Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Αινιάν Δημήτριος (1800-1881)


 

Εις τοσούτον μικρόν και αρτισύστατον κράτος, οποίον είναι το εδικόν μας, και κατά τον δρόμον, τον οποίον τρέχουν οι νέοι μας, αλοίμονον εις εκείνους, οίτινες δεν θέλουν έχει κανένα άλλον τρόπον ζωής παρά την υπαλληλίαν! και αλοίμονον εις το έθνος, το οποίον θέλει επιφορτισθή τοσούτον πλήθος αρχολιπάρων και υπουργηματοθηρών! ή θέλουν ευρεθή ούτοι εις την ανάγκην τίς του άλλου πλειότερον να εξαχρειωθή ενώπιον της εξουσίας, ή θέλουν σύρει την κοινωνίαν εις όχι ασημάντους περισπασμούς, μη δυνάμενοι να έχωσιν οικείαν ύπαρξιν.  

(Αινιάν Δημήτριος – «Ο μαθητής» ή «Ο υιός του Γερονίκου», 1852. Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Α΄. Εκδοτικός οίκος Χάρη Πάτση, 1968. 266).

 

Ο Δημήτριος Οικονόμου (Ψευδώνυμο: Αινιάν Δημήτριος), αγωνιστής της επανάστασης του 1821, λόγιος, δικαστικός και πολιτικός, γεννήθηκε στο Μαυρίλο του Τυμφρηστού (Φθιώτιδα), τελευταίο παιδί του παπα – Ζαχαρία Οικονόμου. Το Αινιάν προήλθε από υιοθέτηση του επιθέτου Αινιάν [= Φωκιδεύς] – άγνωστο πότε – από τον πατέρα της οικογένειας.

 

«Είμαι υιός υστερότοκος του Ζαχαρία Αινιάνος καταγομένου εκ Μαυρίλου του δήμου Τυμφρηστού της επαρχίας Φθιώτιδος. Εγεννήθην τη 21 Νοεμβρίου του 1800 έτος».

 

Το 1806 εγκαταστάθηκε με τους δικούς του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο πατέρας διορίστηκε διευθυντής στη Σχολή του Γένους στα Θεραπειά, όπου φοίτησε ο Δημήτριος, και στη συνέχεια στη Σχολή της Ξηράς Κρήνης (Κουρού Τσεσμέ). Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, μέλη της οποίας ήταν ήδη ο πατέρας και τα δύο αδέρφια του Γεώργιος και Χριστόδουλος.

Η  έκρηξη της επανάστασης βρήκε τον Δημήτριο Αινιάνα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί είδε με τα μάτια του τις σφαγές του ελληνικού στοιχείου από τους Τούρκους. Αποκόπηκε από τη οικογένεια του, κυνηγήθηκε, κρύφτηκε, δεινοπάθησε και μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Από τη Κωνσταντινούπολη κατόρθωσε και πέρασε κρυφά στην Οδησσό. Εκεί παρέμεινε οκτώ μήνες ώσπου να ρυθμιστεί διπλωματικά το ζήτημα μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας και να επιτραπεί το ταξίδι Ελλήνων προσφύγων στην πατρίδα τους δια μέσου της Ευρώπης. Ο Δημήτριος Αινιάνας αφού πέρασε από την Αυστρία κατέληξε στο Λιβόρνο της Ιταλίας κέντρο του Ελληνικού εταιριστικού κινήματος και έφτασε στην Ύδρα κατά το τέλος του 1822. Ύστερα πήγε στην Ερμιόνη όπου βρισκόταν η Κεντρική διοίκηση, από εκεί στο Άργος και στην Βοστίτσα (Αίγιο)  προς αναζήτηση του αδελφού του.  Από το Αίγιο ο Δημήτριος Αινιάνας πέρασε στην Ρούμελη πατώντας με ιδιαίτερη συγκίνηση τα χώματα της.

Δημήτριος Αινιάν (1800-1881). Ελαιογραφία Γ. Παπαδήμα. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Δημήτριος Αινιάν πήρε ενεργό μέρος στον Αγώνα, αρχικά ως απλός στρατιώτης και στη συνέχεια ως γραμματέας του Εκτελεστικού και της Επιτροπής της Εθνοσυνέλευσης και ως γραμματικός του Γεώργιου Καραϊσκάκη (από το 1826).

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος διετέλεσε γραμματέας του εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας, μέλος του Εφετείου των Νήσων (κατά τη διακυβέρνηση Καποδίστρια) και πρόεδρος πρωτοδικών στη Λαμία, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1835, μετά από έκφραση δυσπιστίας του Όθωνα προς το πρόσωπό του. Αποσύρθηκε στο κτήμα του στην Υπάτη και ανέπτυξε γεωργική αλλά και πολιτική δράση ενάντια του καθεστώτος. Αποτέλεσμα της τελευταίας ήταν η λεηλασία του σπιτιού του, η δυσμένεια του Παλατιού και έντονα οικονομικά προβλήματα.

Το 1850 εκλέχτηκε βουλευτής, μετά από ακύρωση της εκλογής του από το παλάτι όμως, έφυγε για την Αθήνα. Εκεί ανέπτυξε εκδοτική και δημοσιογραφική δραστηριότητα (εκδότης και συντάκτης του περιοδικού «Βιβλιοθήκη του Λαού» και συνεργάτης στις εφημερίδες Αθηνά και Το Πανελλήνιον), ενώ παράλληλα εργάστηκε ως Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τμηματάρχης του Υπουργείου Εσωτερικών.

Με πολύ κόπο κατόρθωσε να εξασφαλίσει πενιχρή κρατική σύνταξη και το 1863 (μετά την εκθρόνιση του Όθωνα) εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Φθιώτιδος στη Β΄ Εθνική Συνέλευση. Με ενδιάμεσες μετακινήσεις μεταξύ Αθήνας και Υπάτης εγκαταστάθηκε τελικά το 1878 στην πρωτεύουσα, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του πάμφτωχος. Πέθανε στη Στυλίδα.

Η ζωή του Δημητρίου Αινιάνος χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από την αγωνία του για την πρόοδο του ελληνικού λαού. Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με την πολιτική φρόντισε για την ίδρυση τυπογραφείων, βιβλιοδετείων και σχολείων στην ελληνική επαρχία και αρνήθηκε να υποχωρήσει σε τακτικές ψηφοθηρίας και πελατειακών σχέσεων.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με τη δημοσίευση του ποιήματος «Ωδή στο Μεσολόγγι» στην εφημερίδα «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος την ημέρα της Εξόδου», ενώ το σύνολο του συγγραφικού έργου του περιλαμβάνει επίσης γλωσσολογικές, βιογραφικές, γεωπονικές και ιστορικές μελέτες και στο χώρο της λογοτεχνίας διηγήματα, τα περισσότερα δημοσιευμένα στο περιοδικό του Αινιάνος Βιβλιοθήκη του Λαού.

Το διηγηματικό έργο του Δημητρίου Αινιάνος κινείται στο χώρο της κοινωνικής πεζογραφίας, με ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες ζωής των αγροτικών πληθυσμών. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η ρεαλιστική γραφή, ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός και η συνειδητή στράτευση στην υπηρεσία του διδακτισμού και του ηθικού παραδειγματισμού με συνακόλουθη αποφυγή οποιουδήποτε λογοτεχνικού ύφους.

Έργα του Αινιάνος εκτός από την από την «Βιογραφία του Γ. Καραϊσκάκη» και τη «Βιβλιοθήκη του Λαού» είναι η «Γραμματική της ομιλουμένης γλώσσας» (1853), το «Λεξικό της ομιλουμένης γλώσσας», (1864 ανέκδοτο και σήμερα χαμένο), «Ρακίνα», Λαμία, 1837 (ανώνυμη έκδοση, μετάφραση), «Αγρονομικά», Χαλκίδα, 1833 (ανώνυμη έκδοση), «Πραγματεία περί συκαμινοφυτείας και μεταξοσκωληκοτροφίας», Αθήνα, 1857,  «Χριστιανική ηθική» 1859, «Αγρονομία στοιχειώδης», Αθήνα, 1861, «Υπόμνημα προς την εν Αθήναις Β’ Εθνικήν Συνέλευσιν διαθέτου των εθνικών γαιών», Αθήνα, 1863, «Περί του Ανατολικού ζητήματος», 1876, η «Βιογραφία του Παλαιών Πατρών Γερμανού»  (εργασία η οποία έχει χαθε), «Αναμνήσεις θερινής νυκτός εν Υπάτη»,  Αθήνα, 1870,  «Έμπορος Μάρκος» που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του,  «Βρυκόλακας», «Παμύθιον», «Γερογιάννη», «Ο υιός της χήρας», Μαθητής», «Διδασκάλισσα»,  «Καϊριστή», «Υιόν του Γερονίκου», καθώς και άλλες βιογραφίες, διηγήματα και μεταφράσεις  κυρίως από τα γαλλικά.   Έγραψε και την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του.

Αλλά το ιστορικό ενδιαφέρον του Δημητρίου Αινιάνα δεν περιορίστηκε μόνο στα παραπάνω μελετήματα.  Έγραψε για άλλα πολυσήμαντα εθνικά θέματα του ελληνικού αγώνα όπως και για πολλές σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες των ελλήνων κατά την διάρκεια της επανάστασης: «Περί του Ελληνικού Ναυτικού», «Η μάχη στα Βασιλικά», «Η άλωση της Τριπολιτσάς», «Η πτώση του Μεσολογγίου», καθώς και την χαρακτηριστικότατη περιγραφή της καταστροφής των Τούρκων στην Αράχοβα, δημοσιευμένη με τον γενικό τίτλο «Ήθη και έθιμα των Ελλήνων και πράξεις και πράξεις κατά την επανάσταση» που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί συμπλήρωμα της βιογραφίας του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Γιώργος Καλλιώρας, ιστότοπος olykos

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


 

  • Βαλέτας Γιώργος, Εισαγωγή στην έκδοση Δημητρίου Αινιάνος Άπαντα, σ.3-6. Αθήνα, Άτλας, 1962.
    • Γκιόλιας Μάρκος, «Αινιάν Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας1. Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968.
    • Καγιαλής Τάκης, «Ένας συμπαθητικός άνθρωπος του 19ου αιώνα», Το Βήμα, 5/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Η κοινωνική πεζογραφία του Δημητρίου Αινιάνος», Το Βήμα, 26/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Δημήτριος Αινιάν», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Δ’ 1830-1880, σ.116-133. Αθήνα, Σοκόλης, 1996.
    • Καψάλης Γερ. Δ., «Αινιάνες», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Αθήνα, Πυρσός, 1927.
    • Λάππας Τάκης, Ρουμελιώτες στην επανάσταση Β΄ Δημήτριος Αινιάνας, Γερο – Πανουριάς, σ.5-14. Αθήνα, 1958.
    • Μαζαράκης Ι. Κ. Αινιάν, «Χρονολόγιο – Εισαγωγή», Δημητρίου Αινιάν, Ο Καραϊσκάκης. Αθήνα, Ερμής, 1974.
    • Μαζαράκης – Αινιάν Ιωάννης, «Αινιάν Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.

Read Full Post »

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα


 

 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων με θέμα:

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα.

 

 

Πλησιάζοντας σε μια ακόμη επέτειο της Εθνεγερσίας του 1821 θα διαβάσουμε, ακούσουμε και δούμε έναν καταιγισμό απόψεων για το ’21, οι περισσότερες από αυτές εστιάζοντας στην σύγκρουση αντιλήψεων που διαπερνούν την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, παρά στα τότε ιστορικά συμβάντα για την εξαγωγή διδαγμάτων.

Κυρίαρχη ανάμεσα σ’ αυτές η άποψη ότι «μετά την αρχική επιτυχία, η Επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο» αντανακλά μια ριζωμένη πεποίθηση, παρά μια από τις πολλές ιστορικές ερμηνείες για την σημασία ιστορικών γεγονότων ή παραγόντων, στο εσωτερικό πολιτικό, στρατιωτικό και διεθνές επίπεδο. Μια άποψη που καταλήγει στο γνωστό ιδεολόγημα ότι «χωρίς την ξένη επέμβαση η ελληνική εξέγερση θα ήταν καταδικασμένη».

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Εξετάζοντας από διεθνολογική άποψη την Επανάσταση του 1821 και αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές… «γεωπολιτικές» / «γεωστρατηγικές» απόψεις που δεν μας οδηγούν στην ουσία της διεθνολογικής ανάλυσης του κρίσιμου ερωτήματος «γιατί πέτυχε η Επανάσταση του ’21», μπορούμε τεκμηριωμένα να επισημάνουμε ότι η Επανάσταση δεν βρέθηκε σε αδιέξοδο, επειδή ήδη είχε επιτύχει με την στρατιωτική επικράτηση της την περίοδο 1821-1823 να αποτελέσει Διεθνές Ζήτημα. Με απλά λόγια, το Ελληνικό ζήτημα έγινε εφικτό να αποτελέσει ένα πρόβλημα «Ειρήνης ή Πολέμου» του διεθνούς ανταγωνισμού και ειδικότερα του κυρίαρχου αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού της εποχής της Παλινόρθωσης μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1815).

Την υπαρκτή αυτή δυνατότητα του Ελληνικού Ζητήματος είχε έγκαιρα υποστηρίξει ο Ι. Καποδίστριας διαβλέποντας ότι εφόσον οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» εξεγερθούν αναπόφευκτα θα ανοίξουν de facto το Ανατολικό Ζήτημα, επί του οποίου συγκρούονταν οι Μ. Δυνάμεις της εποχής και το οποίο δεν συζητήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης επειδή, όπως το Πολωνικό απείλησε να τινάξει στον αέρα τους εδαφικούς διακανονισμούς της Βιέννης, πολύ περισσότερο το Ανατολικό Ζήτημα (δηλαδή ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου) κινδύνευε να οδηγήσει σε πολεμική ρήξη τις Μ. Δυνάμεις.

Ο Ι. Καποδίστριας, αφού συστηματικά πρότεινε ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας αλλά μάταια ανέμενε τον τσάρο Αλέξανδρος Α’ να λάβει την σχετική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, κατέληξε ήδη από το 1816 και πλέον από το 1819 συνέτεινε σταθερά στην προετοιμασία της ανάληψης της πρωτοβουλίας από τους Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεω». Κι όταν έφτασε η ώρα του ’21, ο Ι. Καποδίστριας, από εκείνη πλέον την θέση, ηγήθηκε της ρωσικής διπλωματικής δράσης για να εξασφαλίσει την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, που δεν είχε καταφέρει να πράξει, ως ανερχόμενος διπλωμάτης, στην Βιέννη  του 1815.

Το ποιοτικό στοιχείο της κατάστασης βρίσκεται ΑΚΡΙΒΩΣ στο γεγονός ότι: η ελληνική εξέγερση, με τις στρατιωτικές επιτυχίες, της αναδιάταξε τις διεθνείς ισορροπίες στο Ανατολικό ζήτημα, που η ίδια de facto «άνοιξε» διάπλατα, καθιστώντας την ρωσική παρέμβαση «αναπόφευκτη».

Αυτό σημαίνει ότι:

– ενώ το κέντρο βαρύτητας της Ελληνικής εξέγερσης είναι στην στρατιωτική επιτυχία της σε βάρος της Πύλης,

– ο αντικειμενικός σκοπός της Ελληνικής εξέγερσης βρίσκεται στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος.

Κι αν κανένα αποτέλεσμα δεν είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο για την ελληνική εξέγερση, τόσο η δυνατότητα στρατιωτικής επιτυχίας, όσο και η δυνατότητα διεθνοποίησης του Ελληνικού ζητήματος εδράζονται (πάντα φυσικά ως δυνατότητες στο πλαίσιο υπολογισμού του ρίσκου) στην ανάλυση της κατάστασης τόσο των στρατιωτικών συσχετισμών, όσο και της συγκυρίας του διεθνούς (αγγλο-ρωσικού) ανταγωνισμού.

Κι αν στο πρώτο η εμπειρία, το φρόνημα και οι πολιτικές επιδιώξεις των αδούλωτων οπλαρχηγών έπαιξαν ρόλο, στο δεύτερο η πολιτική ευφυΐα και η διπλωματική δράση του Ι. Καποδίστρια έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Τον ενορχηστρωτή της επαναστατικής προετοιμασίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπαιξε η έγκαιρη δημιουργία της Εταιρείας των Φιλικών στα 1814, που από μόνη της «μαρτυρά» την προ-επαναστατική ανάδειξη αυτών των δυνατοτήτων και την βαθιά πεποίθηση στις «δικές μας δυνάμεις».

Τρεις, επομένως, διακριτές διαστάσεις φορέων της ελληνικής εξέγερσης συμπλέκονται διαλεκτικά διαμορφώνοντας το ενιαίο «ιστορικό υποκείμενο» της εθνεγερσίας του 1821.

Από αυτήν, την καθοριστική άποψη των διεθνών διαδικασιών που επέβαλε η στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης του 1821, δύσκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει την ύπαρξη ενός … «αδιεξόδου» του 1821 και η περίφημη «Ναυμαχία Ναβαρίνου», η «ναυαρχίδα» της άποψης ότι ο … «ξένος παράγοντας έσωσε το 1821», αξιολογείται στο επίπεδο που ιστορικά ανήκει, δηλαδή ως επιλογή «χειρισμού» του ανταγωνισμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό ζήτημα, που επέβαλε στο προσκήνιο των διεθνών εξελίξεων η Επανάσταση του 1821. Γιατί τελικά το κριτήριο της «πράξης» είναι που επιβεβαιώνει ή όχι «σχεδιασμούς» ή «πρωθύστερες» ερμηνείες καθώς η «πράξη» είναι εκείνη που δημιουργεί τις νέες πολιτικές πραγματικότητες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Read Full Post »

Κίτσος (Κυριάκος) Τζαβέλας (1800 ή 1801 1855)


 

Αγωνιστής του 1821 και πρωθυπουργός, δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα όπου κατέφυγε η οικογένειά του όταν καταλήφθηκε το Σούλι το 1803 από τον Αλή Πασά. Ανακηρύχτηκε καπετάνιος – αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης το 1821 έλαβε μέρος σε πολλές και σημαντικές μάχες: Βραχώρι, Πλάκα, Μεσολόγγι, Καρπενήσι, Καλιακούδα, Άμπιανη και Δίστομο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 πολέμησε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη μαζί με 35 Σουλιώτες. Στις 7 Αυγούστου 1825 μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και όταν ο Κιουταχής απείλησε το μικρό νησί Κλείσοβα το Μάρτιο του 1826 ο Τζαβέλας έσπευσε με λίγους άνδρες να ενισχύσει την άμυνά του.

 

Κίτσος Τζαβέλας. Λιθογραφία. Σχέδιο του Καρλ Κράτσαϊζεν.

 

Τζαβέλας Κίτσος, λιθογραφία.

 

Κίτσος Τζαβέλλας

 

Πρωταγωνίστησε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου επικεφαλής 2.500 ανδρών, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 1.300 και κατέφυγε στα Σάλωνα (Άμφισσα). Το 1827, πολέμησε στην Αττική με τον Γ. Καραϊσκάκη, μετά το θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του στρατοπέδου στον Πειραιά.  Υπήρξε πιστός στον Καποδίστρια. Διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη το 1843 και πρωθυπουργός (1847- 48). Τον επόμενο χρόνο έγινε υπουργός Στρατιωτικών και το 1853 πήρε τον τίτλο του αντιστράτηγου. Ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο κατά τον αγώνα των αλύτρωτων περιοχών το 1854 και πέθανε τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Read Full Post »

Γιορτάζοντας το έθνος: Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα –  Χριστίνα Κουλούρη στο: «Αθέατες όψεις της ιστορίας. Κείμενα αφιερωμένα στον Γιάνη Γιανουλόπουλο», Αθήνα, Ασίνη, 2012.


 

 

Την εορτήν της 25 Μαρτίου οφείλει

να τελή μετ’ ενθουσιασμού ουχί η Ελληνική

πολιτεία, αλλ’ η Ελληνική κοινωνία·

ουχί ο υπάλληλος, αλλ’ ο πολίτης.

 

εφ. Εθνικόν Πνεύμα, 1873

 

Στις 25 Μαρτίου 1838, εικοσιένας κανονιοβολισμοί ανήγγειλαν στους κατοίκους της Αθήνας ότι γιόρταζαν την πρώτη τους εθνική γιορτή, βάσει του Β. Διατάγματος που είχε εκδοθεί λίγες μέρες πριν. Ο βασιλιάς Όθων και η βασίλισσα Αμαλία έφθασαν με άμαξα από το παλάτι στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, όπου παρακολούθησαν τη δοξολογία μαζί με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της χώρας, τους ξένους διπλωμάτες, όλες τις συντεχνίες και πλήθος λαού. Στους δρόμους από όπου πέρασε η βασιλική πομπή είχε πα­ραταχθεί η ένοπλη φρουρά της πόλης, ενώ πλήθος κόσμου ζητωκραύγαζε. Φωταψίες στην Ακρόπολη, στα δημόσια κτήρια και στα σπίτια έδιναν τον γι­ορταστικό τόνο, ενώ τη μεγαλύτερη εντύπωση την έκανε ένας μεγάλος σταυρός που σχημάτιζαν φανάρια πάνω στη μία πλευρά του Λυκαβηττού. Στην πλατεία του παλατιού, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει ένα «τρόπαιο» γύρω από το οποίο χόρευαν και πανηγύριζαν. Παρ’ όλο που η εθνική επέτειος είχε καθιερωθεί «κατά κοινήν του έθνους ευχήν», η εορταστική διάθεση σκιαζόταν από τον πολιτικό αναβρασμό. Γράφει η εφημερίδα Αθηνά:

Και πόσην επισημότητα ήθελε δώσει η εορτή αύτη εις την Ελλάδα και εις όλον τον φωτισμένον κόσμον, εάν, μαζή με τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, της φανερώσεως τον απ’ αιώνος μυστηρίου, της εθνεγέρσεώς μας και τα λοιπά, επανηγυρίζετο και η καθίδρυσης του συντάγματός μας, η στερέωσις της ελευθερίας μας αυτής εις την κοινωνίαν μας. 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν μέχρι το 1843, ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου δεν θα είναι ομόψυχος αλλά, αντίθετα, θα αποτελέσει αντικείμενο αντίπαλων εορτασμών και αντιπολιτευτικών εκδηλώσεων. Ήδη, την επόμενη χρονιά από την καθιέρωσή της, το 1839. η μέρα της εθνικής επετείου θα παρέλθει «σκυθρωπή, κατηφής, ατερπής, άσημος, σιωπηλή». Μέχρι το 1843 αντιοθωνική μερίδα θέλησε να οικειοποιηθεί την εθνική επέτειο διοργανώνοντας ιδιωτικούς εορτασμούς με φωταψίες σπιτιών, μνημόσυνα για τους νεκρούς αγωνιστές του 21, συμπόσια και μουσικές, με κορύφωση τη δίκη των πρωτεργατών ενός παρόμοιου εθνικού αντι-εορτασμού το 1841.

Συνεπώς, από τη στιγμή της καθιέρωσής της, η επέτειος της 25ης Μαρτίου υπήρξε αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και αντίπαλων ερμηνειών. Παρ’ όλο που η επιλογή της ημερομηνίας είχε, όπως φαίνεται, την κοινωνική συναίνεση, ο εορτασμός της δεν ήταν συναινετικός. Ούτε όμως υπήρχε συναίνεση ως προς την ερμηνεία του ιστορικού γεγονότος που εορταζόταν, της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω να διατυπώσω κάποιες γενικές υποθέσεις σχετικά με τις εθνικές επετείους στο ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα (1830-1875) τους συμβολισμούς και τους τρόπους εορτασμού τους, τις αντιτιθέμενες ερμηνείες τους και τις πολιτικές τους χρήσεις, με συγκριτικές αναφορές σε άλλα ευρωπαϊκά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για τα πορίσματα μιας εξαντλητικής έρευνας, αλλά για την απόπειρα μιας πρώτης ανάλυσης στοιχείων που έχω συλλέξει μέχρι σήμερα με στόχο, στο μέλλον, μια άλλη δημοσίευση που θα καλύπτει μεγαλύτερο χρονικό εύρος και άλλες πτυχές των επετειακών εορτασμών.

Η θεσμοθέτηση εθνικών επετείων αλλά και η ίδια η έννοια της εθνικής επετείου συνδέονται με την ανάδυση του εθνικισμού και τη δημιουργία των εθνών – κρατών από τα τέλη του 18ου και στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μνημονεύουν ιστορικά γεγονότα που αντιστοιχούν σε στιγμές – κλειδιά της εθνικής βιογραφίας και «φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε, διαμορφώνουμε και κινητοποιούμε την εθνική ταυτότητα». Οι εθνικές επέτειοι είναι μια ευκαιρία για κωδικοποίηση της εθνικής ταυτότητας μέσω της γλώσσας των συμβόλων και της θεατρικής αναπαράστασης. Πρώτο σύμβολο των επετείων είναι η ίδια η ημερομηνία που επιλέγεται, εφόσον η επιλογή του γεγονότος στο οποίο παραπέμπει έχει ως στόχο να υπογραμμίσει συγκεκριμένα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και εθνικές αξίες. Η εθνική επέτειος έχει πρωτίστως ιστορικό περιεχόμενο αλλά εορτάζεται μια επιλεκτική και επεξεργασμένη εκδοχή της ιστορίας.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Παρά την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει ο εθνικισμός με την ιστορία και τη συνέχεια του έθνους που αυτή υποστηρίζει, η ανάγκη για μνημόνευση ιστορικών στιγμών προέρχεται από την επιθυμία της ριζικής τομής με το παρελθόν, της έμφασης στο «νέο» έναντι του «παλιού» και από τη βούληση να εορταστεί το «νέο ξεκίνημα». Η στάση αυτή είναι κοινή στην Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά μόνο οι γάλλοι επαναστάτες εισήγαγαν την «πρώτη πραγματικά εθνική γιορτή μνήμης», γιορτάζοντας στις 14 Ιουλίου 1790 την πρώτη επέτειο της πτώσης της Βαστίλης.

Τα γεγονότα που γιορτάζονται με τις εθνικές επετείους ποικίλλουν σε ολόκληρο τον κόσμο: μέρες απελευθέρωσης, ίδρυσης του κράτους, ψήφισης του συντάγματος, μέρες κατάκτησης, αλλά ακόμη και ήττες ή μέρες πένθους. Εθνική επέτειος της Νορβηγίας είναι η 17η Μαΐου, μέρα σύνταξης του Συντάγματος το 1814 και όχι η μέρα της Ανεξαρτησίας το 1905. Αντίθετα, στη Σουηδία, η 6η Ιουνίου που γιορταζόταν ανεπίσημα από το 1893 ως η μέρα της στέψης του Γουσταύου Α’ (γνωστού ως Γουσταύου Βάζα) το 1523, έγινε επίσημη εθνική επέτειος μόλις το 2005.

Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα που δεν γιορτάζονται, η επιλογή δηλαδή της αποσιώπησης ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος για την εθνική μνήμη. Οι σιωπές αυτές παραπέμπουν συνήθως σε τραυματικά και κυρίως σε διχαστικά γεγονότα, που υπονομεύουν την ενοποιητική λειτουργία που οφείλει να επιτελεί μια εθνική επέτειος. Η λήθη, συνεπώς, συνιστά συστατικό στοιχείο της εθνικής ενότητας, εξίσου σημαντικό με τη μνήμη.

Ήδη το 1882, ο Ερνέστ Ρενάν, στην περίφημη ομιλία του στη Σορβόννη με τίτλο «Τί είναι έθνος;», έλεγε χαρακτηριστικά:

Η λήθη, και θα έλεγα ακόμα η ιστορική πλάνη, είναι ουσιαστικός παράγοντας της δημιουργίας του έθνους και, σε αυτή τη βάση, η πρόοδος των ιστορικών σπουδών συνιστά συχνά κίνδυνο για την εθνότητα.

Σύμφωνα με τη διατύπωση του Ρενάν, η ανακάλυψη της ιστορικής αλήθειας μπορεί να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του έθνους εφόσον η επιβίωση του έθνους εξαρτάται σε ένα σημαντικό βαθμό από την καλλιέργεια «θελκτικών μύθων».

Η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα.

Ως παραδείγματα αναγκαίας λήθης για τους Γάλλους προβάλλει ο Ρενάν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τις σφαγές του Midi τον 13ο αιώνα, γεγονότα δηλαδή που εκλαμβάνονται ως «αδελφοκτόνοι πόλεμοι». Αναλογικά, εμφύλιοι πόλεμοι, σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, γεγονότα των οποίων η υπόμνηση δημιουργεί αισθήματα ντροπής ή ενοχής οφείλουν να διαγράφονται από την εθνική ομογενοποιημένη μνήμη. Η ανάμνηση – εξ ορισμού επιλεκτική – συνοδεύεται λοιπόν από την παράλληλη διαδικασία της λήθης, η οποία συχνά παίρνει τη μορφή της επίσημης λογοκρισίας της δυσάρεστης μνήμης. Είναι αυτό που ο Πολ Κόνερτον ονομάζει «οργανωμένη λήθη».

Τέλος, υπάρχουν κράτη χωρίς εθνικές επετείους. Δεν υπάρχει για παράδειγμα εθνική γιορτή στη Μ. Βρετανία, σε έντονη αντίθεση προς τη γειτονική της Γαλλία αλλά και προς την ιρλανδική παγκόσμια γιορτή της Si Patrick’s Day, η οποία γιορτάζεται ως εθνική γιορτή στις 17 Μαρτίου από την ιρλανδική διασπορά, επιβεβαιώνοντας την ιρλανδική εθνική ταυτότητα. Οι διαφορές αυτές έχουν ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Ο Πίτερ Μπερκ υποστηρίζει ότι η ιστορία ξεχνιέται από τους νικητές αλλά όχι από τους ηττημένους, φέρνοντας το παράδειγμα της «δομικής αμνησίας» των Άγγλων και της υπερτροφίας της μνήμης των Ιρλανδών. Επομένως, δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη για επετειακή μνημόνευση του εθνικού παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Τζον Γκίλις εξάλλου, «τόποι μνήμης» δημιουργούνται στις συγκυρίες όπου υπάρχει ρήξη με το παρελθόν, έστω και κατασκευασμένη. Οι Βρετανοί, που δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας τους, δεν θεσμοθέτησαν εθνικές επετείους με πατριωτικό περιεχόμενο – ενδεχομένως και γιατί οι πιθανές ημερομηνίες μπορούσαν να λειτουργήσουν διχαστικά ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν τη «βρετανικότητα».

Ανεξάρτητα πάντως από τα κριτήρια επιλογής – ή απόρριψης – μιας εθνικής επετείου, η καθιέρωσή της εξαρτάται από μια κεντρική πολιτική απόφαση. Ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός, εφόσον, αυτό ορίζει τις εθνικές αργίες (επιδιώκοντας τη μαζική συμμετοχή), αυτό καθορίζει συνήθως το τυπικό της τελετής και ενδεχομένως αυτό χρηματοδοτεί τις σχετικές εορταστικές εκδηλώσεις. Στην πραγματικότητα, από τον 19° αιώνα, οι εθνικές γιορτές δε λειτούργησαν μόνο ως μέσο για την παραγωγή και αναπαραγωγή εθνικών ταυτοτήτων αλλά και για τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Επρόκειτο για «πολιτική τελετουργία» με την έννοια ότι εκεί σκηνοθετούνταν και εορταζόταν η πολιτική δύναμη…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γιορτάζοντας το έθνος – Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα

 

Read Full Post »

Το Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον της Καποδιστριακής Πολιτείας:  Η πρώτη Ελληνική Διοικητική Αρχή με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική Διοίκηση – © Θεόδωρος Δεβενές. 


 

 «Η Ελλάς ευρίσκεται εις τον ΙΒ΄ ή τον ΙΓ΄ αιώνα. Και άπασαι αι προσπάθειαι της Κυβερνήσεως ή αν επιθυμείτε του νομοθέτου οφείλουν να τείνουν εις το να την οδηγήσουν εις τον παρόντα αιώνα». 

Καποδίστριας προς Εϋνάρδο – Ναύπλιο, 9/21 Ιουλίου 1831.

 

      «… ωστόσο εμείς δεν θεμελιώνουμε την πόλη αποβλέποντας σε αυτό, πώς δηλαδή μία κοινωνική ομάδα θα είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά πώς ολόκληρη η πόλη θα ευτυχεί όσο το δυνατόν περισσότερο».

         Πλάτων, «Πολιτεία» – βιβλίο Δ΄, 419a (μετάφραση: N. M. Σκουτερόπουλος).  

                       

Η καποδιστριακή περίοδος παρουσιάζει εξαιρετικό ερευνητικό ενδιαφέρον, αφού τότε σημειώθηκε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας κράτους δικαίου στον ελληνικό χώρο. Διατυπώθηκαν επίσης και υπηρετήθηκαν στην πράξη, όσο αυτό ήταν δυνατόν, οι βασικές κατευθυντήριες αρχές για την ένταξη των Ελλήνων – μακροπρόθεσμα – στη χορεία των πολιτικά και οικονομικά ανεπτυγμένων εθνών. Η προσπάθεια αυτή, που καταβλήθηκε εκ του μηδενός, αναμετρήθηκε με αντιλήψεις και νοοτροπίες που δεν συμβάδιζαν μεν με την τότε ευρωπαϊκή πραγματικότητα, παρέμεναν όμως πολύ ισχυρές στους κόλπους των ηγετικών στρωμάτων της κοινωνίας. Επιπλέον, έλαβε χώρα εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων (τη διετία 1828-29) και διπλωματικών διεργασιών που απειλούσαν τα ελληνικά δίκαια με οριστικό παραγκωνισμό. Υπενθυμίζεται ότι στο πρωτόκολλο της 6ης Ιουλίου 1827 που είχαν συνυπογράψει Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, δεν υπήρχε πρόβλεψη για ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

 

  1. Εισαγωγή

Στη χώρα που έρχεται να κυβερνήσει ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Ιανουάριο του 1828, έχει συντελεσθεί δραματική μείωση του πληθυσμού. Οι απώλειες του ενεργού πληθυσμού στις  περιοχές που απετέλεσαν από το 1830 το νέο κράτος, υπερβαίνουν το 1/3. Από τη σύγκριση μεταξύ των στοιχείων του 1828 και αυτόν της προεπαναστατικής περιόδου, προκύπτει ότι ο πληθυσμός Πελοποννήσου, Ευβοίας, Τρικάλων, Ναυπάκτου, Μεσολογγίου, Άρτας και Νήσων (μαζί με Κρήτη, Σάμο και Χίο) έχει μειωθεί συνολικά κατά 38% (1.106.500 κάτοικοι, έναντι 1.791.500).

Από τις περιοχές που προαναφέρονται, ο πληθυσμός ειδικότερα της Πελοποννήσου έχει μειωθεί κατά 20%, του Μεσολογγίου κατά 45% και της Ναυπάκτου κατά 28%. Το οικιστικό κεφάλαιο έχει πλήρως καταστραφεί, ενώ πλήθος προσφύγων έχει σωρευθεί στις ελεύθερες περιοχές χωρίς κάποιο μέσο βιοπορισμού.

Οι μακροχρόνιες εχθροπραξίες έχουν παραλύσει την οικονομική ζωή. Οι κατοχικές τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις από τη μία και οι επαναστατικές δυνάμεις από την άλλη με τις αυθαίρετες συμπεριφορές  των αρχηγών τους προς τους κατοίκους της υπαίθρου, καθιστούν αβέβαιη την κατάληξη κάθε δραστηριότητας.  Τακτικά δημόσια έσοδα δεν υπάρχουν, αφού η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος εκ μέρους των προυχόντων είναι συστηματική. Τα έσοδα από τα λιμενικά δικαιώματα έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε ιδιωτικά, ενώ οι δημογεροντίες είναι συχνά εστίες διαφθοράς, τελώντας υπό την προστασία των κατά τόπους ισχυρών. Η ελληνική πειρατεία έχει εξελιχθεί σε μάστιγα της Μεσογείου – μόνο οι Σπέτσες συμμετέχουν με περισσότερα από τριάντα πλοία. Έχουν  μάλιστα συσταθεί και μετοχικές εταιρείες, των οποίων μέλη (μεταξύ άλλων) είναι υπουργοί των επαναστατικών κυβερνήσεων και προεστοί των νησιών, ενώ το ίδιο το δικαστήριο των λειών αποτελείται από πειρατές και συνεταίρους τους. Διάτρητο και το σύστημα μισθοδοσίας και προμηθειών του στρατού: οι οπλαρχηγοί παρουσιάζουν καταστάσεις για 35.000 ενόπλους, ενώ αυτοί δεν υπερβαίνουν τις 15.000.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Εκτεταμένη νόθευση των Εθνικών Λογαριασμών εξάλλου έχει καταγράψει η αρμόδια Επιτροπή, με πόρισμά της προς τη Συνέλευση της Τρoιζήνας (1827). Ακόμη, από τα 50.000.000 και πλέον γρόσια που συγκεντρώθηκαν από τις πολιορκίες και καταλήψεις των εχθρικών φρουρίων, δεν έχει αποδοθεί σχεδόν τίποτα στο Δημόσιο Ταμείο. Τοπικές κοινωνίες επαίρονται ότι η περιοχή τους ποτέ δεν πλήρωσε φόρους, και ούτε θα επιτρέψουν ποτέ να καθιερωθεί γενική φορολόγηση. Η ατμόσφαιρα γενικευμένης ανομίας επισφραγίζεται από την πρακτική των κυβερνήσεων και των πληρεξουσίων του Έθνους να δίνουν προτεραιότητα στη μισθοδοσία βουλευτών και υπαλλήλων. Επιπρόσθετα, η κακή διαχείριση των δύο δανείων της περιόδου 1824-25 έχει αποκλείσει κάθε δυνατότητα δανεισμού από τα ξένα χρηματιστήρια. Τον Ιανουάριο του 1828 η νέα κυβέρνηση αντιμετωπίζει εξωτερικό χρέος 2.800.000 στερλινών και εσωτερικό που ανέρχεται σε 30.000.000 φράγκα περίπου.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης που παρέλαβε, ο Καποδίστριας εφαρμόζει άμεσα πολιτική αυστηρών οικονομιών, συνδυασμένη με την εκμετάλλευση κάθε εσωτερικού πόρου που μπορεί να εντοπισθεί. Εγκαθιδρύει σύστημα προμηθειών στις ένοπλες δυνάμεις, προβαίνει σε παραδειγματική τιμωρία των καταχραστών και επιβάλλει ισότητα στη φορολογία. Ακόμη, πετυχαίνει αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας με την εξάλειψη της πειρατείας (από τον πρώτο μήνα κιόλας) και την καταπολέμηση της ληστείας. Στην αναθέρμανση αυτή συντείνει και η προοδευτική επιστροφή των κατοίκων στις εστίες τους, που κατορθώνεται μ΄ ένα συνδυασμό κυβερνητικής πειθούς και οικονομικών κινήτρων. Με την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, τα δημόσια έσοδα του πρώτου οικονομικού έτους της διακυβέρνησής του (από Φεβρουάριο 1828 έως και Απρίλιο 1829), είναι αυξημένα κατά 240% σε σχέση με τα κανονικά έσοδα του 1823 (8.539.667 γρόσια έναντι 3.578.200). Στον προϋπολογισμό δε του δεύτερου έτους, εμφανίζονται αυξημένα κατά 81%. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά στην Δ΄ Εθνική Συνέλευση, για πρώτη φορά ενώπιον εθνικών αντιπροσώπων.

Μετά την εδραίωση της «Ελληνικής Πολιτείας», που επιβεβαιώνεται με τα ψηφίσματα της Εθνικής Συνέλευσης, η κυβερνητική δραστηριότητα σταδιακά κλιμακώνεται: Η Διοίκηση ενημερώνει αδιάλειπτα τις δημόσιες υπηρεσίες με εγκυκλίους, παρακολουθεί επισταμένως τα προβλήματα που ανακύπτουν και παρεμβαίνει καίρια για την επίλυσή τους, με υποδείξεις και νεότερες οδηγίες. Από την έρευνα συνάγεται επίσης ότι υπήρχε συνεχής αξιολόγηση του προσωπικού. Η βελτιωτική προσπάθεια αφορά και το σύστημα δημοσιονομικού ελέγχου,  που εμπλουτίζεται με θεσμούς που προκαλούν και σήμερα εντύπωση, όπως ο Γενικός Επιθεωρητής Λιμένων, ο Επιθεωρητής Στρατού και ο Επιθεωρητής Τελωνείων Aργολικού κόλπου. Το σύστημα αυτό αποκτά την κορωνίδα του τον Σεπτέμβριο 1829, με την ίδρυση μίας ιδιαίτερης για τα δεδομένα της εποχής της Αρχής – της πρώτης με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική  Διοίκηση στα ελληνικά διοικητικά χρονικά. Ονομάσθηκε Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον.

 

  1. ΤΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

α) Η θέσπιση 

 

Η νέα Αρχή δημοσιονομικού ελέγχου θεσμοθετείται με την αριθ. 14301 Πράξη της Κυβέρνησης (σύμφωνα με το ΛΔ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης), που δημοσιεύεται στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος στις 18 Σεπτεμβρίου [1].  Σύμφωνα με την Πράξη αυτή, το Συμβούλιο συγκροτείται από μέλη που διορίζονται από την Κυβέρνηση, ενώ οι λειτουργίες που επιτελεί και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ορίζονται ως εξής:

  • Δεν υπόκειται στην εξουσία Υπουργού (:«είναι ανεξάρτητον από το Υπουργικόν σώμα»). Αναφορά πεπραγμένων δίνει απευθείας στον Αρχηγό του Κράτους και μόνο σ΄αυτόν.
  • Έχει την αρμοδιότητα αναθεώρησης των δημοσίων οικονομικών από τις 6 Ιανουαρίου 1828 (ημερομηνία έλευσης του Κυβερνήτη στην Ελλάδα) έως το τέλος Σεπτεμβρίου 1829.
  • Εξακολουθεί να έχει την ίδια αρμοδιότητα και για τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του Κράτους από 1ης Οκτωβρίου 1829 και μετά.
  • Είναι αρμόδιο να διενεργεί τον τελευταίο έλεγχο των λογαριασμών (:«θέλει επαγρυπνεί τελευταίον»), ώστε να αποφεύγονται καταχρήσεις ή σφετερισμοί χρημάτων.
  • Έχει την εξουσία να διενεργεί ή να διατάσσει επιθεωρήσεις και να καλεί τους Υπουργούς για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους υποβληθέντες λογαριασμούς των Υπουργείων, ή και για άλλα θέματα της αρμοδιότητας του Συμβουλίου. Η Επιτροπή Οικονομίας και το Γενικό Φροντιστήριο υποχρεούνται να παραδώσουν τα αρχεία τους στο Συμβούλιο.
  • Ενημερώνει κάθε μήνα τον Γενικό Ταμία του Κράτους με λεπτομερή κατάλογο εισερχομένων και εξερχομένων χρηματικών ποσών.
  • Χορηγεί βεβαίωση (:«επίσημο εξοφλητικό») στον κάθε Υπουργό, μετά την θεώρηση των λογαριασμών του Υπουργείου του.
  • Προτείνει μέτρα βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών.

Με την ανωτέρω Πράξη ορίζεται ότι οι εργασίες του Συμβουλίου θα ξεκινήσουν την 1η Οκτωβρίου.

Δημοσιεύονται επίσης  στην Γενική Εφημερίδα οι μηνιαίες απολαβές του Προέδρου και των μελών του. Πρόεδρος ορίζεται ο Γεώργιος Σπανιολάκης (μετέπειτα Γενικός Επίτροπος  του Ελεγκτικού Συνεδρίου) και μέλη οι Χ. Οικονομίδης και Κ. Τασσίκας. Από έγγραφο μισθοδοσίας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, γνωρίζουμε ότι τη σύνθεσή του συμπλήρωναν δύο πάρεδροι και δύο μαθητευόμενοι. Μόνο ένας μικρός αριθμός εγγράφων του Συμβουλίου έχει διασωθεί. Πιθανόν αυτό να οφείλεται στην καταστροφή των αρχείων του Ελεγκτικού Συνεδρίου το 1893 μετά από απόφαση της Διοίκησής του [2], ή, το πιθανότερο, στην μη τήρηση οργανωμένων αρχείων για μεγάλο διάστημα της ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, σε 207 φακέλους των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.A.K.) που καλύπτουν την περίοδο Οκτωβρίου 1829 – Σεπτεμβρίου 1831 και περιέχονται στην ψηφιακή συλλογή «Αρχειομνήμων», φυλάσσονται συνολικά 98 έγγραφα του Συμβουλίου.

Τα 52 από αυτά βρίσκονται στα αρχεία της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης (στο εξής: Γ.Γ.Κ.),  και τα 46 στα αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας (στο εξής: Ε.Ο.) [3]. Μαζί με έγγραφα που υπογράφονται από τον Καποδίστρια, τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Εσωτερικών Ν. Σπηλιάδη (Γραμματεία της Επικρατείας), ή τα μέλη της Επιτροπής Οικονομίας (δηλ. του Υπουργείου Οικονομίας, που διοικούνταν από τριμελή Επιτροπή), συγκροτούν ένα σώμα αξιόπιστων μαρτυριών για την δράση του συλλογικού αυτού οργάνου. Στη συνέχεια  παρατίθεται ένα απάνθισμα του ανευρεθέντος υλικού.

 

β)  Το Χρονικό

1829

 

– 1 Οκτωβρίου: Ο χρονικός προγραμματισμός τηρείται απόλυτα. Με το αριθ. 6 έγγραφό του, τo Συμβούλιο απευθύνει αίτημα προς την Επιτροπή Οικονομίας για την χορήγηση των απαραίτητων ποσοτήτων χαρτιού για τις αναφορές και τα σχέδια εγγράφων που θα συντάσσει. Με το αριθ. 9 έγγραφό του της ίδιας ημέρας, ζητεί από τον Ταμία της Ελλάδος (Ι. Δομπόλης) να του αποστείλει αντίτυπα και αντίγραφα των ψηφισμάτων και των διαταγμάτων με τα οποία ρυθμίζεται η λειτουργία του Γενικού Ταμείου (Ε.Ο.,Φακ.064/434 κ΄007.jpg αντίστοιχα).

– 21 Δεκεμβρίου: Τα πρώτα σοβαρά δείγματα γραφής του Συμβουλίου δίνονται με την αριθ. 28 αναφορά του προς Καποδίστρια, σχετικά  με τους λογαριασμούς δαπανών των προσωρινών Διοικητών Δυτικής Σπάρτης, Λακεδαίμονος και Πραστού, Κορινθίας, Μονεμβασιάς, Αίγινας, καθώς και του Γραμματέα (Υπουργού) των Εξωτερικών. Στους λογαριασμούς των Διοικητών η έρευνα του Συμβουλίου αναδεικνύει πλήθος λαθών, παρατυπιών ή παραλείψεων, όπως: έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων για διενεργηθείσες δαπάνες, υπέρβαση του θεσπισμένου ορίου μισθοδοσίας σε ορισμένες περιπτώσεις, μη εγκεκριμένοι διορισμοί προσωπικού, μη επικυρωμένα παραστατικά δαπανών. Ακόμη επισημαίνει ότι, με εξαίρεση την Δημογεροντία Αίγινας, οι υπόλοιπες δεν αναφέρουν τίποτα για τα δικαστικά δικαιώματα των ειρηνοδικείων που έχουν εισπράξει. «Όσον αφορά τον λογαριασμό του Γραμματέα Εξωτερικών, οι επισημάνσεις αντανακλούν το πνεύμα οικονομίας του Κ.: η δαπάνη για την μεταφορά των αρχείων του Υπουργείου κρίνεται υπερβολική, ενώ τονίζεται ότι η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τα έξοδα «των πραγμάτων των υπαλλήλων». Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί να μην εγκριθούν οι δαπάνες αυτές. Όλες οι ανωτέρω παρατηρήσεις, είναι ενδεικτικές για την κατάσταση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο ελεγκτικός μηχανισμός της εποχής (Γ.Γ.Κ., Φακ.228/251-3.jpg).

 

1830

 

– 15 Ιανουαρίου: Με το αριθ. 919 έγγραφό της, η Γραμματεία της Επικρατείας  εκθέτει στον Καποδίστρια αίτημα του Διευθυντή της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας Ύδρας σχετικά με την οικονομική κάλυψή του για δαπάνη που κατέβαλε ο ίδιος, προκειμένου να εξοφληθούν λογαριασμοί του αστυνόμου του νησιού. Το ποσό έχει εκταμιευθεί στο διάστημα 8 Μαΐου – 9 Αυγούστου 1829. Από το έγγραφο συνάγεται ότι το αίτημα έχει απορριφθεί επανειλημμένα από τον  Έκτακτο Επίτροπο Ύδρας λόγω της έλλειψης των σχετικών αποδεικτικών, και ακόμη, ότι η Επιτροπή Οικονομίας έχει κρίνει την ανωτέρω υπόθεση ως ανεπίδεκτη επεξεργασίας. Αφού τονίσει ότι είναι σύνηθες φαινόμενο η απουσία αποδεικτικών παλαιών λογαριασμών, η Γραμματεία παραθέτει την άποψη του Συμβουλίου – προφανώς για να παρακαμφθεί ο σκόπελος: Κρίνοντας με συγκατάβαση το αίτημα το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά για τον αιτούντα, με το σκεπτικό ότι: α) το συνολικό χρηματικό ποσό είναι μικρό, και β) προκαλείται δυσανάλογη με το θέμα ζημιά στην κυβέρνηση, όσο το αίτημα αυτό επανέρχεται στο προσκήνιο (Ε.Ο.,Φακ.087/534.jpg.).

– 24 Ιανουαρίου:  Με το αριθ.39 έγγραφό του προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο αναφέρεται στην εξέταση των λογαριασμών του Προσωρινού Διοικητή Ναυπάκτου για την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1829. Αναφέρεται ότι, εξετάσθηκε μεν ο λογαριασμός του Οκτωβρίου χωρίς να εντοπισθεί κανένα πρόβλημα, αλλά (ότι) δεν είναι δυνατόν να εξετασθούν τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, επειδή εμπίπτουν στα δημοσιονομικά στοιχεία που έπρεπε να υποβληθούν προς εξέταση το αργότερο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο ανωτέρω χειρισμός εναρμονίζεται – σύμφωνα με το έγγραφο – με τα άρθρα 25 και 29 του ΛΔ΄ Ψηφίσματος (E.O., Φακ.088/620.jpg).

18 Φεβρουαρίου:  Ένα έγγραφο του Συμβουλίου με ιδιαίτερη σημασία, αφού αφορά στην πολύκροτη υπόθεση των δύο δανείων της ανεξαρτησίας (αριθ.56):  Ειδοποιούνται οι διαπραγματευτές των δανείων Ι. Ορλάνδος και Α. Λουριώτης  να παραδώσουν στο Συμβούλιο όσα έγγραφα έχουν στην κατοχή τους σχετικά με την υπόθεση. Η διεξαγωγή της προαναγγελλόμενης έρευνας έχει ορισθεί με την αριθ. 580 διαταγή του Κυβερνήτη.  Ακολούθως, με το αριθ. 59 έγγραφό του (25/2), το Συμβούλιο ενημερώνει τον Κ. ότι έχει ζητήσει από το αρχειοφυλακείο όλα τα σχετικά με τα δύο δάνεια έγγραφα και  ακόμη, ότι από τους δύο εμπλεκομένους έχει απαντήσει μόνο ο Α. Λουριώτης (Γ.Γ.Κ., Φακ.232/487. κ΄ 485.jpg). Οι ημερομηνίες δείχνουν ότι η ενημέρωση είναι άμεση, αφού ο εμπλεκόμενος έχει απαντήσει στις 24/2. Ο ίδιος υπενθυμίζει καταρχήν, ότι οι λογαριασμοί και τα αποδεικτικά των δύο δανείων έχουν διαβιβασθεί προ ετών στις προηγούμενες κυβερνήσεις και μάλιστα έχουν επικυρωθεί από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας. Τα κατάστιχα όμως –συνεχίζει- παραμένουν στο Λονδίνο, εξαιτίας της «δεινής θέσεως» στην οποία περιήλθε όταν έσπευσε να δημοσιοποιήσει τις πράξεις της αρμόδιας για τα δάνεια Επιτροπής. Επικαλείται ακόμη την τότε ταραχώδη πολιτική κατάσταση (οπ.π., Φακ.231Β/103.jpg). Από την ροή των γεγονότων που παρατίθεται εδώ, διαφαίνεται η αποφασιστικότητα της Πολιτείας να διαλευκάνει οριστικά την υπόθεση που είχε στερήσει το έθνος από κάθε πρόσβαση στον δανεισμό από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.

– 19 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας με το έγγραφο αριθ.707, να αποστείλει προς εξέταση στο Συμβούλιο τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας Άργους ώστε να «αποδοθεί το δίκαιον κατά χείρα». Ο έλεγχος αποφασίζεται μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης εναντίον των δημογερόντων για την διαχείριση που ασκούν. Ο ομαδικός χαρακτήρας της αντίδρασης που διαφαίνεται εδώ, αλλά και η αυστηρή διατύπωση που χρησιμοποιείται στο έγγραφο επαληθεύουν αρνητικές πλευρές των δημογεροντιών ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Την επομένη, με το αριθ. 57 έγγραφό του, το Συμβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας καθώς και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τα έσοδα και έξοδα της πόλης (Ε.Ο.,Φακ.095/223 κ΄319.jpg. αντίστοιχα). Επανέρχεται δε στις 6 Μαρτίου με το αριθ. 68 έγγραφο, ζητώντας από την Επιτροπή πληρέστερη επεξεργασία των στοιχείων και ενημερώνοντάς την, ότι στο έργο της πρόκειται να την συνδράμει ο ίδιος ο Γραμματέας της Δημογεροντίας (Ε.Ο., Φακ.098/463.jpg.)

– 5 Μαρτίου: Το αριθ. 65 έγγραφο του Συμβουλίου προς τον Καποδίστρια  σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Μεγαρίδας. Τονίζεται ότι είναι εκ των πραγμάτων αμφισβητούμενη η ορθότητα των στοιχείων τους αφού αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από την ευθύτητα και εντιμότητα των μελών της επιτροπής, και επισημαίνεται, ότι μόνο η επιτόπια έρευνα του Συμβουλίου θα μπορούσε να διασφαλίσει την αξιοπιστία τέτοιων λογαριασμών. Ακολούθως, υποδεικνύεται η απόρριψη της αμοιβής υπηρετικού προσωπικού που είχε χρησιμοποιηθεί από την επιτροπή,  ως μη νόμιμης (Ε.Ο.,Φακ.098/080.jpg).

– 13 Μαρτίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας για τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε στους λογαριασμούς της αλυκής Πύργου Ηλείας, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής (έγγραφο αριθ.77). Αφού διαπιστώνεται σημαντική διαφορά μεταξύ της ποσότητας αλατιού που παράχθηκε και αυτής που διακινήθηκε, και μετά από μελέτη των εγγράφων που συνταχθεί σχετικά από τον Έκτακτο Επίτροπο Ηλείας, την τοπική Δημογεροντία και το συνεργείο των εργατών που παρέλαβαν το αλάτι, το Συμβούλιο επιρρίπτει την ευθύνη στον επιστάτη της αλυκής. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία για την απουσία του κατά το κρίσιμο διάστημα λόγω ασθένειας, αφού ο ίδιος όφειλε να έχει βρει αντικαταστάτη άξιο της εμπιστοσύνης του Εκτάκτου Επιτρόπου και του ιδίου (Ε.Ο., Φακ.099/902-903.jpg).

15 Μαρτίου:  Μία αναφορά-μαρτυρία για την κατάσταση του δημοσιονομικού ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις μέχρι τα τέλη του 1829 (αριθ. 81). Μετά την παύση του Γενικού Φροντιστηρίου και την ίδρυση στη θέση του της ενιαίας Γραμματείας  Στρατιωτικών και Ναυτικών (Νοέμβριος 1829), με κυβερνητική εντολή  παραδίδονται για έλεγχο στο  Συμβούλιο όλα τα έγγραφά του. Οι επισημάνσεις του ελέγχου: α) Έχουν εξαφανισθεί πολλά από τα εισερχόμενα έγγραφα, β) Λείπει το βιβλίο της Γενικής Αποθήκης Υλικού, δηλαδή των πολεμοφοδίων, τροφίμων κλπ., γ) Τα κατάστιχα των λογαριασμών είναι ατελή, αφού το διάστημα Φεβρουαρίου-Οκτωβρίου 1829 δεν έχουν γίνει καθόλου εγγραφές, δ) Ο Ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου, φροντιστές του στρατού Στερεάς και άλλοι υπάλληλοι, δεν έχουν παραδώσει ακόμη λογαριασμούς. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο δηλώνει ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τα ελεγκτικά του χρέη. Επίσης, δεν μπορεί να γνωμοδοτήσει για τις «μερικές απαιτήσεις» που διευθύνονται προς αυτό από κλάδους που υπάγονταν στην πρώην αρμόδια Αρχή (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/193-4.jpg).

17 Μαρτίου: Η αριθ. 84 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, με την οποία καταγράφεται προληπτική παρέμβασή του για την προστασία του δημόσιου χρήματος. Αφορά την πληρωμή μισθών πολιτικού προσωπικού του στρατεύματος Δυτικής Ελλάδας (υπό τον Ρ. Τσώρτς) για την οποία υπάρχει ήδη κυβερνητική εντολή προς το Γενικό Φροντιστήριο και έχει ορισθεί σχετικά και ο τρόπος της εκταμίευσης: το 1/3 του ποσού να δοθεί άμεσα και τα άλλα 2/3 σε πιο κατάλληλη περίσταση. Το Συμβούλιο ενημερώνει όμως, ότι  στη Ναύπακτο  υπάλληλοι ήδη πληρώθηκαν και το δεύτερο τρίτο του οφειλόμενου ποσού, με πρωτοβουλία του Πληρεξούσιου Τοποτηρητή της Κυβέρνησης (Αυγουστίνος Καποδίστριας). Προς διευκόλυνση δε της Κυβέρνησης και για την αποφυγή οποιουδήποτε νέου λάθους, στο έγγραφο – αναφέρεται ότι – εσωκλείεται  κατάλογος των υπαλλήλων που δικαιούνται μισθό, με ξεχωριστά υπολογισμένες τις απαιτήσεις του καθενός (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/416-17.jpg).

– 29 Μαρτίου: Με το αριθ. 104 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει, κατόπιν αναφοράς του Συμβουλίου, την καταβολή δεδουλευμένων σε στρατιωτικούς που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του πρώην Αρχιστρατήγου Τσώρτς. Η διατύπωση επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα  της Αρχής που αναφέρεται απευθείας στον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα: «κατά την προς ημάς, υπ΄αριθ.96 αναφορά του Ελεγκτικού και Λογιστικού Συμβουλίου…»  (Ε.Ο.,Φακ.103/074.jpg).

–  12 Απριλίου: Με το αριθ. 111 έγγραφό του, το Συμβούλιο αναγγέλλει στην Επιτροπή Οικονομίας την άμεση διενέργεια ελέγχου λογαριασμών της Γραμματείας Στρατιωτικών. Το αίτημα έχει υποβληθεί από την Γραμματεία και αφορά μισθούς αξιωματικών μονάδων του Άργους. Ζητείται από την Επιτροπή Οικονομίας να ορίσει τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου αυτού και ακόμη να ορίσει δικό της εκπρόσωπο στη διαδικασία.  Την ίδια ημέρα ενημερώνει ότι, με εντολή της Κυβέρνησης, τα μέλη του Οικονομίδης και Τασσίκας θα παρευρίσκονται διαδοχικά στις δημοπρασίες των εθνικών προσόδων  (Ε.Ο., Φακ.105/966 και 964.jpg αντίστοιχα).

19 Απριλίου: Η αριθ. 116 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Βόνιτσας, Ξηρομέρου και Βάλτου. Αφού επισημαίνει λάθη και κρίσιμες παραλείψεις στοιχείων προτείνει την κατάργηση των κατά τόπους τέτοιων επιτροπών, αφού, «το μέγιστον μέρος των προσόδων δαπανάται εις μακροχρονίους και  πoλυαρίθμους μισθούς και εις περιττά έξοδα». Καταλήγει δε με υποδείξεις για τους μισθούς που πρέπει να πληρωθούν σε μέλη της Επιτροπής και σε βοηθητικό προσωπικό, καταλήγοντας σε  συνολική δαπάνη σαφώς μικρότερη από τις απαιτήσεις των εμπλεκομένων  (Ε.Ο.,Φακ.111/152-155.jpg).

21 Απριλίου: Ομοίως, η αριθ.120 αναφορά σχετικά με το αίτημα του οπλαρχηγού Γ. Πεσλή για την μισθοδοσία 110 ατάκτων στρατιωτών που έχει υπό τις διαταγές του. Παραθέτοντας το ιστορικό της υπόθεσης καταρχήν, το Συμβούλιο αναφέρει την ύπαρξη σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ Γραμματείας της Κυβέρνησης, Γενικού Φροντιστηρίου και Φροντιστηρίου Δυτικής Ελλάδας, χωρίς να βρίσκεται όμως καταχωρημένη κάπου τελική απάντηση για το θέμα. Εξετάζοντας δε τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αποφαίνεται ότι το ανωτέρω στρατιωτικό σώμα δεν δικαιούται μισθό, αφού είναι από αυτά που συγκεντρώνονται και διαλύονται όποτε θέλουν. Η γνωμοδότηση αυτή συνιστά σημαντική πληροφορία για τη συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής, αφού αποδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων προϋποθέσεων στη μισθοδοσία και των μη τακτικών σωμάτων. Σημειώνεται ότι η συνέχιση της χρηματοδότησής τους έχει αποφασισθεί από  τον Κυβερνήτη ήδη από το 1828, με το σκεπτικό ότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα αποτρεπόταν ληστρική δράση εκ μέρους τους  (Γ.Γ.Κ., Φακ.237Α/488.jpg).

–  28 Απριλίου: Με το αριθ. 267 έγγραφό της, η Γραμματεία Στρατιωτικών ζητεί από το Συμβούλιο την συνδρομή του για σοβαρό ζήτημα που έχει εγερθεί σχετικά με την μισθοδοσία των ευζωνικών ταγμάτων Μεγάρων, κατά το διάστημα Μαρτίου – Οκτωβρίου 1829. Όπως τονίζεται στο έγγραφο, ο αρχηγός των ανωτέρω σωμάτων ισχυρίζεται ότι οι μισθοί αυτοί δεν καταβλήθηκαν. Το θέμα ανάγεται στην περίοδο λειτουργίας του Γενικού Φροντιστηρίου  (πριν την ίδρυση του Συμβουλίου) και τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται ήδη στην κατοχή του Συμβουλίου (Ε.Ο.,Φακ.108/264.jpg).

3 Μαΐου: Έγγραφο του Κυβερνήτη (αριθ.1302) προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με την εξέταση των λογαριασμών του Εκτάκτου Επιτρόπου Ανατολικής Ελλάδας. Ο ίδιος τονίζει ότι κρίνονται επαρκείς οι εξηγήσεις του Επιτρόπου για το θέμα της υπέρβασης δαπανών που έχει προκύψει, και επιτρέπει να πιστωθεί τελικά ο λογαριασμός του Επιτρόπου με το ανάλογο ποσό. Επίσης, δίνει εντολή στην Επιτροπή να αποστείλει στο Συμβούλιο και το δικό του έγγραφο μαζί με την αιτιολογική αναφορά δαπανών του ανωτέρω αξιωματούχου (Ε.Ο.,Φακ.111/492.jpg).

3 Μαΐου: Ο Κυβερνήτης αποστέλλει την προαναφερόμενη έκθεση του Συμβουλίου για την επιτροπή προσόδων Βόνιτσας κ.λπ. στην Επιτροπή Οικονομίας, με το αριθ. 1300 έγγραφο. Εγκρίνει την εισήγηση του Συμβουλίου για χορήγηση μισθού μόνο οκτώ μηνών στα μέλη της επιτροπής προσόδων και αυστηρά υπό τον όρο ότι θα παρουσιάσουν τις σχετικές αποδείξεις. Αλλιώς – τονίζει – να μην αμειφθούν καθόλου. Ακόμη, ότι δεν θα πρέπει να λάβουν μισθό όσοι εκ των υπαλλήλων δεν συμπεριλαμβάνονται στους σχετικούς καταλόγους της Επιτροπής Οικονομίας (Ε.Ο.,Φακ.111/150.jpg).

8 Μαΐου: Έγγραφο του Συμβουλίου (αριθ. 144) προς την Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφορικά με οικονομικές απαιτήσεις του στρατηγού Γιατράκου από το Δημόσιο κατόπιν δαπανών που κατέβαλε ο ίδιος για έργα στο φρούριο Μυστρά. Όπως προκύπτει από την εξέταση των σχετικών λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου της περιοχής Μάνης:  α) Ο Επίτροπος δεν αναφέρει την ύπαρξη χρέους προς τον στρατηγό (500 γρόσια) παρά το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί πληρωμή πολλαπλάσιου ποσού προς αυτόν (3500 γρόσια), και β) Το ανωτέρω καταβληθέν ποσό έχει συμπεριληφθεί στο σύνολο των εξόδων χωρίς να υπάρχει γι΄αυτό σχετική εντολή της Κυβέρνησης. Για την οριστική επίλυση του ζητήματος το Συμβούλιο ζητεί τον αριθμό της εντολής, και ακόμη, εφιστά την προσοχή της Γραμματείας Στρατιωτικών σε νέα έγγραφα που ήδη έχει αποστείλει ο πρώην Επίτροπος Μάνης (Ε.Ο.,Φακ.111/698.jpg).

13 Μαΐου: Η αριθ. 147 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, αναφορικά με τον έλεγχο των λογαριασμών του Νοσοκομείου Ναυπλίου. Αντικείμενο του ελέγχου ήταν οι δαπάνες που έγιναν με πρωτοβουλία του χειρουργού του Νοσοκομείου για την βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στο κτήριο. Το Συμβούλιο εγκρίνει την κάλυψη των δαπανών με μία έξυπνη συλλογιστική: με δεδομένη την έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων, υπολόγισε την δαπάνη ανά νοσηλευόμενο. Συνυπολογίζοντας τα έξοδα «της τροφής, της περιποιήσεως, ιατρικών και μισθού των δουλευτών» κρίνει το τελικό αποτέλεσμα ως ιδιαίτερα οικονομικό (30 λεπτά του φοίνικα ανά άτομο). Επιπροσθέτως, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο φρόντισε και έλαβε ακριβείς – και ιδιαίτερα εγκωμιαστικές-πληροφορίες για την ποιότητα των εργασιών που εκτελέσθηκαν, από τον Διοικητή του Νοσοκομείου και από εκπρόσωπο επιτροπής που είχε συσταθεί για το θέμα των δαπανών. Προτείνεται ακόμη η σύσταση τριμελούς επιτροπής επιστασίας του Νοσοκομείου, που θα συγκροτηθεί από προβεβλημένα μέλη της τοπικής κοινωνίας με υπόδειξη του Διοικητή Ναυπλίου και της Δημογεροντίας. Ως δυνητικό καθήκον της επιτροπής    προτείνεται και η εκπόνηση Οργανισμού του Νοσοκομείου (Γ.Γ.Κ., Φακ.239/541-542.jpg).

14 Μαΐου:  Αναφορά του Συμβουλίου αριθ.149 προς Καποδίστρια, σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών της επιτροπής για τις προσόδους Σαλώνων, Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου. Η αναφορά αυτή είναι χαρακτηριστική της ανοιχτής σκέψης και της ευρύτητας των κριτηρίων του Συμβουλίου: α) Εκφράζοντας διαφορετική άποψη από την Επιτροπή Οικονομίας,  το Συμβούλιο θεωρεί ότι τα έξοδα της επιτροπής προσόδων για τα οποία δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά είναι λίγα – για τόσο μικρά ποσά δεν δίνονται αποδεικτικά, σημειώνει. Προσθέτει επίσης ότι τα έξοδα της επιτροπής κρίνονται λίγα και στην περίπτωση που συγκριθούν με αυτά άλλων επιτροπών προσόδων, β) Εγκρίνει επίσης την χρησιμοποίηση ενός υπηρέτη στη διάρκεια των εργασιών, αν και δεν υπήρχε η σχετική άδεια της Επιτροπής Οικονομίας γι΄αυτό.  Η χρησιμοποίησή του κρίνεται δίκαιη, επειδή η επιτροπή δεν είχε ούτε γραμματέα, ούτε κάποιον άλλο υπάλληλο στη διάθεσή της, γ) Εγκρίνει τέλος την χορήγηση υψηλότερου μηνιαίου μισθού στα μέλη αυτής ειδικά της επιτροπής προσόδων λόγω της παραγωγικότητάς της (450 γρόσια έναντι 400), υπενθυμίζοντας σχετικά το αριθ.11855 διάταγμα της Κυβέρνησης, που συνδέει το ύψος του μισθού με το ποσό που αποδίδει στην Κυβέρνηση η κάθε επιτροπή. Την επομένη ο Κυβερνήτης ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας με το αριθ.1425 έγγραφο, ότι εγκρίνονται απόλυτα οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου για τους ανωτέρω λογαριασμούς και προβαίνει στις σχετικές εντολές (Ε.Ο., Φακ.114/373-374, & 114/371.jpg αντίστοιχα).

16 Μαΐου: Το κύρος του Συμβουλίου επιβεβαιώνεται με ευθεία  παρέμβασή του στον τρόπο δουλειάς  της Κεντρικής Διοίκησης.  Με το αριθ. 151 έγγραφό του συγκεκριμένα ενημερώνει τον Κυβερνήτη, ότι, παραδόθηκαν μεν στο Αρχειοφυλακείο αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας, η αταξία όμως που τα χαρακτηρίζει και η έλλειψη παραστατικών δεν επιτρέπουν σοβαρή επεξεργασία των λογαριασμών εκ μέρους του (Φακ.Ε.Ο.114/608.jpg). Στις σοβαρές αιτιάσεις του Συμβουλίου επιχειρεί να απαντήσει στις 21 Μαΐου η Επιτροπή με το αριθ. 3256 έγγραφό της.  Αφού παραθέτει σε αυτό ένα χρονικό των ενεργειών της κατά το εξεταζόμενο διάστημα του 1829 και παρά την προσπάθειά της να υποτιμήσει τη σημασία των επισημάνσεων («…διότι δεν ευρίσκει, λέγει, εις αυτά τον ανήκοντα Ισολογισμόν…») καταλήγει με την ομολογία ότι πράγματι δεν έχει συνταχθεί γενικός ισολογισμός – προτίθεται όμως να τον συντάξει άμεσα. Ο επίλογος γράφεται από τον Πρωθυπουργό Σπηλιάδη, που την επομένη (22/5) διαβιβάζει στο Συμβούλιο τον γενικό ισολογισμό που τελικά συνέταξε αυθημερόν η Επιτροπή Οικονομίας (Γ.Γ.Κ., Φακ.240/504-506 κ΄ 240/638.jpg. αντίστοιχα).

17 Μαΐου: Η αριθ. 152 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Λειβαδιάς, Ταλαντίου και Μενδενίτσας. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί: α) Να απορριφθεί ο προτεινόμενος από την επιτροπή προσόδων μισθός ενός υπηρέτη, με το σκεπτικό, αφενός ότι δεν είχε εγκριθεί η πρόσληψή του από την Οικονομική Υπηρεσία και αφετέρου, ότι την δική του εργασία θα μπορούσαν να παράσχουν οι τρείς ιπποκόμοι που είχαν προσληφθεί, β) Να μην εγκριθούν οι προτεινόμενοι μισθοί των γραμματέων της επιτροπής, αφού δεν δικαιολογείται η υπέρβαση (κατά 223 γρόσια συνολικά) του ύψους των μισθών που είχαν ήδη εγκριθεί, γ) Να μην εγκριθεί η καταβολή μισθών 11 μηνών και 13 ημερών που ζητούν τα μέλη της επιτροπής προσόδων, αφού δεν μπορεί να αιτιολογηθεί επαρκώς ότι όλο αυτό το διάστημα τους ήταν απαραίτητο για την διεκπεραίωση των εργασιών τους. Αναπτύσσοντας σκεπτικό βασισμένο στα διαθέσιμα στοιχεία ολοκλήρωσης των εργασιών κατά τους προηγούμενους μήνες, το Συμβούλιο εισηγείται την καταβολή μισθών μόνο 9 μηνών στα μέλη της επιτροπής, και δ) Να χορηγηθεί μισθός στους τρείς υπηρέτες των επιστατών, ανάλογος με τα δικαιολογητικά που βρέθηκαν στους λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, κάνοντας πιο προσεκτική καταμέτρηση των σχετικών ποσών απ΄ότι η Επιτροπή Οικονομίας, υπολογίζει το συνολικό ποσό των μισθών τους μεγαλύτερο κατά 100 γρόσια συνολικά (Ε.Ο., Φακ.115/109-111.jpg).

21 Ιουνίου: Το έγγραφο αριθ. 189 του Συμβουλίου, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής για τις εθνικές προσόδους Καρπενησίου και Κραβάρων για το έτος 1829. Ο έλεγχος έχει ζητηθεί από την Επιτροπή Οικονομίας. Μεταξύ των παρατηρήσεων του Συμβουλίου, είναι και: α) Υπάρχει λάθος στον  υπολογισμό της δεκάτης σε ποσότητες μεταξιού, β) Ενώ ένας από τους επιστάτες τιμωρήθηκε (για σφετερισμό ή για ποινή, όπως αναφέρεται) με πρόστιμο 2.000 γροσίων περίπου, δεν φαίνεται στους λογαριασμούς η ομολογία που έχει εκδοθεί σχετικά, και γ) Δεν βρίσκονται αποδεικτικά για τα έξοδα δύο εκ των μελών της επιτροπής προσόδων. Υποδεικνύεται στην Επιτροπή Οικονομίας να ζητήσει τα έγγραφα αυτά, ή, εναλλακτικά, να ζητήσει λεπτομερέστερη ενημέρωση για τα έξοδα (Ε.Ο., Φακ.123/201-202).

5 Ιουλίου: Το αριθ. 1876 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με τον χειρισμό γραμματίων που είχαν εκδοθεί στο όνομα αξιωματικών του στρατού και έχουν περιπέσει σε αχρηστία. Η Επιτροπή καλείται να έλθει σε συνεννόηση με την Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο, ώστε, αφού πρώτα καταχωρισθούν τα στοιχεία για τα ήδη διαμοιρασθέντα γραμμάτια, τα υπόλοιπα να καούν με την παρουσία εκπροσώπων όλων των εμπλεκομένων Αρχών (:«τα υπόλοιπα θέλετε καύση όλοι ομού»). Δίνεται ακόμη εντολή για πίστωση του κάθε λογαριασμού με συγκεκριμένη ποσότητα φοινίκων (Ε.Ο.Φακ.126/732.jpg). Για  καύση γραμματίων πληροφορεί και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, της 31/5 (αριθ.3506). Αναφέρεται ότι παρέστησαν – εκτός των μελών της Επιτροπής – ο Γραμματέας των Ναυτικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου (Γ.Γ.Κ., Φακ.241/881.jpg).

8 Ιουλίου: Με το αριθ. 197 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο ενημερώνει για το θέμα των λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας (πρώτα) και Βορείων Κυκλάδων, Νικόλαο Καλλέργη. Ο έλεγχος διενεργείται κατόπιν αίτησης του ίδιου του Καλλέργη, πριν αναλάβει τη νέα του διοικητική θέση. Το Συμβούλιο διαμηνύει στην Επιτροπή ότι ο έλεγχος δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγω μη αποστολής ακόμη των σχετικών στοιχείων. Για να μην υπάρξει όμως καθυστέρηση στην ανάληψη των νέων καθηκόντων του αιτούντος, το Συμβούλιο προτείνει στην Επιτροπή να αποστείλει καταρχήν βεβαίωση-μαζί με τα στοιχεία-ότι οι λογαριασμοί δεν παρουσιάζουν λάθη και κατόπιν θα ακολουθήσει η ενδελεχής εξέτασή τους (Ε.Ο., Φακ.127/293.jpg).

24 Ιουλίου: Η αριθ. 212 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη για τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Γραμματείας Ναυτικών και του γαλλικού εμπορικού οίκου «Βαρρύ-Δερβιώ». Η υπόθεση αυτή έλαβε χώρα την περίοδο Αυγούστου – Νοεμβρίου 1829 με εκατέρωθεν αποστολές εγγράφων για το θέμα. Από την αναφορά του Συμβουλίου προκύπτουν τα εξής: 1) Η Γραμματεία Ναυτικών συνήψε  συμφωνία με τον γαλλικό οίκο για την πώληση ποσότητας ορειχάλκου στη Γαλλία και για τον εφοδιασμό του ελληνικού Δημοσίου με μόλυβδο, πυρίτιδα, χαλκό, χαρτί για φυσίκια και άλλα είδη, 2) Αφού πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εμπορικές πράξεις, η Γραμματεία Ναυτικών ανακοίνωσε τη διαφωνία της για διάφορες πτυχές τους απαιτώντας επιστροφή χρημάτων. Τα επίμαχα ζητήματα ήταν: α) το ύψος της προμήθειας για την πώληση των μεγάλων κομματιών ορειχάλκου και για την αγορά των ειδών που είχε ζητήσει το ελληνικό Δημόσιο, καθώς και αυτής που υπολογίσθηκε πάνω στις προβλέψεις του συμβεβλημένου οίκου, β) το ύψος και η αιτιολόγηση των διαφόρων εξόδων που απαιτήθηκαν, όπως για την επιδιόρθωση της κορβέτας που είχε σταλεί, γ) η διενέργεια της πώλησης του ορειχάλκου με δημοπρασία (αντί να γίνει απευθείας), και δ) η ποιότητα του χαρτιού για φυσίκια.  Εξετάζοντας αναλυτικά τα σημεία ένα προς ένα σε μακροσκελές έγγραφό του, το Συμβούλιο κρίνει αβάσιμες τις απαιτήσεις του ελληνικού Δημοσίου. Μοναδική εξαίρεση θεωρεί το θέμα του χαρτιού για φυσίκια, για το οποίο προτείνει αιρετοκρισία. Προσθέτει όμως, ότι η Γραμματεία των Ναυτικών θα πρέπει να αποδείξει ότι το χαρτί αυτό ήταν πράγματι  ακατάλληλης ποιότητας και ότι δεν υπήρξε αλλοίωσή του στη διάρκεια του ταξιδιού (Ε.Ο.,Φακ.136/911-915.jpg). Μετά την γνωμοδότηση του Συμβουλίου, ο Υπουργός των Ναυτικών Βιάρος Καποδίστριας καταθέτει μεν τη δυσαρέσκειά του με το αριθ.613 έγγραφό του προς την Κυβέρνηση (15/8), αποδέχεται όμως ότι δεν έχει άλλα περιθώρια υπεράσπισης των απόψεών του. Για την ειδικότερη υπόθεση που παραπέμπεται σε αιρετοκρισία, προτείνει ως ένα εκ των κριτών τον γερουσιαστή Αντωνόπουλο και για Επίτροπο του Δημοσίου, τον Δημόσιο Συνήγορο Ράλλη (Γ.Γ.Κ., Φακ.249/093-95.jpg).

– 20 Αυγούστου: Το αριθ. 227 έγγραφο του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο εντοπίζεται σημαντική διαφορά μεταξύ του ποσού με το οποίο η Επιτροπή είχε χρεώσει την πρώην ενιαία Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και του ποσού που η ίδια η Γραμματεία είχε πιστώσει στον λογαριασμό της, από την σύσταση μέχρι την παύση της (σ.σ.: δηλ. έως 30-4-1830). Κρίνεται απαραίτητη η αποστολή πληρέστερων στοιχείων εκ μέρους της Επιτροπής,  προκειμένου να καταστεί δυνατή η επεξεργασία των στοιχείων (Ε.Ο., Φακ.137/432.jpg).

 

1831

 

– 9 Ιανουαρίου: Το αριθ. 8167 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας προς Κ.,  αναφορικά με την γνωμοδότηση του Συμβουλίου για λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού και Βενέτικου. Από το έγγραφο προκύπτουν τα εξής: α) Ο Έκτακτος Επίτροπος Δυτικής Ελλάδας έχει υποβάλει έκθεση για την δραστηριότητα της ανωτέρω επιτροπής, κατηγορώντας την για κατάχρηση δημοσίου χρήματος, β) Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί υπέρ της επιτροπής και μάλιστα με απόλυτο τρόπο: «…αναιρούν άρθρον προς άρθρον τας παρατηρήσεις του Εκτάκτου Επιτρόπου». Η απόφανση αυτή του Συμβουλίου είναι χαρακτηριστική του ρόλου του για την εμπέδωση κλίματος δικαιοσύνης στον δημοσιονομικό έλεγχο (Γ.Γ.Κ., Φακ. 259/288-89.jpg). 

12 Ιανουαρίου: Το αριθ. 283 έγγραφο του Συμβουλίου προς την  Επιτροπή Οικονομίας με συμπεράσματα από την εξέταση υποθέσεων του Τμήματος Αρκαδίας. Οι υποθέσεις αυτές είναι οι κάτωθι: α) Λανθασμένες χρεώσεις και πιστώσεις ποσών στους λογαριασμούς των  Εκτάκτων Επιτρόπων Αρκαδίας και Αργολίδας. Εντοπίζεται η πηγή των λαθών (ο ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου) και υποδεικνύονται οι κατάλληλοι χειρισμοί για την διόρθωσή τους. Προκειμένου να εξαχθούν τα συμπεράσματα για την ανωτέρω υπόθεση, εξετάζονται και έγγραφα του Ιουλίου 1829, δηλ. πριν την ίδρυση του Συμβουλίου, β) Η μισθοδοσία των αστυνόμων Καρύταινας και Φαναρίου Αρκαδίας ως τα τέλη 1828, ως προς τη νομιμότητά της. Παρά το γεγονός ότι δεν ανευρίσκεται έγγραφο της Διοίκησης που να επικυρώνει την πρόσληψή τους, το Συμβούλιο αποφαίνεται θετικά, χρησιμοποιώντας ως τεκμήριο φύλλο της Γενικής Εφημερίδας στo οποίο αναγράφονται τα ονόματα των δύο ανωτέρω ως υπηρετούντων στο Σώμα, γ) Η νομιμότητα της μισθοδοσίας αστυνόμου της Τρίπολης. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά, συνεξετάζοντας πληροφορίες από τρία έγγραφα: κυβερνητικό διάταγμα, έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, και δ) Η μισθοδοσία δύο επιστατών αποθηκών, για την οποία επίσης τεκμηριώνεται  θετική γνωμοδότηση (Ε.Ο., Φακ.177/899-902.jpg).

16 Ιανουαρίου: Με το αριθ.2948 έγγραφό του προς Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει την παρουσία εκπροσώπων της Γερουσίας και του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου στη δημοπρασία των ετήσιων εθνικών προσόδων που θα διεξαχθεί στο Ναύπλιο. Η σχετική πρόταση έχει κατατεθεί από την ανωτέρω Επιτροπή (Ε.Ο., Φακ.171/042.jpg).

– 18 Ιανουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας (με το αριθ.2997 έγγραφο) να αποστείλει τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού κλπ. στον Διοικητή Ναυπάκτου, προκειμένου να αποδειχθεί αν πράγματι έλαβαν χώρα τα όσα καταμαρτυρούνται στα μέλη της για κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Η εξέταση της υπόθεσης ορίζεται να γίνει σύμφωνα με  σχετικές οδηγίες της Γραμματείας Δικαιοσύνης.  Όπως αναφέρεται, η διεξαγωγή της έρευνας διατάσσεται επειδή οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση δεν κατάφεραν να αποδείξουν την αθωότητά τους κατά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τον Έκτακτο Επίτροπο Δυτικής Ελλάδας και το Συμβούλιο (Ε.Ο., Φακ.172/ 115.jpg).

28 Ιανουαρίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση πολίτη από την Ύδρα (Γ. Γκιώνης) που έχει εγείρει απαίτηση κατά του Δημοσίου ύψους 26.205 δίστηλων, από εποχή προγενέστερων κυβερνήσεων. Σύμφωνα με το αριθ. 3077 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου γνωμοδοτεί ότι το ποσό που πράγματι χρωστά το Δημόσιο στον πολίτη είναι σημαντικό μικρότερο (10.803 δίστηλα). Από την εξέταση της υπόθεσης έχουν ζητήσει την εξαίρεσή τους τα άλλα δύο μέλη της Αρχής, επειδή έχουν συμμετάσχει στο παρελθόν σε Επιτροπή διερεύνησης της ίδιας υπόθεσης (εν μέσω άλλων). Μετά την θετική για το Δημόσιο γνωμάτευση, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να χορηγείται στον ενδιαφερόμενο μηνιαία ενίσχυση 50 δίστηλων για τις σπουδές του αδελφού του στην Ευρώπη. Στην προκείμενη περίπτωση η Κυβέρνηση αντισταθμίζει τη ζημιά που έχει προκληθεί από τις φημισμένες για την (τουλάχιστον) ανευθυνότητά τους στα δημοσιονομικά, επαναστατικές κυβερνήσεις  (Ε.Ο., Φακ.175/540-1.jpg). 

31 Ιανουαρίου: Με το αριθ.296 έγγραφό του, το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των δαπανών για την ανέγερση του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας και του Εθνικού Τυπογραφείου, και ότι όλα έχουν καλώς. Οι λογαριασμοί είχαν σταλεί από την Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Ε.Ο., Φακ.176/511.jpg).

 3 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας απαντά στο αριθ.8720 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας αναφορικά με  λογαριασμούς του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας. Εγκρίνοντας απολύτως την αναφορά που του έχει ήδη υποβάλει το Συμβούλιο δίνει εντολή να καλυφθούν μόνον τα κονδύλια που έχουν θεωρηθεί από το Συμβούλιο νόμιμα, ενώ τα υπόλοιπα να καταχωρηθούν εις βάρος του Επιτρόπου αφού δεν υπάρχουν τα σχετικά αποδεικτικά (Ε.Ο., Φακ.177/403.jpg).

5 Φεβρουαρίου: Ένα πολύ ιδιαίτερο έγγραφο (αριθ.367): Το Συμβούλιο επισημαίνει στην Επιτροπή Οικονομίας ότι μέλος του (Χ. Οικονομίδης) παρεμποδίσθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του από μέλος της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της δημοπρασίας των εθνικών προσόδων και της εκποίησης των φθαρτών κτημάτων. Το περιστατικό συνέβη όταν το ανωτέρω μέλος του Συμβουλίου ζήτησε κατάλογο των δημοπρατηθέντων στις 4 & 5 Φεβρουαρίου. Το Συμβούλιο δηλώνει άγνοια των λόγων που προκάλεσαν την συμπεριφορά αυτή και ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τα στοιχεία για το επίμαχο διάστημα, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή του εκπροσώπου του στη δημοπρασία ορίσθηκε με κυβερνητική εντολή. Από το έγγραφο δεν προκύπτει ενημέρωση του Κυβερνήτη για το γεγονός (Ε.Ο., Φακ.177/195.jpg).

8 Φεβρουαρίου:  Το αριθ. 4661 έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας  προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο δίνεται εντολή να αποσταλούν οι λογαριασμοί του Εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας στο Συμβούλιο και να υπάρξει κατόπιν σχετική αναφορά με τα πορίσματα της έρευνας (Ε.Ο., Φακ.179/114.jpg).

–  13 Μαρτίου: Σε εφαρμογή του ΚΔ΄ Ψηφίσματος, με το αριθ. 3382 έγγραφο του Καποδίστρια προς την Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται μέτρα μετεγκατάστασης, στέγασης και οικονομικής στήριξης των προσφύγων από την Κρήτη.  Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά 40 λεπτών στους κατοίκους της επικράτειας για την υλοποίηση των μέτρων αυτών, ενώ το έργο της συλλογής των χρημάτων  ανατίθεται σε Επιτροπή, αποτελούμενη από 2 Γερουσιαστές και τον Υπουργό Ναυτικών. Όσον αφορά ειδικότερα στον τρόπο διάθεσης του ανωτέρω ποσού, ορίζεται ότι η Επιτροπή θα παραδώσει τον απολογισμό των πεπραγμένων της στο Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο  (Ε.Ο., Φακ.220/575.jpg).

15 Ιουνίου: Το Συμβούλιο (έγγραφο αριθ. 343) αναφέρει προς την Επιτροπή Οικονομίας ότι βρέθηκε σημαντική απόκλιση μεταξύ των στοιχείων της Επιτροπής και αυτών της Γραμματείας Ναυτικών, σχετικά  με το συνολικό ποσό που χορηγήθηκε στη Γραμματεία το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου. Ακολούθως δίνει εντολή  στην Επιτροπή  να εντοπίσει τις αιτίες της απόκλισης αυτής (75.000 φοίνικες περίπου-στο έγγραφο είναι υπολογισμένη με ακρίβεια) και να στείλει ακολούθως τα στοιχεία εκ νέου, προκειμένου να συνταχθεί ο ισολογισμός του Υπουργείου Ναυτικών (Ε.Ο., Φακ.206/181.jpg).

16 Ιουνίου: Υποβάλλει ξαφνικά την παραίτησή του ο πρόεδρος του Συμβουλίου Γεώργιος Σπανιολάκης, επικαλούμενος οικογενειακούς λόγους. Την επομένη ενημερώνεται ότι γίνεται δεκτή από τον Κυβερνήτη η παραίτησή του, αλλά με  δυσαρέσκεια ( η επιστολή υπογράφεται από τον Σπηλιάδη). Η παραίτηση ενός άξιου συνεργάτη της Κυβέρνησης την συγκεκριμένη στιγμή αποτελεί σοβαρό πλήγμα γι΄αυτήν, αφού έχουν εκδηλωθεί από τις αρχές της χρονιάς στασιαστικές κινήσεις της αντιπολίτευσης και αποσκιρτήσεις στελεχών του κρατικού μηχανισμού  (Γ.Γ.Κ., Φακ.269/042.jpg).

30 Ιουνίου: Δημοσιεύεται ο «Οργανισμός των Χαρτονομισμάτων» με υπογραφή Καποδίστρια, όπου κομβικός προβλέπεται ο ρόλος του Συμβουλίου (έγγραφο αριθ.3944). Σύμφωνα με τον Οργανισμό, τα χαρτονομίσματα που θα εκδίδονται κάθε φορά θα αποστέλλονται στο Συμβούλιο δεμένα σε ειδικά βιβλία. Εξαιρείται ποσότητα ίση με το 1/30 του συνόλου, που θα αποστέλλεται στην Επιτροπή Οικονομίας (με τελικό αποδέκτη το Γενικό Ταμείο, για τις τρέχουσες ανάγκες). Το Συμβούλιο και η Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται ως οι Αρχές με αποκλειστικό δικαίωμα πρόσβασης στην ποσότητα του νέου χρήματος, αφού μόνο αυτές θα έχουν κλειδί του κιβωτίου όπου θα φυλάσσονται τα χαρτονομίσματα  (Ε.Ο., Φακ.208/338.jpg).

– 29 Ιουλίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει τον Καποδίστρια για τον ισολογισμό της Επιτροπής Αποκατάστασης των Κρητών προσφύγων. Στον ισολογισμό συμπεριλαμβάνονται οι συνεισφορές, το δάνειο 15.000 φοινίκων που χορήγησε η Κυβέρνηση στην Επιτροπή και τα παραστατικά για την διανομή των χρημάτων στους διεσπαρμένους στην Επικράτεια Κρήτες. Μετά την παραβολή των λογαριασμών με τα στοιχεία των συνεισφορών και της διανομής των χρημάτων που διενήργησε, το Συμβούλιο βεβαιώνει ότι όλα έχουν καλώς (Γ.Γ.Κ, Φακ.271/773-4.jpg).

30 Ιουλίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση για ένα θεσμό-πρότυπο της Καποδιστριακής Πολιτείας. Με το αριθ.369 έγγραφό του, ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε η εξέταση των λογαριασμών του Προτύπου Αγροκηπίου Τίρυνθας  και  (ότι) απεστάλη το τελικό πόρισμα στον Κυβερνήτη. Η έρευνα έλαβε χώρα μετά τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του Διευθυντή του Γρηγορίου Παλαιολόγου, για κακή διαχείριση των οικονομικών του ιδρύματος (Ε.Ο.,Φακ.214/454.jpg). Ο Παλαιολόγος ήταν ιδιαίτερα γνωστός στον Κυβερνήτη, αφού ο ίδιος ο Καποδίστριας παρακολουθούσε την πρόοδό του στα χρόνια των σπουδών του στη Γαλλία, ενώ αργότερα τον ενθάρρυνε συνεχώς στο έργο του.  Μετά τις καταγγελίες αυτές και μέχρι την πλήρη διαλεύκανσή τους, ο Κυβερνήτης έδωσε εντολή για την συγκρότηση Διοικούσας Επιτροπής, ενώ έθεσε τον πρώην Διευθυντή υπό τις άμεσες διαταγές της Επιτροπής. Η συγκρότηση της Επιτροπής και η απρόσκοπτη διεξαγωγή της έρευνας του Συμβουλίου μπορούν να θεωρηθούν αποδείξεις της καποδιστριακής «απροσωποληψίας» στην άσκηση Διοίκησης [4] .

– 4 Αυγούστου: Σημαντικό για τον ρόλο του Συμβουλίου είναι και το αριθ. 49 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, με υπογραφή Καποδίστρια. Αφορά την  εξόφληση των οφειλών της Ελληνικής Πολιτείας προς τον πρώην Αρχιστράτηγο  Ρ. Τσώρτς (R. Church), αυστηρά για την περίοδο μετά την έλευση του Κυβερνήτη.  Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, ο υπολογισμός του ποσού (24.186 φοίνικες) έγινε μετά από σχετική αναφορά της Γραμματείας Στρατιωτικών, που βασίσθηκε σε έκθεση του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου. Επισημαίνονται στην περίπτωση αυτή: α) Η εντιμότητα και η αξιοπιστία της Ελληνικής Πολιτείας. Σημειώνεται ότι ο Άγγλος αξιωματικός παραιτήθηκε ενώπιον της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης με επεισοδιακό τρόπο, ασκώντας πολιτική κριτική στον Καποδίστρια και αποδοκιμαζόμενος έντονα από τους πληρεξουσίους του Έθνους, β) Η αρμονική συνεργασία τεσσάρων Αρχών (Κυβερνήτης, δύο Υπουργεία και Συμβούλιο). Το έγγραφο σκιαγραφεί μία Διοίκηση που κινείται με ακρίβεια μηχανής, χωρίς προβλήματα επικάλυψης αρμοδιοτήτων ή δυσχέρειες επικοινωνίας μεταξύ των εκπροσώπων της, και γ) Η άρνηση του Κυβερνήτη να επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο με δαπάνες που δεν είχε εγκρίνει ο ίδιος. Ομοίως, το 1828 είχε αρνηθεί να καταβάλει στην εξόριστη Δημογεροντία Χίου μισθούς και άλλες δαπάνες για την αποτυχημένη εκστρατεία στη Χίο, που είχε αποφασισθεί πριν την έλευσή του και βρισκόταν σε εξέλιξη όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του (Ε.Ο., Φακ.215/684 jpg.)

– 22 Αυγούστου: Η αριθ. 4286 εγκύκλιος με υπογραφή Καποδίστρια, για τη δράση  Μυστικής Εταιρείας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης. Με τη σειρά που αναφέρονται, οι αποδέκτες του εγγράφου είναι οι εξής: οι Γραμματείς (Υπουργοί) της Κυβέρνησης, η Επιτροπή Οικονομίας, ο Γραμματέας της Γερουσίας, το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο και οι κατά την επικράτεια Έκτακτοι Επίτροποι, Διοικητές και Τοποτηρητές. Συνημμένα αποστέλλεται αποδεικτικό υλικό για την διείσδυση της οργάνωσης στις τάξεις της Διοίκησης. Θεσμοθετείται ο όρκος πίστης των δημοσίων υπαλλήλων στο πολίτευμα και αποστέλλεται σχετικό υπόδειγμά του. Τον όρκο καλούνται να υπογράψουν πρώτοι οι αποδέκτες, ως επικεφαλής της Διοίκησης. Ορίζεται ακόμη ότι θα απολύονται οι υπάλληλοι που αρνούνται να υπογράψουν (Ε.Ο., Φακ.218/117.jpg). 

– 29 Αυγούστου: Το αριθ. 382 έγγραφο του Συμβουλίου προς Επιτροπή Οικονομίας, για την μισθοδοσία του Αυγούστου και την κάλυψη των δαπανών  αποστολής δύο στελεχών του στον Πόρο (Ε.Ο.,Φακ.221/259-261.jpg). Η αποστολή αυτή διενεργήθηκε μετά από αίτημα της Γραμματείας Ναυτικών προς τον Καποδίστρια στις 16/5, με σκοπό την επιθεώρηση του εκεί υλικού (Γ.Γ.Κ., Φακ.266/997-8.jpg). Στο έγγραφο υπάρχει συνημμένη αναφορά του παρέδρου του Συμβουλίου Κ. Λουριώτη, που συμμετείχε σε αυτήν και ενημερώνει πληρέστερα για τον σκοπό της: ήταν η εξέταση των λογαριασμών του Ναυστάθμου και η επιθεώρηση των αποθηκών. Επισημαίνεται εδώ η επιλογή  της Γραμματείας των Ναυτικών, επιβεβαιωτική της εμπιστοσύνης που έχει εμπνεύσει το Συμβούλιο στην υπόλοιπη Διοίκηση. Υπογραμμίζεται ακόμη το αδιατάρακτο της λειτουργίας της Διοίκησης, αφού τα έγγραφα αυτά συντάσσονται μέσα σε πολεμικό κλίμα: την 1η Αυγούστου έχει κορυφωθεί στον Πόρο η εξέγερση της αντιπολίτευσης με την ανατίναξη πλοίων του εθνικού πολεμικού στόλου από Υδραίους, ενώ ακολούθησε και εισβολή των κυβερνητικών δυνάμεων στο νησί.  

                                  

Επίλογος

 

«Διά της οργανώσεως ταύτης κατέστη δυνατόν να υπάρξει εν Ελλάδι κράτος αληθινόν, αλλά συνάμα και πρωτοπόρον δια την εποχήν, αναπτύξαν δράσιν πολυσχιδήν και γόνιμον δια την υπηρέτησιν και προαγωγήν του λαού, δια την εδραίωσιν και ανάπτυξιν του εθνικού πολιτισμού, δια την οικονομικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν της χώρας». Αυτά έγραφε το 1954 ο κορυφαίος ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος για το έργο του Καποδίστρια. Η θέσπιση και το έργο του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου επαληθεύει απόλυτα τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της «Ελληνικής Πολιτείας» της εποχής.

Μέσα από τις αναφορές του Συμβουλίου και τα έγγραφα του Καποδίστρια που παρατέθηκαν, ξεδιπλώνεται μία «βεντάλια» χαρακτηριστικών και δεξιοτήτων που δυνητικά αποτελούν οδηγό για την Διοίκηση οποιασδήποτε εποχής: επαρκής γνώση του  Νόμου και εγρήγορση για την εφαρμογή του, συνεχής ενημερότητα, ευρύτητα πνεύματος και οξυδέρκεια, εντιμότητα,  αμεροληψία,  συγκατάβαση και επιείκεια. Και μία τελευταία παρατήρηση: Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο θεσμοθετήθηκε μόλις 6 ημέρες μετά  την ιστορική μάχη της Πέτρας Βοιωτίας (η τελευταία του Αγώνα) και 5 μήνες πριν την αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους. Και μία Διοίκηση που τολμάει να κάνει πράξη τα οράματά της μέσα σε τέτοιες συνθήκες, αφήνει στους επιγόνους μία πολύτιμη παρακαταθήκη-την πιο πολύτιμη απ΄όλες: την ευψυχία της.

 

Υποσημειώσεις


[1] «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος του 1829 έτους», εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, φύλλο 63 έτους Δ΄, Δ.Ν.Καραβίας, Αθήνα, MCMXCIII, σσ.256-25.

[2] Κατσάπης K., «Ένας ανεμοδείκτης της Ιστορίας», παρουσίαση της έκδοσης «100 χρόνια Γενικά Αρχεία του Κράτους» , εφημ. «Τα Νέα», 18-6-2017.

[3] Yπάρχουν ακόμη 13 φάκελοι της Γ.Γ.Κ. της ίδιας περιόδου, που δεν έχουν ψηφιοποιηθεί.

[4]  «…Αλλά η κυβέρνησις άλλως δεν δύναται να εκπληρώση τα χρέη της και να κρατήση την ευταξίαν ειμή διά δικαιοσύνης και απροσωποληψίας ακριβεστάτης και ατενούς». (Επιστολαί’, τ. Α΄, σελ. 314, anemi.lib.uok.gr). Όσο για την υπόθεση Παλαιολόγου, τελικά δεν προέκυψαν στοιχεία εις βάρος του.

 

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε στην Εισαγωγή


 

  • Ανδρεάδης, Α., «Εθνικά δάνεια και ελληνική δημοσία οικονομία», 1925/2010, Δ. Ν. Καραβίας.
  • Δαφνής, Κ. (επιμ)., «Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια», τ.Z΄, 1986, (σε ψηφιακή μορφή).
  • Δεσποτόπουλος, Α., «Η δημοσιονομική  πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», στο: «Ιστορία του ελληνικού έθνους»’, τ. ΣΤ΄, σσ. 99-105, Σεφερλής, 1957.
  • Δημητριάδου, Μ., «Τα Οικονομικά του Αγώνα», Παπαζήσης, 2014.
  • Ευαγγελίδης Τ., «Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου», 1893/2005, Μάτι, Κατερίνη.
  • Ιδρωμένος, Α.Μ., «Ιωάννης Καποδίστριας, Κυβερνήτης της Ελλάδος», 1900/1994, Ρηγόπουλος , Θεσσαλονίκη.
  • Μακκάς, Λ., «Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου», 1910, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης «Ανέμη»’ – anemi.lib.uok.gr.
  • Prokesch-Osten, A., «Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων κατά του Οθωμανικού Κράτους», τ.1ος, Αθηνά, 1868, anemi.lib.uok.gr.
  • Σπηλιάδης, Ν., «Απομνημονεύματα», τ.4ος, τεύχος 1ο , (επιμ: Χριστόπουλος Π.), 1972.

 

Θεόδωρος Δεβενές*

Αθήνα,  Δεκέμβριος 2017.

* Ο Θεόδωρος Δεβενές εργάζεται στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, από το 1998. Είναι απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ι΄ εκπαιδευτική σειρά) και κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Τα ερευνητικά και συγγραφικά του ενδιαφέροντα εκτείνονται στα πεδία της Ιστορίας, της Πολιτικής Οικονομίας και της Διοικητικής Επιστήμης.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα στα περιοδικά «Επιθεώρηση Εργασιακών Σχέσεων», «Διοικητική Ενημέρωση» και «Δημόσιος Τομέας».

Ορισμένοι τίτλοι, ενδεικτικά: «Η Κοινωνική Διάσταση της Ανάπτυξης: Μία Αναδρομή στο έργο του Amartya Sen», «Καινοτομία και Ανάπτυξη», «η Γήρανση του Πληθυσμού και οι δυνατότητες απασχόλησης στην Τρίτη Ηλικία», « Αυτεπάγγελτη Αναζήτηση Πιστοποιητικών: Μία κριτική αποτίμηση», «Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών: το θεσμικό πλαίσιο και η λειτουργία τους».

Read Full Post »

Η μάχη στο Πέτα – 4 Ιουλίου 1822


  

Τα πριν από τη μάχη – Εκστρατεία στην Ήπειρο – σύσταση εκστρατευτικού σώματος

 

Η κατάσταση στην Ήπειρο για τους Σουλιώτες κατέστη εξαιρετικά κρίσιμη μετά την ε­ξόντωση του Αλή πασά και την παρασπονδία των Τουρκαλβανών. Ο Χουρσίτ, πανίσχυρος, έθεσε προτεραιότητα εκστρατείας ενάντιά τους, μη θέλο­ντας δε «ν’ αφήσει οπίσω φλόγα επαναστάσεως δυναμένην να διαδοθεί», πολιόρκησε με τον υπ’ αυ­τόν Ομέρ Βρυώνη στενότατα το δυσπόρθητο φρού­ριο της Κιάφας, στο οποίο είχαν καταφύγει με πλή­θος γυναικοπαίδων και ανεπαρκέστατο εφοδιασμό. Έφταναν, τότε, επικλήσεις τους στη Διοίκηση του Αγώνα και με τον Μάρκο Μπότσαρη για επείγου­σα αποστολή ενισχύσεών τους.

Η Διοίκηση του Αγώνα μόλις είχε συγκροτηθεί μετά την Α’ στην Επίδαυρο Εθνοσυνέλευση με έ­δρα την Κόρινθο, μετά την παράδοση του Ακρο­κορίνθου, και πρόεδρο του Εκτελεστικού Σώματος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος αποδέχθηκε το σουλιώτικο αίτημα, γνωρίζοντας ότι «μόνη η πολιτική επιτηδειότης, αν δεν συνοδεύεται με στρατιωτικήν ικανότητα και επιρροήν δεν αρκεί», αλλ’ απαιτείται «κάππα και τσαρούχι» και κρίνο­ντας τους Σουλιώτες δυναμικό στήριγμα στα πολι­τικά του σχέδια. Αποφασίστηκαν τότε: διενέργεια εκστρατείας στην Ήπειρο, σύσταση εκστρατευτικού σώματος, διορισμός του Μαυροκορδάτου αρχηγού στα «πολιτικά τε και πολεμικά πράγματα» της εκ­στρατείας.

Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών το εκστρα­τευτικό σώμα απαρτίστηκε από: Ένα σύναγμα τα­κτικού πεζικού, που περιελάμβανε δύο τάγματα, το καθένα από πέντε λόχους. Διοικητής και υποδι­οικητής ανέλαβαν αντίστοιχα οι Ιταλοί φιλέλληνες Ταρέλα (Tarella) και Γκουμπερνάτι (Gubernati). Διλοχία φιλελλήνων με διοικητή τον Ιταλό Ντάνια (Dania) και διοικητές του πρώτου λόχου, απαρτιζόμενου από Γερμανούς-Πολωνούς, τον Πο­λωνό Μιζιέφσκι (Mirziewsky) και του δεύτερου, από Γάλλους-Ιταλούς, τον Ελβετό Σεβαλιέ (Chevalier). Το σώμα Επτανησίων. Διοικητής ο Κεφαλονίτης Σπύρος Φωκάς. Δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές υπό τον Βουτιέ (Voutier). Στρα­τιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Νόρμαν (Nor­man). Αρχηγός εκστρατείας, ο Μαυροκορδάτος, με φρουρά και επιτελείο προσωπικά.

 

Πορεία του σώματος από Κόρινθο στο Κομπότι – Πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις

 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826.

Το εκστρατευτικό σώμα από Κόρινθο διά Πατρών έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου έφταναν και οκτώ πλοία, πε­λοποννησιακά σώματα και αυτά των Καρατάσου-Γάτσου. Στο Μεσολόγγι διαλύθηκε «αφ’ εαυτής» η Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος για να ε­νεργεί ο Μαυροκορδάτος «κατ’ ευθείαν τα δόξαντα»· στάλθηκε με εντολή του το σώμα των υπό Κυριακούλη Μαυρομιχάλη Μανιατών στο λιμάνι της Σπλιάντζας – Φαναρίου για βοήθεια στους Σουλιώ­τες· και η όλη δύναμη, περί τους 1.500-2.000 άν­δρες, αναχώρησε για το Κομπότι. Ενδιάμεσος σταθ­μός υπήρξε η Λάσπη, «εν μέσω Ακαρνανίας και ε­ντεύθεν Καραβοσαρά», όπου, φτάνοντας και άτα­κτα σώματα, σε σύσκεψη που συγκάλεσε ο Μαυροκορδάτος οπλαρχηγών-προκρίτων αποφασίστηκε η δύναμη των 3.000, συν άλλους 4.000. μετά την εν­σωμάτωση των ατάκτων, να κινηθεί προς Κομπότι, όπου και στρατοπέδευσε στις 9 Ιουνίου 1822.

Τη στρατοπέδευση του σώματος επακολουθήσαν οι πρώτες ελληνοτουρκικές αναμετρήσεις, από τις οποίες σημαντικότερες μαρτυρούνται: στις 23 Ιου­νίου, με νικηφόρο ελληνικό αποτέλεσμα, και η κρισιμότερη, ασφαλές προοίμιο της μάχης στο Πέ­τα, στις 29 Ιουνίου στο χωριό Πλάκα. Αυτή προήλ­θε έπειτα από τριχοτόμηση της εκστρατευτικής δύ­ναμης: το δυναμικότερο τμήμα, 1.500-2.000 άνδρες, υπό τους Βαρνακιώτη, Μπότσαρη, Βλαχόπουλο, προσπαθώντας να προσεγγίσει το Σούλι, σε εκτέ­λεση εντολής για βοήθειά του, απέτυχε και καταδιωκόμενο κατέφυγε στην Πλάκα, όπου έγινε ο­λοήμερη αιματηρή μάχη με αποτέλεσμα την υπο­χώρησή του και την καταφυγή του την 1η Ιουλίου στο Πέτα· το δεύτερο τμήμα, με το τακτικό σύνταγμα, τους φιλέλληνες, τους Επτανήσιους και μερι­κούς ατάκτους, κατέλαβε το Πέτα προς υπεράσπισή του· το τρίτο, ολιγαριθμότερο, υποχωρώντας από το Κομπότι, προ υπέρτερων δυνάμεων, κατέφυγε και αυτό στο Πέτα. Έτσι, την 1η Ιουλίου 1822 όλη η ελ­ληνική εκστρατευτική δύναμη, περί τους 3.000 άν­δρες, βρισκόταν στο Πέτα έναντι 7.000 Τούρκων στρατοπεδευμένων στην Άρτα.

 

Η μάχη στο Πέτα – Διάταξη μάχης

 

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής). Λιθογραφία από λεύκωμα του Giovanni Boggi. Φλωρεντία, 1825.

Έπειτα από αυτές τις εξελίξεις η μάχη ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα ήταν προδιαγεγραμμένη και το ελληνικό πήρε διάταξη μάχης. Το Πέτα, θέση ορεινή και οχυ­ρά, περικλείεται από δύο σειρές βουνών. Μία μπροστά από το χωριό «την και επικινδυνοτέραν», τα χθαμαλά της οποίας κατέλαβαν, κέντρο το τακτικό σύνταγμα, παράπλευρα δύο κανόνια και 10 κανονιοβολιστές, δεξιά οι Επτανήσιοι, αριστερά «την και επικινδυνοτέραν» όλων των θέσεων κατέλαβαν οι φιλέλληνες.

Τη δεύτερη σειρά βουνών, πίσω α­πό το χωριό, «την και επιμηκεστέραν» κατέλαβαν τα άτακτα σώματα, κέντρο των Βαρνακιώτη-Βλαχό­πουλου, αριστερά του Μπότσαρη, δεξιά του Γώγου, επιφορτισμένου με τη φρούρηση της στενωπού Μετωπιού και του παρακείμενου λόφου, όπου βρίσκονταν χωρικοί του Πέτα -εφεδρεία οι Ισκος-Γάτσος. Ο Μαυροκορδάτος στη Λαγκάδα του Μακρυνόρους με την υπό Θοδωρή Γρίβα φρουρά του ως φροντιστής της Επιμελητείας του στρατού. Στρατιωτικής διοικητής της μάχης, ο Νόρμαν.

 

Διεξαγωγή της μάχης

 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Στις 4 Ιουλίου πολύ πρωί, ιππικές-πεζικές δυνάμεις υπό τον Κιουταχή βγή­καν από την Άρτα και πλησιάζοντας το Πέτα χωρίστηκαν σε δύο σώματα. Το ισχυρότερο προσέβαλε μετωπικά τις δυνάμεις του Νόρμαν ανεπιτυχώς. Το δεύτερο, περί τους 2.000 άνδρες, κινήθηκε στα δε­ξιά των ατάκτων σκοπεύοντας να χτυπήσει το ελ­ληνικό στρατόπεδο, υπερφαλαγγίζοντάς το, από τα νώτα.

Ο Γώγος Μπακόλας, που κατείχε τη δεξιά πτέρυγα των ατάκτων, προσέβαλε τους προπορευόμενους 80 Τουρκαλβανούς σημαιοφόρους, οι οποίοι υπέστειλαν τις σημαίες και υποχωρώντας ζητούσαν διέξο­δο φυγής και σωτηρίας. Περνώντας από το Μετωπιό παρατήρησαν αφύλακτο τον παρακείμενο λόφο, τον κατέλαβαν και ανεπέτασσαν τις σημαίες κραυγάζο­ντας και πυροβολώντας. Οι άτακτοι, θεωρώντας αυ­τό ήττα είτε προδοσία, αποχωρούσαν αβλαβείς. Οι Τούρκοι στα χθαμαλά της μάχης παίρνοντας θάρ­ρος άρχισαν σφοδρότατες επιθέσεις ενάντια στις δυνάμεις του Νόρμαν, με επακόλουθο αιματηρή μά­χη, σώμα προς σώμα, όταν τραυματίας βαριά ο Νόρμαν, με νεκρούς τους Ταρέλα-Φωκά, διαπιστώ­νοντας μάταιη κάθε αντίσταση, διέταξε υποχώρη­ση· οι δε άνδρες του «ξιφοκτονούντες και ξιφοκτονούμενοι» τράβηξαν προς τη Λαγκάδα, όπου βρισκόταν ο Μαυροκορδάτος και όπου έφτασαν «γυμνοί, ανυπόδητοι και το χείριστον νήστεις».

Οι φιλέλληνες* με τον Ντάνια αποκόπηκαν, κυκλώθηκαν, σχημάτισαν τετράγωνο, πολέμησαν με απαρά­μιλλο ηρωισμό και αυτοθυσία και «φονεύοντες και φονευόμενοι» εθυσιάστηκαν άπαντες. Την ίδια μέρα, 4 Ιουλίου, υπέκυψε σε υπέρ­τερες δυνάμεις και το σώμα των Μανιατών, στο Φανάρι, παρά την ηρωική του αντίστα­ση, και τα κατάλοιπά του με νεκρό τον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη επιβιβάστηκαν στα πλοία, και αφού αποβίβασαν το νεκρό αρχηγό τους στο Μεσολόγγι για ενταφιασμό, ξαναγύρισαν στην Πελοπόννησο.

Αίτια της καταστροφής

Η υπεροχή των τουρκικών δυνάμεων κατά το πλήθος, τον πολεμικό εφοδιασμό, τις βάσεις ανε­φοδιασμού και ενισχύσεων και σε περιοχές κυ­ριαρχούμενες από αυτές, έναντι κατά πολύ ασθενέ­στερων ελληνικών δυνάμεων, ανεπαρκέστατα εφο­διασμένων, χωρίς βάσεις ανεφοδιασμού και ενισχύ­σεων και με καταλυτική την τουρκική κυριαρχία στις ηπειρωτικές περιοχές.

– Η ανεπαρκής εκπαίδευση, προετοιμασία και ο εξοπλισμός του εκστρατευτικού σώματος. Κατά συγκλίνουσες μαρτυρίες της εποχής, οι τακτικοί ή­ταν ανεκπαίδευτοι, αγύμναστοι στον τρόπο τακτι­κής και πειθαρχικής αντιμετώπισης του εχθρού και απροετοίμαστοι για ένα τόσο σημαντικό εγχείρημα. Ο οπλισμός τους περιοριζόταν μόνον «εις εν λογχοφόρον τουφέκιον και πυριταποθήκην», ως ένδυ­μα είχαν «μίαν καπόταν και εν ζεύγος τσαρουχιών» και «με ένδυσιν και υπόδησιν εκ των ενόντων και ουχί ομοιομόρφως».

– Η διαφορετικότητα των ανδρών του σώματος κατά την πολεμική εμπειρία. Διαφορετική των φιλελλήνων, απόμαχων πολεμικών και επαναστα­τικών περιπετειών, διάφορος των Επτανησίων, των τακτικών, των ατάκτων. Οι φιλέλληνες πολεμούσαν τον εχθρό «εκ του συστάδην», σώμα προς σώμα, οι άτακτοι με προμαχώνες-ταμπούρια «εν καιρώ μά­χης». Χαρακτηριστική είναι η απάντηση των Ταρέλα-Ντάνια στις συμβουλές οπλαρχηγών να ανεγείρουν προμαχώνες-ταμπούρια: «Εμείς προμαχώ­νες έχουμε τα στήθια μας».

– Η παντελής έλλειψη σχεδίου επιχειρησιακής δράσης και, εκ τούτου, απουσία συντονισμού των ε­πιχειρήσεων, με αποφάσεις να λαμβάνονται κατά τις εκάστοτε διαμορφούμενες συνθήκες και η οποία ε­πιτεινόταν από διαπληκτισμούς Γερμανών-Γάλλων γα τα πρωτεία και τις διαφορές τακτικών – ατάκτων.

– Τέλος, το και σπουδαιότερο αίτιο ήταν ότι η εκ­στρατευτική δύναμη έπασχε επικίνδυνα από ικανό και εμπειροπόλεμο ηγέτη. Ο Μαυροκορδάτος δεν ανταποκρίθηκε, έστω και στοιχειωδώς, ως ηγέτης. Ανέλαβε την αρχηγία της εκστρατείας για τα πολι­τικά του σχέδια και στην κρισιμότητα της μάχης του Πέτα, αφήνοντας τη διεξαγωγή της στον Νόρμαν, ι­κανότατο, αλλά παντελώς αδαή των ελληνικών συνθηκών, κατέφυγε ασφαλής με την προσωπική του φρουρά στη Λαγκάδα, όπου υποδεχόταν σε α­ξιοθρήνητη κατάσταση τα γυμνά ανυπόδητα και νηστικά λείψανα του εκστρατευτικού σώματος, α­πό αρχηγός του με απόλυτη εξουσία, απλός φροντιστής της επιμελητείας του.

 

Αποτελέσματα της καταστροφής

 

Της μάχης στο Πέτα οδυνηρά ήταν τα αποτελέσματα για τον Αγώ­να, μέγιστες οι απώλειες του εκστρατευτικού σώμα­τος.

-Χάθηκαν: το ένα τρίτο του τακτικού συντάγματος με νεκρό τον Ταρέλα και τον Γκουμπερνάτι να πα­σχίζει απελπισμένα να διατηρήσει τα λείψανά του. Το μισό των Επτανησίων. Τα δύο τρίτα των φιλελ­λήνων με νεκρό τον Ντάνια.

– Οι Τούρκοι νικητές επιστρέφοντας στην Άρτα, με πλήθος παντοειδών λαφύρων και τη σημαία των φιλελλήνων, κατέσφαξαν όλους τους ασθενείς, α­ποκεφάλισαν τους αιχμαλώτους.

– Το και σπουδαιότερο, εξέλιπε οριστικά για τον Αγώνα το Σούλι, τελευταία αντιστασιακή εστία στην Ήπειρο, προπύργιο της Ακαρνανίας. Γιατί οι Σου­λιώτες, μετά τη μάχη, περιήλθαν σε δεινότατη θέ­ση· απομονωμένοι, χωρίς ελπίδα βοήθειας, ανα­γκάστηκαν να υπογράψουν έντιμη συνθήκη με τους Τούρκους με μεσολάβηση του Άγγλου πρόξε­νου στην Πρέβεζα, Μέγερ, όπου κατέβηκαν με τα όπλα και γυναικόπαιδα, επιβιβάστηκαν σε αγγλικά πλοία και μεταφέρθηκαν στην Άσσο της αγγλοκρατούμενης Κεφαλονιάς για να σκορπιστούν και στα άλλα Επτάνησα.

– Ελεύθερος πλέον κατέστη ο δρόμος για τους Κιουταχή- Ομέρ Βρυώνη ανενόχλητοι να περάσουν στην Ακαρνανία και να πραγματοποιήσουν την πρώτη του Μεσολογγίου πολιορκία.

 

* Σημείωση βιβλιοθήκης: Οι Φιλέλληνες που έπεσαν στη μάχη του Πέτα ήταν: Οι Γερμανοί: Νόρμαν Βον ΦέΪμαν, Ροστ,Μόριτ, Τάϊχμαν (σημαιοφόρος), Σνάϊδερ, Κάρολος Μπάρς, Θεόδωρος Ντήτερλε, Έμπεν, Κούρτιος Δάρνερ, Φερνινάρος Άϊζεν, Μαυρίκιος Φέλς, Φέλος, Φέλς, Ιωάννης Χάϊσσε (ναυτικός), Αλβέρτος φον ΚάΪζενμαρκ, Γεώργιος Γιόχαν (θαλαμηπόλος του Νόρμαν), Λουδοβίκος Κάϊζεμπεργκ (υπολοχαγός Βαυαρικού πυροβολικού), Κάρολος Λέσκυ, Λαουρίκε, Ερνέστος Λούτσε, Χ.Φ. Μάνεκε, Γουσταύος Νάγκελ (φαρμακοποιός), Θεόδωρος Όμπερστ, Φρειδερίκος Όλμερ, Χριστόφορος Αιλμάγερ, Κάρολος Ράγκε (σημαιοφόρος), Ερνέστος Ρούστ, Φρειδερίκος Σάντερ, Ιάκωβος Σάντμαν (αξιωματικός), Ερρίκος Σμίτ (αξιωματικός), Ι. Σνάϊντερ (υπολοχαγός), Φρειδερίκος Σέεγκερ και Χάινριχ Σέεγκερ (αδέλφια), Φ. Β. Τάιχμαν (λοχαγός σημαιοφόρος), Ιωάννης Βέτσερ, Νικόλαος Βέτσερ, Νικόλαος Βόλφ (φοιτητής Θεολογίας) , ο Γάλλος Μινιάκ, οι Πολωνοί Μιζιέφσκι και Αλεξάντερ Κουσιανόβσκυ, οι Ιταλοί Πέτρος Ταρέλλα, Ανδρέα Δάνια, Μπατελάνι, Σελεστίν, Φόρτζιο, Βιβιανί, Πλενάριο, ο Ολλανδός Ροδόλφος Χούγκφανς, ο Ρώσος Μπερεντζόφσκι, ο Αιγύπτιος Δαβουσί, οι Ελβετοί Λουδοβίκος Σεβαλιέ, Καίνιχ, Βράνδλιν και οι Μικρασιάτες Άγγελος Ζωντανός, Μανώλης και Γαβρίλος Αμανίτης και ο Σμυρνιός Πέτρος Μέγγος.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βυζαντίου Χρήστου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός, έκδοση Τσουκαλά, Νο 10, 1956.
  • Οικονόμου Μ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοση Τουκαλά, 1ος, Νο 14, 1957. Σπηλιάδη Ν., Απομνημονεύματα, 1ος, 1851.
  • Τρικούπη Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2ος, 1861.
  • Gordon Thomas, History of the Greek révolution, 1ος, 1832.
  • Jourdain, Mémoires historiques et militaires sur les événements de la Grèce depuis 1822, jusqu’ au combat de Navarin, 1ος, 1828.
  • Voutier, Mémoires sur la guerre actuelle des Grecs, 1823, μετάφραση, Απομνημονεύματα, έκδοση Τσουκαλά, Νο 11, 1957.

 

Σπύρος Δ. Δουκάτος

Ιστορικός

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι μεγάλες μάχες του 1821», τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα I, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1992.


 

[…] Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου αποτέλεσε η ύπαρξη στο Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου στοιχείων, που σχετίζονται με τη μετακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη, το 1843, από το νάρθηκα του ναού του Αγίου Γεωργίου, όπου είχε ενταφιαστεί, στην πλατεία του Πλατάνου (σημερινή πλατεία Συντάγματος). Τα οστά τοποθετήθηκαν στην κρύπτη του μνημείου, που κατασκευάστηκε γι’ αυτό το σκοπό. Το μνημείο μεταφέρθηκε το έτος 1951 στην πλατεία Τριών Ναυάρχων…

 

Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από το «Τριανόν».

 

[…] Σε μελέτη των Κ. Σωτηριάδου – Θ. Παπαπετρόπουλου επιχειρείται να διαλευκανθεί το πρόβλημα της υγείας και η αιτία του πρόωρου θανάτου του Δ. Υψηλάντη.

Το 1932 ο Άγγλος νευρολόγος Caughey εξέτασε σε μια φτωχή συνοικία του Λονδίνου μια γυναίκα 54 χρονών, που βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο μυοτονικής δυστροφίας, μιας σχετικά σπάνιας κληρονομικής αρρώστιας των μυών και των ενδοκρινών αδένων. Τέσσερα ακόμη αδέλφια της (από τα επτά) έπασχαν από την ίδια πάθηση. Η άρρωστη διηγήθηκε στον Δρ. Cau­ghey ότι ο πατέρας της, που είχε την ίδια αρρώστια, έζησε και εργάσθηκε στο Λονδίνο, ο παππούς της ήταν καθηγητής των Ελληνικών σε ένα Πανεπιστήμιο του Βορρά και η προγιαγιά της ήταν αδελφή των αδελφών Υψηλάντη. Ο Δρ. Caughey δημοσιεύει το γεγονός σε μονογραφία σχετική με την πάθηση αυτή, που εξέδωσε στο Λονδίνο μαζί με τον Έλληνα νευρογενετιστή Μυριανθόπουλο το 1963. Στον πρόλογο του βιβλίου αυτού διατυπώνεται η υπόθεση ότι και ο Δημήτριος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αλλά και άλλα μέλη της οικογένειας Υψηλάντη έπασχαν από μυοτονική δυστροφία.

Οι μαρτυρίες και οι περιγραφές ανθρώπων που γνώρισαν το Δ. Υψηλάντη μας δίνουν ανάλογη εικόνα για την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του.

Η εξωτερική του εμφάνιση ήταν μειονεκτική σε τέτοιο βαθμό που δημιουργούσε ένα στενόχωρο συναίσθημα αμηχανίας σε όσους τον πλησίαζαν. Ήταν μικρόσωμος, δύσμορφος, με εύθραυστα μέλη. Το ανέκφραστο πρόσω­πό του απωθούσε όλους όσους τον πλησίαζαν για πρώτη φορά. Είχε ρυτίδες στο μέτωπο και φωνή αδύνατη, ένρινη και δυσαρθρική. «Μιλούσε με ένα τόνο ένρινο σαν καπουκίνος», γράφει χαρακτηριστικά ο Πρώσσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollmann. Ήταν περίπου 28 χρονών όταν ήρθε στην Ελλάδα, έδειχνε όμως πολύ μεγαλύτερος.

Η όψη του ήταν υπναλέα και κοιμόταν πάνω από δώδεκα ώρες το εικοσιτετράωρο. Οι μυς του προσώπου και των άκρων του ήταν τόσο ατροφικοί που στο τέλος της ζωής του έμοιαζε με σκελετό. Οι κινήσεις του ήταν αδέξιες. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα η πάθησή του παρουσίαζε συνεχή επιδείνωση με περιόδους έξαρσης, πράγμα που τον είχε υποχρεώσει να διατηρεί μόνιμα στο επιτελείο του γιατρό.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η μυοτονική δυστροφία είναι μια κληρονομική χρόνια εξελικτική πάθηση των σκελετικών μυών και των ενδοκρινών αδένων. Εμφανίζεται συνήθως σε ηλικία 20 μέχρι 30 ετών.

Η αρρώστια εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και οδηγεί στο θάνατο, συνήθως από αναπνευστικές λοιμώξεις, πριν από το 40ο έτος της ηλικίας. Τη μυοτονική δυστροφία περιέγραψε το 1909 ο Γερμανός Steinert· δεν ήταν επομένως γνωστή η νόσος την εποχή που ζούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η ασθένεια κληρονομείται με τον επικρατητικό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Παραβάλλοντας τα στοιχεία που απορρέουν από τα ιστορικά κείμενα για την πάθηση του Δ. Υψηλάντη με τα συμπτώματα της μυοτονικής δυστροφίας διαπιστώνονται σαφείς ομοιότητες.

Εδώ αξίζει να αναφερθούν και οι ιατρικές γνωματεύσεις που αφορούν τον άρρωστο Αλέξανδρο Υψηλάντη και τους αδελφούς τους Νικόλαο και Γεώργιο. Οι γνωματεύσεις αυτές, που δόθηκαν στις αρχές της Αυστροουγγαρίας από διάσημους γιατρούς της εποχής, δεν οδηγούν από μόνες τους σε καμμία διάγνωση. Η διάγνωση και η αντιμετώπιση της πάθησης του Αλέξανδρου Υψηλάντη είναι καθαρά συμπτωματική (διάγνωση δηλαδή που παραθέτει απλώς τα συμπτώματα χωρίς να μπορεί να τα υπαγάγει σε μια συγκεκριμένη νοσολογική οντότητα) και αφήνει μέχρι τέλους αναπάντητα ερωτήματα, παρά τη νεκροψία που έγινε μετά το θάνατό του…

 Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του Δημητρίου Υψηλάντη, λίγους μήνες πριν από το θάνατό του, που δίνει ο William Rathborne Greg: «Η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ παράξενη. Όταν τον γνώρισα, την άνοιξη του 1832, δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από τριανταπέντε χρονών και όμως έμοιαζε με εξηντάρη. Aνάστημα κοντό, κεφάλι τελείως φαλακρό σαν σκελετού, μέλη εύθραυστα και καχεκτικά, σε βαθμό που δεν έχω δει ποτέ μου, ούτε στο τελευταίο στάδιο φυματίωσης. Έβηχε συνεχώς και η φωνή του ήταν αδύνατη και έντονα δυσαρθρική. Θα έλεγε κανείς ότι βλέπει έναν αναστημένο σκελετό από τους τριακόσιους πεσόντες στις Θερμοπύλες»…

 Η ιατρική της εποχής εκείνης δεν μας δίνει τη διάγνωση, αποκλείει όμως πολλές γνωστές τότε χρόνιες λοιμώδεις καχεκτικές παθήσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν σαν διάγνωση της ασθένειας των αδελφών Υψηλάντη. Η πριγκιπική οικογένεια έζησε στη Ρωσία και στην Αυστροουγγαρία, δηλαδή περιοχές με καλό επίπεδο ιατρικής για την εποχή τους. Εάν επρόκειτο για κάποια γνωστή τότε αρρώστια θα πρέπει να είχε διαγνωσθεί, αφού στον Αλέξανδρο Υψηλάντη έγινε και μεταθανάτια νεκροτομική μελέτη. Η παρουσία μιας χρόνιας αρρώστιας σε τρία αδέλφια και ίσως τέσσερα (μεταξύ οκτώ) εύλογα στρέφει τη διάγνωση σε νόσο κληρονομική. Οι κλινικές ομοιότητες αυτής της χρόνιας εξελικτικής πάθησης με τη μυοτονική δυστροφία, τουλάχιστον στον αδελφό Δημήτριο, και η αναμφισβήτητη διαπίστωση μυοτονικής δυστροφίας σε απογόνους της οικογένειας στο Λονδίνο. 100 χρόνια αργότερα, ισχυροποιούν την υπόθεση ότι η πάθηση των αδελφών Υψηλάντη ήταν μυοτονική δυστροφία.

Από αυτή, λοιπόν, τη νόσο εικάζεται ότι πέθανε στις 5 Αυγούστου 1832 ο Δ. Υψηλάντης…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Γεωργόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το μνημείο του Δημητρίου Υψηλάντη στο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γιαννηκέσης Άγγελος (1787;-1863)


 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, στην τελευταία δεκαετία της ενετικής κυριαρχίας, γύρω στα 1787, και κει θα περάσει τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, σε μια εποχή δύσκολη για την ιστορία του νησιού, όπου η μια ξένη κατοχή διαδέχεται την άλλη. Προικισμένος με οξύ και τολμηρό επιχειρηματικό μυαλό, ύστερα από μια σύντομη παραμονή του στη Μάλτα – όπου θα σχηματίσει και την πρώτη του περιουσία – θα φύγει, μαζί με τούς αδελφούς του Αναστάσιο και Διονύσιο, για την Τεργέστη, σπουδαίο τότε εμπορικό και οικονομικό κέντρο.

Είμαστε στα 1821, στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, κι ο Γιαννηκέσης γρήγορα θάρθει σ’ επαφή με τους πατριωτικούς κύκλους για την προετοιμασία του αγώνα. Ο αδελφός του Αναστάσιος, κυνηγημένος απ’ τις αυστριακές αρχές στην Τεργέστη και στην Ανκώνα, θα περάσει, μαζί με άλλους Ζακυνθινούς πατριώτες, στην Πελοπόννησο, για να πάρει ενεργό μέρος στους αγώνες. Ο Άγγελος θα κινηθεί στους κύκλους της Τεργέστης, της Ανκώνας, της Βενετίας και της Ζακύνθου, με το σκοπό να εξασφαλίσει οικονομικά μέσα και ηθική υποστήριξη για την ελληνική υπόθεση. Οι σχέσεις του με τον ευγενή Ζακυνθινό Διονύσιο Ρώμα – ψυχή της Φιλικής Εταιρείας – εγκαταστημένο στη Βενετία, είναι γνωστές· μέσω του Ρώμα άλλωστε εξηγείται και ο ιδιαίτερος ιδεολογικός και πολιτικός του δεσμός με τον Καποδίστρια. Αλλά η δυναμική του συμμετοχή στα ελληνικά πράγματα δεν θα τον εμποδίσει στις επιχειρηματικές του πρωτοβουλίες.

 

Άγγελος Γιαννηκέσης, έργο του A. Henning, 1858. Τεργέστη, Εταιρεία R.A.S.

 

Η Τεργέστη – όπου στα 1823 θα παντρευτεί την Δέσποινα Ράλλη -, μόνιμη πια κατοικία του, θα γίνει το κέντρο της οικονομικής του δραστηριότητας. Στα 1826 ιδρύει την «Αδριατική Τράπεζα Ασφαλειών» (Adriatico Banco di Assicurazioni) και το 1838 επεκτείνει το πρόγραμμα των εργασιών του με την «Αδριατική Ασφαλιστική Εταιρία» (Riunione Adriatica di Sicurta = R.A.S. ), που στη γενική του διεύθυνση και την αδιάκοπτη παρουσία του μέχρι το θάνατό του, στα 1863, οφείλει τη διεθνή της προβολή [1].

Με πρόταση του Γιαννηκέση, ιδρύονται στην Ελλάδα – σε μια μάλιστα περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διαμόρφωση του νεοσύστατου κράτους, ύστερα από αιώνες τουρκικής δουλείας – τα πρώτα υποκαταστήματα της εταιρίας· κι όχι μόνο στην Αθήνα, μα και στην Πάτρα και στο Ναύπλιο και στη Ζάκυνθο [2]. Αλλά οι δεσμοί του με την πατρίδα δεν σταματούν εδώ· ο Γιαννηκέσης ήταν γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην Τεργέστη για πολλά χρόνια και δεν έλειψε ποτέ η γενναιόδωρη υλική και ηθική του συμμετοχή στα εσωτερικά της λαμπρής ελληνικής Κοινότητας [3]. Μια αξιέπαινη δραστηριότητα [4], για την οποία η Ελλάδα θα τον τιμήσει στα 1851 με το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Σωτήρος. Η τιμητική αυτή διάκριση λαμπρύνει το στήθος του στην προσωπογραφία που του έκανε ο Α. Henning στα 1858, η οποία ακόμη και σήμερα κοσμεί την αίθουσα συνεδριάσεων της έδρας της R.A.S. στην Τεργέστη [5]. Αλλά στην προσωπογραφία του Γερμανού ζωγράφου, δύο ακόμα λεπτομέρειες τραβούν την προσοχή μας: το φύλλο του χαρτιού πάνω στο τραπέζι, δεξιά, με τη γραπτή ένδειξη «Service Royal Consulat Grecque (sic) a Trieste» και η παρουσία της μαρμάρινης προτομής του Ιωάννη Καποδίστρια, στο βάθος της κόγχης, αριστερά.

Ο πίνακας, είναι δική του παραγγελία, για την κεντρική έδρα της εταιρίας R.A.S., με την παράκληση να διατηρηθεί πάντα στην αρχική του θέση. Ιδιαίτερα, λοιπόν, ενδιαφέρον είναι ότι, αν και πρόκειται για μια δημόσια και όχι ιδιωτική χρήση της προσωπογραφίας του, ο Γιαννηκέσης θεληματικά προβάλλει δύο στοιχεία που τα θεωρεί ουσιώδη και σχεδόν συμβολικά για την προσωπικότητά του: την ένδειξη μιας λειτουργίας στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους απ’ την μια μεριά, και ενός ιδανικού και συναισθηματικού δεσμού με τον Καποδίστρια απ’ την άλλη.

Το 1850 ο σπουδαίος ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος έχει ολοκληρώσει το έργο  «Η δολοφονία του Καποδιστρία», λάδι σε καμβά, διαστάσεων 1,85Χ1,24, παραγγελία από την Τεργέστη του Άγγελου Γιαννηκέση [6],  όταν το επίσημο Ελληνικό κράτος, πολύ αργότερα, στις 25 του Μάρτη 1933, θα τιμήσει τον πρώτο κυβερνήτη, μ’ ένα άγαλμα του Μιχ. Τόμπρου στο Ναύπλιο. Ο πίνακας βρίσκεται στα  γραφεία της Ελληνικής Κοινότητας της Τεργέστης.

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πέθανε, στις 27 του Ιούνη 1863,  αφήνοντας στη γυναίκα του Δέσποινα Ράλλη τους πίνακες, μαζί με όλα τ’ άλλα κινητά αγαθά του και την επικαρπία των ακινήτων. Η χήρα Γιαννηκέση, που το 1878 θ’ αφιερώσει στη μνήμη του συζύγου της ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μνημεία του ελληνορθόδοξου νεκροταφείου της Τεργέστης, έργο του γλύπτη Filippo Spaventi [7], πεθαίνει στις 30 του Δεκέμβρη 1892. Στη διαθήκη της [8] ορίζει, ανάμεσα στ’ άλλα, να πουληθεί όλη της η περιουσία με το σκοπό να συσταθεί «Ίδρυμα Αγγέλου και Δέσποινας Γιαννηκέση» που θα διαχειρίζεται η Ελληνική Κοινότητα της Τεργέστης σαν γενική κληρονόμος. Το πλούσιο διαμέρισμα των Γιαννηκέση στην οδό Campanile (σήμερα Genova) αριθ. 7 αγοράστηκε απ’ την Κοινότητα, η οποία με έξοδά της φρόντισε την εκτίμηση και την πώληση των πινάκων. Τότε πρέπει να πέρασε στην ιδιοκτησία της Κοινότητας και το έργο του Διονύσιου Τσόκου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Η R.A.S. το  1964. Έγκριση των 125ων οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας: η παραλαβή των ασφαλίστρων RAS ξεπέρασε τα 45 δισεκατομμύρια ITL, ενώ η συνολική αξία του ομίλου ανήλθε σε 140,3 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες.Το οργανωτικό δίκτυο του ομίλου RAS περιλαμβάνει 260 τμήματα, υποκαταστήματα και γραφεία, 8500 υπαλλήλους, 12.000 γραφεία, 31.000 εργαζόμενους.

[2] Βλ. Nel Primo Centenario κ.τ.λ., ό.π. σελ. 376 κ.ε.

[3] Βλ. τις φορητές ασημένιες εικόνες του Αγίου Σπυρίδωνος κα του Αγίου Νικολάου, στο τέμπλο της ορθόδοξης εκκλησίας του Αγ. Νικολάου της Τεργέστης, του εργαστηρίου του G.B. Fantini της Βενετίας, αφιερώματα του Α. Γιαννηκέση στα 1839 και 1856 (Δελτ. Χριστ. Εταιρίας, 1911, σελ. 63 και Νέα Σιών, Ζ’, 1910, σελ. 433).

[4] [Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης]: Όταν το 1851 το Δημοτικό Συμβούλιο Ανδρίτσαινας αποφάσισε την ανέγερση κτηρίου για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου και γι’ αυτό το λόγο όρισε επιτροπή αποτελούμενη από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή, Κωστή και Χαράλαμπο Χριστόπουλο, για διενέργεια εράνου. Η επιτροπή με ενέργειες πάντα του Χαράλαμπου Χριστοπούλου, έλαβε ως πυρήνα τη δωρεά Γιαννηκέση. Ο Άγγελος Γιαννηκέσης πρόξενος της Ελλάδος στην Τεργέστη είχε διαθέσει το μισθό του στον Ραγκαβή, που τον είχε διορίσει πρόξενο. Ο Ραγκαβής κατάθετε το μισθό του Γιαννηκέση στην Τράπεζα. Ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος ως υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας εκπαιδεύσεως, πέτυχε η δωρεά Γιαννηκέση να διαθέτει αποκλειστικά στην Ανδρίτσαινα. Γι’ αυτό προκάλεσε το από 15 Ιουλίου 1858 Διάταγμα. Στις 12 Ιουλίου 1861 έγινε άλλο διάταγμα, που ο μισθός Γιαννηκέση 18 χιλιάδες δραχμές, «διετίθετο υπέρ αποκαταστάσεως της δωρηθείσης εις τον Δήμον Ανδριτσαίνης βιβλιοθήκης υπό του Αγαθόφρονος Νικολοπούλου και της ιδρύσεως εκπαιδευτηρίου». Η επιτροπή διενέργησε πανελλήνιο έρανο και συνέλεξε το ποσό των 50.000 δραχμών και το κατέθεσε στην Εθνική Τράπεζα. (Ιωάννης θ. Γαργαλιάνος, «Η βασική εκπαίδευση στην Ηλεία τον 19ο αιώνα», Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2014, σελ. 182).

[5] Βλ. Nel Primo Centenario, ό.π., πίνακας ε.κ. Ο πίνακας ( 0,88Χ1,09 ) έχει την υπογραφή του καλλιτέχνη (Thieme Becker, ό.π., XVI, 1923, σελ. 405 κ.ε.) δεξιά με κόκκινο χρώμα.

[6] Σύμφωνα με την προφορική παράδοση που η χήρα και οι κόρες του ζωγράφου Διονύσιου Τσόκου άφησαν στον εγγονό τους κ. Ιωάννη Καζιλάρη.

[7] Βλ. Thime-Becker, ό.π., XXXI, 1937, σελ. 338.

[8] Η διαθήκη γράφτηκε στις 4 του Ιούλη 1889 και δημοσιεύτηκε στις 30 του Σεπτέμβρη 1892 στην I.R. Pretura Urbana Civile της Τεργέστης. Αντίγραφο της υπάρχει στην Ελλ. Κοινότητα. Το άρθρο 29 είναι σχετικό με τους πίνακες, για τους οποίους βλ. και Πρωτ. 2313 της 17/2/1893, 2348 της 4/3/1893, 2393 της 27/4/1893, και 3142 της 28/12/1895 του αρχείου της Κοινότητας. Βλ. Archivio di Stato di Trieste, Tribunale Provinciale Atti Civili, Busta 1004: Κατάλογος πινάκων όπου αναφέρεται και η «Δολοφονία» της Τεργέστης.

 

Πηγή


  • Κατερίνα Σπετσιέρη – Beschi , «Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και ο ζωγράφος Διονύσιος Τσόκος», περιοδικό Ζυγός αρ.22-23, Σεπτέμβριος – Δεκέμβριος, 1976.

 

Read Full Post »

Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του – Κώστας Λάππας, Μνήμων, τομ. 7, 1979. 


 

Στα 1839 ο Μακρυγιάννης έχει έτοιμες τις εικονογραφίες του Αγώνα κι αποφασίζει να τις δώσει για εκτύπωση. Γράφει στ’ Απομνημονεύματά του: «Τότε βρίσκω κι έναν, Ησαΐα τον έλεγαν, ήταν στενός φίλος του Καποδίστρια· τον είχε δάσκαλο ο Κυβερνήτης εις τ’ Αναπλιού το σκολείον. Αυτόν τον αγαθόν Ησαΐα εγώ δεν τον γνώριζα· μου τον σύστησαν φίλοι. Έρχεται ο Σαΐγιας εις το σπίτι μου και συμφωνούμεν να του δώσω της εικονογραφίες να πάει εις Παρίσια να της τυπώση». Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή: ο δάσκαλος Αλέξανδρος Ησαΐας αντί να πάει στο Παρίσι, πήγε στην Ιταλία (Βενετία, Τεργέστη) όπου τύπωσε μια σειρά λιθογραφίες, με θέματα από την Επανάσταση του ’21, που όμως δεν είχαν καμμιά σχέση με τις εικόνες του Μακρυγιάννη. Αρκετές απ’ αυτές τις λιθογραφίες σώζονται και σήμερα και φέρουν την υπογραφή του Ησαΐα. Έτσι αποκαλύπτεται ότι o Hσαΐας εκτός από δάσκαλος ήταν και ζωγράφος.

 

Μάχη των Αθηνών, επιχρωματισμένη λιθογραφία αγνώστου Ιταλού ζωγράφου ( κατά παραγγελία και υποδείξεις του Α. Ησαΐα.

 

Η δεύτερη αυτή ιδιότητα του Ησαΐα αμφισβητήθηκε τελευταία από τον Γ. Πετρή: σ’ ένα άρθρο του με τίτλο «Ο Μακρυγιάννης και η εικονογραφία του Ησαΐα» υποστήριξε την άποψη ότι οι παραπάνω λιθογραφίες δεν έχουν γίνει από τον Ησαΐα, αλλά από κάποιον άγνωστο Ιταλό ζωγράφο. Η επιχειρηματολογία του Γ. Πετρή στηρίχτηκε: α) στην εικαστική ανάλυση των λιθογραφιών – που αποδεικνύει ότι είναι καμωμένες σύμφωνα με τους κανόνες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ζωγραφικής και β) στην έλλειψη μαρτυριών που να πιστοποιούν ότι ο δάσκαλος Ησαΐας είχε και γνώσεις ζωγραφικής. Εδώ θα σταθούμε και θα εξετάσουμε κυρίως τα επιχειρήματα της δεύτερης κατηγορίας.

Κατά τη γνώμη του Γ. Πετρή, ένας απλός δάσκαλος της εποχής του Ησαΐα δεν εννοείται να γνωρίζει ούτε σχέδιο, ούτε ιχνογραφία. «Το ότι ο Ησαΐας είναι δάσκαλος, γράφει, θα μπορούσε, με τα σημερινά μέτρα, να δημιουργήσει την εντύπωση πως είχε και κάποια γνώση σχεδίου, γιατί οι σημερινοί δάσκαλοι αποκτούν γνώσεις, μερικά γενικά τεχνικά στοιχεία, που τους επιτρέπει να διδάσκουν τα παιδιά ιχνογραφία και χειροτεχνία. Μα τέτοια πράγματα είναι πολύ αμφίβολο πως ακολουθούσαν την ίδια πορεία σ’ εκείνη την εποχή. Οι δάσκαλοι, όσο νομίζουμε πώς ξέρουμε, της εποχής εκείνης, διδάσκανε κατά κανόνα μονάχα γράμματα. Αυτά μαθαίνανε». Ο συγγραφέας αναφέρεται εδώ στην εποχή του Καποδίστρια· πιστεύει ωστόσο, ότι η κατάσταση της εκπαίδευσης έχει μείνει αμετάβλητη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου ο δάσκαλος δεν μπορούσε να ξεφύγει «από τα καθιερωμένα: το ψαλτήρι, το κτωήχι, το μηναίο, ή τις προφητείες».

Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Τουλάχιστο στην εποχή του Καποδίστρια, που μας ενδιαφέρει εδώ, η δομή του σχολείου έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Στα πλαίσια του υπό οργάνωση κράτους μπαίνουν τα θεμέλια ενός πρώτου σχεδιασμού της κατώτερης σχολικής εκπαίδευσης: καινούριες μέθοδοι διδασκαλίας εισάγονται ή καθιερώνονται σε ευρεία κλίμακα (αλληλοδιδακτική), γράφονται ή μεταφράζονται σχολικά εγχειρίδια, μερικά καινούρια μαθήματα αντικαθιστούν ή προσθέτονται στα παλιά, και γενικά ο ρόλος και η αποστολή του σχολείου πάνε τώρα να διαφοροποιηθούν. Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι κόβονται οι δεσμοί με την Ιδεολογία και τη σχολική πρακτική του παρελθόντος.

Σημειώνω εδώ ότι σ’ αυτά ακριβώς τα χρόνια είναι που μπαίνουν, επίσημα, στα σχολεία και διδάσκονται συστηματικά η καλλιγραφία και η ιχνογραφία. Ο σκοπός των μαθημάτων αυτών είναι προφανής: η καλλιγραφία θα βελτιώσει τη γραφή και βέβαια θα δώσει στο κράτος καλούς γραφιάδες, ενώ η ιχνογραφία θα εξοικειώσει το παιδί με το σχέδιο. Η διδασκαλία του πρώτου μαθήματος γίνεται με βάση πίνακες καλλιγραφίας· για τη διδασκαλία της γραμμικής ιχνογραφίας μεταφράζεται στα 1831, με την επιμέλεια του Ιω. Κοκκώνη, ειδικό εγχειρίδιο. Κάθε άλλο λοιπόν παρά προβολή των «σημερινών μέτρων» στο παρελθόν, όπως γράφει ο Γ. Πετρής, αποτελεί η διδασκαλία τέτοιου είδους μαθημάτων στα χρόνια του Καποδίστρια…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γύρω από τον Αλέξανδρο Ησαΐα και τις λιθογραφίες του

 

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Μάγερ Ιωάννης Ιάκωβος (17981826)


 

Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ. Συλλεκτική σειρά γραμματοσήμων των ΕΛΤΑ, αφιερωμένων σε επιφανείς δημοσιογράφους, 2015.

Ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ (Johann Jacob Meyer) ήταν Ελβετός φιλέλληνας, ήρωας της Επανάστασης του 1821 και πρωτοπόρος του ελληνικού Τύπου. Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, σπούδασε φαρμακευτική και κατόπιν ιατρική στο Φράιμπουργκ αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Με τη βοήθεια του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βέρνης έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1822 έλαβε μέρος στη ναυμαχία του Κορινθιακού. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, έγινε ορθόδοξος και παντρεύτηκε την Αλτάνα Ιγγλέση.   Συνδέθηκε στενά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο όταν ήταν εκεί (1824) ως «γενικός διευθυντής» της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Για ένα διάστημα υπήρξε μέλος της τριμελούς επιτροπής του Μεσολογγίου.

Το 1824 τυπώνει την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» στο πιεστήριο που έφερε ο Στάνχοπ από την Αγγλία, με τυπογράφο τον Θεσσαλονικέα Δημήτριο Μεστανέ ή Μεσθενέα.  Η εφημερίδα εκδιδόταν μέχρι το 1826, οπότε και καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Στο ίδιο πιεστήριο είχε τυπωθεί το 1825 ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού.

 

Προσωπογραφία του Ιωάννη Ιακώβου Μάγερ, με φόντο την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά».

 

Διορίστηκε το 1824 μέλος της Τριμελούς Διευθύνουσας Επιτροπής του Μεσολογγίου, αγωνιζόμενος μέχρι τέλους για τη σωτηρία της πόλης και των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Οι ανταποκρίσεις του Μάγερ που δημοσιεύθηκαν στις ευρωπαϊκές εφημερίδες προσέφεραν τα μέγιστα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Πολέμησε γενναία και έπεσε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου κοντά στη θέση Αρμυράκι. Μαζί του σφαγιάστηκαν η γυναίκα και τα δύο παιδιά τους. Το πτώμα μετέφεραν στην πόλη Μεσολογγίτες αιχμάλωτοι και ο τάφος του βρίσκεται στο Μεσολόγγι στον «Κήπο των Ηρώων».

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »