Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Καποδιστριακή Πολιτεία (1828-1831): «Ο Πόλεμος των Λιμανιών» –  Η κυβερνητική πολιτική για τα προβλήματα λειτουργίας των λιμανιών και η απογραφή των υπαλλήλων της «Οικονομικής Υπηρεσίας» –  Θεόδωρος Δεβενές


 

Α’.  Η Κατάσταση πριν την άφιξη του Καποδίστρια

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, δηλαδή 8 μήνες μετά την εκλογή του από την Γ’ Εθνική Συνέλευση.  Ακολουθούν  αμέσως διαβουλεύσεις με τα μέλη της απερχόμενης κατάστασης και τα μέλη της Βουλής. Ο υπουργός Εσωτερικών της απερχόμενης κυβέρνησης τον ενημερώνει ότι οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα έχει νεκρωθεί. Το ίδιο ισχύει και σε άλλους κρίσιμους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως η δικαιοσύνη και η δημόσια τάξη.[1]

Το δημόσιο ταμείο είναι τελείως άδειο. Σύμφωνα μάλιστα με τον υπουργό Οικονομικών Αθανάσιο Λιδωρίκη, και οι τελευταίοι δημόσιοι πόροι έχουν γίνει βορά των ισχυρών (πολιτικών και στρατιωτικών).[2] Τα 300.000 περίπου φράγκα που φέρνει μαζί του ο Κυβερνήτης αρκούν μόνο για λίγες εβδομάδες μισθοδοσίας και τροφοδοσίας του στρατού, και για τις πρώτες ποσότητες συσσιτίων για ένα λαό που έχει χάσει τα πάντα. Αυτό ίσχυε και για τους πρόσφυγες και  για τους γηγενείς.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Στην Πελοπόννησο επιφανείς προεστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά, το 90% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχει καεί ή εγκαταλειφθεί, και ο πληθυσμός έχει εγκαταλείψει τις εστίες του. Η οικονομική «αιμορραγία» των εφοπλιστών, η αεργία που μαστίζει τον πληθυσμό των νησιών και η ολοκληρωτική σχεδόν ανακατάληψη της Στερεάς από τους Οθωμανούς, συμπληρώνουν την εικόνα που αντιμετωπίζει ο Καποδίστριας.

Για την άμεση εξεύρεση χρηματικών πόρων, η κυβέρνηση προβαίνει στις εξής ενέργειες:

α) Στις 2 Φεβρουαρίου  ιδρύει την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, στην οποία καλούνται να καταθέσουν οι Έλληνες τα χρηματικά τους κεφάλαια με επιτόκιο 8%. Μέχρι τις 14 Μαρτίου η Τράπεζα είχε δανείσει στη Διοίκηση 40.000 δίστηλα.[3]  

β) Στο διάστημα 10-12 Μαρτίου ακυρώνει την δημοπρασία των προσόδων στα νησιά του Αιγαίου προκηρύσσοντας ξανά την ενοικίασή τους, με όρους σαφώς καλύτερους για το δημόσιο ταμείο και με έγκαιρη ενημέρωση των κοινοτήτων (πράγμα που δεν είχε συμβεί την πρώτη φορά). Ειδικά για τους πρώην ενοικιαστές, βεβαιώνεται ότι θα τους καταβληθεί αποζημίωση προσαυξημένη με τόκο από την ημέρα που είχαν καταβάλει τα χρήματα.[4]     (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μεσοβυζαντινό Άργος: Ιστορικά δεδομένα και νομισματική κυκλοφορία – Παναγιώτης Γιαννόπουλος


 

Η μεσοβυζαντινή Αργολίδα σπάνια αναφέρεται στις γραπτές πηγές. Σύμφωνα με ένα Σχόλιο του Αρέθα Καισαρείας στη Σύντομη Ιστορία του πατριάρχη Νικηφόρου, κατά το έκτο έτος της βασιλείας του Μαυρικίου (587/588) αβαροσλαβικά φύλα εισέβαλαν στην Πελοπόννησο.

Οι Αργείοι, προ του κινδύνου, επιβιβάστηκαν σε πλοία και κατέφυγαν στη νήσο Ρόβη.[1] Την πληροφορία αυτή του Σχολίου του Αρέθα αντιγράφουν το πολύ νεότερο Χρονικό της Μονεμβασίας[2] και ο πατριάρχης Νικόλαος Γ’ ο Γραμματικός (1084-1111) σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό.[3] Αποτελεί συνεπώς μεθοδολογικό λάθος, που διαιωνίζεται από πολλούς ιστορικούς, η παραπομπή στο Χρονικό της Μονεμβασίας για την καταστροφή του Άργους από τους Αραβοσλάβους. Είναι ορθότερο οι παραπομπές να γίνονται στον Αρέθα, η επιστημονικότητα και η πελοποννησιακή καταγωγή του οποίου προσδίδουν ιδιαίτερο βάρος στα γραφόμενά του.[4]

 

Άγιος Αρέθας Καισαρείας, έργο του αγιογράφου Κωνσταντίνου Δημητρέλου, 2015. Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας Αρέθας θεωρείται ένας από τους διαπρεπέστερους λογίους της Μεσοβυζαντινής περιόδου και από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης των κλασικών σπουδών στο Βυζάντιο. Γεννήθηκε στην Πάτρα γύρω στο 850.

 

Η χρονολόγηση του Αρέθα για την πρώτη αβαροσλαβική εισβολή στην Πελοπόννησο ελέγχεται ως ανακριβής. Ο συντάκτης του Σχολίου στηρίζεται προφανώς σε προφορικές ή οικογενειακές παραδόσεις και περιέχει αρκετές ιστορικές ανακρίβειες.[5] Ενδελεχής και επισταμένη έρευνα των παράλληλων πηγών απέδειξε ότι οι Αβαροσλάβοι διέσπασαν την αμυντική γραμμή του Ισθμού στα τέλη του 584 ή στις αρχές του 585, ενώ το νησί στο οποίο κατέφυγαν οι Αργείοι ήταν η Πλατιά (που ενίοτε αναφέρεται και ως Ρόβη), στις νότιες ακτές της Αργολίδας.[6] Νομίσματα και αργυρά σκεύη της εποχής που βρέθηκαν στο σήμερα ακατοίκητο νησί επιρρωνύουν αυτό το συμπέρασμα.[7] Τα αβαρικής και σλαβικής καταγωγής αντικείμενα και θραύσματα αγγείων που βρέθηκαν στην Αργολίδα υποδεικνύουν ότι οι εισβολείς ελάχιστα παρέμειναν στις καταστραμμένες περιοχές.[8]

 

Η Πλατειά είναι νησίδα του Αργοσαρωνικού η οποία βρίσκεται κοντά στις ανατολικές ακτές του Αργολικού κόλπου, απέναντι από το χωριό Κάντια. Η νησίδα αυτή, όπως και οι παρακείμενές της κατά μήκος της βόρειας ακτογραμμής του Αργολικού κόλπου, χρησίμευαν ως καταφύγια των πληθυσμών σε περιπτώσεις βαρβαρικών επιδρομών, βλ. Α. Κυρου, «Νησιώτικα καταφύγια στον Αργολικό κόλπο κατά τους Πρωτοβυζαντινούς αιώνες», στο Πρακτικά ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (2000), τόμ. Β΄ (2002).

 

Μολονότι με το θέμα έχω ασχοληθεί επισταμένως, θεωρώ σκόπιμες δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά στη χρονολόγηση της πρώτης εισβολής. Ορισμένοι ιστορικοί υιοθετούν άκριτα τη χρονολόγηση του Χρονικού της Μονεμβασίας, του οποίου ταυτόχρονα απορρίπτουν την ιστορική αξιοπιστία. Προς επίρρωση της άποψής τους φέρουν τα νομισματικά ευρήματα, στα οποία περιέχονται χάλκινες κοπές του 4ου έτους του Μαυρικίου (585/586) και τα οποία τοποθετούν στην προ της εισβολής περίοδο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μετάλλιο φιλομάθειας του Ιωάννη Καποδίστρια – Ανδρέας Μαζαράκης


 

Ιωάννης Καποδίστριας, λιθογραφία.

Η προσπάθεια του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια, να θέσει βάσεις στην παιδεία είναι γνωστή. Μόνο για το χρονικό διάστημα των πρώτων τεσσάρων μηνών του 1830, μέσα στο χειμώνα, επισκέφτηκε τη Σύρο, τον Πόρο και την Αίγινα ενθαρρύνοντας τους τοπικούς παράγοντες να συνδράμουν στην ίδρυση σχολείων. Η ανταπόκριση των συνδρομητών σε τοπικό επίπεδο ήταν θετική. Υπάρχει όμως μία λιγότερο γνωστή πτυχή αυτής της προσπάθειας, εκείνη της απονομής βραβείου φιλομάθειας γιατί όπως πίστευε, «[…] οί Ἕλληνες εἶναι εὐαίστητοι, καὶ ἐν αὐτοὶς ἡ ἰσχυροτάτη χορδὴ ὑπάρχει ἡ τῆς φιλαυτίας […]»[1]. Ανέτρεξα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία και δεν συνάντησα μία πλήρη δημοσίευση που να αφορά στο βραβείο φιλομάθειας και πολύ περισσότερο μία φωτογραφία του μεταλλίου.

Η αλληλογραφία του Καποδίστρια ρίχνει αρκετό φως στην ύπαρξη του μεταλλίου – βραβείου, γιατί μας αναφέρει ότι στην αρχή κόπηκε για τη βράβευση των αριστούχων της Αλληλοδιδακτικής σχολής του Ναυπλίου και αργότερα για το ορφανοτροφείο της Αίγινας και τα υπόλοιπα σχολεία.

Στις 5 Απριλίου, στέλνει ο Κυβερνήτης μία επιστολή προς τον διδάσκαλο της σχολής όπου του γράφει «[…] Πέμπομεν πρός σὲ τὰ νομισματικὰ βραβεῖα δἰ ὧν ἡ κυβέρνησις τιμᾷ τοὺς εὐδοκιμήσαντες εἰς τὰς τελευταίας ἐξετάσεις μαθητάς σου, […] οἱ δὲ τούτων ἀξιωθέντες θέλουν φέρει ἐπὶ τοῦ στήθους προσηρτημένα μὲ δέμα ἐθνικοῦ χρώματος»[2]. Το ίδιο κείμενο δημοσιεύτηκε με μικροδιαφορές στις 7 Μαΐου 1830 στην «Ἐφημερὶς Γενική», όπου αναφέρεται ότι τα μετάλλια εστάλησαν σύμφωνα με «τὸν ἐπισυναπτόμενον κατάλογον», που σημαίνει ότι οι μαθητές που βραβεύτηκαν ήταν περισσότεροι από ένας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Σμύρνη με το βλέμμα του Νικολάου Δραγούμη – Στοχασμοί για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου


 

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Σμύρνη κατέχει μία ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική ταξιδιωτική λογοτεχνία καθώς συνιστούσε έναν ελκυστικό ταξιδιωτικό προορισμό[1]. Εκτός από τους ακατάλυτους δεσμούς που συνέδεαν την ελληνική κοινότητα με το εθνικό κέντρο, υπήρχε διάχυτη η αίσθηση ότι η εμβληματική αυτή μητρόπολη της Ιωνίας υπερείχε των πόλεων του ελληνικού κράτους για το επίπεδο και την ποιότητα ζωής.

 

Άποψη της Σμύρνης. Abraham Storck (Άμπραχαμ Στορκ), 18ος αιώνας.

 

Ένα επίλεκτο μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Γ. Κοζάκης-Τυπάλδος, σχετικά σημειώνει: «Εν γένει υπό την υλικήν έποψιν οι Σμυρναίοι εισί πολύ πλέον πεπολιτευμένοι από ημάς τους κατά την ελευθέραν Ελλάδα Έλληνες, και τη αληθεία (μ᾽όλας μας τας αξιώσεις) νομίζω, ότι και διανοητικώς δεν υπερτερούμεν αυτούς κατά πολύ»[2].

H λαμπρή αυτή κοσμόπολη που στα νεότερα χρόνια συγκροτήθηκε από μεταναστευτικά πληθυσμιακά ρεύματα, σταδιακά  σημείωσε αλματώδη οικονομική πρόοδο λόγω των γεωπολιτικών συνθηκών και των διεθνών της προσβάσεων[3]. Πρόκειται πλέον για την ανθοφορούσα και πολυεθνική Σμύρνη[4] όπου το ελληνικό στοιχείο συνιστούσε τον αξιολογότερο οικονομικό και κοινωνικό  παράγοντα[5]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή εξέγερση του 1862: Αίτια και συνέπειες της αποτυχίας – Δημήτρης Μιχαλόπουλος, Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015.


 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

Ο βασιλιάς Όθων της Ελλάδος έχασε, ως γνωστόν, τον θρόνο του λόγω της επιτυχούς επανάστασης που εκδηλώθηκε στην Αθήνα τη νύκτα της 10ης προς την 11η Οκτωβρίου 1862. Το βασιλικό ζεύγος ακριβώς τις ημέρες εκείνες βρισκότανε σε περιοδεία, στην Πελοπόννησο, και, όταν τελικώς κατάφερε να επιστρέψει στην πρωτεύουσα, ήτανε πια πολύ αργά. Η νέα, επαναστατική τάξη πραγμάτων είχε επιβληθεί – με αποτέλεσμα ο Όθων και η Αμαλία να εγκαταλείψουν τον ατμοδρόμωνα «Αμαλία», με τον οποίο είχανε επιστρέψει στα ανοιχτά του Πειραιά, το μεγαλύτερο και ουσιαστικώς μοναδικό αξιόμαχο σκάφος του τότε Βασιλικού Ναυτικού, και με βρετανικό πολεμικό πλοίο, τη «Σκύλλα», να φύγουν στην Τεργέστη και από εκεί στη Βαυαρία.

Κάτι που πρέπει ιδιαιτέρως να επισημανθεί είναι το ότι εκείνη η επανάσταση, ή του Οκτωβρίου του 1862, στην Ελλάδα δεν είχε αποκλειστικώς αντιδυναστικό χαρακτήρα. Την έξωση του Όθωνος ακολούθησαν σφοδρές και συχνά βίαιες συζητήσεις, τόσο μέσα στη χώρα μας όσο και το εξωτερικό, σχετικώς με το αμέσως μελλοντικό πολίτευμα στο εξής της Ελλάδος.

Πολλοί υπήρξαν, πράγματι, εκείνοι που εκείνη την εποχή υποστήριξαν την εγκαθίδρυση τύπου προεδρικής δημοκρατίας· υπήρξαν μάλιστα και ορισμένοι παράγοντες που θέλησαν η δημοκρατία αυτή να έχει «κόκκινη σημαία», ομοσπονδιακή δομή και σοσιαλιστική απόχρωση – με αποτέλεσμα το κατάστημα της Β’ εν Αθήναις των Ελλήνων Συνελεύσεως, που συνήλθε λίγο μετά την ανατροπή της πρώτης δυναστείας, να παραμείνει για καιρό διακοσμημένο με κόκκινες ταινίες. Αλλά αυτό ειδικά το θέμα προφανώς κείται πέρα από το θεματικό πλαίσιο αυτής της ανακοίνωσης.

Η έξωση του Όθωνος έγινε δεκτή με ενθουσιασμό σχεδόν παράλογο από  τις ελληνικές παροικίες στη δυτική Ευρώπη και σε όσα αστικά κέντρα μέσα στην Ελλάδα επηρεάζονταν από αυτές. Στην Ερμούπολη της Σύρου π.χ. ένας νεαρός… αυτοκτόνησε από τη χαρά του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αμπελοκαλλιέργεια και οινοπαραγωγή στη βυζαντινή Αργολίδα – Ιωάννης Δ. Βαραλής


 

Η Αργολίδα για τον αρχαιολόγο, όποιας καταγωγής και εθνικότητας, είναι ένας από τους πιο ευλογημένους τόπους, γιατί ο μνημειακός της πλούτος ξεπερνά κατά πολύ τις έρευνες που έχουν γίνει στο παρελθόν και τις μελέτες που προσδοκούμε να γίνουν στο μέλλον. Μολονότι με αυτήν την πρόταση θα συμφωνούσαν όλοι – όσοι έχουν σκάψει την αργολική γη και με επιμονή, κόπο και θαυμασμό για τα ευρήματα που τους παρέσχε στο παρελθόν, συνεχίζει να τους παρέχει αφειδώλευτα και θα συνε­χίζει να τους παρέχει και στο μέλλον – τα δεδομένα που αφορούν στην αμπελοκαλ­λιέργεια και την οινοπαραγωγή για την περιοχή αυτή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου είναι εξαιρετικά πενιχρά.

Πράγματι, η καλλιέργεια της αμπέλου δεν είναι εύκολα ανιχνεύσιμη, τόσο από τη σπάνι των αποκεκαλυμμένων σχετικών εγκαταστάσεων όσο και από την έλλειψη πληροφοριών στις γραμματειακές πηγές.

Γι’ αυτό ας μου επιτρα­πεί στην παρούσα εργασία να επεκτείνω χρονικά την έρευνά μου, αρχίζοντάς την από την πρώιμη ρωμαιοκρατία και περατώνοντάς την στην πρώιμη νεότερη εποχή. Και από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αρχαιολόγο Γιώργο Τσεκέ, πολύτιμο συνεργάτη μου τα τελευταία χρόνια, για την παροχή πληροφοριών και εποπτικού υλι­κού, καθώς και τον συνάδελφο Χρίστο Πιτερό για τις επισημάνσεις του.[1]

Στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι., μια από τις πιο γνωστές αστικές επαύλεις της παλαιοχριστιανικής πόλης του Άργους διακοσμήθηκε με ψηφιδωτά δάπεδα: η λεγόμενη «οικία του Γερακάρη» που εν μέρει αποκαλύφθηκε στο οικόπεδο Κολιβίνου, στα βόρεια της αρχαίας Αγοράς, διαθέτει τρικλίνιο κοσμημένο με ένα πολύ ενδιαφέρον ψηφιδωτό, που αποτυπώνει με ευταξία τον τρόπο με τον οποίο δια­τάσσονταν οι κλίνες του στιβαδίου γύρω από την κοινή τράπεζα των συνδαιτυμό­νων[2]. Μπροστά ακριβώς από αυτό, ένα διάχωρο του δαπέδου φέρει την παράστα­ση διονυσιακού θιάσου, έτσι ώστε να είναι ορατή από τους ξαπλωμένους οικοδε­σπότες και την παρέα τους[3]: ο Διόνυσος στο κέντρο κρατά θύρσο κι ακουμπά σε κίονα, γύρω από τον οποίο τυλίγεται κλαδί αμπέλου με φύλλα και τσαμπιά σταφύ­λια από ρόδινες ψηφίδες (εικ. 1).

 

Εικ. 1. Άργος, οικόπεδο Κολιβίνου, λεπτομέρεια του ψηφιδωτού στο τρικλίνιο της οικίας του Γερακάρη (πηγή: Åkerström-Hougen 1974, έγχρ. πίν. 7:1).

 

Η περιοχή πάνω από τον κίονα έχει καταστραφεί, αλλά φαίνεται ότι από κέρας ή στόμιο ασκού έρρεε οίνος που τον συνέλεγε σε κάν­θαρο ένας μικρός έρωτας. Τριγύρω η συνοδεία του Βάκχου δηλώνει εμφατικά στο δάπεδο τον χώρο όπου θα τελούνταν οι χοροί και τα θεάματα για τη διασκέδαση όσων μετείχαν στα συμπόσια που λάμβαναν χώρα στο σπίτι αυτό[4]. Η επιλογή του συγκεκριμένου θέματος για τον ψηφιδωτό τάπητα του πιο επίσημου δωματίου της οικίας δεν αποδεικνύει μόνο την αρχαιολατρεία του πλούσιου οικοδεσπότη, αλλά κυρίως την αρχαιοπρέπεια με την οποία επιθυμούσε ο ιδιοκτήτης να επενδύσει τη χαρά της κατανάλωσης του κρασιού σε στιγμές γιορτής και ευωχίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους – Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840-1940) | Γεώργιος Κόνδης


  

1. Διαδικασία αστικοποίησης και κοινωνικά δίκτυα

 

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ο­ρισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγράφει ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημια­στικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πώς εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά διαδικασίες αστικοποίησης; Πώς και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτή­ρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πο­λιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάστα­ση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, κα­θώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, θα μας δώσει τη δυνατό­τητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την ε­ξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο.

Το Άργος, λοιπόν, αποτελεί το κοινωνικό και οικονομικό κέντρο μιας ευ­ρύτερης περιοχής χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα και την αστική του ο­λοκλήρωση. Ουσιαστικά παραμένει στο στάδιο μιας μετέωρης ημιαστικής κατάστασης, η οποία εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο των κοινωνικών και οι­κονομικών σχέσεων όσο και σε αυτό της ίδιας της μορφολογίας του και της διαδικασίας ανάπτυξης του αστικού του ιστού.

 

Αεροφωτογραφία του κέντρου του Άργους και της γύρω περιοχής από τα βορειοανατολικά, το 1956. Δημοσιεύεται στα: «Argos: Une ville grecque de 6000 ans», Marcel Piérart and Gilles Touchais, Παρίσι, 1996 και Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.
Η ευάερη και ημιαγροτική πτυχή του οικισμού είναι ακόμα πολύ έντονη. Αναγνωρίζουμε στην κάτω αριστερή γωνία το δημαρχείο, στην επάνω αριστερή γωνία το σπίτι του Κωνσταντόπουλου.
Λίγο πιο δεξιά, το Καποδιστριακό σχολείο, δεξιά το Καλλέργιον (και ακριβώς αριστερά του διακρίνονται οι προκαταρκτικές εργασίες για την κατασκευή του Αρχαιολογικού μουσείου). Σε συνέχεια, βλέπουμε το ιστορικό κυπαρίσσι, το εμβληματικό δέντρο που είχε φυτευτεί γύρω στο 1830, κατά την παράδοση, από τον αγωνιστή της Επανάστασης Δημήτριο Καλλέργη. Το πρωί της Τρίτης 3ης Ιανουαρίου 2017, συνεργείο το υλοτόμησε, εξαφανίζοντας παράλληλα και ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του Άργους.
Πίσω από το κυπαρίσσι υπάρχουν παρκαρισμένα λεωφορεία όπου και ο σταθμός του ΚΤΕΛ. Σε συνέχεια, αριστερά, το καφενείο «Πάνθεον» του Φασαρία (Τάσου Αγγελόπουλου), σήμερα «Μυριόφυλλο» και στη γωνία το καφενείο του Φώτη Αλεξόπουλου, εκεί οπού τώρα υψώνεται το ξενοδοχείο «Μορφέας».
Κατά μήκος της δυτικής πλευράς της πλατείας, το καφενείο του Λάζαρου Κούτσα, σήμερα «Ρετρό», το συγκρότημα που περιλαμβάνει το ξενοδοχείο των αδελφών Σαγκανά, το αρχοντικό του μεγαλέμπορου και Δήμαρχου Άργους Χαράλαμπου Μυστακόπουλου, το καφενείο «Θηβαίος» (με το μεγάλο πάνινο κουβούκλιο) και, ακριβώς δίπλα, σχηματίζοντας τη γωνία, το περίφημο «Yali kaféné», που σύντομα έμελλε να δώσει τη θέση του στο πρώτο πολυώροφο κτίριο.
Στο κέντρο ο Καθεδρικός Ιερός Ναός του Σημειοφόρου και Θαυματουργού, Επισκόπου Άργους, Αγίου Πέτρου (852-922). Η θεμελίωση του Ναού, πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1859, εορτή της Αγίας Μαρίνας, με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, από τον Επίσκοπο Αργολίδας Γεράσιμο Παγώνη και τον Δήμαρχο Πέτρο Διβάνη. Τα εγκαίνια του Ναού, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865.

 

Ενώ, για παράδειγμα, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της μετεπαναστατικής περιόδου το Άργος επουλώνει τις πληγές του πολέμου και των διαρκών καταστροφών,[1] στο πλαίσιο του νέου ελληνικού κράτους δε δίνεται έστω η εντύπωση ενός ρυθμού ανάπτυξης, πα­ρά τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες οι οποίες εκφράζονται. Τα πάντα φαίνε­ται να οργανώνονται όχι με βάση τις ανάγκες και τις προοπτικές που δύναται και πρέπει να αναπτύξει στην ευρύτερη περιοχή, αφού έτσι κι αλλιώς α­ποτελεί κέντρο της, αλλά με βάση συγκυριακές κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις.

Βλέπουμε για παράδειγμα, ότι βασικοί οδικοί άξονες ή ακόμα έργα υποδο­μής απαραίτητα για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, δεν αποτελούν στοιχεία μιας αυτονόητης αναπτυξιακής διαδικασίας. Αντίθετα όταν συμβαί­νουν, εμφανίζονται ως δώρο ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας πολιτικών ανδρών. Έτσι, η σύνδεση της πόλης με την προς Κόρινθο περιοχή παραμένει ζητούμενο για πολλά χρόνια και μόλις προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 πραγματοποιείται με την κατασκευή της γέφυρας του ποταμού Χάραδρου (Ξεριά).[2] Το ίδιο συμβαίνει και με τους οδικούς άξονες σύνδεσης του Άργους με τα υπόλοιπα μεγάλα κέντρα ή περιοχές. Συ­χνά, γίνεται λόγος για τον άξονα Άργους-Ναυπλίου,[3] ενώ σε αρκετά άρθρα περιγράφονται τα οικονομικά οφέλη από την κατασκευή του δρόμου που θα ενώνει το Άργος με το Άστρος Κυνουρίας.[4]

 

Η γέφυρα του ποταμού Χάραδρου (Ξεριά), δεκαετία του 1930.

 

Είναι επίσης γνωστό το πρόβλη­μα των δρόμων μέσα στην πόλη (αστικό οδικό δίκτυο), διότι, εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται για χωμάτινους δρόμους, τις περισσότερες φορές και κυρίως το χειμώνα είναι αδιάβατοι.[5] Παράλληλα, το επίπεδο της δημόσιας υγείας είναι από πολύ χαμηλό έως α­νύπαρκτο. Τα δημόσια αποχωρητήρια αποτελούν μια άθλια εικόνα για το σύ­νολο της πόλης.[6] Δεκάδες είναι οι περιπτώσεις καταγγελιών και οι διαμαρτυ­ρίες του τύπου για την καθαριότητα και τα προβλήματα υγιεινής που προκύ­πτουν. Ο Κ. Ολύμπιος, ίσως ο καλύτερος χρονικογράφος του Άργους, περι­γράφει τον τραγέλαφο χρησιμοποιώντας τους στίχους του Σουρή:[7]

«Ο Έλλην δύο δίκαια ασκοί πανελευθέρως

το πέρδεσθαι τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος».

Το πρόβλημα συνεχίζει για χρόνια να απασχολεί την πόλη, παρά τις φιλό­τιμες προσπάθειες των αστυνομικών να μειώσουν την έκταση του φαινομέ­νου[8] και τις διαμαρτυρίες αρκετών εμπόρων και επαγγελματιών.[9] Έτσι, για δεκαετίες ολόκληρες το Άργος παραμένει σ’ ένα υποβαθμισμένο επίπεδο, το οποίο ελάχιστη σχέση έχει με διαδικασίες αστικοποίησης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Επαγγελματικά σωματεία και προστάτες Άγιοι. Ρόλος και σημασία της «εορτής της εικόνας». Η περίπτωση της Αργολίδας – Γεώργιος Η. Κόνδης


 

 1. Ένα ερευνητικό ερώτημα

 

Το ζήτημα της σωματειακής οργάνωσης των επαγγελματιών και των εργαζομένων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα της έρευνας και της θεματολογίας στο πεδίο της εργασίας, με πολλές και ενδιαφέρου­σες προεκτάσεις. Ανάμεσα σε αυτές, «η εορτή της εικόνας» των επαγγελματικών ενώσεων και εργατι­κών σωματείων είναι θέμα σχεδόν άγνωστο για την ελληνική εργασιακή πραγματικότητα καθώς, εκτός από δημοσιογραφικού τύπου κείμενα, δεν υπάρχουν έρευνες ή μελέτες που να εξετάζουν το θέμα από την πλευρά της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας της εργασίας. Τόσο στη διεθνή βιβλιογραφία, όσο και στην ισχνή ελληνική, αρκετές ενδιαφέρουσες μελέτες προσεγγίζουν το θέμα από το Μεσαίωνα μέχρι περίπου το μεσοπόλεμο. Η ευρωπαϊκή μεταπολεμική περίοδος δεν φαίνεται να απασχολεί τους ερευ­νητές, ενώ στην ελληνική ιστοριογραφία οι βενετικές κτήσεις και γενικότερα η περίοδος της ενετοκρα­τίας αποτελούν τον κύριο χώρο στον οποίο εστιάζουν οι έρευνες. Εξαίρεση αποτελεί η μελέτη του Ν. Ποταμιάνου για τους «Νοικοκοιραίους» όπου γίνεται εκτεταμένη αναφορά στην εορτή της εικόνας των συντεχνιών και των επαγγελματικών/εργατικών σωματείων.

Στην παρούσα έρευνα θα προσπαθήσουμε να οριοθετήσουμε το θέμα της «εορτής της εικόνας» ως μηχανισμό επαγγελματικής ταυτοποίησης και συνοχής, καθώς και σημαντικού μηχανισμού κοινω­νικής συνοχής, δίνοντας έμφαση στο παράδειγμα της Αργολίδας και ιδιαίτερα της πόλης του Άργους, η οποία παρουσιάζει μεγαλύτερο οικονομικό και σωματειακό ενδιαφέρον.

Βεβαίως, οι προστάτες άγιοι / αγίες των αργολικών σωματείων δεν αποτελούν ιδιαιτερότητα στην ελληνική πραγματικότητα. Σε όλες τις περιφερειακές πόλεις, αλλά και στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, οι συντεχνίες και τα σωματεία είχαν ορίσει στο καταστατικό τους τον προστάτη άγιο / την προστάτρια αγία τους με βάση χαρακτηρι­στικά που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Επομένως, η παράδοση της αφιερωματικής υιοθέτησης μιας εικόνας αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τη συντεχνιακή, σωματειακή και συνδικαλιστική οργάνωση. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κλωστοϋφαντουργία Αδελφοί Ρετσίνα – Η άνοδος και πτώση ενός κολοσσού. Αναδρομή στην πορεία της κλωστοϋφαντουργίας του Πειραιά (1872-1981), η οποία υπήρξε μια από τις σημαντικές οικογενειακές επιχειρήσεις στη χώρα –  Λήδα Παπαστεφανάκη


 

Ο βιομήχανος και δήμαρχος Πειραιά Θεόδωρος Ρετσίνας, τέλη 19ου αιώνα (αρχείο Ρετσίνα – Συλλογή Α. Δρούλια).

Η κλωστοϋφα­ντουργία Ρετσίνα, ιδρυμένη το 1872 στον Πει­ραιά από τους αδελφούς Θεόδωρο, Αλέξανδρο και Δημήτριο Ρετσίνα, εξελίχτηκε στη μεγαλύ­τερη της χώρας και κυριάρχη­σε στην εσωτερική αγορά μέχρι περίπου τις παραμονές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο πα­τέρας των τριών αδελφών Γε­ώργιος Ρετσίνας, καταγόμενος από το Άργος, υπήρξε από τους πρώτους οικιστές του Πειραιά. Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην καινούργια πόλη νωρίς τη δεκαετία του 1830, όπου ασχολήθηκε με ποικίλες επιχειρηματικές δραστηριότη­τες, επένδυσε στην αγορά γης και διατηρούσε οινοπνευματοποιείο από το 1835.

Οι γιοι του ασχολούνται και αυτοί από νωρίς με εμπορικές επιχειρήσεις. Ο Δημήτριος είναι ήδη έμπορος το 1853. Η ομόρρυθμος εταιρεία Αδελφοί Ρε­τσίνα συστήνεται το 1864. Έως το 1872, έτος ίδρυσης του νη­ματουργείου τους, οι αδελφοί Ρετσίνα ασχολούνται με εμπο­ρικές επιχειρήσεις, ναυτασφάλει­ες και αγοραπωλησία γης στον Πειραιά. Η πρωταρχική συσσώ­ρευση κεφαλαίων της οικογένει­ας Ρετσίνα πρέπει να πραγματο­ποιήθηκε μέσω του εμπορίου και της αγοραπωλησίας γης και όχι μέσω της βιοτεχνίας.

 

Από τις 10.000 στις 25.000 ατράκτους

 

Το 1872, εποχή του πρώτου κύματος εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα, οι αδελφοί Ρετσίνα προχωρούν στο βιομηχανικό εγχείρημα. Στην περιοχή Λεύ­κα του Πειραιά, μακριά από το κέντρο της πόλης, στο βορεινό τμήμα της βιομηχανικής ζώνης που βρισκόταν τότε στις αρχές της διαμόρφωσής της, εγκαινιά­στηκε το 1872 το νηματουργείο με 5.000 ατράκτους και ατμο­μηχανή 60 ίππων. Αμέσως μετά τα εγκαίνια του νηματουργείου ο Δημήτριος Ρετσίνας (Άργος 1825 – Παρίσι 1916) αποχωρεί από την επιχείρηση πουλώντας το μερίδιό του στον αδελφό του Θεόδωρο και εγκαθίσταται στο Παρίσι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα Τελωνεία του Ναυπλίου και η διαχρονική τους εξέλιξη – Χρήστος Πιτερός


 

Το παλιό τελωνείο (περιβάλλεται από τους δρόμους Μπουμπουλίνας, Μπλέσση και Όθωνος) διαστάσεων 25×15 μ. είναι ένα βαρύ ισόγειο κτίριο, με την κύρια πρόσοψη προς βορράν, με εμφανή συμμετρία με μία κεντρική, τριπλή, καμαρωτή στοά με ισχυρούς πεσσούς 1,40×0,70 μ., που απηχεί την Ενετική Αποθήκη του Στόλου (1713) αλλά και με εμφανή νεοκλασικά χαρακτηριστικά. Η στοά και τα θυρώματα, πόρτες και παράθυρα αλλά και η απόληξη της οροφής έχουν κατασκευασθεί από πωρολίθους. Το κτίριο φέρει ανοίγματα στις τρεις πλευρές, την κύρια βόρεια, τη δυτική με την κεντρική πόρτα που έχει μετατραπεί σε παράθυρο και δύο εκατέρωθεν συμμετρικά παράθυρα, καθώς και από τη νότια μακρά πλευρά με μία μεγάλη πόρτα και παράθυρα (εικ. 1,2,3).

 

Εικ. 1. Βόρεια κύρια πρόσοψη τελωνείου.

 

Εικ. 2. Δυτική πλευρά τελωνείου.

 

Εικ. 3. Νότια πλευρά τελωνείου.

 

Πάνω από τη δυτική πλευρά υπάρχει επιμήκης κορνίζα, όπου παλιότερα έφερε την επιγραφή: «Τελωνείο-Douane» (=τελωνείο).  Για το μνημείο αυτό έχουν εκφρασθεί διάφορες υποθετικές απόψεις, ενώ ο αρχιτέκτονας του κτιρίου λανθάνει.  Η άποψη ότι στο κτίριο αυτό λειτούργησε το πρώτο τελωνείο το 1832, όπως αναγράφεται σε αναρτημένη πινακίδα στην είσοδο του κτιρίου είναι εσφαλμένη.

 

Το λιμάνι και το παλιό Τελωνείο Ναυπλίου στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, περ. 1915.

 

Η Σ. Καρούζου[1] κάνει διεξοδική αναφορά για το τελωνείο με τα νεοκλασικά χαρακτηριστικά χωρίς τεκμηρίωση, όπως επισημαίνει, και μόνο για συναισθηματικούς λόγους συσχετίζει το κτίριο με τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, συγκρίνοντας την κύρια πρόσοψη με το γνωστό έργο του, το Παλάτι της Δουκίσης Πλακεντίας (Βυζαντινό Μουσείο). Την άποψη της Σ. Καρούζου για τον Στ. Κλεάνθη επανέλαβε η καθηγήτρια Μ. Καρδαμίτση[2] στην σχετική ανακοίνωσή της το 2012 στο συμπόσιο για τη Ναυπλιακή Επανάσταση. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »