Άποψη της Κορίνθου και το Κάστρο Ακροκορίνθου, (1803), σχέδιο του Βρετανού William Walker (1780-1868).
Posted in Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, corinth, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ακροκόρινθος, Γκραβούρες, Ζωγραφική, Ιστορία, Κόρινθος, Περιηγητές, William Walker on 30 Μαΐου, 2022| Leave a Comment »
Posted in Λογοτέχνες - Ιστορικοί, Πρὀσωπα, Περιηγητές, Φιλἐλληνες, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Fredrika Bremer, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Περιηγητές, Πολιτισμός, Σουηδία, Φρέντρικα Μπρέμερ, Φιλέλληνες, Livet i gamla världen, Sweden on 24 Μαΐου, 2022| Leave a Comment »
Fredrika Bremer (1801-1865)
Η Φρέντρικα Μπρέμερ γεννήθηκε στο Τούρκου της Φινλανδίας και ήταν γόνος εύπορης και καλλιεργημένης οικογένειας. Το 1804 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, όπου και πέρασε τα παιδικά της χρόνια λαμβάνοντας μόρφωση σε διάφορους τομείς. Σπούδασε στην Γερμανία, την Ολλανδία και την Ελβετία και αργότερα στη Νορβηγία.
Η Μπρέμερ έγραψε λογοτεχνικά έργα που έχουν σήμερα ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς περιγράφουν τη Σουηδία των ημερών της. Ήταν ανήσυχο πνεύμα με πλούσια φιλανθρωπική δράση, ενώ υπήρξε πρωτοστάτης του γυναικείου κινήματος στη Σουηδία. Πεπεισμένη για τις ικανότητές της και για μια ιδιαίτερη αποστολή που θεωρούσε πως είχε να επιτελέσει, αποφάσισε να μείνει ανύπαντρη. Το 1849 επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, όπου έμεινε για δύο χρόνια, στη διάρκεια των οποίων επισκέφθηκε και την Κούβα. (περισσότερα…)
Posted in Πρὀσωπα, Περιηγητές, Φιλἐλληνες, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek Revival, Αρχαιότητες, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Εικαστικά, Ελληνική Αναβίωση, Μυκήνες, Περιηγητές, Τόμας Χόουπ, Φανή-Μαρία Τσιγκάκου, Φιλέλληνες, Michel-François Préault, Thomas Hope on 2 Σεπτεμβρίου, 2019| Leave a Comment »
Thomas Hope (Τόμας Χόουπ 1769-1831)

Ο Thomas Hope με τουρκική ενδυμασία, έργο του Sir William Beechey
λάδι σε καμβά, 1798. National Portrait Gallery, London.
O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) (1769-1831), από τις θεαματικότερες προσωπικότητες της αγγλικής κοινωνίας στις αρχές του 19ου αιώνα, αναμείχτηκε σε κάθε τομέα καλλιτεχνικής δραστηριότητας, στη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, την εσωτερική διακόσμηση, την ενδυματολογία και τη λογοτεχνία. Κάτοχος μίας σπουδαίας συλλογής ελληνικών αρχαιοτήτων υπήρξε από τους σημαντικότερους προπαγανδιστές του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση») στην Αγγλία και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία αυθεντικότερη ελληνική αισθητική.
Ο Hope ταξίδεψε στην Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο. Επισκέφθηκε την Ελλάδα δύο φορές, μία για την προσωπική του περιήγηση, που κράτησε οκτώ χρόνια (1787-1795), και μία δεύτερη, κατά την οποία περιορίστηκε στην Πελοπόννησο. Εκπόνησε ο ίδιος σχέδια των τόπων που επισκέφθηκε, κάποια από τα οποία ωστόσο αντιγράφουν έργα του Fauvel. Κάποια άλλα τα έχει εκπονήσει ο Γάλλος ζωγράφος Michel-François Préault.
Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από τον ίδιο σε έξι τόμους. Η θεματική τους δεν περιορίζεται στην απεικόνιση αρχαιοτήτων, αλλά περιλαμβάνει και απόψεις των σύγχρονων πόλεων και κτηρίων, καθώς και απεικονίσεις προσώπων με παραδοσιακές ενδυμασίες. Υπάρχει και ένας τόμος με ενδυμασίες και δείγματα επίπλων της αρχαιότητας.
Ο Hope αποτελούσε τυπικό αρχαιόφιλο τουρίστα της εποχής. Από τα προϊστορικά μνημεία που ήταν γνωστά την εποχή αυτή ο Hope απεικόνισε αυτά των Μυκηνών. Υπάρχουν οκτώ εικόνες με σχετικά θέματα, από τις οποίες επτά είναι σχέδια. Η όγδοη είναι υδατογραφία, η οποία απεικονίζει μια γενική άποψη των Μυκηνών και ουσιαστικά αποτελεί διαφορετική εκδοχή ενός από τα σχέδια. Και στις δύο εικόνες απεικονίζονται σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, ενώ η υδατογραφία διακρίνεται για τον ρομαντικό τόνο που της δίνει η φωτοσκίαση. Το προοπτικό σχέδιο της Πύλης των Λεόντων έχει επίσης σύγχρονες μορφές, οι οποίες απεικονίζονται να μετρούν τις διαστάσεις του μνημείου και να το σχεδιάζουν.

Μυκήνες, άποψη τής Ακρόπολης. Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Mycenae-platform or esplanade of the citadel-gate of the lions-wall of the cyclops- wall of Agamemnon’s tomb-bed of the torrent at the bottom of the precipice wh. separates the esplanade of the citadel from the mountains behind it». «Μυκήνες-κρηπίδωμα ή esplanade της ακρόπολης – πύλη των λεόντων – τείχος των κυκλώπων – τοίχος του τάφου του Αγαμέμνονος – κοίτη του ποταμού στο βάθος του γκρεμού που χωρίζει την esplanade της ακρόπολης από τα πίσω βουνά». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Gate of the Cyclops at Mycenae – n.b. the top stone with the Lions measures 10 1/2 ft 5 in height in the center». «Πύλη των Κυκλώπων στις Μυκήνες – ή ανώτατη πέτρα με τούς λέοντες έχει διαστάσεις 10 1/2 πόδια ύψος, στο κέντρο». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Ατρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae-part uncovered which serves to light the chambre». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – ακάλυπτο τμήμα που χρησιμεύει για να φωτίζει το θάλαμο». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

Μυκήνες, τμήμα τής εισόδου του λεγόμενου Τάφου τής Κλυταιμνήστρας – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. «Entrance of the Treasury of Atreus, Mycenae». «Είσοδος τού Θησαυρού τού Ατρέως, Μυκήνες».
Ο Hope παρεννόησε το μνημείο και το αναφέρει ως «ο Τάφος του Ατρέως». Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον άλλο θολωτό τάφο, πού βρίσκεται δυτικά της Πύλης των Λεόντων και πού είναι γνωστός ως «ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας». Ο τάφος αυτός ήταν ελάχιστα γνωστός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πράγμα που εξηγεί την παρανόηση του Hope. Ο Γ. Ε. Μυλωνάς στο βιβλίο του «Πολύχρυσοι Μυκήνες», Αθήνα, 1983, αναφέρει (σελ. 175): «Κατά την τοπική παράδοση ο τάφος απεκαλύφθη από χωρικούς που κατασκεύασαν την αύλακα του παλιού των υδραγωγείου, είτε το 1808 είτε το 1812. Κατά τύχην η αύλαξ αυτή περνούσε επάνω από την κορυφή της θόλου του τάφου και κατά την κατασκευή του ευρέθη η λίθινη κορυφή τού θαλάμου». Στο σχέδιο του Hope διακρίνεται – στο πρώτο επίπεδο – ένα είδος αυλακιού που φθάνει έως το τύμπανο. Η παράσταση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί από τις πρωιμότερες απεικονίσεις του μνημείου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)
Στο ταξίδι του αυτό απεικόνισε και το Ναύπλιο και την Κρήνη του Χασάν Πασά.

Thomas Hope – Ναύπλιο, μερική άποψη τής πόλης από δυτικά. Σχέδιο με μελάνι και υδρόχρωμα σε χαρτί, τέλος 18ου αιώνα.

Thomas Hope – Ναύπλιο, γενική άποψη τής πόλης από τη θάλασσα, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με μελάνι σε χαρτί. Η άποψη αυτή θα πρέπει να σχεδιάστηκε από το Μπούρτζι, διότι όχι μόνο είναι αρκετά κοντινή, άλλα επιπλέον απεικονίζεται ολόκληρο το αριστερό τμήμα της πόλης το όποιο συνήθως καλύπτει ο όγκος του φρουρίου. Η άποψη αποτελεί μία εξαιρετικής σημασίας οπτική μαρτυρία για το προεπαναστατικό Ναύπλιο, δεδομένου ότι διασώζει παραδοσιακούς αρχιτεκτονικούς τύπους, αποκαλύπτοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Στην επάνω εικόνα (λεπτομέρεια) απεικονίζεται και το τουρκικό περίπτερο (τουρμπές) στην αποβάθρα του Ναυπλίου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)
O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) γεννήθηκε στο Άμστερνταμ το 1769 από εύπορη οικογένεια Σκοτσέζων τραπεζιτών που, από τα τέλη του 17ου αιώνα, ήταν εγκατεστημένοι στην Ολλανδία. Ο πατέρας του, John Hope (1737-84), είχε παντρευτεί το 1764 την κόρη τού δημάρχου του Ρότερνταμ, Philipinna van der Hoeven (1738-90) και είχαν αποκτήσει τρία παιδιά: τον Thomas, τον Adrian-Elias και τον Henry-Philip. Oι Hope έχοντας διασφαλίσει την κοινωνική παραδοχή ως αριστοκράτες του εμπορίου καταξιώθηκαν και στο χώρο της καλλιτεχνίας ως διακεκριμένοι συλλέκτες και μαικήνες της τέχνης.
Μόλις έκλεισε τα 18 του χρόνια ο Thomas, όπως όλοι οι νέοι τής τάξης του, ξεκίνησε για το καθιερωμένο Grand Tour· αλλά η δική του περιοδεία στην Ευρώπη κράτησε περισσότερο από το συνηθισμένο, οκτώ χρόνια, από το 1787 έως το 1795. Πριν από το τέλος του 18ου αιώνα ο Tomas Hope είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένες επισκέψεις στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Αίγυπτο και τη Μ. Ασία.
Η επέλαση της Ναπολεόντειας στρατιάς στην Ευρώπη ανάγκασε τους Hope να εγκαταλείψουν την Ολλανδία και να εγκατασταθούν, το 1795, στο Λονδίνο. Ο Thomas, που ο θάνατος των γονιών του τον είχε καταστήσει κληρονόμο ενός τεράστιου μέρους της οικογενειακής περιουσίας, επιδίωξε τότε να προβληθεί στην υψηλή αγγλική κοινωνία.
Το 1799 απέκτησε ένα πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street) έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam, και το 1807, ένα χρόνο μετά το γάμο του με την Louisa Beresford, αγόρασε την εξοχική έπαυλη και το κτήμα του Deepdene στο Surray. Τα δύο κτίρια δεν υπηρετούσαν απλώς την ανάγκη του ιδιοκτήτη τους να φιλοξενεί με τον πιο φανταχτερό τρόπο την κοσμική αγγλική κοινωνία· παράλληλα, σκοπός τους ήταν να στεγάσουν τις πολυπληθείς συλλογές του μέσα σε ένα αρκετά ιδιόρρυθμο και εκθαμβωτικό περιβάλλον, πού αποτελούσε την έκφραση των αισθητικών αντιλήψεων του ιδιοκτήτη, δηλαδή του λεγόμενου «στυλ Hope».
Οι συλλογές Hope ήταν αναμφίβολα μουσειακού επιπέδου ως προς την ποιότητα άλλα και ως προς την ποικιλία των ειδών. Ήδη σε ηλικία είκοσι ετών ο Hope είχε δείξει δείγματα του ώριμου καλλιτεχνικού του αισθητηρίου με την αγορά δύο εξαιρετικών ρωμαϊκών γλυπτών, πού είχε δει στη Ρώμη. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η συλλογή του με αρχαιότητες αυξήθηκε θεαματικά. Το 1801 απόκτησε τα δύο τρίτα από τα αγγεία της συλλογής Hamilton, που δημοπρατήθηκαν στο Ghristie’s ενώ, τρία χρόνια αργότερα, η συλλογή του περιλάμβανε συνολικά 1500 αγγεία. Οι διάφορες συλλογές από ελληνικές, ρωμαϊκές και αιγυπτιακές αρχαιότητες είχαν τοποθετηθεί στις νέες πτέρυγες, πού είχαν προστεθεί στο μέγαρο της οδού Duchess, ενώ αριστουργηματικοί πίνακες των Παλαιών Δασκάλων ήταν εκτεθειμένοι σε ειδικά διαρρυθμισμένες αίθουσες του μεγάρου, όπως «Η Πινακοθήκη» και «Η Φλαμανδική Πινακοθήκη».
Δεκτικός σε σύγχρονα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, ο Hope κατόρθωσε – πριν ακόμα συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια – να ξεχωρίσει πρωτοποριακούς καλλιτέχνες όπως τον John Flaxman, για τα έργα του όποιου δημιουργήθηκαν ειδικές αίθουσες στο μέγαρο της οδού Duchess, και τον Bertel Thorvaldsen ο όποιος φιλοτέχνησε μία πλήρη σειρά από προτομές των μελών της οικογένειας του. Αυτός αγόρασε τον πρώτο πίνακα του Benjamin Haydon, που παρουσιάστηκε στη Βασιλική Ακαδημία το 1807. Και το 1804 δημοσίευσε το μαχητικό φυλλάδιο με τον τίτλο Παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια του Dowing College, υπέρ της επαναστατικής πρότασης του άσημου – τότε – αρχιτέκτονα, William Wilkins, που τον έφερε αντιμέτωπο με το σύνολο των μελών της Βασιλικής Ακαδημίας.
Παρόλο που οι αφορισμοί του Hope, πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικής και τέχνης δεν διευκόλυναν τις σχέσεις του με τις αυθεντίες του καλλιτεχνικού κατεστημένου της εποχής, κατάφερε ωστόσο να γίνει αποδεκτός ως ένας παράγοντας τού δημόσιου βίου και μία προσωπικότητα ικανή να ασκεί επιρροή πάνω στην πνευματική ζωή τού τόπου.
Η δραστήρια ανάμιξή του σε μία σειρά καλλιτεχνικών εταιριών είναι χαρακτηριστική· παράλληλα, αυτή ακριβώς η σχέση του με υψηλούς φορείς επιρροής ισχυροποιούσε τη δυνατότητά του να προωθεί τις προσωπικές του αισθητικές αντιλήψεις.
Πραγματικά, το «στυλ Hope», δηλαδή μία σύνθεση από πρότυπα που είχαν σαν πηγή έμπνευσης ένα σύνθετο όραμα αρχαίων πολιτισμών, βοήθησε στη διαμόρφωση της αγγλικής καλαισθησίας της περιόδου Regency. Επιπλέον η ανοιχτή επιδοκιμασία του Hope για την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και ο ενθουσιασμός του για τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη συνέβαλαν ουσιαστικά στη δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος για την ανάπτυξη του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση»).
Το ενδιαφέρον του για την καθιέρωση μιας κλασικής αρχιτεκτονικής με αφετηρία αυθεντικότερα ελληνικά πρότυπα – το όποιο είχε εκδηλωθεί το 1804 με τη δημοσίευση τού φυλλαδίου για το Dowing College – συνοδεύτηκε από μία περαιτέρω διάδοση αρχαιοελληνικών διακοσμητικών στοιχείων στη σύγχρονη ζωή με μία σειρά εκδόσεων όπως: Οικιακή Επίπλωση και Εσωτερική Διακόσμηση (Household Furniture and Interior Decoration, 1807), Η ενδυμασία των Αρχαίων (Costume of the Ancients, 2 τόμοι, 1812) και Σχέδια για τη Σύγχρονη Ενδυμασία (Designs of Modern Costume, 1812). Οι πίνακες των εκδόσεων χαράχτηκαν με βάση τα σχέδια πού φιλοτέχνησε ο ίδιος μελετώντας σχολαστικά και αντιγράφοντας παραστάσεις αρχαίων αγγείων όπως αυτά που είχε στην ιδιωτική του συλλογή.
Η εικονογράφηση των εκδόσεων, που συχνά περιλαμβάνει αντικείμενα που μπορούσε να τα δει κανείς στο σπίτι του Hope, ενίσχυσε το αρχαιοπρεπές ύψος πού χαρακτήριζε την εσωτερική διακόσμηση της εποχής Regency. Επιπλέον οι συνδυασμοί μορφολογικών λεπτομερειών από κλασικές ενδυμασίες και έπιπλα πρόσφεραν ένα απλουστευμένο αρχαιοελληνικό ρεπερτόριο, κατάλληλο για την επιτυχή διακόσμηση ενός εσωτερικού χώρου σε στυλ «antique». Με τον τρόπο αυτό δεν κατόρθωσε μόνο να υλοποιήσει τις θεωρίες του, δημιουργώντας μεγαλοπρεπείς χώρους διακοσμημένους με πρωτότυπα έπιπλα, αλλά χάρη στις εικονογραφημένες εκδόσεις, που αποτελούν τα εγχειρίδια του στυλ Hope, συνέβαλε στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία νέα αισθητική.
Το ταλέντο του να αναπλάθει την ατμόσφαιρα μακρινών πολιτισμών και τόπων χάρισε στον Hope έναν ακόμη τίτλο, του συγγραφέα ενός δημοφιλέστατου μυθιστορήματος, πού δημοσιεύτηκε ανώνυμα το 1819 με τον τίτλο: Αναστάσιος ή οι Αναμνήσεις ενός σύγχρονου Έλληνα γραμμένες στο κλείσιμο του 18ον αιώνα (Αηαstasius or the Memoirs of a Modern Greek, written at the close of the 18th Century). Σε μία τρίτομη δραματική ιστορία ενός νεαρού Χιώτη, που αναγκάζεται να καταφύγει στη θάλασσα επειδή αποπλάνησε την ανήλικη κόρη του αφεντικού του πατέρα του, και μέχρι το τέλος της ζωής του δοκιμάζει θρυλικές περιπέτειες σε εξωτικές χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Μ. Ασία, ο Hope ζωντανεύει το σκηνικό, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων που ο ίδιος είχε γνωρίσει στη διάρκεια των ταξιδιών του. «Πήγα σε κάθε ένα από τα μέρη που περιγράφω λεπτομερειακά στον ’Αναστάσιο» εξομολογείται και πραγματικά δεν είναι δύσκολο να τον πιστέψει κανείς, κυρίως αφοί ξεφυλλίσει τούς τόμους με τά σχέδιά του που φυλάγονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη.
Ο Hope επισκέφτηκε την Ελλάδα, δύο φορές: τη μία στη διάρκεια του Grand Tour της περιόδου 1787 – 95 και τη δεύτερη γύρω στα τέλη τού 1799. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του περιηγήθηκε την Πελοπόννησο, τον συνόδευε ο Προκόπιος Μακρής, Αντιπρόσωπος της Εταιρείας της Μέσης Ανατολής (Levant Company) στην Αθήνα και ο πατέρας της Τερέζας Μακρή, της «Κόρης των Αθηνών» του Byron.
Φαίνεται πώς προκειμένου να αποκτήσει ένα πληρέστερο λεύκωμα με ελληνικές απόψεις ο Hope αγόρασε ελληνικά έργα και από άλλους καλλιτέχνες. Γνωρίζουμε ότι προσέλαβε το Γάλλο ζωγράφο Michel–François Préault, ο όποιος προηγουμένως είχε εργαστεί για τον Προκόπιο Μακρή καθώς και για τον Άγγλο περιηγητή JohnTweddel. Χρησιμοποίησε επίσης και μερικά έργα του Γάλλου Προξένου Louis Sebastien Fauvel. Στις παραστάσεις του Μνημείου της Σαλαμίνας και της Κορίνθου ο Hope σημειώνει ότι τις έχει αντιγράψει από τον Fauvel.
Ο Hope κάνει αναφορές σε παλιότερους περιηγητές σχολιάζοντας – και συχνά αντικρούοντας – τις απόψεις τους. Ο κάπως υπεροπτικός τόνος και η αυτοπεποίθηση με την όποια διατυπώνει τις σκέψεις του πάνω σε προβλήματα ταύτισης των μνημείων ή διαφόρων κλασικών τοποθεσιών είναι χαρακτηριστικά του «πεφωτισμένου» αρχαιόφιλου τουρίστα.
Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope (1769-1831) – Εικόνες από την Ελλάδα του 18ου αιώνα». Μουσείο Μπενάκη, Βρετανικό Συμβούλιο, Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Αθήνα, 1985.
Posted in Άργος, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Μυκήνες, Περιηγητές, tagged Friedrich Thiersch, Άρθρα, Αρχαιολογία, Ειρηναίος Θείρσιος, Ιωάννα Σπηλιοπούλου, Πρακτικά Συνεδρίου, Περιηγητές, Φιλέλληνες on 19 Νοεμβρίου, 2018| Leave a Comment »
Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του, ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.
Κατά τη διάρκεια μίας πολύμηνης παραμονής του στην Ελλάδα (1831-1832), ο ξακουστός Γερμανός Κλασικός Φιλόλογος και φιλέλληνας Friedrich Thiersch ή Ειρηναίος Θείρσιος, όπως συνήθως αναφέρεται στα ελληνικά κείμενα, επισκέφτηκε και πολλά μέρη της Βορειοανατολικής και Κεντρικής Πελοποννήσου: τη Ναυπλία, το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες, τη Νεμέα, τον Φλ(ε)ιούντα, την Μαντίνεια, τον Αρκαδικό Ορχομενό, τη Στύμφαλο, τη Σικυώνα, την Κόρινθο και την Ισθμία. Μέσα από την αλληλογραφία του με τη γυναίκα του, μία σημαντική ιστορική πηγή για την κρίσιμη περίοδο των πολιτικών διενέξεων που μεσολάβησαν από τη δολοφονία του Καποδίστρια έως την άφιξη του Όθωνα, προκύπτουν και πολύτιμες αρχαιολογικές πληροφορίες για τα μέρη που επισκέφτηκε, που φωτίζουν εν μέρει άγνωστες πτυχές της ιστορίας της ελληνικής αρχαιολογίας.
[…] Τα πρωτότυπα κείμενα των επιστολών πρόκειται να δημοσιευθούν προσεχώς με εισαγωγή του Hans Martin Kirchner, αρχαιολογικό και ιστορικό υπομνηματισμό του Καθηγητή Hans Rupprecht Goette (Πανεπιστήμιο Giessen / Κεντρική Υπηρεσία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, Βερολίνο) και της Ιωάννας Σπηλιοπούλου, ελληνική μετάφραση της ιδίας, καθώς και απεικονίσεις, κυρίως από περιηγητικές εκδόσεις της εποχής. Η επικείμενη δίγλωσση έκδοση θα φέρει τον τίτλο: Friedrich Thiersch, Reisebriefe aus Griechenland an seine Frau in der Fassung der Publikation im “Morgenblatt fur gelehrte Stande” (1831-1832) / Φρειδερίκος Θείρσιος, Ταξιδιωτικές Επιστολές προς τη σύζυγό του από την Ελλάδα, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στο «Πρωινό Φύλλο για μορφωμένα κοινωνικά στρώματα» 1831-1832….
[…] Την 21η Αυγούστου του 1831 έφυγε ο Θείρσιος από το Μόναχο με μία ταξιδιωτική άμαξα και προορισμό του την Τεργέστη, για να επιβιβασθεί στο πλοίο που θα τον έφερνε στην Ελλάδα, προβάλλοντας ως επίσημη αιτία τη διεξαγωγή αρχαιογνωστικής έρευνας. Τί ήταν όμως πραγματικά αυτό που τον οδήγησε ειδικά εκείνο το πολυτάραχο φθινόπωρο του 1831 στη χώρα μας ως απεσταλμένο του Λουδοβίκου; Για ποιο επίσης λόγο δεν δημοσίευσε τις ταξιδιωτικές του επιστολές στην τόσο σημαντική και οικεία του «Γενική Εφημερίδα του Augsburg» (“Augsburger Allgemeiner Zeitung”) με την οποία είχε στενή συνεργασία, αλλά στο λογοτεχνικό περιοδικό “Morgenblatt fur gebildete Stande”, και πάλι όργανο του Cotta; Γιατί αυτό το ταξίδι ξεκίνησε χωρίς μακρά προετοιμασία και παρατάθηκε πέραν των θερινών τριμήνων διακοπών του Πανεπιστημίου, οδηγώντας τον Θείρσιο να πάρει επιπρόσθετα έξι εβδομάδες ερευνητική εκπαιδευτική άδεια, ξεπερνώντας συνολικά ένα έτος; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα γεννώνται στον υποψιασμένο αναγνώστη, που έκπληκτος πληροφορείται ότι ο Θείρσιος είχε ήδη στραφεί προς το στρατόπεδο των αντιπάλων του Καποδίστρια και ότι η πολιτική τον ενδιέφερε περισσότερο από τις αρχαιότητες, και γι’ αυτόν τον λόγο είχε πάρει την εκπαιδευτική άδεια από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Κύριος λοιπόν στόχος του ταξιδιού του ήταν να προετοιμάσει αποτελεσματικά το έδαφος για την ανακήρυξη του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας και να εκθέσει στη βαυαρική αυλή την πολιτική και οικονομική κατάσταση του υπό συγκρότηση ελληνικού κράτους. Καρπός της μονοετούς αυτής παραμονής του στη χώρα (1831-1832) υπήρξε το δίτομο έργο του De l’ etat actuel de la Grece et des moyens d’ arriver a sa restauration, στο οποίο ασχολείται με την πολιτική κατάσταση της χώρας στα χρόνια του Καποδίστρια και στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δολοφονία του Κυβερνήτη έως την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα.
Τώρα όμως ας περάσουμε στην αρχαιολογική του περιπλάνηση και τις μικροανασκαφές που διενήργησε, περιοριζόμενοι στην Αργολιδοκορινθία και τη γειτονική της Αρκαδία, εφόσον η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μόνο προαναγγελία της επικείμενης δίγλωσσης σχολιασμένης έκδοσης.
Ναυπλία, 21 Σεπτ.
Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1831, μετά από ένα ταξίδι 16 ημερών, έφτασε ο Θείρσιος με πλοίο από την Τεργέστη στο ύψος της Κέρκυρας. Την 21η Σεπτεμβρίου βρίσκεται στο ύψος της Ύδρας και των Σπετσών και συνεχίζει για τη Ναυπλία, από όπου γράφει στη γυναίκα του Αμαλία:
«Ποτέ δεν ήταν η υγεία μου σε καλύτερη κατάσταση, ο καιρός είναι θαυμάσιος, όπως στη χώρα μας το κατακαλόκαιρο, και το κομμάτι της Ελλάδας που βλέπω εδώ γύρω από τον Αργολικό κόλπο, απέναντι το Άργος με την Ακρόπολη της Λάρισας, στα πλάγια τα ερείπια της Τίρυνθας μέσα στην ωραία πεδιάδα, μαγευτικό […]. Αλλά και με τη χολέρα και την πανούκλα δεν υπάρχει εδώ τίποτα το ανησυχητικό. Σε τέσσερεις μέρες θα γράψω σε σένα και σε άλλους αναλυτικά για τη Σύρα, ελπίζοντας ότι αυτό εδώ το γράμμα με τα καλά νέα θα φτάσει νωρίτερα».
Άργος, 26 Σεπτ.
Πέντε μέρες αργότερα ο Θείρσιος γράφει στη σύζυγό του, ενθουσιασμένος για τις αρχαιολογικές εξορμήσεις που έκανε από το Άργος στις πανάρχαιες κυκλώπειες πόλεις της Αργειακής γης, Τίρυνθα και Μυκήνες.
«Φτάσαμε με τον κ. Metzger την ίδια μέρα στο Άργος μέσω Τίρυνθας, συνοδευόμενοι από τον κ. Ρίζο και τον κ. Σχινά, έναν από τους Έλληνες της νεώτερης γενιάς, που σπούδασαν στη Γερμανία. Σκοπός μας είναι να γνωρίσουμε αυτή τη γωνιά της ιπποτρόφου Αργειακής γης (μυχὸς Ἄργεoς ἱππoβότoιo) και τις πανάρχαιες κυκλόπειες πόλεις του, από τις οποίες η Τίρυνς και οι Μυκήνες κείτονται ακόμη μέσα στα ίδια ερείπια, που ήδη περιέγραψε ο Παυσανίας. Ο δρόμος από το Ναύπλιο οδηγεί μέσω της πεδιάδας, που απλώνεται μεταξύ της άκρης του αργολικού κόλπου και των βουνών σε μία έρημη περιοχή χωρίς καθόλου βλάστηση και φτάνει στα ερείπια της Τίρυνθας, που εκτείνονται στη μέση της πεδιάδας πάνω σε μία επιμήκη βραχώδη ράχη [..]. Τα κυκλώπεια τείχη, η σκεπαστή πύλη κατασκευασμένη από πελώρια κομμάτια βράχου και ο πύργος που υψώνεται πάνω σε μία κολοσσιαία βάση έχουν εξίσου τον μεγαλειώδη χαρακτήρα μιας ηρωικής εποχής».
Στο ίδιο γράμμα της 26ης Σεπτεμβρίου εκφράζει ο Θείρσιος την απογοήτευσή του από τη σύγχρονη πόλη του Άργους, που δεν είναι πλέον αντάξια του ονόματός της, σε αντίθεση με την Ακρόπολη της Λάρισας που δεσπόζει στο βάθος, τα ερειπωμένα τείχη της οποίας αποτελούν άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας.
«Από την Τίρυνθα, που απέχει από το Ναύπλιο μόνο τρία τέταρτα, φτάσαμε εγκαίρως το βράδυ στο Άργος, και αντί να βρούμε μία πόλη αντάξια του ονόματός της, αντικρύσαμε μία σειρά από ευτελείς καλύβες φτιαγμένες από τούβλα, με αμέτρητα ερείπια να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους: τις απαρχές μιας πόλης που αρχίζει να ξανακτίζεται μετά από μία ολοσχερή καταστροφή, ήδη σε μία ανάκατη μορφή με ωραία μεμονωμένα νεόδμητα σπίτια, και πίσω της πάνω σε απόκρηνο ύφωμα το αρχαίο κάστρο της Λάρισας, που τα ερειπωμένα τείχη του φέρουν τα ίχνη της ενετικής κατάκτησης, το δε κυκλώπειο κάτω μέρος του τα άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας».
Μυκήνες, 28 Σεπτ.
Μετά από δύο ημέρες γράφει ο Θείρσιος με μεγάλο θαυμασμό για την επίσκεψή του στις Μυκήνες, αναφέροντας και τη μικροανασκαφή που επιχείρησε στον Θησαυρό του Ατρέα.
«Οι Μυκήνες βρίσκονται ακόμα μέσα στα ίδια ερείπια που τις είδε ο Παυσανίας και κείτονται μέσα σε αυτά ήδη 500 χρόνια προ Χριστού, από τότε που η πόλη καταστράφηκε από το γειτονικό Άργος. Ο κυκλώπειος στενός δρόμος με την Πύλη των Λεόντων, το υπόσκαφο οικοδόμημα στο οποίο φύλαγε ο Ατρέας τα όπλα και τα κειμήλιά του, και τα ερείπια πέντε άλλων, ίδιων με αυτά της Τίρυνθας, μαρτυρούν τον χαρακτήρα και τη ζωή της πανάρχαιας εκείνης ελληνικής εποχής, που αποτυπώνεται εδώ οπτικά, ενώ στα ομηρικά έπη εκφράζεται ψυχικά. Όποιος θέλει να γνωρίσει και να κατανοήσει την αρχαία Ελλάδα, θα πρέπει να αρχίσει υποχρεωτικά από αυτό εδώ το αρχαιότερο ιερό της και να καταλήξει στην Αθήνα, δρόμο που θα ακολουθήσω γενικά κι εγώ, και θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που ευνοήθηκα από περιστάσεις τρίτων και οικειοποιήθηκα τις γνώσεις τους μέσα από προσωπική μου αυτοψία. Στον Θησαυρό του Ατρέα έβαλα να ανασκάψουν μέρος του δαπέδου, που αποτελείται κοντά στους τοίχους από κόκκινο κονίαμα, ενώ κοντά στην είσοδο από μαρμάρινες πλάκες, κι έτσι μπόρεσα να διασώσω μερικά υπολείμματα από τους πολύτιμους κίονές του».
Στην επιστολή της 30ης Σεπτεμβρίου από τη Ναυπλία αναφέρεται ο Θείρσιος στα αποτελέσματα των ανασκαφικών του επιχειρήσεών στην Τίρυνθα, που αποσκοπούσαν στον εντοπισμό των θεμελίων του ανακτόρου και της εισόδου του.
«Επιστρέψαμε εχτές το βράδυ μέσω Τίρυνθας στη Ναυπλία. Συνεχίζοντας τις ανασκαφές στην Τίρυνθα, έφερα στο φως μέρος των θεμελίων του αρχαίου ανακτόρου […], μόνο ένα κομμάτι των παραστάδων της πύλης από πράσινο γρανίτη κείτονταν σε απόσταση εικοσιενός ποδιών από την πεσσοστοιχία, εγείροντας την υποψία ότι είχαμε μπροστά μας τα θεμέλια του ανακτόρου και σε αυτό το σημείο σίγουρα την κάτοψη της πύλης του. Πράγματι δεν θα μπορούσε να βρίσκεται σε καλύτερο σημείο από αυτό εδώ, στην άκρη του μέσου της βουνοκορυφής, πίσω από μία κύρια ανάβαση, με θέαση προς τη θάλασσα»…
Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης, της κυρίας Ιωάννας Σπηλιοπούλου, Επίκουρος Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832)…
Posted in Άργος, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Περιηγητές, Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, Argolikos Arghival Library History and Culture, Chateaubriand, Fourmont, Άργος, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Ιωάννης Νεραντζής, Πρακτικά Συνεδρίου, Περιηγητές, Πολιτισμός, Φιλέλληνες, Ψηφιακές Συλλογές, Travelers on 24 Ιουλίου, 2018| Leave a Comment »
«Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών». Ιωάννης Νεραντζής – Δρ. ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.
[…] Ο αββάς Fourmont, ασύδοτος χάρη στο σουλτανικό φιρμάνι και τη διπλωματική κάλυψη, θα επιδοθεί στη συστηματική καταστροφή των αρχαίων μνημείων του ελλαδικού χώρου, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή που του ανέθεσε ο βασιλικός του αυθέντης και να συγκεντρώσει αρχαιότητες. Στην Αθήνα έφθασε λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1729. Εκεί στην Αθήνα αρχίζει η καταστροφή των ενεπίγραφων μνημείων. Ύστερα από πεντάμηνη παραμονή στην Αθήνα ο Fourmont θα συνεχίσει την περιοδεία του στον Μωριά, μ’ όλο που η πανώλη απλωνόταν παντού και προκαλούσε μεγάλο θανατικό, έπειτα, το ταξίδι ήταν επικίνδυνο και εξ αιτίας των ληστοσυμμοριών, γι’ αυτό τη συνοδεία του Γάλλου αββά αποτελούσαν, εκτός από τον ανιψιό του, ένας δραγουμάνος, ένας γενίτσαρος, τρεις υπηρέτες και πέντε άλογα. Προχώρησε ως την καρδιά της Πελοποννήσου (Μαντινεία, Καρύταινα). Στην Αρκαδία όμως έβραζε η πανώλης κι’ αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αργολίδα.
Ενεργεί ανασκαφές στο Άργος και την Ερμιόνη. Εν τέλει ο Fourmont θα διασχίσει ολόκληρο τον Μωριά, από τον Αργολικό ως το Ιόνιο και από τον Κορινθιακό ως τη Μάνη· [Αρχαία και παλαιά] βιβλία δεν βρήκε πουθενά για να αγοράσει. Όμως η τελευταία φάση των αρχαιοθηρικών περιηγήσεων του Fourmont υπήρξε καταστροφική. Γκρέμισε και αφάνισε τα αρχαιολογικά μνημεία που είχαν απομείνει στην Πελοπόννησο. Ενεργούσε ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους και θρυμμάτιζε τα μάρμαρα που έρχονταν στο φως. Στη Σπάρτη η καταστροφή ήταν προμελετημένη και πήρε μεγάλη έκταση. Από την εποχή των Γότθων είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τέτοια βαρβαρότητα. Ο Fourmont όμως είναι περήφανος για τους βανδαλισμούς του. Με υπεροψία περιγράφει το καταστροφικό έργο του στο γράμμα της 10 Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Freret:
«Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία, [δηλ. τη Σπάρτη], δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. (…). Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, τη Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη, όσο βέβαια επέτρεπε η φρόνηση, είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης. (…). Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πολιτεία του Μωριά που ξεθεμελιώθηκε. Η Ερμιόνη και η Τροιζήνα είχαν την ίδια τύχη. Δεν μου γλύτωσαν ούτε το Άργος ούτε η Φλιούντα. (…). Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. (…). Θα καταστρέψω κι’ άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν. (…)».

Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά. Ο Fourmont έψαχνε αρχαιότητες και ελληνικά χειρόγραφα για να τα μεταφέρει στη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. Στο κέντρο τοποθετεί την πυραμίδα του Ελληνικού.
Την ίδια ημέρα (10 Απριλίου 1730) γράφει στον Sevin ότι εξασφάλισε τη συμπαράσταση των Τούρκων και των Εβραίων στο καταστροφικό του, όσο και φιλόδοξο, έργο του να εξαφανίσει όλα τα μνημεία, αλλά ευτυχώς ανεκλήθη στη Γαλλία και τελικώς μπαρκάρει στις 23 Απριλίου 1730 στ’ Ανάπλι και επιστρέφει στη Γαλλία μέσω Κρήτης. Η περιήγησή του στην Ελλάδα κράτησε δεκαέξι μήνες…
[…] Στο Άργος φιλοξενήθηκε και ο Γάλλος αριστοκράτης Francois-Rene de Chateaubriand, στο σπίτι του εκ Ζακύνθου και μονίμως εγκατεστημένου στο Άργος γιατρού και λόγιου Διονυσίου Αβραμιώτη. Όταν ξεκίνησε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1806, και με τελικό προορισμό την Παλαιστίνη, ο Γάλλος φιλοβασιλικός ευγενής ήταν 38 χρόνων, συνομήλικος με τον Ναπολέοντα. Φευγαλέα η παρουσία του στην Ελλάδα. Η περιήγηση του Chateaubriand στην Ελλάδα άρχισε από τη Μεθώνη στις 10 Αυγούστου 1806. Έμεινε στην Ελλάδα δέκα εννέα μέρες, από τις οποίες τις επτά άρρωστος από θέρμες σ’ ένα αρβανιτοχώρι της Αττικής, μοιρασμένες ανάμεσα στην Αττική και την Πελοπόννησο. Ωστόσο ο Chateaubriand κατόρθωσε με τους ερεθισμούς των 13 ημερών στην Ελλάδα να καλύψει έναν ολόκληρο τόμο από το τρίτομο περίφημο «Οδοιπορικό» του.
Ζούσε μόνιμα στο Άργος ο λόγιος γιατρός Διονύσιος Αβραμιώτης όταν έλαβε συστατική επιστολή του δραγουμάνου του γαλλικού προξενείου της Κορώνης Fornetti να φιλοξενήσει και να ξεναγήσει τον Chateaubriand που φθάνει στο Άργος στις 20 Αυγούστου.
Πραγματικά ο Έλληνας γιατρός του Άργους, κατοπινός κατήγορος του Chateaubriand, υποδέχτηκε τον Γάλλο λογοτέχνη και τον ξενάγησε. Ούτε μία μέρα δεν κράτησε η παραμονή του Chateaubriand στο Άργος· ο Αβραμιώτης τον συνόδεψε μόνο στο φρούριο της Λάρισας.
«[Ο Αβραμιώτης] γύρισε τη συζήτηση γύρω από το Άργος. Μίλησε στον περιηγητή για τη Λάρισα, για τον Ίναχο, για τις Μυκήνες, για την Τίρυνθα, για το Ναύπλιο, αρχαίους και ένδοξους τόπους, αλλά ο Chateaubriand είχε το νου του στο φευγιό. Να ετοιμάσετε τα άλογα». Έπρεπε να φύγει χαράματα. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να δη το θέατρο.
– Το είδα όταν ερχόμουν στο Άργος, απάντησε ο ξένος.
– Παρατηρήσατε τις κερκίδες που έχουν ανοιχτεί στο βράχο;
– Όχι, όχι, δεν πλησίασα. Το είδα από μακριά, από τον δρόμο. Δεν μ’ ενδιαφέρουν άλλωστε τέτοιες λεπτομέρειες».

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.
Τον έπεισε τελικά να ανεβούν στην ακρόπολη του Άργους, τη Λάρισα. Ενθουσιάστηκε από τη θέα. Του μίλησε ο γιατρός για τις αρχαιότητες, για τα λείψανα των μνημείων, για το χρέος του σοφού ταξιδιώτη να ερευνήσει, να φωτίσει.
«Μου απάντησε ότι δεν είναι πλασμένος για τέτοιες δουλικές μελέτες, ότι του ήταν αρκετή μία ματιά από εκείνο το ύψωμα για να ξυπνήσει στη μνήμη του τις γελαστές εικόνες του μύθου και της ιστορίας».
Ο Chateaubriand έδειχνε συνέπεια και ειλικρίνεια. Απορούσε ο λόγιος Ζακυθινός γιατρός. Τέτοιος περιηγητής δεν είχε ξαναβρεθεί στην Ελλάδα.
« – Αγαπητέ μου κύριε, δεν μοιάζετε διόλου με τους άλλους ταξιδιώτες, που δεν λογαριάζουν κόπους, κινδύνους, έξοδα για να δουν τα αρχαία λείψανα και να με συμπαθάτε που θα σας πω ότι αυτή η οδοιπορία που κάνατε εδώ δεν θα σας χρησιμέψει σε τίποτα. Το πολύ-πολύ να σας χαρίσει τίποτα θέρμες που θα σας βασανίσουν τον χειμώνα». Ο Chateaubriand θα συνεχίσει το γοργό ταξίδι του προς την Αθήνα…
Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών
Διαβάστε ακόμη:
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Ελεύθερο Βήμα, tagged Άρθρα, Γεώργιος Κόνδης, Ελεύθερο Βήμα, Ελληνιστές, Περιηγητές, Φιλέλληνες, Jacques Lacarièrre on 17 Φεβρουαρίου, 2016| Leave a Comment »
Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα
«Ελεύθερο Βήμα»
Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.
Με αφορμή το αφιέρωμα μνήμης* στον μεγάλο Γάλλο Ελληνιστή Jacques Lacarièrre, το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:
«Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα».
Η Ελλάδα του είναι μεγαλύτερη από την Ελλάδα. Είναι η πατρίδα μιας γλώσσας αιώνιας, των αρχαίων φιλοσόφων, των βυζαντινών μυστικιστών και των περιπλανώμενων ναυτικών. Μια γλώσσα που άνοιξε τις πόρτες της ζωής, της περιπέτειας, της γνώσης και του θανάτου, εκείνη που έδωσε στους ανθρώπους ένα οικουμενικό λεξιλόγιο ώστε να μιλήσουν για τη δημοκρατία και την ελευθερία.
Daniel Rondeau [1]
Όταν ο μεγάλος ιταλός σκηνοθέτης Φεντερίκο Φελλίνι στην κινηματογραφική του ταινία «Και το πλοίο φεύγει» (E la nave va), παρουσιάζει ένα ειδικά οργανωμένο ταξίδι στο Αιγαίο με σκοπό το διασκορπισμό της τέφρας μιας μεγάλης ελληνίδας αοιδού (ντίβας), ίσως πέρα από την δυναμική του συμβολισμού να μη σκεπτόταν πως κάποτε η ίδια σκηνή θα επαναλαμβανόταν πραγματικά στα ίδια γαλάζια νερά. Να ακολούθησε άραγε το σενάριο αυτό ο Ζακ Λακαριέρ, ώστε να ζητήσει να διασκορπιστεί η τέφρα του στα ελληνικά νερά διατηρώντας αιώνια το δεσμό του με την Ελλάδα;
Ο Λακαριέρ, ο πιο Έλληνας από τους Γάλλους συγγραφείς, «εραστής των ελληνικών γραμμάτων» [2] και του πνεύματος, της αρχαίας Ελλάδας αλλά και της σύγχρονης, πέθανε σε ηλικία 79 ετών, σε νοσοκομείο του Παρισιού το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2005. Η Ελλάδα φαίνεται να έχασε έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της, όμως η τελευταία του επιθυμία της αποτέφρωσης και του διασκορπισμού της τέφρας του στην ελληνική θάλασσα, κάλυψε το κενό της σωματικής απουσίας : ο Ζακ Λακαριέρ θα παραμείνει για πάντα στην Ελλάδα.
Γεννήθηκε στη Γαλλία, στη Λιμόζ (Limoges), στις 2 Δεκεμβρίου 1925. Ένα ταλαντούχο όσο και ανήσυχο πνεύμα, έσπρωχνε τον άνθρωπο σε μια διαρκή κίνηση, σε συστηματική αλλαγή θέσης, στην απόλυτη γνωριμία με τα αντικείμενα και τους ανθρώπους που αγάπησε, το μυστικισμό της Ανατολής, την ελληνική σκέψη, τα τοπία, την ποίηση και την καθημερινότητα. «Ο δρόμος προς τη γνώση είναι το ίδιο σημαντικός όσο και η ίδια η γνώση» [3], επαναλάμβανε πάντα ο συγγραφέας και με αυτή την πεποίθηση πορεύτηκε σε όλη του τη ζωή. Περνάει τα παιδικά του χρόνια στην Ορλεάνη και αρχίζει τις σπουδές του στη Νομική την οποία εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στις κλασσικές φιλολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι. Ταυτόχρονα μαθαίνει ελληνικά και ανατολικές γλώσσες (κυρίως hindi) στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών. Ανακαλύπτει τη δημοσιογραφία στην οποία αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής του δύναμης ασκούμενος σε διάφορες μορφές της (χρονικογράφος, ανταποκριτής, κριτικός, κτλ) και συνεργάζεται από το 1953 με μεγάλα γαλλικά έντυπα όπως οι ημερήσιες Combat, Le Monde, Le Matin, τα εβδομαδιαία περιοδικά L’Express, le Nouvel Observateur και τα μηνιαία Realite, Geo, le Magazine Litteraire, Caravane, κ.α.
Το ταλαντούχο πνεύμα του εκφράζεται σε περισσότερα από 40 έργα : από κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων σε λογοτεχνικά και από συλλογές έργων τέχνης και φωτογραφίας σε σημαντικές μεταφράσεις ιδιαίτερα Ελλήνων συγγραφέων. Με το βιβλίο του «Κάνοντας Δρόμο: χίλια χιλιόμετρα διασχίζοντας με τα πόδια τη Γαλλία», θα καθιερωθεί ως ένας από τους καλύτερους περιηγητές και εξαίρετος περιπατητής. Όμως δεν θα αρκεστεί σ’ αυτό! Θα γίνει και δεινός περιηγητής στους δρόμους του πνεύματος! Ο Ζακ Λακαριέρ θα βραβευτεί για το έργο του από τη Γαλλική Ακαδημία το 1991 και με το Βραβείο Λογοτεχνίας «Πρίγκιπας Πέτρος του Monaco» το 1995.
Ένας ατελείωτος έρωτας για την Ελλάδα
Η αγάπη του για την Ελλάδα αρχίζει ήδη από το Λύκειο της Ορλεάνης στο οποίο φοιτά επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα, τη μυθολογία και την ιστορία. Όταν το 1947, ως μέλος της φοιτητικής θεατρικής ομάδας της Σορβόννης, φτάνει στην Επίδαυρο εκστασιάζεται μπροστά στο θέαμα του Αρχαίου Θεάτρου και η αγάπη του για την Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό έρωτα. Το 1952 φτάνει στην Ελλάδα και διαμένει μέχρι το 1966 κάνοντας πράξη το όνειρό του να γνωρίσει το πνεύμα, την ιστορία, την καθημερινότητα του Έλληνα. Η εμπειρία και οι γνώσεις που θα αποκτήσει θα τον οδηγήσουν στη συγγραφή και έκδοση του «Ελληνικού καλοκαιριού», το 1976, ένα βιβλίο που θα τον αναδείξει παγκοσμίως, θα συσφίξει ακόμα περισσότερο τη σχέση του με την Ελλάδα και θα μεταφέρει τα πρόσωπά της σε χιλιάδες αναγνώστες. «Ακόμα και σήμερα» γράφει ο Olivier Delcroix, «το σημαντικό αυτό έργο παραμένει σίγουρα το πιο αληθινό και το πιο εκπληκτικό πορτρέτο που μπορεί να δοθεί για την Ελλάδα μιας καθημερινότητας τεσσάρων χιλιάδων χρόνων».
«Σούρουπο στις Μυκήνες. Καρδιά ενός τοπίου ξερού προς το βοριά, που γλυκαίνει όμως προς το νότο και τον κόλπο του Άργους, σε σημείο να φαίνονται συστάδες πράσινες πριν από τη θάλασσα: στη μέση της χρυσωμένης γαλήνης της πεδιάδας, τις σειρές των καλλιεργειών, της υπομονετικιάς εργασίας που μαντεύεις στα γύρω για να σχηματιστούνε ταράτσες κι αυλάκια, η ακρόπολη αποκαλύπτεται σαν ένας προκατακλυσμιαίος βράχος, ένας πρωτόγονος μονόλιθος απομονωμένος μέσα στην ελληνική μνήμη. Μοναδική κηλίδα χρώματος πάνω στον έντονο γκρίζο βράχο μικρά κυκλάμινα στραμμένα στον ήλιο». (Το Ελληνικό καλοκαίρι, σ. 142)
Ο Λακαριέρ καλλιεργεί όλο και περισσότερο τη σχέση του με την ελληνική γλώσσα. Θα είναι ο πρώτος που θα μεταφράσει έργα των Βασιλικού, Ταχτσή, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Φραγκιά, Πρεβελάκη και πολλών άλλων για να τα κάνει γνωστά στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Γαλλίας. Ο ίδιος δεν διαχωρίζει τη γνώση από την καθημερινότητα, την παιδεία από τις ανθρώπινες σχέσεις, την έμπνευση από το βουητό του κόσμου. Το ένα συνδέεται με το άλλο. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Γράφει ο ίδιος για τη σχέση αυτή :
«Όλα τα χρόνια ανάμεσα στο 1957 και το 1963 ήταν χρόνια όπου θεμελίωνα τις ελληνικές φιλίες μου. Καθώς μιλούσα τη γλώσσα, καθώς μετέφραζα και ενεργούσα για την έκδοση στη γαλλική γλώσσα των έργων που αγαπούσα ή με ενδιέφεραν, ζούσα μια ζωή όπου δουλειά και απόλαυση είχαν γίνει συνώνυμα. Συνήθως διάλεγα για να μεταφράζω ή να δουλεύω τα καφενεία στις κάτω γειτονιές της Αθήνας, μακριά απ’ το κέντρο, προς το Θησείο ή το Μοναστηράκι. Δούλευα, εκεί, μέσα στη σπαρταριστή κίνηση της αγοράς, στις φωνές του δρόμου, στις κουβέντες των καφενείων, και όλα αυτά σταλάζανε μέσα μου μια καθημερινή, αδελφική μου Ελλάδα. (…) Στο διάστημα αυτών των χρόνων συνάντησα πολλούς συγγραφείς, πολλούς ποιητές των οποίων μετέφρασα το έργο. Και λίγο-λίγο μυόμουν στη γλώσσα, στη λογοτεχνική έκφραση της Ελλάδας, σ’ αυτή τη γλώσσα μάρτυρα της ελληνικής πραγματικότητας και της ελληνικής ταυτότητας». (Το ελληνικό καλοκαίρι, σ.297)
Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 θα τον υποχρεώσει να επιστρέψει στη Γαλλία. Είναι τόσο σκληρός ο αποχωρισμός από τη χώρα που αγαπάει ώστε να γραφτεί πως ο Λακαριέρ «εξορίστηκε στη Γαλλία» [4].
Η επιστροφή του στην Ελλάδα θα σηματοδοτήσει μια νέα γόνιμη περίοδο για τα ελληνικά γράμματα. Ο συγγραφέας που είχε αποφασίσει να μη γράψει τίποτα πλέον για την Ελλάδα, δεν μπορεί να κρατήσει την υπόσχεσή του. Οι γνωστικοί (1975), Οι Ένθεοι (1977), Ο Ηνίοχος (1982), Συγγραφική πορεία : Από το ημερολόγιο ενός φιλέλληνα (1992), Με τα φτερά του Ικάρου (1995), Τα παιδικά χρόνια του Ικάρου και άλλα ποιήματα (1997), για να σημειώσουμε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του.
Το 2001 ένα «περίεργο» Λεξικό τυπώνεται και κυκλοφορεί : «Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας» (ελληνική έκδοση 2002) (Dictionnaire amoureux de la Grece). Σε συνέντευξη που παραχωρεί στο γαλλικό περιοδικό «Lire», ο Ζακ Λακαριέρ θα πει πως πρόκειται «για ένα μεγάλο γράμμα αγάπης για την Ελλάδα» [5]. Ο Β. Βασιλικός θα γράψει πως «σαράντα χρόνια μετά το Ελληνικό Καλοκαίρι, έχουμε τώρα το Λεξικό, που κατ’ αλφαβητική σειρά παρουσιάζει σε σύντομα περιεκτικά κείμενα, τις «αγάπες» του Λακαριέρ για τη χώρα μας… Στο δύσπιστο ξένο, που αναρωτιέται συχνά τι σχέση έχει η αρχαία με τη νέα Ελλάδα, στις άδικες περιγραφές των περιηγητών του 19ου αιώνα που τόνιζαν αυτό το χάσμα, ο Λακαριέρ έρχεται να δώσει τη δική του ερμηνεία, με τον πιο έξυπνο τρόπο, πως τέτοιο χάσμα δεν υπήρξε ποτέ» [6].
Το 2003 θα παρουσιάσει τέλος, ακόμα ένα ταξίδι στη ματωμένη Κύπρο. Στο «Λευκωσία : η νεκρή ζώνη» παρά τη συγκινησιακή φόρτιση, ο Λακαριέρ θα μεταφέρει μια εικόνα του διαμελισμού της πόλης και του νησιού, απόλυτα αντικειμενική.
Ο θάνατος ενός μεγάλου ανθρώπου των γραμμάτων και φιλέλληνα αποτελεί μια οδυνηρή απώλεια για τη χώρα και την ελληνική κοινωνία. Όμως, ο Ζακ Λακαριέρ θέλησε να μείνει για πάντα στην Ελλάδα. Την τέφρα του αγκάλιασαν τα ελληνικά νερά όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Ίσως το μεγαλύτερο ευχαριστώ που θα μπορούσε να πει κανείς να είναι η υπενθύμιση σε όλους μας των λόγων του για την ελληνική γλώσσα, όταν στην ερώτηση «Ο δρόμος για τα ελληνικά, είναι λοιπόν ακόμα προσβάσιμος;» [7], ο Ζακ Λακαριέρ απάντησε :
«Ναι, αλλά δεν τον διευκολύνουν πλέον. Το να μαθαίνεις ελληνικά πριν τον πόλεμο, ήταν πολύ απλό, περίπου ένας μαθητής στους δυο μάθαινε αφού δεν υπήρχαν παρά δυο προσανατολισμοί. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια στην οποία δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο, ο πατέρας μου ήταν λογιστής και η μητέρα μου μοδίστρα. Το ότι έμαθα ελληνικά και λατινικά είναι θαύμα, αλλά την εποχή εκείνη ήταν ακόμα δυνατό: εάν ένας μαθητής αγαπούσε τα γράμματα, μπορούσε να τα μάθει, πράγμα που προϋπόθετε τη γνώση ελληνικών και λατινικών. Στην εποχή μας ούτε η κοινωνία, ούτε και οι οικογένειες δε διευκολύνουν αυτό τον προσανατολισμό, γι’ αυτό θα πρέπει να αγωνιστείς. Εξακολουθώ δε να πιστεύω πως οι δυο πυλώνες της δημιουργίας της προσωπικότητας στο επίπεδο της κατανόησης του Κόσμου είναι τα μαθηματικά και τα αρχαία ελληνικά τα οποία, αντίθετα με ότι πιστεύουμε, είναι απολύτως αδιαχώριστα. (…) Στις μέρες μας, είναι σαφές πως η ελληνική γλώσσα διδάσκεται : αλλά εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία, είναι να γνωρίζουμε ποια θα είναι η θέση που της επιφυλάσσουμε και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως θα πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτό».
* Αφιέρωμα μνήμης στη ζωή και το έργο του μεγάλου Γάλλου ελληνιστή Jacques Lacarriere, οργανώνει και θα πραγματοποιήσει ο δήμος Ναυπλιέων και ο Δημοτικός Οργανισμός Πολιτισμού το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου, στις 7:30 το βράδυ στην αίθουσα του Βουλευτικό, στο Ναύπλιο.
Την παρουσίαση της εκδήλωσης θα κάνει ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ θα ακολουθήσει μουσικό αφιέρωμα με την Τυνήσια τραγουδίστρια Lamia Bedioui και τη συνοδεία της Caroline Page στο πιάνο και του Γιώργου Θεοδωράκου στο κοντραμπάσο.
Θα παρουσιαστούν μια σειρά από γνωστά κι αγαπημένα Γαλλικά τραγούδια της Edith Piaf, του Charles Aznavour, του Georges Brassens, του Jacques Brel, της Mistinguett του Enrico Ma, που θα ταξιδέψουν το κοινό σε μια άλλη νοσταλγική εποχή στο Παρίσι, την περίοδο 1930 – 1960.
Υποσημειώσεις
1 « Le pays des buveurs d’Histoire », Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό L’ Express (Livres), 21 Σεπτεμβρίου 2005.
2 Τίνα Βαλαούρα , «Έφυγε ο φιλέλληνας Ζακ Λακαριέρ», Αφιέρωμα στην ΕΡΤ, 20 Σεπτεμβρίου 2005.
3 Olivier Delcroix, «Jacques Lacarriere, a ciel ouvert», εφημερίδα Le Figaro, Culture et Spectacles, 19 Σεπτεμβρίου 2005.
4 Renaud Donnedieu de Vabres, Hommage a Jacques Lacarriere, 19 Σεπτεμβρίου 2005 : «Exile en France, ce marathonien semble apprecier son pays en patrie neuve et a la marche ».
5 Alexie Lorca, Questions a…Jacques Lacarriere, Ιούνιος 2001.
6 «Λεξικό αγάπης», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 17 Απριλίου 2001.
7 Συνέντευξη στους Francois CRIQUI και Marc PAQUIEN. στο “Idees”, Μάιος 1999.
Posted in Άργος, Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Άρθρα, Αρχαιομανία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δημητρίος Βαρδουνιώτης, Ιστορία, Πατούρα Σοφία, Περιηγητές, Πολιτισμός, Φιλέλληνες, Vardouniotis Dimitrios on 14 Ιανουαρίου, 2016| Leave a Comment »
Εικόνες και εντυπώσεις δύο φιλελλήνων Γερμανών διανοητών για το Άργος και την ελεύθερη Ελλάδα σε επιστολές τους προς τον Αργείο λόγιο Δημήτριο Βαρδουνιώτη (τέλη 19ου αι.)
O ευρωπαϊκός περιηγητισμός, συναρτώμενος άμεσα με την εντατικοποίηση της μελέτης της κλασικής αρχαιότητας και τη συστηματοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας, γνώρισε μεγάλη άνθηση σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κατακλύζοντας τον ελλαδικό χώρο. Το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα, εκδηλούμενο με ιδιαίτερη ένταση μετά το 1800, μας κληροδότησε ένα σπουδαίο είδος της νεοελληνικής γραμματείας, τη γνωστή ταξιδιωτική λογοτεχνία. Ο όγκος του πληροφοριακού υλικού που συνέλεξαν οι ξένοι ταξιδιώτες κατά τον 19ο αιώνα και οι προσωπικές μαρτυρίες τους, αποτελούν σημαντική συμβολή στην ιστορική και λογοτεχνική γραμματεία της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία ο ρομαντισμός συμπλέκεται με τον φιλελληνισμό και ο περιηγητισμός διασταυρώνεται με τον νεοκλασικισμό και την αρχαιομανία.[1]
Τότε παρατηρείται μεγάλη στροφή προς τις κλασικές σπουδές (φιλολογία, αρχαιολογία), ενώ η ενασχόληση γενικότερα με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο γίνεται για πολλούς ευρωπαίους – λογίους και όχι μόνο – ρεύμα, μόδα, συχνά και πάθος. [2] Μετά την απελευθέρωση και τη συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους, η κίνηση προς την Ελλάδα γίνεται εντονότερη, αφενός για συστηματικότερη μελέτη των λειψάνων του αρχαίου πολιτισμού και αφετέρου για πληρέστερη πληροφόρηση γύρω από την κοινωνία, την εξουσία και τις δομές του νεοελληνικού κράτους. Ο θαυμασμός των ευρωπαίων ταξιδιωτών για την κλασική αρχαιότητα, η πρόσληψη του σύγχρονου κόσμου μέσα από την καθημερινή ζωή στην πόλη και την ύπαιθρο, από την οικονομία, την παιδεία, την ασφάλεια, τα τοπικά ήθη και έθιμα αλλά και η απόλαυση από την ομορφιά του ελληνικού τοπίου, διασταυρώνονται μεταξύ τους και αποτυπώνονται με αριστοτεχνικό τρόπο σε περιηγητικά βιβλία, σε επιστολές, σε άρθρα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις που δημοσιεύονται στον Τύπο της Ευρώπης.[3]
Στους ευρωπαίους περιηγητές του ελλαδικού χώρου μπορούμε να συμπεριλάβουμε πλέον και δύο Γερμανούς λογίους, άγνωστους έως σήμερα στην ελληνική ταξιδιωτική γραμματεία. [4] Πρόκειται για τον ελληνιστή και λατινιστή καθηγητή Ernste Richard Schulze από την πόλη Bautzen της Σαξονίας [5] και τον διάσημο στην εποχή του καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Eduard Engel, [6] οι οποίοι επισκέφθηκαν την ελεύθερη Ελλάδα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η γνώση μας για τους δύο αυτούς σπουδαίους διανοητές και την περιηγητική εμπειρία τους από την Ελλάδα οφείλονται στον εντοπισμό σειράς επιστολών τους προς τον Αργείο λόγιο του 19ου αιώνα Δημήτριο Βαρδουνιώτη, [7] οι οποίες περιέχονται στο αρχείο της ανέκδοτης έως σήμερα αλληλογραφίας του. [8]
Οι επιστολές του Engel – 6 τον αριθμό – χρονολογούνται από το 1886 έως το 1896 και του Schulze, πολύ περισσότερες, – 45 τον αριθμό -, από το 1898 έως το 1923, όταν ο Βαρδουνιώτης, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, λαμβάνει την τελευταία επιστολή του Γερμανού φίλου και ομοτέχνου του. [9] Και οι δύο Ευρωπαίοι λόγιοι, στη διάρκεια του ταξιδιού τους [10] -άγνωστος ο χρόνος παραμονής τους στην Ελλάδα- επισκέφθηκαν το Άργος. O ένας εκ των δύο, ο Engel, κατά την επίσκεψή του στο Άργος γνώρισε τον Βαρδουνιώτη, τον λόγιο εκπρόσωπο της πόλης, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, ενώ ο έτερος φαίνεται πως δεν τον γνώρισε προσωπικά, αλλά συνδέθηκε πνευματικά και φιλικά μαζί του, μέσω της αλληλογραφίας τους.
Γνώστες, λάτρεις και θαυμαστές της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς – γραπτής και πολιτιστικής -, οι δύο Γερμανοί διανοούμενοι, κατά την περιήγησή τους ανά την Ελλάδα, δεν περιορίστηκαν μόνο στην αναζήτηση των αρχαίων καταλοίπων. Το ενδιαφέρον τους στράφηκε και προς τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, στοιχεία της οποίας αναδεικνύουν μέσ’ από τις επιστολές τους. Παρατηρούν και καταγράφουν προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας κατά τη μετεπαναστατική περίοδο καθώς και τρέχοντα ζητήματα της πολιτικής ζωής στην ελεύθερη τότε Ελλάδα. Εστιάζουν στον Τύπο της εποχής εκείνης (αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και γλώσσα ως μέσου ενημέρωσης και επικοινωνίας), στο επίπεδο της εκπαίδευσης και στα κενά του, στην οικονομική ανέχεια και την ανυπαρξία κοινωνικών δομών, στην καθυστέρηση δημιουργίας κρατικών δομών και θεσμών για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, στην ολιγωρία των αρχών για την εντατικοποίηση των αρχαιολογικών ανασκαφών και την προστασία των πολύτιμων ευρημάτων.
Παράλληλα, εκφράζουν τον απεριόριστο θαυμασμό τους για την απλόχερη ελληνική φιλοξενία και την ασύγκριτη ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Αναγνωρίζουν επίσης την προσπάθεια του πνευματικού κόσμου ν’ αναδείξει τον αρχαίο πολιτισμό αλλά και να δημιουργήσει καινούργιο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής.
Αν και οι αναφορές τους σχετίζονται κυρίως με το Άργος και την ευρύτερη περιοχή, είναι βέβαιο ότι οι παρατηρήσεις τους απηχούν τις γενικότερες εντυπώσεις που αποκόμισαν από την ελεύθερη Ελλάδα και τα μέρη που επισκέφθηκαν.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι οι ίδιοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών τους, με σειρά δημοσιευμάτων τους κατά την επιστροφή τους στη Γερμανία, προσπάθησαν να συμβάλουν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, και κυρίως στην αποκατάσταση της εικόνας της. Σε μια επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη ο Eduard Engel, αναφερόμενος στην συγγραφή τού ταξιδιωτικού του πονήματος για την Ελλάδα, του εφιστά την προσοχή στο περί Άργους κεφάλαιο: έχετε ήδη βλέψει [δει] πώς άλλαξα στο κεφάλαιον περί του Άργους την « αλήθειαν». Αλλά το βιβλίον μου δεν το ήθελα να ήτο μία φωτογραφία της περιηγήσεώς μου αλλά μία ζωγραφία,-όπως ο Goethe ελάλησε την αυτοβιογραφίαν του: Αλήθεια και Ποίησις! Ήθελα να δείξω στους Γερμανούς, τους Έλληνας πώς τους έβλεπον με τα μάτια της ψυχής όχι μόνον με τα της κεφαλής.[11]
Κοινό στοιχείο στις επιστολές των δύο αγνώστων μεταξύ τους αλληλογράφων τού Βαρδουνιώτη, αποτελεί η δημοσιοποίηση και προβολή στον γερμανικό κόσμο της θετικής εικόνας του ελληνικού γίγνεσθαι εκείνης της εποχής ή τουλάχιστον μια προσπάθεια αλλαγής και βελτίωσης της ήδη υπάρχουσας. Στην πρώτη επιστολή του ο Engel, μαζί με τις ευχαριστίες του για την φιλοξενία στο σπίτι της οικογένειας Βαρδουνιώτη, διατυπώνει και την έμπρακτη αγάπη του για την Ελλάδα με την φράση που ακολουθεί: Έχω γράψει πολλά άρθρα περί της Ελλάδος δια τας γερμανικάς εφημερίδας. Και ο Έσπερος, εφημερίς με εικόνας εκδοθείσα εν Λειψία θα δημοσιεύσει όλα εις μετάφρασιν ελληνικήν. Σας στέλλω μόνον το ένα «περί της δημοσίας ασφαλείας εις την Ελλάδα«, δημοσιευθέν εις περισσότερον παρά [από] είκοσι εφημερίδας γερμανικάς και άλλας. Τοιουτοτρόπως ελπίζω ότι η γνώμη των ξένων περί «των ληστών της Ελλάδος» θ’ αλλάξη.[12]
Σε άλλη επιστολή του, εκφράζοντας τη μεγάλη του επιθυμία να επισκεφθεί εκ νέου την Ελλάδα και κυρίως το φιλόξενον Άργος πληροφορεί τον φίλο του Βαρδουνιώτη ότι δημοσιεύει συνέχεια άρθρα για την Ελλάδα, τόσο στον γερμανικό όσο και στον ελληνόφωνο Τύπο της πατρίδας του. [13] Στην ίδια επιστολή (29/4/1887), του ανακοινώνει την έκδοση του βιβλίου του «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι», [14] προϊόν της περιήγησής του στην Ελλάδα, στο οποίο αναφέρει ότι συμπεριέλαβε και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο περί Άργους. [15] Στη συγκεκριμένη αναφορά της ανέκδοτης επιστολής του οφείλεται η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η απόκτηση εν τέλει του προαναφερόμενου περιηγητικού βιβλίου, άγνωστου έως σήμερα στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία.
Ο έτερος Γερμανός ελληνιστής και φιλέλληνας, ο Schulze, ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα λίγα χρόνια μετά τον Engel, [16] από τις πολυάριθμες επιστολές του προς τον φίλο του Βαρδουνιώτη φαίνεται να έχει δημιουργήσει μαζί του ένα δίαυλο μακράς και σταθερής επικοινωνίας σε πολλαπλά επίπεδα, με κορυφαίο το πνευματικό. Μεταφράζει στα γερμανικά λογοτεχνικά έργα του αλληλογράφου του και τα δημοσιεύει στον Τύπο της πόλης του· [17] διαβάζει τα συγγράματά του και διατυπώνει την κριτική του·[18] ενημερώνεται διαρκώς για την πνευματική κίνηση, την κοινωνική και πολιτική ζωή στο Άργος και τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, μέσω των ελληνικών εφημερίδων και των φιλολογικών-λογοτεχνικών περιοδικών που ανελλιπώς λαμβάνει από τον Βαρδουνιώτη και άλλους Έλληνες λογίους. [19] Με αφορμή την άποψη που εκφράζει για τον ελληνικό πολιτικό Τύπο της εποχής, [20] επισημαίνει την απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης και την αδυναμία των πολιτών να διαβάσουν εφημερίδες. Μεταφέρει στον Βαρδουνιώτη δύο σχετικές προσωπικές μαρτυρίες του: πολλοί Έλληνες φαίνεται να μη ηξεύρουν γράμματα· -δύο φοράς, και εις Ναύπλιον και εις Ολυμπίαν, στρατιώται μοι απεκρίθησαν «δεν ξέρω γράμματα», και έν κορίτσιον εις Χαρβάτι [Μυκήνες] μοι αφηγήθη ότι εις το σχολείον πηγαίνουν τα αγόρια αλλ’ όχι τα κορίτσια. [21]
Με τον ακαταπόνητο Αργείο λόγιο ανταλλάσσει πληροφορίες επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος και του αποστέλλει δυσεύρετα στην Ελλάδα βιβλία. Εκφράζει προς τον αλληλογράφο του τον απεριόριστο θαυμασμό του για το πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο του, την πολυμάθεια και την εργατικότητά του· ακόμη για το ζωηρό ενδιαφέρον και την εμπλοκή του σε ζητήματα αρχαιολογίας, ανασκαφών στην περιοχή του Άργους και προστασίας των αρχαιοτήτων. Επίσης τον συγχαίρει για τα άρθρα του (τας διατριβάς, όπως λέει) στον Τύπο περί των ανασκαφών και περί του εν Άργει αρχαιολογικού μουσείου, τα οποία ανέγνωσε στον Τύπο μετά μεγάλου ενδιαφέροντος. [22] Πληροφορούμενος από εφημερίδες για τις νέες αρχαιολογικές έρευνες και την ανεύρεση τάφων στο Άργος, εκφράζει την ευχή όπως αυτοί μεταφερθούν στο σχεδιαζόμενο μουσείο του Άργους, γεγονός που, κατά την άποψή του, θα προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών. [23] Δυστυχώς, όπως λέει, δεν υπάρχει σχεδιάγραμμα της πόλης του Άργους ούτε στον ταξιδιωτικό οδηγό του Μπαίντεκερ, σε αντίθεση με τις Μυκήνες, το Ναύπλιο και τη Σπάρτη. [24] Και συνεχίζει με τη διαπίστωση ότι το Άργος παραμελείται από την Πολιτεία, παρά το γεγονός ότι αι ανασκαφαί αποδεικνύουν ότι ισοδύναμος είνε η πόλις του Διομήδους μετά των Μυκηνών.[25] Σε προγενέστερη επιστολή του μάλιστα είχε ζητήσει από τον Βαρδουνιώτη να του αποστείλει εικόνες του Άργους μετά της Λαρίσης (καρτ-ποστάλ, δηλαδή), καθώς αντίστοιχες του Ναυπλίου είχε αγοράσει ο ίδιος από τη συγκεκριμένη πόλη κατά την προ επτά ετών περιήγησή του στην Πελοπόννησο. [26] Επιθυμώ, όπως λέει, να αποκτήσω ταύτας, δια να τας δείξω εις τους μαθητάς του γυμνασίου, όταν μνημονεύεται το Άργος, ό συμβαίνει συχνάκις. [27] Αξιοσημείωτο είναι, όπως προκύπτει από άλλη απαντητική επιστολή του Schulze προς τον Βαρδουνιώτη, ότι ο τελευταίος παρά τους ακουράστους κόπους του, ερευνών εικόνας του Άργους σχεδόν εις την Ελλάδα όλην, δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την επιθυμία τού εκλεκτού φίλου του.
Αυτά συμβαίνουν το 1901. Ένα χρόνο αργότερα, το 1902, ο Schulze, διαρκώς ανήσυχος για την πορεία των ανασκαφών στο Άργος, εκφράζει στον Βαρδουνιώτη τας απείρους ευχαριστίας του δια το σχεδιάγραμμα των επί του λόφου Ασπίδος ανασκαφών. [28] Τον Ιανουάριο του 1904, τον ευχαριστεί απείρως δια τας εφημερίδας και την επιστολήν που του απέστειλε μετά των εικόνων του Άργους, τις οποίες εκλαμβάνει ως πρωτοχρονιάτικον δώρον, συμπληρώνοντας μάλιστα ότι είναι κειμήλιον δι’ εμέ ός ενθυμούμαι σχεδόν καθ’ εκάστην το Άργος και τους φίλους μου οι οποίοι ζώσιν εις την πόλιν ταύτην. [29] Φαίνεται λοιπόν από την παρατιθέμενη πιο πάνω αλληλογραφία ότι οι πρώτες καρτ-ποστάλ της πόλης του Άργους κυκλοφόρησαν προς το τέλος του 1903.
Η αγάπη και το ενδιαφέρον τού Schulze για το Άργος και τα εκεί τεκταινόμενα εκδηλώνεται παντοιοτρόπως. Σε επιστολή του 1899 επαινεί με πολύ θερμά λόγια τον φίλο του Βαρδουνιώτη για τους αγώνες που δίνει προκειμένου να γίνει «η απόφραξις της υπώρυχος» από την Στυμφαλίδα λίμνη έως τον Ερασίνο ποταμό, το γνωστό μας σήμερα Κεφαλάρι. Ενθαρρύνει μάλιστα τον πολυπράγμονα Αργείο να συνεχίσει τις σχετικές προσπάθειες με τα παρακάτω λόγια: Σας συγχαίρω δια την δουλείαν ταύτην, ήν εκάμετε όχι μόνον εις την πατρίδα Σας αλλά και εις τους επιστήμονας. [30]
Με μια σύντομη αναφορά σε κάποια άλλη επιστολή του, εκφράζει τη χαρά του για την πρόοδο που έχει σημειώσει η γυμναστική στο Άργος, μέσω του γυμναστικού συλλόγου Αριστέας, φιλικά προσκείμενου προς τον λαϊκό φιλολογικό σύλλογο Ίναχο, τον οποίο ίδρυσε ο Βαρδουνιώτης, μετά την αποχώρησή του από το Δαναό. [31]
Σχετικά με το ζήτημα αυτό μεγάλο ενδιαφέρον για την πνευματική ζωή της πόλης του Άργους παρουσιάζουν οι μακρές αναφορές σε σειρά επιστολών και η θέση που παίρνει ο ίδιος ο Schulze στο ζήτημα της διάσπασης του Συλλόγου Δαναός, περί το 1900, μετά τη διάσταση που επήλθε ανάμεσα στους δύο κορυφαίους λογίους της πόλης και ιδρυτές του φιλολογικού και φιλανθρωπικού συλλόγου Δαναός, Χρήστο Παπαοικονόμο και Δημήτριο Βαρδουνιώτη. [32]
Αυτό που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το Γερμανό φιλέλληνα, μέσ’ από το σύνολο σχεδόν των επιστολών του, είναι η κοινωνική ευαισθησία και τα φιλανθρωπικά του αισθήματα απέναντι στα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη του Άργους και ευρύτερα η Ελλάδα. Ως επίτιμο μέλος του συλλόγου Δαναός, αποστέλλει ανελλιπώς τη συνδρομή του υπέρ της Σχολής των απόρων παίδων, την οποία θεωρεί ευεργικωτάτη για την εκπαιδευτική και κοινωνική προσφορά της. [33] Τη συνδρομή του (20 μάρκα επίσης) στέλνει και στον λαϊκό σύλλογο Ίναχο, ευθύς μετά την ίδρυσή του, προκειμένου να ενισχύσει το πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο του. [34] Για τον ίδιο σκοπό διαθέτει την αμοιβή που λαμβάνει από τον εκδότη της εφημερίδας Bautzen Nachrichten για τις μεταφράσεις των έργων του Αργείου ομοτέχνου του, με την παράκληση να τα διαθέσει εκείνος όπου επιθυμεί, είτε μέσω των δύο συλλόγων είτε κατά την προσωπική του κρίση προς όφελος πάντως των Αργείων. [35] Υπέρμαχος της κοινωνικής αλληλεγγύης, όταν πληροφορείται από την εφημερίδα «Μυκήναι» το θάνατο από ασιτία μιας Αργείας, της Παρασκευής Ζαήμη, στηλιτεύει με έκπληξη και θυμό την αδιαφορία των συμπολιτών και των γειτόνων της, και διερωτάται:
εις πόλιν δέκα χιλιάδων κατοίκων κανείς δεν ηυρέθη που να φροντίζη περί την πτωχήν ταύτην γυναίκα; Δεν έχετε φιλοπτώχους; Δεν ευσπλαχνίζεσθε τον πτωχόν και πεινασμένον γείτονα; Το κράτος, όπως λέει, αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε όλα, γι’ αυτό πρέπει να φροντίζη καθείς περί των γειτόνων … τουλάχιστον εις μικράν πόλιν, όπου οι άνθρωποι είνε ευσπλαγχνότεροι παρά οι μεγαλουπόλεων κάτοικοι.[36]
Σημαντικές είναι, επίσης, οι πληροφορίες που εμπεριέχονται στις επιστολές του Schulze για το έργο του Βαρδουνιώτη. Σε αρκετές επιστολές του ονοματίζει με τον τίτλο τους διηγήματα, ποιήματα και ιστορικά έργα του, μερικά γνωστά αλλά και κάποια άγνωστα ακόμη έως σήμερα, τα οποία θ’ αναζητήσουμε στον ελληνικό ημερήσιο και περιοδικό τύπο της εποχής.
Αναφορικά με τον Engel, τον έτερο των Γερμανών λογίων, τις περιορισμένες πληροφορίες που εμπεριέχονται στις ολιγάριθμες και σύντομες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, συμπληρώνει αναμφίβολα το περιηγητικό του βιβλίο, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω με τον ποιητικό τίτλο, «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι». Περιλαμβάνει ειδικά κεφάλαια περί Άργους, Ναυπλίου, πολλών άλλων αρχαιολογικών τόπων και πόλεων της Πελοποννήσου, της Κέρκυρας και της Αθήνας. [37]
Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω το ρόλο του Αργείου Δημητρίου Βαρδουνιώτη, όπως προκύπτει από τη μονομερή αλληλογραφία που κατέχω. Ο Βαρδουνιώτης είναι αναμφίβολα ο πρωταγωνιστής αυτής της αμφίδρομης σχέσης με τους δύο Γερμανούς διανοητές-περιηγητές. Δεν γνωρίζουμε κάτω από ποιές συνθήκες ο Αργείος λόγιος γνώρισε, δέχθηκε και φιλοξένησε τους υψηλούς επισκέπτες της πόλης. Συνδέθηκε μαζί τους φιλικά και πνευματικά και στη συνέχεια δημιούργησε αυτό το σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας, μέσω της αλληλογραφίας και της συνεχούς αποστολής πληροφοριακού υλικού, από βιβλία και φιλολογικά περιοδικά έως εφημερίδες -τοπικές και αθηναϊκές- αλλά και δικά του λογοτεχνικά και ιστορικά άρθρα. Γενικότερα, ας τονιστεί ότι η συμβολή αυτού του αδικημένου έως σήμερα πνευματικού ανθρώπου υπήρξε πολύ μεγάλη στο πνευματικό και ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο αλλά κυρίως σε εθνικό. [38]
Υποσημειώσεις
[1] H ταξιδιωτική λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι πολύ πλούσια. Παραθέτω επιλεκτικά ορισμένα αντιπροσωπευτικά του είδους βιβλία με αναφορά στην Ελλάδα γενικά, αλλά και ειδικότερα στην Πελοπόννησο: Κ. Σιμόπουλος Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, τ. Β’ Αθήνα 1995· Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα: Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ, πρόλ. Π. Μουλλάς, μτφρ. Βάσω Μέντζου, Αθήνα 1990· Ο πυρετός των μαρμάρων (συλλ. τόμος), επιμέλεια-εισαγωγή Γ.Τόλιας, μτφρ. Γ. Δεπάστας – Βούλα Λούβρου, Αθήνα 1996, σσ. 27-30· F. Aldenhover, Itinéraire descriptif de l’Attique et du Peloponnése, Athènes 1841· K. Baedeker, Greece, Leipzig 1884· J. A. Buchon, La Gréce continentale et la Morée: voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, Paris 1843
[2] H. Omont, Misssions archéologiques françaises en Orient aux XVII-XVIII siècles, Paris 1902· R. Baladie, Le Peloponnése de Strabon. Étude de Geographie historique, Paris 1980· E. Boblaye Puillion, Recherches geographiques sur les Ruines de la Morea, Paris 1836· J. A. Cramer, A geographical and historical description of ancient Greece, t. I-III, Oxford 1828· E. Dodwell, A classical and topographical Tour through Greece during the years 1801, 1805 and 1806, t. 2, London 1819.
[3] Βλ. R. Eisner, Travellers to an Antique Land: The History and Literature of Travel in Greece, Princeton 1991· Α. Ταμπάκη, Η μετάβαση από τον Διαφωτισμό στον ρομαντισμό στον ελληνικό 19ο αιώνα. Η περίπτωση του Ιωάννη και του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου, Πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 199-211· Α. Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα 1993· O. Augustinos, Greece in French Travel Literature from the Renaissance to the Romantic Era, Baltimore 1993· Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στην γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αι., (έκδ.) Ευ. Χρυσός, Αθήνα 1996.
[4] Ορισμένοι από τους γνωστούς στην ελληνική βιβλιογραφία Γερμανούς λόγιους περιηγητές, οι οποίοι κατέγραψαν τις ταξιδιωτικές εμπειρίες τους από την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Πελοποννήσου, κατά τον 19ο αιώνα, είναι οι παρακάτω: L. Ross, Reisen und Reiserouten durch Griechenland, I Reisen im Peloponnes, Berlin 1841· Er. Curtius, Peloponnesos. Eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel, Gotha, t. I 1851, t. II 1852· Al. Philippson – E. Kirsten, Die griechischen Landschaften, Eine Landeskunde, t. III, 1 Der Peloponnes, Frankfurt am Main, 1959· C. Bursian, Geographie von Griechenland, t. II, Leipzig 1868-1872· L. Ross, Erinnerungen und Eindrücke aus Griechenland, Basel 1875· Al. Philippson, Der Peloponnes. Versuch einer Landes-Kunde auf geologischer Grundlage, Berlin 1892.
[5] Καθηγητής ελληνικής και λατινικής φιλολογίας σε Γυμνάσιο της πόλης Bautzen της Σαξονίας, συγγραφέας πολλών επιστημονικών βιβλίων, κυρίως της λατινικής φιλολογίας και γλώσσας (βλ. http://www.readings.com.au/search/results?query=Ernst%20Richard%20Schulze&author=1&books=1&m)
[6] Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και επικεφαλής της Υπηρεσίας Στενογραφίας του γερμανικού βασιλείου. Εκδότης του επιστημονικού περιοδικού «Magazin für die Literatur des Auslandes«, κριτικός έργων μεγάλων Ευρωπαίων λογοτεχνών, όπως του Emile Zola, του Edgar Alan Poe, του Théodor Fontane, κ. ά. Λογοτέχνης και συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων με κορυφαίο το «Geschichte der deutschen Literatur von der Anfangen bis zur Gegenwart«. Υπήρξε πολέμιος της μοντέρνας Λογοτεχνίας και ένθερμος υποστηρικτής της θεωρίας περί γλωσσικής καθαρότητας. Λάτρης της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού, το 1912 έγραψε το έργο «Η Πατρίδα του Οδυσσέα: Λευκάδα ή Ιθάκη» (Der Wohnsitz des Odysseus), ενώ πολύ νωρίτερα, μετά από την περιήγηση που πραγματοποίησε στην Ελλάδα, το έτος 1886 συνέγραψε το ταξιδιωτικό βιβλίο «Ελληνικαί Εαριναί Ημέραι» (Griechische Frullingstage), στο οποίο θ’ αναφερθώ αναλυτικότερα πιο κάτω. Το 1933, μετά την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τον Eduard Engel λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, η οποία απέβη γι’ αυτόν μοιραία. Παρά τη φανατική σχεδόν υποστήριξή του στην καθαρότητα της γερμανικής γλώσσας, τού απαγορεύθηκε να δημοσιεύσει άλλα έργα, ενώ τα κορυφαία του βιβλία δυσφημίστηκαν και απαγορεύτηκε η επανέκδοσή τους. Επί πλέον του αφαίρεσαν τη σύνταξη και τον αποστέρησαν απ’ όλες τις νόμιμες πηγές εσόδων. Έζησε ως το θάνατό του (1938) πάμπτωχος με μόνη την αρωγή των φίλων του (βλ. https://de.wikipedia.org/wiki/Eduard Engel).
[7] Για την προσωπικότητα και το έργο του Βαρδουνιώτη διαθέτουμε δύο μόνο ad hoc παλαιές μελέτες: Γεωργίου Ξ. Λογοθέτου (Ίδμωνος), Κριτικό Σημείωμα, Δημήτριος Βαρδουνιώτης, Αθήναι 1928, σσ. 1-16 και Σπύρου Παναγιωτόπουλου, Δ. Βαρδουνιώτης, ο Ιστορικός: η ζωή και το έργο του, Ανάτυπο από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1960, σσ. 74-82. Αναφορές, ωστόσο, στο λογοτεχνικό και ιστορικό έργο του υπάρχουν αρκετές στη νεότερη βιβλιογραφία
[8] Σχετικά με την ανέκδοτη αλληλογραφία τού Βαρδουνιώτη, βλ. Σοφία Πατούρα-Σπανού, Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: πρόδρομη παρουσίαση, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Ελληνικότητα και Ετερότητα: πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και εθνικός χαρακτήρας στον 19ο αιώνα (Αθήνα, 14-16 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών), Αθήνα 2015 (υπό εκτύπωση).
[9] Οι παραπομπές στις ανέκδοτες επιστολές των δύο Γερμανών αλληλογράφων του Βαρδουνιώτη ακολουθούν αύξοντα αριθμό με χρονολογική κατάταξη από το 1 έως το 6 για τις αναφορές στον Engel και από το 1 έως το 45 για τις αναφορές στον Schulze.
[10] Ο χρόνος επίσκεψης στην Ελλάδα των δύο λογίων Γερμανών δεν αναφέρεται με σαφήνεια αλλά προκύπτει έμμεσα μέσα από την αλληλογραφία τους. Ο Eduard Engel έστειλε την πρώτη επιστολή στον Βαρδουνιώτη στις 4/6/1886 με πολλές ευχαριστίες για την φιλοξενία που του παρέσχε ο δεύτερος κατά τις ημέρες του Πάσχα (ανέκδ. επιστ. 1 4/6/1886). Προκύπτει επομένως έμμεσα ότι η επίσκεψή του στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα στο Άργος, πραγματοποιήθηκε λίγο νωρίτερα, κατά την εορτή του Πάσχα, πιθανότατα Απρίλιο ή Μάϊο του 1886. Αναφορικά με τον Schulze, από δύο επιστολές του προκύπτει ότι δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά τον Βαρδουνιώτη. Από την ανέκδ. επιστ. 1, 8/4/1898 φαίνεται ότι η γνωριμία τους δι’ αλληλογραφίας έγινε μέσω του κοινού τους φίλου συγγραφέα Παναγιώτη Τσίληθρα, ο οποίος έστελνε λογοτεχνικά έργα του Βαρδουνιώτη στον Schulze. Στην ανέκδ. επιστ. 7, 6/18/1898, ο Schulze εκφράζει τη χαρά του για την φωτογραφία του Βαρδουνιώτη που έλαβε σε επιστολή του, «η οποία«, όπως αναφέρει, «παρισταίνει άνδρα οριστικόν και δραστήριον«, πράγμα που σημαίνει ότι τότε, για πρώτη φορά, αντικρίζει τη φυσιογνωμία του μέσω της φωτογραφίας. Όσο για το έτος του ταξιδιού του στην Ελλάδα προκύπτει από σαφή αναφορά του στην ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901, ότι αγόρασε προ επτά ετών φωτογραφία του Ναυπλίου, κατά την εκεί επίσκεψή του. Κατά συνέπεια το ταξίδι του στην Ελλάδα τοποθετείται στα 1894.
[11] Engel, ανέκδ. επιστ. 3, 5/11/87.
[12] Εngel, ανέκδ. επιστ. 1, 4/6/1886.
[13] Engel, ανέκδ. επιστ. 2, 29/4/1887.
[14] Eduard Engel, Griechische Frühligstage, Elibron Classics series, Adamant Media Corporation 2006 (ανατύπωση της έκδοσης του 1887, Hermann Costenoble, Jena).
[15] Στο ίδιο, σελ. 280-300.
[16] Βλ. πιο πάνω, σημ. 10.
[17] Στην ανέκδ. επιστ. 1 (8/4/1898), ο Γερμανός λόγιος ενημερώνει τον Βαρδουνιώτη ότι άρχισε τη μετάφραση του διηγήματός του «Επί του Ακροκορίνθου«, την οποία θα δημοσιεύσει τμηματικά ο φίλος του, εκδότης της εφημερίδας Bautzen Nachrichten της πόλης του Bautzen, κ. Mόνσε. Στην ανέκδ. επιστ. 14 (1/9/1900), τού ανακοινώνει τη μετάφραση του διηγήματός του «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» (Μετέφρασα το «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» και σήμερον πλέον τούτο αναγινώσκεται εις το Παράρτημα των Ειδήσεων του Μπάουτσεν).
[18] Στις ανέκδ. επιστ. 8 (25/8/1998), 9 (2/5/1899), 13 (16/2?1900), 21 (16/1/1901), 30 (15/7/1902), 35 (12/11/1903), 36 (20/12/1904), 39 (17/7/1905), 41 (22/12/ 1906), 43 (3/1/1914) ο Schulze αναφέρει συγκεκριμένα διηγήματα, άρθρα σε εφημερίδες και το ιστορικό βιβλίο του Βαρδουνιώτη «Η καταστροφή του Δράμαλη«, για τα οποία διατυπώνει πολύ θετική κριτική και τού εκφράζει τον απεριόριστο θαυμασμό του.
[19] O Schulze, σε πολλές από τις επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, αναφέρει ότι λαμβάνει εφημερίδες και φιλολογικά περιοδικά από εκείνον αλλά και άλλους λογίους φίλους του από την Αθήνα, όπως για παράδειγμα, από τον κοινό φίλο τους, Π. Τσίληθρα.
[20] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Σε αυτή την επιστολή ο Γερμανός λόγιος εκθέτει δια μακρών την άποψή του για τις ελληνικές εφημερίδες της εποχής, για τις οποίες δεν έχει την καλύτερη γνώμη!
[21] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Για το επίπεδο της εκπαίδευσης στο Άργος του 19ου αιώνα, σημαντικές είναι δύο πρόσφατες σχετικά μελέτες, δημοσιευμένες στα Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα (Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009: α) Γ. Κόνδης, Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα, ό. π., σελ. 89-105 και β) Α. Τότσικας, Η εκπαίδευση στο Άργος τον 19ο αιώνα. Οργάνωση και προσανατολισμοί, ό. π., σελ. 421-431. Η εκπαίδευση των Θηλέων σε αστικά σχολεία, στο Άργος και το Ναύπλιο, καθιερώθηκε με το νόμο 770/1937 για να καταργηθεί δύο χρόνια αργότερα (βλ. Α. Σκορδά-Παπαγιαννοπούλου, Τα αστικά σχολεία Θηλέων Ναυπλίου και Άργους, Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000), τόμ. 3, Νεώτερος Ελληνισμός, Αθήναι 2001-2002, σελ. 360-368.
[22] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902. Για την ιστορία του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, τις απαρχές της ίδρυσής του, σε εμβρυακή έστω μορφή, και τους αγώνες τού Βαρδουνιώτη για το σκοπό αυτό, βλ. τη μελέτη του Β. Δωροβίνη, 1961-2011: μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους, Αργειακή Γη (Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους-Μυκηνών), τεύχος 5, σελ. 17-44.
[23] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.
[24] Στο ίδιο.
[25] Στο ίδιο.
[26] Schulze, ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901. Από την αναφορά αυτή προκύπτει ο χρόνος επίσκεψης του Schulze στην Ελλάδα, και ακριβέστερα στο Ναύπλιο και στο Άργος, που όπως φαίνεται πραγματοποιήθηκε το 1894.
[27] Στο ίδιο.
[28] Ανέκδ. επιστ. 32, 12/12/1902.
[29] Ανέκδ. επιστ. 37, 7/1/1904.
[30] Ανέκδ. επιστ. 10, 1/9/1899. Πρβλ. τη μελέτη του Κ. Ρωμαίου, Ο Ερασίνος ποταμός και ο ρόλος του για την προστασία του Άργους κατά την αρχαιότητα, Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 129-137.
[31] Ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.
[32] Βλ. Schulze, ανέκδ. επιστ. 15, 12/11/1900· 16, 13/11/1900· 18, 12/12/1900· 19, 2/1/1901.Σχετικά με την ίδρυση, την ιστορία και τους σκοπούς του Συλλόγου «Δαναός», βλέπε: Χρ. Παπαοικονόμος, «Δαναός», Ο εν Άργει σύλλογος των Αργείων, Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910, Αθήναι 1910 (Αναστατικές εκδόσεις – 1, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού), σελ. 128-141· Ευάγγ. Στασινόπουλος, Σκοποί, πορεία, σταθμοί και προσανατολισμοί του «Δαναού», Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 369-376. Για το ζήτημα της διάσπασης του συλλόγου δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην παρούσα εργασία γιατί θ’ αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης με διεξοδικότερη έρευνα και στα αρχεία του Δαναού.
[33] Schulze, ανέκδ. επιστ. 18, 12/12/1900.
[34] Schulze, ανέκδ. επιστ. 19, 2/1/1901· 27, 16/10/1901·28, 8/5/1902· 32, 12/12/1902· 33, 26/2/1903· 34, 14/4/1903. Στην ανέκδοτη επιστολή του αρ. 38, 15/1/1905, ο Schulze μάς δίνει εμμέσως την πληροφορία ότι έχει διακοπεί η έκδοση της εφημερίδας «Ίναχος».
[35] Schulze, ανέκδ. επιστ. 17, 8/12/1900. Στην επιστολή αρ. 4, 18/5/1898 ο Schulze συστήνει στον Βαρδουνιώτη να διαθέσει τα χρήματα από τη μετάφραση ή υπέρ των δυστυχών θεσσαλών ή υπέρ των ταλαιπωρούντων προσφύγων.
[36] Schulze, ανέκδ. επιστ. 36, 20/12/1904. Βλ. Ευρυδίκη Μπέσιλα-Βήκα, Η επιρροή του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής της τοπικής κοινωνίας του Άργους τον 19ο αιώνα, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα» (Άργος 5 – 7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009, σελ. 195-200.
[37] βλ. σημ. 14. Η μετάφραση και η πιθανή έκδοση του άγνωστου αλλά πολύτιμου για τη νεότερη ελληνική ιστορία βιβλίου τού Engel, θα συμβάλει στον εμπλουτισμό των γνώσεών μας γύρω από την ιστορία και την κοινωνία της Πελοποννήσου και όχι μόνο, στο β’ μισό του 19ου αιώνα, καθώς η περιηγητική λογοτεχνία αποτελεί πλέον πρωτογενές υλικό για τη μελέτη της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού.
[38] Σε τρεις επιστολές που είχαν αποσταλεί από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία προς τον Βαρδουνιώτη (περιλαμβάνονται στο σώμα της ανέκδοτης αλληλογραφίας του) αποκαλύπτεται η μεγάλη εθνική προσφορά τού Αργείου λογίου. Μέχρι το 1915 ο Βαρδουνιώτης είχε αποστείλει στην Εταιρεία 10.625 έγγραφα που αφορούσαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, πολύτιμα κειμήλια για τη μελέτη και συγγραφή της νεότερης ιστορίας μας.
Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών
Διαβάστε ακόμη:
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, Περιηγητές, tagged 'Οθωνας, Anton von Prokesch, Argolikos Arghival Library History and Culture, Irene von Prokesch, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αμαλία, Βάνα Μπούσε, Δούκισσα της Πλακεντίας, Ιστορία, Μπεττίνα Σχινά, Πρόσωπα, Περιηγητές, Φωτεινή Μαυρομιχάλη, Lady Ellenborough, Vana Busse on 20 Ιουλίου, 2015| Leave a Comment »
Ξένες στην Οθωνική Ελλάδα
Η ζωή των γυναικών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ακόμη και εκείνων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή, ελάχιστα έχει απασχολήσει τους ιστορικούς. Τα τελευταία χρόνια όμως, γυναίκες – μελετητές δημοσίευσαν ιστορικές μαρτυρίες, ημερολόγια και επιστολές γυναικών του 19ου αιώνα δίνοντας στην εικόνα που είχαμε μέχρι σήμερα μια νέα διάσταση. Ειδικά για την Οθωνική εποχή αναφέρω τα ημερολόγια της συζύγου του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, Christiane Lüth, τα οποία δημοσίευσε η Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν σε τρία βιβλία, τα Απομνημονεύματα της Ρωξάνδρας Στούρτζα σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου, τις επιστολές προς τους γονείς της και αποσπάσματα ημερολογίου της Μπεττίνας Σχινά που μελέτησε και εξέδωσε η Ruth Steffen καθώς και τις εργασίες της Margarethe Pauly, οι οποίες βασίζονται σε σημαντικό βαθμό σε επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας, της αδελφής της Φρειδερίκης και της μητριάς τους, Καικιλίας.
Άλλα κείμενα αυτής της κατηγορίας παραμένουν αδημοσίευτα. Ανάμεσά τους το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή είναι οι επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας προς τον πατέρα της, μια πολύτιμη ιστορική πηγή· 570 επιστολές που γράφτηκαν μεταξύ 1836 και 1853 και θα εκδοθούν σύντομα, από το χειρόγραφο, σε ελληνική μετάφραση. [ Κυκλοφόρησαν από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το 2011. Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπούσε, Μιχαέλ Μπούσε].
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το ανέκδοτο ημερολόγιο της μεγάλης κυρίας της Τιμής της βασίλισσας Αμαλίας, Juliane Wilhelmine von Plüskow, που βρίσκεται στο Αρχείο του ομόσπονδου κρατιδίου της Αυστρίας, Στάγιερμαρκ. Με τη βοήθεια ιστορικών πηγών αυτής της κατηγορίας, αλλά και άλλων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, με τη συντομία που μου επιβάλλει ο προκαθορισμένος χρόνος, τη ζωή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησαν για κάποιο διάστημα ξένες στην Ελλάδα την εποχή του βασιλιά Όθωνα.
Λίγες είναι εκείνες που ήρθαν να ζήσουν στην Ελλάδα, αφού παντρεύτηκαν Έλληνα. Η εγκατάσταση στο νεοσύστατο κράτος, ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του, ήταν ασφαλώς ένα δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Από τις πρώτες που το επιχείρησαν ήταν η σύζυγος του Κωνσταντίνου Σχινά, υπουργού την εποχή της Αντιβασιλείας και από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Μπεττίνα Σχινά ήταν κόρη του διάσημου νομομαθούς Carl von Savigny και ανιψιά του ποιητή Clemens Brentano και της συγγραφέως Bettina von Arnim. Προερχόταν από μια εξαιρετικά μορφωμένη και καλλιεργημένη οικογένεια και ανάλογο είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι επιστολές προς τους γονείς της και τμήματα του ημερολογίου της που, όπως προανέφερα, έχουν δημοσιευθεί στα γερμανικά. Έζησε με τον άνδρα της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα δυστυχώς μόνο για δέκα μήνες. Πέθανε, θύμα επιδημίας, σε ηλικία 30 χρόνων. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η οποία όμως δεν πληρούσε σε κτήρια και υπηρεσίες τις προϋποθέσεις, για να ανταποκριθεί σε μια τόσο αιφνίδια αύξηση του πληθυσμού της. Τα προβλήματα που δημιούργησε η μεταφορά στους παλιούς της κατοίκους ήταν τεράστια και για πολλούς οδυνηρά· δύσκολη βέβαια θα πρέπει να ήταν η ζωή τα πρώτα χρόνια και για τις ξένες, που είχαν συνηθίσει να ζουν διαφορετικά. Όταν, για παράδειγμα, η οικογένεια του Αυστριακού απεσταλμένου Anton von Prokesch μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η γυναίκα του και το παιδί του έμειναν αρχικά στο πλοίο που είχε θέσει στη διάθεσή τους το αυστριακό κράτος, και όταν μετακόμισαν στην πρώτη τους αθηναϊκή κατοικία το υπνοδωμάτιο της κυρίας von Prokesch ήταν ένας πρώην διάδρομος διαμορφωμένος σε δωμάτιο.[1]
Μια πρωτοφανής όμως οικοδομική δραστηριότητα μεταμόρφωσε σε μικρό χρονικό διάστημα την Αθήνα σε πόλη. Η οικογένεια von Prokesch εγκαταστάθηκε το καλοκαίρι του 1837 στην ιδιόκτητη έπαυλή της, που είχε σχεδιάσει ο Βιενέζος αρχιτέκτονας Anton Rosner. Το κτήριο, στην οδό Φειδίου 3, σώζεται μέχρι σήμερα, αν και έχει υποστεί πολλές αλλαγές.
Την ίδια εποχή κτιζόταν και το παλάτι. Το σημερινό κτήριο της Βουλής θεμελιώθηκε για λόγους συμβολισμού την 25η Ιανουαρίου/6η Φεβρουαρίου 1836, δηλαδή την τρίτη επέτειο της αποβίβασης του Όθωνα στο Ναύπλιο, ημέρα που τότε ονομαζόταν «Αποβατήρια» και ήταν εθνική εορτή. Το παλάτι κατοικήθηκε τον Αύγουστο του 1843» λίγες μέρες πριν από την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.
Αρκετές ήταν οι Γερμανίδες κυρίες οι οποίες ήταν διορισμένες στην Αυλή. Η βασίλισσα Αμαλία φρόντισε ένα χρόνο μετά την άφιξη της στην Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 1838, να διορίσει ως κυρία της Τιμής μια Ελληνίδα, την κόρη του Μάρκου Μπότσαρη, Αικατερίνη. Ωστόσο είχε πάντοτε κοντά της και μία Γερμανίδα κυρία της Τιμής. Η νεαρή και όμορφη δεσποινίς Wiesenthau, την οποία η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της όταν ήρθε στην Ελλάδα, έμεινε μέχρι τις αρχές του 1845· Παρόλο που τυπικά τη Wiesenthau διαδέχτηκε στο παλάτι η Φωτεινή Μαυρομιχάλη, τον ίδιο χρόνο η βασίλισσα Αμαλία κάλεσε από το Ολδεμβούργο την Elise Rennenkampff, επειδή ήθελε να έχει και μια νεαρή Γερμανίδα στο περιβάλλον της.
Κοντά της βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της εδώ παραμονής της και η παιδαγωγός της, Julia von Nordenflyeht. Όταν η βασίλισσα Αμαλία πρωτοήλθε στην Αθήνα η Julia von Nordenflycht ήταν πενήντα ενός χρόνων, δηλαδή ηλικιωμένη. Διακριτική και ταπεινόφρων, με παρουσία σχεδόν αφανή, ήταν στην πραγματικότητα πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Όταν ήταν νέα είχε δημοσιεύσει ποιήματα και είχε πάρει μέρος στην πρώτη γερμανική μετάφραση των Απάντων του Λόρδου Βύρωνα μεταφράζοντας τη «Νύφη της Αβύδου». [2] Δεν παντρεύτηκε. Ανέλαβε τα καθήκοντα της παιδαγωγού της βασίλισσας Αμαλίας, όταν εκείνη ήταν επτά χρόνων. Την υπεραγαπούσε και την ακολούθησε στην Ελλάδα έχοντας επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε. Δεν επέστρεψε στην πατρίδα της, όπως σχεδίαζε και ήλπιζε. Πέθανε στις 11 Ιουλίου 1842. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επιστολές που είχε απευθύνει σε μια φίλη της στην Αυλή του Ολδεμβούργου, δημοσιεύτηκαν λίγο μετά το θάνατό της και περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή στο παλάτι και την Ελλάδα την εποχή εκείνη.[3]

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.
Οι απεσταλμένοι των ξένων Δυνάμεων εγκαθίσταντο στη χώρα για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Οι γυναίκες τους, εφόσον αυτοί ήταν παντρεμένοι, κατατάσσονταν στην υψηλή κοινωνία της Αθήνας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι σύχναζαν στο παλάτι με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα να δουν εύκολα τη βασίλισσα, καθώς τη ζωή στο παλάτι ρύθμιζαν αυστηροί εθιμοτυπικοί κανόνες. Η βασίλισσα Αμαλία, η οποία ήταν γενικά συντηρητική, τηρούσε και ως προς αυτό το θέμα με αυστηρότητα τους τύπους. Προσωπική σχέση δεν ανέπτυξε ποτέ με πρόσωπα έξω από το στενό περιβάλλον της Αυλής. Μόνο για τη σύζυγο του απεσταλμένου της Βαυαρίας Klemens von Waldkirch (1837-1841), κόμισσα von Waldkirch εκφράζει, στις επιστολές προς τον πατέρα της, θερμά συναισθήματα. «Με το επόμενο ατμόπλοιο φεύγουν οι Βάλντκιρχ με άδεια», του γράφει, «και φοβάμαι πως δεν θα ξαναέλθουν, πράγμα που θα με λυπήσει πολύ. Συμπαθούσα τη μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα πάρα πολύ. Ήταν η μόνη από την εδώ κοινωνία που έβλεπα σχετικά συχνά. Έτσι είναι όμως σε αυτόν τον κόσμο».[4]
Οι ξένες της Αθήνας, και ιδιαίτερα οι Γερμανίδες, μπορούσαν να απευθυνθούν στη μεγάλη κυρία της Τιμής, von Plüskow. Ευφυής, μορφωμένη και διακριτική η κυρία von Plüskow, χήρα η ίδια με μεγάλα παιδιά που ζούσαν στη Γερμανία, είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη της βασίλισσας Αμαλίας. Ήταν πάντοτε ενημερωμένη για όλες τις εξελίξεις, ιδιαίτερα για ό,τι είχε σχέση με την εξωτερική πολιτική. Γνωρίζουμε από το ανέκδοτο ημερολόγιό της ότι σχεδόν κάθε βράδυ δεχόταν στα διαμερίσματά της στο παλάτι εκπροσώπους των ξένων διπλωματικών αποστολών. Η κυρία von Plüskow είχε τη φροντίδα των Γερμανίδων καθώς και των συζύγων Γερμανών υπαλλήλων του παλατιού, όπως ήταν η Δανέζα Christiane Liith, σύζυγος του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Τις επισκεπτόταν στα σπίτια τους τακτικά, γεγονός που ενδεχομένως λάμβανε και χαρακτήρα ελέγχου, όταν παρουσιάζονταν προσωπικά προβλήματα, οικονομικά ή άλλα.
Η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της, όταν ήρθε από τη Γερμανία, και καμαριέρες. Αρκετές από αυτές παντρεύτηκαν Έλληνες και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα. «Πώς σας φαίνεται αυτό;», γράφει η Julia von Nordenflyeht στη φίλη της, «πάλι παντρεύεται μια καμαριέρα της βασίλισσας, η όμορφη Σεραφίνε. Είναι σχεδόν πρόβλημα αυτό: οι Έλληνες μας τις απάγουν τη μια μετά την άλλη».[5]
Ιδιαίτερα αγαπούσε η βασίλισσα Αμαλία την καμαριέρα της Luise Busch, της οποίας τη θλιβερή ιστορία περιγράφει σε μία επιστολή προς τον πατέρα της. [6] Είχε τη μοίρα πολλών γυναικών της εποχής εκείνης, τοκετό με τραγική κατάληξη. Ήταν ο πρώτος τοκετός στο νεόκτιστο παλάτι, τον Απρίλιο του 1844 και η βασίλισσα Αμαλία περίμενε από την ευτυχή έκβασή του έναν καλό οιωνό για το δικό της μέλλον. Συνέβη το αντίθετο. Το μαρτύριο της Luise Busch διήρκεσε 60 ώρες, οι γιατροί, ο Γερμανός Bernard Röser και ο Έλληνας Κωστής, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν εμβρυουλκό και όταν ύστερα από πολλές ώρες γεννήθηκε το παιδί, έναν κοριτσάκι, διαπίστωσαν ότι υπήρχε και άλλο, το οποίο γεννήθηκε έπειτα από αγώνα μιας ολόκληρης νύχτας, νεκρό. Η μητέρα πέθανε μερικές μέρες αργότερα. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α ́ Νεκροταφείο Αθηνών. Όταν ύστερα από λίγο πέθανε και ο πατέρας του παιδιού η βασίλισσα Αμαλία αποφάσισε να κρατήσει τη μικρή κοντά της. Η Marianne Amalie Busch έλαβε καλή αγωγή και διαδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο τη μητέρα της στην υπηρεσία της βασίλισσας. Ακολούθησε αργότερα το βασιλικό ζεύγος στην εξορία, παντρεύτηκε και έζησε στη Γερμανία.
Με το βασιλιά Όθωνα είχαν έρθει στην Ελλάδα Βαυαροί δημόσιοι υπάλληλοι και ένα στρατιωτικό σώμα. Μερικοί από αυτούς είχαν φέρει και τις οικογένειές τους. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1836-1837, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά με γυναίκες απλών Βαυαρών στρατιωτών, οι οποίες δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ, ότι δηλαδή πολλές από αυτές διατηρούσαν στην Αθήνα φτηνά μαγειρεία στα οποία σύχναζαν, μας λέει, «Έλληνες των κατώτερων τάξεων».[7]
Εκτός όμως από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς ήρθαν στο μικρό ελληνικό βασίλειο και μερικοί Βαυαροί έποικοι. Γι’ αυτούς τους Βαυαρούς και τις οικογένειές τους δημιουργήθηκε το Ηράκλειο. Ο οικισμός είχε αρχικά υπολογιστεί για 60 εποίκους, στους οποίους δόθηκαν γη και σπίτια. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν μπόρεσαν ούτε να προσαρμοστούν ούτε να προοδεύσουν∙ τρεις δεκαετίες αργότερα ένας Γερμανός περιηγητής μέτρησε στο Ηράκλειο 24 οικογένειες που αριθμούσαν 100 άτομα. Φαίνεται ότι δεν προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, ήταν ή ανειδίκευτοι εργάτες ή τεχνίτες, σύμφωνα με μία πληροφορία πολλοί από αυτούς ράφτες.[8]
Οι ξένες του Ηρακλείου πιθανότατα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία η θέση του οικισμού τους, μακριά από την Αθήνα, επέτεινε. Έχει διατηρηθεί επίσημο έγγραφο του 1842 με το οποίο ο γιατρός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, Georg König, έλαβε διαταγή να πάει στο Ηράκλειο και να φροντίσει τα άρρωστα παιδιά των εποίκων, καθώς και η απάντηση του γιατρού που ζητεί να του δοθεί ένα μεταφορικό μέσο και χρήματα. [9] Επίσης ο Johann Caspar Beeg, δάσκαλος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα ως επιθεωρητής παιδείας, γράφει το 1835 ότι σχεδίαζε τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα στήριζε Γερμανούς αναξιοπαθούντες και ιδιαίτερα γυναίκες και ορφανά.[10]

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.
Υπάρχει και μια άλλη, τελείως διαφορετική κατηγορία ξένων γυναικών οι οποίες είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ήταν γυναίκες που είχαν γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία από την οποία προέρχονταν. Εννοείται ότι διέθεταν την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία, κάτι σπάνιο για τις σύγχρονές τους. Μία από αυτές ήταν η διάσημη για τον ομορφιά της Αγγλίδα λαίδη Lady Ellenborough, που γεννήθηκε το 1807 στο Λονδίνο με το όνομα Jane Digby και πέθανε το 1881 στη Δαμασκό. Το πορτρέτο της περιλαμβάνεται στις 40 προσωπογραφίες των καλλονών που παρήγγειλε ο Λουδοβίκος Α ́ στο ζωγράφο της βαυαρικής Αυλής Joseph Stieler και που σήμερα εκτίθενται στο παλάτι του Nymphenburg, στο ομώνυμο προάστιο του Μονάχου. Είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο το λόρδο Ellenborough, από τον οποίο είχε χωρίσει, και κατόπιν το Γερμανό von Fenningen από τον οποίο την είχε απαγάγει ο τρίτος σύζυγός της Σπυρίδων Θεοτόκης. Ζούσε στην Αθήνα απομονωμένη κάνοντας έφιππους περιπάτους στα περίχωρα. Επειδή ο Άγγλος απεσταλμένος αγνοούσε επιδεικτικά την παρουσία της, δεν γινόταν δεκτή ούτε στο παλάτι. Τη συνέδεε στενή φιλία με μία άλλη ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της, τη Γαλλίδα δούκισσα της Πλακεντίας.
Η δούκισσα είχε γεννηθεί το 1785 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου ο πατέρας της François de Barbé-Marbois ήταν γενικός πρόξενος της Γαλλίας. Ήταν σύζυγος του στρατηγού Charles Lebrun, δούκα της Πλακεντίας, από τον οποίο είχε χωρίσει. Παρέμειναν όμως καλοί φίλοι και ο πρώην σύζυγός της όχι μόνο εξασφάλισε στη δούκισσα πλούσια ζωή, αλλά χρηματοδότησε και την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε στην Αθήνα και τα περίχωρα της πόλης. Η δούκισσα της Πλακεντίας είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τον Όθωνα, το 1830, όταν στην Πελοπόννησο στάθμευε ακόμη το γαλλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Nicolas Joseph Maison. Έζησε πρώτα στο Ναύπλιο και το 1834 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Η βασίλισσα Αμαλία, σε μια επιστολή προς τον πατέρα της, διηγείται πως κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Πεντέλη επισκέφτηκε το παλάτι που έχτιζε η δούκισσα, την οποία και περιγράφει ως εξής: «Η γυναίκα αυτή είναι τελείως τρελή. Κουβαλάει πάντα μαζί της την τριαντάχρονη κόρη της, η οποία πέθανε στη Συρία, μέσα σε οινόπνευμα, σε ένα φέρετρο που έχει παράθυρα γύρω γύρω. Δεν δίνει ποτέ ελεημοσύνη σε φτωχούς, δίνει χρήματα μόνο σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη. Η μικρή μου Μπότσαρη έχει τώρα την εύνοιά της και παίρνει δώρα επί δώρων. Το κακό είναι ότι μερικές φορές, όταν δεν συμπαθεί πια το συγκεκριμένο άτομο, πράγμα που συμβαίνει συχνά, ζητάει πίσω τα δώρα της, που πολλές φορές είναι μεγάλα ποσά. Σχίζει συμβόλαια και κάνει άλλα τέτοια πολλά. Έχει κάτι μεγάλα σκυλιά από τα Πυρηναία στα οποία δίνει να φάνε πριν δώσει στους καλεσμένους της, που τρώνε ό,τι περισσεύει. Φυσικά βρίσκεται σε αντίθεση προς την Αυλή και ιδίως προς εμένα, δεν μπορεί να με υποφέρει, τον λόγο τον γνωρίζει μόνον ο Θεός. Ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό. Φαντάζεσαι βέβαια ότι το κάστρο της που λέγεται στα ελληνικά «Ροδοδάφνη» είναι εξίσου ιδιόρρυθμο με την ίδια…».[11]
Όπως βλέπουμε η δούκισσα της Πλακεντίας δεν είχε καλές σχέσεις με το παλάτι. Η Julia von Nordenflycht γράφει μάλιστα ότι μισούσε όλους τους Γερμανούς με μοναδική εξαίρεση το γιατρό Röser. [12] Και η βασίλισσα Αμαλία είχε τις επιφυλάξεις της, πίστευε ότι η δούκισσα αναμειγνυόταν στην πολιτική και χρηματοδοτούσε την αντιπολίτευση. Ωστόσο φαίνεται ότι υπήρχε κάποια επαφή ανάμεσά τους μέσω της κυρίας von Plüskow. Η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει μάλιστα μία συνάντηση που είχαν κατά την οποία και πάλι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν, γιατί η δούκισσα της Πλακεντίας επιθυμούσε να γίνεται δεκτή στους χορούς του παλατιού χωρίς να μεταβάλει τις ενδυματολογικές της συνήθειες. [13] Ο Edmond About ο οποίος κατά τα άλλα την εξυμνεί, την περιγράφει ως εξής: «ήταν κοντή, εξαιρετικά αδύνατη, με άσπρα μαλλιά και φορούσε πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα άσπρο βαμβακερό φόρεμα και ένα πέπλο το οποίο τύλιγε με βιβλικό τρόπο γύρω από το σώμα και το άσπρο της κεφάλι». Προσθέτει ότι έμοιαζε με φάντασμα.[14]
Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε και στην Αθήνα τις επιταγές της παρισινής, την οποία διέδιδαν σε όλη την Ευρώπη τα γυναικεία περιοδικά. Οι έμποροι της Αθήνας προσάρμοσαν πολύ γρήγορα το εμπόρευμά τους στα γούστα και τις απαιτήσεις των πελατισσών τους. «Θα πρέπει να παραγγείλω μερικά πράγματα στην Τεργέστη» έγραφε η Julia von Nordenflycht τον Οκτώβριο του 1837 «υπάρχουν και εδώ ωραία πράγματα, αλλά πολύ λίγα και οι Έλληνες έμποροι θα πρέπει πρώτα να μάθουν τι θα πει γούστο σε ζητήματα μόδας». [15] Ωστόσο μόλις μισό χρόνο αργότερα εκφράζεται διαφορετικά: «Τα καταστήματα γεμίζουν όχι απλά με τα αναγκαία, αλλά και με πράγματα παραπανίσια, ακόμη και πολυτελή… Η βασίλισσα κι εγώ αγοράσαμε εδώ καπέλα που θα μπορούσαμε άφοβα να φορέσουμε στο Παρίσι. Κάθε δύο εβδομάδες έρχονται πλοία από τη Μασσαλία και φέρνουν στους εμπόρους εμπορεύματα που πωλούνται αμέσως».[16]
Οι χοροί του παλατιού, η πιο περιζήτητη διασκέδαση που προσέφερε την εποχή εκείνη η Αθήνα, ήταν και η καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει μια κυρία την τουαλέτα της. Στους ανεπίσημους, μικρούς χορούς, όπως τους χαρακτηρίζει η βασίλισσα Αμαλία, οι καλεσμένοι ήταν γύρω στους 250, στους μεγάλους χορούς ο αριθμός ξεπερνούσε πολλές φορές τους 500. Στο καινούριο παλάτι, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες στις αίθουσες υποδοχής του πρώτου ορόφου, που εγκαινιάστηκαν το Νοέμβριο του 1848, οι χοροί δίνονταν σε σχετικά περιορισμένο χώρο, σε αίθουσα της δυτικής πτέρυγας του δευτέρου ορόφου. Δίνονταν βέβαια και πολλοί άλλοι χοροί. Το Μάρτιο του 1842, η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει έναν φιλανθρωπικό χορό υπέρ των πτωχών που δόθηκε στο θέατρο και στον οποίο είχε κληθεί και το βασιλικό ζεύγος. Συχνά καλούσαν σε χορό και οι απεσταλμένοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε ευρύχωρα σπίτια και είχαν τον απαιτούμενο χώρο. Χορεύονταν οι χοροί που ήταν τότε της μόδας στη Δυτική Ευρώπη.
Τα γεύματα, οι συγκεντρώσεις και οι βεγγέρες στα σπίτια ήταν συχνές. Χαρτιά έπαιζαν και οι κυρίες. Αν υπήρχε η δυνατότητα, μια μουσική βραδιά ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό. Ένα σπίτι περίφημο για τη μόρφωση και την καλλιέργεια του οικοδεσπότη αλλά και της οικοδέσποινας ήταν το σπίτι των Prokesch. Η Irene von Prokesch ήταν κόρη του Βιεννέζου καθηγητή μουσικής Raphael Georg Kiesewetter και έπαιζε εξαιρετικά καλά πιάνο. [17] Καμιά φορά τύχαινε να επισκεφθεί την Αθήνα και κάποια επιφανής καλλιτέχνιδα, όπως η αυστριακή υψίφωνος Karoline Unger-Sabatier, η οποία υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας. Το καλοκαίρι του 1846 επισκέφτηκε την Ελλάδα και έμεινε για λίγο καιρό. Τραγούδησε μόνο σε ιδιωτικές συγκεντρώσεις.[18]
Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή μια παλιά συνήθεια, πλανόδιοι μουσικοί πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια, τα οποία συνόδευαν με μουσικά όργανα. Ο Hans Christian Andersen, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1841 αναφέρει δύο Έλληνες από τη Σμύρνη τους οποίους άκουσε στο σπίτι του Ludwig Roß να τραγουδούν ιστορικά δημοτικά τραγούδια. Τους αποκαλεί ραψωδούς και προσθέτει ότι συνόδευαν το τραγούδι τους με δύο μουσικά όργανα, ένα βενετσιάνικο μαντολίνο και ένα βιολί. [19] Ο Δανός M. Rǿbye σχεδίασε το 1835 το εργαστήριο ενός κατασκευαστή οργάνων στην Αθήνα. [20] Ο ζωγράφος Josef Scherer, που συμμετείχε στην εκτέλεση των τοιχογραφιών του παλατιού, έχει ζωγραφίσει έναν πλανόδιο τυφλό τραγουδιστή όπως τον είδε στους δρόμους της Αθήνας το 1843. Το έργο βρίσκεται σε μουσείο της μικρής βαυαρικής πόλης Dinkelscherben. Τέλος ο Johann Caspar Beeg, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως παρουσιάζει σε ένα σκίτσο του έναν παραμυθά καθισμένο πάνω σε ένα χαλάκι να διηγείται ή να απαγγέλλει. Η σκηνή διαδραματίζεται στον κήπο του Αυστριακού απεσταλμένου στην Αθήνα και το ακροατήριο αποτελείται από τον ίδιο τον Johann Caspar Beeg, τον Anton von Prokesch και μία κυρία που θα μπορούσε να είναι η Irene von Prokesch.[21]

Irene Prokesch von Osten (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 – 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.
Μια άλλη διασκέδαση που προσέφερε η Αθήνα την εποχή εκείνη ήταν το θέατρο. Παραστάσεις δίνονταν πριν ακόμη η Αθήνα αποκτήσει το κατάλληλο χώρο. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που αναφέρθηκε νωρίτερα, μας περιγράφει μια ελληνική παράσταση που δόθηκε το καλοκαίρι του 1836. Το θέατρο βρισκόταν στην οδό Αιόλου, απέναντι από το καφενείο «Bella Italia», και ήταν μια πρόχειρη κατασκευή από σανίδες χωρίς στέγη∙ μόνο η σκηνή είχε ένα πρόχειρο στέγαστρο. [22] Παρ’ όλα αυτά και εδώ η εξέλιξη ήταν ραγδαία και τον Ιανουάριο του 1840 η πρωτεύουσα διέθετε ένα κανονικό θέατρο. Σύντομα άρχισαν να έρχονται θίασοι όπερας από την Ιταλία, οι οποίοι έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής, έργα των Μπελλίνι, Ντονιτζέτι, Ροσίνι, Λουίτζι Ρίτσι κ.ά. Οι τραγουδιστές, και κυρίως οι τραγουδίστριες, είχαν ένθερμους θαυμαστές, οι οποίοι μερικές φορές φανατίζονταν υπέρ της μιας ή της άλλης καλλιτέχνιδας.
Αυτές ήταν οι διασκεδάσεις του χειμώνα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι όσοι μπορούσαν εγκατέλειπαν την πόλη και μετακόμιζαν σε μέρη δροσερά, όπως η Κηφισιά. Εκεί παραθέριζε και ο βασιλιάς Όθων, όταν η βασίλισσα Αμαλία, η οποία δεν άφηνε εύκολα το παλάτι και τον κήπο της, έλειπε στο εξωτερικό. Στην Κηφισιά περνούσαν το καλοκαίρι και οι ξένοι απεσταλμένοι με επιφανέστερη εξαίρεση του Γάλλους, οι οποίοι κατοικούσαν χειμώνα-καλοκαίρι στα τότε κατάφυτα και δροσερά Πατήσια.
Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής μας περιγράφει τη διαμονή του στην Κηφισιά το καλοκαίρι του 1853. Μεταξύ άλλων περιγράφει και κάποιες πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής τους και μια από αυτές ήταν τότε ο πνευματισμός. Στην Αμερική είχαν φαίνεται επινοηθεί τραπέζια με κάποιον αφανή μηχανισμό ο οποίος τα έθετε αιφνιδίως σε κίνηση, τα έκανε να περιστρέφονται, να μετακινούνται ή να κινούν ένα από τα πόδια τους. Σε μια τέτοια συνάντηση ήταν παρόντες ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του. Η συγκέντρωση στέφθηκε με επιτυχία, το τραπέζι κατάφερε μάλιστα να βρει ότι το πουγκί του κύριου von Thiele περιείχε ακριβώς επτά νομίσματα και να το δηλώσει κτυπώντας στο πάτωμα το κινητό του πόδι.[23]
Ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του έμεναν στην οικία του Οικονομίδη, πλούσιου Έλληνα από την Ήπειρο, στην οποία κατοίκησε κατά διαστήματα και ο πολύ λιτός στην προσωπική του ζωή βασιλιάς Όθων. Η κυρία von Thiele, το πατρικό της όνομα ήταν Gräfe, είχε μαζί της τη νεαρή αδελφή της Wanda, κατόπιν von Dallwitz, η οποία διακρίθηκε ως συγγραφέας και με το όνομα του συζύγου της και υπό το ψευδώνυμο Walter Schwarz. Ο πέμπτος τόμος του έργου της Aus Sommertagen έχει τον τίτλο Ersonnen und erlebt και περιέχει διάφορες αναφορές στην Ελλάδα. [24] Την άνοιξη και το φθινόπωρο καλοδεχούμενη διασκέδαση για άνδρες και γυναίκες ήταν οι εκδρομές και τα ταξίδια, που συνδυάζονταν σχεδόν πάντοτε με την επίσκεψη αρχαιολογικών χώρων.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη περιηγήτρια που επισκέφτηκε την Ελλάδα ήταν η Γερμανίδα Charlotte von Dincklage η οποία περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το 1838. Το ημερολόγιο που κράτησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, το 1930.[25]
Προσπάθησα να σκιαγραφήσω πολύ σύντομα τη ζωή των ξένων γυναικών στην Οθωνική Ελλάδα. Ολοκληρώνω επιστρέφοντας στην αρχική μου διαπίστωση. Η ιστορία του 19ου αιώνα επικεντρώνει την προσοχή της στη δημόσια ζωή και αγνοεί την παρουσία των γυναικών, γι’ αυτό παρέρχεται και τις σχετικές πηγές, που όμως και υπάρχουν και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η ιστορία όπως τη γνωρίζουμε δεν είναι ολόκληρη η εικόνα, αλλά μόνο ένα μέρος της.
Υποσημειώσεις
[1] Schinas B., Leben in Griechenland, 1834 bis 1835, Briefe und Berichte an ihre Eltern in Berlin, herausgegeben und erläutert von Ruth Steffen, Verlag Cay Lienau, Μύνστερ, 2002, σ. 162.
[2] Schindel C. von, Die deutschen Schriftstellerinnen des neunzehnten Jahrhunderts, Leipzig, 1823-1825, σ. 63.
[3] J. C. Hinrich, Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, Λειψία, 1845.
[4] Επιστολή της 27ης Απριλίου 1840.
[5] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 165.
[6] Επιστολή της 13ης / 25ης Απριλίου 1844.
[7] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, Verlag Karl Schwartz, Brieg 1838, σ. 214.
[8] Waldmüller R., Wanderstudien, Italien, Griechenland und daheim,Theod. Thomas, Λειψία, 1861, τόμ. II, σ. 82.
[9] Ιδιωτική συλλογή.
[10] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Leben slinien eines Technologen, nachgezeichnet von Franz Sonnenberger und Helmut Schwarz, Spätlese Verlag, Nürnberg, 1989, σ. 27.
[11] Επιστολή της 11ης Μαΐου 1842.
[12] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 319.
[13] Επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 1849.
[14] About E., La Grèce contemporaine, Hachette, Παρίσι, 1854, σ. 99.
[15] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 47.
[16] Ό.π., σ. 93.
[17] Bertsch D., Anton Prokesch von Osten (1795-1876). Ein Diplomat Österreichs in Athen und an der Hohen Pforte. Beiträge zur Wahrnehmung des Orients im Europa des 19. Jahrhunderts, R. Oldenbourg, Μόναχο, 2005, σ. 228.
[18] Thouvenel L., La Grèce du Roi Othon, correspondance de M. Thouvenel avec sa famille et ses amis, Calman Lévy, Παρίσι, 1890, σ. 62, και Πλύσκω, ανέκδοτο ημερολόγιο, σ. 8
[19] H. C. Andersen’ s sämmtliche Werke, F. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1843, II, σ. 105.
[20] Παπανικολάου – Κρίστενσεν Αρ., Αθήνα 1818-1853. Έργα Δανών καλλιτεχνών, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, 1985, σ. 177.
[21] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Lebenslinien eines Technologen, ό.π., σ. 80.
[22] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, ό.π, σ. 214.
[23] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, τόμ. Α ́ και Β ́, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1894-1895, τόμ. Γ ́ και Δ ́, Πυρσός, Αθήνα, 1930, τόμ. Β ́, σ. 289.
[24] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, ό.π., τόμ. Β ́, σ. 286.
[25] «Tagebuch einer Peloponnesreise im Jahre 1838», herausgegeben von E. Ziebarth περ. Hellas-Jahrbuch 1930, Friedrichsen, de Gruyter & Co.m.b.H., Αμβούργο, 1930, σ. 86-114.
Βάνα Μπούσε
«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.