Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση’

To ιδεολογικό υπόβαθρο της ελληνογαλλικής σύγκρουσης στο Άργος, το 1833

 

 

Η σύγκρουση του γαλλικού στρατού με τους Έλληνες την 4η   Ιανουαρίου του 1833* στο Άργος, ήταν η θλιβερή κατάληξη μιας πολύπλοκης ιδεολογικής διεργασίας. Στην τοπική ιστοριογραφία ωστόσο η ελληνογαλλική σύγκρουση  αποτυπώθηκε ως σφαγή των Αργείων, ενώ και η γενικότερη ιστορική προσέγγιση υπήρξε επιφανειακή και μονομερής, επειδή βασιζόταν σε σύγχρονες του γεγονότος ελληνικές πηγές. O τύπος π.χ. του νεοσύστατου κράτους και οι επίσημες αναφορές της εποχής είχαν προσδώσει στο τραγικό συμβάν το χαρακτήρα μιας άνανδρης και φονικής επίθεσης εναντίον αθώων θυμάτων. Δεν έχω βέβαια την πρόθεση να αποκαταστήσω εξίσου απλουστευτικά την αντίθετη πλευρά, δηλαδή το γαλλικό στρατιωτικό απόσπασμα και την Κυβέρνηση Κωλέτη. Θα επιχειρήσω όμως να προσδιορίσω το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της πρώτης ένοπλης αντιπαράθεσης του ελληνικού στοιχείου με Προστάτιδα Δύναμη.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Και πρώτα τα πραγματικά γεγονότα:

Από τον Αύγουστο του 1828 η Γαλλία, κατόπιν συμφωνίας των Μ. Δυνάμεων, είχε στείλει στην Πελοπόννησο 14.000 στρατιώτες υπό τον Στρατηγό Νικόλαο Μαιζόν. Μία δύναμη 1500 περίπου Γάλλων, προερχόμενη από τη Μεσσηνία, κατευθυνόταν στις αρχές Ιανουαρίου του 1833 προς το Ναύπλιο με σκοπό να διευθετήσει τα της υποδοχής του Βασιλιά Όθωνα. Ο Βασιλιάς αναμενόταν να αποβιβασθεί στο Ναύπλιο στο τέλος του μηνός και θα έπρεπε, εκτός των άλλων, να έχει επιβληθεί η τάξη στην αναστατωμένη, λόγω του προηγούμενου εμφυλίου πολέμου, ευρύτερη περιοχή. Το απόσπασμα των Γάλλων έφτασε στο Άργος τμηματικά, στις 2 και 3 Ιανουαρίου. Έφερε μαζί του και 2 κανόνια και ζήτησε να στρατωνισθεί.

Η συμπαράσταση του ελληνικού πληθυσμού σε άτακτους οπλοφόρους που διαπληκτίστηκαν ή και συνεπλάκησαν, όπως φαίνεται, με τους Γάλλους στρατιώτες  στις 4 του μηνός, προκάλεσε γενίκευση των επεισοδίων. To αποτέλεσμα ήταν να θανατωθούν από τα γαλλικά όπλα περί τους 200 – 300 πολίτες[1]. Η διερεύνηση αυτής της σύγκρουσης προϋποθέτει ασφαλώς την ένταξή της στον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Η πόλη του Άργους ήταν η εστία της αναταραχής. Όχι μόνο γιατί εδώ είχε αρχίσει τις εργασίες της η αμφισβητούμενη από τους διαφόρους φορείς της εξουσίας Ε΄ Εθνοσυνέλευση, αλλά και επειδή εδώ βρισκόταν συγκεντρωμένη η ισχυρή παράταξη των οπλαρχηγών, το «Στρατιωτικόν» (όπως αναφέρεται στις πηγές). Το Στρατιωτικόν είχε αναλάβει, με την έγκριση του Αυγουστίνου Καποδίστρια, το ρόλο του εγγυητή της πολιτικής νομιμότητας, μετά το θάνατο του Κυβερνήτη. Τον ηγετικό πυρήνα της ομάδας αυτής αποτελούσαν ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιος του Ιωάννης ή Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Τσόκρης.

Η απήχηση της ιδεολογίας του Στρατιωτικού  στην πόλη του Άργους διευκολυνόταν από τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε στο χώρο αυτό ο Αργείος Δ. Τσόκρης. Ταυτόχρονα όμως οι οπλαρχηγοί επέβαλλαν τη θέλησή τους  και ένοπλα,  μέσω των προσωπικών τους στρατιωτικών σωμάτων. Mία μικρή δύναμη ιππικού υπό τον Δ. Καλλέργη που στάθμευε στην πόλη δεν ήταν σε θέση να διατηρήσει την τάξη.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Το Άργος λειτουργούσε φαινομενικά ως πολιτικό κέντρο συσπείρωσης όσων θεωρούσαν νόμιμο το μετακαποδιστριακό καθεστώς. Στην πραγματικότητα όμως – και αυτό πρέπει να τονιστεί –  είχε εξελιχθεί σε όλο το χρονικό διάστημα μέχρι την  κάθοδο του Όθωνα σε έναν επιθετικό στρατιωτικό πόλο.  Η άλλη πλευρά ήταν οι λεγόμενοι Συνταγματικοί ή το Πατριωτικόν, με έδρα το Ναύπλιο. Πολιτικός αρχηγός των Συνταγματικών ήταν ο Ι. Κωλέττης ενώ ως στρατιωτικός θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Είναι ευτύχημα το ότι  τα κορυφαία στελέχη των δύο αντίθετων παρατάξεων και  πρωταγωνιστές της κρίσης της οποίας ο τραγικός επίλογος γράφτηκε στο Άργος, ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης, μας άφησαν απομνημονεύματα. Μέσα από τα γραφόμενά τους, αλλά κυρίως μέσα από την αντιπαραβολή τους, εκδιπλώνεται  ολόκληρο το  πλέγμα των παραγόντων που έδρασαν κατά τη συγκεχυμένη πολιτικά μετακαποδιστριακή περίοδο[2].

Ο Κολοκοτρώνης, πρωτοστάτης στην εκλογή του Καποδίστρια  ως Κυβερνήτη και εγνωσμένος ρωσόφιλος, υπήρξε οπαδός της συγκεντρωτικής εξουσίας. Η μόνιμη αυτή τάση τον οδήγησε στην αναίρεση της αρχικής του απόφασης, να προκύψει δηλαδή από την Ε΄ Εθνοσυνέλευση μία γνήσια και αντιπροσωπευτική κυβέρνηση. Την τελική απόφασή του περί σχηματισμού Γερουσίας μόνο και με πρόεδρο τον Αυγουστίνο δικαιολογεί ως εξής:

Συνάζοντας όλο το έθνος εγώ εμέτρησα με το νου μου, ότι εάν και κάμωμεν άλλην κυβέρνησιν οι έξω αυλαίς θέλει μας πάρουν ότι είχαμεν όλοι συνωμοσίαν διά το σκοτωμό του κυβερνήτη, διατί σκοτώνοντας τον κυβερνήτη, και αλλάζοντας την κυβέρνηση να βάλωμεν άλλους, βέβαια ο κόσμος θα μας έπαιρνε ότι είμεθα όλοι συνωμότες, ή ότι ο Κυβερνήτης ήτον τύραννος, διότι εδοκιμάσαμεν τα απερασμένα χρόνια των πολλών την κυβέρνησιν[3].

Στην κυβερνητική λύση της Γερουσίας ο Κολοκοτρώνης παρέμεινε αδιάλλακτος. Αποχώρησε μάλιστα και από τις προσωρινές διοικήσεις του Ναυπλίου τις ελεγχόμενες από τον Κωλέττη. Ρουμελιώτες άτακτοι του Κωλέττη εν τω μεταξύ είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο και ο Κολοκοτρώνης πίστευε ότι προστατεύοντας τους συντοπίτες του εκτελούσε ένα «πατρικό καθήκον»[4]. Ενεργούσε όμως παράνομα.

Ο Κωλέττης, από την άλλη πλευρά, συμπεριφερόταν σαν φίλαρχος και καιροσκόπος πολιτικός. Συμμετείχε λ.χ στις διάφορες κυβερνητικές επιτροπές, αν και επίσημα καταδίκαζε οποιοδήποτε  πολιτικό σχήμα δεν είχε τύχει της λαϊκής έγκρισης. Η στρέβλωση των εργασιών της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης προς ολιγαρχικού τύπου διακυβέρνηση του έδωσε αφορμή να δημαγωγήσει.

Η ιδέα που προπαγάνδιζε ήταν, κατά το Μακρυγιάννη, να κάμουν νόμους για την πατρίδα, να κυβερνηθεί η πατρίδα με νόμους και όχι με το έτζι θέλω. Και δεν έχουμε λόγο να μην  πιστέψουμε τον Μακρυγιάννη, όταν γράφει ότι οι απλοί άνθρωποι του έλεγαν καθόμαστε νηστικοί εμείς και φάτε εσείς, οπού προσπαθάτε διά να γίνουν νόμοι[5].

Αναμφίβολα λοιπόν οι Στρατιωτικοί του ΄Αργους είχαν να αντιμετωπίσουν ως ουσιαστικό αντίπαλο όχι τα άτακτα σώματα του Κωλέττη που λεηλατούσαν την επαρχία επειδή δεν είχαν πάρει τους μισθούς τους, αλλά τη λαϊκή συμπαράσταση στις «δημοκρατικές» ιδέες του. Ο κίνδυνος είχε φτάσει προ των πυλών του Άργους το Μάρτιο του 1832 [6] αφού και οι δύο αντίπαλοι, γράφουν – ο Μακρυγιάννης:

Τότε προχωρέσαμεν. Κοιμηθήκαμεν εις τον Αι Βασίλη – κι από κει εις ΄Αργος. Βγήκαν οι κάτοικοι και μας καρτέρεσαν με δάφνες και άλλα[7]και ο Κολοκοτρώνης : Και την αυγή έφτασε το Σύνταγμα εις το ΄Αργος, και εβγήκαν οι Αργίταις με ταις δάφναις[8].

Κομβικό σημείο ωστόσο στην τελευταία και πιο επικίνδυνη φάση της πολιτικής διαμάχης αποτελεί η συμμετοχή του Ι. Κωλέττη στην επταμελή κυβερνητική επιτροπή συναποτελούμενη από τους Δ. Υψηλάντη, Α. Μεταξά, Νότη Μπότσαρη, Δ. Κολιόπουλο, Γ. Κουντουριώτη και  Α. Ζαΐμη. Τότε είναι (το Μάιο του 1832) που επεμβαίνει για πρώτη φορά ο γαλλικός στρατός υπέρ του Κωλέττη. Η ιδιότητα του Κωλέττη  ως αρχηγού της γαλλόφιλης μερίδας φαίνεται να έπαιξε το ρόλο της στην ένοπλη στήριξή του από τους Γάλλους.

Το Ναύπλιο γίνεται έτσι ο δεύτερος  στρατιωτικός πόλος, έκδηλα εχθρικός προς το Άργος και με σαφή  τη διεθνή αποδοχή εκ μέρους των Δυνάμεων, της Συμμαχίας, όπως ονομαζόταν τότε. Από τη στιγμή μάλιστα που η Συνδιάσκεψη του Λονδίνου αρνήθηκε στους Έλληνες την παραχώρηση συντάγματος, και ο Κωλέττης στερήθηκε το πολιτικό πρόσχημα της δημοκρατικότητας για τις ένοπλες επεμβάσεις του, τα πράγματα οδηγούνταν σε οριστική ρήξη.

Γράφει ο Μακρυγιάννης: Τότε τους βγάλαμεν όλους έξω ( εννοεί τους Στρατιωτικούς από το Ναύπλιο). Και μ’ αυτά υπερίσκυσε ο Κωλέτης. Και στείλαν και ήρθαν Γαλλικά στρατεύματα εις το Ανάπλι, οπού ήταν εις τα κάστρα. Τ’ Ανάπλι πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ότι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν  και τ’ άλλα τα μέρη της πατρίδας. Αυτείνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν[9].

Και ο Κολοκοτρώνης: Αυτή η διοίκησις είδε ότι αδύνατον να βασταχθή και εζήτησε από τους τρεις Αντιπρέσβεις διά να έλθουν γαλλικά στρατεύματα, να πιάσουν το Ανάπλι και την Πάτρα…Οι Γάλλοι επήγαν εις το Ανάπλι και έβγαλαν το τοπικόν (Τυπικόν) τάγμα, και έτσι εκλείσθησαν μέσα και εκάθοντο. Αν δεν επροσκαλούσαν τους Γάλλους, ο Κωλέτης ήθελε καταφύγει εις τον τόπο του, εις τα Γιάννινα…» [10].  

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το Στρατιωτικόν του Άργους  απέναντι στην Κυβέρνηση του Κωλέττη που τώρα είχε και την ένοπλη υποστήριξη των Προστάτιδων Δυνάμεων δεν άργησε να υψώσει τη σημαία του αγώνα κατά της ξενοκρατίας και της εθνικής εξάρτησης. Μία φράση του Κολοκοτρώνη ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με την αξιολόγηση που κάνει για τους Γάλλους ο Μακρυγιάννης είναι αρκετά αποκαλυπτική: Τέτοια κυβέρνησις ήτον, να δώση τα εθνικά φρούρια εις ξένους να τα φυλάττουν[11].

Την ημέρα της σύγκρουσης ο Κολοκοτρώνης δε βρισκόταν στο Άργος, ενώ ο Μακρυγιάννης έφυγε από την Κόρινθο και πήγε στην πόλη λίγο πριν εκδηλωθούν τα έκτροπα. Έλειπε και ο Δημήτριος Καλλέργης αφού ήταν απασχολημένος στον Αχλαδόκαμπο. Από τους οπλαρχηγούς στο Άργος βρίσκονταν οι Γενναίος Κολοκοτρώνης, Κριεζώτης, Τζαβέλας και Τσόκρης. Ωστόσο μόνο τον Τσόκρη και τον Κριεζώτη φέρουν ως αναμεμειγμένους στα επεισόδια και οι δύο αγωνιστές[12].

Ο  Κολοκοτρώνης, ενώ συνδέει την έλευση των Γάλλων στο Άργος με την υποδοχή του Όθωνα, αναφέρει απλώς ότι εκεί (στο Άργος δηλαδή) δεν ηξεύρω πως έκαναν και πιάνονται (οι Γάλλοι) με τους ανθρώπους του Τσόκρη και του Γριζιώτη (Κριεζώτη).[13]

Του Μακρυγιάννη όμως η περιγραφή είναι πιο  εκτενής και ίσως ακριβέστερη λόγω της δυνατότητας που είχε να σχηματίσει προσωπική αντίληψη για τα γεγονότα.

Ο Μακρυγιάννης δεν συσχετίζει τη σύγκρουση με  κάποια διατεταγμένη υπηρεσία του γαλλικού αποσπάσματος ενόψει της καθόδου του Όθωνα ή την αποσιωπά. Υποστηρίζει ότι ο Τσόκρης σε επίσημη αποστολή του στο Ναύπλιο προσεβλήθη από Γάλλο αξιωματικό και επειδή κρατήθηκε  μαζί με τον Κριεζώτη, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και άλλοι κίνησαν με στρατό από το Άργος  για να τους ελευθερώσουν. Εμπρός στον κίνδυνο να ηττηθούν κατά κράτος οι Έλληνες από το γαλλικό τακτικό στρατό, ο Μακρυγιάννης συνιστά  αναδίπλωση στο ελληνικό στρατόπεδο. Τάσσεται μάλιστα με το μέρος των Γάλλων και –  για να μη χυθεί αίμα  – προσπαθεί, μάταια, να διασπάσει το ελληνικό μέτωπο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, όπως τουλάχιστον ο ίδιος αναφέρει, ενήργησε διαλλακτικά : Τους έλεγα ότι αν είχαν κανένα σκοπόν να βαρέσουν τους Φραντσέζους (Οι έλληνες οπλαρχηγοί), δεν τους άφηνα να περάσουν από την Τριπολιτσά, – τους εκαρτέραγα εις του Λεονταριού το Δερβένι – και δεν έχω καμίαν αιτία διά να είμαι εχθρός των συμμαχικών στρατευμάτων[14]. 

Από την αφήγηση πάντως του Μακρυγιάννη προκύπτει ότι και τα δύο μέρη ήταν αποφασισμένα να αναμετρηθούν. Έτσι, στην πρόταση του Μακρυγιάννη για συμβιβασμό, του απαντά ο Τζαβέλλας: Δεν έχομεν ανάγκη να στείλωμεν (αντιπροσωπεία για διαπραγματεύσεις). Κι΄ό,τι θα κάμωμεν όλοι, θα κάμης κ’εσύ. Για δε τους Γάλλους γράφει : Αυτείνοι τόξεραν και ετοιμάζονταν[15].

Το αποτέλεσμα ήταν, κατά το Μακρυγιάννη πάντα,  τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και τα ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα, περίπου από τρακόσοι [16]. Το ίδιο σύντομος και ο Κολοκοτρώνης, αλλά στρεφόμενος έμμεσα κατά των Γάλλων, αναφέρει ότι οι Φρατζέζοι πολεμούν και σκοτώνουν περισσότερους από 200 ψυχαίς αθώες [17].

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στον εμπρηστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Τσόκρης μέχρι την κορύφωση της κρίσης. Η προσωπική του ανάμειξη στο γεγονός, η μαρτυρούμενη και από τις δύο πηγές, ίσως και η εκ μέρους του αναζήτηση της αφορμής, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Μακρυγιάννης, τον καθιστούν γνήσιο εκφραστή του ανυπότακτου πνεύματος των Στρατιωτικών.

Δημήτριος Τσώκρης

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τον Τσόκρη τότε ως Πελοποννήσιο που δεν ανέχεται άλλο να καταδυναστεύεται η Αργολίδα από τους άτακτους Στερεολλαδίτες του Κωλέττη, αλλά και ως Αργείο προύχοντα που θεωρεί υποχρέωσή του να συνεγείρει τους συμπολίτες  του κατά των ντόπιων και ξένων εχθρών. Μαζί του συνασπίστηκαν, όπως φαίνεται, και στρατιωτικοί  από την παράταξη των Συνταγματικών με έντονα αντιευρωπαϊκά αισθήματα[18].

Νοιώθοντας ο Τσόκρης τον κλοιό των Συνταγματικών να σφίγγει γύρω από το Άργος  θα φρόντισε οπωσδήποτε να δημιουργήσει ένα έντονο αντιγαλλικό κλίμα στην πόλη, ένα είδος λαϊκού μετώπου. Σε αυτή την υπόθεση οδηγεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου των πολιτών του Άργους προς τους 3 Αντιπρέσβεις. Στο έγγραφο αυτό με ημερομηνία 1/1/1833 εκφράζεται η βεβαιότητα ότι η παρουσία των Γάλλων στο Άργος θα προκαλέσει επεισόδια[19].

Δύο επιστολές εξάλλου της 1/1/1833 και της 2/1/1833 που έχουν σωθεί από το Αρχείο του Δημ. Τσόκρη, με αποδέκτη τον ίδιο και αποστολείς το Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημήτριο Καλλέργη αντίστοιχα, είναι αρκετά διαφωτιστικές. Αποκαλύπτεται σε αυτές ότι ο Αργείος στρατηγός είχε προσωπικούς λόγους να μισεί τους Γάλλους ώστε να στραφεί εναντίον τους με την πρώτη ευκαιρία [20].

 Ο Γενναίος στην επιστολή του προσπαθεί να συγκρατήσει τον Τσόκρη. Γράφει:

Οι Γάλλοι, ως φαίνεται, έχουν αμετάθετον σκοπόν να έλθουν εις το ΄Αργος. Δεν πρέπει να τους γίνη καμία αντίστασις από το μέρος σας (δηλ. από μέρους του Τσόκρη), διότι δεν συμφέρει διά πολλούς λόγους. Αυτοί  πηγαίνουν με μόνον σκοπόν να τοποθετηθούν(δηλαδή να στρατοπεδεύσουν), και αν και άλλον σκοπόν είχαν δεν ημπορεί να πραγματοποιηθεί. Είναι καλόν πριν έμβουν, να τους ειπούν ότι σας δεχόμεθα αλλά με συμφωνίαν να μην ανακατευθούν εις τα εδικά μας πράγματα.

Πιο αυστηρός ο Καλλέργης, επιπλήττει τον Τσόκρη για την αντιγαλλική προπαγάνδα του στο Άργος:

Δεν ημπορώ να σε κρύψω ότι με λύπην μου ήκουσα ότι προτρέπεις τους Αργείους να αναφέρωσιν εις τους κυρίους Αντιπρέσβεις, ότι δεν ευχαριστώνται να έλθουν οι Γάλλοι εις την πόλιν τους, και χρεωστώ να σε είπω ότι τοιαύτα έγγραφα δεν θέλει λάβωσι τελείως χώραν, και ακόμη ότι κάμνεις πολλά άτοπα, να φαίνεσαι αρχηγός εις επιχειρήματα τοιαύτα.

Το αντιγαλλικό μένος του Τσόκρη επομένως είχε συμπληρώσει το εκρηκτικό μείγμα που είχε δημιουργηθεί στο Άργος. Δεν έλειπε παρά ο σπινθήρας.

Ο Τσόκρης και οι άλλοι οπλαρχηγοί ήλπιζαν ίσως ότι το πολεμικό κλίμα στο Άργος και η επίδειξη ισχύος από μέρους τους θα έκανε τους Γάλλους να αναδιπλωθούν. Ασφαλώς και δεν πίστευαν ότι συμμαχικός στρατός θα άνοιγε ποτέ πυρ κατά ανυπεράσπιστων πολιτών.

Τι δεν μπορούσαν όμως να ξέρουν τότε οι έλληνες οπλαρχηγοί; Ότι οι Γάλλοι στρατιώτες δεν θα ενεργούσαν ως  απλά εκτελεστικά όργανα της Κυβέρνησης του Ναυπλίου. Με την παράταση της παρουσίας τους στην Ελλάδα εξάλλου ήταν αντίθετες και η Αγγλία και η Ρωσία  [21]. Θα ενεργούσαν ως αδίστακτος καταστολέας, γιατί θα αντιλαμβάνονταν την έμπρακτη αμφισβήτησή τους στο Άργος, όχι απλώς ως αντίθεση μιας ένοπλης ομάδας, αλλά ως λαϊκή εξέγερση. Και η Ιστορία δεν έχει μέχρι στιγμής υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ελεγχθεί η αντίδραση ενός ξενικού στρατεύματος εν μέσω εχθρικού περιβάλλοντος.

Ευρισκόμενοι οι Γάλλοι σε ένα νεοσύστατο κράτος πολιτικοκοινωνικά φορτισμένο, έβλεπαν τους έλληνες οπλαρχηγούς ως ταραχοποιούς. Η Αργοναυπλία, ως ο κυριότερος πνεύμονας της εθνικής ζωής του μικρού ελληνικού κράτους, θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία ενός γενικότερου επαναστατικού κινήματος κατά των ξένων προστατών[22]. Οποιαδήποτε αναταραχή επομένως θα έπρεπε να παταχθεί εν τη γενέσει της.

Προέρχονταν εξάλλου από την Ευρώπη της Παλινόρθωσης την οποία μόλις πριν δύο χρόνια είχε συγκλονίσει ένα κύμα εθνικών επαναστάσεων. Στην ίδια την πατρίδα τους τον Ιούλιο του 1830 ο οργισμένος λαός είχε ανατρέψει τον αυταρχικό βασιλιά Κάρολο Ι΄ και συνέχισε να εξεγείρεται και το 1831 και το 1832[23]. Οι συμπλοκές του στρατού με τους επαναστάτες το 1830 στο Παρίσι είχαν πάρει – όπως και στο Άργος – τη μορφή σκληρών οδομαχιών [24]. Αυτή η πρόσφατη επαναστατική εμπειρία ήταν ένας ακόμη λόγος που καθιστούσε ειδικά τους Γάλλους εξαιρετικά ευαίσθητους στην παραμικρή εχθρική κίνηση της λαϊκής μάζας. 

Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιθέσεις μέσα στις οποίες εκδηλώθηκαν οι συμπλοκές στο Άργος, διαπιστώνουμε πρωτίστως ότι η ένταση  που είχε αναπτυχθεί εντός του  συστήματος της εξουσίας στην Πελοπόννησο, με καταλυτική τη συμμετοχή του ξένου παράγοντα,  οδηγούσε αναπόφευκτα σε αιματηρή κάθαρση. Οι πρωταίτιοι ίσως το συνειδητοποίησαν την τελευταία στιγμή και φρόντισαν να απεμπλακούν.

Ιδεολογικό περίγραμμα της σύγκρουσης αποτέλεσε οπωσδήποτε η αντιδραστικότητα των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Την ένοπλη συνδρομή τους στη σκιώδη Κυβέρνηση του Ναυπλίου οι παλιοί αγωνιστές την προσέλαβαν σαν μία διάθεση συντριβής του φιλελεύθερου πνεύματος της Επανάστασης. Στην εγχώρια πολιτική διαμάχη όμως χώρεσαν πολύ εύκολα και οι διαφορές μεταξύ του ρωσικού και του γαλλικού κόμματος, οι προσωπικοί ανταγωνισμοί, ο κοτζαμπασισμός και ο τοπικισμός.

Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι ο πολιτικός αντίπαλος του Κολοκοτρώνη και Στερεολλαδίτης Μακρυγιάννης, αν και πάντοτε εχθρικός στις επεμβάσεις των Ξένων, δε βρίσκει να πει ένα παρηγορητικό λόγο για τα θύματα των οδομαχιών στο Άργος. Τάσσεται απροκάλυπτα υπέρ της γαλλικής καταστολής. Υπεισήλθαν ακόμη και έντονες πολιτικές αντιθέσεις, του συγκεντρωτισμού προς το αντιπροσωπευτικό σύστημα, της εθνικής υποτέλειας στην εθνική ανεξαρτησία, της αναρχίας προς την ευνομία.

Επρόκειτο όμως για κατ’ επίφαση υποστηριζόμενες ιδέες. «Μόνο η σύμπτωση αποφάσιζε την πολιτική θέση του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη και έκανε τον πρώτο, μολονότι οπαδό της δεσποτικής εξουσίας, υπερασπιστή των φιλελεύθερων θεσμών και τον δεύτερο, αν και αυτοαποκαλούμενο συνταγματικό, τύραννο και εχθρό της Εθνοσυνέλευσης[25]».

Και η πραγματικότητα είναι μία : Μετά την ανακήρυξη της Ελλάδας ως Βασιλείου και ενόψει της καθόδου του Όθωνα, είχε προκύψει η ανάγκη για μία νέα κατανομή της εξουσίας στο πλαίσιο του βαυαρικού καθεστώτος. Οι  έλληνες πολιτικοί μεθόδευαν την εκμηδένιση των αντιπάλων τους, έτσι ώστε να βρεθούν ενισχυμένοι στο αυλικό σύστημα διακυβέρνησης που θα διαμορφωνόταν[26]. Η πόλη του Άργους είχε μεταβληθεί σε πεδίο της δυναμικής αυτής αντιπαράθεσης. Για τους μεν αποτελούσε την  έδρα του παρακράτους των στρατιωτικών, για τους άλλους όμως ήταν το κέντρο άμυνας της Πελοποννήσου κατά των Ρουμελιωτών και της εθνικής αντίστασης κατά της ξενοκρατίας.

 * Tα γεγονότα του Άργους έλαβαν χώρα στις 4/15 Ιανουαρίου του 1833. Η χρονολόγησή τους όμως στην παρούσα ανακοίνωση γίνεται σύμφωνα με το παλαιό ημερολόγιο, για να μη δυσχεραίνεται η χρονική ταύτιση με τα αναφερόμενα στις πηγές της εποχής.

  

Δημήτριος Γιαννακόπουλος  

Δρ. Ευρωπαϊκής ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου  

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Στο έργο Ιστορικαί Αναμνήσεις του Ν. Δραγούμη (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212), έχουμε μία παραστατική, περιεκτική και προ πάντων νηφάλια περιγραφή, παρ΄ ότι ο ίδιος ο συγγραφέας μαρτυρεί ότι έζησε τα τραγικά συμβάντα. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, ήταν αυτός που του ανατέθηκε να μεταβεί στη βασιλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη» για  να εκθέσει τα γεγονότα του Άργους στην ακολουθία του Όθωνα. Από καμία άλλη σύγχρονη πηγή όμως δε διασταυρώνεται αυτή η πληροφορία. (Ερμής, 1973, σ.σ. 211-212).

[2] Ένας τρίτος βασικός απομνημονευματογράφος της Επανάστασης, ο Ν. Κασομούλης (1795-1872), αν και υπηρέτησε στο Τυπικό Τάγμα του Ναυπλίου και άρχισε να καταγράφει τις αναμνήσεις του στο φορτισμένο κλίμα του 1832 , προσπαθεί να κρίνει αμερόληπτα. Τελικά όμως στην κρίση του βαρύνει η συναισθηματική κλίση  υπέρ του ελληνικού στοιχείου. (Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Δημιουργία, 1998, σ. 600 – 607).

[3] Θ. Κολοκοτρώνης Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής, 1978, σ. 217, 219

[4] Π.Καρολίδης Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1925, τ.7, σ. 218.

[5] Ι. Μακρυγιάννης Απομνημονεύματα,1969 ( ανατ. της α΄ έκδοσης του 1907 από το Γ. Βλαχογιάννη), Αθήνα, σ. 279, 280

[6] Ν. Αλιβιζάτος Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, τ. Α, σ. 41.

[7] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π., σ.282

[8] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ.222.

[9] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 284-285.

[10] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[11] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 224.

[12] Δ. Κόκκινος Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τ.2, 1970, σ. 458 – Ι. Μακρυγιάννη, ό.π., σ. 290.

[13] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 227-228.

[14] Θ.Κολοκοτρώνης, ό.π.,σ. 228.

[15] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π.,σ. 290-291.

[16] Ι.Μακρυγιάννης, ό.π., σ.291.

[17] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π.σ.228.

[18] Ν.Κασομούλης,  Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1831-1833, Γ΄, Αθήνα, 1998, σ. 607.

[19] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 557, σ.470.

[20] Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον, ό.π., Νο 264, σ.228 -229 και Νο 265, σ.229.

[21] Ιστορία Ελληνικού ΄Εθνους Εκδοτικής Αθηνών, τ. ΙΓ΄, σ. 30.

[22] Ι. Σ Κολιόπουλος, Περί Λύχνων Αφάς. Η Ληστεία στην Ελλάδα 19ος αιώνας, Θεσσαλονίκη 1994, σ.σ. 22-24. 

[23] G. Rude The crowd in history, Serif, London, 1995, σ.165..

[24] I.Δ. Δημάκη  Φιλελευθερισμός, Σοσιαλισμός και Εθνικισμός στη Νεότερη Ευρώπη, 1983,σ. 43-44.

[25] G. Finlay Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μ.τ.φ Γ. Κορδάτου,  Αθήνα 1954, σ. 264.

[26] D. Dakin  O Aγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία 1821 –1833, Μ.Ι.Ε.Τ, 1989, σ. 387 – 388.

Read Full Post »

Πολωνοί Φιλέλληνες


 
 

 

Παρόλη τη σημασία της στις ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ των Κρατών, η φιλελληνική κίνηση που εκδηλώθηκε στην Πολωνία κατά τη δεκαετή περίοδο του εθνικού μας αγώνα για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, δεν έχει ερευνηθεί ικανοποιητικά1.

Για το θέμα αυτό με το οποίο ασχολήθηκα στα πλαίσια της μελέτης μου για το παλαιότερο και πληρέστερο Μνημείο φιλελλήνων στον καθολικό Ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Ναύπλιο2, έχουν γραφεί δύο άρθρα: το πρώτο, φέρει την υπογραφή του Πολωνού ιστορικού Tadeusz Sinco και έχει για αντικείμενο το στρατευμένο πολωνικό φιλελληνισμό της δεκαετίας 1821-1831. Περιλαμβάνει ελλιπή κατάλογο των Πολωνών που συναγωνίστηκαν με τους Έλληνες κατά τον ηρωικό ξεσηκωμό του Εικοσιένα. Συντάχθηκε το 1932, έτος επίσκεψης του Sinco στην Αθήνα, και δημοσιεύτηκε το ίδιο έτος στο «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας»3. Γραμμένο στα πολωνικά, είναι ελάχιστα γνωστό.

Το δεύτερο, του επίσης Πολωνού νεοελληνιστή Janusz Strasburger4, έχει για αντικείμενο το φιλολογικό φιλελληνισμό στην Πολωνία κατά την Επανάσταση και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Γράφτηκε στα γαλλικά και δημοσιεύτηκε το 1972 στο περιοδικό σύγγραμμα του ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (Ι.Μ.Χ.Α.).

Τα δύο αυτά άρθρα και το υλικό που συγκέντρωσα μελετώντας τη φιλελληνική λογοτεχνία και το σχετικό με το θέμα αρχειακό υλικό στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην Ιστορική – Εθνική Εταιρεία της Ελλάδος, αποτελούν τις πηγές της παρούσας μελέτης που σκοπό έχει να κατακτήσει ευρύτερα γνωστή τη συμβολή του πολωνικού φιλελληνισμού, στρατευμένου και φιλολογικού, στην αίσια έκβαση της εθνικής μας υπόθεσης. Μιας μικρής ίσως συμβολής αλλά πραγματικά θαυμαστής αν υπολογίσουμε τη μεγάλη απόσταση μεταξύ των δύο χωρών και τους σχεδόν ανύπαρκτους μέχρι το 1821 ιστορικούς δεσμούς τους.

 

Ο φιλολογικός Φιλελληνισμός στην Πολωνία το 1821 -1831

 

 

Julius Słowacki

Όπως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ο Φιλελληνισμός στην Πολωνία κατά την εξεταζόμενη περίοδο, υπήρξε ταυτόχρονα φιλολογικός και στρατιωτικός. Ο πρώτος είχε για όπλο την πέννα και ο δεύτερος το καριοφίλι.

Τον καλύτερο ορισμό των δύο αυτών μορφών φιλελληνισμού μας έδωσε ο ιστορικός Γεώργιος Τερτσέτης, ο αδέκαστος λειτουργός της δικαιοσύνης, που μαζί με τον επίσης ακριβοδίκαιο Αναστάσιο Πολυζωίδη, αρνήθηκε να καταδικάσει το σωτήρα του Έθνους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:

«Λέγω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά, είναι τέκνον ξένης φυλής, Αγγλογάλλος, Γερμανός, Πολωνός, Ιταλός, Αμερικάνος, πλην, αν και ξένης φυλής, ήλθε εις την ελληνικήν γη, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάρις της απολαύσεως της ελευθερίας και αυτονομίας των Χριστιανών Ελλήνων… 

Δεν θα ήτο πλήρης ο ορισμός του Φιλέλληνoς αν αμελούσαμε να συμπεριλάβουμε εις τον ορισμό αυτό ένα άλλο είδος Φιλελλήνων, εννοώ τους πολιτικούς άνδρας, ρήτορας ή συγγραφείς ή ιερείς, ή καθηγητάς όσοι τον τότε καιρό ερητόρευαν χάριν ημών, εις τας Βουλάς της πατρίδος των ή εδέοντο υπέρ της ευοδώσεως του έργου μας εις τους ναούς του Υψίστου, ή έστελναν ενδύματα και τρόφιμα εις τα ανήλικα ορφανά, πεινασμένα εις Ναύπλιο, Αίγινα και Κάλαμο, ή και όσοι άλλοι, προ πάντων με τίμιο και άοκνο κονδύλι εφημεριδογράφουν, επαινούσαν το φιλοκίνδυνο τόλμημα, εμόρφωναν την κοινή γνώμη εις Ευρώπη και Αμερική προς σωτηρία κι ευτυχία μας. Το μελάνι του σοφού είναι ισότιμο ενώπιον του Θεού με το αίμα μαρτύρων»5.

Δεν είχε παρέλθει χρόνος από την έκρηξη της Επανάστασης, όταν το περιοδικό «Μικρή Μέλισσα» της Κρακοβίας, υπό αυστριακή τότε κατοχή, δημοσίευσε άρθρο για τα διαδραματιζόμενα στον ελληνικό χώρο γεγονότα που είχαν προκαλέσει συγκίνηση και θαυμασμό στον πολιτισμένο κόσμο:

«Το Ελληνικό Έθνος που έζησε για αιώνες υπό το ζυγό της δουλείας, της αδικίας και της κάθε είδους καταπίεσης, όρθωσε το ανάστημά του κατά των τυράννων… Στο Έθνος αυτό αξίζει να στρέψουμε ευνοϊκά την προσοχή μας. Αποφασισμένοι να ζήσουν ελεύθεροι και υπό το κράτος δικαίου, οι Έλληνες πήραν τα όπλα για την πραγμάτωση ενός ιερού σκοπού. Το γεγονός αυτός συγκίνησε βαθειά την Ευρώπη. Στα μέγαρα των πλουσίων και στα σπίτια των φτωχών, γίνεται λόγο για τον αγώνα τους. Δεν ακούγονται πια οι κοινοί τόποι περί νέων πολιτικών αρχών. Τώρα είναι η φωνή του αισθήματος που αντηχεί παντού. Μια φωνή που εγκρίνει το δίκαιο ξεσηκωμό των υποτελών κατά των τυράννων. Μια φωνή που εκφράζει την ελπίδα για το θρίαμβο της ανθρωπιάς επί της Βαρβαρότητας, του φωτός επί του σκότους, των δικαιωμάτων του ανθρώπου επί της αυθαιρεσίας των δυναστών»6. 

Με το κείμενο αυτό η «Μικρή Μέλισσα» χαιρέτησε την Επανάσταση των Ελλήνων κατά των Τούρκων που για τέσσερις αιώνες κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρειο Αφρική. Επανερχόμενη ένα χρόνο αργότερα στο ίδιο θέμα, η «Μικρή Μέλισσα» υπενθύμισε στους Πολωνούς που ζούσαν το δράμα του διαμελισμού της χώρας τους από τους Ρώσους, Πρώσους και Αυστριακούς, τον ηρωισμό της μικρής Ελλάδας που πήρε τα όπλα «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Στο τόλμημά τους αυτό είδαν το πρότυπο για την απελευθέρωση και της δικής τους χώρας από τους ξένους δυνάστες.

«Η βαρβαρότητα και η εκδίκηση των Τούρκων σε συνδυασμό με την ακατάσχετη σφαγή και λαφυραγωγία, αποσκοπούν στην εξολόθρευση των δυστυχών Ελλήνων. Αλλά το θάρρος που τους ενδυναμώνει στην απελπισία, αναπτερώνει τις ελπίδες τους για τη νίκη επί ενός ασύγκριτα ισχυρότερου κατακτητή. Από τη μια ο φανατισμός εξαγριώνει τις οθωμανικές ορδές. Από την άλλη, η δυστυχία που προκαλεί η καταπίεση τεσσάρων αιώνων, ωθεί τους Χριστιανούς στη νίκη ή στο θάνατο. Για τους πρώτους κάθε ανθρώπινη καρδιά αισθάνεται συμπόνοια. Για τους δεύτερους ο ουρανός καλεί σε εκδίκηση»7.

Άλλο φιλελεύθερο περιοδικό εκδιδόμενο στην υπό ρωσική κατοχή Βαρσοβία, η «SYBILLΑ», εκθειάζει στο τεύχος του Απριλίου 1821, «τους Έλληνες αγωνιστές που ρίχτηκαν στη φωτιά του πολέμου για να απαλλαγούν από τον απάνθρωπο ζυγό των Ασιατών:

«Ως Πολωνός, δεν θα άρμοζε να εύχομαι την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της μόνης Δύναμης που δεν ζήτησε τη δική μας ταπείνωση. Τήρησε μάλιστα τις συνθήκες διαμαρτυρόμενη για το διαμελισμό της χώρας μας. 

Σαν άνθρωπος όμως που συγκινείται από την ανθρώπινη δυστυχία και επιθυμεί την πρόοδο και το καλό των Εθνών, τάσσομαι με όλες μου τις δυνάμεις για την απαλλαγή των μαχόμενων Ελλήνων από τον ανίερο οθωμανικό ζυγό. Αυτών που βυθίζουν στο σκοτάδι και αλυσοδένουν το ωραιότερο κομμάτι της Ευρώπης, την κοιτίδα της ελευθερίας και του αρχαίου μεγαλείου»8.

Το άρθρο υπογράφεται από τον εκδότη του περιοδικού «SΥBILLΑ» Φραγκίσκο       Grzymala. Οι γραμμές αυτές μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε στην πραγματική του διάσταση το κίνημα του πολωνικού φιλελληνισμού.

Ζώντας υπό ξένη κατοχή και διαμελισμένοι από τους ισχυρούς γείτονές τους, οι δυστυχείς Πολωνοί είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται συμπάθεια προς τους Τούρκους οι οποίοι, όχι Βέβαια από συμπόνοια, αλλά για το δικό τους όφελος, αντέδρασαν στην διαίρεση της Πολωνίας από τους Αυστριακούς, Ρώσους και Πρώσους. «Οι Τούρκοι», γράφει ο δημοσιογράφος Gosztow, «ήταν οι μόνοι που δεν αναγνώρισαν το διαμελισμό της Πολωνίας. Το 1768, ο Σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στους Ρώσους επειδή παραβίασαν τα σύνορα των Λεχών9. Αν και η Τουρκία ενήργησε από συμφέρον, η πολιτική της κρίθηκε εξαιρετικά φιλοπολωνική»10.

Εκτός από τη Βαρσοβία και Κρακοβία, έντονη φιλελληνική δραστηριότητα ανέπτυξε το πολωνικό πανεπιστήμιο στην πόλη Βίλνους, τη σημερινή πρωτεύουσα της Λιθουανίας. Ελληνιστές, καθηγητές μετέφρασαν το καλοκαίρι του 1822, τον αντιοθωμανικό λίβελο «Η Αναγέννηση της Ελλάδος» του αρχαιολάτρη Krug, καθηγητού στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Από το ίδιο πανεπιστήμιο στο Βίλνους αναγγέλθηκε στους Πολωνούς η πανωλεθρία του Δράμαλη στα Δερβενάκια από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ενθουσιώδεις φοιτητές ανήρτησαν στις αίθουσες διδασκαλίας χάρτες με τις κατά ξηρά και θάλασσα νίκες των Ελλήνων.

Άλλος κλασικός δάσκαλος στο Βίλνους, ο Γοδεφρείδος Grodek (1762-1825), εξύμνησε το Ρήγα Φεραίο, τον Τυρταίο της Νέας Ελλάδας και των Βαλκανικών λαών, τους οποίους κάλεσε στο «Θούριο» να λάβουν τα όπλα κατά των Οθωμανών. Μεταξύ των φοιτητών που κέρδισε στην ελληνική υπόθεση, ήταν ο Όμηρος του Έθνους των Πολωνών Αδάμ Mickiewicz (1798-1855)11 και ο ιστορικός Αλέξανδρος Ghodzko (1804-1891). Ο Ghodzko εξέδωσε στην Αγία Πετρούπολη το 1825 συλλογή ελληνικών εθνικών ασμάτων μεταφρασμένων στα πολωνικά και αφιερωμένων στον φίλο του Mickiewicz.

«Παρόμοια έργα», γράφει ο πανεπιστημιακός καθηγητής Ν. Τωμαδάκης, «προσέφεραν μεγαλύτερη Βοήθεια εις την μαχομένην Ελλάδα από μία ολόκληρην στρατιάν». Εμπνευσμένους από φιλελληνικά αισθήματα στίχους έγραψαν οι πολύ αξιόλογοι ποιητές της ιδίας περιόδου Σεβερίνος Coszcynki, Φραγκίσκος Morawski και Ιούλιος Slowaski.

Στο έμμετρο έργο του «Ζήλος για τον Αγώνα», γράφει μεταξύ άλλων ο Coszcyhki:

Έλληνες, Έλληνες, παιδιά της δόξας, 

Σεις που διακριθήκατε στην ιστορία. 

Γιατί να μη μπορεί ένας Σαρμάτης12 

Να υποστηρίξει το δικό σας Αγώνα; 

Ποιος θα μπορούσε να σας καταλάβει 

καλύτερα από το λαό των Λεχών; 

Ποιος θα μπορούσε να σας συμπαρασταθεί καλύτερα 

απ’ αυτούς που στερήθηκαν τη δική τους πατρίδα; 

Στο «Λάμπρος, ο Έλληνας επαναστάτης», ο Slowaski εκθειάζει το γενναίο πειρατή του Αρχιπελάγους Λάμπρο Κατσώνη, και στο οδοιπορικό «Ταξίδι στην Ανατολή» το Φώτο Τζαβέλλα τον οποίο συγκρίνει με τον ήρωα των Θερμοπυλών Λεωνίδα. Καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους, ο Slowaski στάθμευσε στην Κέρκυρα και στην Πάτρα για να συναντηθεί με τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Κανάρη. Σύγχρονος του Slowaski, ο επίσης ρομαντικός ποιητής Σιγισμόνδος Krasinski (1812-1859), μετέφρασε το ποίημα του Γάλλου Raffenel «DESTRUCTION D’ ISPARA» («Καταστροφή των Ψαρρών») ενώ στο δράμα «Ιρυδίων» έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε Έλληνα πολεμιστή.

Στρατευμένη στον εθνικό αγώνα των Ελλήνων ήταν και η Αιμιλία Sczniecka (1804-1896), ιδρύτρια της «Επιτροπής Βοηθείας προς τους Έλληνες». Φλογερή πατριώτισσα και διακεκριμένη κοινωνική λειτουργός, οργάνωσε εράνους για τα ορφανά των αγωνιστών και την περίθαλψη των τραυματιών. Με έδρα την πόλη Poznanη «Μπουμπουλίνα» της  Πολωνίας εργαζόταν  μυστικά από φόβο της «Ιερής Συμμαχίας». Στη φιλελληνική της δράση αναφέρεται ιδιαίτερα ο Josef Straszewicz,  ιστορικός της πολωνικής Επανάστασης το Νοέμβριο του 183013.

 

Στρατευμένος Φιλελληνισμός

 

 

Στο κέντρο της Ακροναυπλίας και σε μικρή απόσταση από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας, βρίσκεται η καθολική εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το 1839, ο Βασιλιάς Όθωνας δώρησε το εγκαταλελειμμένο τέμενος στην ευάριθμη καθολική κοινότητα του Ναυπλίου. Εντός του ιδίου ναού, ο Γάλλος Φιλέλληνας Ιλαρίων Αύγουστος Touret ίδρυσε το 1841 τη γνωστή ως Μνημείο των Φιλελλήνων αψίδα επί της οποίας κατέγραψε 284 ονόματα αλλοδαπών φίλων της Ελλάδας οι οποίοι φονεύτηκαν στα πεδία των μαχών για την απελευθέρωση της από τον οθωμανικό ζυγό.

Από τις χώρες προέλευσης των 284 ονομάτων της αψίδας Touret, κηρυγμένο από το 1951 εθνικό Μνημείο, η Πολωνία κατέχει την όγδοη θέση με οκτώ ονόματα πεσόντων στη μάχη του Πέτα το 1822 και ανά ένας στην Εύβοια και στον Πόρο. Τα ονόματα άλλων 24 Πολωνών φιλελλήνων οι οποίοι φονεύτηκαν αγωνιζόμενοι υπέρ της Ελλάδος κατά τη δεκαετία 1821-1831, εντόπισα στις εξής κατά χρονολογική σειρά, πηγές:

  • Ερρίκου Treiber, «Αναμνήσεις οπό την Ελλάδα». Ο Treiber που συμμετείχε στην Επανάσταση υπό την ιδιότητα γιατρού της γερμανικής λεγεώνας, αναφέρει τα ονόματα των Πολωνών Sotowski και Dzerzawski.
  • Ο Ελβετός Ερρίκος Fornest, συντάκτης καταλόγου 423 Φιλελλήνων ο οποίος απόκειται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μνημονεύει τρία ονόματα Πολωνών Φιλελλήνων άγνωστων σε άλλες πηγές: Denkowski, Grabowski και Miomidowicz. Ανήκαν στο τάγμα αλλοδαπών το οποίο συστήθηκε το 1822 στην Κόρινθο από το Γερμανό στρατηγό Normann Von Ehrenfels.
  • Στο βιβλίο «Ιστορία του Τάγματος των Φιλελλήνων», γραμμένο από τον Γερμανό Δανιήλ Elster, συναντάμε για πρώτη φορά τα πολωνικά ονόματα Dobronowski, Tabernowski, Kosiwski, Pavlowski, Briffat. Του τελευταίου αμφισβητείται η εθνότητα.   
  • Στη μελέτη «Συμμετοχή Πολωνών στον Αγώνα των Ελλήνων», ο Θαδαίος Sinko παραθέτει σύντομες βιογραφικές σημειώσεις των άγνωστων σε άλλες πηγές συμπατριωτών του Gormowski, Gosczinski, Goslawski, Leczyhski, Iosandrowski και Pomorwski.  
  • Στο πληρέστερο περί Φιλελληνισμού του 1821 σύγγραμμα των Γερμανών W. Barth και M. KehrigKorn “ DIE PHILHLLENENZETT”   καταγράφονται για πρώτη φορά τα ονόματα επτά επί πλέον Πολωνών φιλελλήνων: Derkmann, Blasczowski, Bromikowski, Dobrycs, Gerzawski, Jakubowski και Jorosakowski.
  • Στο Μνημείο Φιλελλήνων της Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αναγράφονται τα ονόματα των πεσόντων στη μάχη του Πέτα Koulschelewski, Lasky, Mirziewski, Mlodowski, Dielsiewski, Dobronowski και των πεσόντων στην Εύβοια και στον Πόρο Pronokowski και Odworski.

Επιφανέστερος των 32 συνολικά γνωστών Πολωνών που επολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων το 1821-1831, είναι ο Mirziewski, πρώην αξιωματικός στη φρουρά του Μεγάλου Ναπολέοντος τον οποίο συνόδευσε στη νήσο Έλβα και αργότερα στο Παρίσι. Διακρίθηκε για τον ηρωισμό του στη Μάχη του Πέτα στις 4 Ιουλίου 1822, κατά την οποίο φονεύτηκε ενώ επιχειρούσε να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό. Τιμώντας τη μνήμη του, η Ελληνική Πολιτεία έδωσε το όνομά του σε οδό της περιοχής Φιλοπάππου Αθηνών.

Γράφει για τον Mirziewski ο ιστορικός Στασινόπουλος στο Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης τ. Γ’ σελ. 111:

«Χωρίς όρια ήταν ο ενθουσιασμός του για τον ηρωικό ξεσηκωμό των Ελλήνων. Λίγο πριν τη μάχη στου Πέτα, έκανε την ακόλουθη ομολογία στον Ιταλό συνταγματάρχη Dania: «Παντού όπου πολέμησα, υπό τον Ναπολέοντα και τον Μπολιβάρ, στη Γαλλία, στη Ρωσία, στο Πεδεμόντιο, στη Νεάπολη και τη Νότια Αμερική, διαπίστωσα πόσο άσκημα πάει ο κόσμος. Έχω όμως ήσυχη τη συνείδησή μου γιατί από νέος αγωνίστηκα για τη δικαίωση των καταπιεζομένων. Πιστός στην αρχή μου αυτή, μια μόνο έχω επιθυμία. Να πεθάνω για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Ας δώσει ο Θεός να αναπαυτώ στην ηρωική αυτή γη. Μιλούσε με τόσο αυτοπεποίθηση ώστε οι Έλληνες υποκλίνονταν μπροστά του χωρίς να τον καταλαβαίνουν και σταύρωναν τα χέρια όπως έκαναν στην εκκλησία». 

Για τον Koulschelewski, υπάρχουν πολλές παραλλαγές του ονόματός του. Κατά τους Barth, Kehrig-Korn, πολέμησε στο πλευρό των Ελλήνων στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο. Έπεσε μαχόμενος στου Πέτα στις 4 Ιουνίου 1822. Ο Mlodowski ήρθε στο Ναυαρίνο μαζί με 30 άλλους Γερμανούς και Πολωνούς Φιλέλληνες τον Ιανουάριο του 1822. Ήταν νέος φοιτητής και σκοτώθηκε στου Πέτα. Ο Dielsiewski αποβιβάστηκε στη Μονεμβασία στις 4 Απριλίου 1822, με το γαλλικό πλοίο «ΒΟΝΝΕ ΜΕRΕ». Στρατολογήθηκε στη λεγεώνα των Φιλελλήνων και έπεσε στη μάχη του Πέτα.

Για τον Dobronowski Έμμεριχ γνωρίζουμε ότι ήταν από τους πρώτους ξένους που έλαβε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Τον Pronokowski αναφέρει ο Tadeusz Sinco χωρίς άλλο προσδιορισμό εκτός από το θάνατό του στη μάχη του Πέτα. Ο τελευταίος των αναγραφομένων στο Μνημείο Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου, έπεσε κατά τη διάρκεια αψιμαχίας στον Πόρο το 1829.

 

Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

 

Υποσημειώσεις

 

 

1   Η δημοσιευμένη μελέτη αποτελεί μέρος διάλεξης την οποία έδωσα την 25η Οκτωβρίου 1988 στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου LODZ της Πολωνίας.

2 Για το Μνημείο των Φιλελλήνων στην καθολική εκκλησία Ναυπλίου βλ. Μάρκου Ν.        Ρούσσου – Μηλιδώνη, περ. «Σύγχρονα Βήματα» αρ. 68 σελ. 224-254 B/DAS MONYMENT DER PHILHELLENEN IN NAFPLIO, Αθήνα 1992 σελ. 120.

3 TADEUSZ SINCO, Συμμετοχή Πολωνών στην Ελληνική Επανάσταση (πολωνικοί, «Σύγχρονο Περιοδικό Βαρσοβίας» αρ. 42 σελ. 272-300.

4 ANUSZ STRASBURGER, LE PHILHELLENISME EN POLOGNE AUX ANNEES DE L   INSURRECTION GRECQUE 1821-1828. Επετηρίδα Βαλκανικών Μελετών αρ. 12 (Θεσσαλονίκη 1972), σελ. 106-116.

Λόγος Γ. Τερτσέτη εκφωνηθείς εις τη Βουλή των Ελλήνων στις 28 Μαρτίου 1854   κατά τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου.

Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 2, έτος  1821, σελ. 296.

7 Περ. «Μικρή Μέλισσα» Κρακοβίας αρ. 3, έτος   1822 σελ. 69.

8  SYBILLA NADWISKANSKA, τ. 1 κεφ. VI σελ. 58.

9 Λεχοί καλούνται οι Πολωνοί από τον κατά τη μυθολογία γενάρχη τους Λεχ.

10 GOSZTOW, LA TURQUIE ET LA RUSSIE, Παρίσι 1913, σελ. 5.

11 Αδάμ MICKIEWICZ: Μεγάλος επικός ποιητής της Πολωνίας. Έγραψε τα έπη  «Κυρ Θαδαίος», «Πρόγονοι», «Νύχτα των ονείρων».

12 Συλλογική ονομασία των λαών της Βορείου Ευρώπης, κυρίως των Ρώσων, Πολωνών, Ουκρανών και των κατοίκων των τριών μικρών βαλτικών χωρών Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας.

13 JOSEF STRASZEWICZ, Πολωνοί και Πολωνέζες στην Επανάσταση της 29ης   Νοεμβρίου 1830 (στα γαλλικά), Παρίσι 1830.

  


Read Full Post »

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

Τρικούπης Μ. Ιωάννης (1750-1824)


 

 

Ιωάννης Τρικούπης

Ο Ιωάννης Μ. Τρικούπης (1750-1824), πατέρας του Σπυρίδωνα και παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, γεννήθηκε και πέθανε στο Μεσολόγγι. Ήταν γιος του Ματθαίου Τρικούπη, πλοιάρχου και προεστού της πόλης, και της Ρήνας Αναστασίου Κουρκουμέλη.  Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε στη γενέτειρά του, με δάσκαλο τον Παναγιώτη Παλαμά. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιθάκη μαθαίνοντας ιταλικά και γαλλικά, και κατόπιν στην Πάτρα. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γαβριήλ τον οποίο ακολούθησε για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, όταν εξελέγη πατριάρχης με το όνομα Γαβριήλ Δ’. Περί το 1780 επέστρεψε στο Μεσολόγγι, όπου εγκαταστάθηκε μονίμως.

Ως πρωτότοκος διαδέχθηκε τον πατέρα του, τόσο στις ιδιωτικές υποθέσεις τους όσο και στην ενασχόληση με τα κοινά, εκλεγόμενος και αυτός προεστός. Εξαιρετικά δίκαιος και τίμιος, έχαιρε μεγάλης υπόληψης μεταξύ των συμπατριωτών του. Συγχρόνως όμως είχε κερδίσει και τη συμπάθεια του Αλή Πασά, που του παρείχε ειδικά προνόμια, μεταξύ των οποίων και την άδεια να φορά ευρωπαϊκά ρούχα. Με τα κουστούμια αυτά, αλλά και λόγω της ευρωπαϊκής του κουλτούρας, έμοιαζε περισσότερο με ξένο ευγενή παρά με μεσολογγίτη προύχοντα. Με την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα και το επιχειρηματικό πνεύμα που τον διέκρινε, αύξησε σημαντικά την πατρική περιουσία, την οποία κατόπιν διέθεσε σχεδόν όλη για τις ανάγκες του Αγώνα.

Εβδομηντάχρονος σχεδόν, ήταν από τους πρώτους που μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και με την κήρυξη της Επανάστασης εξελέγη πρόεδρος των δημογερόντων και στη συνέχεια των εφόρων της πόλης. Υπηρέτησε τον Αγώνα στο πολιτικό πεδίο, αρχικά ως γερουσιαστής στη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και κατόπιν ως μέλος του πολιτικού τμήματος του συμβουλίου της Γενικής Διευθύνσεως της Δυτικής Ελλάδος. Λίγο πριν τον θάνατό του, το 1824, εκλέχθηκε και μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα αντικαθιστούσε κατά την απουσία του τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Ο Ιωάννης παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Παλαμά, κόρη της γνωστής και λογίας οικογένειας της πόλης. Απέκτησαν εννέα παιδιά, επτά αγόρια και δύο κορίτσια: τον Σπυρίδωνα, τον Αναστάσιο, η ύπαρξη του οποίου μέχρι τώρα αγνοείτο από τους βιογράφους της οικογένειας, τον Μάνθο και τον Κωνσταντίνο, που βρήκαν ηρωικό θάνατο στο Μεσολόγγι, τον Απόστολο, τον Νικόλαο, για τον οποίο δεν έχουμε πολλά στοιχεία, τον Θεμιστοκλή, την Ειρήνη, κατόπιν σύζυγο Ιωάννη Ραζηκότσικα και τη Μαρία, κατόπιν σύζυγο του δημάρχου Μεσολογγίου Δημητρίου Καψάλη.

 

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο  της Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

  

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη – Μία a posteriori*ιατροδικαστική εκτίμηση


 

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του Γέρου, γεννήθηκε στα 1798 και ήταν από τους πιο μορφωμένους Μωραΐτες στα χρόνια του μεγάλου ξεσηκωμού.** Μάλιστα ο Φωτάκος τον κατατάσσει δεύτερο μετά το Γεώργιο Σέκε­ρη. Είχε σπουδάσει στην Ακαδημία της Κέρκυρας (με συμμαθητή τον Γ. Τερτσέτη), ήταν άριστος μαθηματικός και γνώριζε καλά την αρχαία ελληνική και ιταλική γλώσσα και λίγα γαλλικά.

Σκοτώθηκε την εποχή του εμφυλίου, στις 13 Νοεμβρίου 1824, ημέρα Τρίτη και ώρα 4 μ.μ. λίγο έξω από το χωριό Παλλάντιο (Μπεσίρι) της Αρκαδίας, καθ’ οδόν προς Συλίμνα. Την επομένη το πτώμα του μεταφέρθηκε στη Συλίμνα και τάφηκε έξω από την εκκλησία του χωριού. Για τη δολοφονία του γράφτηκαν πολλά. Στις συνθήκες του θανάτου του αναφέρονται κυρίως ο αυτόπτης Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο Φωτά­κος.***

Συνέκδημος Ιατροδικαστική, 1870.

Για τη δολοφονία του Πάνου εντοπίσαμε μια a posteriori ιατροδικαστική εκτίμηση, που έγινε πολύ αργότερα και με βάση το κρανίο του, από τον γιατρό Ιωάννη Π. Πύρλα και δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» (Εν Αθήναις 1870, σσ. 101-103).

Ο Πύρλας υπήρξε πραγματικός ιατροφιλόσοφος με σημαντικό συγγραφικό έργο, μια πολύπλευρη προσωπικότητα, που άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην εποχή του. Γεννήθηκε στα 1818 στην Τρίπολη και πέθανε στα 1901 στην Αθήνα. Η «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» εκδόθηκε σε τρεις τόμους (1870-1874) και υπήρξε το τρίτο, και πλήρες, σύγγραμμα ιατροδικαστικής, που εκδόθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα.****

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν την ιατροδικαστική του εκτίμηση:

 

«Τα επί του κρανίου τοιαύτα τραύματα εν γένει εισί θανατηφόρα, οσάκις η σφαίρα εισέλθη εις τον εγκέφαλον. Ο θάνατος είναι τόσον ταχύτε­ρος, όσον το τραύμα κείται εγγύτερα τη βάσει του εγκεφάλου. Τοιούτον τραύμα τάχιστα θανατηφόρον υπέστη ο Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης το 1824.

Γνωστόν εστίν ότι ο πρωτότοκος ούτος υιός του Θ. Κολοκοτρώνου, όστις διεκρίνετο τω καιρώ εκείνω επί παιδεία και ικανότητα, εφονεύθη παρά την Τρίπολιν μετά την λήξιν εμφυλίου μάχης, συναφθείσης παρά τω χωρίω Θάνα, καθ’ ην ηττηθείς μετέβαινεν εις το χωρίον Σιλίμνα, ένθα ήτο στρατοπεδευμένος ο πατήρ αυτού· εν ω εβάδιζεν έφιππος επί της αγούσης εκ χωρίου Μπεσρίου εις Σιλίμναν, συνοδευόμενος παρ’ ο­λίγων σωματοφυλάκων˙ άνδρες εξ τον αριθμόν ευρισκόμενοι μετά την μάχην επί της θέσεως Κλεισούρα καλούμενης όπισθεν πετρών, πολύ απέχουσαν αυτού, πυροβολούσι κατά των οπι­σθίων αυτού μάλλον προς ύβριν παρά προς βλάβην, διότι μόλις η σφαίρα τουφεκίου έφθανεν, ότε μία μόνον σφαίρα τουφεκίου επιμήκους κρητικού, αφιχθείσα έτυχεν κακή μοίρα εξαιρε­τικώς μόνον τον Πάνον ήτις προσκρούσασα με­τά κρότου επί του κρανίου διήλθεν αυτό εκ των οπισθίων προς τα εμπρός και δεξιόθεν προς τ’ αριστερά πλαγίως, και επέφερεν αμέσως τον θά­νατον, καταπεσόντος του φονευθέντος εκ του ίππου και εγκαταλειφθέντος εκεί παρά των εριήρων εταίρων του, οίτινες ώχοντο φεύγοντες.

Το κρανίον του ατυχούς τούτου αρχηγού, το οποίον διατηρούμεν παρ’ ημίν, παρέχει λίαν περιέργους τας επ’ αυτού λυγράς οπάς της διελθούσης σφαίρας. Η μεν της εισόδου κείται επί της οπί­σθιας χώρας του δεξιού βρεγματικού οστού, 20 χιλιοστόμετρα απέχουσα της κορυφής του ινίου είνε κυκλική, και έχει διάμετρον κατά την εξω­τερική πλάκα του κρανίου 19 χιλιοστόμετρα, ά­γει δε ευρυνομένη εκ των εκτός προς την εσωτερικήν πλάκα, εν η η διάμετρος της οπής είνε 24 χιλιοστ. Η δε της εξόδου κείται επί του μετωπικού οστού προς τα όπισθεν και υπέρ άνω της αριστεράς ζυγωματικής αποφύσεως, (επί του μηνιγκίου), απέχουσα της οφθαλμικής κόγχης 25 χιλιοστομ. Η οπή αύτη έχει σχήμα ωοειδές ως κομβοδόχης πλατείας εκ των άνω προς τα κάτω, ευρυνόμενον δε εκ της εντός προς την εκτός πλάκα του κρανίου· και η μεν οπή της ε­ντός πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 7 χιλιοστ. την δε μείζονα 17 χιλιοστόμετ. η δε της έξω πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 22 χιλιοστομ. και την μείζονα 30 · ώστε η επί της έξω πλακός οπή, διατηρούσα το όμοιον σχή­μα της εντός, υπάρχει πολύ ευρύτερα.

Εκ της τοιαύτης διαθέσεως των οπών τούτων έπεται εκ των προρρηθέντων ότι η σφαίρα προσέκρουσεν καθέτως κατά του κρανίου εκ των οπισθίων, διόπερ και κυκλική εγένετο η οπή ότε διατρυπήσασα τας μήνιγκας του εγκεφάλου και αυτόν διαμπερές, καθ’ α απώλεσε μέρος της δυ­νάμεως αυτής, προσέκρουσεν αύθις πλαγίως επί της πλαγίας αριστεράς χώρας του μετωπικού ο­στού τούτων ένεκεν παρήχθη το τε επίμηκες ως κομβοδόχης σχήμα, η ευρύτης της όλης οπής, και το ευρύτερος της έξωθι πλακός. Εν συνόλω ειπείν αμφότεροι αι οπαί αύται της τε εισόδου, και της εξόδου διαφέρουσι πολύ προσαλλήλας˙ η της εισόδου είνε κανονική, και μείζονος διαμέ­τρου της εξόδου ως προς την μικροτέραν ταύτης διάμετρον. Ο δε θάνατος επήλθε τάχιστα ου μό­νον διότι η σφαίρα διήλθε διαμπερές και διαγω­νίως τον εγκέφαλον˙ αλλά και διότι διήλθε παρά την βάσιν αυτού.»

 

Υποσημειώσεις 


 

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Α posteriori, η γνώση που προέρχεται από την εμπειρία. Ο όρος «a posteriori» (Λατινικά: «εκ των υστέρων»), χρησιμοποιείται στην Φιλοσοφία μαζί με τον όρο «a priori» (Λατινικά: «εκ των προτέρων») για να προσδιορίσει έναν ειδικό τύπο σχολαστικής γνώσης. Ο ακριβής ορισμός του είναι ζωτικής σημασίας στην επιστημολογία, δηλαδή την μελέτη της γνώσης. Η φιλοσοφική εξέλιξη του όρου καθώς και η διενέξεις αναφορικά με τον ορισμό του και την χρήση του καθιστούν δύσκολη την επεξήγησή του. Δεινά υπεραπλουστευμένος ορισμός θα ήταν ο εξής: η a posteriori γνώση είναι γνώση που αποκτάται εμπειρικά και εξαρτάται από αυτήν την εμπειρία.

** Για τον Πάνο Κολοκοτρώνη βλέπε Χρίστου Στασινό­πουλου, «Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», Αθήνα χ.χ., Εκδόσεις Δεδεμάδη, τόμος Β’, σσ. 467- 470.

*** Θεόδωρου Ρηγόπουλου, «Απομνημονεύματα από των αρχών της επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881», Αθήναι 1979, σσ. 44-48, και Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδόσεις Χαρ. Μπούρα, τόμος 1ος, σσ. 542-546.

**** Γεωργίου Κατσά, «Η Ιατροδικαστική και τοξικολογία εν Ελλάδι από Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερον», περιοδικό «Ιατρική Πρόοδος», Μάιος 1937, σσ. 148-149.

 

Κώστας Δανούσης

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 33, Μηνιαία Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Φεβρουάριος 1991.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τρικούπη  Αικατερίνη (1800-1871)


 

Η Αικατερίνη Τρικούπη γύρω στα 1860.

Αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του Χαρίλαου και της Σοφίας Τρικούπη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1800. Καταγόταν από τη μητέρα της από την ηγεμονική οικογένεια των Καρατζά και από τον πατέρα της από την οικογένεια των Μαυροκορδάτων. Η Αικατερίνη ήταν κόρη του εγγονού του πρώτου πρίγκιπα Μαυροκορδάτου. Ο πατέρας της Νικόλαος (1744-1818), ο παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, υπήρξε λόγιος και υψηλόβαθμος αξιωματούχος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ενώ η μητέρα της Σμαράγδα  ήταν κόρη του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.

Όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση η Αικατερίνη ζούσε στην Κωνσταντινούπολη με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της. Κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου είδε το σπίτι της να παραβιάζεται και τον αδελφό του πατέρα της ανασκολοπισμένο. Κατόρθωσε να γλυτώσει τη σύλληψη καταφεύγοντας στο σπίτι ενός Άγγλου ιερέα. Με τη βοήθεια του ιερέα αυτού, του αδελφού της Αλέξανδρου αλλά και του Σπυρίδωνα Τρικούπη, κατάφερε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη,  μαζί με την μητέρα και την αδελφή της, και να φτάσει στο Ναύπλιο τον Οκτώβριο του 1825.

 

Πορτραίτο της Αικατερίνης Τρικούπη (12 Φεβρουαρίου 1861, Λονδίνο) αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του πρωθυπουργού και ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του επίσης πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη και της Σοφίας Τρικούπη. Έργο του Γάλλου φωτογράφου Camille Silvy (1834-1910).

 

Τον Ιανουάριο του 1826 παντρεύεται στο Ναύπλιο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, γάμο συμφωνημένο από τον αδελφό της και τον Τρικούπη όσο εκείνη βρισκόταν ακόμη στην Πόλη. Θα αποκτήσουν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα* και ο Όθων**, σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος, μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία.

Η Αικατερίνη, μεγαλοπρεπής στο παράστημα, έκτακτης μόρφωσης, προσηνής και ευχάριστη στους τρόπους, ήταν υπόδειγμα γυναίκας επιφανούς, μητέρας και συζύγου μοναδικής. Στις αυλές του Παρισιού και του Λονδίνου, όπου ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν πρεσβευτής, είχε καταλάβει λόγω των χαρισμάτων της εξαιρετική θέση. Πέθανε στην Αίγινα, όταν πνίγηκε ενώ κολυμπούσε στην παραλία μπροστά από το σπίτι τους, σε ηλικία 71 ετών, στις 15 Ιουλίου 1871.

Υποσημειώσεις


 

* Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

 

Πηγές

 


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (Μάνη 1804 – Κυπαρισσία 1825)

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1827.

 

 «Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…» [Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1830.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (1804-1825)


 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Αγωνιστής του ’21 και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Γεννήθηκε στη Μάνη το 1804 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1825. Στα δεκαεπτά του χρόνια αφοσιώθηκε στον εθνικό αγώνα. Μπήκε με τον πατέρα του στην Καλαμάτα και με τον αδελφό του Ηλία και το θείο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη πολέμησε γενναία στη μάχη του Βαλτετσίου. Κατά την εισβολή του Δράμαλη, κλείσθηκε στην ακρόπολη του Άργους, αντιτάσσοντας απεγνωσμένη άμυνα κατά του εχθρού.

Μετά την απόβαση του  Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο, οι Αιγύπτιοι λεηλατούσαν τις επαρχίες της Μεσσηνίας και την Κορώνη, στις  9 Απριλίου 1825 παρατάχθηκαν μπροστά από το φρούριο του Νεοκάστρου. Ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης έσπευσε να εισέλθει στο φρούριο με πολλούς άλλους. Περιφερόμενος στις 14 Απριλίου 1825 στις επάλξεις για να εμψυχώσει τους Έλληνες, τραυματίστηκε και πέθανε από αυτό το τραύμα αργότερα στην Κυπαρισσία.

Στην εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», που εκδιδόταν στο Μεσολόγγι από την 1η Ιανουαρίου του 1824,  διαβάζουμε:  

Μεσολόγγιον 26 Μαρτίου 1825,

«Από γράμματα Ναυπλίου των 20 του τρέχοντος…. Εις τας 16 του τρέχοντος οι εχθροί επιχείρησαν να κάμουν έφοδον κατά του Νεοκάστρου, αλλ’ απέτυχον αποκρουσθέντες από τους εντός του φρουρίου γενναίως, και πολεμηθέντες ενταυτώ και από τους έξω
πολιορκούντας αυτούς Έλληνας, μεταξύ των οποίων ο περίφημος Ολύμπιος στρατηγός Καρατάσσος, και ο νεώτερος υιός του Πέτρου Μαυρομιχάλη ο καπετάν Γιάννης έδειξαν ηρωϊσμόν μέγαν πολεμήσαντες συστάδην· ο πρώτος περικυκλωθείς από τους εχθρούς με τους περί αυτόν αιφνηδίως, αντεστάθη ικανήν ώραν, και φονεύσας πολλούς εξήλθε τελοσπάντων από τας χείρας των αβλαβής, και θριαμβευτής· ο δεύτερος, άξιος αδελφός και συγγενής των ηρώων Ηλία, και Κυριακούλη, αφού ήλθε και αυτός εις χείρας σχεδόν με τους εχθρούς, πληγωθείς την δεξιάν χείρα ετραβίχθη ενδόξως από το πεδίον της μάχης…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 25.]

«Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

«Αδελφοί Έλληνες!

Ευχαρίστως έπιον και το πικρόν τούτο ποτήριον. Εθυσιάσθη ενδόξως μαχόμενος υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος και έτερος φίλτατός μου υιός Ιωάννης Μαυρομιχάλης, όστις ετραυματίσθη κατά την εν Νεοκάστρω μάχην εις τας 14 του παρόντος ανδρείως πολεμών τον βάρβαρον εχθρόν, και μετά οκτώ ημέρας παρέδωκε το πνεύμα του εις τον θεόν.

Ούτος ο ένδοξος μάρτυς της φιλτάτης ελευθερίας, ήδη επαναπαύεται εις τους κόλπους του Αβραάμ και αγάλλεται αξιωθείς να επισφραγίση την δόξαν του με τοιούτον έντιμον θάνατον. Γαίαν έχοις ελαφράν, τέκνον γλυκύτατον των αθανάτων προπατόρων σου, άξιον και των μαχιμωτάτων αδερφού σου και θείου σου Ηλιού και Κυριακούλη εφάμιλλον! ο θάνατός σου ήδη βαλσαμόνει τας κινδυνώδεις πληγάς, όσας αι δειναί περιστάσεις ήνοιξαν εις την καρδίαν μου, επειδή με δίδει χρηστάς ελπίδας ότι της Σπαρτιατικής ευθαρσίας σου το παράδειγμα το αξιομίμητον θα ελευθέρωση το πατρώον έδαφος από την στυγεράν παρουσίαν των απάνθρωπων τυράννων˙ ναι αδερφοί Έλληνες! και φίλτατοί μου Σπαρτιάται! το γενναίον παράδειγμα του νεανίσκου τούτου μιμούμενοι δράμετε να εκδικηθήτε το αίμα του»

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Εν Τριπολιτσά, 25 Μαρτ. 1825.

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 32.]

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 16ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «Adam Friedel / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »