Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »

Ο Μεντρεσές του Άργους και η πολύτιμη για τον Αγώνα του 1821  μολυβένια σκεπή του

 


                

 

Στο Άργος στο Ανατολικό τμήμα της πόλης εκεί που σήμερα βρίσκεται ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και όλη  η γύρω  από αυτόν περιοχή, στην Τουρκοκρατία ονομαζόταν  Καραμουτζά μαχαλάς, από το όνομα κάποιου Καραμουτζά που έμενε εκεί. Σ΄ αυτή τη γειτονιά ήταν το διοικητήριο των Τούρκων, το Σεράι του Αλή Ναμίκ Μπέη, Χαμάμ (Λουτρά), μουσουλμανικό τζαμί με νεκροταφείο (ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και ο περίφημος Μεντρεσές (medrese) δηλ. το μουσουλμανικό    ιεροσπουδαστήριο.  

 

 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

 

 

Όλα αυτά και άλλα ενδιαφέροντα για την Αργολίδα μας τα περιγράφει στο βιβλίο του «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671» ο Τούρκος περιηγητής και συγγραφέας Εβλιγιά Τσελεμπί (Evliya Celebi) που επισκέφτηκε το Άργος και που έχει ήδη παρουσιάσει η «Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη» στις ιστοσελίδες της.

Αναλυτική περιγραφή του Μεντρεσέ  προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει. Υπάρχει όμως μια γκραβούρα του Άργους του 1685 από τον V. Coronelli, την ίδια δηλαδή εποχή που επισκέπτεται και περιγράφει το Άργος ο  Εβλιγιά Τσελεμπί, όπου μπροστά αριστερά στο σχέδιο, νοτιοανατολικά του Άργους υπάρχει ένα οικοδόμημα με τρούλο που δεσπόζει και πίσω του υψώνεται επιβλητικός ένας μιναρές. Πιθανολογώ ότι αυτό που έχει τον τρούλο πρέπει να ήταν ο Μεντρεσές και ο μιναρές πρέπει να ήταν του Τζαμιού και νεκροταφείου των μουσουλμάνων  (ο σημερινός Αγ. Κωνσταντίνος).

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Ας δούμε όμως γιατί ο Μεντρεσές του Άργους έπαιξε έναν από τους πλέον σημαντικούς ρόλους στις μάχες που έδωσαν νικηφόρα το καλοκαίρι του 1821 οι Έλληνες και ιδιαίτερα στο Βαλτέτσι και στην άλωση της Ντρομπολιτσάς (Τρίπολη). Αυτό οφειλόταν στο ότι η σκεπή του Μεντρεσέ ήταν με επένδυση από μόλυβδο και ο μόλυβδος για τους επαναστάτες Έλληνες ήταν πολύτιμος αλλά σπάνιος ή μάλλον ανύπαρκτος, και τον είχαν μεγάλη ανάγκη επειδή  τα βόλια για τα ντουφέκια  τους  ήταν μολυβένια. Οι περισσότεροι Έλληνες πριν από τις νίκες τους, κύρια στο Βαλτέτσι  και την άλωση της Τρίπολης δεν είχαν ντουφέκια, και όσοι είχαν δεν είχαν το απαραίτητο μολύβι να φτιάξουν τα βόλια τους.

Ο Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει πως είχαν « … αντί όπλων λόγχας  σιδηράς εις μακρά ξύλα προσηλωμένας και δεμένας με σχοινία και λωρία …» και αντί για ξίφη είχαν «… σκουρομαχαίρας αι οποίαι δεν εκολλούσαν ούτε στο εις το  ξύλον πολύ μάλλον εις ανθρώπινα κρέατα …».[i]  

Μετά το Βαλτέτσι όμως και με τα όπλα που πήραν ως  λάφυρα  από τους Τούρκους με το μπαρούτι που τους εφοδίαζαν κύρια οι μπαρουτόμυλοι της Δημητσάνας, το μολύβι για τα βόλια τους ήταν αυτό που είχαν άμεση ανάγκη και το μολύβι της στέγης του Μεντρεσέ του Άργους έδωσε τη λύση στο πρόβλημα. Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος[ii]  ήταν αυτός που το πρωτοσκέφτηκε και ήταν ο πρωταγωνιστής στο μάζεμα του μολύβδου από το Μεντρεσέ.

Αμβρόσιος Φραντζής (1781 – 1851)

Από όλους τους ιστορικούς της Επανάστασης του 1821 ο πιο περιγραφικός αυτής της ιστορίας  είναι ο Αμβρόσιος Φραντζής που έζησε ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα. Μόνο που με τις ημερομηνίες  τα ’χει λίγο μπερδεμένα. Στην «Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμος ΙΙ, Αθήναι, 1839 σελίδα 15 γράφει ότι ο  Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος μαζί με άλλους τρεις αμέσως μετά την καταστροφή του Άργους από τον Κεχαγιάμπεη και τη διάλυση της πολιορκίας του Ναυπλίου (από 25 Απριλίου έως 1η Μαΐου  1821) πήγε στο Άργος και αφού είδε ότι  στο  Μεντρεσέ ο μόλυβδος ήταν ανέπαφος, «… χωρίς τινός φόβου…» πήρε δυο τεμάχια ως δείγμα και τα πήγε στην Τσακωνιά και τα έδειξε στην ηγεσία της επανάστασης και απεφάσισαν να πάρουν αμέσως το μολύβι από τη στέγη και να το φέρουν στα Βέρβαινα οπού ήταν το στρατηγείο του αγώνα και ο Θ. Κολοκοτρώνης. Εζήτησε και πήρε από κάποιον Αγαθό Σαριγιάννη  120 ζώα και ήρθε στο Άργος με συνοδεία τον Νικηταρά, τον Κ. Μαυρομιχάλη [iii] και τον 16χρονο γιο του Θ. Κολοκοτρώνη το Γενναίο. Αφού πήραν το μολύβι γύρισαν πίσω στα Βέρβαινα με τους ηγέτες της επανάστασης, ανακουφισμένους που είχαν βρει λύση στο μεγάλο πρόβλημα ανεφοδιασμού με τα βόλια των ντουφεκιών τους , αφού χωρίς το μολύβι του Άργους δεν «… ήτον καμία άλλη ελπίς δια προμήθεια μολύβδου, του οποίου η παντελής έλλειψη δεν ήθελε επιφέρει βεβαία , ειμή διάλυσιν…» [iv]   των δυνάμεων των επαναστατημένων Ελλήνων.

Στον ίδιο δεύτερο τόμο της ιστορίας του όμως ο Αμβρόσιος Φραντζής γράφει στη σελίδα 115 ότι «…πριν η έλθει ..» ο Κεχαγιάμπεης στο Άργος η διοίκηση της πόλης είχε κατεβάσει το μόλυβδο από τη στέγη του Μεντρεσέ. Η ποσότητα του μολύβδου ήταν μεγάλη, πάνω από 800 καντάρια βάρος.[v]

Ένα μεγάλο μέρος το πήγαν στο πλοίο της Μπουμπουλίνας που συμμετείχε στη πολιορκία του Ναυπλίου  [vi]   και το άλλο μέρος το έκρυψαν σε σπηλιές και πηγάδια του Άργους. Πριν λοιπόν ή μετά την έλευση του Κεχαγιάμπεη και την καταστροφή του  Άργους το μολύβι του Μεντρεσέ πέρασε στα χέρια των Ελλήνων ?

Πριν πω τη γνώμη μου στο ερώτημα αυτό  ας δούμε συνοπτικά τα γεγονότα λίγο πριν και λίγο μετά την ολική καταστροφή του Άργους όπου τα μόνα κτίσματα που έμειναν όρθια στην πόλη ήταν τα τούρκικα ιερά και ο Μεντρεσές. 

Στις 24 Απριλίου 1821, ένα μήνα μετά την κήρυξη της επανάστασης εκστρατεύει στο Άργος με 3.500 Τουρκαλβανούς, ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασά  Μουσταφάμπεης, κοινώς λεγόμενος Κεχαγιάμπεης. Στην πορεία του από την Κόρινθο, μέχρι το Άργος δεν συνάντησε κανένα εμπόδιο. Η άμυνα του Άργους με επικεφαλής τον Δημήτριο Τσώκρη, τον Παπαρσένη Κρέστα και τον Γιάννη Γιάννουζα τον πρωτότοκο γιο της  Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, από τον πρώτο της άνδρα, καταρρέει πολύ σύντομα. Ο γιος της Μπουμπουλίνας σκοτώνεται ηρωικά μαζί με τους συντρόφους του Υδραίους στην είσοδο της πόλης (εκεί οπού σήμερα είναι η γέφυρα του Ξεριά).

Στις 25 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης εισβάλει στο Άργος . Επί 6 ημερόνυχτα ανενόχλητος το ρημάζει. Σφάζει 700 Αργείους, βιάζει τις γυναίκες και παίρνει τα γυναικόπαιδα ως σκλάβους, λεηλατεί τα πάντα και πριν φύγει βάζει φωτιά σε καθετί ελληνικό μέσα στο Άργος.

Την 1η Μαΐου 1821 πάει στο Ναύπλιο, διαλύει χωρίς αντίσταση την πολιορκία του, ενισχύει  τα φρούριά του με εφόδια και 300 άνδρες  και στις 6 Μαΐου 1821 μπαίνει θριαμβευτής στην Τρίπολη.  

Στις 17 Μαΐου 1821 ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος  Αθανασόπουλος, ο Νικηταράς , ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης φορτώνουν σε 122 μουλάρια ένα μέρος του μολύβδου και με ένοπλη συνοδεία το πηγαίνουν και το παραδίδουν  στον Θ. Κολοκοτρώνη και στους άλλους οπλαρχηγούς στο στρατηγείο που είχαν στήσει στα Βέρβαινα.

Πιστεύω ότι, αν το μολύβι το είχαν οι Έλληνες  κρυμμένο στο Άργος  όταν ήρθε ο Κεχαγιάμπεης θα το  μάθαινε, είτε από τους  Τούρκους είτε από κατοίκους που θα  ήθελαν να εξαγοράσουν τη ζωή τους με αυτό. Γιατί οι μουσουλμάνοι Αλβανοί του Κεχαγιάμπεη πρώτο θεό τους είχαν το πλιάτσικο. Εξάλλου για να κατεβάσεις 800 καντάρια μολύβι από τη στέγη, δεν είναι ένα μυστικό για λίγους – συμμετείχαν πολλοί – άρα το ήξεραν όλοι!  Γι΄αυτό πιστεύω ότι η σωστή περιγραφή  είναι  η πρώτη του Αμβρόσιου Φραντζή , ότι μετά την καταστροφή του Άργους και αφού έφυγε από την Αργολίδα ο Κεχαγιάμπεης μετά την 1η Μαΐου 1821 πήραν το μολύβι από το Μεντρεσέ.

Μέσα στα συντρίμμια και τα αποκαΐδια της ρημαγμένης πόλης, με τους εκατοντάδες νεκρούς άταφους, με τους όσους γλίτωσαν  κρυμμένους στα γύρω βουνά  και τα δάση, να γυρίζουν για  να δουν αν σώθηκε τίποτε από το σπίτι τους, η χαροκαμένη πόλη βάζει προτεραιότητα να δώσει το μολύβι του Μεντρεσέ, για τα βόλια του αγώνα.

Ο Κεχαγιάμπεης πέρασε από το Άργος χωρίς να μάθει ότι η στέγη του Μεντρεσέ   είχε μολύβι. Αν το ήξερε θα το έπαιρνε για να μην πέσει στα χέρια των Ελλήνων. Εξάλλου δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο σε αξία στο Άργος για πλιάτσικο από αυτό. Δεν το έμαθε όμως και το μολύβι πέρασε στα χέρια των Ελλήνων. Από τα Βέρβαινα έφυγε για να εφοδιάσει τους οχυρωμένους στα πρόχειρα ταμπούρια στο Βαλτέτσι, στους πολιορκητές της Μονεμβασιάς και κύρια στους πολιορκητές της Ντρομπολιτσάς.

Το υπόλοιπο μολύβι εφοδίασε σχεδόν όλες τις μάχες και τις πολιορκίες όχι μόνο στην Πελοπόννησο, αλλά και  όπου αλλού η μαχόμενη επαναστατημένη Ελλάδα το χρειαζόταν  ώστε να μην «… ματαιωθεί η πρόοδος των Ελλήνων, πολύ δε μάλλον των την Τρομπολιτζάν πολιουρκούντων, καθότι μη όντος του μολύβδου αυτού δεν ήθελον δυνηθή να πράξωσι το μηδέν…».[vii]

 

 

 Υποσημειώσεις


  

 [i] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 [ii] Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος ήταν μανιάτης στην καταγωγή. Το 1829 διορίστηκε τοποτηρητής της επισκοπής Μαλτσίνης έως το 1834. Το 1852 εκλέχτηκε επίσκοπος Γυθείου. Πέθανε στο  Γύθειο το 1859.

[iii] Αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη όπου μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη, δολοφόνησαν στο Ναύπλιο την Κυριακή 29/09/1831 τον Ι. Καποδίστρια. 

 [iv] Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

[v] Κάθε καντάρι ήταν ίσο με 44 οκάδες. Δηλαδή ήταν πάνω από 35.200  οκάδες. Μια οκά = 1282 γραμμάρια, δηλαδή πάνω από 45 τόνους μολύβι.

[vi] Κατά τον Αμβρόσιο Φραντζή η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα κατηγορήθηκε ότι το μολύβι που φορτώθηκε στο πλοίο της το πούλησε «…δι ίδιον συμφέρον…»!! Στην κατηγορία αυτή η Ιστορία είναι υπέρ της Καπετάνισσας. Να θυμηθούμε μόνο ότι τα πλοία της Λασκαρίνας και όλη η περιουσία της δόθηκαν στον αγώνα του Έθνους. Ότι πέθανε γεμάτη πίκρα, πάμπτωχη το 1825. Για την ακρίβεια, δολοφονήθηκε στις Σπέτσες στο σπίτι της από τον πλούσιο προεστό Χρ. Κούτση με αφορμή την απαγωγή της κόρης του  από τον δευτερότοκο γιο της Γιώργο  Γιάννουζα  και την άρνησή του να τη δώσει νύφη στο γιο της φτωχής ξεπεσμένης πλέον Καπετάνισσας. Ένα χρόνο  πριν, είχε χάσει τον άνδρα της κόρης της και γιο του Θ. Κολοκοτρώνη Πάνο που τον σκότωσαν, όχι Τούρκοι, αλλά Έλληνες σε εμφύλια σύρραξη.

[vii]  Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος»,  εν Αθήναις 1839, τόμος ΙΙ, σελ. 16.

 

  

Πηγές


 

  • Αμβρόσιος Φραντζής, «Επιτομή της Ιστορίας  της αναγεννηθείσης Ελλάδος», Εν Αθήναις, 1839.  (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη )
  • Ιωάννου Φιλήμονος, «Δοκίμιον Ιστορικόν περί της ελληνικής επαναστάσεως», Εν Αθήναις, 1859. (Συλλογή: Γιώργος Γιαννούσης – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη)

 

  Γιώργος Γιαννούσης

Read Full Post »

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)


 

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)

Τούρκος αρχιστρά­τηγος, αρχηγός της μεγάλης τουρ­κικής εκστρατείας στην Πελοπόν­νησο κατά το δεύτερο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης (1822). Γεννήθηκε στη Δράμα, γεγονός στο οποίο όφειλε την προσωνυμία του Δράμαλης, ήταν γιος ισχυρού τοπάρχη (ντερέμπη) και από μικρός ακολούθησε το στρατιωτικό στάδιο αποκτώντας πολεμική πείρα στις εκ­στρατείες του τουρκικού στρατού στη Βαλκανική. Λόγω των ικανοτή­των του αλλά και της εύνοιας της μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του μεγάλου βεζίρη Χαλέτ κατόρθωσε να καταλάβει υψηλά αξιώματα.

Ο Δράμαλης, ανέλαβε μετά το 1808 την τοπαρχία της Δράμας ονο­μάστηκε πασάς και επιδόθηκε με επιτυχία σε πολεμικές επιχειρήσεις στη Θράκη και τη Μακεδονία. Φιλό­δοξος και φιλοχρήματος απέκτησε μεγάλα πλούτη και ζούσε με χλιδή σε πολυτελέστατα ανάκτορα, τα οποία όμως κατέστρεψε (1818) ο Αλή πασάς Τεπελενλής σε αντίποι­να για την υποστήριξη του Δράμαλη προς τον εχθρό του Ισμαήλ Πασό­μπεη. Το Μάιο του 1820 ο Δράμα­λης τοποθετήθηκε από την Υψηλή Πύλη διοικητής της Λάρισας και τον ίδιο χρόνο, ύστερα από τη ρήξη του σουλτάνου με τον Αλή, διατάχθηκε να συνεκστρατεύσει με τον αρχηγό των σουλτανικών στρατευμάτων Πασόμπεη εναντίον του τυράννου των Ιωαννίνων.

Μετά την έκρηξη του ελ­ληνικού Αγώνα, ο Δράμαλης, που βρισκόταν στα Ιωάννινα, κίνησε μέρος των στρατευμάτων του στη ΝΑ Θεσσαλία και τα Άγραφα και κατέ­πνιξε με αγριότητα τις πρώτες εξε­γέρσεις (Μάιος και Ιούλιος 1821). Στους πρώτους μήνες του 1822 ο Δράμαλης κινήθηκε προς την Ανα­τολική Στερεά Ελλάδα. Αντιμετωπί­στηκε με επιτυχία από τα ελληνικά στρατεύματα υπό τους Οδυσσέα Ανδρούτσο, Νικηταρά και Δημή­τριο Υψηλάντη στο Πατρατζίκι (Υπάτη), Στυλίδα και Αγία Μαρίνα, αλλά λόγω των τότε εσωτερικών αντιθέσεων ανάμεσα στους στρα­τιωτικούς και τον Άρειο Πάγο παρέμεινε κύριος της κατάστασης.

 

Δράμαλης Μαχμούτ πασάς (1780 – 1822) – Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826. Δημοσιεύεται στο λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece», Παρίσι, 1826.

 

Την άνοιξη του ίδιου χρόνου η Τουρκία αποφάσισε να κτυπήσει το κέντρο της Επανάστασης, την Πε­λοπόννησο. Μολονότι το αρχικό τουρκικό σχέδιο μιας συνδυασμέ­νης εισβολής του στρατού από την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελ­λάδα, με παράλληλη δράση του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, προ­έβλεπε ως αρχηγό της το Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, ξαφνικά η αρχιστρατηγία ανατέθηκε στο Δράμαλη. Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι υποστηρίζουν ότι η με­ταβολή αυτή οφειλόταν στη δυσμέ­νεια της Πύλης προς το Χουρσίτ ως σφετεριστή των θησαυρών του Αλή πασά, ενώ ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφο­διασμό του εκστρατευτικού σώμα­τος.

Ο Δράμαλης, που ανακηρύχτηκε «μόρα βαλεσής» και «σερασκέρης», άρχισε την πορεία του προς την Πε­λοπόννησο ξεκινώντας από την πε­ριοχή του Σπερχειού, όπου ήταν συγκεντρωμένο το τουρκικό στρά­τευμα. Τη στρατιά, σύμφωνα με τις πιο έγκυρες πηγές, αποτελούσαν 25.000 πολεμιστές, πεζοί και έφιπ­ποι, τη συμπλήρωναν πυροβόλα και φορτηγά ζώα και την πλαισίωνε ένα επιτελείο επίλεκτων στρατηγών. Ο Δράμαλης έφτασε στη Θήβα (1 Ιουλίου) και αφού την πυρπόλησε, κι­νήθηκε με ταχύτητα προς τη Μεγαρίδα. Από εκεί κατευθύνθηκε στον Ισθμό και την Κόρινθο (6 Ιουλίου), έγινε κύριος του Ακροκορίνθου (8 Ιουλίου) και προέλασε στην αργολική πεδιάδα, χωρίς να συναντήσει καμιά ουσιαστική αντίσταση.

Στις 13 Ιουλί­ου μπήκε στο Άργος, που είχε εγ­καταλειφθεί από τους κατοίκους του και την κυβέρνηση και εκεί στρατοπέδευσε. Η δεινή κατάστα­ση, στην οποία περιήλθαν τότε οι επαναστατημένοι Έλληνες, αντιμετωπίστηκε χάρη στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που πήρε τα κατάλληλα για την περίσταση μέτρα. Έτσι αποτράπηκε η διείσδυση του Δράμαλη στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και εξουδετερώθηκε κάθε προσπάθεια ανεφοδιασμού ή ενίσχυσής του, με αποτέλεσμα να καταπονηθεί το στράτευμά του από την έλλειψη τροφών.

Αποκομμένος τότε στον Αργολικό κάμπο, ο Τούρκος στρατάρχης πήρε την απόφαση να οπι­σθοδρομήσει στην Κόρινθο, αφή­νοντας να διαρρεύσει η δήθεν πρό­θεσή του να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης όμως κατανόησε τις προθέσεις του και έσπευσε έγκαιρα να καταλάβει τα στενά των Δερβενακίων. Στις 26 Ιουλίου η τουρκική στρατιά εμφανί­στηκε στις στενωπές αυτές διαβά­σεις (Δερβενάκι, Άγιος Σώστης) και η σύγκρουση που ακολούθησε διήρκεσε ολόκληρη την ημέρα και υπήρξε φονικότατη για τις τουρκι­κές δυνάμεις (υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν περίπου 2.500 – 3.000 Τούρκοι). Μετά την πανωλεθρία του ο Δράμαλης οπισθοχώρησε στην περιοχή Γλυκειά Ναυπλίου.

Δυο μέρες αργότερα, καθώς επιχειρούσε να επιστρέψει στην Κόρινθο μέσο του Αγιονορίου, κτυπήθηκε από το Νικη­ταρά και με μεγάλες απώλειες διέ­φυγε με τα υπολείμματα του στρατού του. Στην Κόρινθο δέχτηκε νέα ελληνική επίθεση (30 Ιουλίου) που αποσκοπούσε στην αποτροπή της εξόδου του προς τη Δυτική Πελο­πόννησο ή τη Στερεά. Μέχρι το θά­νατό του (τέλη Οκτωβρίου), ο Δράμαλης επιχείρησε και άλλες απόπειρες δι­αφυγής, αλλά απέτυχε. Πέθανε στην Κόρινθο από τη λύπη του για την αποτυχία του ή από τύφο, σύμ­φωνα με ορισμένες μαρτυρίες.

 

Αλίκη Σολωμού

  

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, «Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος «Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Βασ. Σφυρόερας «Εκστρατεία και κατα­στροφή του Δράμαλη», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών (1975, τ. ΙΒ’, σ. 249 – 258).
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό, « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».  


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  13  Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Ιωάννης Αντωνόπουλος

Ιστορικός – Ερευνητής

Συνεργάτης Παντείου Πανεπιστημίου

με θέμα: « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή

Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και

Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Ιωάννης Αντωνόπουλος


 

Είναι ερευνητής ιστορικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.       Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Caen Νορμανδίας και Paris Ι-Sorbonne στη Γαλλία.

Έχει ειδικευτεί στην Ευρωπαϊκή Ιστορία και Πολιτισμό, στην Οικονομική Ιστορία, την Ιστορία των Διεθνών Σχέσεων, καθώς και στην Ιστορία της Εκπαίδευσης.

Έχει εργαστεί ως Ειδικός Επιστήμονας – Ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και διδάσκει στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Στρατιωτική και Αστυνομική Ακαδημία.)

Είναι συγγραφέας ικανού αριθμού μελετών και επιστημονικών άρθρων στους τομείς των ενδιαφερόντων του, όπως οι Ελληνογαλλικές σχέσεις  19ος– 20ος αιώνας, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός στην Ελλάδα, οι πολιτικές διαστάσεις του δημοσίου δανεισμού, τεχνολογική εκπαίδευση και ανάπτυξη στην Ελλάδα 19ος– 20ος αιώνας, γαλλογερμανικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κ.α.

 

Read Full Post »

Μάχη των Δερβενακίων –  Η καταστροφή του Δράμαλη (1822)


 

Ο Χουρσίτ, ο νικητής του Αλή πασά, ανέθεσε στον Μαχμούτ πασά της Λάρισας ή Δράμαλη την επιχείρηση της καταστολής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. [ Σημείωση βιβλιοθήκης: Ο Χουρσίτ καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια, του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος ].

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Ο Δράμαλης ξεκίνησε με περίπου 25.000 στρατό (πεζούς και ιππείς) και την 1η Ιουλίου 1822 έφθασε στη Θήβα, χωρίς να συναντήσει αντίσταση. Οι οπλαρχηγοί καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο και ήλπιζαν ότι αποκλείοντας τις στενές διαβάσεις της Στερεάς θα εμπόδιζαν την επικοινωνία με τις βάσεις του. Παρά το μεγάλο όγκο αυτού του στρατού – χειμάρρου, που απ’ όπου περνούσε σκορπούσε τον τρόμο και τον πανικό, η θερινή αυτή εκστρατεία είχε και μειονεκτήματα.

Η εποχή – λόγω της μεγάλης ζέστης – δυσχέραινε τη μετακίνησή του και τη μεταφορά των πυροβόλων μέσα από τα δύσβατα ορεινά στενά, ενώ επίσης δεν ήταν εύκολος ο ανεφοδιασμός και η τροφοδοσία του. Από την άλλη όμως πλευρά, η γνωστή διαμάχη μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών, η αδυναμία συντονισμού της κεντρικής διοίκησης με τα τοπικά πολιτικά σώματα και η έλλειψη οικονομικών πόρων ήταν ανασταλτικοί παράγοντες.

Έτσι, ο Δράμαλης μέσω Μεγαρίδας στις 6 Ιουλίου έφθασε ανενόχλητος στην Κόρινθο. Την προηγούμενη νύχτα οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι είχαν εκκενώσει την πόλη και δυο μέρες αργότερα ο Ακροκόρινθος (τον οποίο οι Έλληνες είχαν καταλάβει από τον Ιανουάριο) έπεφτε στα χέρια του εχθρού. Το κάστρο, που είχε φρουρά 300 στρατιωτών υπό τον Αχιλλέα Θεοδωρίδη, πολλά πολεμοφόδια και τρόφιμα, εγκαταλείφθηκε ανυπεράσπιστο, αφού πρώτα σκοτώθηκε ο εκεί φυλακισμένος Κιαμήλ μπέης. Η απώλεια αποδόθηκε στο φρούραρχο Θεοδωρίδη, που φυλακίστηκε στη μονή Καστριού Ερμιόνης.

Στην Κόρινθο ο Δράμαλης παρέμεινε τρεις ημέρες και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχε και ο Γιουσούφ πασάς της Πάτρας. Ο τελευταίος πρότεινε τη διαίρεση του στρα­τού, προκειμένου να καταληφθούν ταυτόχρονα η Αχαΐα και η Αργολίδα, και στη συνέχεια η Τρίπολη. Επίσης, κατά τον Γιουσούφ, ήταν σκόπιμο να γίνει η Κόρινθος βάση ανεφοδιασμού.

Ο Δράμαλης όμως, παρακινημένος από τη μέχρι τότε ανεμπόδιστη πορεία του, αποφάσισε να συνεχίσει αμέσως και με όλο το στρατό του. Στις 12 Ιουλίου ήταν έξω από το Άργος, αφού πρώτα είχε αναγγείλει την άφιξή του στην εξαντλημένη τουρκική φρουρά του Ναυπλίου, που ήταν έτοιμη να παραδοθεί. Η είδηση ότι οι Τούρκοι είναι προ των πυλών προξένησε τέτοιο πανικό στους κατοίκους του Άργους, που έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη.

Ακόμη και τα περισσότερα μέλη του Εκτελε­στικού και Βουλευτικού Σώματος διέφυγαν με πλοία, εκτός από ελάχιστους (μεταξύ αυτών ο αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, Αθανάσιος Κανακάρης), που φρόντισαν για τη διάσωση των αρχείων της κυβέρνησης. Για τη συμπεριφορά αυτή των πολιτικών ο Κολοκοτρώνης σημειώνει στα απομνημονεύματά του:

 «Το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό δεν είχε καμμίαν δύναμιν, ούτε ε­νήργησε τίποτες εις αυτήν την περίστασιν. Ο Κανακάρης έλεγε: «Τα αρχεία ας γλυτώσωμε και το έθνος ας πάγη»».

Στο Άργος είχε επίσης συγκεντρωθεί ο δημόσιος θησαυρός, για να χρη­σιμεύσει στις πολεμικές ανάγκες. Αντί όμως να καταλήξει στο δημόσιο ταμείο, τον οικειοποιήθηκαν ορισμένοι ιδιώτες.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Την κατάσταση έσωσε τότε η ψυχραιμία και η στρατηγική σκέψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Τρίπολη. Η Πελοποννησιακή Γερουσία και οι πρόκριτοι ζήτησαν τη συνδρομή του. Ο Κολοκοτρώνης ανταποκρίθηκε άμεσα και κάλεσε σε επιστράτευση όλους τους άνδρες ηλικίας 18-60 ετών, παίρνοντας αυστηρά μέτρα κατά της λιποταξίας, ενώ παράλληλα φρόντισε για την αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Επίσης διέταξε να κάψουν όλη τη σοδειά του κάμπου του Άργους, για να επιδεινωθεί η κατάσταση του τουρκικού στρατού, που βρισκόταν μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Πιστεύοντας ότι ο στόχος του Δράμαλη ήταν η Τρίπολη, φρόντισε να κλειστούν όλες οι διαβάσεις προς εκεί και δημιουργήθηκε στρατόπεδο στους Μύλους (έξω από το Άργος) με 2.000 άνδρες. Για αντιπερισπασμό, φρόντισε για την κατάληψη της ακρόπολης του Άργους, της λεγόμενης «Λάρισας». Όταν ο Δράμαλης έφθασε στις 13 Ιουλίου, άρχισε την πολιορκία της νομίζοντας ότι εκεί ήταν αποθηκευμένα τα τρόφιμα.

Έπειτα από αυτή την καθυστέρηση ο εχθρικός στρατός βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω έλλειψης νερού και τροφών. Δεδομένου ότι ο τουρκικός στόλος δεν είχε αφιχθεί στον Αργολικό κόλπο, ο Δράμαλης δεν είχε άλλη διέξοδο και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Οι αναμενόμενες ενισχύσεις από Λάρισα ήταν αδύνατο να έλθουν, αφού τα στενά της Μεγαρίδας φυλάγονταν από τους Βιλιώτες και Περαχωρίτες, ενώ βορειότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν έτοιμος να αποκόψει τον εφοδιασμό από Λαμία και Λάρισα. Προτού υποχωρήσει ο Δράμαλης, προσπάθησε μάταια να παραπλανήσει τους Έλληνες ότι δήθεν θα προχωρούσε προς Τρίπολη.

Ο Κολοκοτρώνης, αντιλαμβανόμενος τη δεινή θέση του εχθρού και παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλων οπλαρχηγών, έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Ο ίδιος θα καταλάμβανε τα Δερβενάκια, ενώ οι άλλοι οπλαρχηγοί θα έμεναν στις θέσεις τους σε περίπτωση που ο Δράμαλης συνέχιζε προς Τρίπολη. Ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άνδρες κατευθύνθηκε στον Άγιο Γεώργιο Νεμέας (ΒΔ του στενού των Δερβενακίων), προκειμένου να αποκλείσει τις διαβάσεις. Τέσσερις δρόμοι οδηγούσαν προς Κόρινθο. Ο πρώτος, του Αγίου Γεωργίου, ομαλότερος αλλά μακρύτερος: μετά το Φίχτι έκλινε δυτι­κά προς Άγιο Γεώργιο, από κει προς πεδιάδα Κουρτέσας και Κόρινθο.

Ο δεύτερος, του Δερβενακίου ή «Αφεντικός»: βόρεια του χωριού Φίχτι άρχιζε το στενό του Δερβενακίου, περνούσε από τη ρεματιά ανάμεσα στις Χρυσοκουμαριές (δυτι­κά) και τον Ανεμόμυλο (ανατολικά) και μετά άρχιζε φαράγγι που κατέληγε στο Χάνι του Ανέστη έχοντας αριστερά το Αγριλόβουνο και δεξιά την Παναγόρραχη. Στο νότιο στόμιο της χαράδρας βρισκόταν το Παληόχανο. Ο «αφεντικός» αυτός δρόμος, λιθόστρωτος στα περισσότερα σημεία του, ήταν πολύ συνηθισμένος εκείνη την εποχή.

Ο τρίτος δρόμος, του Αγίου Σώστη (επίσης πολυσύχναστος): άρχιζε από το Χαρβάτι (Μυκήνες), περνούσε από την Παναγόρραχη και τη δυτική πλευρά του Τρίκορφου, συνέχιζε στη μονή Αγ. Σώστη και οδηγούσε στην Κουρτέσα. Ήταν μεν συντομότερος του Δερβενακίου, αλλά έφθανε σε μεγαλύτερο ύψος.

Ο τέταρτος και συντομότερος, του Αγιονορίου (αρχ. «Κοντοπορεία»): περνούσε από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), διακλαδωνόταν στο Στεφάνι και από εκεί μέσω της κλεισούρας Αγιονορίου έφθανε στην Κλένια.

 

Η εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους, Αλέξανδρος Ησαΐας

 

Ο Κολοκοτρώνης, αδυνατώντας να αποκλείσει τις διαβάσεις, κατέλαβε ο ίδιος με 800 άνδρες τις Χρυσοκουμαριές, ενώ έστειλε 700 άνδρες υπό τον Γεώργιο Δημητρακόπουλο στο Αργιλόβουνο, 700 υπό τον Αντώνη Κολοκοτρώνη κ.ά. στην Παναγόρραχη, 150 υπό τον παπα-Δημήτρη Χρυσοβιτσιώτη στο χωριό Ζαχαριά. Για να αποτρέψει τον εχθρό να στραφεί προς τον Αγ. Γεώρ­γιο, τοποθέτησε μεταξύ Αγ. Γεωργίου και Δερβενακίου ένα ψευδοστράτευμα με ζώα, κάπες και φέσια αγωνιστών, που από μακριά έμοιαζαν με ισχυρό συγκεντρωμένο στράτευμα. Παράλληλα ζήτησε από τους Πλαπούτα, Παπανίκα, Νικητα­ρά και τους Φλεσσαίους να έλθουν για ενίσχυση.

Το μεσημέρι της 26ης Ιουλίου η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων έφθασε στη θέση Παληόχανο, αλλά ο Κολοκοτρώνης τους άφησε να προχω­ρούν ανυποψίαστοι μέχρι την άφιξη και του υπόλοιπου στρατού. Όταν πλέον το κύριο σώμα του εχθρού είχε εμφανιστεί, διατάχθηκε επίθεση, με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να τραπούν προς τον Αγ. Σώστη.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Εκεί δεν είχε φθάσει ακόμη ο Νικηταράς και αρκετοί πεζοί και ιππείς πέρασαν στην Κουρτέσα. Οι υπόλοιποι καταδιώχθηκαν ανελέητα από τους άνδρες που βρίσκονταν στην Παναγόρραχη, το Αγριλόβουνο και τις Χρυσοκουμαριές. Ο Αντ. Κολοκοτρώνης τους εμπόδισε να στραφούν προς την Παναγόρραχη (απ’ όπου θα διασώζονταν προς την Κουρτέσα) και τους έστρεφε προς τη μονή Αγ. Σώστη, ελπίζοντας ότι εκεί τους περίμενε ο Νικηταράς. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης διέταξε τον Δημητρακόπουλο να αφήσει το Αγριλόβουνο και να ενισχύσει τον Αντώνη Κολοκοτρώνη. Όταν τελικά ο Νικηταράς έφθασε μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς στον Αγ. Σώστη, αποκλείστηκαν πλέον όλες οι γύρω οχυρές διαβάσεις και έτσι ελεγχόταν η ζεύξη των μονοπατιών μεταξύ Αγ. Σώστη και Δερβενακίου.

Την ελληνική επίθεση (που κράτησε και μετά τη δύση του Ηλίου) ακολούθησε πανικός και σύγχυση του εχθρού, που οδήγησε σε άτακτη φυγή. Σκηνές φρίκης εκτυλίχθηκαν. Η ρεματιά γέμισε στοιβαγμένους νεκρούς, τραυματίες και ζώα. «Ο βράχος, η λαγκαδιά έγινε ένα από τα κουφάρια», σημειώνει ο Νικηταράς. Η φονική αυτή μάχη είχε μεγάλες απώλειες για τους Τούρκους: περίπου 2.500 – 3.000 νεκρούς και τραυματίες και πάρα πολλά λάφυρα.

Ο Δράμαλης, μπροστά σ’ αυτή την πανωλεθρία, αναγκάστηκε να επιστρέψει και να στρατοπεδεύσει στη Γλυκειά (Τίρυνθα), προετοιμάζοντας την επιστροφή στην Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης, σίγουρος για τις προθέσεις του εχθρού, συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Δερβενάκι. Αποφασίστηκε η κατάληψη των στενών των Δερβενακίων και Αγιονορίου. Οι Πλαπούτας, Δεληγιάννης και Αντώνης Κολοκοτρώνης θα τοποθετούνταν μέσα στο στενό του Δερβενακίου και οι Νικηταράς, Δημ. Υψηλάντης και Παπαφλέσσας στο Αγιονόρι.

Ο Γιατράκος, επικεφαλής των στρατευμάτων  Κεφαλαρίου, Μύλων και Άργους, στο Χαρβάτι μα­ζί με τους Τσώκρη, Σέκερη κ.ά. Οι οδηγίες ήταν να σπεύσουν όπου θα εμφανιζόταν ο εχθρός. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο Αγριλόβουνο. Ενώ το σχέδιο ήταν καλό, δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Το Χαρβάτι έμεινε αφύλακτο, γιατί ο μεν Γιατράκος καθυστέρησε στους Μύλους περιμένοντας την άδεια της σκιώδους κυβέρνησης για να εκτελέσει τη διαταγή του στρατηγού, οι δε στρατιώτες του Τσώκρη απείθησαν στρεφόμενοι στα τουρκικά λάφυρα της 26ης Ιουλίου.

 

Στα στενά των Δερβενακίων, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

 

Ο Δράμαλης αναχώρησε από τη Γλυκειά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου, χωρίς όμως να ειδοποιηθούν έγκαιρα οι Κολοκοτρώνης και Πλαπούτας. Ο εχθρός μέσα από το αφρούρητο Χαρβάτι έφθασε στο Μπερμπάτι. Από εκεί υπάρχουν δυο δρόμοι προς Αγιονόρι: ο ένας κατ’ ευθείαν, όπου φύλαγαν οι Φλεσσαίοι και ο άλλος μέσα από το Στεφάνι, όπου βρισκόταν ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης προτίμησε το δεύτερο. Ο Νικηταράς – αρχικά μόνος του – προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει καταλαμβάνοντας επίκαιρες θέσεις στα υψώματα. Οι Τούρκοι δεν άργησαν να βρεθούν ανάμεσα στα δυο πυρά, του Νικηταρά και του Νικήτα Φλέσσα.

Αργότερα διατά­χθηκε ο Πλαπούτας να μεταβεί από το Δερβενάκι στην Κλένια, αλλά οι Τούρκοι είχαν πλέον βγει από το Αγιονόρι. Η καταδίωξη διήρκεσε έξι ώρες και συμμετείχαν χωρικοί, ακόμη και γυναίκες του Αγιονορίου, πετώντας βράχια από το βουνό. Τα πλούσια λάφυρα, που άφηναν πίσω τους οι Τούρ­κοι, ανέκοψαν την ορμή της καταδίωξης, στην οποία όμως επέμεινε με λίγους άνδρες ο Νικηταράς. Ο Δράμαλης μόλις διασώθηκε, έχοντας χάσει το ένα πέμπτο της αρχικής του δύναμης, πάρα πολλά πολεμοφόδια και μεταγωγικά μέσα.

Η συντριβή της στρατιάς του στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι έσωσε την Επανάσταση στην Πελοπόννησο και – όπως συνηθίζεται – έμεινε ως θρύλος στη λαϊκή μνήμη. Ο Κολοκοτρώνης, ως εμπνευστής της διπλής νίκης (στην οποία συνέβαλαν ο Νικηταράς και άλλοι οπλαρχηγοί), απέκτησε μεγάλο κύρος και αναδείχθηκε αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων. Λίγο αργότερα του επιφυλάχτηκε από το λαό θερμή υποδοχή στην Τρίπολη, προκαλώντας το φθόνο των πολιτικών και αρχόντων, οι οποίοι ένιωθαν την «προ αμνημονεύτων ετών» εξουσία τους αποδυναμωμένη, ενώ ο Δράμαλης το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου πέθανε από τη λύπη του στην Κόρινθο.

 

Αννίτα Ν. Πρασσά

δρ Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, προϊσταμένη

Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Βιβλιογραφία


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη, Τρίπολις, 1913.
  • Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιωάννου Φιλήμονος, Προκαταρκικαί αιτίαι της εισβολής των εχθρών εις Πελοπόννησον (1822)», Μνημοσύνη, τ. Θ΄ (1982-1984), σ. 3-56.
  • Απομνημονεύματα, Αθήναι (1957) τ. Β’. Ευάγγελος Ζαμάνος, Η εκστρατεία του Δράμαλη υπό το φως ιστορικοστρατιωτικής ερεύνης, Αθήναι 1964.
  • Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, εισαγ. – σημ.: Γ. Βλαχογιάννης, Αθήναι 1940, τ. Β’.
  • Θεόδ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, (φωτομ. επανέκδ.), εισαγ.-ευρετ. – επιμ.: Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Αθήναι 1981.
  • Νικ. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1851, τ. Α’.
  • Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1861, τ. Β’.
  • Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, τ. Β’.
  • Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τ. Α’.
  • Κριτική αποτίμηση των απομνημονευμάτων του Αγώνα, βλ. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Ιστοριογραφία του Αγώνος», Μνημοσύνη, τ. Γ’ (1970-1971), σ. 33-253.

 

Πηγή


 

  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Φαρμακίδης Θεόκλητος (1784-1860) 


  

Κληρικός, θεολόγος και συγγραφέας (1784-1860), ένας από τους εκδότες του Λογίου Ερμή. Δίδαξε στην Ιόνιο Ακαδημία (1823-1825), και διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Τυπογραφείου και της Επισήμου Εφημερίδος, έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1832), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1833). Ήταν υπέρμαχος της κήρυξης του Αυτοκεφάλου της ελληνικής Εκκλησίας.

 

Θεόκλητος Φαρμακίδης, χαλκογραφία.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, κατά κόσμον Θεοχάρης Φαρμακίδης. Γεννήθηκε στο Νεμπεγλέρ (Νίκαια) της Λάρισας στις 25 Ιανουαρίου 1784. Στη γενέτειρά του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα, πιθανότατα από κάποιο ιερωμένο και σε ηλικία 17 χρονών μετά τον θάνατο τον γονέων του, το 1800, αναχώρησε για τη Λάρισα. Εκεί διδάχτηκε στοιχεία αρχαίων ελληνικών και το 1802 χειροτονήθηκε διάκονος οπότε μετασχημάτισε το βαπτιστικό του όνομα θεοχάρης, σε Θεόκλητος.

Στη συνέχεια φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή (1804-1806), στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου (1806-1811) στο Βουκουρέστι όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, καθώς και στη Βιέννη (1811-1818) συμπληρώνοντας τη φιλολογική του μόρφωση – έμαθε λατινικά, γαλλικά και γερμανικά. Γίνεται υπεφημέριος (1811) στο ναό Αγίου Γεωργίου της Βιέννης, θέση που κατείχαν στο παρελθόν ο Νεόφυτος Δούκας και ο Άνθιμος Γαζής˙αρχίζει τη μετάφραση από τα λατινικά της τετράτομης εγκυκλοπαίδειας του Φ. Γιάκομπς, έργο που εκδοθεί στην Κέρκυρα το 1928. Από το 1816 έως το 1818 συνέχισε την έκδοση του περιοδικού Λόγιος Ερμής. Το 1817 υποβάλει παραίτηση από τη θέση του υπεφημέριου του Αγίου Γεωργίου, εξαιτίας του πολέμου που υφίσταται από τα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης για τα γραφόμενα του «Λόγιου Ερμή».   Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο φιλέλληνας λόρδος Γκίλφορντ του κάλυψε τις δαπάνες των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν (Γοττίγκη) στη Γερμανία το 1819.

Μετά την έναρξη της Επανάστασης ήρθε στην Ελλάδα και τον Αύγουστο του 1821 στην Καλα­μάτα εξέδωσε, με την υποστήριξη του Δημητρίου Υψηλάντη, την πρώτη ελληνική εφημερίδα που κυκλοφόρησε σε ελλαδικό έδαφος. Ήταν χειρόγραφη και έφερε τον τίτλο Ελληνική Σάλπιγξ. Εκδόθηκαν μόνο τρία φύλλα της εφημερίδας, επειδή ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να υποταχθεί στις επιταγές της λογοκρισίας που είχε επιβάλει η επαναστατική κυβέρνηση.

Έλαβε μέρος στις δύο πρώτες εθνοσυνε­λεύσεις, διορίστηκε μέλος του Αρείου Πάγου Ανατολικής Ελλάδος, έφορος της Παιδείας και της Ηθικής Ανατροφής των Παίδων και δίδαξε το διάστημα 1823-1825 στην Ιόνιο Ακαδημία.

Το 1825 διορίστηκε από την κυβέρνηση αρχισυ­ντάκτης της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος, επίσημης εφημερίδας της ελληνικής διοίκησης στο Ναύπλιο. Ο Φαρμακίδης θα επιβάλει φιλελεύθερη γραμμή στα πρότυπα των παραδόσεων του Διαφωτισμού, γεγονός που θα προκαλέσει τη σύγκρουσή του με τους πολίτικους (Σπ. Τρικούπης), γι΄ αυτό και θα αντικατασταθεί.

Όντας υποστηρικτής του Αγγλικού Κόμματος του Μαυροκορδάτου, διαφώνησε εξαρχής με τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον οποίο θεωρούσε όργανο της ρωσικής πολιτικής. Η κυ­βερνητική λογοκρισία ανακάλυψε επιστολή του με επικριτικό περιεχόμενο για το πρόσωπο του κυβερνήτη και γι’ αυτόν το λόγο δικάστηκε και φυλακίστηκε. Το 1832 ορίζεται  έφορος του κεντρικού σχολείου στην Αίγινα.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Μετά την δολοφονία του Καποδίστρια έγινε σύμβουλος της αυλής του Όθωνα επί εκκλησιαστικών θεμάτων. Από τη θέση αυτή ο Φαρμακίδης πρότεινε στον Μάουρερ το αυτοκέφαλον της Ελληνικής Εκκλησίας και την ανεξαρτησία της από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο τελικώς επιβλήθηκε με το Διάταγμα της 23ης Ιουλίου/4ης Αυγούστου 1833.  Η φιλελεύθερη αυτή θέση του πήγαζε από την πεποίθηση πως σκοπός της επανάστασης ήταν η αποτίναξη της οθωμανικής τυραννίας και επομένως η πατριαρχική εξουσία θα εγκυμονούσε κινδύνους επεμβάσεως στα εσωτερικά ζητήματα του νέου κράτους.

Οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, που ανήκαν στο ρωσικό κόμμα (το οποίο υποστήριζε το ενιαίο εκκλησιαστικό κέντρο, επί τη βάσει των πανσλαβιστικών σχεδίων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας) αντέδρασαν εναντίον του ασκώντας του εντονότατη πολεμική για πάνω από δύο δεκαετίες. Επικεφαλής αυτών των κύκλων υπήρξε ο κληρικός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, έμμισθος σύμβουλος των Ρώσων και κύρια όργανά του η εφημερίδα «Αιών» και το περιοδικό «Ευαγγελική Σάλπιγξ».

Το 1833 διορίστηκε γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας του βασιλείου της Ελλάδας (όπως ονομαζόταν τότε η Εκκλησία της Ελλάδας) και το 1837 του δόθηκε η θέση του τακτικού καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπήρξε στενός φίλος του άλλου μεγάλου διαφωτιστή Θεόφιλου Καΐρη. Είχε την άποψη ότι η Αγία Γραφή έπρεπε να μεταγλωττιστεί στην απλοελληνική, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, θέση που είχε ως αποτέλεσμα νέα πολεμική από τους ίδιους συντηρητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, φοβούμενος τη ρωσική επεκτατικότητα τον κίνδυνο του πανσλαβισμού, τις γεωπολιτικές βλέψεις και τα μακραίωνα συμφέροντα της Ρωσίας στα Βαλκάνια, υιοθέτησε ουδετερόφιλη στάση.

Το 1839 μετατίθεται στη  Φιλοσοφική Σχολή, ενώ συγχρόνως παύεται από τη θέση του γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1840 εκδίδει την «Απολογία» του, έργο με το οποίο υπεραμύνεται των ιδεών και των πράξεών του.

Το 1843 επαναδιορίζεται καθηγητής στη Θεολογική Σχολή στην οποία δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, ενώ λίγο αργότερα ο Σπ. Τρικούπης τον ορίζει και πάλι γραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Το 1850 το Οικουμενικό Πατριαρχείο παραχωρεί την αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος και ο Φαρμακίδης πρωτοστατεί στη νομοθετική ρύθμιση. Εκοιμήθη σε πλήρη ένδεια στην Αθήνα το 1860.

Στα γραπτά του Αναστασίου Γούδα διαβάζουμε ότι το σπίτι του Φαρμακίδη στην Αθήνα τα απογεύματα ήταν γεμάτο κόσμο,  η συναναστροφή δε μαζί του, ήταν ευχάριστη, διασκεδαστική καθώς ο οικοδεσπότης, εκτός των άλλων, συνδύαζε ευφράδεια λόγου και πνεύματος. Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην αφιλοχρηματία του Φαρμακίδη για την οποία ο βιογράφος καταθέτει προσωπικές και άμεσες μαρτυρίες, καθώς σε πάρα πολλές περιπτώσεις διαθέτει τα χρήματά του για την θεραπεία απόκληρων και καταφρονεμένων. Τα λίγα χρήματα που από το μισθό του κρατούσε για τον εαυτό του, τα διέθετε για την αγορά βιβλίων.

Ιδιαίτερα ταπεινός στο φρόνημα, ώστε και όταν ακόμη του προσφέρθηκε ο «Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος» ως αναγνώριση των υπηρεσιών του στο έθνος, ο Φαρμακίδης αρνήθηκε να τον παραλάβει λέγοντας:

« Εάν τι καλόν έπραξα, το εμόν καθήκον εξετέλεσα

Ικανή δε μοι έσεται αμοιβή η συνείδησις, ότι εξεπλήρωσα τούτο».

 

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης μεταξύ άλλων συνέγραψε:

«Στοιχεία ελληνικής γλώσσης», τ. 4, Βιέννη,  1815 – 1818

«Χρηστομάθεια ελληνική», τ. 3,  Αθήναι, 1837

«Περί Ζαχαρίου υιού Βαραχίου», Αθήναι,1838

«Ο ψευδώνυμος Γερμανός», Αθήναι, 1838

«Απολογία», Αθήναι, 1840

«Η Καινή Διαθήκη μετά Υπομνημάτων αρχαίων», τ. 7, Αθήναι, 1842 – 1845

«Ο Συνοδικός Τόμος ή περί αληθείας», Αθήναι, 1852

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας και ο Φαρμακίδης», τεύχος 38, 6 Ιουλίου 2000.
  •  Πάπυρος – Λαρούς, «Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια », Τόμος 12ος , Αθήναι, 1963.
  •  Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», 1866 – 1870.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η δίκη του Θεόκλητου Φαρμακίδη (1829 – 1830)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »