπτό κείμενο δεν υπάρχει που να μαρτυρεί αυτό το γεγονός. Σε γραπτά κείμενα η ονομασία Χέλι, από ότι τουλάχιστον έχει διαπιστωθεί αναφέρεται για πρώτη φορά το 1463 οπότε σημειώνεται η πρώτη μετακίνηση των Αρβανιτών που ήσαν εγκατεστημένοι στον Αργολικό Κάμπο προς το Χέλι, ύστερα από την ήττα που υπέστησαν οι Ενετοί με τους μισθοφόρους Αρβανίτες στο Ναύπλιο από τα Τουρκικά στρατεύματα και για να αποφύγουν την τελειωτική τους καταστροφή και τον αφανισμό τους. Οπωσδήποτε όμως υπήρχε εκεί ο οικισμός πριν από το 1463 και για το γεγονός αυτό υπάρχουν σαφείς αποδείξεις.

Πρώτη απόδειξη είναι το γεγονός ότι στην κορυφή του όρους Αραχναίου, το σημερινό Προφήτη Ηλία υπήρχε Βωμός του Δία και της Ήρας όπου οι άνθρωποι της εποχής εκείνης θυσίαζαν προς τους θεούς σε περιόδους ανομβρίας, αυτό όμως φανερώνει ότι εκεί στο οροπέδιο του Αραχναίου ζούσαν φυσικά άνθρωποι που υφίσταντο τις συνέπειες της ανομβρίας και έκαναν τις θυσίες αυτές.

Δεύτερη απόδειξη είναι το γεγονός που αναφέρει ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα ( στ. 296 ) ότι στην κορυφή του όρους Αραχναίου ανάφτηκε πυρσός με τον οποίον αναγγέλθηκε στις Μυκήνες η άλωση της Τροίας. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι στην περιοχή αυτή κατοικούσαν άνθρωποι στην Ομηρική εποχή, οι οποίοι πήραν το μήνυμα του γεγονότος της άλωσης της Τροίας από κάποια άλλη βουνοκορυφή, πιθανότατα από την Ακρόπολη των Αθηνών που έχει οπτική επαφή με την κορυφή του Αραχναίου και το μετέδωσαν με τον ίδιο τρόπο: με τον πυρσό στις Μυκήνες.

Από τα πάρα πάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι στη Μυκηναϊκή εποχή λειτουργούσε οργανωμένο δίκτυο για τη μετάδοση ειδήσεων από πολύ μακρινές αποστάσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όλα όμως αυτά μαρτυρούν ότι εκεί στην περιοχή του Οροπεδίου του Αραχναίου θα υπήρχε οικισμός για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες λειτουργίας της επικοινωνίας αυτής. Οι σταθμοί αυτοί της λήψης και μετάδοσης των ειδήσεων από και σε μακρινές αποστάσεις ονομάζονταν «Φρυκτωρία» και έτσι ακριβώς αναφέρονται στα αρχαία κείμενα.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Τρίτη απόδειξη είναι τα εμφανή ίχνη καρόδρομου που υπάρχουν μέσα στην κοίτη του χειμάρρου από τον Αμαριανό μέχρι το σημερινό Χέλι και ακόμα πέρα από αυτό μέχρι τα Φράκια. Η κοίτη του Χειμάρρου αυτού αποτελεί και σήμερα ακόμα μια φυσική δίοδο από τον Αργολικό κάμπο προς το οροπέδιο του Αραχναίου. Η δίοδος αυτή σε αρκετά σημεία εκεί στη χούνι αποτελεί φαράγγι αρκετά στενό με απότομες βραχώδεις όχθες.

Κατά μήκος λοιπόν αυτής της φυσικής διόδου υπάρχουν και σήμερα ακόμα εμφανή τα ίχνη Καρόδρομου που διαπιστώνεται από τα παράλληλα αυλάκια επάνω στα βραχώδη μέρη της κοίτης και που φαίνεται πως έγιναν από το πέρασμα επάνω σε αυτά παράλληλων σιδερένιων τροχών ιππήλατης άμαξας. Τα ίχνη αυτά φαίνονται καθαρά και η χάραξη σε πολλά σημεία είναι τόσο βαθιά που το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο δρόμος αυτός χρησιμοποιήθηκε σε πολύ παλιά εποχή και για πολλές εκατονταετίες.

Σε πολλά σημεία του φαραγγιού όπου στο κάτω μέρος υπάρχουν πολύ καθαρά τα ίχνη του καρόδρομου, φαίνεται ότι και ο άνθρωπος έχει επέμβει εκεί πριν γίνει δρόμος και είχε λαξεύσει το βράχο για να φαρδύνει πρώτα τη πολύ στενή δίοδο, ώστε να αποκτήσει αρκετό πλάτος ικανό να περάσει το κάρο της εποχής εκείνης και στη συνέχεια να έγινε χρήση του δρόμου αυτού για παρά πολλά χρονιά. Τα ίχνη αυτά σήμερα διακρίνονται μόνο στα μέρη της κοίτης του χειμάρρου που είναι βραχώδη. Μέσα στο φαράγγι της Χούνης, όπως ονομάζεται ένα τμήμα του χείμαρρου, είναι εμφανεστέρα τα ίχνη σε αρκετά σημεία και σε πολλά τμήματα το ένα κοντά στο άλλο, ενώ πιο πάνω προς το Μοναστήρι της Παναγίας που η κοίτη είναι αμμώδης και μέχρι το χωριό, τα ίχνη αυτά είναι πολύ αραιά και μονό ση σημεία που μεσολαβούν σκληρά πετρώματα φαίνονται αυτά καθαρά.

Κάτω από το χωριό και στη τοποθεσία που βρισκόταν άλλοτε το αλώνι του Βέτσερι επάνω ακριβώς στον παλαιό δρόμο και που το έδαφος ήταν βραχώδες υπήρχαν τέτοια ίχνη σε μήκος πενήντα περίπου μέτρων με μικρές βέβαια διακοπές, αλλά με την κατασκευή αργότερα του δρόμου προς Άργος και Ναύπλιο, τα ίχνη αυτά, άλλα μεν καταστράφηκαν από τα σκαπτικά μηχανήματα και όσα είχαν απομείνει καλύφθηκαν από τον ασφαλτικό τάπητα που κάλυψε το δρόμο και δεν σώζεται σήμερα κανένα ίχνος στην περιοχή αυτή.

Για όλα αυτά μια εξήγηση μπορεί να δοθεί ότι «Ιππήλατες Άμαξες» (κάρα) ξεκινούσαν από τις κατοικημένες περιοχές του Αργολικού κάμπου πιθανότατα το Άργος ή τις Μυκήνες και ακολουθώντας την κοίτη του χειμάρρου αυτού, που σήμερα υπάρχουν τα ίχνη, περνούσαν κάτω από το σημερινό χωριό και προχωρούσαν ακόμα προς ανατολάς, που είναι άγνωστο μέχρι που έφθαναν, γιατί ίχνη μέσα στο χείμαρρο υπήρχαν και μέχρι λίγο πριν από τα Φράκια και οπό εκεί και πέρα τα ίχνη αυτά χάνονται.

Γεννάται συνεπώς το ερώτημα μέχρι που έφθανε ο Καρόδρομος αυτός; Φυσικά θα κατέληγε σε κάποιον οικισμό. Ο οικισμός αυτός ήταν το Χέλι; η περνούσε από την περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Χέλι και κατέληγε κάπου αλλού, ίσως στα Φράκια που και εκεί πιθανόν να υπήρχε οικισμός, αφού βεβαιωμένο είναι ότι αργότερα υπήρχε και μήπως ακόμη από τα φράκια συνέχιζε η οδική αυτή αρτηρία προς Αγγελόκαστρο ίσως και από εκεί προς Παλιά Κόρινθο.

Όλα αυτά είναι πιθανά. Γνωστό είναι ακόμα ότι υπήρχε αρχαίος οικισμός με το όνομα Δασκύλιον στην Δασκυλίτιδα περιοχή (στο σημερινό Δεσκλιά) και υπάρχει σήμερα δρόμος που συνδέει το Χέλι με το Λυγουριό και την Αρχαία Επίδαυρο και περνάει από το Δεσκλιά, δεν είναι δε καθόλου απίθανο ο Καρόδρομος που πάρα πάνω αναφέρεται να συνέδεε τις Μυκήνες και τη Αρχαία Επίδαυρο εξυπηρετώντας έτσι και ενδιάμεσους Οικισμούς που υπήρχαν στο οροπέδιο του Αραχναίου, πιθανότατα δε και σημαντικό οικισμό που θα βρισκόταν στη θέση του σημερινού Αραχναίου ή κάπου εκεί κοντά.

 

Το όρος Αραχναίο σε φωτογραφία, περίπου του 1937, από το Νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο & Ινστιτούτο Πανεπιστημίου Κολωνίας.

 

Τέταρτη απόδειξη ότι στο Χέλι υπήρχε οικισμός τουλάχιστον στην προκλασική περίοδο είναι το γεγονός ότι πριν λίγα χρόνια κατά την εκσκαφή των θεμελίων σπιτιού από τον Γεώργιο Ρόζη μέσο στο χωριό και σε σκληρό μάλιστα έδαφος, βρέθηκε αρχαίος τάφος ο οποίος από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Ναυπλίου τοποθετήθηκε στον 6ο π.Χ. αιώνα. Άρα η περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Αραχναίο ήταν κατοικημένη περιοχή τουλάχιστον τον 6ο π.χ. αιώνα.

Πέμπτη απόδειξη για μεταγενέστερες όμως εποχές, δηλαδή την βυζαντινή περίοδο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη για τους πάρα κάτω λόγους:

Ι. Η αρχαία εκκλησία που βρίσκεται έξω από το χωρίο το Μετόχι και χρονολογείται ότι κτίσθηκε τον 12ο αιώνα μ.χ. ή και παλαιότερα ακόμα είναι δείγμα ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη τότε.

II. Η ύπαρξη του Φρουρίου Γκύκλος κοντά στο χωριό: που η κατασκευή του τοποθετείται γύρω στο 1200 μ.Χ. μαρτυρεί επίσης ότι και τότε η περιοχή του Αραχναίου ήταν κατοικημένη και ότι οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης μαζί με τους στρατιώτες των κατακτητών της περιοχής, ήσαν οι φρουροί του Φρουρίου Γκύκλος.

III. Η ύπαρξη κατοίκων στην περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου γίνεται γνωστή και από μια περιγραφή του Ουίλιαμ-Μίλερ, Γερμανού περιηγητή στον Ελλαδικό χώρο ο οποίος στο βιβλίο του «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα» στον δεύτερο τόμο και στη σελίδα 187 αναφέρεται στο τοπωνύμιο «Αρνάς» που υπάρχει Ανατολικά του Χελιού και γράφει:

«Οι ηγεμονίες των Καταλανών που από τον δωδέκατο αιώνα κυριαρχούσαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, καταλύονται η μια μετά την άλλη από τους Βενετούς, οι οποίοι προσαρτούσαν τις περιοχές αυτές των Καταλανών στην ηγεμονία τους και τις καθιστούσαν καινούριες αποικίες.

Το 1451 οι Βενετοί απέκτησαν και το ιστορικό νησί Αίγινα. Την παραχώρηση της Αίγινας έκανε ο Δούκας των Αθηνών Αντώνιος ο Α’, αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει χωρίς να αφήσει παιδιά ο γαμπρός του Αντωνέλλος Καοπένας. Οι νησιώτες αποδέχθηκαν με ευχαρίστηση την Βενετική κυριαρχία. Ο θείος του όμως του Αντωνέλου Αρνάς ο οποίος είχε πολλά χωράφια στην Ανατολική Αργολίδα, από το όνομα του οποίου είχε πάρει και η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου την ονομασία «Αρνάς», όπου και σήμερα υπάρχουν πολλά χωράφια και διατηρείται ακόμα η ονομασία Αρνάς, ήγειρε αξιώσεις από τους Βενετούς για την κτηματική του περιουσία, αλλά οι αξιώσεις αυτές δεν ικανοποιήθηκαν και σε αντάλλαγμα των αξιώσεων αυτών του χορηγήθηκε ισόβια σύνταξη.

Διοικητής τότε της Αίγινας διορίστηκε Βενετός ο οποίος είχε εξάρτηση από τις αρχές του Ναυπλίου. Μετά τον θάνατο του Αρνά ο γιος του Αλιότος επανέλαβε τις αξιώσεις του για το νησί και όλης της περιουσίας του πατέρα του στην Ανατολική Αργολίδα. Αλλά η Βενετία του απάντησε ότι το νησί θα το κρατήσει οπωσδήποτε μαζί με όλη την περιοχή και σε αντάλλαγμα οι Βενετοί παραχώρησαν και σε αυτόν ισόβια σύνταξη, οπότε έγινε σύμμαχος των Βενετών και πολέμησε μαζί με τους Βενετούς εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν να καταλάβουν το νησί.

Το 1537 όμως συνελήφθη μαζί με την οικογένεια του και φυλακίσθηκε όπου και πέθανε μέσα στη φυλακή. Η Βενετία όμως κατόρθωσε να απελευθερώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του
πληρώνοντας λύτρα και στη συνέχεια τους έστειλε στη Βενετία όπου έζησαν εκεί πλέον φτωχικά σαν απλοί πολίτες.

Στη Βενετία έζησαν οι απόγονοι τους μέχρι το 1646 όταν πέθανε και ο τελευταίος απόγονος του Αρνά, σαν ιερέας στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του επονομαζομένου «in Bragora» Αυτό ήταν και το τέλος των δυναστών Καταλανών της Αίγινας που είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους και στον Ανατολικό τμήμα της Αργολικής χερσονήσου και κατείχαν πολλά κτήματα στη σημερινή θέση Αρνά του οροπεδίου του Αραχναίου».

Η παραπάνω περιγραφή του Ουίλιαμ Μίλερ δείχνει ότι τα χωράφια της τοποθεσίας Αρνά ήσαν στην κυριαρχία των Καταλανών που από τον Αύγουστο του 1303 είχαν φθάσει στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία σαν μισθοφόροι αρχικά και από το 1310 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Θήβα, στην Αθήνα και σε όλη την περιοχή του Δουκάτου των Αθηνών που περιελάμβανε και τα νησιά του Αργοσαρωνικού και την Ανατολική Αργολίδα, δηλαδή την Επιδαυρία και το οροπέδιο του Αραχναίου και ειδικά την περιοχή του Αρνά η οποία είχε πολλά και εύφορα τότε χωράφια.

Σε όλη τη διάρκεια της Καταλανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, η Καταλανική Νομοθεσία απαγόρευε στους Έλληνες να παντρεύονται καθολικές Καταλανές. Επίσης απαγορευόταν στους Έλληνες να έχουν κτηματική περιουσία. Από όλες αυτές τις μαρτυρίες του Μίλερ μπορούμε να βγάλουμε τα παρακάτω συμπεράσματα:

Ότι το 1310 οι Καταλανοί κυριαρχούσαν στην Ανατολική Αργολίδα κα στο οροπέδιο του Αραχναίου στην περιοχή του Αρνά όπου υπήρχαν πολλά κτήματα τα οποία ευνόητο ήταν, αφού οι Καταλανοί δεν είχαν ιδρύσει εκεί οικισμό δικό τους αλλά η διαμονή τους περιοριζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα Θήβα. Αθήνα. Αίγινα κ.λπ., τα κτήματα αυτά τα καλλιεργούσαν κάτοικοι της περιοχής εκείνης.

Κάτοικοι λοιπόν του Χελιού και ίσως του παλαιού οικισμού «Χώριζα» που βρισκόταν πιο κοντά στον Αρνά ήσαν οι μόνοι που θα μπορούσαν να ασχοληθούν με τη καλλιέργεια των κτημάτων του Αρνά και να απέδιδαν ασφαλώς στους ιδιοκτήτες αυτών των κτημάτων, Καταλανούς τα νόμιμα δικαιώματα της ιδιοκτησίας των. Καμιά δε επιμειξία δεν έγινε μεταξύ των γηγενών κατοίκων του Χελιού και των αρχόντων της περιοχής Καταλανών, μια και οι Νομόι των Καταλανών δεν επέτρεπαν αυτό.

Περά όμως από τα συγκεκριμένα αυτά στοιχεία που απορρέουν από τα γραπτά κείμενα, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που συνηγορούν νια την ύπαρξη αρχαίων οικισμών στην περιοχή αυτή του Χελιού.

Υπάρχουν ευρήματα διάφορα στο χωριό και στη γύρω από αυτό περιοχή, όπως επίσης και ερείπια και τοπωνύμια που φανερώνουν πως εδώ πάντα υπήρχε οικισμός ή οικισμοί διάφοροι κατά εποχές.

Κατά την εποχή που έγινε η διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου που ενώνει το Χέλι με το Άργος και το Ναύπλιο λίγο πριν οπό το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην περιοχή απέναντι του χωριού, εκεί ακριβώς που τοποθετείται αρχαίος οικισμός αγνώστου ονόματος, ήρθαν στην επιφάνεια διαφορά αρχαία αντικείμενα, όπως λίθινα εργαλεία σφόνδυλοι από Κεραμίδι ή από πέτρα, κεραμικά διάφορα κ.λπ. τα οποία όμως πέρασαν απαρατήρητα τότε από την αρχαιολογική υπηρεσία, αφού το χωριό βρισκόταν ακόμα σε απομόνωση χωρίς συγκοινωνία και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό.

Ακόμα η σκαπάνη των εργατών που δούλευαν στο δρόμο, σε διάφορα σημεία αποκάλυψε και τμήματα ισοδομικού τοίχου, που άλλα μεν καταστράφηκαν και οι λαξευμένες πέτρες χρησιμοποιήθηκαν για αγκωνάρια σε νεοαναγειρόμενα σπίτια του χωρίου, και άλλα καταπλακώθηκαν πάλι από χώματα και θάφτηκαν κάτω από τον ασφαλτικό τάπητα οριστικά πλέον. Την ίδια περίοδο της κατασκευής του δρόμου υπήρχε εκεί και πηγάδι με το όνομα «Στέρνα του Ράμου» αλλά και αυτό βρίσκεται καταπλακωμένο σήμερα κάτω από το οδόστρωμα.

Κατά καιρούς επίσης σε διάφορα μέρη του χωρίου είχαν βρεθεί αρχαία νομίσματα που δυστυχώς και αυτά λεηλατήθηκαν και πουλήθηκαν από τους κατοίκους του χωριού για να γίνουν κτήμα των αρχαιοκαπήλων από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν. Είναι αδύνατο βέβαια τα νομίσματα αυτά να καταταγούν σε κάποια συγκεκριμένη εποχή αφού αυτοί που τα είχαν βρει κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Φήμες μόνο κυκλοφόρησαν ότι τα νομίσματα αυτά ήσαν της Ρωμαϊκής εποχής και άλλα που είχαν αποκαλυφθεί σε άλλες εποχές ήσαν αρχαία Ελληνικά. Πάντως για να αποκρύψουν οι δράστες το γεγονός αυτό φαίνεται καθαρά πως τα νομίσματα αυτά δεν ήσαν σύγχρονα, ήσαν οπωσδήποτε αρχαία, άγνωστο όμως ποιας εποχής.

Κάτω από το χωριό και στην έκταση που σήμερα βρίσκονται όλα τα ιδιωτικά πηγάδια, κατά καιρούς έχουν ανακαλυφθεί πολλά λιθόκτιστα πηγάδια που ήσαν εξ ολοκλήρου χωμένα και κατά την εκκαθάριση αυτών βρέθηκαν μέσα αντικείμενα λαξευμένα (λίθινα) που οπωσδήποτε ανάγονται σε παλαιότερες εποχές, αλλά και αυτά καμιά αρχαιολογική υπηρεσία δεν τα μελέτησε για να προσδιορίσει την εποχή προέλευσης αυτών.

Αυτό όμως το γεγονός ότι αρκετά πηγάδια βρέθηκαν χωμένα και σε μια περίοδο που τα πηγάδια ήσαν τόσο πολύτιμα στους κατοίκους του χωριού σημαίνει ότι αυτά τα πηγάδια καταχώθηκαν σε πολύ παλαιά εποχή και μάλιστα σε περίοδο παρακμής του χωριού που ίσως να μην υπήρχαν άνθρωποι στο χωριό όχι για να τα συντηρήσουν αλλά ούτε καν να τα χρησιμοποιήσουν.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν φανερά ότι η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου ήταν περιοχή που κατοικούσαν άνθρωποι πάντοτε από τους Ομηρικούς χρόνους ίσως και παλαιότερα και ότι οι κάτοικοι εκεί διατηρήθηκαν συνέχεια σε όλες τις μετέπειτα εποχές μέχρι σήμερα. Ίσως μερικές διακοπές παρακμής να δικαιολογούν και τα ερείπια και τα καταχωμένα πηγάδια και πιθανόν να υπήρχαν και περίοδοι τελείας εξαφάνισης της ζωής από άγνωστες σε εμάς αιτίες, και όλα αυτά βεβαία συνέβησαν πριν από τη δεύτερη Ενετοκρατία, γιατί από το 1.200 μ.Χ. και μετά υπάρχουν στοιχεία ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη χωρίς καμία διακοπή.

 

Οι Αρβανίτες στο Χέλι

 

 

Αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι στο Χέλι έγινε εποικισμός από τους Αρβανίτες. Αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, όπως επίσης γεγονός είναι ότι όταν έφθασαν οι Αρβανίτες στο Χέλι δεν βρήκαν εκεί έρημη περιοχή για να εγκατασταθούν. Στο Χέλι προϋπήρχαν και κάτοικοι γηγενείς που δεν γνώριζαν την Αρβανίτικη διάλεκτο. Πως εξηγείται όμως το γεγονός ότι αργότερα όλοι οι κάτοικοι του Χελιού μιλούσαν τα Αρβανίτικα: Αυτό έχει απλή εξήγηση και συνέβη για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτος λόγος είναι ότι οι γηγενείς και οι Αρβανίτες έποικοι πολύ γρήγορα ήλθαν σε επιμειξία μεταξύ τους και αφού λοιπόν Αρβανίτες και ντόπιοι συμπεθέριαζαν γρήγορα, αισθάνθηκαν και την ανάγκη να επικοινωνήσουν καλύτερα μεταξύ τους και έτσι έπρεπε να χρησιμοποιήσουν και κοινή γλώσσα, επεκράτησε δε η Αρβανίτικη γλώσσα γιατί ίσως οι Αρβανίτες να ήσαν οι περισσότεροι, ίσως ακόμα και δυνατότεροι και να επέβαλαν τα Αρβανίτικα ευκολότερα από ότι θα μπορούσαν να κάνουν οι γηγενείς με τα Ελληνικά.

Υπάρχει όμως και δεύτερος λόγος που δικαιολογεί ακόμη γιατί δεν επέβαλαν οι γηγενείς την γλώσσα τους αλλά συνέβη το αντίθετο να επιβάλουν οι έποικοι τη δική τους γλώσσα. Είναι γνωστό ότι ο εποικισμός αυτός των Αρβανιτών έγινε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, επίσης είναι γνωστό ότι σε όλα αυτά τα χωριά που υπήρχαν Αρβανίτες, οι Τούρκοι έστελναν Αγάδες Αλβανόφωνους για να μπορούν να συνεννοούνται με τους κατοίκους καλύτερα. Αφού λοιπόν οι Αγάδες ήσαν Αρβανίτες όλοι οι κάτοικοι του χωριού φρόντιζαν να μάθουν τα Αρβανίτικα, αυτοί βέβαια που δεν τα μιλούσαν, για να έχουν έτσι κάποια πρόσβαση προς τους εκάστοτε Αγάδες και να μπορούν έτσι να κερδίσουν την εύνοια τους και να μη καταπιέζονται από αυτούς όπως συνέβαινε με τους άλλους Έλληνες.

 

Μερική άποψη του Αραχναίου.

 

Έτσι λοιπόν αναγκάζονται οι γηγενείς να μαθαίνουν τα Αρβανίτικα, χωρίς βεβαία να ξεχάσουν και τα Ελληνικά, τα οποία μιλούσαν παράλληλα και έτσι διατηρήθηκε και η Ελληνική γλώσσα σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αλλά συγχρόνως και τα Αρβανίτικα. Σήμερα μιλάνε ακόμα τα Αρβανίτικα σε όλα εκείνα τα χωριά που ήσαν απομονωμένα μακριά από τα Αστικά Κέντρα και τέτοια χωριά είναι τα ορεινά της δυτικής Αργολίδας και ολόκληρη η Ερμιονίδα σε όσα βέβαια από αυτά είχε γίνει εποικισμός Αρβανιτών.

Για το πως οι Αρβανίτες έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στο Χέλι από έρευνες που έγιναν διαπιστώθηκαν τα παρακάτω:

Οι ιστορικοί αναφέρουν για πρώτη φορά το Χέλι το 1463 μ.Χ. δηλαδή δέκα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους. Το 1453 ο Μέγας Βεζίρης Μαχμούτ έρχεται στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει τους Ενετούς. Ο Μαχμούτ καταλαμβάνει το Άργος και προχωρεί προς το Ναύπλιο, εκεί τον υποδέχονται οι μισθοφόροι των Ενετών Αρβανίτες με φοβερή πολεμική μανία, οπότε αναγκάζεται ο Μαχμούτ να εγκαταλείψει το Ναύπλιο και να στραφεί προς την Αρκαδία και Μεσσηνία όπου σκορπίζει παντού τον θάνατο. Το ίδιο βέβαια έκανε ο Μαχμούτ και στα χωριά του Αργολικού κάμπου, τις κατούνες όπως τις έλεγαν στα οποία κατοικούσαν κυρίως Αρβανίτες, περνώντας σκότωνε και έκαιγε.

Οι Αρβανίτες του Αργολικού κάμπου τρομοκρατημένοι από την αγριότητα του Μαχμούτ, ετράπησαν σε φυγή προς τις γύρω περιοχές και κατέφυγαν άλλοι προς το Χέλι στο οροπέδιο του Αραχναίου και άλλοι προς Ερμιονίδα και από εκεί πολλοί πέρασαν στα ερημονήσια τότε Ύδρα και Σπέτσες.

Όσοι από αυτούς κατέφυγαν στο οροπέδιο του Αραχναίου, συγκεντρώθηκαν στην τοποθεσία «Τούρμιζα» που βρίσκεται, κοντά στη σκάλα όπως ανεβαίνουμε στο χωριό και από εκεί ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τους ντόπιους κατοίκους του Χελιού για να τους δεχθούν να εγκατασταθούν στα μέρη τους για καλύτερη ασφάλεια από τους Τούρκους.

Οι Χελιώτες μετά από πολυήμερες διαπραγματεύσεις δέχθηκαν τελικά να εγκατασταθούν στο χωριό τους σαν πρόσφυγες αφού ήσαν καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους οι οποίοι ήσαν κοινοί εχθροί.

Οι πρώτοι αυτοί Αρβανίτες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Χελιού, ίδρυσαν δικούς τους οικισμούς στην αρχή κατά οικογένειες (φάρες) και σιγά-σιγά με την επιμειξία έγινε η ανάμειξη με τους γηγενείς.

Για δεύτερη φορά αναφέρεται ο εποικισμός του Χελιού από Αρβανίτες το 1715 όταν άλλος Βεζίρης ο Δαμάτ Αλή πασάς με 100.000 στρατό εισβάλει στην Πελοπόννησο και πολιορκεί πάλι το Ναύπλιο που το κατέχουν οι Ενετοί. Οι υπερασπιστές του Ναυπλίου, Ενετοί, Έλληνες και Αρβανίτες προβάλουν σθεναρά αντίσταση και αμύνονται για αρκετές ημέρες. Μετά όμως από σκληρές μάχες που έγιναν έξω και μέσα στην πόλη το Ναύπλιο κυριεύεται από τους Τούρκους, οι οποίοι σφάζουν όλους τους υπερασπιστές του, όσους βέβαια δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από εκεί.

Τότε άλλο ένα κύμα από Αρβανίτες όσοι μπόρεσαν να σωθούν από το ξίφος των Γενιτσάρων και του αιμοβόρου Δαμάτ Αλή πασά, τράπηκαν προς το βουνό Αραχναίο και αφού διείσδυσαν στις απόκρημνες χαράδρες της περιοχής ζήτησαν εκεί καταφύγιο.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας για τη νέα αυτή φυγή των Αρβανιτών γράφει σχετικά:

«Οι Αρβανίτες ετράπησαν προς το όρος Αραχναίο εις ούτοι αιγίλιπας διασφαγάς δίκην εγχελίων διεισδύσαντες εζήτησαν καταφύγιο». Δηλαδή Οι Αρβανίτες ετράπησαν προς το όρος Αραχναίο και αυτοί αφού διείσδυσαν σαν χέλια στις απόκρημνες χαράδρες, ζήτησαν εκεί καταφύγιο.

Στην περικοπή μάλιστα ο Κωνσταντίνος Σάθας προσπαθεί να δώσει και μια ερμηνεία για την ονομασία Χέλι και τους κατοίκους Χελιώτες αλλά η ερμηνεία αυτή δεν ευσταθεί γιατί αποδίδεται στο γεγονός της φυγής των Αρβανιτών από τον αργολικό κάμπο προς το όρος αραχναίο το 1715 ενώ είναι γνωστό ότι το Χέλι αναφέρεται από το 1463 που έγινε η πρώτη φυγή των Αρβανιτών από τον  Αργολικό κάμπο προς το οροπεδίου του Αραχναίου. Πέρα όμως από αυτές τις δύο μαρτυρίες για την εγκατάσταση των Αρβανιτών στο Χέλι υπάρχουν και άλλες εκδοχές για το γεγονός αυτό που πολλές είναι και αντιφατικές. Πρέπει όμως να αναφερθούν όλες οι εκδοχές και ο καθένας από τους αναγνώστες να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Είναι γνωστό πως στην Ερμιονίδα υπάρχει το χωριό Πόρτο-Χέλι (Λιμάνι-Χέλι) η απλώς Χέλι όπως το λένε οι κάτοικοι της Ερμιονίδας. Από πολλούς γίνεται κάποιος συσχετισμός μεταξύ του Χελιού του οροπεδίου του Αραχναίου και του Πόρτο-Χελιού της Ερμιονίδας, από το γεγονός ότι στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας πάντοτε είχαμε μετακινήσεις πληθυσμών είτε από τα ορεινά προς τις παραλίες, είτε αντίστροφα από τις παραλίες προς τα ορεινά.

Πολλοί λοιπόν υποστηρίζουν ότι έγινε μετακίνηση των κατοίκων από το Χέλι προς τα παράλια της Ερμιονίδας, όπου ιδρύθηκε νέος οικισμός και ονομάστηκε Πόρτο-Χέλι, άλλοι όμως υποστηρίζουν το αντίθετο, ότι κάτοικοι του Πόρτο-Χελίου καταδιωγμένοι από τους Τούρκους, κατέφυγαν προς το ορεινό συγκρότημα του Αραχναίου και ίδρυσαν εκεί το ορεινό Χέλι.

Άλλοι ακόμα υποστηρίζουν ότι οι μετακινήσεις από το Χέλι και το Πόρτο-Χέλι ήσαν αμφίδρομες από το ένα χωριό στο άλλο και κατ’ επανάληψιν έτσι που να πιστεύεται ότι το Χέλι και το Πόρτο-Χέλι να έχουν κοινή προέλευση του ονόματος και το όνομα αυτό να έχει σχέση με τη σούβλα που στα Αρβανίτικα λέγεται Χέου ή Χέλ και ο συσχετισμός αυτός να έγινε πιθανότατα από τη χερσόνησο του Πόρτο-Χελιού λόγω της μορφής της σαν Χέλ (σούβλα) και από εκεί να πήρε το όνομα και το χωριό Χέλι. Στην Ερμιονίδα πολλά τοπωνύμια σχετίζονται με το σχήμα τους όπως π.χ. συναντάμε το τοπωνύμιο Μπίστι που είναι μια μικρή χερσόνησος και που μοιάζει σαν ουρά, και στα Αρβανίτικα η ουρά λέγεται Μπίστι. Ο συσχετισμός όμως αυτός Χελιού και Πορτοχελίου δεν φαίνεται να ευσταθεί για ένα κυρίως λόγο.
Από έρευνα που έχει γίνει έχει διαπιστωθεί πως κανένα από τα ειδικά επώνυμα των κατοίκων των δύο χωριών δεν είναι κοινό, γεγονός που αποκλείει να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των κατοίκων αυτών των χωριών παρά μόνο η κοινή καταγωγή τους (Αρβανίτες) και η κοινή γλώσσα τους (Αρβανίτικα). Γενική παρατήρηση μπορεί να γίνει ότι σε όλα τα Αρβανιτοχώρια της περιοχής μας δεν υπάρχουν κοινά επώνυμα, πλην των συνηθισμένων που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα για το λόγο ότι η εγκατάσταση των Αρβανιτών στα διάφορα χωριά γίνονταν κατά οικογένειες (φάρες) και συνεπώς διαφορετικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στα διάφορα χωριά.

Βέβαια μετακινήσεις Αρβανιτών ιδιαιτέρα στην ανατολική Αργολίδα έγιναν πολλές κατά διάφορες εποχές από Χέλι όμως προς Πόρτο-Χέλι ή αντίστροφα δεν αναφέρεται καμία. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται:

Ι) Φυγή Αρβανιτών από το Κρανιδά Στεφανίου Κορινθίας προς το Κρανίδι Ερμιονίδας και γενικότερα μετακινήσεις Αρβανιτών από το οροπέδιο Αραχναίου και τη δυτική Αργολίδα προς τις Βενετοκρατούμενες περιοχές Ναυπλίας και Ερμιονίδος και προς τα νησιά Ύδρα, Πόρος και Σπέτσες.

ΙΙ) Φυγή Αρβανιτών από τη δυτική Αργολίδα προς το οροπέδιο του Αραχναίου κατά το διάστημα από την Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) μέχρι την Επανάσταση του Ορλόφ (1789). Τότε δε γίνεται και η τελική επάνδρωση με Αρβανίτες των ορεινών χωριών του συγκροτήματος Αραχναίου με τον πληθυσμό που υπάρχει σήμερα.

ΙΙ) Φυγή Αρβανιτών του συγκροτήματος Αραχναίου προς τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία μετά το τέλος της Ενετοκρατίας. Υπάρχει ακόμα και η εκδοχή ότι το Χέλι και γενικά το οροπέδιο του Αραχναίου να αποτελούσε με την ανοχή των Τούρκων, ελεύθερο χώρο διαμονής Επαναστατών, όπως συνέβαινε και με άλλες περιοχές, Μάνη, Άγραφα κ.λπ.

 

Ύδρευση του Χελιού

  

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι του χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού.

Στην περιφέρεια του χωριού η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό, από τα οποία τα πέντε βρίσκονται ακόμα και σήμερα, κατά μήκος του δρόμου από το μέσον του χωριού προς Νότο και το έκτο βρίσκεται ανατολικότερα και έχει ειδική ονομασία, λέγεται πηγάδι του Ποταμιάνου: γιατί είχε ανοιχτεί από τον Ευεργέτη Ποταμιάνο.

Τα τρία από τα πηγάδια αυτά χρησιμοποιούντο αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων (κυρίως μουλάρια) που υπήρχαν στο χωριό και ήσαν αυτά αρκετά, πάνω από πεντακόσια, τα δε υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων, από τα οποία κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα και αυτά για μια μέρα. Αυτό το καθόριζε ειδικός υδρονομέας που ήταν διορισμένος από το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού και ήταν υπεύθυνος για την πιστή τήρηση των αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου νια το πόσο νερό θα πάρει την ημέρα η κάθε οικογένεια.

Όλα τα πηγάδια ήταν σφραγισμένα στο στόμιο και κάθε μέρα ήταν ένα ανοικτό για την ύδρευση στο οποίο επιτηρούσε συνέχεια ο υδρονομέας και ένα δεύτερο για το πότισμα των μεγάλων ζώων που δεν χρειαζόταν επιτήρηση γιατί σε αυτό μόνο τα ζώα ποτίζονταν και η ποσότητα δεν ήταν καθορισμένη.

Τα πηγάδια αυτά ήσαν μικρής απόδοσης. Το χειμώνα βέβαια γέμιζαν μέχρι επάνω σε σημείο που το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το νερό αυτό χρησιμοποιείτο το καλοκαίρι, γινόταν όμως και κάποια μικρή αναπλήρωση από αδύνατες πηγές που υπήρχαν στο πυθμένα του πηγαδιού, αλλά αργά ή γρήγορα προς το τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και τότε οι κάτοικοι για να πιουν νερό κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα περίπου μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι για να ποτίσουν τα μουλάρια τους και να γεμίσουν και δύο βαρέλια νερό που το φόρτωναν στα μουλάρια και το έφερναν στο χωριό. Αυτό γινόταν μια φορά την ημέρα.

Επειδή όμως πάντοτε παρουσιαζόταν η έλλειψη αυτή του νερού, οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι διατηρούσαν και χωράφια εκεί κοντά στο χωριό, τα λεγόμενα γιούρτια είχαν αρχίσει από τα παλαιά χρόνια να ανοίγουν δικά τους πηγάδια για τις ανάγκες τους σε νερό, αλλά και πολλοί άνοιγαν τα πηγάδια αυτά για εκμετάλλευση, αφού στην περίοδο της λειψυδρίας πουλούσαν το νερό σε αυτούς που δεν είχαν δικά τους πηγάδια. Η τιμή είχε καθορισθεί σε μία δραχμή το βαρέλι.

Τα πηγάδια αυτά που αριθμούσαν μερικές δεκάδες ήσαν διάσπαρτα έξω από το χωριό, υπήρχαν όμως και μερικά μέσα στο χωριό που ανήκαν στους πιο εύπορους και τα είχαν μέσα στις αυλές τους. Το νερό όμως αυτών των πηγαδιών δεν ήταν καλής ποιότητας. Ήταν γλυφό και ακατάλληλο για το βράσιμο των οσπρίων.

Ιδιωτικά πηγάδια ανοίγονταν πάντοτε δύο με τρία κάθε χρόνο και έτσι αυτά πλήθαιναν αρκετά με αποτέλεσμα το πόσιμο νερό να ήταν αρκετό για τους κατοίκους έστω και με πληρωμή.

Από τα κοινόχρηστα πηγάδια του χωριού για το πότισμα των μικρών ζώων χρησιμοποιείτο ο Πηλιαρός που είχε αρκετό νερό για να ποτιστούν αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα όλο το καλοκαίρι και ένα πηγάδι στα Φράκια που όμως αυτό τελείωνε πολύ γρήγορα οπότε πολλοί τσοπάνηδες κατέφευγαν στα ιδιωτικά πηγάδια και άλλοι μεν είχαν δικά τους άλλοι όμως αγόραζαν νερό από τους ιδιώτες που δεν είχαν δικά τους γιδοπρόβατα.

Εκτός όμως από τις ανάγκες σε νερό για πότισμα, ανάγκες επίσης για πολύ νερό είχαν οι Χελιώτισες για να πλύνουν τα ρούχα τους και τα μαλλιά των προβάτων που θα χρησιμοποιούσαν για τις δικές τους ανάγκες. Και αυτές τότε κατέφευγαν τουλάχιστον μια φορά το μήνα στον Αμαριανό, στα τρεχούμενα εκεί νερά και έκαναν την μπουγάδα τους που συγχρόνως την στέγνωναν και το βράδυ γύριζαν στο χωριό με τα ρούχα έτοιμα. Αυτό βέβαια γινόταν στους καλοκαιρινούς μήνες γιατί το χειμώνα υπήρχε νερό στα πηγάδια του χωριού, αλλά πιο συχνά μάζευαν και βροχόνερο που ήταν και καταλληλότερο για τη μπουγάδα τους.

Αυτή ήταν δυστυχώς η κατάσταση στο χωριό σχετικά με την ύδρευση μέχρι τη λήξη του δευτέρου παγκόσμιου πολέμου. Για άρδευση ποτέ δεν έγινε λόγος εκεί επάνω στο χωριό γιατί αυτό εθεωρείτο πολυτέλεια και προνόμιο μόνο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου.

Μετά τον πόλεμο και από το 1945 έγιναν συνεχείς προσπάθειες στο χωριό για να βρεθεί νερό αρκετό για τις κύριες ανάγκες των κατοίκων. Το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού αποφάσισε να ανοίξει ακόμα δυο Κοινοτικά πηγάδια, κοντά στο Κοινοτικό πηγάδι του Ποταμιάνο που είχε άφθονο νερό, αφού πρώτα καθάρισε αυτό που με τα χρόνια αδέσποτο όπως ήταν είχε μπαζωθεί για αρκετά μέτρα. Έτσι στα υπάρχοντα έξι Κοινοτικά πηγάδια προστέθηκαν ακόμα δύο, χωρίς όμως και αυτά να λύσουν το πρόβλημα ύδρευσης του χωριού.

Έγινε σκέψη τότε από το Κοινοτικό Συμβούλιο να εκμεταλλευθεί το νερό του Πηλιαρού και σε αυτό συμφώνησαν και οι ειδικές υπηρεσίας της Νομαρχίας Αργολίδας. Η πρώτη ενέργεια ήταν να ανοίξουν ένα καινούργιο πηγάδι στο Πηλιαρό, κοντά σε εκείνο που υπήρχε και στο πυθμένα αυτού άνοιξαν οριζόντιες γαλαρίες προς διάφορες κατευθύνσεις, έπειτα συνέδεσαν το παλαιό πηγάδι με το καινούργιο για να συγκεντρώσουν έτσι όσο μπορούσαν περισσότερο νερό. Στη συνέχεια από τον πυθμένα του νέου πηγαδιού άνοιξαν μια οριζόντια Γαλαρία προς τα κάτω που λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους η γαλαρία αυτή σε απόσταση 40-50 μέτρων βγήκε στην επιφάνεια του εδάφους, οπότε το νερό του πηγαδιού άρχισε να τρέχει στην επιφάνεια του εδάφους.

Από το σημείο εκροής κατασκευάστηκε μέχρι το χωριό υπόγειο υδραγωγείο και στο μέρος που τερμάτιζε ο αγωγός αυτός κοντά στο σημείο που είχαν ανοιχτεί τα δύο καινούργια πηγάδια στο χωριό, τοποθετήθηκε βρύση και έτσι το νερό του συστήματος των δύο πηγαδιών του Πηλιαρού με τις γαλαρίες έφθασε στο χωριό και από μια μοναδική βρύση έτρεχε συνεχώς σε σημαντική ποσότητα που κάλυπτε την ημέρα τις ανάγκες του χωριού σε πόσιμο νερό, την δε νύχτα οι τσοπάνηδες γέμιζαν από εκεί τα βυτία για να ποτίζουν τα γιδοπρόβατά τους που αυτή την εποχή είχαν μειωθεί σημαντικά.

Το Κοινοτικό συμβούλιο κατασκεύασε τότε, ακριβώς επάνω από το χωριό στη θέση Σπηλιά και υδροδεξαμενή και συνέχεια δίκτυο διανομής του νερού, τοποθέτησε δε ακόμα και βρύσες στις γειτονιές, χωρίς βέβαια να κατασκευάσει αγωγό που να συνδέει τον αγωγό του Πηλιαρού με την δεξαμενή. Έτσι το υδραγωγείο αυτό μέσα στο χωριό δεν λειτούργησε ποτέ και με το χρόνο αχρηστεύθηκε τελείως, και έτσι το πρόβλημα ύδρευσης του χωριού έμεινε άλυτο. Μια μόνο βρύση δεν μπορούσε να καλύψει όλες τις ανάγκες του χωριού, εκτός του ότι ο αγωγός που έφερνε το νερό από τον Πηλιαρό ήταν τόσο πρόχειρα κατασκευασμένος που συχνά χαλούσε και μέχρι να επισκευασθεί το χωριό έμενε χωρίς νερό για πολλές ημέρες.

Οι Χελιώτες για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά την έλλειψη αυτή του νερού, άρχισαν να κατασκευάζουν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό και όταν το νερό αυτό τελείωνε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τότε φέρνανε νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του Αργολικού κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους. Πάντοτε όμως οι αρχές του χωριού αναζητούσαν άλλες πηγές για την προμήθεια του νερού. Φέρανε στο χωριό Κρατικό Γεωτρύπανο και έκανε δυο-τρεις Γεωτρήσεις σε βάθος 250 και πλέον μέτρων, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα για εύρεση νερού, μέχρι που οι υπηρεσίες βεβαιώθηκαν ότι στο υπέδαφος του Αραχναίου αντί για νερό υπάρχουν σπήλαια που καθιστούν αδύνατη τη συγκέντρωση νερού και έτσι οι προσπάθειες των Γεωτρήσεων σταμάτησαν οριστικά επάνω στο οροπέδιο του Αραχναίου.

Μετά το 1980 γεννήθηκε η σκέψη να ψάξουν για νερό κάτω στον Αμαριανό. Έγιναν εκεί δύο-τρεις Γεωτρήσεις και βρέθηκε νερό. Το δίκτυο όμως μεταφοράς του νερού από τον Αμαριανό στο Χέλι ήταν πολυδάπανο, αλλά το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε από τα κρατικά κονδύλια και κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1980, μέχρι δε και το 1989 είχε κατασκευαστεί και το δίκτυο διανομής του νερού μέσα στο χωριό και δεν έμενε παρά να αρχίσει η άντληση του νερού και η προώθηση αυτού προς το χωριό.

Κατασκευάστηκαν δύο αντλιοστάσια στη διαδρομή λόγω του μεγάλου υψομέτρου που έπρεπε να ανέβει το νερό για να φθάσει στο χωριό. Έτσι το νερό έφθασε στην τοποθεσία Άρεζε- Γκίλεζα, όπου κατασκευάστηκε μικρή δεξαμενή και από εκεί πλέον με φυσική ροή έφθασε μέχρι τη δεξαμενή που βρίσκεται στο επάνω μέρος του χωριού για να γίνει από εκεί η διανομή στο χωριό. Η δεξαμενή αυτή είχε κατασκευαστεί τη δεκαετία του 1940 όπως έχει αναφερθεί προηγούμενα.

Αλλά και πάλι το πρόβλημα του νερού παραμένει για το χωριό, γιατί η Γεώτρηση του Αμαριανού αφού χρησιμοποιήθηκε για μερικούς μήνες έπαψε να δίνει νερό και το χωριό έμεινε πάλι χωρίς νερό για αρκετό διάστημα μέχρις ότου γίνει καινούργια γεώτρηση και να συνδεθεί αυτή με το υπάρχον υδραγωγείο. Στο διάστημα αυτό οι οικιακές δεξαμενές και πάλι ήλθαν να θεραπεύσουν για αρκετό καιρό το πρόβλημα, μέχρις ότου η υδροδότηση αποκατασταθεί από τη νέα Γεώτρηση του Αμαριανού. Αλλά το πρόβλημα όμως δεν έχει λυθεί οριστικά για το χωριό.

Οι πολυήμερες διακοπές συνεχίζονται πότε από έλλειψη νερού στη Γεώτρηση, πότε από βλάβη του αντλητικού συγκροτήματος και του δικτύου μεταφοράς και πότε από διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα λυθεί οριστικά το πρόβλημα της ύδρευσης του χωριού.

 

Ασχολίες των κατοίκων του Χελιού

 

Παλαιότερα και συγκεκριμένα πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μοναδικές ασχολίες των κατοίκων του Χελιού ήσαν η Κτηνοτροφία και η Γεωργία. Από την κτηνοτροφία κυριαρχούσαν τα γιδοπρόβατα που αριθμούσαν 50.000-60.000 κεφάλια και το κύριο εισόδημα των κατοίκων ήταν τα Κτηνοτροφικά προϊόντα και τα έσοδα από την πώληση αυτών. Η επεξεργασία του γάλακτος γινόταν μέσα στο χωριό όπου λειτουργούσαν 5-6 τυροκομεία τα οποία κατασκεύαζαν κυρίως το σκληρό Κεφαλοτύρι σαν κύριο προϊόν και δευτερεύοντα προϊόντα τη μυτζήθρα και το βούτυρο.

Τα αρνιά και τα κατσίκια σφαζόντουσαν στο χωριό από εποχιακούς χασάπηδες οι οποίοι στη συνέχεια τα προωθούσαν στις αγορές της Αθήνας και του Πειραιά κυρίως και ελάχιστα στις αγορές του Άργους, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η διακίνηση των σφαγείων από το χωριό γινόταν με μουλάρια μέχρι τα συγκοινωνιακά κέντρα, κυρίως στο Χιλιομόδι Κορινθίας και από εκεί σιδηροδρομικώς προς Αθήνα και Πειραιά.

Τα μαλλιά των προβάτων χρησιμοποιούντο κατά κύριο λόγο για τις ατομικές ανάγκες των κατοίκων του χωριού. Με αυτά οι κάτοικοι του χωριού κατασκεύαζαν κλινοσκεπάσματα (Βελέντζες, Χειράμια, Μπατανίες, λιοπάνες κ.λπ.), ατομικά ρούχα (Παλτά, Σακάκια, Παντελόνια, πουλόβερ κ.λπ.), ακόμα και εσώρουχα (φανέλες υφαντές και πλεχτές, γάντια, κάλτσες κ.λ.π.) ελάχιστες δε ποσότητες μαλλιών πωλούντο ακατέργαστα στην αγορά του Άργους.

Από τα γεωργικά προϊόντα μόνο ο καπνός έδινε στους κατοίκους του χωριού κάποιο μικρό εισόδημα, ενώ από τα υπόλοιπα γεωργικά προϊόντα, δηλαδή σιτηρά, όσπρια κ.λπ. η παραγωγή ήταν μικρή που μόλις κάλυπτε τις ατομικές τους ανάγκες και τις ανάγκες σε τροφές των μεγάλων οικόσιτων ζώων (μουλαριών) και δεν περίσσευε τίποτα για πώληση.

Σήμερα οι συνθήκες καλλιέργειας του καπνού έχουν ριζικά αλλάξει στο χωριό καλλιεργούνται ελάχιστες εκτάσεις με καπνά και αυτές επιλεκτικές. Η καλλιέργεια του καπνού έχει μεταφερθεί στον Αργολικό κάμπο σε χωράφια εύφορα τα οποία μισθώνονται από τους καλλιεργητές του χωριού. Τα χωράφια αυτά είναι αρδεύσιμα και η στρεμματική τους απόδοση πολύ ικανοποιητική.

Το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων του Χελιού, πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πάρα πολύ χαμηλό. Υπήρχαν οικογένειες στο χωριό που το εισόδημα τους ήταν λίγο σιτάρι για το ψωμί τους και σχεδόν τίποτα άλλο. Εργασία για μεροκάματο πολύ περιορισμένη και εποχιακή. Το καλοκαίρι μόνο στο θέρος μπορούσαν να δουλέψουν αλλά και εκεί το μεροκάματο ήταν εξευτελιστικό, δύο οκάδες σιτάρι την ημέρα οι γυναίκες και τρεις οκάδες οι άνδρες. Το χειμώνα στη συλλογή του ελαιοκάρπου το μεροκάματο ήταν 300 δράμια λάδι οι γυναίκες και μία οκά οι άνδρες. Όσοι από τους άνδρες δούλευαν στα ελαιοτριβεία, που τότε ήσαν χειροκίνητα, έπαιρναν μέχρι και δύο οκάδες λάδι την ημέρα.

Για την καθημερινή τους τροφή μαγείρευαν άγρια λαχανικά που τα μάζευαν στα χωράφια. Ήμερα λαχανικά και όλα τα ζαρζαβατικά τα προμηθευόντουσαν από τον Αργολικό κάμπο κάνοντας ανταλλαγές με κοπριά ή και καυσόξυλα που εκείνη την εποχή ήταν περιζήτητα στον κάμπο.

Η Κτηνοτροφία όπως έχει αναφερθεί παραπάνω μέχρι το 1938 ήταν ανθηρή στο χωριό κυρίως δε η αιγοτροφία γιατί υπήρχαν ελεύθερες εκτάσεις για γιδοβοσκή σε ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου. Μα και αυτή όμως υπέστη δεινό πλήγμα από την δικτατορία του Μεταξά, που με το πρόσχημα ότι ήθελε να προστατέψει τα δάση, πήρε νομοθετικά μέτρα για την εξόντωση κυριολεκτικά της αιγοτροφίας γιατί πίστευε πως τα γίδια ήταν η κύρια αιτία για την καταστροφή των δασών.

Έτσι το 1938 ψηφίστηκε Νόμος για την απαγόρευση της γιδοβοσκής σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου, με σταδιακή όμως εφαρμογή από το Δασαρχείο Ναυπλίου. Την πρώτη χρονιά εφαρμογής του Νόμου, απαγορεύτηκε η γιδοβοσκή στη μισή έκταση της περιοχής του οροπεδίου του Αραχναίου και συγκεκριμένα στη βόρεια περιοχή του οροπεδίου με άξονα διαχωρισμού τα Φράκια-Αμαριανός και φυσικό όριο την κοίτη του χείμαρρου που διασχίζει την περιοχή αυτή. και με την προϋπόθεση να επεκταθεί η απαγόρευση και στο υπόλοιπο τμήμα την επόμενη χρονιά.

Συνέπεια των απαγορεύσεων αυτών ήταν να υποστεί η αιγοτροφία ένα δεινό πλήγμα στη περιοχή του Αραχναίου με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι τσοπάνηδες, όσοι μπορούσαν να μεταναστεύσουν σε άλλες περιοχές όπου επιτρεπόταν ακόμα η γιδοβοσκή με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, άλλοι αναγκάστηκαν να πουλήσουν τα γίδια τους, οι πιο τολμηροί, να παραβούν το Νόμο και να διατηρήσουν τα γίδια τους παράνομα στην απαγορευμένη περιοχή.

Στο μεταξύ κατά τον δεύτερο χρόνο εφαρμογής του Νόμου κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος και όπως ήταν φυσικό όλοι οι Νόμοι ατόνησαν, αλλά όμως η αιγοτροφία είχε μειωθεί πάρα πολύ τότε, ούτε τα μισά γίδια δεν είχαν μείνει από αυτά που υπήρχαν πριν από το 1938 στο χωριό.

Σήμερα η κτηνοτροφία δεν είναι πλέον το κύριο επάγγελμα των κατοίκων του χωριού. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπου διατηρούνται 10-20 μεγάλα κοπάδια από γίδια και λιγότερα από πρόβατα, υπάρχουν στο χωριό και αρκετά οικόσιτα ζώα σε μικρά κοπάδια από δέκα έως είκοσι κεφάλια.

Αλλά και η Γεωργία σήμερα με την παλαιά της μορφή είναι ανύπαρκτη στο χωριό εκτός από την καλλιέργεια του καπνού. Δημητριακά καλλιεργούνται μόνο στα χωράφια που είναι στο Λεκανοπέδιο του χωριού στο Μοναστήρι και σε ελάχιστες ακόμη μικρές εκτάσεις, οι οποίες μπορεί να καλλιεργηθούν με τρακτέρ, ενώ τα χωράφια, που στις πλαγιές έχουν εγκαταλειφθεί τελείως, επειδή είναι άγονα και πετρώδη η καλλιέργεια τους είναι ασύμφορη σαν κοπιαστική και μη αποδοτική με αποτέλεσμα οι εκτάσεις αυτές να έχουν γεμίσει σήμερα με πουρνάρια, σφάκες κ.λπ. και να έχουν μεταβληθεί σε δασικές εκτάσεις.

Σήμερα οι κάτοικοι ασχολούνται εποχιακά και με άλλες εργασίες έξω από το χωριό. Ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο που στο χωριό δεν υπάρχουν δουλείες κατεβαίνουν κάτω στον κάμπο και εργάζονται στη συγκομιδή των πορτοκαλιών, είτε στα χωράφια μαζεύοντας πορτοκαλιά, είτε μέσα στα συσκευαστήρια των πορτοκαλιών. Αργότερα στις αρχές του καλοκαιριού ασχολούνται επίσης και στη συλλογή των βερίκοκων, πολλοί δε και μέσα στα εργοστάσια της μεταποίησης των φρούτων και λαχανικών, που λειτουργούν στη περιοχή μας.

 

Επικοινωνία του Χωριού

 

Σήμερα το Χέλι επικοινωνεί με τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα του Νομού μας το Άργος και το Ναύπλιο με αμαξιτό και ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Η διάνοιξη του δρόμου αυτού είχε αρχίσει από τα τελευταία προπολεμικά χρόνια και ολοκληρώθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δηλαδή από το 1936 μέχρι και το 1950, αργότερα δε στη δεκαετία του 1960 έγινε η διαπλάτυνση αυτού και πήρε την τελική μορφή που έχει σήμερα, τότε δε έγινε και η πρώτη ασφαλτόστρωση αυτού. Παλαιότερα ο δρόμος αυτός ήταν μουλαρόδρομος.

Ο αμαξιτός δρόμος από το χωριό μέχρι τη θέση Σκάλα είναι σήμερα μοναδικός προς την κατεύθυνση του Αργολικού κάμπου. Στο κάτω μέρος της Σκάλας διχάζεται και ο ένας κλάδος κατεβαίνει προς τον Αμαριανό με αρκετές στροφές, έπειτα διασχίζει την καλλιεργήσιμη έκταση του Αμαριανού, περνάει μέσα από τον οικισμό του Αμαριανού και οδηγεί στο Άργος αφού πρώτα περνάει μέσα από την Αγία Τριάδα (Μέρμπακα) το Λάλουκα και την Πυργέλα. Κατά μήκος του δρόμου αυτού από Αμαριανό μέχρι Άργος υπάρχουν δεξιά και αριστερά διάφορες διακλαδώσεις από τις οποίες το Χέλι μπορεί να επικοινωνήσει με όλα σχεδόν τα χωριά του Αργολικού Κάμπου.

Πριν από τα αυτοκίνητα, οι δρόμοι του χωριού ήταν χωματόδρομοι πολυσύχναστοι όπου κυκλοφορούσαν οι κάτοικοι και τα ζώα τους. Στα πλαϊνά τους ήταν μαζεμένες πέτρες και πέτρινες υποτυπώδεις μάντρες ή μαντρότοιχοι. Εδώ κάτω από τον Άγιο Αθανάσιο η μεγάλη ανηφόρα, δύσκολη για τους ηλικιωμένους. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου. Λεζάντα: Μαρία Μπιμπή.

Ο δεύτερος κλάδος του δρόμου από τη Σκάλα που οδηγεί στο διασχίζει τις δυτικές υπώρειες του συγκροτήματος Αραχναίου, περνάει από τον οικισμό της Γκάτζιας, τον Άγιο Δημήτριο, την Καζάρμα, τα Πυργιώτικα την Άρεια, το Πολύγωνο και καταλήγει στο Ναύπλιο.

Στη διαδρομή αυτή υπάρχουν διακλαδίσεις προς Λυγουριό και από εκεί προς Παλαιά και Νέα Επίδαυρο και προς ολόκληρη την Ερμιονίδα. Άλλη διακλάδωση αριστερά οδηγεί προς Λευκάκια, Ασίνη, Τολό και Δρέπανο Βιβάρι, Κάντια, Καρνεζέϊκα, Ίρια, δεξιά δε υπάρχει δρόμος που προς τον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι) και το Πολύγωνο. Λεωφορειακή επικοινωνία υπάρχει μόνο με Ναύπλιο που είναι η πρωτεύουσα του Νομού και εκεί βρίσκονται όλες οι Αρχές και οι Δημόσιες Υπηρεσίες που εξυπηρετούν το Χέλι. Το ίδιο Λεωφορείο εξυπηρετεί και τους κατοίκους της Γκάζιας και του Αγίου Δημητρίου από όπου περνάει.

Σήμερα όμως οι κάτοικοι του Χελιού που διαθέτουν Ι.Χ. αυτοκίνητο εξυπηρετούνται καλύτερα στην επικοινωνία τους με το Άργος, το Ναύπλιο και τα χωριά του κάμπου από τον αμαξιτό δρόμο Χέλι-Αγία Τριάδα και από εκεί προς Ναύπλιο και Άργος, γιατί είναι πιο ομαλός και συντομότερος κατά πέντε περίπου χιλιόμετρα από τον λεωφορειόδρομο Χέλι-Άγιος Δημήτριος- Ναύπλιο.

Αμαξιτός δρόμος ασφαλτοστρωμένος υπάρχει σήμερα και από Χέλι προς Αγγελόκαστρο και από εκεί προς Κόρινθο και Αθήνα και ο δρόμος αυτός χρησιμοποιείται από τους κατοίκους του Χελιού μόνο για την μετακίνηση τους προς την Κόρινθο-Αθήνα και αντίστροφα με τα Ι.Χ, αυτοκίνητα τους.

Πριν όμως από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το Χέλι βρισκόταν κυριολεκτικά σε απομόνωση και η επικοινωνία με τις άλλες περιοχές της Αργολίδας και της γειτονικής Κορινθίας, γινόταν μόνο με τα μουλάρια και μάλιστα από κακής βατότητας δρόμους που περνούσαν από δύσβατες περιοχές και πολλές φορές η πορεία αυτή γινόταν και επικίνδυνη.

Ο σπουδαιότερος μουλαρόδρομος ήταν αυτός που συνέδεε το Χέλι με το Ναύπλιο και το Άργος. Ο δρόμος αυτός μέχρι το κάτω μέρος της Σκάλας είχε την ίδια πορεία με το σημερινό αμαξιτό δρόμο με μερικές μόνο παραλλαγές σε διάφορα σημεία. Στη Σκάλα επάνω η πορεία ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Οι στροφές ήταν περισσότερες, μικρές και απότομες, ενώ οι σημερινές είναι λιγότερες, μεγαλύτερες σε έκταση και αρκετά ομαλές.

Στο κάτω μέρος της Σκάλας ο δρόμος διχαζόταν σε δύο κλάδους. Ο ένας κλάδος ακολουθούσε τον σημερινό αμαξιτό δρόμο με παραλλαγές στις στροφές και κατέβαινε στον Αμαριανό και από εκεί στην ίδια πορεία με τον σημερινό κατέληγε στο Άργος, μια πορεία Χέλι-Άργος περίπου έξι ώρες.

Οι δρόμοι από Αγία Τριάδα προς το Άργος και το Ναύπλιο ήσαν αμαξιτοί όχι όμως και ασφαλτοστρωμένοι. Λίγα χρόνια πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μικρά φορτηγά αμάξια μπορούσαν να φθάσουν με κάποια βέβαια δυσκολία μέχρι το πηγαδάκι και έτσι οι Χελιώτες τα βαριά εμπορεύματα μπορούσαν να τα μεταφέρουν μέχρι εκεί με αυτοκίνητο και από εκεί βέβαια στο Χέλι οπωσδήποτε μόνο με μουλάρια.

Το δεύτερο μονοπάτι της διακλάδωσης κάτω από τη Σκάλα ακολουθούσε διεύθυνση κατευθείαν προς το Ναύπλιο, ακολουθώντας την κορυφογραμμή των πολλών λόφων που σχημάτιζε το έδαφος στην περιοχή εκείνη και η οποία χώριζε την κοιλάδα του Αμαριανού σε δυο μέρη, στον Αμαριανό και στον Μουσταφά όπως ονομαζόντουσαν τότε. Σήμερα Αμαριανός λέγεται ολόκληρη η περιοχή δυτικά του Αραχναίου όρους και περιλαμβάνει και τις δύο κοιλάδες.

Το πρώτο χωριό που συναντούσαμε πηγαίνοντας προς το Ναύπλιο ήταν το Νέο-Ροεινό (Κιναμπάρδι), πριν δε από αυτό το χωριό και δεξιά του δρόμου υπήρχε ο οικισμός το Μακρύ λιθάρι. Στη συνέχεια ο δρόμος περνούσε από τον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι) και από εκεί κατευθείαν στο Ναύπλιο, αφού αριστερά άφηνε το μικρό οικισμό Κουμπουρέϊκα και παρακάτω το στρατόπεδο του Πολυγώνου. Η απόσταση Χέλι-Ναύπλιο από αυτόν τον δρόμο ήταν περίπου είκοσι χιλιόμετρα και τα μουλάρια έκαναν περίπου πέντε ώρες.

Από τη Σκάλα υπήρχε και τρίτο μονοπάτι με νοτιοανατολική κατεύθυνση, που περνούσε από τον οικισμό της Γκάτζιας και από εκεί υπήρχαν δύο διακλαδώσεις που η μία οδηγούσε προς το Μοναστήρι του Καρακαλά (σήμερα Μονή Αγίου Δημητρίου-Καρακαλά) και η δεύτερη αφού διέσχιζε την καλλιεργούμενη περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό Άγιος Δημήτριος, έφθανε στην Καζάρμα όπου γινόταν η σύνδεση με τον αμαξιτό δρόμο που συνέδεε το Ναύπλιο μα το Λυγουριό και τη νέα Επίδαυρο.

 

Η Εκπαίδευση στο Χέλι

 

Μαθητές στο Χέλι, μέσα της δεκαετίας του 60′. Γελαστά μουτράκια παρ’ όλες τις αντιξοότητες. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

Στο Χέλι λειτουργούσε πάντοτε Δημοτικό Σχολείο από της απελευθερώσεως από τους Τούρκους και μετά με σημαντικό αριθμό μαθητών. Πάντοτε όμως υπήρχε πρόβλημα για την επάνδρωση αυτού σε διδακτικό προσωπικό, επειδή τούτο βρισκόταν κυριολεκτικά σε απομόνωση και ποτέ δεν υπηρέτησαν εκεί περισσότεροι από δύο δάσκαλοι, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των μαθητών ήταν πολύ μεγάλος και δικαιολογούσε περισσότερους δασκάλους. Ο ένας ή κάπου-κάπου οι δύο δάσκαλοι που υπηρετούσαν στο Χέλι, ήσαν πάντα χαλαροί στην εφαρμογή του Νόμου για την υποχρεωτική εκπαίδευση με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός παιδιών να μην πηγαίνουν καθόλου στο σχολείο, ιδιαίτερα δε τα κορίτσια. Ακόμα και στα τελευταία προπολεμικά χρόνια από τα αγόρια οι λιγότεροι από τους μισούς τελείωναν το Δημοτικό σχολείο, ενώ από τα κορίτσια δεν τελείωνε σχεδόν κανένα.

Από τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε στο χωριό διθέσιο διδακτήριο κτισμένο στο Κέντρο του χωριού από τον Ανδρέα Συγγρό και ήταν αρκετό για τη στέγαση των μαθητών όσοι και αν ήσαν αφού διδακτικό προσωπικό δεν υπήρχε περισσότερο από δύο δασκάλους. Τα πρώτα όμως μεταπολεμικά χρόνια και αυτό το διδακτήριο ήταν πια ερειπωμένο και είχε κριθεί ακατάλληλο και έτσι άρχισε η μίσθωση ιδιωτικών κτιρίων για την του Σχολείου και οι ανάγκες σε αίθουσες διδασκαλίας έγιναν έντονες.

Επισκευάσθηκε το δημόσιο Διδακτήριο του Συγγρού, όμως για πολύ λίγα χρόνια, γιατί έπειτα από κάποιο σεισμό και πάλι έγινε ακατάλληλο για χρήση και έτσι οι μαθητές που στο μεταξύ είχε αρκετά αυξηθεί στριμώχθηκαν και πάλι μέσα σε ακατάλληλες αίθουσες διδασκαλίες, γιατί και ιδιωτικά σπίτια δεν υπήρχαν της προκοπής στο χωριό τότε.

 

Σχολική Γιορτή 25ης Μαρτίου 1964 στο παλιό δημοτικό σχολείο Αραχναίου. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Τα παιδιά είχαν στο μεταξύ αυξηθεί αρκετά είχαν ξεπεράσει τα διακόσια και το σχολείο παρότι λόγω του αριθμού των μαθητών έπρεπε να λειτουργεί σαν εξαθέσιο συνέχιζε να λειτουργεί σαν τριθέσιο και σε κάθε αίθουσα διδασκαλίας στριμώχνονται περί τα εξήντα περίπου παιδιά. Με τέτοιες συνθήκες λειτουργίας του σχολείου πέρασαν αρκετά από τα μεταπολεμικά χρόνια για να αποφασισθεί εκεί στη δεκαετία του 1970 να εξευρεθεί οικόπεδο και να τεθούν τα θεμέλια ενός νέου και σύγχρονου εξαθέσιου σχολείου με βοηθητικούς χώρους, γραφεία, αίθουσα εργαστηρίου, νηπιαγωγείου κ.λπ.

Οι πιστώσεις όμως τέλειωσαν και το νέο διδακτήριο έμεινε ακόμα στα θεμέλια για μία περίπου δεκαετία. Την επόμενη δεκαετία 1980 άρχισαν πάλι οι εργασίες και σε δυο-τρία χρόνια το διδακτήριο ολοκληρώθηκε και σήμερα προβάλλεται με μεγαλοπρέπεια στο κάτω μέρος του χωριού και μέσα σε άνετες αίθουσες στεγάζονται τα παιδιά των Χελιωτών για την υποχρεωτική τους παιδεία, με την κεντρική τους θέρμανση, με αρκετό αύλειο χώρο και με όλους τους βοηθητικούς χώρους.

 

Αραχναίο, σχολικό έτος 1982-83. Δάσκαλος ο Δημ. Καζάς. Δημοσιεύεται στο βιβλίο «Σχολική ζωή στην Αργολίδα», του Γ. Αντωνίου.

 

Σήμερα το σχολείο λειτουργεί σαν τετραθέσιο και μονοθέσιο Νηπιαγωγείο, παρά το γεγονός ότι όλα τα παιδιά αγόρια και κορίτσια πηγαίνουν στο σχολείο, ο αριθμός τους όμως έχει σημαντικά ελαττωθεί από το γεγονός ότι η υπογεννητικότητα έχει πλέον φθάσει και στο Χέλι αφού οι πολύτεκνες οικογένειες έχουν μειωθεί, σχεδόν μηδενισθεί.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Χέλι ήταν προνόμιο ελαχίστων τα παλαιότερα χρόνια. Πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν τρεις μόνο Επιστήμονες. Ο ιατρός Βασίλειος Τόσκας στο Ναύπλιο, ο Δικηγόρος Κωστάκης Γεώργας στη Αθήνα και ο απόστρατος Αξιωματικός Πέτρος Τόσκας στη Θεσσαλονίκη.

Στη δεκαετία του 1930 είχαν εισαχθεί για να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο Ναυπλίου επτά συνολικά μαθητές. Το 1930 μπήκε και φοιτούσε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου ο Αναστάσιος Ζαφείρης ο οποίος το 1936 μπήκε στη Σχολή των Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1940 σαν Ανθυπολοχαγός.

Το 1936 μπήκαν επίσης στο Γυμνάσιο Ναυπλίου δύο ακόμα μαθητές, ο Νικόλαος Κύρκας και ο Σπύρος Κουταβάκης οι οποίοι αφού φοίτησαν δυο χρόνια χωρίς να πάνε στη δεύτερη τάξη, διέκοψαν τη φοίτηση τους και γύρισαν πάλι στο χωριό. Το 1937 μπήκε στο Γυμνάσιο ο υποφαινόμενος ο οποίος τελείωσε το Γυμνάσιο το 1943 και μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο μπήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Μαθηματικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, όπου απέκτησε πτυχίο των μαθηματικών και εργάστηκε στη συνέχεια σαν Εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Καρπενησίου, Γυμνάσιο Άστρους, Γυμνάσιο Θηλέων Άργους, Γυμνάσιο Μεγαλουπόλεως σαν Γυμνασιάρχης, Λύκειο Μεγαλουπόλεως σαν Λυκειάρχης, πρώτο Λύκειο Ναυπλίου, πρώτο Λύκειο Άργους και από το 1982 μέχρι και το 1986 σαν Προϊστάμενος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Αργολίδας από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Το 1938 μπήκαν στο Γυμνάσιο τρία παιδιά οι Ιωάννης Κ. Ζαφείρης, Ελισαίος Ι. Οικονόμου και Γεώργιος Δημητρίου Μπέλεσης. Από αυτούς ο Ιωάννης Ζαφείρης τελείωσε το Γυμνάσιο το 1944, αλλά ένα μήνα αργότερα, όταν οι Αντάρτες έκαψαν το Χέλι, σκοτώθηκε μέσα στο χωριό στη διάρκεια μάχης που έγινε. Ο Ελισαίος Οικονόμου διέκοψε πολύ γρήγορα τη φοίτηση και ο Γεώργιος Μπέλεσης τελείωσε το Γυμνάσιο στο Άργος κατετάγη στην Αστυνομία πόλεων όπου και σταδιοδρόμησε μέχρι που πήρε σύνταξη.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, άνοιξε επί τέλους ο δρόμος προς το Γυμνάσιο και για τα αγόρια και για τα κορίτσια και από τότε αρκετές δεκάδες επιστήμονες υπάρχουν σήμερα από το Χέλι. Από το 1985 ιδρύθηκε και λειτουργεί Γυμνάσιο στον Άγιο Δημήτριο όπου στις τρεις τάξεις φοιτούν περίπου πενήντα παιδιά, αγόρια και κορίτσια από το Χέλι και άλλα τόσα περίπου από τον Άγιο Δημήτριο.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

Read Full Post »

Το φρούριο Γκύκλος


 

Στο συγκρότημα του όρους Αραχναίου Αργολίδας, που από την αρχαιότητα εθεωρείτο σαν πέρασμα για την επικοινωνία της Αργολίδας με την Κορινθία, από τις αρχές της πρώτης Ενετοκρατίας αναγέρθηκαν πολλά φρούρια, μεταξύ των οποίων στην περιοχή του Χελιού [Αραχναίου]  είναι το φρούριο Γκύκλος (πιθανόν Κύκλος). Εκτός από το φρούριο Γκύκλος στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου (Μετόχι) υπάρχουν δύο ακόμα φρούρια το Ξεροκαστέλι και το Πυργούλι στα Ζεγκίλια.

Ερείπια του φρουρίου Γκύκλος.

Τα φρούρια αυτά, καθώς επίσης και οι πύργοι ή και τα οχυρά που βρίσκονται διάσπαρτα στο όρος Αραχναίο είναι αρχαία πολλά δε και μεσαιωνικά και εθεωρούντο σαν θέσεις εποπτεύσεων από τα στρατεύματα των Φράγκων, των Βυζαντινών κ.λπ. που κατά καιρούς κυριαρχούσαν στα μέρη αυτά και αποτελούσαν ακόμη οχυρές θέσεις για την παρεμπόδιση των μετακινήσεων των στρατευμάτων των αντιμαχομένων την εποχή εκείνη.

Το φρούριο Γκύκλος βρίσκεται στο δρόμο που συνδέει απ’ ευθείας το Χέλι [Αραχναίο] με το Λυγουριό. Ξεκινάμε από το χωριό για το Λυγουριό πεζοπορώντας, αφήνουμε αριστερά μας τον παλαιό Βυζαντινό Ναό «Μετόχι» που ήταν το καθολικό της παλαιάς Μονής Ταλαντιου πριν από το 1761 που μεταφέρθηκε αυτή στη νέα θέση και συνεχίζοντας φθάνουμε στην πολύ γνωστή τοποθεσία «Πηλιάρος». Από εκεί ανηφορίζουμε και φθάνουμε στον αυχένα Σκούντι-Αραχναίο για να κατηφορίσουμε από εκεί σε δρόμο όλο στροφές που οδηγεί τελικά στο Λυγουριό.

Αριστερά από τον αυχένα υπάρχει μικρό βραχώδες ύψωμα, όπου επάνω σε αυτό υπάρχουν τα ερείπια ενός φρουρίου που έχει την ονομασία Γκύκλος και περιβάλλεται Νότια και Ανατολικά από βραχώδη έξαρση ενώ το υπόλοιπο τμήμα Βόρεια και Δυτικά περιβάλλεται από τείχος. Το περιμετρικό τείχος του φρουρίου έχει πάχος 1,80 μέτρα και έχει την τεχνοτροπία του Δελαρός δηλαδή είναι ξερολιθοδομή όπου οι δύο όψεις του τείχους είναι κτισμένες με μεγάλες πέτρες και ενδιάμεσα το γέμισμα έχει γίνει με μικρότερες πέτρες. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Περισσότερες πληροφορίες για το τον τρόπο δομήσεως των φρουρίων της Αργολίδας:  Ιωάννης Ε. Πέππας, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 52-61].

 

Τοπογραφικό σκαρίφημα του φρουρίου Γκύκλος.

 

Το τείχος διατηρείται σε καλή σχετικά κατάσταση σε ύψος τεσσάρων περίπου μέτρων. Εσωτερικά και σε απόσταση επτά περίπου μέτρων από το εξωτερικό τείχος υπήρχε δεύτερο τείχος του ιδίου πάχους και της ιδίας δομής, το οποίον όμως είναι γκρεμισμένο και βρίσκεται σε σωρούς από ερείπια. Μεταξύ των δύο τειχών το επίπεδο είναι γαιώδες, ενώ το τμήμα της επιφανείας του φρουρίου το πέρα και Νότια του εσωτερικού τείχους είναι βραχώδης επιφάνεια. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι σαν άκρο του φρουρίου λογίζεται εκεί που η κλίση της βραχώδους επιφάνειας γίνεται απότομη και δεν επιτρέπει στους επιτιθέμενους στο φρούριο να ανέβουν επάνω.

Το φρούριο σύμφωνα με όλα τα στοιχεία είναι οπωσδήποτε Μεσαιωνικό, κτισμένο μεταξύ του 395 μ.Χ. και 1453 μ.Χ., χρονική περίοδος που καλύπτει τον Μεσαίωνα. Από την τεχνοτροπία του, το φρούριο κατά πάσα πιθανότητα να κτίσθηκε από τον Όθωνα Δελαρός, γνωστόν ευπατρίδη από την Βουργουνδία που ηγεμόνευσε στην Ελλάδα από τα πρώτα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1212-1225) και εξουσίαζε τότε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κιβέρι, το Δαμαλά, την Πιάδα και την ευρύτερη περιοχή της, δηλαδή ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου. Σκοπός του Φρουρίου αυτού ήταν να παρεμποδίσει τον ανεφοδιασμό του Σγουρού, Άρχοντα του Ναυπλίου την εποχή που αυτός βρισκόταν στον Ακροκόρινθο και πολεμούσε εναντίον των Φράγκων. Από το φρούριο Γκύκλος μπορούσε να ελεγχθεί η επικοινωνία του Ναυπλίου – Λυγουριού – Οροπεδίου του Αραχναίου – Αγγελοκάστρου – Κορίνθου.

 

Τοποθεσία του φρουρίου Γκύκλος.

 

Παραθέτουμε περιγραφή του ιστορικού της εποχής εκείνης που φανερώνει τον ρόλο που έπαιζε το φρούριο Γκύκλος.

«Πέραν του Αγγελοκάστρου υπήρχαν δύο κύριοι οδικοί άξονες. 1) προς τα λιμάνια του Αργολικού μέσω του αυχένα πάνω από το σημερινό χωριό Σταματαίικα και 2) προς τα λιμάνια του Σαρωνικού μέσω Δήμαινας. Οι Δελαρός απέκοψαν την πρώτη όδευση προς Αργολικό κτίζοντας το Φρούριο Γκύκλου, το οποίον ήταν έτσι κτισμένο για να ελέγχει την επικοινωνία της Κορινθίας με την Αργολίδα μέσω του Οροπεδίου του Χελιού».

Από το φρούριο Γκύκλος φαίνεται προς τα βορειοδυτικά το σημερινό χωριό Αραχναίο και Ανατολικότερα του χωριού η τοποθεσία Φράκια επάνω δε από την τοποθεσία αυτή αυχένας που αποτελεί φυσική δίοδο προς το Αγγελόκαστρο και από εκεί στην υπόλοιπη Κορινθία. Από το ίδιο φρούριο Γκύκλος φαίνεται ο δρόμος Ναυπλίου-Λυγουριού, δεν φαίνεται όμως το Λυγουριό, αλλά φαίνεται το νησάκι Ψηλή στον Αργολικό Κόλπο.

Η περιοχή κοντά στον Γκύκλο προς το μέρος του χωριού Αραχναίου ονομάζεται «Πηλιαρός», άγνωστο από που προέρχεται η ονομασία αυτή. Ολόκληρη η περιοχή του Πηλιαρού είναι μια εύφορη καλλιεργήσιμη έκταση Από τα πολύ παλιά χρόνια υπάρχει εκεί πηγάδι με αρκετό νερό όπως επίσης και εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο που πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου. Επίσης από τα παλιά χρόνια εκεί γίνεται κάθε χρόνο πανηγύρι που πρωτοστατούσαν όλοι οι τσοπάνηδες της περιοχής που πότιζαν τα γιδοπρόβατά τους στο παραπάνω πηγάδι και συγκέντρωνε πάρα πολύ κόσμο από το Λυγουριό και από το Χέλι [Αραχναίο].

Νότια του Γκύκλου και κάτω από το φρούριο εκτείνεται μια μεγάλη αγροτική περιοχή που φέρει το όνομα «Βίλλια» [1] και είναι ορατή από το Φρούριο Γκύκλος. Εκεί υπάρχει επίσης πηγάδι με αρκετό νερό. Ο Γκύκλος το 1364 ήταν στην εξουσία του Νικολάου Ατζεόλη από δε το 1388 περιήλθε στην κατοχή του Θεοδώρου Α. Παλαιολόγου, ο οποίος κατείχε και την Βίλλια. καθώς επίσης και μια άλλη τοποθεσία τη «Βίλιζα» που βρίσκεται Νοτιότερα από τη Βίλλια.

 

Υποσημειώση


 

[1] [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Βίλλια. Η λέξη Βίλλια απαντάται συχνά σε πολλές περιοχές είτε ως Εδαφονύμιο είτε ως όνομα οίκισμού τόσο εντός όσο και εκτός του Ελληνικού χώρου. Στην Ελλάδα απαντάται α) στην Ηπειρο και δη στη Θεσπρωτία ο Αγιος Δονάτος, β) στην Αττική, στη Μεγαρίδα όπου υπάρχουν τα Βίλλια και η Βιλιαρί και στη Λαυρεωτική, όπου υπάρχουν Βίλλια, γ) στην Ηλεία, η Πεύκη και δ) ιδιαίτερα στην Αργολίδα όπου υπάρχουν:

  1. Η Ξεροβίλλια στους ανατολικούς του όρους Φαρμακά (μεταξύ των φρουρίων Φαρμακά και Τζιρίστρας – Ντομακού) εκεί υπάρχουν ενδείξεις (τάφοι) ότι υπήρχε οικισμός.
  1. Στη λεκάνη της Αλέας, βορειότερα της Φρυσούνας, όπου μεγάλη γεωργήσιμη επιφάνεια 1000 στρεμμάτων. Εδώ τα Βίλλια κατέχουν τους νότιους πρόποδες του μικρού όρους Τσούκιζα, όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό. Επί δε της Τσούκιζας υπάρχουν ενδείξεις (πλήθος από πεσμένες πέτρες) παλαιού οικισμού, πιθανώς της αρχαίας Νεμέας.
  1. Στη περιοχή των αρχαίων Υσιών υπήρχε το παλαιό Σκαφιδάκι, δυτικότερα του οποίου σήμερα υπάρχει ο Ι. ναός της Αγ. Παρασκευής. ΒΑ αυτού του ναού μεγάλη έκταση φέρει την ονομασία «Ξεροβίλλια», ενώ ΝΔ του ίδιου ναού, επί υψώματος, υπάρχει μεσαιωνικό φρούριο. Οι νότιοι πρόποδες αυτού του υψώματος λέγονται Βίλλια.
  1. Χαμηλότερα, κοντά στον αυχένα των κοιλάδων του Ελληνικού (Μπουμπά) και της κοιλάδας Κόκλας υπάρχει ο μικροσυνοικισμός Φακίστρα, βορειότερα της οποίας είναι η Βίλιζα, όπου σώζεται το λίθινο αλώνι, ενώ άφθονα κεραμικά όστρακα μαρτυρούν παλαιό οικισμό.
  1. Οι νότιοι πρόποδες του υψώματος του Γκύκλου, είναι μεγάλη καλλιεργούμενη περιοχή, φέρει την ονομασία Βίλλια. Άλλη δε θέση, νοτιοδυτικά της παραπάνω, ονομαζόμενη Βίλλιζα, συμπληρώνει την κατόπτευση όλου του χώρου έως το Ναύπλιο, και θα μετέδιδε ασφαλώς πληροφορίες στα γειτονικά Βίλλια.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι το οροπέδιο του Αραχναίου κατά τον μεσαίωνα ανήκε σε ξεχωριστό χωροδεσπότη, που ήτο ο δεσπότης του Μυστρά, ενώ η κατοπτευόμενη Ναυπλία άνηκε στους Βενετούς.

Γενικά κατά την περίοδο 1388 – 1394 (τέλος των Ντε Ενγκιέν και απόδοση του Άργους στους Βενετούς) πρέπει να τοποθετηθεί η ίδρυση των πολυπληθών Βιλλίων και Βιλλιζών στην περιοχή της Αργολίδας.

  1. Στην περιοχή Λιμνών αντί της ονομασίας Βίλλια υπάρχει η ονομασία Βιλλιατούρι, που ως τοπωνύμιο αποδίδεται σε κωνοειδές ύψωμα, από την κορυφή του όποιου υπάρχει ανεμπόδιστη θέα των περιοχών. Βιλλιατούρια, υπάρχουν εκτός της Αργολίδας στην Αττική (Κιθαιρώνα, Λαυρεωτική), στην Αιγιαλεία, το νότιο άκρο της νήσου Νάξου (Βιγλατόρι).
  1. Τέλος τοπωνύμιο Βίλλια υπάρχει και στην περιοχή Ερμιονίδας και συγκεκριμένα 3,5χλμ. Α-ΝΑ του συνοικισμού Ηλιόπετρας (Καρακάσι), όπου υπάρχει το φρούριο Ηλιόκαστρου, το όποιο κατά την αρχαιότητα έλεγχε την οδό Τροιζηνίας – Ερμιονίδας (μέσω του αυχένος του όρους των Αδέρων) και όπου τάφοι μαρτυρούν προϋφιστάμενο οικισμό, ενώ 3 χιλιόμετρα ανατολικότερα αυτού υπάρχει η αγροτική περιοχή Βίλλια – Πλεπίου.
  1. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι ο Hahn αναγράφει Βορειοαλβανική πατριά με το όνομα Willja ή Willjai άνηκε στην τέταρτη ομάδα (σημαία) της Μιρδίτας, όμως η πατριά είναι εντελώς άσχετη με τα πολυάριθμα Βίλλια.

Ως γενικό συμπέρασμα θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Βυζαντινή λέξη Βίγλα από τους Αλβανόφωνους μετατράπηκε σε Βίλλια και μ’ αυτή ονόμαζαν κάθε οικισμό των φυλάκων που ήταν προσαρτημένοι σε κάποιο φρούριο, ώστε να είναι η Βίλλια του α’ η β’ φρουρίου].

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο συγγραφέας αντλεί της πληροφορίες του από το βιβλίο του Ιωάννου Ε. Πέππα, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήνα 1990, σελ. 255-262].

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »