Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Τα Συντάγματα της Επανάστασης του 1821 – Αλέξανδρος Κόντος, Φιλόλογος, Δρ. Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Παρισίων. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 


 

Συμπολίτισσες και συμπολίτες του Άργους. Δεν έχω την τιμή να είμαι πολίτης της πανάρχαιας και πανένδοξης πόλης σας, αλλά σαν πολίτης της κοινής και ενιαίας πατρίδας μας, της Ελλάδας, είμαστε όλοι συμπολίτες.

Εκδηλώσεις σαν κι αυτή είναι άξιες συγχαρητηρίων και ολόθερμης υποστήριξης από κάθε Έλληνα πολίτη που αισθάνεται έμπλεος από τα ελληνικά δημοκρατικά ιδεώδη. Εκδηλώσεις σαν κι αυτή μετριάζουν τον αθηναϊκό υπερσυγκεντρωτισμό και προάγουν τον ελληνικό πολυκεντρισμό. Με τον όρο «πολυκεντρισμός» εννοώ την αρχαία ελληνική συνήθεια να είναι κάθε πόλη ελληνική και ένα κέντρο παραγωγής πολιτισμού. Βέβαια κατά την αρχαία εποχή πολύ συχνά, όπως είναι γνωστό, οι τότε πόλεις έρχονταν σε εμφύλιες διαμάχες και μάλιστα σε πολεμικές αντιπαραθέσεις με κορυφαία αντιπαράθεση τον ολέθριο Πελοποννησιακό Πόλεμο, που στάθηκε και η αρχή του τέλους της  δημοκρατίας και της ελληνικής πολιτιστικής παραγωγής.

Ευτυχώς οι νεότεροι Έλληνες κατάλαβαν, όχι και τόσο εύκολα και όχι χωρίς εμφύλιες διαμάχες πάλι, πως, ενωμένοι και συνθέτοντας ένα ενιαίο διοικητικά κράτος, θα οργάνωναν πιο εποικοδομητικά τη ζωή του Ελληνικού Έθνους. Έτσι κάθε ελληνική περιοχή που κήρυσσε τον πόλεμο κατά του όποιου κατακτητή, Τούρκου ή Άγγλου ή Ιταλού, δε διεκδικούσε την ίδρυση ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους αλλά την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Αυτό όμως δε σημαίνει πως η πολιτιστική παραγωγή θα πρέπει να συγκεντρώνεται στην Αττική. Κάθε πόλη της Ελλάδας, κάθε χωριό θα πρέπει να καταβάλλει πάντα κάθε προσπάθεια να γίνει ένα κέντρο παραγωγής πολιτισμού με βάση τον πολυποίκιλο ελληνικό πολιτισμό. Και κάθε Ελληνίδα πολίτισσα και κάθε Έλληνας πολίτης, όσο μπορεί, θα πρέπει να ενισχύει αυτή την προσπάθεια, σ’ οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδας κι αν γίνεται αυτή. Με βάση αυτό το σκεπτικό δέχθηκα την τιμή που μου κάνατε να με καλέσετε να μιλήσω στην πόλη σας και δηλώνω από αυτό το βήμα πως θα συμβάλλω πάντα στο νεοελληνικό πολιτιστικό πολυκεντρισμό. Μια και τον θεωρώ, εκτός από τα άλλα, και βάση της Δημοκρατίας.

 

Και τώρα στο κύριο θέμα μας: Τα Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21.

           

Τα σπουδαιότερα νομικά κείμενα της σύγχρονης Ελλάδας είναι τα τρία Συντάγματα της Επανάστασης του ’21. Αυτά έγιναν στην Επίδαυρο, το Άστρος και την Τροιζήνα, δηλαδή στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Γι’ αυτό, αν πούμε πως το Άργος και η περιοχή του είναι το κέντρο, όπου ανασυστάθηκε η νομική σκέψη της σύγχρονης Ελλάδας, δε θα λαθεύαμε.

Για τα τρία Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21, δεν έχουν γραφτεί λίγα. Όχι όμως τα αντάξιά τους. Καμιά κριτική δεν έχει ακόμα αποδώσει το μεγαλείο τους, τo  πρωτοποριακό τους πνεύμα, την επίμονη σχέση τους με την Ελληνική Αρχαιότητα. Γι’ αυτό στόχος αυτού του μικρού πονήματος είναι να λειτουργήσει σαν έναυσμα για μια τέτοια προσπάθεια.

Η σχέση των πολιτευμάτων που καθιερώνουν τα Συντάγματα της Επανάστασης του ’21 με τον τρέχοντα αγγλο-αμερικανο-γαλλικό Κοινοβουλευτισμό είναι επιφανειακή. Αντίθετα η σχέση τους με τα αρχαία ελληνικά πολιτεύματα είναι βαθύτερη. Τόσο ο Ρήγας όσο και όλος ο νεοελληνικός Διαφωτισμός ήταν βαθιά εμποτισμένοι από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Πριν γίνει το Σύνταγμα της Επιδαύρου, υπήρξαν πολυάριθμα τοπικά συνταγματικά κείμενα φτιαγμένα στις αντίστοιχες επαναστατημένες περιοχές. Ο Κοραής στο Παρίσι ασχολείται με την έκδοση αρχαίων ελληνικών κειμένων ανάμεσα στα οποία είναι και τα Πολιτικά του Αριστοτέλη.

Η πολιτική σκέψη και πράξη των αρχαίων Ελλήνων αλλοιωμένες από τους Ρωμαίους επηρέασαν τα συνταγματικά κείμενα της Γαλλικής Επανάστασης (1789-1794), αλλά και τα αγγλοσαξονικά κείμενα από τη Magna Charta (1215 μ.Χ.) κι έπειτα μέχρι την Αμερικανική Επανάσταση (1774). Το ελληνικό πολίτευμα, η Δημοκρατία, ήταν το ζητούμενο όλων αυτών των κειμένων μέσα στον αγώνα τους, για να περιορίσουν τη Μοναρχία και τις αυθαιρεσίες της. Τελικά οι Δυτικοί μετά από έντονους και μακροχρόνιους αγώνες κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά τη Μοναρχία και να καταλήξουν στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, στον Κοινοβουλευτισμό. Είναι λοιπόν ο Κοινοβουλευτισμός περιορισμένη Μοναρχία, συρρικνωμένη Μοναρχία. Προεδρικός όμως (Η.Π.Α., Γαλλία, Κύπρος),  πρωθυπουργικός (Ελλάδα, Ιταλία, κ.ά.) ή βασιλευόμενος (Ισπανία, Ολλανδία, Μ. Βρετανία κ.ά.) ο Κοινοβουλευτισμός δεν παύει να έχει σαφή μοναρχικά στοιχεία. Ένα πρόσωπο, ο πρόεδρος, ο πρωθυπουργός ή ο βασιλιάς έχει δικαίωμα να διαλύσει τη Βουλή.

Κι επειδή ζούμε μέσα στον Κοινοβουλευτισμό, το πολιτικό μας ιδεομόρφωμα είναι κοινοβουλευτικό. Γι’ αυτό για να γίνει ο συσχετισμός ανάμεσα στα ελληνικά Συντάγματα του ’21 και την αρχαία ελληνική σκέψη και πράξη, θα πρέπει ο εκάστοτε μελετητής να γνωρίζει όχι μόνο πώς λειτούργησαν τα πολιτεύματα των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών αλλά και να απαρνηθεί το στενό, κατά βάση κοινοβουλευτικό, πολιτικό του ιδεομόρφωμα, για όσο χρόνο τουλάχιστο διεξάγει την έρευνά του. Και έτσι με πνεύμα ευρύτερο, δημοκρατικό, να προσεγγίσει τα Συντάγματα της Επανάστασης του ‘21. Όμως λόγοι τόσο αντικειμενικοί όσο και υποκειμενικοί μάς εμποδίζουν να γνωρίσουμε τα αρχαία ελληνικά πολιτεύματα. Κι αυτό μας εμποδίζει να μεταφερθούμε στο αρχαίο ελληνικό πολιτικό πνεύμα και να το κατανοήσουμε.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Πιο συγκεκριμένα. Οι αντικειμενικές δυσκολίες για τη γνώση της πολιτικής πράξης και σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων οφείλονται στην ελλιπή μας πληροφόρηση. Το κύριο αρχαιοελληνικό έργο που θα μπορούσε να μας πληροφορήσει για την πολιτική σκέψη και πράξη των Αρχαίων Ελλήνων είναι ένα χαμένο έργο του Αριστοτέλη. Αυτό περιλάμβανε 158 πολιτεύματα ελληνικών αλλά και μη ελληνικών πόλεων-κρατών. Ευτυχώς σχετικά πρόσφατα, το 1891, ανακαλύφτηκε το πρώτο αλλά και σημαντικότερο από αυτά τα 158 πολιτεύματα: η Αθηναίων Πολιτεία, το πολίτευμα των Αθηναίων. Είναι αλήθεια πως η κατεστραμμένη αρχή αυτού του κειμένου μας στερεί από αρκετές πληροφορίες, όμως άλλα αρχαιοελληνικά διασωσμένα κείμενα αναπληρώνουν μερικά αλλά αρκετά ικανοποιητικά αυτό το κενό.

Οι υποκειμενικές δυσκολίες για τη γνώση της πολιτικής πράξης και σκέψης των Αρχαίων Ελλήνων οφείλονται σε δύο λόγους. Πρώτο: πολλοί μελετητές, όταν μελετούν την πολιτική σκέψη του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη σχηματίζουν τη λαθεμένη εντύπωση ότι μελετούν τη σκέψη των Αρχαίων Ελλήνων. Δεύτερο: οι μελετητές, ζώντας και δρώντας στα σύγχρονα κοινοβουλευτικά, δηλαδή ολιγαρχικά, πολιτικά πλαίσια, έχουν τη λαθεμένη εντύπωση ότι ζουν και δρουν σε Δημοκρατία, επειδή συνηθίζει ο Κοινοβουλευτισμός, να σφετερίζεται το όνομα της Δημοκρατίας και να αυτοαποκαλείται «Δημοκρατία». Ο τρέχων Κοινοβουλευτισμός είναι μια ολιγαρχική πολιτειακή παραλλαγή. Και μάλιστα είναι συρρικνωμένη Μοναρχία, όπως ήδη έχει ειπωθεί. Αν ξυπνούσε ο Αριστοτέλης θα τον κατέτασσε σαφώς στα ολιγαρχικά πολιτεύματα από το γεγονός και μόνο ότι δε χρησιμοποιεί την κλήρωση για την ανάδειξη των βουλευτών αλλά την εκλογή. Γι’ αυτό άλλωστε και κατέτασσε και τη Σπάρτη στις ολιγαρχίες, γιατί, παρά την ομοιομορφία ένδυσης και σιτισμού, τα οποία κατά τον Αριστοτέλη θεωρούνταν  χαρακτηριστικά δημοκρατικά, η ανάδειξη των Εφόρων και των Γερουσιαστών γινόταν με εκλογή και όχι με κλήρωση (Αριστ. Πολ. Δ, 1294β 18-34). Όμως, παρ’ όλα αυτά, η αρχαιοελληνική Ολιγαρχία, δεν ήταν συρρικνωμένη Μοναρχία αλλά συρρικνωμένη Δημοκρατία.

Πιο συγκεκριμένα. Τα πολιτεύματα για τους Αρχαίους Έλληνες είναι μόνο τρία: Δημοκρατία, Ολιγαρχία, Μοναρχία. Όμως πριν φτάσουν οι Αρχαίοι Έλληνες στην τριττή διάκριση των πολιτευμάτων μίλησαν ουσιαστικά για δύο μόνο πολιτεύματα, την Τυραννία και την Ισοκρατία (Ηρόδ. Ε’ [Τερψιχόρη] 92). Από την τελευταία πηγάζουν η Δημοκρατία και η αρχαιοελληνική Ολιγαρχία. Έτσι, για να γίνουν κατανοητές οι αρχαιοελληνικές επιδράσεις στα Συντάγματα του ’21, θα δούμε συνοπτικά, σε πίνακα, τα χαρακτηριστικά των αρχαιοελληνικών ισοκρατικών πολιτευμάτων και την εξέλιξή τους σε Δημοκρατία και Ολιγαρχία.

Όμως ας μη μακρηγορούμε πια.

Nα επισημάνουμε πως στο εισαγωγικό σημείωμα του Συντάγματος της Επιδαύρου, υπάρχει η ρήση ότι οι Έλληνες ήσαν σκλαβωμένοι 22 αιώνες. Δηλαδή το Βυζάντιο για τους επαναστατημένους Έλληνες ήταν σκλαβιά, Ρωμαιοκρατία. Η Ελλάδα του ’21 θέλει να βλέπει τον εαυτό της σα συνέχεια της Αρχαίας Ελλάδας.

Με βάση αυτό το σκεπτικό:

Πρώτο. Οι Έλληνες, για τη σύνταξη του πολιτεύματός τους αναβλέπουν προς τα πολιτεύματα της Σπάρτης και της Αθήνας.

Δεύτερο. Και στα τρία Συντάγματα καθορίζεται η σφραγίδα της Διοίκησης (της Κυβέρνησης) να έχει τη θεά Αθηνά (Σύντ. Επιδαύρου, § ργ’, Σύντ. Άστρους § qε’, Σύντ. Τροιζήνας ).

Τρίτο. Στα δύο πρώτα Συντάγματα η αρίθμηση των άρθρων γίνεται με τον αρχαίο ελληνικό τρόπο, δηλαδή με τη χρήση του ιωνικού αλφαβήτου, ενώ στο Σύνταγμα της Τροιζήνας γίνεται χρήση και αραβικής και ελληνικής αρίθμησης. Ας σημειωθεί πως η ελληνική αρίθμηση χρησιμοποιείται και σήμερα στη νομολογία.

Τέταρτο. Αναγνωρίζεται η προτεραιότητα της Ανατολικής Ορθόδοξης Θρησκείας, αλλά καθιερώνεται η ανεξιθρησκία. Έτσι, ενώ στον Όρκο του β’ Συντάγματος (άρ. qθ’) τα μέλη της Διοίκησης, οι Κριτές και οι Υπουργοί ορκίζονται στην Τρισυπόστατη Θεότητα και τη γλυκύτατη Πατρίδα, στο γ’ Σύνταγμα  οι τρεις Όρκοι δίνονται γενικά στο Θεό και τους ανθρώπους (άρ. 132) ή τον Ύψιστο (άρ. 150). Κι ακόμα ενώ στο α’ Σύνταγμα καθιερώνεται Υπουργός Θρησκείας (§ κβ’), στο β’ Σύνταγμα μετονομάζεται γενικότερα σε Υπουργό Λατρείας (§ κε’) και στο γ’ Σύνταγμα, όπου οι Υπουργοί μετονομάζονται σε Γραμματείς, δεν υπάρχει αντίστοιχος Γραμματέας για το θρήσκευμα (άρ. 126). Ο Κλήρος βέβαια δεν «εμπεριπλέκεται» σε κανένα δημόσιο υπούργημα και δικαίωμα ψήφου έχουν μόνο οι Πρεσβύτεροι (άρ. 24).

Πέμπτο. Οι εκλογές στην Ελλάδα μέχρι και τις βουλευτικές του Νοεμβρίου του 1920 γίνονταν με σφαιρίδια. Με σφαιρίδια γίνονταν και οι κληρώσεις των βουλευτών, των δικαστών και όλων σχεδόν των άλλων αξιωματούχων στην Αρχαία Αθήνα.

Έκτο. Έχει επισημανθεί ότι στο εισαγωγικό σημείωμα του Συντάγματος της Επιδαύρου η βυζαντινή περίοδος δε θεωρείται ελεύθερη ελληνική αλλά σκλαβωμένη ελληνική. Γίνεται όμως αναφορά στους νόμους «των αειμνήστων Χριστιανών ημών Αυτοκρατόρων» κατά το α’ Σύντ. (§ qη’), στους νόμους «των ημετέρων αειμνήστων Χριστιανών Αυτοκρατόρων της Κωνσταντινουπόλεως» κατά το β’ Σύντ. (§ π’) και στους Βυζαντινούς νόμους κατά το γ’ Σύντ. (άρ. 142). Προφανώς οι Φαναριώτες από τη μεριά και το ιερατείο από την άλλη θέλησαν να προσανατολίσουν τη νέα Ελλάδα  με τη βυζαντινή-χριστιανική περίοδο της Ιστορίας. Έτσι η παρουσία της Ελληνικής Αρχαιότητας στη νέα Ελλάδα συμβαδίζει με την παρουσία του Βυζαντίου και δημιουργήθηκε ο όρος «Ελληνοχριστιανικός Πολιτισμός» και το Βυζάντιο θεωρήθηκε συνέχεια του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού.

Αδαμάντιος Κοραής, «Το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος του 1822», Αθήνα 1949. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου, γνωστό σαν «ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΕΠΙΔΑΥΡΩΙ Α’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ», πρόσκειται περισσότερο προς το πολίτευμα της Σπάρτης και λιγότερο προς εκείνο της Αθήνας. Οι Έλληνες είναι «όμοιοι», μπροστά στους Νόμους, όπως «όμοιοι» χαρακτηρίζονταν και οι πολίτες της Σπάρτης. Υπάρχει η τριττή διάκριση των λειτουργιών της εξουσίας, κατά τη σύγχρονη Νομική Επιστήμη – ή τριών μορίων της πολιτείας, κατά τον Αριστοτέλη. Ας σημειωθεί πως οι συντάκτες των ελληνικών επαναστατικών Συνταγμάτων φαίνεται να είχαν κατά νου την αριστοτέλεια έκφραση «έστι δη τρία μόρια [τμήματα] των πολιτειών πασών…» (Πολιτικά, Δ, 1297β 35 – 1298α 8), γι’ αυτό δε μιλάνε για τρεις εξουσίες, μετάφραση του γαλλικού «trois pouvoirs» αλλά για τρία μόρια. Έτσι τα επίθετα που αφορούν τις τρεις εξουσίες ή λειτουργίες της εξουσίας είναι στο ουδέτερο γένος (Εκτελεστικό, Βουλευτικό, Δικαστικό) επειδή προφανώς υπονοείται το ουσιαστικό «μόριο», το οποίο το έχει εισαγάγει, όπως είδαμε ο Αριστοτέλης.

Ο διαχωρισμός της πολιτείας σε τρία μόρια είναι χαρακτηριστικό της ακραιφνούς Δημοκρατίας, γι’ αυτό και τον βρίσκουμε στην Αθήνα και σε όποια άλλη αρχαία ελληνική πόλη εφαρμοζόταν παρόμοιο πολίτευμα. Ο τριττός διαχωρισμός δεν υπήρχε στη Σπάρτη, το πολίτευμα της οποίας ήταν συρρικνωμένη Δημοκρατία ή «ισόνομη ολιγαρχία», κατά την έκφραση του Θουκυδίδη (Γ’, 62, 3). Ας έχουμε υπόψη μας ότι ο όρος «ισονομία» χρησιμοποιήθηκε στη θέση του όρου «δημοκρατία», πριν καθιερωθεί ο τελευταίος. Έτσι η «ισόνομη ολιγαρχία» σημαίνει το οξύμωρο «δημοκρατική ολιγαρχία»! Άλλωστε και στη συρρικνωμένη Δημοκρατία της Σπάρτης το ανώτατο πολιτειακό της όργανο ήταν η Απέλλα, η Νομοθετική, όπως ακριβώς η Εκκλησία του Δήμου στην Αθήνα.

Την προσέγγιση του Συντάγματος της Επιδαύρου προς το πολίτευμα της Σπάρτης θα τη βρούμε και αλλού. Ενώ δηλαδή το Σύνταγμα διατείνεται ρητά για ισοτιμία ανάμεσα στο Βουλευτικό (Νομοθετικό) και το Εκτελεστικό (Αρχικό, Διοικητικο-Εκτελεστικό) (§ ι’), τελικά το προβάδισμα, ελαφρό βέβαια, δίνεται στο Εκτελεστικό, όπως αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι οι αποφάσεις παίρνονται, κατά κανόνα, από το Εκτελεστικό. Αυτό οφείλεται στο ότι η ελλιπής πληροφόρηση για την Αρχαία Σπάρτη έδινε την εντύπωση πως οι Έφοροι στη Σπάρτη είχαν την πρωτοκαθεδρία. Και είναι αλήθεια ότι οι Έφοροι είχαν στα χέρια τους συγκεντρωμένες πολλές αρμοδιότητες οι οποίες στην Αθήνα ήταν διαμοιρασμένες στα τρία μόρια της πολιτείας. Σήμερα η πρωτοκαθεδρία των Εφόρων ή άλλων αξιωματούχων δε γίνεται δεκτή και έχει διαπιστωθεί πως η Απέλλα είχε ουσιαστικά την τελική απόφαση. Πραγματικά ο Αριστοτέλης λέει πως οι δύο βασιλιάδες αν ομογνωμονούσαν σε κάτι με όλους τους Γερουσιαστές αυτό ίσχυε, αν όχι, υπερίσχυε η απόφαση της Απέλλας (Πολ. Β, 1273α 5-9). Πρβλ. και τη ρήτρα του σπαρτιατικού πολιτεύματος «δήμῳ ἦμεν κράτος καὶ ἀγοράν» (Πλούταρχος, Λυκούργος, 6), όπου εκφράζεται η ίδια άποψη.

Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» σε αγγλική μετάφραση από τη δεύτερη έκδοση στην Κόρινθο, Λονδίνο 1823. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το προβάδισμα του Εκτελεστικού (του Αρχικού) το ξαναβρίσκουμε στις  §§ λδ’, λθ’ και εξάγεται και από τη σύγκριση των §§ ν’, νβ’ και νζ’. Βέβαια το προβάδισμα του Εκτελεστικού (του Αρχικού) είναι μικρό, αφού ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση του Βουλευτικού (του Νομοθετικού) σε καίρια ζητήματα (§ μ’).

Το Εκτελεστικό (το Αρχικό) είναι 5μελές, όπως πέντε είναι και οι Έφοροι στη Σπάρτη.

 – Η θητεία των αρχόντων είναι ενιαύσια και έπρεπε οι επίδοξοι άρχοντες να έχουν κλείσει τα τριάντα (§ ιε’). Ενιαύσια ήταν και η θητεία στην Αρχαία Ελλάδα. Και στην Αθήνα, για να ασκήσει κανείς κάποιο αξίωμα, έπρεπε να έχει κλείσει τα τριάντα, ενώ στη Σπάρτη έπρεπε να έχει κλείσει τα σαράντα.

– Υπάρχει πρόνοια για δίκαιη διανομή του πλούτου (§ η’).

– Αναγγέλλεται νόμος για πολιτογράφηση ξένων (§ ε’).

– Καταργούνται τα βασανιστήρια και οι δημεύσεις (§ qθ΄).

Πρόκειται για θεσμούς με αρχαιοελληνική καταβολή.

– Αναγνωρίζονται οι τοπικές διοικήσεις (§§ qδ’, ρα’). Ας θυμηθούμε πως και η αρχαία Σπάρτη ευνοούσε την αυτόνομη παρουσία των ελληνικών πόλεων-κρατών και τη μη σύμπηξη συμμαχιών.

[ Σημείωση. Χρησιμοποιήθηκε το γράμμα q του χαλκιδικού αλφαβήτου, μια και το αντίστοιχο γράμμα του ιωνικού δεν υπάρχει στους συνήθεις ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Σαν αριθμός το ιωνικό γράμμα σημαίνει 90, έτσι το qθ’=99 και το qδ’=96].

 

Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, «Η πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822», Αθήνα 1907. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

 

Να δούμε το δεύτερο Σύνταγμα.

 

Ο πλήρης τίτλος του είναι: ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ HTOI ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΑΣΤΡΕΙ  Β’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ. Απρίλιος 1823.

Το δεύτερο Σύνταγμα διατηρεί τις ελευθερίες που εισάγει το πρώτο και  στρέφει τον προσανατολισμό του σαφώς προς το αθηναϊκό πολίτευμα και γι’ αυτό αντικαθιστά τον όρο «όμοιοι», που αναπέμπει στη Σπάρτη, με τον όρο «ίσοι», που αναπέμπει στην Αθήνα. Οι Έλληνες δεν είναι πια «όμοιοι» αλλά «ίσοι» μπροστά στους Νόμους. Η «ισότητα» και η «ομοιότητα»  είναι έννοιες νομικές, αθηναϊκή και σπαρτιάτικη αντίστοιχα. Πρβλ. Αριστ. Πολ., Γ, 1279α 9-10.

Συνέπεια της ισότητας πια και όχι της ομοιότητας είναι η ρητή κατάργηση  της δουλείας. Να υπενθυμίσουμε ότι οι δούλοι στην Αθήνα δεν ήσαν, κατά κανόνα, Έλληνες, ενώ οι Είλωτες στη Σπάρτη ήσαν Έλληνες, Μεσσήνιοι, υποδουλωμένοι. Βέβαια η δουλεία καταργείται ρητά για κάθε ανθρώπινο ον στο Σύνταγμα του Άστρους (§ θ’). Οι Βρετανοί κατάργησαν τη δουλεία το 1832, οι Η.Π.Α., στα χαρτιά, το 1860 και οι Ρώσοι κατάργησαν τη δουλοπαροικία το 1861. Το άρθρο, που καταργεί τη δουλεία θα παραμείνει μέχρι και το Σύνταγμα των 17-11-1864 // 1-6-1911, άρθρο 13.

Εισάγεται η ελευθερία του τύπου (§ ζ’), που κι αυτή αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα. Στην αρχαία Σπάρτη υπήρχε λογοκρισία. Παράδειγμα: Ο Αρχίλοχος και η ποίησή του δε γίνονταν δεκτοί στη Σπάρτη, επειδή σε ποίημά του δε θεωρεί  σπουδαίο πράγμα ότι πέταξε την ασπίδα του, για να σώσει τη ζωή του. Η πράξη του Αρχίλοχου αντέκειταν στο «Ή ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ» των Σπαρτιατών. Οι Αθηναίοι ήταν πολύ πιο ανεκτικοί στην καλλιέργεια του λόγου και της τέχνης γενικότερα, αν και έγιναν και εκεί προσπάθειες με το ψήφισμα του Διοπείθη να εισαχθεί η λογοκρισία.

Γενικά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, που προτείνονται στο πρώτο και στο δεύτερο Σύνταγμα, επαναλαμβάνονται και ενισχύονται. Το Βουλευτικό (Νομοθετικό) έχει σαφώς το προβάδισμα, όπως είναι πιο προφανές αυτό στην Αρχαία Αθήνα (§§ ιζ’, λη’ μ’ μα’, οθ’, π’), όπου η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε για όλα και  κυβερνούσε. Το Εκτελεστικό παραμένει 5μελές. Να επισημάνουμε πως και στην Αθήνα τα πολιτειακά όργανα ήσαν κατά κανόνα πολυπρόσωπα. Άλλωστε το πολυπρόσωπο των πολιτειακών οργάνων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Καταργούνται οι τοπικές διοικήσεις. Αυτό αναπέμπει στην ενωτική πολιτική της αρχαίας Αθήνας.

Εισάγεται ο όρος «βουλευτής» (§ λ’), παράλληλα με τον όρο «παραστάτης (§§ ιγ’, ιη’ και qζ’). Δεν υπήρχε στη Σπάρτη ο όρος «βουλευτής», υπήρχε στην Αθήνα. Στο Σύνταγμα της Επιδαύρου χρησιμοποιούνται οι όροι «πληρεξούσιος» (§ ια’) και «παραστάτης» (§ ιγ’).

Γίνεται πραγματικότητα η πολιτογράφηση ξένων. Καθορίζονται με ακρίβεια οι όροι: 5 χρόνια ενδήμησης, απόκτηση ακίνητης περιουσίας ή εκτέλεση ανδραγαθημάτων υπέρ της Ελλάδας και διαρκή άμεμπτη συμπεριφορά (§ ιβ’ α’ και β’). Κι αυτό αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, όπου η πολιτογράφηση ξένων αλλά και δούλων δεν ήταν σπάνια (Αριστ. Πολ. Γ, 1275β 37 και Αριστοφάνης, Βάτραχοι, 204 και Πλούταρχος, Σόλωνας, 24). Στην αρχαία Σπάρτη μόνο δύο άνθρωποι πολιτογραφήθηκαν, κατά τον Ηρόδοτο.

Προαναγγέλλεται η εγκαθίδρυση ορκωτών δικαστών (§ qστ’ [96]). Κι αυτό βέβαια αναπέμπει στην αθηναϊκή Ηλιαία.

Στην ενίσχυση του δημοκρατικού πνεύματος πρέπει να συγκαταλέξουμε και το ότι τόσο το Βουλευτικό όσο και οι Κριτές, οι δικαστές,  το Δικαστικό, ορκίζονται μπροστά στο κοινό (§ qθ’ [99]). Κι αυτό αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, αν σκεφθούμε πως οι νέοι πολίτες έλεγαν το γνωστό Όρκο των Εφήβων μπροστά στο κοινό (Αριστ. Αθηναίων Πολιτεία, 42, 4).

 

Αναστάσιος Πολυζωίδης, «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος και σχέδιον Οργανισμού των επαρχιών αυτής», Μεσολόγγι 1824. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

 

Να περάσουμε τώρα στο Σύνταγμα της Τροιζήνας.

Ο πλήρης τίτλος του είναι: ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ EN ΤΡΟΙΖΗΝΙ Γ’ ΕΘΝΙΚΗΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΝ. Μάιος 1827. Το τρίτο Σύνταγμα κρατάει ό,τι προοδευτικό και φιλελεύθερο έχουν εισαγάγει τα άλλα δύο και κάνει ακόμα ευρύτερες τομές, που δείχνουν προς την αρχαία Αθήνα. Εισάγει ουσιαστικά το σύστημα της «Κυβερνώσας Βουλής» (Κεφ. ΣΤ’), πράγμα το οποίο αναπέμπει στην αρχαία Αθήνα, όπου η Εκκλησία του Δήμου ήταν ό,τι είναι η Βουλή στη σύγχρονη εποχή αλλά και, επί πλέον, κυβερνούσε, όντας το ανώτατο πολιτειακό όργανο, χωρίς κανείς να μπορεί να τη διαλύσει.

Καταργείται κάθε άλλος όρος για τα μέλη της Βουλής και εισάγεται ο όρος «Αντιπρόσωπος», επειδή προφανώς οι Έλληνες του ’21 ήξεραν και είχαν συνειδητοποιήσει τη θεσμική διαφορά τους με την αρχαία Αθήνα,

δηλαδή ανάμεσα στο κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό-ολιγαρχικό πολιτειακό σύστημα από τη μια μεριά και τη Δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας από την άλλη. Τα ίδια μπορούμε να πούμε για την κατάργηση του όρου «Υπουργός» των δύο πρώτων Συνταγμάτων· ο όρος αυτός παραπέμπει στην Αρχαία Ελλάδα (Ξεν. Κύρου Ανάβαση, Ε’, 8 15· κ. ά.). Για τούς ίδιους λόγους αντικαταστάθηκε με τον όρο «Γραμματεύς». Και οι δύο νέοι όροι του Συντάγματος της Τροιζήνας δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μεταφράζουν τους αντίστοιχους γαλλικούς «représentant» και «secrétaire».

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εισάγεται και η κλήρωση και η μη επανεκλογή των Αντιπροσώπων στην επόμενη βουλευτική περίοδο. Πιο συγκεκριμένα. Κάθε τρία χρόνια εκλέγονται 300 αντιπρόσωποι. Από αυτούς ενεργοποιούνται με κλήρωση 100 την πρώτη χρονιά και 100 τη δεύτερη. Οι υπόλοιποι 100 ενεργοποιούνται την τρίτη χρονιά. Κανείς τους δεν επανεκλέγεται κατά την επόμενη εκλογική περίοδο (αρ. αρ. 57-58). Οι Αντιπρόσωποι δεν πληρώνονταν, αν δεν παρευρίσκονταν στις συνεδριάσεις της Βουλής και πληρώνονταν το μισό, αν είχε λήξη η βουλευτική περίοδος (άρ. 64).

Οι θεσμοί αυτοί προσεγγίζουν τη δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας. Εκεί  η ανάδειξη των βουλευτών και γενικότερα το 99,14 % των αρχόντων ήσαν κληρωτοί, ενιαύσιοι και μη επαναλήψιμοι. Και, καθώς η πληρωμή τους γινόταν κάθε μέρα, όποτε απουσίαζαν δεν πληρώνονταν.

Καταργείται το 5μελές Εκτελεστικό και αντικαθίσταται από το μονομελές πολιτειακό όργανο, τον Κυβερνήτη, ο οποίος όμως υπόκειται στη Βουλή.

Δεν αναγνωρίζονται τίτλοι ευγενείας (άρ. 27) και δεν υπάρχουν οι εκφωνήσεις «Εκλαμπρότατε», «Εξοχότατε» κ.λπ. με εξαίρεση τη διατήρηση της  εκφώνησης «Εξοχότατε», που αφορά το πρόσωπο του Κυβερνήτη, όσο αυτός κυβερνά.

Υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο (Κεφ. Δ’) για την πολιτογράφηση ξένων. Η πολιτογράφηση γίνεται με λιγότερα χρόνια ενδήμησης (3 χρόνια) και γενικότερα είναι ευκολότερη.

Όμως ένα τέτοιο Σύνταγμα δε θα ήταν τόσο εύκολα αποδεκτό από τις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης. Ένα Σύνταγμα τόσο φιλελεύθερο και τόσο κοντά στη Δημοκρατία, όπως τουλάχιστο την πραγματοποίησαν οι Αρχαίοι Έλληνες, θα ήταν βραδυφλεγής βόμβα στα θεμέλια της μοναρχικής Ευρώπης. Και θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να γίνει αποδεκτό ένα κράτος, όσο μικρό και ασήμαντο κι αν ήταν αυτό, με ένα Σύνταγμα τέτοιας φιλελεύθερης εμβέλειας. Παρ’ όλα αυτά οι συντάκτες του Συντάγματος και ο Ελληνικός Λαός έκαναν τις προσπάθειές τους για μια συνταγματική ανανέωση της Ευρώπης του 19ου αιώνα.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση με ψήφισμά της, στις 3 Απριλίου 1827, εξέλεξε σαν πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια. Εκείνος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1828. Επειδή όμως ήταν αντίθετος στο Σύνταγμα της Τροιζήνας και τις δημοκρατικές του προδιαγραφές και πιο συγκεκριμένα δεν ανέχτηκε να υπόκειται στη Βουλή, πίεσε τους αντιπροσώπους να καταργήσουν το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Έτσι στις 18 Ιανουαρίου 1828, με ψήφισμά της η Γ’ Εθνοσυνέλευση ανέστειλε τη λειτουργία του Συντάγματος και αυτοδιαλύθηκε. Του κάκου ο Θεόφιλος Καϊρης στην Ελλάδα και ο Αδαμάντιος Κοραής από το Παρίσι προσπαθούσαν να πείσουν τον Καποδίστρια να σεβαστεί τη Δημοκρατία. Ο Καποδίστριας στάθηκε ανένδοτα απολυταρχικός. Έτσι χάθηκε κάθε ευκαιρία να εισαχθεί στην Ευρώπη ένα φιλελεύθερο Σύνταγμα.

Και η Ελλάδα οδηγήθηκε στην Απόλυτη Μοναρχία του Όθωνα, που με την Επανάσταση της Γ’ Σεπτεμβρίου του 1843 και το Σύνταγμα του 1844 υποχρεώθηκε να γίνει Συνταγματική Μοναρχία και με την έξωση του Όθωνα το 1862 και τον ερχομό των Γλύξμπουργκ, το 1863, και το Σύνταγμα του 1864 έγινε Βασιλευόμενη Δημοκρατία. Τελικά οι Έλληνες με το δημοψήφισμα του 1974 κατάργησαν το θεσμό της Μοναρχίας.

[Σημείωση. Το οξύμωρο είναι ότι ουσιαστικά πρώτοι συντελεστές  της κατάργησης της Μοναρχίας ήταν οι κατά καιρούς δικτάτορες στρατιωτικοί. Το 1924 ο Θεόδωρος Πάγκαλος και ο Γεώργιος Κονδύλης σε συνεργασία με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου κατάργησαν τη βασιλεία. Και ο Πάγκαλος και ο Κονδύλης ήσαν στρατιωτικοί και οι δύο και δικτάτορες, ο πρώτος από τον Ιούνιο 1925 – Αύγουστο 1926 και ο δεύτερος από τον Οκτώβριο 1935 – Ιανουάριο 1936. Οι δικτάτορες-στρατιωτικοί των ετών 1967-1974 κατάργησαν τη βασιλεία. Η κατάργηση επιβεβαιώθηκε με το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του 1974].

Οι ευρωπαϊκές Δυνάμεις λοιπόν ήσαν σαφώς αντίθετες για τη δημιουργία μιας φιλελεύθερης νέας Ελλάδας, περισσότερο πιστής στα πολιτικά και δικαιοδοτικά νάματα της δικής της αρχαίας ιστορίας και λιγότερο υπάκουης στις ρωμαϊκές παραφθορές του Αττικού Δικαίου, που συνέθεταν το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Έτσι εξακολουθούμε να ζούμε ακόμη και σήμερα στη σκιά του Ρωμαϊκού Δικαίου και του αιματοβαμμένου Κολοσσαίου και να έχουμε παραμελήσει ή και λησμονήσει το φως του Αττικού Δικαίου και του Αττικού θεάτρου, στο οποίο και η ένδειξη μόνο της βίας ήταν ανεπίτρεπτη.

 

Βιβλιογραφία


1) Αριστοτέλης: α) Πολιτικά,  β) Αθηναίων Πολιτεία.

2) Ηρόδοτος.

3) Αριστοφάνης, Βάτραχοι.

4) Πλούταρχος, Σόλωνας.

5) Τα Ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986. Εκδ. «Στοχαστής». Αθήνα 1998. Στην έκδοση αυτή περιλαμβάνεται και Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος του Αλέξανδρου Σβώλου.

 

Αλέξανδρος Κόντος

Φιλόλογος, Δρ. Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Παρισίων

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Λεπτομέρειες από την «Εν Άργει Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν» και οι Αργείοι πληρεξούσιοι στην «Της Γ’ Σεπτεμβρίου Α’ Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν» – Διονύσιος Αλικανιώτης, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής


 

Ο Γ. Τερτσέτης σε διάλεξή του το 1872, έλεγε: «Από τα αναφερόμενα είδη των πολιτευμάτων, η Ελλάς εδιάλεξε, πιστεύω, το καλλίτερον, το συνταγματικόν. Ποία η καλωσύνη του; Θα μας το είπει η επιτηδεία απόκρισις ενός Λάκωνος, ενός Μανιάτη, η οποία εδόθη εις το Άργος, εις τα 1829, εις τον αείμνηστον Κυβερνήτην Καποδίστριαν κατά την συγκάλεσιν τότε της Εθνικής Συνελεύσεως. Εις μίαν ομήγυριν λοιπόν, έξω του αμφιθεάτρου (εννοεί το αρχαίο θέατρο του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως), ο Κυβερνήτης ηρώτησε: «Καταλαβαίνετε τι θέλει να πει Σύνταγμα;». Σιωπή. Ένας, όμως, «μάλιστα εξοχότατε» του λέγει «ημπορώ να σου το δείξω εις την απαλάμην μου». «Πως;» «Ιδού. Από το ένα μέρος της παλάμης μου γράφω: Οι αντιπρόσωποι του λαού ψηφίζουν τα δοσίματα. Και από την άλλην: Η εξουσία δίδει λόγον των εξοδευμένων». «Ο Κυβερνήτης» έλεγε ο Τερτσέτης, «ενθουσιάσθη εις αυτήν την απάντησιν του νοήμονος Σπαρτιάτου, ως έχω από αυτήκοον μάρτυρα, και έλεγεν αργότερα εις τον Σπηλιάδην (δηλ. τον Γραμματέα, τότε, της Επικρατείας): «Αυτό είναι πνεύμα αρχαίον, πνεύμα ελληνικόν. Ιδού ότιη αρχαιότης επιζεί εις τους άνδρας τούτους» [1].

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν εχθρός του Συντάγματος, όπως συνήθως νομίζεται λόγω της καταργήσεως, με το λεγόμενο πραξικόπημα της 18ης Ιανουαρίου 1828, του περίφημου Συντάγματος της Τροιζήνος. Ήθελε όμως να φθάσει σ’ αυτό με ωριμότητα και αφού ολοκληρωθεί το έργον της Εθνικής Αποκαταστάσεως. Είχε δείξει ωριμότητα δημοκρατικής ευαισθησίας όταν, νεώτερος, είχε εργασθεί για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας της Ελβετίας και είχε προκαλέσει τότε τον θαυμασμό του τσάρου Αλεξάνδρου του Α’ που του είχε πει: «Πολύ αγαπάτε τας δημοκρατίας, κύριε κόμη, και εγώ επίσης τας αγαπώ». Δεν ήταν λοιπόν δικτάτωρ ο Κυβερνήτης, και στην κυριαρχία του λαού απέβλεπε ως την υπέρτατη πηγή της πολιτικής εξουσίας. Από τις πρώτες μάλιστα πράξεις του ήταν η υπόσχεση συγκλήσεως (συγκαλέσεως όπως έλεγαν τότε) Εθνικής Συνελεύσεως την οποία, κατ’ αρχήν, προσδιόρισε για τον Απρίλιο ήδη του 1828, δηλαδή σε χρονικό σημείο που δεν απείχε παρά μόνο τρεις μήνες από την άφιξή του στην Ελλάδα. Η Συνέλευση αυτή αφού αναβλήθηκε δυό φορές «έως ότου η Πατρίς ευρεθή υπό περιστάσεις καταλληλοτέρας», συνήλθε τελικά στο Άργος στις 11 Ιουλίου του 1829.

Εδώ θα αναφερθούμε για λίγο στους τόπους που ήσαν τα χρόνια εκείνα οι καθέδρες των κυβερνήσεων και των Εθνικών Συνελεύσεων, και όλ’ αυτά πάντα σχετικά με το Άργος. Ο Κυβερνήτης όταν έφθασε στην Ελλάδα, έδρα της κυβερνήσεως, δηλαδή της λεγόμενης Αντικυβερνητικής Επιτροπής, επομένως πρωτεύουσα της Ελλάδος, ήταν η Αίγινα, ήδη από της 11ης Οκτωβρίου 1827. Ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε μεν στις 8 Ιανουαρίου του 1828 στο Ναύπλιο, αλλά αυτό έγινε μόνο και μόνο λόγω καιρικών συνθηκών. Άλλωστε σχεδόν αμέσως ανεχώρησε για την Αίγινα όπου έφτασε στις 27 Ιανουαρίου. Από τον Ιανουάριο λοιπόν του 1828 έδρα της κυβερνήσεως του Καποδίστρια ήταν η Αίγινα. Ήδη όμως από τον Αύγουστο του 1828 υπήρξαν εισηγήσεις προς τον Κυβερνήτη να μεταφέρει την πρωτεύουσα στο Ναύπλιο ή το Άργος. Εντοπίσαμε στην Συλλογή του Ανδρέα Μάμουκα την γνωστή δηλαδή Συλλογή που με τον τίτλο «Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος», που περιέχει όλα τα έγγραφα της Εθνικής Παλιγγενεσίας από του 1823 έως του 1832, έγγραφο του Πανελληνίου προς τον Κυβερνήτη με ημερομηνία 20 Αυγούστου 1828 σύμφωνα με το οποίον [2]: «Το Πανελλήνιον δια λόγους τους οποίους στοχάζεται θεμελιώδεις και να τους εκθέση εγγράφως κρίνει περιττόν, είναι της γνώμης, αν είναι αρεστόν και εις την Εξοχότητά Σας, να μεταβή η καθέδρα της κυβερνήσεως εις Άργος ή Ναύπλιον. Τους λόγους τούτους επεφορτίσθησαν οι δυό πρόβουλοι κύριοι Ανδρέας Ζαΐμης και Αναγνώστης Δεληγιάννης να εκθέσωσι προφορικώς προς την Εξοχότητά Σας». Ο Καποδίστριας με έγγραφό του της επομένης ημέρας δέχεται «με ευχαρίστησίν του», όπως γράφει, να μεταφερθεί η έδρα της κυβερνήσεως εις Άργος ή Ναύπλιον και εξαρτά το ποιά από τις δύο θα είναι τελικά η πρωτεύουσα του κράτους από το «ποία μέσα κατοικίας δύνανται το Άργος ή το Ναύπλιον να μας χορηγήσωσι εις ολίγον διάστημα καιρού». Τελικά προτιμήθηκε το Ναύπλιο δεκατέσσερις μήνες αργότερα, δηλαδή τον Οκτώβριο του 1829. Βλέπουμε λοιπόν ότι το Άργος «έπαιξε» (για να χρησιμοποιήσουμε ένα νεολογισμό) ως οριστική πρωτεύουσα της Ελληνικής Πολιτείας, ισότιμα με το Ναύπλιο, για ένα περίπου έτος. Ο Καποδίστριας σε επιστολή του προς τον Didot (Διδότον) με ημερομηνία 4.10.1828 εξηγεί ότι προτιμήθηκαν οι δυό αυτές πόλεις «ίνα επιταχυνθή η ανακάθαρσις και ανοικοδόμησις του τε Ναυπλίου και του Άργους» .[3]

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους όπου διεξάγονταν οι εργασίες της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως. Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843

 

Πάντως το Άργος υπήρξε Πρωτεύουσα της Ελλάδος από τις 11 Ιουλίου έως τις 6 Αυγούστου 1829. Διότι, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ΛΑ’/16 Μαΐου 1829 Ψήφισμα του Κυβερνήτη (Προεδρικό Διάταγμα που θα λέγαμε σήμερα) που καθορίζει τα της οριστικής συγκλήσεως της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως:

  1. Η Εθνική Συνέλευσις θέλει συγκροτηθή εις την πόλιν του Άργους… και
  2. Η κυβέρνησις θέλει έχει την επίσημον καθέδραν αυτής εις την ρηθείσαν πόλιν καθ’ όσον διαρκέση η Εθνική Συνέλευσις και εκεί θέλει εκδίδεσθαι και τα δημόσια έγγραφα (εννοεί δηλαδή τις κυβερνητικές αποφάσεις και τις άλλες κρατικές πράξεις).

Έχουμε εντοπίσει στον 11ο τόμο της Συλλογής του Μάμουκα και στον Β’ τόμο των Αρχείων της Εθνικής Παλιγγενεσίας, που εξέδωσε η Βουλή των Ελλήνων, 11 κυβερνητικά ψηφίσματα (δηλαδή διατάγματα) και 5 επίσημες επιστολές του Καποδίστρια (δηλαδή με την ιδιότητά του ως Κυβερνήτη) κατά το διάστημα αυτών των 26 ημερών που το Άργος ήταν η πρωτεύουσα του Κράτους [4].

Ο Ιω. Καποδίστριας φαίνεται πως είχε ιδιαίτερη προτίμηση προς το Άργος. Στον επίσημο απολογισμό των είκοσι πρώτων μηνών της κυβερνήσεώς του, που έκαμε ενώπιον της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως στις 11 Ιουλίου του 1829, έκαμε επανειλημμένες αναφορές στο Άργος. Ανέφερε λ.χ. με λεπτομέρειες τις προσπάθειές του για την καταπολέμηση της πανώλους που είχε ενσκήψει εδώ το 1828, μεταδοθείσα από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Επίσης την κατασκευή από την κυβέρνηση του «ευρύχωρου στρατώνος» για τον στρατωνισμό τεσσάρων λόχων ιππικού με στρατιωτικό νοσοκομείο και «στεγασμάτων δια τας αποθήκας». Ακόμα την ονομασία, με το όνομα του Άργους [5], ενός πολεμικού πλοίου «εξ κανονίων». Αν ανατρέξουμε στην έκθεση της «Επί των λογαριασμών του Ναυάρχου Σαχτούρη Εξεταστικής Επιτροπής του Δεκεμβρίου 1828» βλέπουμε ότι, από τα αναφερόμενα εκεί 56 πολεμικά πλοία του ελληνικού στόλου μόνον ένα ακόμα έχει λάβει όνομα ελληνικής πόλεως, το «Μεσολόγγιον». Το γεγονός επίσης ότι ο Κυβερνήτης άλλαξε την αρχική απόφασή του να συνέλθει η Δ’ Εθνική Συνέλευση στην καθέδρα της κυβερνήσεως [6], δηλαδή την Αίγινα, και αποφάσισε τελικά να συνέλθει στο Άργος δείχνει αφ’ ενός μεν την προτίμησή του στην πόλη γενικώς και αφ’ ετέρου ότι ίσως τότε να υπερίσχυε μέσα του η επιλογή του Άργους ως οριστικής πρωτεύουσας, κάτι που τελικά, βέβαια, δεν έγινε και προτιμήθηκε το Ναύπλιο λόγω της παράλιας θέσης του.

Πάντως ο Κυβερνήτης συνεκάλεσε λίγο πριν από τη δολοφονία του και την E’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος, αλλά η Συνέλευση εκείνη δεν μπόρεσε να συνέλθει πριν από τις 27 Σεπτεμβρίου 1831 (ημέρα της δολοφονίας). Συνεκλήθη εκ νέου από την διάδοχο του Καποδίστρια κατάσταση και συνήλθε στο Άργος (στην Εκκλησία της Παναγίας) στις 5 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους για να μετατεθεί 10 ημέρες αργότερα στο Ναύπλιο.

Δημήτριος Τσώκρης

Αλλά και οι Αργείοι ανταπέδιδαν τα ίδια αισθήματα στον Κυβερνήτη. Επανερχόμαστε στο 1829. Στις αρχές Μαΐου έγινε στο Άργος η εκλογή των Αντιπροσώπων της επαρχίας στην Δ’ Εθνική Συνέλευση και εκλέχτηκε ως μοναδικός Αντιπρόσωπός της ο ίδιος ο Καποδίστριας. Το Άργος έδωσε το παράδειγμα αυτό το οποίο ακολούθησε η πλειοψηφία των επαρχιών, δηλαδή τριάντα πέντε επαρχίες. Τελικά ο κυβερνήτης δεν αποδέχτηκε την εκλογή του αυτή από τόσες μάλιστα επαρχίες και διέταξε την επανάληψη των εκλογών, με άμεσο δε τρόπο (γιατί ο μέχρι τότε προβλεπόμενος τρόπος εκλογής ήταν ο έμμεσος), σε όσες επαρχίες είχαν εκλέξει τον ίδιο. Έτσι επαναλήφθηκε η εκλογή και στο Άργος, το οποίο εξέλεξε ως Αντιπροσώπους του στην Δ’ Εθνική Συνέλευση τον Δημήτριο Τσόκρη και τον Δημήτριο Περρούκα [7], της μεγάλης εκείνης οικογένειας που έχει το εθνικό εύσημο ότι ίδρυσε το πρώτο ελληνικό σχολείο στο Άργος το 1798.

 

Η εν Άργει Δ’ Εθνική Συνέλευση είναι αξιοσημείωτη για ένα πολιτικό και για ένα νομικό λόγο:

 

  1. Ο πολιτικός λόγος είναι ότι επεκύρωσε όλες τις μέχρι τότε οργανωτικές και αναδιοργανωτικές πράξεις της κυβερνήσεως του Καποδίστρια και ότι χάραξε τις κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες έπρεπε να ακολουθήσει η κυβέρνηση εκείνη στο μετέπειτα οργανωτικό της έργο. Η πολιτική αυτή δραστηριότητα της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως ενσωματώνεται σε δεκατρία ψηφίσματα που εξέδωσε από τις 22 Ιουλίου μέχρι της 2 Αυγούστου 1829. Δηλαδή το Άργος είναι ο τόπος στον οποίο λήφθηκαν όλες οι αποφάσεις του κυρίαρχου οργάνου του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που αφορούσαν το κοσμογονικά δημιουργικό έργο της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Δεν είναι της παρούσης εισηγήσεως να αναφερθούμε διεξοδικότερα στο πάσης φύσεως έργο της Συνελεύσεως αυτής. Είναι όμως αναγκαίο να αναφερθούμε στον επόμενο λόγο, τον νομικό, γιατί ως προς αυτόν η Συνέλευση εκείνη διαφέρει των άλλων εθνικών Συνελεύσεων της Ελλάδος τόσο του Αγώνος όσο και των μετά την Ανεξαρτησία.
  1. Βασικό στοιχείο του Αντιπροσωπευτικού Συστήματος, όπως ίσχυσε από τον 19ο αιώνα, είναι ότι οι Αντιπρόσωποι του Λαού (του Έθνους όπως έλεγαν παλαιότερα) μπορούν να εκφράζουν οποιαδήποτε βούληση εν ονόματι του Λαού, δεν μπορεί όμως να καθορίζεται κάθε φορά από τους εκλογείς το περιεχόμενο αυτής της εκφραζόμενης βουλήσεώς τους.

Αποκλείεται δηλαδή η λεγόμενη «επιτακτική εντολή» [8]. Αυτό ίσχυσε σε όλες τις περιπτώσεις που συνεκλήθη στην Ελλάδα αντιπροσωπευτικό σώμα δηλαδή είτε Συντακτική Συνέλευση, είτε απλή η αναθεωρητική βουλή, από το 1821 έως σήμερα. Μόνο το 1921 στην Γ’ Συντακτική Συνέλευση που συνεκλήθη από την αντιβενιζελική Κυβέρνηση του Νοεμβρίου του 1920, ο Δ. Γούναρης είχε διατυπώσει θεωρητικές απόψεις υπέρ της χρησιμότητος, ενίοτε, της επιτακτικής εντολής, αλλά δεν επροχώρησε περισσότερο. Μοναδική εξαίρεση στα αντιπροσωπευτικά αυτά σώματα υπήρξε η εν Άργει Δ’ Εθνική Συνέλευση. Κατά τις εκλογές, στις διάφορες επαρχίες, για την ανάδειξη των αντιπροσώπων, οι εκλογείς δέσμευσαν εγγράφως τους πληρεξουσίους να ακολουθήσουν μία ορισμένη πολιτική, την πολιτική του Κυβερνήτη. Αυτό θυμίζει τις δεσμεύσεις των πληρεξουσίων έναντι των εκλογέων κατά την σύγκληση των Γενικών Τάξεων στη Γαλλία το 1789 με τα περίφημα Cachiers. Υπάρχει βέβαια η άποψη, ότι κυβερνητικά όργανα υπέδειξαν στους εκλογείς των επαρχιών αυτήν την ενέργεια, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί η υπόθεση αυτή. Δεν έχουν διασωθεί τα κείμενα των εγγράφων αυτών δεσμεύσεων παρά μόνον του Μεσολογγίου. Κατά το κείμενο αυτό που έχει διασώσει ο Ν. Δραγούμης [9], οι πληρεξούσιοι της επαρχίας αυτής που, σημειωτέον, μόλις είχε απελευθερωθεί, δεσμεύονται: «Να μη κατηγορήσωσι με κανένα τρόπον τας παρελθούσας πράξεις της σεβαστής ημών Κυβερνήσεως», «Να ακολουθήσωσι τας συμβουλάς και την γνώμην του σεβαστού ημών κυβερνήτου», «Να κηρύξωσι εις την Εθνικήν Συνέλευσιν ότι δεν θέλομεν άλλον αρχηγόν παρά τον Ι. Α. Καποδίστριαν» κλπ, επτά εν όλω εντολές. Δεν έχουμε τις δεσμεύσεις που έθεσε στους πληρεξουσίους της η πολύ καποδιστριακή πόλις του Άργους, αλλά μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι θα ήταν ένα παρόμοιο κείμενο. Ο μόνος από τους

εκλεγέντες πληρεξουσίους που αρνήθηκε τότε να συμμορφωθεί προς τις έγγραφες οδηγίες ήταν ο αντιπρόσωπος του Μεσολογγίου Σπ. Τρικούπης, που ασκούσε τότε ήπια αντιπολίτευση στη Κυβέρνηση Καποδίστρια και ο οποίος παραιτήθηκε από πληρεξούσιος και δεν μετέσχε της Συνελεύσεως. Αρκετές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες υπάρχουν ακόμα για την Δ’ εν Άργει Συνέλευση, αλλά ο χρόνος είναι αμείλικτος.

Τώρα θα έλθουμε για δυό μόνον λεπτά στο δεύτερο σκέλος της ανακοινώσεως, δηλαδή στους Αργείους πληρεξουσίους στην Εθνική Συνέλευση του 1844.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Όπως και στην Δ’ εν Άργει, έτσι και στην Α’ εν Α θήναις, δυό ήσαν οι πληρεξούσιοι του Άργους: Πρώτον, ο Δημήτριος Περρούκας (πάλι) και δεύτερον, ο Χρηστάκης Βλάσσης, από τη μεγάλη επίσης οικογένεια Βλασση [10]. Η παρουσία τους στην Α’ εκείνη Εθνοσυνέλευση της ελεύθερης Ελλάδος δεν ήταν σπουδαία. Ο Δημήτριος Περρούκας δεν φαίνεται να έλαβε διόλου τον λόγο στην Ολομέλεια της Συνελεύσεως. Εξελέγη βέβαια μέλος της Επιτροπής καταρτίσεως του Σχεδίου Συντάγματος, αλλά δεν σώζονται πρακτικά της Επιτροπής αυτής για να δούμε αν έλαβε και σ’ αυτήν τουλάχιστον τον λόγο και τι απόψεις υποστήριξε. Ο Χρηστάκης Βλάσσης έκαμε δυό βραχείες προφορικές παρεμβάσεις οι οποίες όμως δεν ήσαν υπέρ των θέσεων που έχουν έκτοτε ιστορικώς δικαιωθεί. Στο ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων κατεπολέμησε το υποβληθέν τότε μετριοπαθές ψήφισμα του Μαυροκορδάτου που απέκλειε την διαρκή διάκριση των αυτοχθόνων του Ελληνικού βασιλείου κατοίκων από τους ετερόχθονες και υποστήριξε το λεγόμενο ψήφισμα Κορφιωτάκη που ήταν σκληρό για τους ετερόχθονες, διότι τους απέκλειε από κάθε δημόσια υπηρεσία. Το ψήφισμα εκείνο ήταν προϊόν μικροελλαδίτικης νοοτροπίας και εμπνεύσεως κοτζαμπασικής. Ως ελαφρυντικό όμως του Χρηστάκη Βλάσση αναφέρουμε ότι το σχέδιο Ψηφίσματος του Νικ. Κορφιωτάκη υποστήριξαν τότε μεταξύ βεβαίως πολλών άλλων και οι Ιωάννης Μακρυγιάννης, Ρήγας Παλαμήδης και Κολίνος Κολοκοτρώνης [11].

Η δεύτερη φορά που ο Χρηστάκης Βλάσσης έλαβε τον λόγο ήταν στις 22 Φεβρουαρίου 1844 οπότε κατεπολέμησε το αίτημα των μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου που ζητούσαν ο φόρος του 20% που είχε επιβάλει στα εισοδήματα της Μονής η κυβέρνηση Άρμανσμπεργκ, δηλαδή η κυβέρνηση της ξενοκρατίας, όταν απεφάσιζε την κατάργηση της μεγάλης πλειοψηφίας των μονών, να περιορισθεί στο 10% που πλήρωνε η μονή στους Τούρκους. Ο Χρ. Βλάσσης υποστήριξε ότι πρέπει να παραμείνει το 20% και εξέφρασε την απλοϊκή άποψη ότι «η κυβέρνηση αντί να χαρίσει το «διπλοδέκατον» εις τους μοναχούς πρέπει να διαθέσει αυτό υπέρ χηρών και ορφανών και απόρων κορασίδων, διότι ο μοναχικός βίος απαιτεί λιτότητα». Για να λάβει όμως αμέσως την απάντηση από τον Ιω. Φαρμάκη ότι «Ο κλήρος της Ελλάδος τον περισσεύοντα οβολόν του δίδει πάντοτε εις έργα εθνικής ευποιΐας, εις την περίθαλψιν των ενδεών και εις την καλλιέργειαν της ελληνικής παιδείας. Η ξενοκρατία δι’ ενός απλού διατάγματος, είπε ο Φαρμάκης, επέβαλεν εις τας διατηρηθείσας μονάς το «διπλοδέκατον» δια να τας εξουθενώση, διο και η παρούσα Συνέλευσις πρέπει αν όχι να το καταργήση, να το περιορίση όμως εις ο ποσοστόν απήτει από την μονήν ο Οθωμανός δυνάστης» [12].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα, τομ. Β’ επιμ. Γ. Βαλέτα, Αθήναι.

[2] Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τομ. 11ος, Πειραιεύς, 1852, σ. 276.

[3] Βλ. Επιστολαί Ιωάννου Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος, μεταφρασθείσαι εκ του γαλλικού παρά Μ. Σχινά, τομ. Γ’, αθήνησιν 1841, σ. 246, 248.

[4] Βλ. σχετικώς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, εκδ. της Βουλής των Ελλήνων, τομ. 4ος, σ. 33 και 46-47.

[5] Βλ. σχετικώς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τομ. 4ος, σ. 496.

[6] Βλ. Ψήφισμα ΚΓ’/ 4 Μαρτίου 1829 σε Αρχεία, τομ. 4ος, σ. 33. Βλ. όμως και ψήφισμα ΛΑ’/4 Μαρτίου 1829 σε Αρχεία, τομ. 4ος, σ. 46.

[7] Βλ. Αρχεία, τ. 4ος, σ. 75.

[8] Βλ. Α λεξ. Σβώλου, Συνταγματικόν Δίκαιον, τομ. Α’, σ. 270.

[9] Βλ. Ν. Δραγούμη, ιστορικαί Αναμνήσεις, πρόλογος Κωνσταντίνου Α μάντου, τομ. Α’, σ. 82, 83 [ανατ. Ερμής 1973].

[10] Βλ. Πρακτικά της Της Γ’ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Α’ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα-Κομοτηνή, Α ντ. Ν. Σάκκουλα, 1993, σ. 700.

[11] Βλ. Πρακτικά ως άνω σ. 748 με την ένδειξη «Συνεδρία ΛΒ’/15 Ιανουαρίου 1844».

[12] Βλ. Πρακτικά ως άνω σ. 754 την ένδειξη «Συνεδρία ΝΘ’ 22 Φεβρουαρίου 1844».

 

Διονύσιος Αλικανιώτης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

* Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου, εκτός από την υπογεγραμμένη και το πολυτονικό σύστημα.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο; Ανέκδοτη οθωμανική έκθεση περί της αφαιρεθείσης επιστολής του Θ. Κολοκοτρώνη για τη μάχη των τρικόρφων (Θέρος του 1825). Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος,  πρακτικά  Δ´ Τοπικού Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών (Τρίπολις – Δημητσάνα, 1-3 Νοεμβρίου 2013).


 

[…] Το δελτίο της μετάφρασης μαζί με το παρόν υπόμνημα του αναφερθέντος βαλή διαβάστηκε από την Αυτοκρατορική μου Αρχή. Η μάχη του ρηθέντος Ιμπραήμ Πασά με τον αναθεματισμένο, ονόματι Κολοκοτρώνη, αναφέρθηκε σε κάποια ενημερωτικά δελτία ολίγω πρότερον. Όμως είναι άξιο προσοχής το ότι ο μνημονευθείς (βαλής) δεν παρέμεινε σε εκείνα τα μέρη, αλλά επέστρεψε στο Ναβαρίνο. Άραγε αναγκάστηκε (να προβεί σε αυτήν την κίνηση) βεβιασμένα από την έλλειψη προμηθειών και άλλων κονδυλίων για το υπό τις διαταγές του στράτευμα η εξαιτίας κάποιου άλλου λόγου; Όπως και να έχει, αυτό παραμένει άγνωστο, καθώς δεν έχει ληφθεί αλληλογραφία από τον αναφερθέντα επ’ αυτού του ζητήματος.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Εξοχότατε, ελεήμονα, υψηλότατε, ευμενή, εύσπλαχνε, ευεργέτη, πολυάγαθε, μεγάθυμε Αφέντη μου, Μεγαλειότατε Σουλτάνε μου, ως αρμόζει στη δουλεία μου και σύμφωνα με ό,τι απαιτεί η υπηρεσία μου, φροντίζοντας για την εξακρίβωση και τον προσδιορισμό των μαχών και των άλλων γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στον Μοριά, (αναφέρω ότι) τα επικουρικά, κατά βάση, στρατεύματα των άθλιων κακούργων, ακόμα κι αν φτάσουν απ’ αυτήν την περιοχή, δηλαδή το κάστρο του Ναυπλίου και του Μεσολογγίου, μέχρι την Αθήνα και καταλάβουν και υποτάξουν ολόκληρο το Νησί του Μοριά, και πάλι, αν αυτά τα δύο μέρη, που εποφθαλμιούν, βρεθούν στα χέρια τους, έχοντας οχυρωθεί ψοφοδεείς (με την ψυχή στο στόμα) στο απόκρημνο Διάσελο, δεν υπάρχει πιθανότητα να μπουν σε κάποιου είδους τάξη (να συστήσουν τακτικό στρατό). Καθώς είναι γνωστό ότι οι υποθέσεις δεν θα εξελιχθούν έτσι, ο εύσπλαχνος εξοχότατος ελ-Χάτζ Ιμπραήμ Πασάς, ο έχων το ιερό καθήκον να τελεί εισέτι βαλής της Μέκκας και του Μοριά, ερευνώντας ενδελεχώς και διορθώνοντας την κατάσταση των καταραμένων λήσταρχων που βρίσκονται στο Ναύπλιο και την ενδοχώρα του, προηγουμένως αναχώρησε από το Ναβαρίνο και κατά μήκος της πορείας του κατέστρεψε κωμοπόλεις και χωριά. Εξακριβώθηκε από τις προφορικές δηλώσεις κάποιων γλωσσών (αιχμαλώτων) που συνελήφθησαν παρά τα Σάλωνα ολίγω πρότερον ότι αναχώρησε προς την κωμόπολη της Τριπολιτσάς, απ’ όπου έφυγε, ύστερα από την εγκατάλειψή της από τους απίστους που βρίσκονταν εντός της, καθώς δεν υπήρχε μέρος να οχυρωθεί. Κατόπιν τούτου, ο ρηθείς εξοχότατος, ως απαιτούσε η περίσταση, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά και επέστρεψε και αναχώρησε εκ νέου για το Ναβαρίνο. Η επιστολή που έγραψε προς τους λήσταρχους του Ναυπλίου ο επάρατος Κολοκοτρώνης, η οποία αναφέρει με ποιόν τρόπο πολέμησε (ο βαλής) με αληθινή αφοσίωση στην τοποθεσία Τρίκορφα, έξω από την Τριπολιτσά, και πως νίκησε τον τρισκατάρατο αρχηγό των άτακτων ληστών, πέρασε με κάποιον πλάγιο τρόπο (μέσον) στα χέρια του Αυστριακού κομαντάντε, ο οποίος έδωσε ένα αντίγραφό της στον δούλο τού καπουντάν πασά κι εκείνος, με τη σειρά του, απέστειλε στο ταπεινό μου πρόσωπο το αντίγραφο της μετάφρασής του, για να υποβληθεί το περιεχόμενό του προς ενημέρωση στον ευεργέτη (σουλτάνο). Αυτό το αντίγραφο εσωκλείεται στη δουλική έκθεσή μου, που υποβάλλεται ενώπιον της αυτοκρατορικής υψηλότητάς του (του μεγάλου βεζίρη). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναφερθείσας μετάφρασης, παρόλο που πλείστοι όσοι εξευτελισμένοι, άνευ ορίου κατατροπωμένοι και τραπέντες σε φυγή αντάρτες έφτασαν στον Άδη και αφανίστηκαν, ο προαναφερθείς εξοχότατος Ιμπραήμ Πασάς, για άγνωστο λόγο, δεν παρέμεινε στην Τριπολιτσά, αλλά οπισθοχώρησε πάλι προς το Ναβαρίνο. Μία ομάδα τεσσάρων χιλιάδων μιαρών ερπετών με πέντε-έξι καπεταναίους από τους Ρουμελιώτες αντάρτες, που βρίσκονταν στον Μοριά ως απαραίτητη δύναμη των απίστων, πέρασε προς τα Σάλωνα για να συνδράμει στο Μεσολόγγι. Εκεί προσχώρησε στους συγκεντρωμένους απίστους και, ένεκα τούτου, ως ασφαλώς συνάγεται από το περιεχόμενό της (της επιστολής), τρεις χιλιάδες άτομα αποσχίσθηκαν και, όπως δηλώθηκε στην άλλη έκθεσή μου, ήρθαν με τον καταχθόνιο σκοπό να πατήσουν τον αφοσιωμένο στρατό. Και πάλι οι προφορικές δηλώσεις των γλωσσών των ζωντανών συλληφθέντων από τους προαναφερθέντες απίστους εκφράζουν και μνημονεύουν ότι με τη δόξα του Υψίστου ηττήθηκαν και υποτάχθηκαν κατεστραμμένοι και μάλιστα ότι οι άπιστοι διακόμισαν τους τραυματισμένους και τους αρρώστους με κάποια από τα υπάρχοντά τους, που είχε αφήσει ο προαναφερόμενος (βαλής) στην Τριπολιτσά.

Αυτήν την ταπεινή αναφορά του δούλου σας πήρα το θάρρος να υποβάλω στον ηγεμονικό τόπο λήψης αποφάσεων επί σημαντικών ζητημάτων. Είθε ο Ύψιστος να επιτρέψει να μας τιμήσει άμα τη αφίξει της η εδραία εντολή και το πρόσταγμα, τα οποία ανήκουν σε εκείνον εξ ου η διαταγή (δηλ. εκείνον που η υψηλότητά του έχει το δικαίωμα να διατάζει)…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο;

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο αμφιλεγόμενος Φιλικός Νικόλαος Γαλάτης και η εκτέλεσή του


 

Ένας από τούς σημαντικότερους και πιο δραστήριους Φι­λικούς, αλλά και μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, υπήρξε ο Ιθακήσιος Νικόλαος Γαλάτης, γόνος αρχοντικής οικογένειας και με ξεχωριστή παιδεία, γεννημένος το 1790-1794. Σύμφωνα με έγγραφα, αγγλικά και ρωσικά, του 1816-1817, αλλά και προσωπική του κατάθεση στις αγγλικές Αρχές της Επτανήσου, πριν φύγει για την Οδησσό (1816), έρχεται στην Αθήνα, όπου και γίνεται μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας, υπηρετεί στην επτανησιακή εθνοφρουρά, και γνωρίζοντας καλά γαλλικά και ιταλικά, υπηρετεί για ενάμιση περίπου χρόνο, ως γραμματικός του Αλή Πασά. [1]

Ο Ν. Γαλάτης φθάνει στην Οδησσό στα 1816 κι αμέσως έρχεται σε επικοινωνία με τους πρωταγωνιστές της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας. «Κατ’ ε­κείνην δε την εποχήν (δηλ. 1816) -λέει ο Εμμα­νουήλ Ξάνθος- ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικό­λαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήταν συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια, και ότι διά υποθέσεις σημαντικάς, είχε σκοπόν να απέλθη εις Πετρούπολιν προς αντάμωσίν του. Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς και μαθών την Αρχήν, υπεσχέθη μεγάλα πράγματα· ο Σκουφάς λοιπόν τον εφοδίασε με έξοδα και συστατικά εις τους εν Μόσχα Τοακάλωφ, Κομιζόπουλον και άλλους φίλους, οίτινες τον υπεδέχθησαν με πολλήν περιποίησιν και τον εσύστησαν εις τον Πρίγκηπα Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον τον Φυραρήν και τον οποίον κατήχησεν εις την Εταιρίαν, της οποίας εδέχθη με μεγάλον ενθουσιασμόν το μυ­στήριον. Έφθασεν εκεί, αλλά με την κακήν και άφρονα διαγωγήν του ηνάγκασε την Διοίκησιν να τον αποπέμψη εκτός των συνόρων, και ούτος απήλθεν εις Μολδαυΐαν, όπου ευρισκόμενος κατεχράτο του μυστηρίου της Εταιρίας προς όφελος και ευχαρίστησιν των παθών του» [2].

Φιλική Εταιρεία

Ο Φιλικός Γεώργιος Λεβέντης, που μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ν. Γαλάτη, κατά την παραμονή του στη Μολδαβία, τον κατηγορεί για τυχοδιωκτισμό, γράφοντας στα απομνημονεύματά του:

«Του πολυθρύλητου Γαλάτου ο βίος είναι λίαν περίεργος και τυχοδιωκτικός. Πρώτον μετέβη αυτός εις Οδησσόν περί τα τέλη του 1816, φορών άγγλου στρατιώτου στολήν· διά της σπανιάς ευφυΐας του και της περί το λέγειν δεινότητας εφείλκυσε πολλούς προς εαυτόν και ταχέως εγένετο φίλος των εκεί μελών της αρχής, Νικολάου Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθου και Αθανασίου Ταακάλωφ. Οι αγαθοί εκείνοι άνδρες, πιστεύσαντες εις τους λήρους του Γαλάτου, ανεκοίνωσαν αυτώ το μέγα μυστήριον και συμπερέλαβον αυτόν ως μέλος της αρχής, ελπίζοντες ότι θα συνετέλει εις του μεγάλου επιχειρήματος την αισίαν έκβασιν. Εν Πετρουπόλει εξετραχηλίσθη εις τοσαύτα πλημμελήματα, ώστε η ρωσική κυβέρνησις, ει και ανακαλύψασα τα κατά την εταιρίαν εκ των συλληφθέντων εγγράφων του, ηρκέσθη μόνον ίνα αποπέμψη αυτόν εκ Ρωσίας, τον συνέστησε δε πάνυ γενναίως και φιλανθρώπως προς την εν Μολδαβία αρχήν, υπολαβούσα τας περί εταιρίας ιδέας του ως κενά πλάσματα νεανικής φαντασίας. Καθ’ υπερβολήν άσωτος ων, συνεχώς περιέπιπτεν εις αξιοποίνους και επίφοβους παρε­κτροπής, ο δε φιλογενής Λεβέντης αξίωσε εφιλοτιμήθη και εσπούδασεν ίνα προλάβη ή επανορθώ­ση τας αδικοπραγίας και την απληστίαν του, δαπανήσας εν άλω πλείονας των 40.000 ολλ. φλωρίων χάριν της Φιλικής Εταιρίας, ης τα συμφέροντα εξετίθει και εζημίου ο Γαλάτης» .[3]

Ο Ν. Γαλάτης κατά τη μετάβασή του στην Πετρούπολη, στα 1817, είτε με εντολή της Αρχής ή από δική του πρωτοβουλία, θα συναντήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και θα του προτείνει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, πράγμα που ο Καποδίστριας θα αρνηθεί. Αφηγείται για τη συνάντηση αυτή ο Καποδίστριας.

«Ο Γαλάτης ήλθε λοιπόν εις Πετρούπολιν και παρουσιάσθη εις εμέ. Έφερε την στολήν της Ιονίου Εθνοφυλακής και ετιτλοφορείτο κόμις! Η εμφάνισίς του, οι τρόποι του και οι πρώτοι του λόγοι μοι έ­καμαν κατ’ αρχάς να νομίσω ότι ο νέος ούτος ήτο τυχοδιώκτης. Εν τούτοις αι εξηγήσεις ας εφαίνετο επειγόμενος να μοι δώση με ήγαγον να μεταβάλω γνώμην. Τον άφησα να ομιλήση και τότε ενόησα ότι επρόκειτο περί πράγματος σοβαρωτέρου. Πράγματι ο Γαλάτης ήτο απεσταλμένος μυστικής εταιρείας αποτελουμένης αποκλειστικώς εξ Ελλήνων οι οποίοι εσχεδίαζον να ελευθερώσουν διά γενικής εξεγέρσεως την πατρίδα των εκ του τουρκικού ζυγού. Ο Γαλάτης ήρχετο να μοι προτείνη να γίνω αρχηγός της εταιρείας ταύτης και να διευθύνω συνεπώς τας ενεργείας της. Μοι προέτεινε να μοι αναγνώση τας οδηγίας και πάντα τα έγγραφα ων ή­το κομιστής». [4]

Ο Γαλάτης, που τον παρακολουθούσε η ρωσική Αστυνομία, θα συλληφθεί τότε και θα υποχρεωθεί να καταφύγει στη Μολδαβία. «Η ανάκρισις και τα έγγραφα, άτινα εκόμιζεν ο Γαλάτης, απεκάλυπταν τα σχέδια της μυστικής εταιρείας», γράφει ο Καποδίστριας. [5] Το γεγονός φανερώνει τουλάχιστον επιπολαιότητα από μέρους του Γαλάτη, που φαίνεται πως ενεργούσε χωρίς τις απαραίτητες προφυλάξεις και με κάποιον επικίνδυνο παρορμητισμό.

«Ο Γαλάτης, γενόμενος Εταίρος, – λέει ο Ιωάννης Φιλήμων – έδειξεν απαραδειγμάτιστον ενθουσια­σμόν, τον οποίον υπεστήριζε το παρρησιαστικόν και τολμηρόν πνεύμα του. Υπέσχετο ως κατορθωτό όχι μόνον τα δύσκολα, αλλά και τα φύσει ακατόρθωτα». [6]

Αυτή η αυτοπεποίθηση και ο ενθουσιασμός θα τον οδηγήσουν σε απερισκεψίες και ακρότητες, τις οποίες επισημαίνει και ο Φιλήμων, γράφοντας:

«Τα πάθη εκείνα, όσα γεννώνται από την μεταξύ των δυνάμεων και των επιθυμιών ανισότητα, σύρουσι τον άνθρωπον εις τας μεγαλιτέρας παραδρομάς και ατοπίας. Τοιούτος δείκνυται ο Γαλάτης εις την εποχήν αυτήν (δηλαδή κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη). Επιρρεπής και εις το καλόν και εις τον κακόν επίσης, κενόδοξος και αχαλίνωτος από το ορμητικόν του πνεύμα, δεν αφήκε τίποτε, απ’ όσα εδύναντο να ριψοκινδυνεύσωσι βεβαίως την υπόληψιν και ύπαρξιν της αρτιπαγούς Εταιρίας! Εκτίνει, όπου υπάγει, τους προσηλύτους· κατηχεί τον γηραιόν ηγεμόνα Α. Μαυροκορδάτον (τον Φυραρήν) και πολλούς μεγαλεμπόρους, και εμπνέει σέβας ενταυτώ και έκπληξιν εις όλους». [7]

Εκτός από τον Α. Μαυροκορδάτο, κατά τον Τ. Κανδηλώρο, ο Γαλάτης θα κατηχήσει στη Μόσχα τον Νικόλαο Πατσιμάδη, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και τον Μάνθο Ριζάρη. «Και οι τέσσερες ούτοι, εκ των επιφανεστέρων εν Μόσχα Ελλήνων, υπήρξαν και εκ των δραστηριωτέρων μελών της Φιλικής Εταιρίας, επομένως οφείλεται εθνική ευγνωμοσύνη εις τον Γαλάτην, διότι πρώτος αυτός διέσπασεν εν Μό­σχα τους πάγους του Βορρά, κατηχήσας σπουδαία και πανελληνίου φήμης πρόσωπα», λέει ο Τ. Κανδηλώρος. Για να ολοκληρώσει: «Δεν είχεν όμως ο Γαλάτης μόνον δυστυχώς δραστηριότητα. Είχε και ικανήν πονηριάν μετέχων των αρετών και των κακιών του παλαιού Αλκιβιάδου». [8]

Η αναγκαστική φυγή του από την Πετρούπολη και η εγκατάστασή του στη Μολδαβία θα ταυτισθούν με τις υποψίες που άρχισαν να έχουν κορυφαία μέλη της Φιλικής για πιθανότητα να προδώσει μυστικά της Αρχής, από απερισκεψία ή φιλοχρηματία. Ο ίδιος πάντως συνεχίζει τις κατηχήσεις, χωρίς όμως να παίρνει και τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.

Απίθανος πρέπει να θεωρηθεί ο ισχυρισμός του Αμβροσίου Φραντζή ότι ο Γαλάτης, τον οποίον χαρακτηρίζει «ασήμαντον νέον και άσωτον υπέρ το δέον», αλλά που είχε «μεγάλην εμπειρίαν και επιτηδειότητα», κατά τη σύντομη παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, στα 1818, «διά να δίδη φό­βον εις τούς εφόρους υπήγαινε συχνάκις εις τον Χαλέτ εφέντην (πρόεδρον όντα του οθωμανικού υπουργικού συμβουλίου)». [9]

Η απώλεια κάποιων εγγράφων, η αθρόα εγγραφή μελών στη Μολδαβία, παρά την εντολή της Αρχής να είναι περιορισμένη και ιδιαίτερα μυστική, και που μερικοί πίστευαν ότι γινόταν για την είσπραξη συνδρομών, οι συχνά απερίσκεπτες κινήσεις του και εξομολογήσεις του ανησύχησαν τούς κορυφαίους της Φιλικής, ότι πιθανόν ο Γαλάτης, με την όλη συμπεριφορά του, μπορούσε να προξενήσει ολέθρια αποτελέσματα στους στόχους της Φιλικής Εταιρείας. Ο Θ. Νέγρης, με γράμμα του από το Ιά­σιο (12 Απριλίου 1819), προς την Αρχή, επισημαίνει τη γενικότερα επιζήμια αποστολή «του μισογενούς τέραιος», καθώς αποκαλεί τον Γαλάτη, κατά τη δίχρονη παραμονή του εκεί. [10]

 

Η εκτέλεση

 

Ο θάνατος του Σκουφά, στα 1818, επιταχύνει τις εξελίξεις για την τύχη του Γαλάτη. Έτσι, στα μέσα του 1819, αποφασίζεται η εκτέλεσή του, με τη συγκατάθεση του Τσακάλωφ, του Ξάνθου, του Π. Αναγνωστόπουλου και πιθανώς και του Π. Σέκερη. Ο Γαλάτης παγιδεύεται από τον Τσακάλωφ, με την πρόταση ότι οι ανάγκες της Εταιρείας, ύστερα από έγγραφα οπλαρχηγών του Μοριά, επιβάλλουν τη μετάβαση του ίδιου και ορισμένων άλλων, ανάμεσά τους και ο Γαλάτης, στη Μάνη. Ήθελαν να τον δολοφονήσουν στην Ελλάδα και όχι στη Μολδαβία ή στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη αναταραχή στους κόλπους της Εταιρείας. Τη συνέχεια της δραματικής πορείας προς το θάνατο, μας περιγράφει ο Ξάνθος:

«Εν ω δε ο Ξάνθος ήτο εις το Πήλιον όρος, είχε επιστρέψει ο Πεντεδέκας από την Βλαχίαν μετά του ρηθέντος Γαλάτη· τούτον οι εκεί (δηλαδή στην Κωνσταντινούπολη) Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος και Σέκερης υπεδέχθησαν φιλικώς και επεριποιούντο με καλόν τρόπον, αλλ’ αυτός κακοήθης ων, ωφελείτο από την περίστασιν των τρεχόντων πραγμάτων, διά να ενοχλή όσους εγνώρισεν αδελφούς της Εταιρίας, βιάζων αυτούς να του δίδωσι χρήματα επί τη απειλή προδοσίας. Εκείνοι δε φοβούμενοι, και δικαίως, τω έδιδον μεν, αλλ’ εταράττοντο διά την τοιαύτην φρικτήν κακοήθειαν και πολλά παράπονα κατ’ αυτού εγίνοντο, ώστε ο Τσακάλωφ και ο Δημητρακόπουλος (ο επιστρέψας εκ της Μάνης με γράμματα του ηγεμόνος Πέτρου Μαυρομιχάλη προς την Αρχήν) τον κατέπεισαν να επιβιβασθή με αυτούς διά την Μάνην, ως και έγινε. Φθάσαντες δε εις Ύδραν και εκείδεν μεταβαίνοντες διά τας Σπέτσας και μη υποφέροντες αφ’ ενός την κακίαν και διαφθοράν του, προβλέποντες δε αφ’ εφενός οι εταιρισταί, και το τόσον μεγά δυσκατόρθωτον έργον προχωρήσαν επί τοσούτον κατ’ ευχήν, δυνάμενον ευκόλως να ματαιωθή, μη φυλαττωμένης της απαιτουμένης εχεμυθίας, δύο κακών προκειμένων, απεφάσισαν υπέρ της σωτηρίας των πολλών, να θυσιάσωσιν ένα, και τω όντι τον εφόνευσαν εις την Ερμιόνην (Καστρί), όπου προς επίσκεψιν τινών ερειπίων είχαν υπάγει- αυτοί δε κατέφυγον εις την Μάνην». [11]

Ο Ξάνθος προσπαθεί να αποποιηθεί την ευθύνη για την εκτέλεση του Γαλάτη και λέει ότι ο φόνος αποφασίστηκε στην Ερμιόνη, ενώ είναι, από διάφορες πηγές, γνωστό πως η εκτέλεση είχε προαποφασισθεί στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Ιωάννης Φιλήμων, αναφερόμενος στην εκτέλεση του Γαλάτη, το Νοέμβριο του 1819, γράφει.

«Αυτός (ο Τσακάλωφ) και ο Γαλάτης βηματίζονται εις παραλληλόγραμμον. Έφθασαν εις εν κοίλωμα, όπου ο Δημητρακόπουλος ειδοποιεί τον πρώτον, ότι είναι η ώρα. Ο Τσακάλωφ εντεύθεν δεν προοδεύει, υποκρινόμενος ότι παρατηρεί τι. Ο Δημητρακόπουλος λαμβάνει την θέσιν του και πυροβολεί τον Γαλάτην. Αυτός και πληγωμένος αποσύρει το ξίφος, και ορμά κατά μέτωπον προς τον φονέα του, όστις τον πυροβολεί εκ δευτέρου εις το στήθος και τον θανατώνει. [12]

Ο Γαλάτης έζησεν ως 1/4 της ώρας. Κατά τας τε­λευταίας ταύτας στιγμάς του εφώναξε δακρυρροών:«Αχ! Μ’ εφάγατε! Τι σας έκαμα;». Ο Δημητρακόπουλος συντρίβεται και περιχέεται από δάκρυα. Πλησιάσας δε τον ψυχορραγούντα, λέγει· «Ω, δυστυχή άνθρωπε. Τα δάκρυά μου είναι μάρτυς της καρδίας μου, ότι σ’ ελυπούμην· αλλά πώς άλλως ήτο δυνατόν να γλυτώσωμεν από την ανοικονόμητον κακίαν σου;».

Ο αδελφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ο Νικόλαος, χαρακτηρίζει τον Γαλάτη «επικίνδυνο», υπογραμμίζει «την ξεδιάντροπη επιδειξιομανία του», αλλά δεν δικαιολογεί το φόνο του. Σημειώνει, αναφερόμενος στο θάνατό του:

«Καθώς αγωνιζόταν ν’ αγκαλιάσει το δέντρο, το μοναδικό μάρτυρα που θα μαρτυρήσει μετά το θά­νατό του την αθωότητά του, την πίστη του και το ζήλο του για την πατρίδα, ένα τρομπόνι ρίχτηκε στην πλάτη του από ένα φίλο. Είναι αυτό το ίδιο δέντρο που, με τα πυκνά και σκοτεινά κλαριά του, σκεπάζει τώρα τη στάχτη του και που στον αυλακωμένο από τον κεραυνό κορμό του αρκετοί από τους συμπολίτες του πρότειναν, αντί επιταφίου, να χαραχτούν τα τελευταία λόγια που πρόφερε παραδίνοντας το πνεύμα: Τι σας έκαμα;» [13]

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

 

Ο Τόμας Γκόρντον (Thomas Gordon) αποδίδει ευθύνες για τη δολοφονία και στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που έγινε Φιλικός στις αρχές του 1820 και αργότερα Γενικός Επίτροπος της Φιλικής Εταιρείας, λέγοντας:

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο φόνος αυτός οργανώθηκε από τους κυριότερους Φιλικούς, και δεν έλειψαν εκείνοι που τον απέδωσαν στον Υψηλάντη, επειδή, σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή, έβλεπε στο πρόσωπο του Γαλάτη έναν αντίζηλο που του αμφισβητούσε το προβάδισμα, και με τον οποίο είχε κιόλας μαλλώσει σχετικά με τη διάθεση των αποθεμάτων της Εταιρείας». [14]

Την κατηγορία ότι ο Αλ. Υψηλάντης γνώριζε για τις δολοφονίες Φιλικών, όπως αυτή του Γαλάτη, αλλά και του Καμαρινού και του Ιπατρου, υποστηρίζει και ο Φίνλεϊ, διευκρινίζοντας πως «οι μυστικές εταιρείες υποθάλπουν συνήθως και καλλιεργούν εσωτερικές ραδιουργίες». [15]

Ο Ν. Γαλάτης, τον οποίο ο Σπυρίδων Τρικούπης χαρακτηρίζει «νέον πνευματώδη, αλλ’ άσωτον και κομπαστήν» [16], πλήρωσε με τη ζωή του τον παρορμητισμό, την απερισκεψία του και τη φιλοχρηματία του, που επισημαίνουν συνεργάτες του και ιστορικοί. Σε μια εποχή τόσο ταραγμένη, γίνονται και υπερβολές και οι αιτίες που οδηγούν σε χαρακτηρισμούς, όπως αυτή του Γαλάτη ως «προδότη», συνδέουν τη διαύγεια, με το ημίφως και τη σκιά. Η δολοφονία έγινε, όπως έχει τονισθεί, για να μην διακινδυνεύσουν πρόσωπα, αλλά και η ίδια η πορεία προς την εξέγερση. Είναι εκείνο που χαρακτηριστικά σημείωσε ο Ξάνθος: «Αποφάσισαν (δηλ. βασικά στελέχη της Φιλικής) υπέρ της σωτηρίας των πολλών να θυσιάσωσιν ένα». [17]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Οδυσσέας Δημητρακόπουλος, «Προεταιριστικές δραστηριότητες του Φιλικού Νικολάου Γαλάτη», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, Ε (1974-1975), σ. 366-370.

[2] Εμμανουήλ Ξάνθος, «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας», έκδοσις δευτέρα, Αθήνα 1939, σ. 32-33.

[3] Τάσος Βουρνάς, «Φιλική Εταιρία», Αθήνα (1982), σ. 269-270.

[4] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, εισαγωγή-μετάφρασις- σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρι, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι 1968, σ. 82- 83.

[5] Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια, σ. 86.

[6] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, εν Μανωλία 1834, σ. 182.

[7] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 183.

[8] Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλικής Εταιρία, 1814-1821, εν Αθήναις 1926, σ. 127.

[9] Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμος πρώτος, εν Αθήναις 1839, σ.78.

[10] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τομ. Α’, Αθήναι 1859, σ. 141.

[11] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 37-38.

[12] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί Φιλικής Εταιρίας, σ. 229-230.

[13] Απομνημονεύματα του Πρίγκηπος Νικολάου Υψηλάντη, μετάφραση-προλεγόμενα και σχόλια Ελευθέριος Μωραιτίνης- Πατριαρχέας, Αθήνα 1986, σ. 119-121.

[14] Thomas Gordon, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Βιβλίο Α’, τόμος 1, μετάφραση Φρίξος Βράχας, Αθήνα χ.χ., σ. 16.

[15] Γεώργιος Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’, μετάφραση Αλίκη Γεωργούλη, θεώρηση Ελένης Γαρίδη, επιμέλεια-συμπληρώσεις – σχολιασμός Τάσος Βουρνάς, Αθήνα χ.χ., σ. 165.

[16] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδοσις εκατονταετηρίδος μετά προλόγου Κωστή Παλαμά, τόμος Α’, Αθήναι 1926, σ, 16.

[17] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 38. Για το Ν. Γαλάτη, βλ. και, Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία, Αθήναι 1964, σ. 36-37.

 

Δημήτρης Σταμέλος

Ιστορικός – Λογοτέχνης

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης», τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

Read Full Post »

Αινιάν Δημήτριος (1800-1881)


 

Εις τοσούτον μικρόν και αρτισύστατον κράτος, οποίον είναι το εδικόν μας, και κατά τον δρόμον, τον οποίον τρέχουν οι νέοι μας, αλοίμονον εις εκείνους, οίτινες δεν θέλουν έχει κανένα άλλον τρόπον ζωής παρά την υπαλληλίαν! και αλοίμονον εις το έθνος, το οποίον θέλει επιφορτισθή τοσούτον πλήθος αρχολιπάρων και υπουργηματοθηρών! ή θέλουν ευρεθή ούτοι εις την ανάγκην τίς του άλλου πλειότερον να εξαχρειωθή ενώπιον της εξουσίας, ή θέλουν σύρει την κοινωνίαν εις όχι ασημάντους περισπασμούς, μη δυνάμενοι να έχωσιν οικείαν ύπαρξιν.  

(Αινιάν Δημήτριος – «Ο μαθητής» ή «Ο υιός του Γερονίκου», 1852. Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Α΄. Εκδοτικός οίκος Χάρη Πάτση, 1968. 266).

 

Ο Δημήτριος Οικονόμου (Ψευδώνυμο: Αινιάν Δημήτριος), αγωνιστής της επανάστασης του 1821, λόγιος, δικαστικός και πολιτικός, γεννήθηκε στο Μαυρίλο του Τυμφρηστού (Φθιώτιδα), τελευταίο παιδί του παπα – Ζαχαρία Οικονόμου. Το Αινιάν προήλθε από υιοθέτηση του επιθέτου Αινιάν [= Φωκιδεύς] – άγνωστο πότε – από τον πατέρα της οικογένειας.

 

«Είμαι υιός υστερότοκος του Ζαχαρία Αινιάνος καταγομένου εκ Μαυρίλου του δήμου Τυμφρηστού της επαρχίας Φθιώτιδος. Εγεννήθην τη 21 Νοεμβρίου του 1800 έτος».

 

Το 1806 εγκαταστάθηκε με τους δικούς του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο πατέρας διορίστηκε διευθυντής στη Σχολή του Γένους στα Θεραπειά, όπου φοίτησε ο Δημήτριος, και στη συνέχεια στη Σχολή της Ξηράς Κρήνης (Κουρού Τσεσμέ). Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, μέλη της οποίας ήταν ήδη ο πατέρας και τα δύο αδέρφια του Γεώργιος και Χριστόδουλος.

Η  έκρηξη της επανάστασης βρήκε τον Δημήτριο Αινιάνα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί είδε με τα μάτια του τις σφαγές του ελληνικού στοιχείου από τους Τούρκους. Αποκόπηκε από τη οικογένεια του, κυνηγήθηκε, κρύφτηκε, δεινοπάθησε και μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Από τη Κωνσταντινούπολη κατόρθωσε και πέρασε κρυφά στην Οδησσό. Εκεί παρέμεινε οκτώ μήνες ώσπου να ρυθμιστεί διπλωματικά το ζήτημα μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας και να επιτραπεί το ταξίδι Ελλήνων προσφύγων στην πατρίδα τους δια μέσου της Ευρώπης. Ο Δημήτριος Αινιάνας αφού πέρασε από την Αυστρία κατέληξε στο Λιβόρνο της Ιταλίας κέντρο του Ελληνικού εταιριστικού κινήματος και έφτασε στην Ύδρα κατά το τέλος του 1822. Ύστερα πήγε στην Ερμιόνη όπου βρισκόταν η Κεντρική διοίκηση, από εκεί στο Άργος και στην Βοστίτσα (Αίγιο)  προς αναζήτηση του αδελφού του.  Από το Αίγιο ο Δημήτριος Αινιάνας πέρασε στην Ρούμελη πατώντας με ιδιαίτερη συγκίνηση τα χώματα της.

Δημήτριος Αινιάν (1800-1881). Ελαιογραφία Γ. Παπαδήμα. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Δημήτριος Αινιάν πήρε ενεργό μέρος στον Αγώνα, αρχικά ως απλός στρατιώτης και στη συνέχεια ως γραμματέας του Εκτελεστικού και της Επιτροπής της Εθνοσυνέλευσης και ως γραμματικός του Γεώργιου Καραϊσκάκη (από το 1826).

Στο ελεύθερο ελληνικό κράτος διετέλεσε γραμματέας του εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας, μέλος του Εφετείου των Νήσων (κατά τη διακυβέρνηση Καποδίστρια) και πρόεδρος πρωτοδικών στη Λαμία, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1835, μετά από έκφραση δυσπιστίας του Όθωνα προς το πρόσωπό του. Αποσύρθηκε στο κτήμα του στην Υπάτη και ανέπτυξε γεωργική αλλά και πολιτική δράση ενάντια του καθεστώτος. Αποτέλεσμα της τελευταίας ήταν η λεηλασία του σπιτιού του, η δυσμένεια του Παλατιού και έντονα οικονομικά προβλήματα.

Το 1850 εκλέχτηκε βουλευτής, μετά από ακύρωση της εκλογής του από το παλάτι όμως, έφυγε για την Αθήνα. Εκεί ανέπτυξε εκδοτική και δημοσιογραφική δραστηριότητα (εκδότης και συντάκτης του περιοδικού «Βιβλιοθήκη του Λαού» και συνεργάτης στις εφημερίδες Αθηνά και Το Πανελλήνιον), ενώ παράλληλα εργάστηκε ως Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τμηματάρχης του Υπουργείου Εσωτερικών.

Με πολύ κόπο κατόρθωσε να εξασφαλίσει πενιχρή κρατική σύνταξη και το 1863 (μετά την εκθρόνιση του Όθωνα) εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Φθιώτιδος στη Β΄ Εθνική Συνέλευση. Με ενδιάμεσες μετακινήσεις μεταξύ Αθήνας και Υπάτης εγκαταστάθηκε τελικά το 1878 στην πρωτεύουσα, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του πάμφτωχος. Πέθανε στη Στυλίδα.

Η ζωή του Δημητρίου Αινιάνος χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από την αγωνία του για την πρόοδο του ελληνικού λαού. Κατά τη διάρκεια της ενασχόλησής του με την πολιτική φρόντισε για την ίδρυση τυπογραφείων, βιβλιοδετείων και σχολείων στην ελληνική επαρχία και αρνήθηκε να υποχωρήσει σε τακτικές ψηφοθηρίας και πελατειακών σχέσεων.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με τη δημοσίευση του ποιήματος «Ωδή στο Μεσολόγγι» στην εφημερίδα «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος την ημέρα της Εξόδου», ενώ το σύνολο του συγγραφικού έργου του περιλαμβάνει επίσης γλωσσολογικές, βιογραφικές, γεωπονικές και ιστορικές μελέτες και στο χώρο της λογοτεχνίας διηγήματα, τα περισσότερα δημοσιευμένα στο περιοδικό του Αινιάνος Βιβλιοθήκη του Λαού.

Το διηγηματικό έργο του Δημητρίου Αινιάνος κινείται στο χώρο της κοινωνικής πεζογραφίας, με ιδιαίτερη αναφορά στις συνθήκες ζωής των αγροτικών πληθυσμών. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του είναι η ρεαλιστική γραφή, ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός και η συνειδητή στράτευση στην υπηρεσία του διδακτισμού και του ηθικού παραδειγματισμού με συνακόλουθη αποφυγή οποιουδήποτε λογοτεχνικού ύφους.

Έργα του Αινιάνος εκτός από την από την «Βιογραφία του Γ. Καραϊσκάκη» και τη «Βιβλιοθήκη του Λαού» είναι η «Γραμματική της ομιλουμένης γλώσσας» (1853), το «Λεξικό της ομιλουμένης γλώσσας», (1864 ανέκδοτο και σήμερα χαμένο), «Ρακίνα», Λαμία, 1837 (ανώνυμη έκδοση, μετάφραση), «Αγρονομικά», Χαλκίδα, 1833 (ανώνυμη έκδοση), «Πραγματεία περί συκαμινοφυτείας και μεταξοσκωληκοτροφίας», Αθήνα, 1857,  «Χριστιανική ηθική» 1859, «Αγρονομία στοιχειώδης», Αθήνα, 1861, «Υπόμνημα προς την εν Αθήναις Β’ Εθνικήν Συνέλευσιν διαθέτου των εθνικών γαιών», Αθήνα, 1863, «Περί του Ανατολικού ζητήματος», 1876, η «Βιογραφία του Παλαιών Πατρών Γερμανού»  (εργασία η οποία έχει χαθε), «Αναμνήσεις θερινής νυκτός εν Υπάτη»,  Αθήνα, 1870,  «Έμπορος Μάρκος» που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του,  «Βρυκόλακας», «Παμύθιον», «Γερογιάννη», «Ο υιός της χήρας», Μαθητής», «Διδασκάλισσα»,  «Καϊριστή», «Υιόν του Γερονίκου», καθώς και άλλες βιογραφίες, διηγήματα και μεταφράσεις  κυρίως από τα γαλλικά.   Έγραψε και την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε μετά τον θάνατο του.

Αλλά το ιστορικό ενδιαφέρον του Δημητρίου Αινιάνα δεν περιορίστηκε μόνο στα παραπάνω μελετήματα.  Έγραψε για άλλα πολυσήμαντα εθνικά θέματα του ελληνικού αγώνα όπως και για πολλές σημαντικές στρατιωτικές επιτυχίες των ελλήνων κατά την διάρκεια της επανάστασης: «Περί του Ελληνικού Ναυτικού», «Η μάχη στα Βασιλικά», «Η άλωση της Τριπολιτσάς», «Η πτώση του Μεσολογγίου», καθώς και την χαρακτηριστικότατη περιγραφή της καταστροφής των Τούρκων στην Αράχοβα, δημοσιευμένη με τον γενικό τίτλο «Ήθη και έθιμα των Ελλήνων και πράξεις και πράξεις κατά την επανάσταση» που κατά κάποιον τρόπο αποτελεί συμπλήρωμα της βιογραφίας του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Γιώργος Καλλιώρας, ιστότοπος olykos

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


 

  • Βαλέτας Γιώργος, Εισαγωγή στην έκδοση Δημητρίου Αινιάνος Άπαντα, σ.3-6. Αθήνα, Άτλας, 1962.
    • Γκιόλιας Μάρκος, «Αινιάν Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας1. Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968.
    • Καγιαλής Τάκης, «Ένας συμπαθητικός άνθρωπος του 19ου αιώνα», Το Βήμα, 5/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Η κοινωνική πεζογραφία του Δημητρίου Αινιάνος», Το Βήμα, 26/2/1995.
    • Καγιαλής Τάκης, «Δημήτριος Αινιάν», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο Δ’ 1830-1880, σ.116-133. Αθήνα, Σοκόλης, 1996.
    • Καψάλης Γερ. Δ., «Αινιάνες», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Αθήνα, Πυρσός, 1927.
    • Λάππας Τάκης, Ρουμελιώτες στην επανάσταση Β΄ Δημήτριος Αινιάνας, Γερο – Πανουριάς, σ.5-14. Αθήνα, 1958.
    • Μαζαράκης Ι. Κ. Αινιάν, «Χρονολόγιο – Εισαγωγή», Δημητρίου Αινιάν, Ο Καραϊσκάκης. Αθήνα, Ερμής, 1974.
    • Μαζαράκης – Αινιάν Ιωάννης, «Αινιάν Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.

Read Full Post »

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα


 

 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων με θέμα:

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα.

 

 

Πλησιάζοντας σε μια ακόμη επέτειο της Εθνεγερσίας του 1821 θα διαβάσουμε, ακούσουμε και δούμε έναν καταιγισμό απόψεων για το ’21, οι περισσότερες από αυτές εστιάζοντας στην σύγκρουση αντιλήψεων που διαπερνούν την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, παρά στα τότε ιστορικά συμβάντα για την εξαγωγή διδαγμάτων.

Κυρίαρχη ανάμεσα σ’ αυτές η άποψη ότι «μετά την αρχική επιτυχία, η Επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο» αντανακλά μια ριζωμένη πεποίθηση, παρά μια από τις πολλές ιστορικές ερμηνείες για την σημασία ιστορικών γεγονότων ή παραγόντων, στο εσωτερικό πολιτικό, στρατιωτικό και διεθνές επίπεδο. Μια άποψη που καταλήγει στο γνωστό ιδεολόγημα ότι «χωρίς την ξένη επέμβαση η ελληνική εξέγερση θα ήταν καταδικασμένη».

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Εξετάζοντας από διεθνολογική άποψη την Επανάσταση του 1821 και αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές… «γεωπολιτικές» / «γεωστρατηγικές» απόψεις που δεν μας οδηγούν στην ουσία της διεθνολογικής ανάλυσης του κρίσιμου ερωτήματος «γιατί πέτυχε η Επανάσταση του ’21», μπορούμε τεκμηριωμένα να επισημάνουμε ότι η Επανάσταση δεν βρέθηκε σε αδιέξοδο, επειδή ήδη είχε επιτύχει με την στρατιωτική επικράτηση της την περίοδο 1821-1823 να αποτελέσει Διεθνές Ζήτημα. Με απλά λόγια, το Ελληνικό ζήτημα έγινε εφικτό να αποτελέσει ένα πρόβλημα «Ειρήνης ή Πολέμου» του διεθνούς ανταγωνισμού και ειδικότερα του κυρίαρχου αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού της εποχής της Παλινόρθωσης μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1815).

Την υπαρκτή αυτή δυνατότητα του Ελληνικού Ζητήματος είχε έγκαιρα υποστηρίξει ο Ι. Καποδίστριας διαβλέποντας ότι εφόσον οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» εξεγερθούν αναπόφευκτα θα ανοίξουν de facto το Ανατολικό Ζήτημα, επί του οποίου συγκρούονταν οι Μ. Δυνάμεις της εποχής και το οποίο δεν συζητήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης επειδή, όπως το Πολωνικό απείλησε να τινάξει στον αέρα τους εδαφικούς διακανονισμούς της Βιέννης, πολύ περισσότερο το Ανατολικό Ζήτημα (δηλαδή ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου) κινδύνευε να οδηγήσει σε πολεμική ρήξη τις Μ. Δυνάμεις.

Ο Ι. Καποδίστριας, αφού συστηματικά πρότεινε ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας αλλά μάταια ανέμενε τον τσάρο Αλέξανδρος Α’ να λάβει την σχετική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, κατέληξε ήδη από το 1816 και πλέον από το 1819 συνέτεινε σταθερά στην προετοιμασία της ανάληψης της πρωτοβουλίας από τους Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεω». Κι όταν έφτασε η ώρα του ’21, ο Ι. Καποδίστριας, από εκείνη πλέον την θέση, ηγήθηκε της ρωσικής διπλωματικής δράσης για να εξασφαλίσει την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, που δεν είχε καταφέρει να πράξει, ως ανερχόμενος διπλωμάτης, στην Βιέννη  του 1815.

Το ποιοτικό στοιχείο της κατάστασης βρίσκεται ΑΚΡΙΒΩΣ στο γεγονός ότι: η ελληνική εξέγερση, με τις στρατιωτικές επιτυχίες, της αναδιάταξε τις διεθνείς ισορροπίες στο Ανατολικό ζήτημα, που η ίδια de facto «άνοιξε» διάπλατα, καθιστώντας την ρωσική παρέμβαση «αναπόφευκτη».

Αυτό σημαίνει ότι:

– ενώ το κέντρο βαρύτητας της Ελληνικής εξέγερσης είναι στην στρατιωτική επιτυχία της σε βάρος της Πύλης,

– ο αντικειμενικός σκοπός της Ελληνικής εξέγερσης βρίσκεται στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος.

Κι αν κανένα αποτέλεσμα δεν είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο για την ελληνική εξέγερση, τόσο η δυνατότητα στρατιωτικής επιτυχίας, όσο και η δυνατότητα διεθνοποίησης του Ελληνικού ζητήματος εδράζονται (πάντα φυσικά ως δυνατότητες στο πλαίσιο υπολογισμού του ρίσκου) στην ανάλυση της κατάστασης τόσο των στρατιωτικών συσχετισμών, όσο και της συγκυρίας του διεθνούς (αγγλο-ρωσικού) ανταγωνισμού.

Κι αν στο πρώτο η εμπειρία, το φρόνημα και οι πολιτικές επιδιώξεις των αδούλωτων οπλαρχηγών έπαιξαν ρόλο, στο δεύτερο η πολιτική ευφυΐα και η διπλωματική δράση του Ι. Καποδίστρια έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Τον ενορχηστρωτή της επαναστατικής προετοιμασίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπαιξε η έγκαιρη δημιουργία της Εταιρείας των Φιλικών στα 1814, που από μόνη της «μαρτυρά» την προ-επαναστατική ανάδειξη αυτών των δυνατοτήτων και την βαθιά πεποίθηση στις «δικές μας δυνάμεις».

Τρεις, επομένως, διακριτές διαστάσεις φορέων της ελληνικής εξέγερσης συμπλέκονται διαλεκτικά διαμορφώνοντας το ενιαίο «ιστορικό υποκείμενο» της εθνεγερσίας του 1821.

Από αυτήν, την καθοριστική άποψη των διεθνών διαδικασιών που επέβαλε η στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης του 1821, δύσκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει την ύπαρξη ενός … «αδιεξόδου» του 1821 και η περίφημη «Ναυμαχία Ναβαρίνου», η «ναυαρχίδα» της άποψης ότι ο … «ξένος παράγοντας έσωσε το 1821», αξιολογείται στο επίπεδο που ιστορικά ανήκει, δηλαδή ως επιλογή «χειρισμού» του ανταγωνισμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό ζήτημα, που επέβαλε στο προσκήνιο των διεθνών εξελίξεων η Επανάσταση του 1821. Γιατί τελικά το κριτήριο της «πράξης» είναι που επιβεβαιώνει ή όχι «σχεδιασμούς» ή «πρωθύστερες» ερμηνείες καθώς η «πράξη» είναι εκείνη που δημιουργεί τις νέες πολιτικές πραγματικότητες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Read Full Post »

Κίτσος (Κυριάκος) Τζαβέλας (1800 ή 1801 1855)


 

Αγωνιστής του 1821 και πρωθυπουργός, δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα όπου κατέφυγε η οικογένειά του όταν καταλήφθηκε το Σούλι το 1803 από τον Αλή Πασά. Ανακηρύχτηκε καπετάνιος – αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την κήρυξη της Επανάστασης το 1821 έλαβε μέρος σε πολλές και σημαντικές μάχες: Βραχώρι, Πλάκα, Μεσολόγγι, Καρπενήσι, Καλιακούδα, Άμπιανη και Δίστομο. Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822 πολέμησε στο πλευρό του Μάρκου Μπότσαρη μαζί με 35 Σουλιώτες. Στις 7 Αυγούστου 1825 μπήκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και όταν ο Κιουταχής απείλησε το μικρό νησί Κλείσοβα το Μάρτιο του 1826 ο Τζαβέλας έσπευσε με λίγους άνδρες να ενισχύσει την άμυνά του.

 

Κίτσος Τζαβέλας. Λιθογραφία. Σχέδιο του Καρλ Κράτσαϊζεν.

 

Τζαβέλας Κίτσος, λιθογραφία.

 

Κίτσος Τζαβέλλας

 

Πρωταγωνίστησε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου επικεφαλής 2.500 ανδρών, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 1.300 και κατέφυγε στα Σάλωνα (Άμφισσα). Το 1827, πολέμησε στην Αττική με τον Γ. Καραϊσκάκη, μετά το θάνατο του οποίου διορίστηκε αρχηγός του στρατοπέδου στον Πειραιά.  Υπήρξε πιστός στον Καποδίστρια. Διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη το 1843 και πρωθυπουργός (1847- 48). Τον επόμενο χρόνο έγινε υπουργός Στρατιωτικών και το 1853 πήρε τον τίτλο του αντιστράτηγου. Ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο κατά τον αγώνα των αλύτρωτων περιοχών το 1854 και πέθανε τον επόμενο χρόνο στην Αθήνα.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

 

Read Full Post »

Γιορτάζοντας το έθνος: Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα –  Χριστίνα Κουλούρη στο: «Αθέατες όψεις της ιστορίας. Κείμενα αφιερωμένα στον Γιάνη Γιανουλόπουλο», Αθήνα, Ασίνη, 2012.


 

 

Την εορτήν της 25 Μαρτίου οφείλει

να τελή μετ’ ενθουσιασμού ουχί η Ελληνική

πολιτεία, αλλ’ η Ελληνική κοινωνία·

ουχί ο υπάλληλος, αλλ’ ο πολίτης.

 

εφ. Εθνικόν Πνεύμα, 1873

 

Στις 25 Μαρτίου 1838, εικοσιένας κανονιοβολισμοί ανήγγειλαν στους κατοίκους της Αθήνας ότι γιόρταζαν την πρώτη τους εθνική γιορτή, βάσει του Β. Διατάγματος που είχε εκδοθεί λίγες μέρες πριν. Ο βασιλιάς Όθων και η βασίλισσα Αμαλία έφθασαν με άμαξα από το παλάτι στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, όπου παρακολούθησαν τη δοξολογία μαζί με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές της χώρας, τους ξένους διπλωμάτες, όλες τις συντεχνίες και πλήθος λαού. Στους δρόμους από όπου πέρασε η βασιλική πομπή είχε πα­ραταχθεί η ένοπλη φρουρά της πόλης, ενώ πλήθος κόσμου ζητωκραύγαζε. Φωταψίες στην Ακρόπολη, στα δημόσια κτήρια και στα σπίτια έδιναν τον γι­ορταστικό τόνο, ενώ τη μεγαλύτερη εντύπωση την έκανε ένας μεγάλος σταυρός που σχημάτιζαν φανάρια πάνω στη μία πλευρά του Λυκαβηττού. Στην πλατεία του παλατιού, ο Δήμος Αθηναίων είχε στήσει ένα «τρόπαιο» γύρω από το οποίο χόρευαν και πανηγύριζαν. Παρ’ όλο που η εθνική επέτειος είχε καθιερωθεί «κατά κοινήν του έθνους ευχήν», η εορταστική διάθεση σκιαζόταν από τον πολιτικό αναβρασμό. Γράφει η εφημερίδα Αθηνά:

Και πόσην επισημότητα ήθελε δώσει η εορτή αύτη εις την Ελλάδα και εις όλον τον φωτισμένον κόσμον, εάν, μαζή με τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, της φανερώσεως τον απ’ αιώνος μυστηρίου, της εθνεγέρσεώς μας και τα λοιπά, επανηγυρίζετο και η καθίδρυσης του συντάγματός μας, η στερέωσις της ελευθερίας μας αυτής εις την κοινωνίαν μας. 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν μέχρι το 1843, ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου δεν θα είναι ομόψυχος αλλά, αντίθετα, θα αποτελέσει αντικείμενο αντίπαλων εορτασμών και αντιπολιτευτικών εκδηλώσεων. Ήδη, την επόμενη χρονιά από την καθιέρωσή της, το 1839. η μέρα της εθνικής επετείου θα παρέλθει «σκυθρωπή, κατηφής, ατερπής, άσημος, σιωπηλή». Μέχρι το 1843 αντιοθωνική μερίδα θέλησε να οικειοποιηθεί την εθνική επέτειο διοργανώνοντας ιδιωτικούς εορτασμούς με φωταψίες σπιτιών, μνημόσυνα για τους νεκρούς αγωνιστές του 21, συμπόσια και μουσικές, με κορύφωση τη δίκη των πρωτεργατών ενός παρόμοιου εθνικού αντι-εορτασμού το 1841.

Συνεπώς, από τη στιγμή της καθιέρωσής της, η επέτειος της 25ης Μαρτίου υπήρξε αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και αντίπαλων ερμηνειών. Παρ’ όλο που η επιλογή της ημερομηνίας είχε, όπως φαίνεται, την κοινωνική συναίνεση, ο εορτασμός της δεν ήταν συναινετικός. Ούτε όμως υπήρχε συναίνεση ως προς την ερμηνεία του ιστορικού γεγονότος που εορταζόταν, της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω να διατυπώσω κάποιες γενικές υποθέσεις σχετικά με τις εθνικές επετείους στο ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα (1830-1875) τους συμβολισμούς και τους τρόπους εορτασμού τους, τις αντιτιθέμενες ερμηνείες τους και τις πολιτικές τους χρήσεις, με συγκριτικές αναφορές σε άλλα ευρωπαϊκά παραδείγματα. Δεν πρόκειται για τα πορίσματα μιας εξαντλητικής έρευνας, αλλά για την απόπειρα μιας πρώτης ανάλυσης στοιχείων που έχω συλλέξει μέχρι σήμερα με στόχο, στο μέλλον, μια άλλη δημοσίευση που θα καλύπτει μεγαλύτερο χρονικό εύρος και άλλες πτυχές των επετειακών εορτασμών.

Η θεσμοθέτηση εθνικών επετείων αλλά και η ίδια η έννοια της εθνικής επετείου συνδέονται με την ανάδυση του εθνικισμού και τη δημιουργία των εθνών – κρατών από τα τέλη του 18ου και στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μνημονεύουν ιστορικά γεγονότα που αντιστοιχούν σε στιγμές – κλειδιά της εθνικής βιογραφίας και «φωτίζουν τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε, διαμορφώνουμε και κινητοποιούμε την εθνική ταυτότητα». Οι εθνικές επέτειοι είναι μια ευκαιρία για κωδικοποίηση της εθνικής ταυτότητας μέσω της γλώσσας των συμβόλων και της θεατρικής αναπαράστασης. Πρώτο σύμβολο των επετείων είναι η ίδια η ημερομηνία που επιλέγεται, εφόσον η επιλογή του γεγονότος στο οποίο παραπέμπει έχει ως στόχο να υπογραμμίσει συγκεκριμένα στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και εθνικές αξίες. Η εθνική επέτειος έχει πρωτίστως ιστορικό περιεχόμενο αλλά εορτάζεται μια επιλεκτική και επεξεργασμένη εκδοχή της ιστορίας.

Διάταγμα για την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως Εθνικής Εορτής.

Παρά την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει ο εθνικισμός με την ιστορία και τη συνέχεια του έθνους που αυτή υποστηρίζει, η ανάγκη για μνημόνευση ιστορικών στιγμών προέρχεται από την επιθυμία της ριζικής τομής με το παρελθόν, της έμφασης στο «νέο» έναντι του «παλιού» και από τη βούληση να εορταστεί το «νέο ξεκίνημα». Η στάση αυτή είναι κοινή στην Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά μόνο οι γάλλοι επαναστάτες εισήγαγαν την «πρώτη πραγματικά εθνική γιορτή μνήμης», γιορτάζοντας στις 14 Ιουλίου 1790 την πρώτη επέτειο της πτώσης της Βαστίλης.

Τα γεγονότα που γιορτάζονται με τις εθνικές επετείους ποικίλλουν σε ολόκληρο τον κόσμο: μέρες απελευθέρωσης, ίδρυσης του κράτους, ψήφισης του συντάγματος, μέρες κατάκτησης, αλλά ακόμη και ήττες ή μέρες πένθους. Εθνική επέτειος της Νορβηγίας είναι η 17η Μαΐου, μέρα σύνταξης του Συντάγματος το 1814 και όχι η μέρα της Ανεξαρτησίας το 1905. Αντίθετα, στη Σουηδία, η 6η Ιουνίου που γιορταζόταν ανεπίσημα από το 1893 ως η μέρα της στέψης του Γουσταύου Α’ (γνωστού ως Γουσταύου Βάζα) το 1523, έγινε επίσημη εθνική επέτειος μόλις το 2005.

Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γεγονότα που δεν γιορτάζονται, η επιλογή δηλαδή της αποσιώπησης ενός σημαντικού ιστορικού γεγονότος για την εθνική μνήμη. Οι σιωπές αυτές παραπέμπουν συνήθως σε τραυματικά και κυρίως σε διχαστικά γεγονότα, που υπονομεύουν την ενοποιητική λειτουργία που οφείλει να επιτελεί μια εθνική επέτειος. Η λήθη, συνεπώς, συνιστά συστατικό στοιχείο της εθνικής ενότητας, εξίσου σημαντικό με τη μνήμη.

Ήδη το 1882, ο Ερνέστ Ρενάν, στην περίφημη ομιλία του στη Σορβόννη με τίτλο «Τί είναι έθνος;», έλεγε χαρακτηριστικά:

Η λήθη, και θα έλεγα ακόμα η ιστορική πλάνη, είναι ουσιαστικός παράγοντας της δημιουργίας του έθνους και, σε αυτή τη βάση, η πρόοδος των ιστορικών σπουδών συνιστά συχνά κίνδυνο για την εθνότητα.

Σύμφωνα με τη διατύπωση του Ρενάν, η ανακάλυψη της ιστορικής αλήθειας μπορεί να απειλήσει την ίδια την ύπαρξη του έθνους εφόσον η επιβίωση του έθνους εξαρτάται σε ένα σημαντικό βαθμό από την καλλιέργεια «θελκτικών μύθων».

Η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα.

Ως παραδείγματα αναγκαίας λήθης για τους Γάλλους προβάλλει ο Ρενάν τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου και τις σφαγές του Midi τον 13ο αιώνα, γεγονότα δηλαδή που εκλαμβάνονται ως «αδελφοκτόνοι πόλεμοι». Αναλογικά, εμφύλιοι πόλεμοι, σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, γεγονότα των οποίων η υπόμνηση δημιουργεί αισθήματα ντροπής ή ενοχής οφείλουν να διαγράφονται από την εθνική ομογενοποιημένη μνήμη. Η ανάμνηση – εξ ορισμού επιλεκτική – συνοδεύεται λοιπόν από την παράλληλη διαδικασία της λήθης, η οποία συχνά παίρνει τη μορφή της επίσημης λογοκρισίας της δυσάρεστης μνήμης. Είναι αυτό που ο Πολ Κόνερτον ονομάζει «οργανωμένη λήθη».

Τέλος, υπάρχουν κράτη χωρίς εθνικές επετείους. Δεν υπάρχει για παράδειγμα εθνική γιορτή στη Μ. Βρετανία, σε έντονη αντίθεση προς τη γειτονική της Γαλλία αλλά και προς την ιρλανδική παγκόσμια γιορτή της Si Patrick’s Day, η οποία γιορτάζεται ως εθνική γιορτή στις 17 Μαρτίου από την ιρλανδική διασπορά, επιβεβαιώνοντας την ιρλανδική εθνική ταυτότητα. Οι διαφορές αυτές έχουν ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους. Ο Πίτερ Μπερκ υποστηρίζει ότι η ιστορία ξεχνιέται από τους νικητές αλλά όχι από τους ηττημένους, φέρνοντας το παράδειγμα της «δομικής αμνησίας» των Άγγλων και της υπερτροφίας της μνήμης των Ιρλανδών. Επομένως, δεν υπάρχει η ίδια ανάγκη για επετειακή μνημόνευση του εθνικού παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Τζον Γκίλις εξάλλου, «τόποι μνήμης» δημιουργούνται στις συγκυρίες όπου υπάρχει ρήξη με το παρελθόν, έστω και κατασκευασμένη. Οι Βρετανοί, που δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας τους, δεν θεσμοθέτησαν εθνικές επετείους με πατριωτικό περιεχόμενο – ενδεχομένως και γιατί οι πιθανές ημερομηνίες μπορούσαν να λειτουργήσουν διχαστικά ανάμεσα στις διαφορετικές εθνοτικές ομάδες που συγκροτούν τη «βρετανικότητα».

Ανεξάρτητα πάντως από τα κριτήρια επιλογής – ή απόρριψης – μιας εθνικής επετείου, η καθιέρωσή της εξαρτάται από μια κεντρική πολιτική απόφαση. Ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός, εφόσον, αυτό ορίζει τις εθνικές αργίες (επιδιώκοντας τη μαζική συμμετοχή), αυτό καθορίζει συνήθως το τυπικό της τελετής και ενδεχομένως αυτό χρηματοδοτεί τις σχετικές εορταστικές εκδηλώσεις. Στην πραγματικότητα, από τον 19° αιώνα, οι εθνικές γιορτές δε λειτούργησαν μόνο ως μέσο για την παραγωγή και αναπαραγωγή εθνικών ταυτοτήτων αλλά και για τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας. Επρόκειτο για «πολιτική τελετουργία» με την έννοια ότι εκεί σκηνοθετούνταν και εορταζόταν η πολιτική δύναμη…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Γιορτάζοντας το έθνος – Εθνικές Επέτειοι στην Ελλάδα τον 19° αιώνα

 

Read Full Post »

Το Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον της Καποδιστριακής Πολιτείας:  Η πρώτη Ελληνική Διοικητική Αρχή με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική Διοίκηση – © Θεόδωρος Δεβενές. 


 

 «Η Ελλάς ευρίσκεται εις τον ΙΒ΄ ή τον ΙΓ΄ αιώνα. Και άπασαι αι προσπάθειαι της Κυβερνήσεως ή αν επιθυμείτε του νομοθέτου οφείλουν να τείνουν εις το να την οδηγήσουν εις τον παρόντα αιώνα». 

Καποδίστριας προς Εϋνάρδο – Ναύπλιο, 9/21 Ιουλίου 1831.

 

      «… ωστόσο εμείς δεν θεμελιώνουμε την πόλη αποβλέποντας σε αυτό, πώς δηλαδή μία κοινωνική ομάδα θα είναι ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά πώς ολόκληρη η πόλη θα ευτυχεί όσο το δυνατόν περισσότερο».

         Πλάτων, «Πολιτεία» – βιβλίο Δ΄, 419a (μετάφραση: N. M. Σκουτερόπουλος).  

                       

Η καποδιστριακή περίοδος παρουσιάζει εξαιρετικό ερευνητικό ενδιαφέρον, αφού τότε σημειώθηκε η πρώτη σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας κράτους δικαίου στον ελληνικό χώρο. Διατυπώθηκαν επίσης και υπηρετήθηκαν στην πράξη, όσο αυτό ήταν δυνατόν, οι βασικές κατευθυντήριες αρχές για την ένταξη των Ελλήνων – μακροπρόθεσμα – στη χορεία των πολιτικά και οικονομικά ανεπτυγμένων εθνών. Η προσπάθεια αυτή, που καταβλήθηκε εκ του μηδενός, αναμετρήθηκε με αντιλήψεις και νοοτροπίες που δεν συμβάδιζαν μεν με την τότε ευρωπαϊκή πραγματικότητα, παρέμεναν όμως πολύ ισχυρές στους κόλπους των ηγετικών στρωμάτων της κοινωνίας. Επιπλέον, έλαβε χώρα εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων (τη διετία 1828-29) και διπλωματικών διεργασιών που απειλούσαν τα ελληνικά δίκαια με οριστικό παραγκωνισμό. Υπενθυμίζεται ότι στο πρωτόκολλο της 6ης Ιουλίου 1827 που είχαν συνυπογράψει Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία, δεν υπήρχε πρόβλεψη για ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

 

  1. Εισαγωγή

Στη χώρα που έρχεται να κυβερνήσει ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Ιανουάριο του 1828, έχει συντελεσθεί δραματική μείωση του πληθυσμού. Οι απώλειες του ενεργού πληθυσμού στις  περιοχές που απετέλεσαν από το 1830 το νέο κράτος, υπερβαίνουν το 1/3. Από τη σύγκριση μεταξύ των στοιχείων του 1828 και αυτόν της προεπαναστατικής περιόδου, προκύπτει ότι ο πληθυσμός Πελοποννήσου, Ευβοίας, Τρικάλων, Ναυπάκτου, Μεσολογγίου, Άρτας και Νήσων (μαζί με Κρήτη, Σάμο και Χίο) έχει μειωθεί συνολικά κατά 38% (1.106.500 κάτοικοι, έναντι 1.791.500).

Από τις περιοχές που προαναφέρονται, ο πληθυσμός ειδικότερα της Πελοποννήσου έχει μειωθεί κατά 20%, του Μεσολογγίου κατά 45% και της Ναυπάκτου κατά 28%. Το οικιστικό κεφάλαιο έχει πλήρως καταστραφεί, ενώ πλήθος προσφύγων έχει σωρευθεί στις ελεύθερες περιοχές χωρίς κάποιο μέσο βιοπορισμού.

Οι μακροχρόνιες εχθροπραξίες έχουν παραλύσει την οικονομική ζωή. Οι κατοχικές τουρκοαιγυπτιακές δυνάμεις από τη μία και οι επαναστατικές δυνάμεις από την άλλη με τις αυθαίρετες συμπεριφορές  των αρχηγών τους προς τους κατοίκους της υπαίθρου, καθιστούν αβέβαιη την κατάληξη κάθε δραστηριότητας.  Τακτικά δημόσια έσοδα δεν υπάρχουν, αφού η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος εκ μέρους των προυχόντων είναι συστηματική. Τα έσοδα από τα λιμενικά δικαιώματα έχουν ουσιαστικά μετατραπεί σε ιδιωτικά, ενώ οι δημογεροντίες είναι συχνά εστίες διαφθοράς, τελώντας υπό την προστασία των κατά τόπους ισχυρών. Η ελληνική πειρατεία έχει εξελιχθεί σε μάστιγα της Μεσογείου – μόνο οι Σπέτσες συμμετέχουν με περισσότερα από τριάντα πλοία. Έχουν  μάλιστα συσταθεί και μετοχικές εταιρείες, των οποίων μέλη (μεταξύ άλλων) είναι υπουργοί των επαναστατικών κυβερνήσεων και προεστοί των νησιών, ενώ το ίδιο το δικαστήριο των λειών αποτελείται από πειρατές και συνεταίρους τους. Διάτρητο και το σύστημα μισθοδοσίας και προμηθειών του στρατού: οι οπλαρχηγοί παρουσιάζουν καταστάσεις για 35.000 ενόπλους, ενώ αυτοί δεν υπερβαίνουν τις 15.000.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Εκτεταμένη νόθευση των Εθνικών Λογαριασμών εξάλλου έχει καταγράψει η αρμόδια Επιτροπή, με πόρισμά της προς τη Συνέλευση της Τρoιζήνας (1827). Ακόμη, από τα 50.000.000 και πλέον γρόσια που συγκεντρώθηκαν από τις πολιορκίες και καταλήψεις των εχθρικών φρουρίων, δεν έχει αποδοθεί σχεδόν τίποτα στο Δημόσιο Ταμείο. Τοπικές κοινωνίες επαίρονται ότι η περιοχή τους ποτέ δεν πλήρωσε φόρους, και ούτε θα επιτρέψουν ποτέ να καθιερωθεί γενική φορολόγηση. Η ατμόσφαιρα γενικευμένης ανομίας επισφραγίζεται από την πρακτική των κυβερνήσεων και των πληρεξουσίων του Έθνους να δίνουν προτεραιότητα στη μισθοδοσία βουλευτών και υπαλλήλων. Επιπρόσθετα, η κακή διαχείριση των δύο δανείων της περιόδου 1824-25 έχει αποκλείσει κάθε δυνατότητα δανεισμού από τα ξένα χρηματιστήρια. Τον Ιανουάριο του 1828 η νέα κυβέρνηση αντιμετωπίζει εξωτερικό χρέος 2.800.000 στερλινών και εσωτερικό που ανέρχεται σε 30.000.000 φράγκα περίπου.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης που παρέλαβε, ο Καποδίστριας εφαρμόζει άμεσα πολιτική αυστηρών οικονομιών, συνδυασμένη με την εκμετάλλευση κάθε εσωτερικού πόρου που μπορεί να εντοπισθεί. Εγκαθιδρύει σύστημα προμηθειών στις ένοπλες δυνάμεις, προβαίνει σε παραδειγματική τιμωρία των καταχραστών και επιβάλλει ισότητα στη φορολογία. Ακόμη, πετυχαίνει αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας με την εξάλειψη της πειρατείας (από τον πρώτο μήνα κιόλας) και την καταπολέμηση της ληστείας. Στην αναθέρμανση αυτή συντείνει και η προοδευτική επιστροφή των κατοίκων στις εστίες τους, που κατορθώνεται μ΄ ένα συνδυασμό κυβερνητικής πειθούς και οικονομικών κινήτρων. Με την εφαρμογή των πολιτικών αυτών, τα δημόσια έσοδα του πρώτου οικονομικού έτους της διακυβέρνησής του (από Φεβρουάριο 1828 έως και Απρίλιο 1829), είναι αυξημένα κατά 240% σε σχέση με τα κανονικά έσοδα του 1823 (8.539.667 γρόσια έναντι 3.578.200). Στον προϋπολογισμό δε του δεύτερου έτους, εμφανίζονται αυξημένα κατά 81%. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά στην Δ΄ Εθνική Συνέλευση, για πρώτη φορά ενώπιον εθνικών αντιπροσώπων.

Μετά την εδραίωση της «Ελληνικής Πολιτείας», που επιβεβαιώνεται με τα ψηφίσματα της Εθνικής Συνέλευσης, η κυβερνητική δραστηριότητα σταδιακά κλιμακώνεται: Η Διοίκηση ενημερώνει αδιάλειπτα τις δημόσιες υπηρεσίες με εγκυκλίους, παρακολουθεί επισταμένως τα προβλήματα που ανακύπτουν και παρεμβαίνει καίρια για την επίλυσή τους, με υποδείξεις και νεότερες οδηγίες. Από την έρευνα συνάγεται επίσης ότι υπήρχε συνεχής αξιολόγηση του προσωπικού. Η βελτιωτική προσπάθεια αφορά και το σύστημα δημοσιονομικού ελέγχου,  που εμπλουτίζεται με θεσμούς που προκαλούν και σήμερα εντύπωση, όπως ο Γενικός Επιθεωρητής Λιμένων, ο Επιθεωρητής Στρατού και ο Επιθεωρητής Τελωνείων Aργολικού κόλπου. Το σύστημα αυτό αποκτά την κορωνίδα του τον Σεπτέμβριο 1829, με την ίδρυση μίας ιδιαίτερης για τα δεδομένα της εποχής της Αρχής – της πρώτης με σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας από την Κεντρική  Διοίκηση στα ελληνικά διοικητικά χρονικά. Ονομάσθηκε Λογιστικόν και Ελεγκτικόν Συμβούλιον.

 

  1. ΤΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

α) Η θέσπιση 

 

Η νέα Αρχή δημοσιονομικού ελέγχου θεσμοθετείται με την αριθ. 14301 Πράξη της Κυβέρνησης (σύμφωνα με το ΛΔ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης), που δημοσιεύεται στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος στις 18 Σεπτεμβρίου [1].  Σύμφωνα με την Πράξη αυτή, το Συμβούλιο συγκροτείται από μέλη που διορίζονται από την Κυβέρνηση, ενώ οι λειτουργίες που επιτελεί και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ορίζονται ως εξής:

  • Δεν υπόκειται στην εξουσία Υπουργού (:«είναι ανεξάρτητον από το Υπουργικόν σώμα»). Αναφορά πεπραγμένων δίνει απευθείας στον Αρχηγό του Κράτους και μόνο σ΄αυτόν.
  • Έχει την αρμοδιότητα αναθεώρησης των δημοσίων οικονομικών από τις 6 Ιανουαρίου 1828 (ημερομηνία έλευσης του Κυβερνήτη στην Ελλάδα) έως το τέλος Σεπτεμβρίου 1829.
  • Εξακολουθεί να έχει την ίδια αρμοδιότητα και για τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του Κράτους από 1ης Οκτωβρίου 1829 και μετά.
  • Είναι αρμόδιο να διενεργεί τον τελευταίο έλεγχο των λογαριασμών (:«θέλει επαγρυπνεί τελευταίον»), ώστε να αποφεύγονται καταχρήσεις ή σφετερισμοί χρημάτων.
  • Έχει την εξουσία να διενεργεί ή να διατάσσει επιθεωρήσεις και να καλεί τους Υπουργούς για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους υποβληθέντες λογαριασμούς των Υπουργείων, ή και για άλλα θέματα της αρμοδιότητας του Συμβουλίου. Η Επιτροπή Οικονομίας και το Γενικό Φροντιστήριο υποχρεούνται να παραδώσουν τα αρχεία τους στο Συμβούλιο.
  • Ενημερώνει κάθε μήνα τον Γενικό Ταμία του Κράτους με λεπτομερή κατάλογο εισερχομένων και εξερχομένων χρηματικών ποσών.
  • Χορηγεί βεβαίωση (:«επίσημο εξοφλητικό») στον κάθε Υπουργό, μετά την θεώρηση των λογαριασμών του Υπουργείου του.
  • Προτείνει μέτρα βελτίωσης των δημοσίων οικονομικών.

Με την ανωτέρω Πράξη ορίζεται ότι οι εργασίες του Συμβουλίου θα ξεκινήσουν την 1η Οκτωβρίου.

Δημοσιεύονται επίσης  στην Γενική Εφημερίδα οι μηνιαίες απολαβές του Προέδρου και των μελών του. Πρόεδρος ορίζεται ο Γεώργιος Σπανιολάκης (μετέπειτα Γενικός Επίτροπος  του Ελεγκτικού Συνεδρίου) και μέλη οι Χ. Οικονομίδης και Κ. Τασσίκας. Από έγγραφο μισθοδοσίας του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, γνωρίζουμε ότι τη σύνθεσή του συμπλήρωναν δύο πάρεδροι και δύο μαθητευόμενοι. Μόνο ένας μικρός αριθμός εγγράφων του Συμβουλίου έχει διασωθεί. Πιθανόν αυτό να οφείλεται στην καταστροφή των αρχείων του Ελεγκτικού Συνεδρίου το 1893 μετά από απόφαση της Διοίκησής του [2], ή, το πιθανότερο, στην μη τήρηση οργανωμένων αρχείων για μεγάλο διάστημα της ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα, σε 207 φακέλους των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.A.K.) που καλύπτουν την περίοδο Οκτωβρίου 1829 – Σεπτεμβρίου 1831 και περιέχονται στην ψηφιακή συλλογή «Αρχειομνήμων», φυλάσσονται συνολικά 98 έγγραφα του Συμβουλίου.

Τα 52 από αυτά βρίσκονται στα αρχεία της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης (στο εξής: Γ.Γ.Κ.),  και τα 46 στα αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας (στο εξής: Ε.Ο.) [3]. Μαζί με έγγραφα που υπογράφονται από τον Καποδίστρια, τον Πρωθυπουργό και Υπουργό Εσωτερικών Ν. Σπηλιάδη (Γραμματεία της Επικρατείας), ή τα μέλη της Επιτροπής Οικονομίας (δηλ. του Υπουργείου Οικονομίας, που διοικούνταν από τριμελή Επιτροπή), συγκροτούν ένα σώμα αξιόπιστων μαρτυριών για την δράση του συλλογικού αυτού οργάνου. Στη συνέχεια  παρατίθεται ένα απάνθισμα του ανευρεθέντος υλικού.

 

β)  Το Χρονικό

1829

 

– 1 Οκτωβρίου: Ο χρονικός προγραμματισμός τηρείται απόλυτα. Με το αριθ. 6 έγγραφό του, τo Συμβούλιο απευθύνει αίτημα προς την Επιτροπή Οικονομίας για την χορήγηση των απαραίτητων ποσοτήτων χαρτιού για τις αναφορές και τα σχέδια εγγράφων που θα συντάσσει. Με το αριθ. 9 έγγραφό του της ίδιας ημέρας, ζητεί από τον Ταμία της Ελλάδος (Ι. Δομπόλης) να του αποστείλει αντίτυπα και αντίγραφα των ψηφισμάτων και των διαταγμάτων με τα οποία ρυθμίζεται η λειτουργία του Γενικού Ταμείου (Ε.Ο.,Φακ.064/434 κ΄007.jpg αντίστοιχα).

– 21 Δεκεμβρίου: Τα πρώτα σοβαρά δείγματα γραφής του Συμβουλίου δίνονται με την αριθ. 28 αναφορά του προς Καποδίστρια, σχετικά  με τους λογαριασμούς δαπανών των προσωρινών Διοικητών Δυτικής Σπάρτης, Λακεδαίμονος και Πραστού, Κορινθίας, Μονεμβασιάς, Αίγινας, καθώς και του Γραμματέα (Υπουργού) των Εξωτερικών. Στους λογαριασμούς των Διοικητών η έρευνα του Συμβουλίου αναδεικνύει πλήθος λαθών, παρατυπιών ή παραλείψεων, όπως: έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων για διενεργηθείσες δαπάνες, υπέρβαση του θεσπισμένου ορίου μισθοδοσίας σε ορισμένες περιπτώσεις, μη εγκεκριμένοι διορισμοί προσωπικού, μη επικυρωμένα παραστατικά δαπανών. Ακόμη επισημαίνει ότι, με εξαίρεση την Δημογεροντία Αίγινας, οι υπόλοιπες δεν αναφέρουν τίποτα για τα δικαστικά δικαιώματα των ειρηνοδικείων που έχουν εισπράξει. «Όσον αφορά τον λογαριασμό του Γραμματέα Εξωτερικών, οι επισημάνσεις αντανακλούν το πνεύμα οικονομίας του Κ.: η δαπάνη για την μεταφορά των αρχείων του Υπουργείου κρίνεται υπερβολική, ενώ τονίζεται ότι η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώνει τα έξοδα «των πραγμάτων των υπαλλήλων». Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί να μην εγκριθούν οι δαπάνες αυτές. Όλες οι ανωτέρω παρατηρήσεις, είναι ενδεικτικές για την κατάσταση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο ελεγκτικός μηχανισμός της εποχής (Γ.Γ.Κ., Φακ.228/251-3.jpg).

 

1830

 

– 15 Ιανουαρίου: Με το αριθ. 919 έγγραφό της, η Γραμματεία της Επικρατείας  εκθέτει στον Καποδίστρια αίτημα του Διευθυντή της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας Ύδρας σχετικά με την οικονομική κάλυψή του για δαπάνη που κατέβαλε ο ίδιος, προκειμένου να εξοφληθούν λογαριασμοί του αστυνόμου του νησιού. Το ποσό έχει εκταμιευθεί στο διάστημα 8 Μαΐου – 9 Αυγούστου 1829. Από το έγγραφο συνάγεται ότι το αίτημα έχει απορριφθεί επανειλημμένα από τον  Έκτακτο Επίτροπο Ύδρας λόγω της έλλειψης των σχετικών αποδεικτικών, και ακόμη, ότι η Επιτροπή Οικονομίας έχει κρίνει την ανωτέρω υπόθεση ως ανεπίδεκτη επεξεργασίας. Αφού τονίσει ότι είναι σύνηθες φαινόμενο η απουσία αποδεικτικών παλαιών λογαριασμών, η Γραμματεία παραθέτει την άποψη του Συμβουλίου – προφανώς για να παρακαμφθεί ο σκόπελος: Κρίνοντας με συγκατάβαση το αίτημα το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά για τον αιτούντα, με το σκεπτικό ότι: α) το συνολικό χρηματικό ποσό είναι μικρό, και β) προκαλείται δυσανάλογη με το θέμα ζημιά στην κυβέρνηση, όσο το αίτημα αυτό επανέρχεται στο προσκήνιο (Ε.Ο.,Φακ.087/534.jpg.).

– 24 Ιανουαρίου:  Με το αριθ.39 έγγραφό του προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο αναφέρεται στην εξέταση των λογαριασμών του Προσωρινού Διοικητή Ναυπάκτου για την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1829. Αναφέρεται ότι, εξετάσθηκε μεν ο λογαριασμός του Οκτωβρίου χωρίς να εντοπισθεί κανένα πρόβλημα, αλλά (ότι) δεν είναι δυνατόν να εξετασθούν τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, επειδή εμπίπτουν στα δημοσιονομικά στοιχεία που έπρεπε να υποβληθούν προς εξέταση το αργότερο έως τα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο ανωτέρω χειρισμός εναρμονίζεται – σύμφωνα με το έγγραφο – με τα άρθρα 25 και 29 του ΛΔ΄ Ψηφίσματος (E.O., Φακ.088/620.jpg).

18 Φεβρουαρίου:  Ένα έγγραφο του Συμβουλίου με ιδιαίτερη σημασία, αφού αφορά στην πολύκροτη υπόθεση των δύο δανείων της ανεξαρτησίας (αριθ.56):  Ειδοποιούνται οι διαπραγματευτές των δανείων Ι. Ορλάνδος και Α. Λουριώτης  να παραδώσουν στο Συμβούλιο όσα έγγραφα έχουν στην κατοχή τους σχετικά με την υπόθεση. Η διεξαγωγή της προαναγγελλόμενης έρευνας έχει ορισθεί με την αριθ. 580 διαταγή του Κυβερνήτη.  Ακολούθως, με το αριθ. 59 έγγραφό του (25/2), το Συμβούλιο ενημερώνει τον Κ. ότι έχει ζητήσει από το αρχειοφυλακείο όλα τα σχετικά με τα δύο δάνεια έγγραφα και  ακόμη, ότι από τους δύο εμπλεκομένους έχει απαντήσει μόνο ο Α. Λουριώτης (Γ.Γ.Κ., Φακ.232/487. κ΄ 485.jpg). Οι ημερομηνίες δείχνουν ότι η ενημέρωση είναι άμεση, αφού ο εμπλεκόμενος έχει απαντήσει στις 24/2. Ο ίδιος υπενθυμίζει καταρχήν, ότι οι λογαριασμοί και τα αποδεικτικά των δύο δανείων έχουν διαβιβασθεί προ ετών στις προηγούμενες κυβερνήσεις και μάλιστα έχουν επικυρωθεί από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας. Τα κατάστιχα όμως –συνεχίζει- παραμένουν στο Λονδίνο, εξαιτίας της «δεινής θέσεως» στην οποία περιήλθε όταν έσπευσε να δημοσιοποιήσει τις πράξεις της αρμόδιας για τα δάνεια Επιτροπής. Επικαλείται ακόμη την τότε ταραχώδη πολιτική κατάσταση (οπ.π., Φακ.231Β/103.jpg). Από την ροή των γεγονότων που παρατίθεται εδώ, διαφαίνεται η αποφασιστικότητα της Πολιτείας να διαλευκάνει οριστικά την υπόθεση που είχε στερήσει το έθνος από κάθε πρόσβαση στον δανεισμό από τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια.

– 19 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας με το έγγραφο αριθ.707, να αποστείλει προς εξέταση στο Συμβούλιο τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας Άργους ώστε να «αποδοθεί το δίκαιον κατά χείρα». Ο έλεγχος αποφασίζεται μετά από διαμαρτυρίες των κατοίκων της πόλης εναντίον των δημογερόντων για την διαχείριση που ασκούν. Ο ομαδικός χαρακτήρας της αντίδρασης που διαφαίνεται εδώ, αλλά και η αυστηρή διατύπωση που χρησιμοποιείται στο έγγραφο επαληθεύουν αρνητικές πλευρές των δημογεροντιών ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Την επομένη, με το αριθ. 57 έγγραφό του, το Συμβούλιο ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τους λογαριασμούς της Δημογεροντίας καθώς και όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τα έσοδα και έξοδα της πόλης (Ε.Ο.,Φακ.095/223 κ΄319.jpg. αντίστοιχα). Επανέρχεται δε στις 6 Μαρτίου με το αριθ. 68 έγγραφο, ζητώντας από την Επιτροπή πληρέστερη επεξεργασία των στοιχείων και ενημερώνοντάς την, ότι στο έργο της πρόκειται να την συνδράμει ο ίδιος ο Γραμματέας της Δημογεροντίας (Ε.Ο., Φακ.098/463.jpg.)

– 5 Μαρτίου: Το αριθ. 65 έγγραφο του Συμβουλίου προς τον Καποδίστρια  σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Μεγαρίδας. Τονίζεται ότι είναι εκ των πραγμάτων αμφισβητούμενη η ορθότητα των στοιχείων τους αφού αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από την ευθύτητα και εντιμότητα των μελών της επιτροπής, και επισημαίνεται, ότι μόνο η επιτόπια έρευνα του Συμβουλίου θα μπορούσε να διασφαλίσει την αξιοπιστία τέτοιων λογαριασμών. Ακολούθως, υποδεικνύεται η απόρριψη της αμοιβής υπηρετικού προσωπικού που είχε χρησιμοποιηθεί από την επιτροπή,  ως μη νόμιμης (Ε.Ο.,Φακ.098/080.jpg).

– 13 Μαρτίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας για τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε στους λογαριασμούς της αλυκής Πύργου Ηλείας, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής (έγγραφο αριθ.77). Αφού διαπιστώνεται σημαντική διαφορά μεταξύ της ποσότητας αλατιού που παράχθηκε και αυτής που διακινήθηκε, και μετά από μελέτη των εγγράφων που συνταχθεί σχετικά από τον Έκτακτο Επίτροπο Ηλείας, την τοπική Δημογεροντία και το συνεργείο των εργατών που παρέλαβαν το αλάτι, το Συμβούλιο επιρρίπτει την ευθύνη στον επιστάτη της αλυκής. Υπογραμμίζει επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία για την απουσία του κατά το κρίσιμο διάστημα λόγω ασθένειας, αφού ο ίδιος όφειλε να έχει βρει αντικαταστάτη άξιο της εμπιστοσύνης του Εκτάκτου Επιτρόπου και του ιδίου (Ε.Ο., Φακ.099/902-903.jpg).

15 Μαρτίου:  Μία αναφορά-μαρτυρία για την κατάσταση του δημοσιονομικού ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις μέχρι τα τέλη του 1829 (αριθ. 81). Μετά την παύση του Γενικού Φροντιστηρίου και την ίδρυση στη θέση του της ενιαίας Γραμματείας  Στρατιωτικών και Ναυτικών (Νοέμβριος 1829), με κυβερνητική εντολή  παραδίδονται για έλεγχο στο  Συμβούλιο όλα τα έγγραφά του. Οι επισημάνσεις του ελέγχου: α) Έχουν εξαφανισθεί πολλά από τα εισερχόμενα έγγραφα, β) Λείπει το βιβλίο της Γενικής Αποθήκης Υλικού, δηλαδή των πολεμοφοδίων, τροφίμων κλπ., γ) Τα κατάστιχα των λογαριασμών είναι ατελή, αφού το διάστημα Φεβρουαρίου-Οκτωβρίου 1829 δεν έχουν γίνει καθόλου εγγραφές, δ) Ο Ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου, φροντιστές του στρατού Στερεάς και άλλοι υπάλληλοι, δεν έχουν παραδώσει ακόμη λογαριασμούς. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο δηλώνει ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τα ελεγκτικά του χρέη. Επίσης, δεν μπορεί να γνωμοδοτήσει για τις «μερικές απαιτήσεις» που διευθύνονται προς αυτό από κλάδους που υπάγονταν στην πρώην αρμόδια Αρχή (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/193-4.jpg).

17 Μαρτίου: Η αριθ. 84 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, με την οποία καταγράφεται προληπτική παρέμβασή του για την προστασία του δημόσιου χρήματος. Αφορά την πληρωμή μισθών πολιτικού προσωπικού του στρατεύματος Δυτικής Ελλάδας (υπό τον Ρ. Τσώρτς) για την οποία υπάρχει ήδη κυβερνητική εντολή προς το Γενικό Φροντιστήριο και έχει ορισθεί σχετικά και ο τρόπος της εκταμίευσης: το 1/3 του ποσού να δοθεί άμεσα και τα άλλα 2/3 σε πιο κατάλληλη περίσταση. Το Συμβούλιο ενημερώνει όμως, ότι  στη Ναύπακτο  υπάλληλοι ήδη πληρώθηκαν και το δεύτερο τρίτο του οφειλόμενου ποσού, με πρωτοβουλία του Πληρεξούσιου Τοποτηρητή της Κυβέρνησης (Αυγουστίνος Καποδίστριας). Προς διευκόλυνση δε της Κυβέρνησης και για την αποφυγή οποιουδήποτε νέου λάθους, στο έγγραφο – αναφέρεται ότι – εσωκλείεται  κατάλογος των υπαλλήλων που δικαιούνται μισθό, με ξεχωριστά υπολογισμένες τις απαιτήσεις του καθενός (Γ.Γ.Κ., Φακ.234/416-17.jpg).

– 29 Μαρτίου: Με το αριθ. 104 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει, κατόπιν αναφοράς του Συμβουλίου, την καταβολή δεδουλευμένων σε στρατιωτικούς που υπηρέτησαν υπό τις διαταγές του πρώην Αρχιστρατήγου Τσώρτς. Η διατύπωση επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα  της Αρχής που αναφέρεται απευθείας στον ανώτατο πολιτειακό παράγοντα: «κατά την προς ημάς, υπ΄αριθ.96 αναφορά του Ελεγκτικού και Λογιστικού Συμβουλίου…»  (Ε.Ο.,Φακ.103/074.jpg).

–  12 Απριλίου: Με το αριθ. 111 έγγραφό του, το Συμβούλιο αναγγέλλει στην Επιτροπή Οικονομίας την άμεση διενέργεια ελέγχου λογαριασμών της Γραμματείας Στρατιωτικών. Το αίτημα έχει υποβληθεί από την Γραμματεία και αφορά μισθούς αξιωματικών μονάδων του Άργους. Ζητείται από την Επιτροπή Οικονομίας να ορίσει τον χρόνο διεξαγωγής του ελέγχου αυτού και ακόμη να ορίσει δικό της εκπρόσωπο στη διαδικασία.  Την ίδια ημέρα ενημερώνει ότι, με εντολή της Κυβέρνησης, τα μέλη του Οικονομίδης και Τασσίκας θα παρευρίσκονται διαδοχικά στις δημοπρασίες των εθνικών προσόδων  (Ε.Ο., Φακ.105/966 και 964.jpg αντίστοιχα).

19 Απριλίου: Η αριθ. 116 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Βόνιτσας, Ξηρομέρου και Βάλτου. Αφού επισημαίνει λάθη και κρίσιμες παραλείψεις στοιχείων προτείνει την κατάργηση των κατά τόπους τέτοιων επιτροπών, αφού, «το μέγιστον μέρος των προσόδων δαπανάται εις μακροχρονίους και  πoλυαρίθμους μισθούς και εις περιττά έξοδα». Καταλήγει δε με υποδείξεις για τους μισθούς που πρέπει να πληρωθούν σε μέλη της Επιτροπής και σε βοηθητικό προσωπικό, καταλήγοντας σε  συνολική δαπάνη σαφώς μικρότερη από τις απαιτήσεις των εμπλεκομένων  (Ε.Ο.,Φακ.111/152-155.jpg).

21 Απριλίου: Ομοίως, η αριθ.120 αναφορά σχετικά με το αίτημα του οπλαρχηγού Γ. Πεσλή για την μισθοδοσία 110 ατάκτων στρατιωτών που έχει υπό τις διαταγές του. Παραθέτοντας το ιστορικό της υπόθεσης καταρχήν, το Συμβούλιο αναφέρει την ύπαρξη σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ Γραμματείας της Κυβέρνησης, Γενικού Φροντιστηρίου και Φροντιστηρίου Δυτικής Ελλάδας, χωρίς να βρίσκεται όμως καταχωρημένη κάπου τελική απάντηση για το θέμα. Εξετάζοντας δε τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του, αποφαίνεται ότι το ανωτέρω στρατιωτικό σώμα δεν δικαιούται μισθό, αφού είναι από αυτά που συγκεντρώνονται και διαλύονται όποτε θέλουν. Η γνωμοδότηση αυτή συνιστά σημαντική πληροφορία για τη συνέπεια της κυβερνητικής πολιτικής, αφού αποδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων προϋποθέσεων στη μισθοδοσία και των μη τακτικών σωμάτων. Σημειώνεται ότι η συνέχιση της χρηματοδότησής τους έχει αποφασισθεί από  τον Κυβερνήτη ήδη από το 1828, με το σκεπτικό ότι μόνον με αυτό τον τρόπο θα αποτρεπόταν ληστρική δράση εκ μέρους τους  (Γ.Γ.Κ., Φακ.237Α/488.jpg).

–  28 Απριλίου: Με το αριθ. 267 έγγραφό της, η Γραμματεία Στρατιωτικών ζητεί από το Συμβούλιο την συνδρομή του για σοβαρό ζήτημα που έχει εγερθεί σχετικά με την μισθοδοσία των ευζωνικών ταγμάτων Μεγάρων, κατά το διάστημα Μαρτίου – Οκτωβρίου 1829. Όπως τονίζεται στο έγγραφο, ο αρχηγός των ανωτέρω σωμάτων ισχυρίζεται ότι οι μισθοί αυτοί δεν καταβλήθηκαν. Το θέμα ανάγεται στην περίοδο λειτουργίας του Γενικού Φροντιστηρίου  (πριν την ίδρυση του Συμβουλίου) και τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται ήδη στην κατοχή του Συμβουλίου (Ε.Ο.,Φακ.108/264.jpg).

3 Μαΐου: Έγγραφο του Κυβερνήτη (αριθ.1302) προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με την εξέταση των λογαριασμών του Εκτάκτου Επιτρόπου Ανατολικής Ελλάδας. Ο ίδιος τονίζει ότι κρίνονται επαρκείς οι εξηγήσεις του Επιτρόπου για το θέμα της υπέρβασης δαπανών που έχει προκύψει, και επιτρέπει να πιστωθεί τελικά ο λογαριασμός του Επιτρόπου με το ανάλογο ποσό. Επίσης, δίνει εντολή στην Επιτροπή να αποστείλει στο Συμβούλιο και το δικό του έγγραφο μαζί με την αιτιολογική αναφορά δαπανών του ανωτέρω αξιωματούχου (Ε.Ο.,Φακ.111/492.jpg).

3 Μαΐου: Ο Κυβερνήτης αποστέλλει την προαναφερόμενη έκθεση του Συμβουλίου για την επιτροπή προσόδων Βόνιτσας κ.λπ. στην Επιτροπή Οικονομίας, με το αριθ. 1300 έγγραφο. Εγκρίνει την εισήγηση του Συμβουλίου για χορήγηση μισθού μόνο οκτώ μηνών στα μέλη της επιτροπής προσόδων και αυστηρά υπό τον όρο ότι θα παρουσιάσουν τις σχετικές αποδείξεις. Αλλιώς – τονίζει – να μην αμειφθούν καθόλου. Ακόμη, ότι δεν θα πρέπει να λάβουν μισθό όσοι εκ των υπαλλήλων δεν συμπεριλαμβάνονται στους σχετικούς καταλόγους της Επιτροπής Οικονομίας (Ε.Ο.,Φακ.111/150.jpg).

8 Μαΐου: Έγγραφο του Συμβουλίου (αριθ. 144) προς την Γραμματεία των Στρατιωτικών, αναφορικά με οικονομικές απαιτήσεις του στρατηγού Γιατράκου από το Δημόσιο κατόπιν δαπανών που κατέβαλε ο ίδιος για έργα στο φρούριο Μυστρά. Όπως προκύπτει από την εξέταση των σχετικών λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου της περιοχής Μάνης:  α) Ο Επίτροπος δεν αναφέρει την ύπαρξη χρέους προς τον στρατηγό (500 γρόσια) παρά το γεγονός ότι έχει καταχωρηθεί πληρωμή πολλαπλάσιου ποσού προς αυτόν (3500 γρόσια), και β) Το ανωτέρω καταβληθέν ποσό έχει συμπεριληφθεί στο σύνολο των εξόδων χωρίς να υπάρχει γι΄αυτό σχετική εντολή της Κυβέρνησης. Για την οριστική επίλυση του ζητήματος το Συμβούλιο ζητεί τον αριθμό της εντολής, και ακόμη, εφιστά την προσοχή της Γραμματείας Στρατιωτικών σε νέα έγγραφα που ήδη έχει αποστείλει ο πρώην Επίτροπος Μάνης (Ε.Ο.,Φακ.111/698.jpg).

13 Μαΐου: Η αριθ. 147 αναφορά του Συμβουλίου προς Καποδίστρια, αναφορικά με τον έλεγχο των λογαριασμών του Νοσοκομείου Ναυπλίου. Αντικείμενο του ελέγχου ήταν οι δαπάνες που έγιναν με πρωτοβουλία του χειρουργού του Νοσοκομείου για την βελτίωση των συνθηκών υγιεινής στο κτήριο. Το Συμβούλιο εγκρίνει την κάλυψη των δαπανών με μία έξυπνη συλλογιστική: με δεδομένη την έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων, υπολόγισε την δαπάνη ανά νοσηλευόμενο. Συνυπολογίζοντας τα έξοδα «της τροφής, της περιποιήσεως, ιατρικών και μισθού των δουλευτών» κρίνει το τελικό αποτέλεσμα ως ιδιαίτερα οικονομικό (30 λεπτά του φοίνικα ανά άτομο). Επιπροσθέτως, αναφέρεται ότι το Συμβούλιο φρόντισε και έλαβε ακριβείς – και ιδιαίτερα εγκωμιαστικές-πληροφορίες για την ποιότητα των εργασιών που εκτελέσθηκαν, από τον Διοικητή του Νοσοκομείου και από εκπρόσωπο επιτροπής που είχε συσταθεί για το θέμα των δαπανών. Προτείνεται ακόμη η σύσταση τριμελούς επιτροπής επιστασίας του Νοσοκομείου, που θα συγκροτηθεί από προβεβλημένα μέλη της τοπικής κοινωνίας με υπόδειξη του Διοικητή Ναυπλίου και της Δημογεροντίας. Ως δυνητικό καθήκον της επιτροπής    προτείνεται και η εκπόνηση Οργανισμού του Νοσοκομείου (Γ.Γ.Κ., Φακ.239/541-542.jpg).

14 Μαΐου:  Αναφορά του Συμβουλίου αριθ.149 προς Καποδίστρια, σχετικά με τον έλεγχο των λογαριασμών της επιτροπής για τις προσόδους Σαλώνων, Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου. Η αναφορά αυτή είναι χαρακτηριστική της ανοιχτής σκέψης και της ευρύτητας των κριτηρίων του Συμβουλίου: α) Εκφράζοντας διαφορετική άποψη από την Επιτροπή Οικονομίας,  το Συμβούλιο θεωρεί ότι τα έξοδα της επιτροπής προσόδων για τα οποία δεν προσκομίσθηκαν αποδεικτικά είναι λίγα – για τόσο μικρά ποσά δεν δίνονται αποδεικτικά, σημειώνει. Προσθέτει επίσης ότι τα έξοδα της επιτροπής κρίνονται λίγα και στην περίπτωση που συγκριθούν με αυτά άλλων επιτροπών προσόδων, β) Εγκρίνει επίσης την χρησιμοποίηση ενός υπηρέτη στη διάρκεια των εργασιών, αν και δεν υπήρχε η σχετική άδεια της Επιτροπής Οικονομίας γι΄αυτό.  Η χρησιμοποίησή του κρίνεται δίκαιη, επειδή η επιτροπή δεν είχε ούτε γραμματέα, ούτε κάποιον άλλο υπάλληλο στη διάθεσή της, γ) Εγκρίνει τέλος την χορήγηση υψηλότερου μηνιαίου μισθού στα μέλη αυτής ειδικά της επιτροπής προσόδων λόγω της παραγωγικότητάς της (450 γρόσια έναντι 400), υπενθυμίζοντας σχετικά το αριθ.11855 διάταγμα της Κυβέρνησης, που συνδέει το ύψος του μισθού με το ποσό που αποδίδει στην Κυβέρνηση η κάθε επιτροπή. Την επομένη ο Κυβερνήτης ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας με το αριθ.1425 έγγραφο, ότι εγκρίνονται απόλυτα οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου για τους ανωτέρω λογαριασμούς και προβαίνει στις σχετικές εντολές (Ε.Ο., Φακ.114/373-374, & 114/371.jpg αντίστοιχα).

16 Μαΐου: Το κύρος του Συμβουλίου επιβεβαιώνεται με ευθεία  παρέμβασή του στον τρόπο δουλειάς  της Κεντρικής Διοίκησης.  Με το αριθ. 151 έγγραφό του συγκεκριμένα ενημερώνει τον Κυβερνήτη, ότι, παραδόθηκαν μεν στο Αρχειοφυλακείο αρχεία της Επιτροπής Οικονομίας, η αταξία όμως που τα χαρακτηρίζει και η έλλειψη παραστατικών δεν επιτρέπουν σοβαρή επεξεργασία των λογαριασμών εκ μέρους του (Φακ.Ε.Ο.114/608.jpg). Στις σοβαρές αιτιάσεις του Συμβουλίου επιχειρεί να απαντήσει στις 21 Μαΐου η Επιτροπή με το αριθ. 3256 έγγραφό της.  Αφού παραθέτει σε αυτό ένα χρονικό των ενεργειών της κατά το εξεταζόμενο διάστημα του 1829 και παρά την προσπάθειά της να υποτιμήσει τη σημασία των επισημάνσεων («…διότι δεν ευρίσκει, λέγει, εις αυτά τον ανήκοντα Ισολογισμόν…») καταλήγει με την ομολογία ότι πράγματι δεν έχει συνταχθεί γενικός ισολογισμός – προτίθεται όμως να τον συντάξει άμεσα. Ο επίλογος γράφεται από τον Πρωθυπουργό Σπηλιάδη, που την επομένη (22/5) διαβιβάζει στο Συμβούλιο τον γενικό ισολογισμό που τελικά συνέταξε αυθημερόν η Επιτροπή Οικονομίας (Γ.Γ.Κ., Φακ.240/504-506 κ΄ 240/638.jpg. αντίστοιχα).

17 Μαΐου: Η αριθ. 152 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Λειβαδιάς, Ταλαντίου και Μενδενίτσας. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί: α) Να απορριφθεί ο προτεινόμενος από την επιτροπή προσόδων μισθός ενός υπηρέτη, με το σκεπτικό, αφενός ότι δεν είχε εγκριθεί η πρόσληψή του από την Οικονομική Υπηρεσία και αφετέρου, ότι την δική του εργασία θα μπορούσαν να παράσχουν οι τρείς ιπποκόμοι που είχαν προσληφθεί, β) Να μην εγκριθούν οι προτεινόμενοι μισθοί των γραμματέων της επιτροπής, αφού δεν δικαιολογείται η υπέρβαση (κατά 223 γρόσια συνολικά) του ύψους των μισθών που είχαν ήδη εγκριθεί, γ) Να μην εγκριθεί η καταβολή μισθών 11 μηνών και 13 ημερών που ζητούν τα μέλη της επιτροπής προσόδων, αφού δεν μπορεί να αιτιολογηθεί επαρκώς ότι όλο αυτό το διάστημα τους ήταν απαραίτητο για την διεκπεραίωση των εργασιών τους. Αναπτύσσοντας σκεπτικό βασισμένο στα διαθέσιμα στοιχεία ολοκλήρωσης των εργασιών κατά τους προηγούμενους μήνες, το Συμβούλιο εισηγείται την καταβολή μισθών μόνο 9 μηνών στα μέλη της επιτροπής, και δ) Να χορηγηθεί μισθός στους τρείς υπηρέτες των επιστατών, ανάλογος με τα δικαιολογητικά που βρέθηκαν στους λογαριασμούς. Συγκεκριμένα, κάνοντας πιο προσεκτική καταμέτρηση των σχετικών ποσών απ΄ότι η Επιτροπή Οικονομίας, υπολογίζει το συνολικό ποσό των μισθών τους μεγαλύτερο κατά 100 γρόσια συνολικά (Ε.Ο., Φακ.115/109-111.jpg).

21 Ιουνίου: Το έγγραφο αριθ. 189 του Συμβουλίου, σχετικά με τους λογαριασμούς της επιτροπής για τις εθνικές προσόδους Καρπενησίου και Κραβάρων για το έτος 1829. Ο έλεγχος έχει ζητηθεί από την Επιτροπή Οικονομίας. Μεταξύ των παρατηρήσεων του Συμβουλίου, είναι και: α) Υπάρχει λάθος στον  υπολογισμό της δεκάτης σε ποσότητες μεταξιού, β) Ενώ ένας από τους επιστάτες τιμωρήθηκε (για σφετερισμό ή για ποινή, όπως αναφέρεται) με πρόστιμο 2.000 γροσίων περίπου, δεν φαίνεται στους λογαριασμούς η ομολογία που έχει εκδοθεί σχετικά, και γ) Δεν βρίσκονται αποδεικτικά για τα έξοδα δύο εκ των μελών της επιτροπής προσόδων. Υποδεικνύεται στην Επιτροπή Οικονομίας να ζητήσει τα έγγραφα αυτά, ή, εναλλακτικά, να ζητήσει λεπτομερέστερη ενημέρωση για τα έξοδα (Ε.Ο., Φακ.123/201-202).

5 Ιουλίου: Το αριθ. 1876 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, αναφορικά με τον χειρισμό γραμματίων που είχαν εκδοθεί στο όνομα αξιωματικών του στρατού και έχουν περιπέσει σε αχρηστία. Η Επιτροπή καλείται να έλθει σε συνεννόηση με την Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο, ώστε, αφού πρώτα καταχωρισθούν τα στοιχεία για τα ήδη διαμοιρασθέντα γραμμάτια, τα υπόλοιπα να καούν με την παρουσία εκπροσώπων όλων των εμπλεκομένων Αρχών (:«τα υπόλοιπα θέλετε καύση όλοι ομού»). Δίνεται ακόμη εντολή για πίστωση του κάθε λογαριασμού με συγκεκριμένη ποσότητα φοινίκων (Ε.Ο.Φακ.126/732.jpg). Για  καύση γραμματίων πληροφορεί και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, της 31/5 (αριθ.3506). Αναφέρεται ότι παρέστησαν – εκτός των μελών της Επιτροπής – ο Γραμματέας των Ναυτικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου (Γ.Γ.Κ., Φακ.241/881.jpg).

8 Ιουλίου: Με το αριθ. 197 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, το Συμβούλιο ενημερώνει για το θέμα των λογαριασμών του πρώην Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας (πρώτα) και Βορείων Κυκλάδων, Νικόλαο Καλλέργη. Ο έλεγχος διενεργείται κατόπιν αίτησης του ίδιου του Καλλέργη, πριν αναλάβει τη νέα του διοικητική θέση. Το Συμβούλιο διαμηνύει στην Επιτροπή ότι ο έλεγχος δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγω μη αποστολής ακόμη των σχετικών στοιχείων. Για να μην υπάρξει όμως καθυστέρηση στην ανάληψη των νέων καθηκόντων του αιτούντος, το Συμβούλιο προτείνει στην Επιτροπή να αποστείλει καταρχήν βεβαίωση-μαζί με τα στοιχεία-ότι οι λογαριασμοί δεν παρουσιάζουν λάθη και κατόπιν θα ακολουθήσει η ενδελεχής εξέτασή τους (Ε.Ο., Φακ.127/293.jpg).

24 Ιουλίου: Η αριθ. 212 αναφορά του Συμβουλίου προς τον Κυβερνήτη για τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Γραμματείας Ναυτικών και του γαλλικού εμπορικού οίκου «Βαρρύ-Δερβιώ». Η υπόθεση αυτή έλαβε χώρα την περίοδο Αυγούστου – Νοεμβρίου 1829 με εκατέρωθεν αποστολές εγγράφων για το θέμα. Από την αναφορά του Συμβουλίου προκύπτουν τα εξής: 1) Η Γραμματεία Ναυτικών συνήψε  συμφωνία με τον γαλλικό οίκο για την πώληση ποσότητας ορειχάλκου στη Γαλλία και για τον εφοδιασμό του ελληνικού Δημοσίου με μόλυβδο, πυρίτιδα, χαλκό, χαρτί για φυσίκια και άλλα είδη, 2) Αφού πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές εμπορικές πράξεις, η Γραμματεία Ναυτικών ανακοίνωσε τη διαφωνία της για διάφορες πτυχές τους απαιτώντας επιστροφή χρημάτων. Τα επίμαχα ζητήματα ήταν: α) το ύψος της προμήθειας για την πώληση των μεγάλων κομματιών ορειχάλκου και για την αγορά των ειδών που είχε ζητήσει το ελληνικό Δημόσιο, καθώς και αυτής που υπολογίσθηκε πάνω στις προβλέψεις του συμβεβλημένου οίκου, β) το ύψος και η αιτιολόγηση των διαφόρων εξόδων που απαιτήθηκαν, όπως για την επιδιόρθωση της κορβέτας που είχε σταλεί, γ) η διενέργεια της πώλησης του ορειχάλκου με δημοπρασία (αντί να γίνει απευθείας), και δ) η ποιότητα του χαρτιού για φυσίκια.  Εξετάζοντας αναλυτικά τα σημεία ένα προς ένα σε μακροσκελές έγγραφό του, το Συμβούλιο κρίνει αβάσιμες τις απαιτήσεις του ελληνικού Δημοσίου. Μοναδική εξαίρεση θεωρεί το θέμα του χαρτιού για φυσίκια, για το οποίο προτείνει αιρετοκρισία. Προσθέτει όμως, ότι η Γραμματεία των Ναυτικών θα πρέπει να αποδείξει ότι το χαρτί αυτό ήταν πράγματι  ακατάλληλης ποιότητας και ότι δεν υπήρξε αλλοίωσή του στη διάρκεια του ταξιδιού (Ε.Ο.,Φακ.136/911-915.jpg). Μετά την γνωμοδότηση του Συμβουλίου, ο Υπουργός των Ναυτικών Βιάρος Καποδίστριας καταθέτει μεν τη δυσαρέσκειά του με το αριθ.613 έγγραφό του προς την Κυβέρνηση (15/8), αποδέχεται όμως ότι δεν έχει άλλα περιθώρια υπεράσπισης των απόψεών του. Για την ειδικότερη υπόθεση που παραπέμπεται σε αιρετοκρισία, προτείνει ως ένα εκ των κριτών τον γερουσιαστή Αντωνόπουλο και για Επίτροπο του Δημοσίου, τον Δημόσιο Συνήγορο Ράλλη (Γ.Γ.Κ., Φακ.249/093-95.jpg).

– 20 Αυγούστου: Το αριθ. 227 έγγραφο του Συμβουλίου προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο εντοπίζεται σημαντική διαφορά μεταξύ του ποσού με το οποίο η Επιτροπή είχε χρεώσει την πρώην ενιαία Γραμματεία Στρατιωτικών και Ναυτικών και του ποσού που η ίδια η Γραμματεία είχε πιστώσει στον λογαριασμό της, από την σύσταση μέχρι την παύση της (σ.σ.: δηλ. έως 30-4-1830). Κρίνεται απαραίτητη η αποστολή πληρέστερων στοιχείων εκ μέρους της Επιτροπής,  προκειμένου να καταστεί δυνατή η επεξεργασία των στοιχείων (Ε.Ο., Φακ.137/432.jpg).

 

1831

 

– 9 Ιανουαρίου: Το αριθ. 8167 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας προς Κ.,  αναφορικά με την γνωμοδότηση του Συμβουλίου για λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού και Βενέτικου. Από το έγγραφο προκύπτουν τα εξής: α) Ο Έκτακτος Επίτροπος Δυτικής Ελλάδας έχει υποβάλει έκθεση για την δραστηριότητα της ανωτέρω επιτροπής, κατηγορώντας την για κατάχρηση δημοσίου χρήματος, β) Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο γνωμοδοτεί υπέρ της επιτροπής και μάλιστα με απόλυτο τρόπο: «…αναιρούν άρθρον προς άρθρον τας παρατηρήσεις του Εκτάκτου Επιτρόπου». Η απόφανση αυτή του Συμβουλίου είναι χαρακτηριστική του ρόλου του για την εμπέδωση κλίματος δικαιοσύνης στον δημοσιονομικό έλεγχο (Γ.Γ.Κ., Φακ. 259/288-89.jpg). 

12 Ιανουαρίου: Το αριθ. 283 έγγραφο του Συμβουλίου προς την  Επιτροπή Οικονομίας με συμπεράσματα από την εξέταση υποθέσεων του Τμήματος Αρκαδίας. Οι υποθέσεις αυτές είναι οι κάτωθι: α) Λανθασμένες χρεώσεις και πιστώσεις ποσών στους λογαριασμούς των  Εκτάκτων Επιτρόπων Αρκαδίας και Αργολίδας. Εντοπίζεται η πηγή των λαθών (ο ταμίας του Γενικού Φροντιστηρίου) και υποδεικνύονται οι κατάλληλοι χειρισμοί για την διόρθωσή τους. Προκειμένου να εξαχθούν τα συμπεράσματα για την ανωτέρω υπόθεση, εξετάζονται και έγγραφα του Ιουλίου 1829, δηλ. πριν την ίδρυση του Συμβουλίου, β) Η μισθοδοσία των αστυνόμων Καρύταινας και Φαναρίου Αρκαδίας ως τα τέλη 1828, ως προς τη νομιμότητά της. Παρά το γεγονός ότι δεν ανευρίσκεται έγγραφο της Διοίκησης που να επικυρώνει την πρόσληψή τους, το Συμβούλιο αποφαίνεται θετικά, χρησιμοποιώντας ως τεκμήριο φύλλο της Γενικής Εφημερίδας στo οποίο αναγράφονται τα ονόματα των δύο ανωτέρω ως υπηρετούντων στο Σώμα, γ) Η νομιμότητα της μισθοδοσίας αστυνόμου της Τρίπολης. Το Συμβούλιο γνωμοδοτεί θετικά, συνεξετάζοντας πληροφορίες από τρία έγγραφα: κυβερνητικό διάταγμα, έγγραφο του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας και έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας, και δ) Η μισθοδοσία δύο επιστατών αποθηκών, για την οποία επίσης τεκμηριώνεται  θετική γνωμοδότηση (Ε.Ο., Φακ.177/899-902.jpg).

16 Ιανουαρίου: Με το αριθ.2948 έγγραφό του προς Επιτροπή Οικονομίας ο Καποδίστριας εγκρίνει την παρουσία εκπροσώπων της Γερουσίας και του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου στη δημοπρασία των ετήσιων εθνικών προσόδων που θα διεξαχθεί στο Ναύπλιο. Η σχετική πρόταση έχει κατατεθεί από την ανωτέρω Επιτροπή (Ε.Ο., Φακ.171/042.jpg).

– 18 Ιανουαρίου: Ο Καποδίστριας δίνει εντολή στην Επιτροπή Οικονομίας (με το αριθ.2997 έγγραφο) να αποστείλει τους λογαριασμούς της επιτροπής προσόδων Ζυγού, Βλυχού κλπ. στον Διοικητή Ναυπάκτου, προκειμένου να αποδειχθεί αν πράγματι έλαβαν χώρα τα όσα καταμαρτυρούνται στα μέλη της για κατάχρηση δημόσιου χρήματος. Η εξέταση της υπόθεσης ορίζεται να γίνει σύμφωνα με  σχετικές οδηγίες της Γραμματείας Δικαιοσύνης.  Όπως αναφέρεται, η διεξαγωγή της έρευνας διατάσσεται επειδή οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση δεν κατάφεραν να αποδείξουν την αθωότητά τους κατά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τον Έκτακτο Επίτροπο Δυτικής Ελλάδας και το Συμβούλιο (Ε.Ο., Φακ.172/ 115.jpg).

28 Ιανουαρίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση πολίτη από την Ύδρα (Γ. Γκιώνης) που έχει εγείρει απαίτηση κατά του Δημοσίου ύψους 26.205 δίστηλων, από εποχή προγενέστερων κυβερνήσεων. Σύμφωνα με το αριθ. 3077 έγγραφο του Κυβερνήτη προς την Επιτροπή Οικονομίας, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου γνωμοδοτεί ότι το ποσό που πράγματι χρωστά το Δημόσιο στον πολίτη είναι σημαντικό μικρότερο (10.803 δίστηλα). Από την εξέταση της υπόθεσης έχουν ζητήσει την εξαίρεσή τους τα άλλα δύο μέλη της Αρχής, επειδή έχουν συμμετάσχει στο παρελθόν σε Επιτροπή διερεύνησης της ίδιας υπόθεσης (εν μέσω άλλων). Μετά την θετική για το Δημόσιο γνωμάτευση, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να χορηγείται στον ενδιαφερόμενο μηνιαία ενίσχυση 50 δίστηλων για τις σπουδές του αδελφού του στην Ευρώπη. Στην προκείμενη περίπτωση η Κυβέρνηση αντισταθμίζει τη ζημιά που έχει προκληθεί από τις φημισμένες για την (τουλάχιστον) ανευθυνότητά τους στα δημοσιονομικά, επαναστατικές κυβερνήσεις  (Ε.Ο., Φακ.175/540-1.jpg). 

31 Ιανουαρίου: Με το αριθ.296 έγγραφό του, το Συμβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των δαπανών για την ανέγερση του Κεντρικού Σχολείου Αίγινας και του Εθνικού Τυπογραφείου, και ότι όλα έχουν καλώς. Οι λογαριασμοί είχαν σταλεί από την Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (Ε.Ο., Φακ.176/511.jpg).

 3 Φεβρουαρίου: Ο Καποδίστριας απαντά στο αριθ.8720 έγγραφο της Επιτροπής Οικονομίας αναφορικά με  λογαριασμούς του Εκτάκτου Επιτρόπου Αρκαδίας. Εγκρίνοντας απολύτως την αναφορά που του έχει ήδη υποβάλει το Συμβούλιο δίνει εντολή να καλυφθούν μόνον τα κονδύλια που έχουν θεωρηθεί από το Συμβούλιο νόμιμα, ενώ τα υπόλοιπα να καταχωρηθούν εις βάρος του Επιτρόπου αφού δεν υπάρχουν τα σχετικά αποδεικτικά (Ε.Ο., Φακ.177/403.jpg).

5 Φεβρουαρίου: Ένα πολύ ιδιαίτερο έγγραφο (αριθ.367): Το Συμβούλιο επισημαίνει στην Επιτροπή Οικονομίας ότι μέλος του (Χ. Οικονομίδης) παρεμποδίσθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του από μέλος της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της δημοπρασίας των εθνικών προσόδων και της εκποίησης των φθαρτών κτημάτων. Το περιστατικό συνέβη όταν το ανωτέρω μέλος του Συμβουλίου ζήτησε κατάλογο των δημοπρατηθέντων στις 4 & 5 Φεβρουαρίου. Το Συμβούλιο δηλώνει άγνοια των λόγων που προκάλεσαν την συμπεριφορά αυτή και ζητεί από την Επιτροπή να αποστείλει τα στοιχεία για το επίμαχο διάστημα, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή του εκπροσώπου του στη δημοπρασία ορίσθηκε με κυβερνητική εντολή. Από το έγγραφο δεν προκύπτει ενημέρωση του Κυβερνήτη για το γεγονός (Ε.Ο., Φακ.177/195.jpg).

8 Φεβρουαρίου:  Το αριθ. 4661 έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας  προς την Επιτροπή Οικονομίας, με το οποίο δίνεται εντολή να αποσταλούν οι λογαριασμοί του Εκτάκτου Επιτρόπου Αχαΐας στο Συμβούλιο και να υπάρξει κατόπιν σχετική αναφορά με τα πορίσματα της έρευνας (Ε.Ο., Φακ.179/114.jpg).

–  13 Μαρτίου: Σε εφαρμογή του ΚΔ΄ Ψηφίσματος, με το αριθ. 3382 έγγραφο του Καποδίστρια προς την Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται μέτρα μετεγκατάστασης, στέγασης και οικονομικής στήριξης των προσφύγων από την Κρήτη.  Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά 40 λεπτών στους κατοίκους της επικράτειας για την υλοποίηση των μέτρων αυτών, ενώ το έργο της συλλογής των χρημάτων  ανατίθεται σε Επιτροπή, αποτελούμενη από 2 Γερουσιαστές και τον Υπουργό Ναυτικών. Όσον αφορά ειδικότερα στον τρόπο διάθεσης του ανωτέρω ποσού, ορίζεται ότι η Επιτροπή θα παραδώσει τον απολογισμό των πεπραγμένων της στο Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο  (Ε.Ο., Φακ.220/575.jpg).

15 Ιουνίου: Το Συμβούλιο (έγγραφο αριθ. 343) αναφέρει προς την Επιτροπή Οικονομίας ότι βρέθηκε σημαντική απόκλιση μεταξύ των στοιχείων της Επιτροπής και αυτών της Γραμματείας Ναυτικών, σχετικά  με το συνολικό ποσό που χορηγήθηκε στη Γραμματεία το διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου. Ακολούθως δίνει εντολή  στην Επιτροπή  να εντοπίσει τις αιτίες της απόκλισης αυτής (75.000 φοίνικες περίπου-στο έγγραφο είναι υπολογισμένη με ακρίβεια) και να στείλει ακολούθως τα στοιχεία εκ νέου, προκειμένου να συνταχθεί ο ισολογισμός του Υπουργείου Ναυτικών (Ε.Ο., Φακ.206/181.jpg).

16 Ιουνίου: Υποβάλλει ξαφνικά την παραίτησή του ο πρόεδρος του Συμβουλίου Γεώργιος Σπανιολάκης, επικαλούμενος οικογενειακούς λόγους. Την επομένη ενημερώνεται ότι γίνεται δεκτή από τον Κυβερνήτη η παραίτησή του, αλλά με  δυσαρέσκεια ( η επιστολή υπογράφεται από τον Σπηλιάδη). Η παραίτηση ενός άξιου συνεργάτη της Κυβέρνησης την συγκεκριμένη στιγμή αποτελεί σοβαρό πλήγμα γι΄αυτήν, αφού έχουν εκδηλωθεί από τις αρχές της χρονιάς στασιαστικές κινήσεις της αντιπολίτευσης και αποσκιρτήσεις στελεχών του κρατικού μηχανισμού  (Γ.Γ.Κ., Φακ.269/042.jpg).

30 Ιουνίου: Δημοσιεύεται ο «Οργανισμός των Χαρτονομισμάτων» με υπογραφή Καποδίστρια, όπου κομβικός προβλέπεται ο ρόλος του Συμβουλίου (έγγραφο αριθ.3944). Σύμφωνα με τον Οργανισμό, τα χαρτονομίσματα που θα εκδίδονται κάθε φορά θα αποστέλλονται στο Συμβούλιο δεμένα σε ειδικά βιβλία. Εξαιρείται ποσότητα ίση με το 1/30 του συνόλου, που θα αποστέλλεται στην Επιτροπή Οικονομίας (με τελικό αποδέκτη το Γενικό Ταμείο, για τις τρέχουσες ανάγκες). Το Συμβούλιο και η Επιτροπή Οικονομίας ορίζονται ως οι Αρχές με αποκλειστικό δικαίωμα πρόσβασης στην ποσότητα του νέου χρήματος, αφού μόνο αυτές θα έχουν κλειδί του κιβωτίου όπου θα φυλάσσονται τα χαρτονομίσματα  (Ε.Ο., Φακ.208/338.jpg).

– 29 Ιουλίου: Το Συμβούλιο ενημερώνει τον Καποδίστρια για τον ισολογισμό της Επιτροπής Αποκατάστασης των Κρητών προσφύγων. Στον ισολογισμό συμπεριλαμβάνονται οι συνεισφορές, το δάνειο 15.000 φοινίκων που χορήγησε η Κυβέρνηση στην Επιτροπή και τα παραστατικά για την διανομή των χρημάτων στους διεσπαρμένους στην Επικράτεια Κρήτες. Μετά την παραβολή των λογαριασμών με τα στοιχεία των συνεισφορών και της διανομής των χρημάτων που διενήργησε, το Συμβούλιο βεβαιώνει ότι όλα έχουν καλώς (Γ.Γ.Κ, Φακ.271/773-4.jpg).

30 Ιουλίου: Το Συμβούλιο εξετάζει υπόθεση για ένα θεσμό-πρότυπο της Καποδιστριακής Πολιτείας. Με το αριθ.369 έγγραφό του, ενημερώνει την Επιτροπή Οικονομίας ότι ολοκληρώθηκε η εξέταση των λογαριασμών του Προτύπου Αγροκηπίου Τίρυνθας  και  (ότι) απεστάλη το τελικό πόρισμα στον Κυβερνήτη. Η έρευνα έλαβε χώρα μετά τις κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του Διευθυντή του Γρηγορίου Παλαιολόγου, για κακή διαχείριση των οικονομικών του ιδρύματος (Ε.Ο.,Φακ.214/454.jpg). Ο Παλαιολόγος ήταν ιδιαίτερα γνωστός στον Κυβερνήτη, αφού ο ίδιος ο Καποδίστριας παρακολουθούσε την πρόοδό του στα χρόνια των σπουδών του στη Γαλλία, ενώ αργότερα τον ενθάρρυνε συνεχώς στο έργο του.  Μετά τις καταγγελίες αυτές και μέχρι την πλήρη διαλεύκανσή τους, ο Κυβερνήτης έδωσε εντολή για την συγκρότηση Διοικούσας Επιτροπής, ενώ έθεσε τον πρώην Διευθυντή υπό τις άμεσες διαταγές της Επιτροπής. Η συγκρότηση της Επιτροπής και η απρόσκοπτη διεξαγωγή της έρευνας του Συμβουλίου μπορούν να θεωρηθούν αποδείξεις της καποδιστριακής «απροσωποληψίας» στην άσκηση Διοίκησης [4] .

– 4 Αυγούστου: Σημαντικό για τον ρόλο του Συμβουλίου είναι και το αριθ. 49 έγγραφο προς την Επιτροπή Οικονομίας, με υπογραφή Καποδίστρια. Αφορά την  εξόφληση των οφειλών της Ελληνικής Πολιτείας προς τον πρώην Αρχιστράτηγο  Ρ. Τσώρτς (R. Church), αυστηρά για την περίοδο μετά την έλευση του Κυβερνήτη.  Όπως αναφέρεται στο έγγραφο, ο υπολογισμός του ποσού (24.186 φοίνικες) έγινε μετά από σχετική αναφορά της Γραμματείας Στρατιωτικών, που βασίσθηκε σε έκθεση του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου. Επισημαίνονται στην περίπτωση αυτή: α) Η εντιμότητα και η αξιοπιστία της Ελληνικής Πολιτείας. Σημειώνεται ότι ο Άγγλος αξιωματικός παραιτήθηκε ενώπιον της Δ΄ Εθνικής Συνέλευσης με επεισοδιακό τρόπο, ασκώντας πολιτική κριτική στον Καποδίστρια και αποδοκιμαζόμενος έντονα από τους πληρεξουσίους του Έθνους, β) Η αρμονική συνεργασία τεσσάρων Αρχών (Κυβερνήτης, δύο Υπουργεία και Συμβούλιο). Το έγγραφο σκιαγραφεί μία Διοίκηση που κινείται με ακρίβεια μηχανής, χωρίς προβλήματα επικάλυψης αρμοδιοτήτων ή δυσχέρειες επικοινωνίας μεταξύ των εκπροσώπων της, και γ) Η άρνηση του Κυβερνήτη να επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο με δαπάνες που δεν είχε εγκρίνει ο ίδιος. Ομοίως, το 1828 είχε αρνηθεί να καταβάλει στην εξόριστη Δημογεροντία Χίου μισθούς και άλλες δαπάνες για την αποτυχημένη εκστρατεία στη Χίο, που είχε αποφασισθεί πριν την έλευσή του και βρισκόταν σε εξέλιξη όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του (Ε.Ο., Φακ.215/684 jpg.)

– 22 Αυγούστου: Η αριθ. 4286 εγκύκλιος με υπογραφή Καποδίστρια, για τη δράση  Μυστικής Εταιρείας με σκοπό την ανατροπή της κυβέρνησης. Με τη σειρά που αναφέρονται, οι αποδέκτες του εγγράφου είναι οι εξής: οι Γραμματείς (Υπουργοί) της Κυβέρνησης, η Επιτροπή Οικονομίας, ο Γραμματέας της Γερουσίας, το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο και οι κατά την επικράτεια Έκτακτοι Επίτροποι, Διοικητές και Τοποτηρητές. Συνημμένα αποστέλλεται αποδεικτικό υλικό για την διείσδυση της οργάνωσης στις τάξεις της Διοίκησης. Θεσμοθετείται ο όρκος πίστης των δημοσίων υπαλλήλων στο πολίτευμα και αποστέλλεται σχετικό υπόδειγμά του. Τον όρκο καλούνται να υπογράψουν πρώτοι οι αποδέκτες, ως επικεφαλής της Διοίκησης. Ορίζεται ακόμη ότι θα απολύονται οι υπάλληλοι που αρνούνται να υπογράψουν (Ε.Ο., Φακ.218/117.jpg). 

– 29 Αυγούστου: Το αριθ. 382 έγγραφο του Συμβουλίου προς Επιτροπή Οικονομίας, για την μισθοδοσία του Αυγούστου και την κάλυψη των δαπανών  αποστολής δύο στελεχών του στον Πόρο (Ε.Ο.,Φακ.221/259-261.jpg). Η αποστολή αυτή διενεργήθηκε μετά από αίτημα της Γραμματείας Ναυτικών προς τον Καποδίστρια στις 16/5, με σκοπό την επιθεώρηση του εκεί υλικού (Γ.Γ.Κ., Φακ.266/997-8.jpg). Στο έγγραφο υπάρχει συνημμένη αναφορά του παρέδρου του Συμβουλίου Κ. Λουριώτη, που συμμετείχε σε αυτήν και ενημερώνει πληρέστερα για τον σκοπό της: ήταν η εξέταση των λογαριασμών του Ναυστάθμου και η επιθεώρηση των αποθηκών. Επισημαίνεται εδώ η επιλογή  της Γραμματείας των Ναυτικών, επιβεβαιωτική της εμπιστοσύνης που έχει εμπνεύσει το Συμβούλιο στην υπόλοιπη Διοίκηση. Υπογραμμίζεται ακόμη το αδιατάρακτο της λειτουργίας της Διοίκησης, αφού τα έγγραφα αυτά συντάσσονται μέσα σε πολεμικό κλίμα: την 1η Αυγούστου έχει κορυφωθεί στον Πόρο η εξέγερση της αντιπολίτευσης με την ανατίναξη πλοίων του εθνικού πολεμικού στόλου από Υδραίους, ενώ ακολούθησε και εισβολή των κυβερνητικών δυνάμεων στο νησί.  

                                  

Επίλογος

 

«Διά της οργανώσεως ταύτης κατέστη δυνατόν να υπάρξει εν Ελλάδι κράτος αληθινόν, αλλά συνάμα και πρωτοπόρον δια την εποχήν, αναπτύξαν δράσιν πολυσχιδήν και γόνιμον δια την υπηρέτησιν και προαγωγήν του λαού, δια την εδραίωσιν και ανάπτυξιν του εθνικού πολιτισμού, δια την οικονομικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν της χώρας». Αυτά έγραφε το 1954 ο κορυφαίος ιστορικός Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος για το έργο του Καποδίστρια. Η θέσπιση και το έργο του Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου επαληθεύει απόλυτα τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της «Ελληνικής Πολιτείας» της εποχής.

Μέσα από τις αναφορές του Συμβουλίου και τα έγγραφα του Καποδίστρια που παρατέθηκαν, ξεδιπλώνεται μία «βεντάλια» χαρακτηριστικών και δεξιοτήτων που δυνητικά αποτελούν οδηγό για την Διοίκηση οποιασδήποτε εποχής: επαρκής γνώση του  Νόμου και εγρήγορση για την εφαρμογή του, συνεχής ενημερότητα, ευρύτητα πνεύματος και οξυδέρκεια, εντιμότητα,  αμεροληψία,  συγκατάβαση και επιείκεια. Και μία τελευταία παρατήρηση: Το Λογιστικό και Ελεγκτικό Συμβούλιο θεσμοθετήθηκε μόλις 6 ημέρες μετά  την ιστορική μάχη της Πέτρας Βοιωτίας (η τελευταία του Αγώνα) και 5 μήνες πριν την αναγνώριση της Ελλάδας ως ανεξάρτητου κράτους. Και μία Διοίκηση που τολμάει να κάνει πράξη τα οράματά της μέσα σε τέτοιες συνθήκες, αφήνει στους επιγόνους μία πολύτιμη παρακαταθήκη-την πιο πολύτιμη απ΄όλες: την ευψυχία της.

 

Υποσημειώσεις


[1] «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος του 1829 έτους», εκ της Εθνικής Τυπογραφίας, φύλλο 63 έτους Δ΄, Δ.Ν.Καραβίας, Αθήνα, MCMXCIII, σσ.256-25.

[2] Κατσάπης K., «Ένας ανεμοδείκτης της Ιστορίας», παρουσίαση της έκδοσης «100 χρόνια Γενικά Αρχεία του Κράτους» , εφημ. «Τα Νέα», 18-6-2017.

[3] Yπάρχουν ακόμη 13 φάκελοι της Γ.Γ.Κ. της ίδιας περιόδου, που δεν έχουν ψηφιοποιηθεί.

[4]  «…Αλλά η κυβέρνησις άλλως δεν δύναται να εκπληρώση τα χρέη της και να κρατήση την ευταξίαν ειμή διά δικαιοσύνης και απροσωποληψίας ακριβεστάτης και ατενούς». (Επιστολαί’, τ. Α΄, σελ. 314, anemi.lib.uok.gr). Όσο για την υπόθεση Παλαιολόγου, τελικά δεν προέκυψαν στοιχεία εις βάρος του.

 

Βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε στην Εισαγωγή


 

  • Ανδρεάδης, Α., «Εθνικά δάνεια και ελληνική δημοσία οικονομία», 1925/2010, Δ. Ν. Καραβίας.
  • Δαφνής, Κ. (επιμ)., «Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια», τ.Z΄, 1986, (σε ψηφιακή μορφή).
  • Δεσποτόπουλος, Α., «Η δημοσιονομική  πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια», στο: «Ιστορία του ελληνικού έθνους»’, τ. ΣΤ΄, σσ. 99-105, Σεφερλής, 1957.
  • Δημητριάδου, Μ., «Τα Οικονομικά του Αγώνα», Παπαζήσης, 2014.
  • Ευαγγελίδης Τ., «Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου», 1893/2005, Μάτι, Κατερίνη.
  • Ιδρωμένος, Α.Μ., «Ιωάννης Καποδίστριας, Κυβερνήτης της Ελλάδος», 1900/1994, Ρηγόπουλος , Θεσσαλονίκη.
  • Μακκάς, Λ., «Η εν τοις δημοσίοις οικονομικοίς δράσις του Καποδιστρίου», 1910, Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης «Ανέμη»’ – anemi.lib.uok.gr.
  • Prokesch-Osten, A., «Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων κατά του Οθωμανικού Κράτους», τ.1ος, Αθηνά, 1868, anemi.lib.uok.gr.
  • Σπηλιάδης, Ν., «Απομνημονεύματα», τ.4ος, τεύχος 1ο , (επιμ: Χριστόπουλος Π.), 1972.

 

Θεόδωρος Δεβενές*

Αθήνα,  Δεκέμβριος 2017.

* Ο Θεόδωρος Δεβενές εργάζεται στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, από το 1998. Είναι απόφοιτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ι΄ εκπαιδευτική σειρά) και κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Τα ερευνητικά και συγγραφικά του ενδιαφέροντα εκτείνονται στα πεδία της Ιστορίας, της Πολιτικής Οικονομίας και της Διοικητικής Επιστήμης.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα στα περιοδικά «Επιθεώρηση Εργασιακών Σχέσεων», «Διοικητική Ενημέρωση» και «Δημόσιος Τομέας».

Ορισμένοι τίτλοι, ενδεικτικά: «Η Κοινωνική Διάσταση της Ανάπτυξης: Μία Αναδρομή στο έργο του Amartya Sen», «Καινοτομία και Ανάπτυξη», «η Γήρανση του Πληθυσμού και οι δυνατότητες απασχόλησης στην Τρίτη Ηλικία», « Αυτεπάγγελτη Αναζήτηση Πιστοποιητικών: Μία κριτική αποτίμηση», «Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών: το θεσμικό πλαίσιο και η λειτουργία τους».

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »