Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πρόσωπα’

Καλλιφρονάς Δημήτριος (1805-1897)


 

Δημήτριος Καλλιφρονάς, Δήμαρχος Αθηναίων (1837-1841), λιθογραφία. Δημοσιεύεται στο: Βρετός – Παπαδόπουλος Μαρίνος, «Εθνικόν Ημερολόγιον», ΣΤ΄ σελ. 144, Αθήνα, 1866

O Δημήτριος Καλλιφρονάς, αγωνιστής του 1821, πολιτικός και δεύτερος Δήμαρχος Αθηναίων, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1805. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια  – σε προγενέστερα χρόνια συναντάται ως Καλοφρενά ή Καλεφορνά – και ήταν γιος του δημογέροντα Νικολάου Καλλιφρονά και αδελφός του αγωνιστή Ιωάννη Καλλιφρονά (1798 – 1826). Είχε το προσωνύμιο «φουστανελοφόρος».

Ως παιδί έζησε στη Σαλαμίνα και την Αίγινα, όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του, ύστερα από τη σύλληψη και την προσωρινή του φυλάκιση από τους Οθωμανούς. Αν και πολύ νέος κατά την έναρξη της Επανάστασης, ουσιαστικά ανήκε σε μια γενιά πολιτικών ανδρών που είχαν βιώσει το παραδοσιακό προεπαναστατικό πνεύμα των πατέρων τους. Έφηβος ακόμη πολέμησε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Επανάστασης, αναλαμβάνοντας επικίνδυνες αποστολές. Κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό, υπό το Γάλλο φιλέλληνα Charles Favier (Κάρολο Φαβιέρο) και τραυματίστηκε στη μάχη του Φαλήρου.

Μετά το τέλος της Επανάστασης, ένθερμος υποστηρικτής φιλελεύθερων και συνταγματικών αντιλήψεων, ανέλαβε πολιτική δράση εντασσόμενος στο «γαλλικό» κόμμα. Εξάλλου, πολλοί Ρουμελιώτες στρατιωτικοί και άρχοντες είχαν επιδιώξει να ενταχθούν στο υπό τον Κωλέττη «γαλλικό» κόμμα και να ανταγωνιστούν τους επιφανείς Πελοποννησίους. Στις πρώτες δημοτικές εκλογές της περιόδου της Αντιβασιλείας, το 1835, έθεσε υποψηφιότητα για τη θέση του δημάρχου της πόλης. Αν και έλαβε τις περισσότερες ψήφους, η Αντιβασιλεία, με πρόσχημα το νεαρό της ηλικίας του, τον απέκλεισε από το αξίωμα. Ανέλαβε, ωστόσο, τη θέση του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου προτείνοντας την έκδοση ψηφίσματος με αίτημα το σύνταγμα, πράγμα που οδήγησε στη διάλυση του δημοτικού συμβουλίου και την καθαίρεση του δημάρχου.

Στις δημοτικές εκλογές του 1837 εκλέχθηκε δήμαρχος με μεγάλη πλειοψηφία. Από τη θέση αυτή, την οποία διατήρησε έως το 1841, παρέμεινε συνεπής στις φιλελεύθερες αντιμοναρχικές του αντιλήψεις, δρώντας με αντιπολιτευτική διάθεση προς τα Ανάκτορα. Τήρησε, ωστόσο, μια μάλλον τοπικιστικού χαρακτήρα στάση, όταν, ακολουθώντας το ρεύμα των «αυτοχθονιστών», αρνιόταν συστηματικά την εγγραφή πολλών επήλυδων Αθηναίων στα δημοτολόγια της πόλης. Πρωταγωνίστησε στην εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με αίτημα την ψήφιση συντάγματος.

Στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση του 1843-1844 εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Αθήνας και μέλος της επιτροπής για την κατάρτιση του συντάγματος. Στην πρώτη Βουλή που συγκροτήθηκε μετά την ψήφιση του συντάγματος εξελέγη πληρεξούσιος Αττικής και κατά το διάστημα 1845-1847 διετέλεσε αντιπρόεδρος της Βουλής. Στη συνέχεια, για σύντομο χρονικό διάστημα, τοποθετήθηκε στη θέση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1847 εξελέγη πρόεδρος της Βουλής, θέση στην οποία παρέμεινε έως τις 10 Σεπτεμβρίου 1848. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ανέλαβε το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κανάρη, όπου παρέμεινε έως το Δεκέμβριο του 1849.

Δημήτριος Καλλιφρονάς, ελαιογραφία του Δημήτρη Βασιλείου. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Η οικογένεια Καλλιφρονά ενίσχυσε την αγροτική εξέγερση που ξέσπασε το 1848 στη Φυλή της Αττικής, δίνοντάς της μάλιστα σαφές δημοκρατικό – αντιμοναρχικό χαρακτήρα, κάτι που δεν συναντάται συχνά σε ανάλογες κινήσεις εκείνης της ταραχώδους χρονιάς. Η στάση του Καλλιφρονά δεν ήταν μονοδιάστατη. Αργότερα προσέγγισε τα Ανάκτορα αναλαμβάνοντας σημαντικά πολιτικά αξιώματα. Είναι ενδεικτικό ότι το Νοέμβριο του 1860 ήταν ο κατά τη βασιλική επιθυμία υποψήφιος πρόεδρος της Βουλής. Καταψηφίστηκε, ωστόσο, από τους κυβερνητικούς βουλευτές, ενώ πρόεδρος αναδείχθηκε ο έως τότε υπουργός στην κυβέρνηση Αθανασίου Μιαούλη Θρασύβουλος Ζαΐμης. Μάλιστα ο Όθωνας, βλέποντας ότι ο Καλλιφρονάς δεν θα αναλάμβανε την προεδρία, έσπευσε να διαλύσει τη Βουλή. Ήταν η μία από τις δύο φορές που ο Όθωνας επέβαλε πρόωρη διάλυση της Βουλής κατά τη βασιλεία του, ασκώντας τη σχετική συνταγματική του αρμοδιότητα. Η Βουλή που εκλέχθηκε στη συνέχεια, εκείνη της Ζ’ βουλευτικής περιόδου, υπήρξε η τελευταία της θητείας του.

Ο Καλλιφρονάς, παρά την υποστήριξη που είχε από τον Όθωνα για τη θέση του προέδρου της Βουλής το 1860, ανέπτυξε μετριοπαθή αντιπολιτευτική δράση στη συνέχεια. Μέσα από κείμενα που συνυπέγραψε με τους Παύλο Καλλιγά και I. Κόνιαρη το 1861 διαφαίνεται η προσδοκία μιας εκ βάθρων αλλαγής του πολιτικού συστήματος: μεταξύ άλλων, διεκδικούσαν ελεύθερες εκλογές, δημόσιες επενδύσεις υποδομής, ελάφρυνση των αγροτών, φορολογική μεταρρύθμιση, γενικό εξοπλισμό, εκσυγχρονισμό της διοίκησης. Τελικά, εξαιτίας της αντιπολιτευτικής του δράσης, εκτοπίστηκε το Δεκέμβριο του 1861, μαζί με τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, στην Κύθνο και αργότερα στη Μονή Τουρλιανής στη Μύκονο.

Στην οκτωβριανή εξέγερση κατά του Όθωνα, το 1862, αν και προηγουμένως είχε προσεγγίσει τα Ανάκτορα και είχε αμνηστευθεί, συμμετείχε ενεργά πρωτοστατώντας στην εκθρόνιση του βασιλιά, που τελικά πραγματοποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1862. Στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 1862 έως το Φεβρουάριο του 1863, διορίστηκε υπουργός Ναυτικών της επαναστατικής κυβέρνησης του Δημήτριου Βούλγαρη. Ήταν μάλιστα εκείνος που ως υπουργός Ναυτικών επιβιβάστηκε στο πλοίο που βρισκόταν ο έκπτωτος μονάρχης για να του επιδώσει το ψήφισμα που προέβλεπε την κατάργηση της δυναστείας του ύστερα από τριακονταετή παραμονή στην Ελλάδα.

Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Καλλιφρονά και στην Β’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση που ακολούθησε (1862-1864), η οποία ενέκρινε την έξωση του Όθωνα και την ανάδειξη του νέου βασιλιά, του Δανού πρίγκιπα Γεωργίου. Αν και από πλούσια αρχοντική καταγωγή, είχε ενταχθεί στις τάξεις των ριζοσπαστών «ορεινών» της Εθνοσυνέλευσης, οι οποίοι αντιμάχονταν τους συντηρητικούς γόνους αρχοντικών οικογενειών που πύκνωναν κυρίως τις τάξεις των «πεδινών».

Ανέλαβε τα καθήκοντα του υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για ένα τρίμηνο το 1863 – κυβερνήσεις Διομήδη Κυριακού και Μπενιζέλου Ρούφου -, για ένα μήνα το 1865 και ενάμιση περίπου χρόνο το 1872-1874 στις κυβερνήσεις Επαμεινώνδα Δεληγιώργη.

Από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι το θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής Αθηνών για να επανεκλεγεί και πρόεδρος της Βουλής για πέντε μόλις μήνες το 1885 (22 Ιουνίου – 12 Οκτωβρίου). Είχε διατελέσει και τρεις φορές αντιπρόεδρος της Βουλής κατά την περίοδο 1844-1847.

Τη δεκαετία του 1870 εντάχθηκε στο φιλελεύθερων αρχών κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη, αποτελώντας ένα από τα προπύργια του κόμματος στην περιοχή της Αττικής, χωρίς όμως να στηρίζει πάντοτε τυφλά τον Τρικούπη στη Βουλή. Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του αποσύρθηκε από το πολιτικό προσκήνιο, όμως οι δύο γιοι του Λάμπρος και Ιωάννης συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση, εκλεγόμενοι αντίστοιχα δήμαρχος και βουλευτής Αθηνών. Φιλόμουσος καθώς ήταν, υπήρξε το 1871 από τα ιδρυτικά μέλη της μουσικής εταιρείας της Αθήνας Ευτέρπη. Πέθανε στην Αθήνα το 1897 σε ηλικία 92 ετών, φορώντας μέχρι το τέλος της ζωής του την εθνική ενδυμασία.

 

 

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα,

 

Read Full Post »

Παλαμήδης Ρήγας (1794-1872)


 

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ο Ρήγας Παλαμήδης υπήρξε πολιτικός της περιόδου της Επανάστασης και των πρώτων δεκαετιών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Γεννημένος στην Τρίπολη, το 1794 και με καταγωγή από τη Στεμνίτσα της Γορτυνίας, ο Ρήγας Παλαμήδης διαμορφώθηκε στο προεπαναστατικό ελληνικό περιβάλλον της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας του, Γιαννάκης  Παλαμήδης, είχε διατελέσει δραγουμάνος του διοικητή της Τρίπολης, αλλά αποκεφαλίστηκε από τους Οθωμανούς εξαιτίας της συμμετοχής του σε συνωμοτική ομάδα. Μαθήτευσε αρχικά στη Δημητσάνα. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ο ίδιος διεύρυνε τη μόρφωσή του.

Με την επιστροφή του στην Τρίπολη διορίστηκε γραμματέας του πασά του Μοριά και κατόπιν αντιπρόσωποςβεκίλης – των καζάδων Τριπολιτσάς και Μονεμβασιάς στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Οι βεκίληδες, δηλαδή οι εκπρόσωποι των διοικητικών περιφερειών στην «πηγή της εξουσίας» λειτουργούσαν ως μεσολαβητές για τη διεκπεραίωση των συμφερόντων των αρχόντων (χριστιανών και μουσουλμάνων), αλλά ταυτόχρονα φρόντιζαν για τα δικά τους ιδιαίτερα οικογενειακά ή προσωπικά, πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ανέλαβε γραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας καθώς και γραμματέας και αγγελιαφόρος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη[1] στη μάχη του Βαλτετσίου, και στην άλωση της Τριπολιτσάς που ακολούθησε.

Εκείνα τα χρόνια παντρεύτηκε την κόρη του Οθωμανού πασά της Λάρισας, η οποία είχε αιχμαλωτιστεί. Η σύζυγός του στη συνέχεια βαφτίστηκε και μάλιστα εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα δημοφιλή κοσμική κυρία της περιόδου της βασιλείας του Όθωνα. Είχε αποκτήσει τρεις κόρες και ένα γιό. Ο γιος του Ιωάννης, διπλωμάτης, πέθανε στο Παρίσι το 1886. Οι κόρες του ήταν: η Ελένη, σύζυγος Αριστείδη Γ. Καρατζά, η Αικατερίνη, σύζυγος Σαράντη Κωνσταντινίδη και η Αγλαΐα, σύζυγος Ιάσωνα Ράγκου.

Ο Ρήγας Παλαμήδης ήταν ηγέτης παλαιάς ισχυρής οικογένειας με μεγάλη επιρροή στην Αρκαδία και ευρύτερα στην Πελοπόννησο. Υπήρξε ηγετικός παράγοντας του «γαλλικού» κόμματος, τόσο κατά την Επανάσταση, όσο και στην περίοδο που ακολούθησε και εκλέχθηκε κατά τα έτη 1821-1829 πληρεξούσιος της Τρίπολης στις εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου (1821), της Τροιζήνας (1827) και του Άργους (1829). Κατά την καποδιστριακή περίοδο διετέλεσε μέλος του Πανελληνίου και γερουσιαστής. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και την παραίτηση του αδελφού του Αυγουστίνου, εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην E’ κατά συνέχειαν Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στην Πρόνοια του Ναυπλίου το 1832. Η Ε΄ Εθνοσυνέλευση άρχισε τις εργασίες της στο Άργος το Δεκέμβριο του 1831 (σπανιότερα αποκαλείται Εθνοσυνέλευση Άργους 1831) και τις συνέχισε στο Ναύπλιο μέχρι το Μάρτιο του 1832, τρία χρόνια μετά την Δ΄ Εθνοσυνέλευση Άργους (και συνηθέστερα αποκαλείται Ε΄ Εθνοσυνέλευση Ναυπλίου).

Κατά την απολυταρχική περίοδο της βασιλείας του Όθωνα διορίστηκε νομάρχης και σύμβουλος Επικράτειας, – την ίδια περίοδο υπήρξε, επίσης, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1837) καθώς και από τους πρώτους μετόχους της Εθνικής Τράπεζας (1841) – αξίωμα το οποίο κατείχε τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 όταν ξέσπασε το επαναστατικό κίνημα για τη διεκδίκηση Συντάγματος και την πολιτειακή μεταβολή. Τότε το Συμβούλιο της Επικράτειας συνήλθε άμεσα και διόρισε κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά. Ο Ρήγας Παλαμήδης κατέλαβε τη θέση του υπουργού Εσωτερικών έως το Φεβρουάριο του 1844. Στην Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε για την ψήφιση του συντάγματος, ως πληρεξούσιος Τρίπολης, ήταν μέλος της επιτροπής που συνέταξε το Σύνταγμα.

Κατά την Εθνοσυνέλευση υπήρξαν – μαζί με το Γιάννη Μακρυγιάννη – ηγέτες μιας ανομοιογενούς αντιπολίτευσης 90 πληρεξουσίων (σε σύνολο 244), οι οποίοι αντιτάσσονταν στην υπό τους ηγέτες των κομμάτων (Ανδρέα Μεταξά, Ιωάννη Κωλέττη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο) κυρίαρχη μετριοπαθή πλειοψηφία. Ο Παλαμήδης ανήκε σε εκείνους που ασκούσαν κριτική και προέβαλλαν ορισμένες ριζοσπαστικές θέσεις ενάντια στην αποδυναμωμένη μοναρχική εξουσία. Οι συναισθηματικές αναφορές των μελών της αντιπολίτευσης στα γεγονότα και τις θυσίες της Επανάστασης, το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ρητορική σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη και το σταθερό πλαίσιο νόμων, παράλληλα με την εμμονή σε θέματα τοπικού ενδιαφέροντος αποτύπωναν περισσότερο διαφοροποιήσεις πολιτισμικού χαρακτήρα παρά διαμόρφωση συνεκτικών πολιτικών θέσεων. Κατά τις σχετικές συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης ο Παλαμήδης υποστήριξε ένθερμα, μαζί με το Μακρυγιάννη, την απομάκρυνση των «ετεροχθόνων» από τις δημόσιες υπηρεσίες και συμμάχησε με μέλη του «ρωσικού» κόμματος στο θέμα της επιδίωξης της σύνδεσης της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 1847, επί κυβέρνησης Κωλέττη, και έπειτα από το θάνατο του τελευταίου τον Αύγουστο του ίδιου έτους, αφού ολοκλήρωσε τη θητεία του ως πρόεδρος της Βουλής, διεκδίκησε με το Δημήτριο Χρηστίδη την ηγεσία του «γαλλικού» κόμματος, υποστηρίζοντας αντιδυναστικές πολιτικές θέσεις. Επίσης, παρά τις κυρίαρχες στο «γαλλικό» κόμμα αλυτρωτικές ιδέες, στη συγκυρία του Κριμαϊκού πολέμου, μετά το 1854, ο Παλαμήδης, κατά τρόπο ρεαλιστικό και ψύχραιμο, υποστήριξε την αποφυγή εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στις κυβερνήσεις Κίτσου Τζαβέλλα, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Αντώνιου Κριεζή και Αθανάσιου Μιαούλη ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών για τα διαστήματα Απρίλιος 1847 – Μάρτιος 1848, Ιούλιος 1852 – Φεβρουάριος 1854, Μάιος – Νοέμβριος 1854 και Σεπτέμβριος 1859 – Ιανουάριος 1860. Εκλεγόταν βουλευτής στις εκλογές της περιόδου 1844-1849, καθώς και σε αυτές του 1872, ενώ το 1853 διορίστηκε γερουσιαστής από τον Όθωνα.

Πρόεδρος της Βουλής[2] εκλέχθηκε σε δύο διαδοχικές συνόδους. Η θητεία του διήρκεσε από τις 19 Δεκεμβρίου 1845 έως τις 14 Απριλίου 1847, την περίοδο κατά την οποία πρωθυπουργός ήταν ο Κωλέττης. Επί της προεδρίας του έγινε πανηγυρική τελετή στη Βουλή, στην οποία τοποθετήθηκε το χειρόγραφο του Συντάγματος του 1844 με τις υπογραφές των πληρεξουσίων σε ειδικό μεταλλικό κιβώτιο.

Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ηγετική πολιτική φυσιογνωμία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ήταν ανιψιός του Ρήγα Παλαμήδη, τον οποίο είχε θέσει υπό την προστασία του.

Επιχειρώντας να συγγράψει την ιστορία της Επανάστασης του 1821, συγκέντρωσε πολύτιμο υλικό για γεγονότα και πρόσωπα που έζησε ο ίδιος. Το υλικό αυτό φυλάσσεται σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πέθανε στην Αθήνα το 1872 σε ηλικία 78 ετών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ο Φωτάκος γράφει για τον Ρήγα Παλαμήδη στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών»:

«Κατήγετο από την Στεμνίτσαν εκ της επισήμου γενεάς των Παλαμηδαίων. Ο δε πατήρ του προ πολλού είχεν αποκατασταθή εις την Τριπολιτσάν. Επανελθών δε ο Ρήγας από την Κωνσταντινούπολιν κατ’  αρχάς ολίγον εστάθη εις τα Βέρβαινα, συντελών μετά των άλλων εις τας πρώτας συστάσεις των  στρατοπέδων. Μετά ταύτα ήλθεν εις το Βαλτέτσι, και  ευρίσκετο εκεί μετά του Θ. Κολοκοτρώνη.

Επειδή δε τότε η βάρδια του Καλογεροβουνιού είχε πιάσει τον διδάσκαλον των Καλαμών Γεράσιμον, ερχόμενον από  την Τριπολιτσάν, όπου τον είχε στείλει ο Πέτρος  Μαυρομιχάλης, εν αγνοία όλων των άλλων καπεταναίων, και ως εκ τούτου ηγέρθησαν πολλαί υπονοιαι, οι  ευρεθέντες εκεί Μανιάται καπεταναίοι, Μούρτσινοι, Κουμουνδουράκιδες, Καπετανάκιδες, Βενετσανάκιδες, Τουράκιδες και άλλοι πολλοί, και οι Μαυρομιχαλαίοι Κυριακούλης και Ηλίας, όλοι αυτοί ήλθον εις  λογομαχίαν με τους Αναγνωσταράν Παπαγεωργίου, Ηλίαν  Φλέσαν, Δημ. Παπατσώνην, Παναγ. Κεφάλαν, Μητροπέτροβαν, Νικήταν Φλέσαν και Θ. Κολοκοτρώνην, δια την αποστολήν ταύτην του Γερασίμου, και δια τα γράμματα και τα προσκυνοχάρτια, τα οποία ούτος έφερεν από τους Τούρκους, και προσέτι δια τους λόγους, τους οποίους είπε κατά της επαναστάσεως ο Γεράσιμος, απεφασίσθη και εστάλη ο Ρήγας εις τας Καλάμας δια να κάμη γνωστήν εις τον Πετρομπεην την διαγωγήν του Γερασίμου, και παρακινήση αυτόν να έλθη εις το  στρατόπεδον δια να εννοήσουν όλοι και να πεισθούν, ότι θέλει την επανάστασιν· παρέδωκεν δε εις την συνοδίαν του Ρήγα και τον Γεράσιμον δια να μην τον σκοτώσουν εις τον δρόμον και κακοφανή τούτο εις τον Πετρομπεην. Τα μετά ταύτα αναφέρονται εις τα απομνημονεύματά μου.

Κατόπιν ο Ρήγας επέστρεψεν εις το Χρυσοβίτσι, και εκεί εβοήθει τον Κολοκοτρώνην δια των συμβουλών του και της γραφικής του ικανότητος. Μέχρι δε της ελεύσεως του πρίγκηπος Υψηλάντου ο Ρήγας έμενεν εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων, και υπήγεν και αυτός μετά των άλλων προς υποδοχήν του. Έπειτα διωρίσθη γραμματεύς της Γερουσίας των Καλτεζών, και ύστερον διωρίσθη πάλιν να υπάγη εις τας Κεγχρεάς δια να συμβιβάση δυσαρέσκειάν τινα γενομένην μεταξύ των πολιορκητών και των Νοταράδων, και συνάμα να εισπράξη και τα υποχρεωτικά χρήματα από την Επαρχίαν της Κορίνθου, και να ίδη και το εκεί φροντιστήριον.

Έχει δε όλα τα έγγραφα της αποστολής του ταύτης. Αλωθείσης δε της Τριπολιτσάς, επανήλθεν εις αυτήν και έκτοτε ανεμίχθη και εις τα πολιτικά πράγματα, και ούτω υπηρέτει την πατρίδα στρατιωτικώς με καλόν ζήλον. Ουδείς δε άλλος έχει περισσοτέρας εκδουλεύσεις πολιτικάς, διότι όλα τα επαγγέλματα επέρασαν από την διεύθυνσίν του. [Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου, εκτός από το πολυτονικό σύστημα].

[2] Στην εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμηός», ο  δημοσιογράφος και ιστορικός Ελευθέριος Σκιαδάς γραφεί για τον Παλαμήδη:  Ρήγας Παλαμήδης: Ο «βουλευτής των σακουλίων».

Στην Αθήνα – περιοχή Ψυρρή – η οδός και το σπίτι του Ρήγα Παλαμήδη έμειναν να θυμίζουν τον Έλληνα αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Διετέλεσε πληρεξούσιος σε έξι Εθνοσυνελεύσεις, μέλος του Πανελληνίου, γερουσιαστής, σύμβουλος Επικρατείας, νομάρχης, Πρόεδρος της Βουλής και υπουργός Εσωτερικών σε έξι κυβερνήσεις! Υπήρξε πανίσχυρος τοπάρχης στη Μαντινεία και παντρεύτηκε την κόρη του Πασά της Λάρισας, με την οποία απέκτησε τρεις κόρες [και ένα γιό]. Υπήρξε όμως και ο πολιτικός που απέκτησε ένα από τα πιο περίεργα «παρατσούκλια» στην εποχή του. Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1840 όλοι τον αποκαλούσαν ο «βουλευτής των σακουλίων»!

Απ’ όπου περνούσε εκείνη την εποχή ο Ρήγας Παλαμήδης ξεσήκωνε τον κόσμο και οι οπαδοί του ήταν έτοιμοι ακόμη και σε εξεγέρσεις να προχωρήσουν για χάρη του. Κοντά του είχε και τον Κλήρο. Μέχρι που υπήρχαν ιερείς οι οποίοι στέκονταν στην Ωραία Πύλη και έχοντας μπροστά τους το Ευαγγέλιο διάβαζαν τις προεκλογικές προκηρύξεις της παράταξης της ομάδας του Παλαμήδη. Ήταν η εποχή που διεξάγονταν οι πρώτες βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις και η χώρα εμφάνιζε κυριολεκτικά εικόνα εμφύλιου σπαραγμού με πολλά θύματα.

Σε μια τέτοια αναμέτρηση απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής ο Ρ. Παλαμήδης! Εννοείται πως δεν ήταν το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά απόρροια των «μαγειρεμάτων» που γίνονταν σε όλες τις ελληνικές επαρχίες. Μετά την εκλογική αναμέτρηση όμως, μεγάλες ομάδες οπαδών του Παλαμήδη από τη Μαντινεία πήγαν στον συμβολαιογράφο Τριπόλεως και του παρέδωσαν σάκους γεμάτους ψηφοδέλτια. Παράλληλα, υπέγραψαν συμβόλαια με τα οποία έδιναν την ψήφο στον εκλεκτό τους, επισημαίνοντας πως δεν είχαν τη δυνατότητα να ψηφίσουν ελεύθερα στις εκλογές. Ύστερα από συζητήσεις και προβληματισμούς η Βουλή των Ελλήνων αποδέχθηκε ως νόμιμα τα συμβόλαια αυτά, ο Ρ. Παλαμήδης ονομάστηκε «βουλευτής των «σακουλίων», αναλαμβάνοντας μάλιστα το 1845 και την Προεδρία της Βουλής.

 

Πηγές


 

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Μάρθα Πύλια, «Πολιτικοί όροι και οικονομικές λειτουργίες στην προεπαναστατική Πελοπόννησο» στο: Θεωρητικές Αναζητήσεις και Εμπειρικές Έρευνες – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13 Δεκεμβρίου, 2008.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμηός».

Read Full Post »

Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία – Εμμανουήλ Ξάνθος και Παναγιωτάκης Καραγιάννης | Βασίλης Παναγιωτόπουλος,  Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, «Ο Ερανιστής», τόμος Β’, Αθήνα, 1964.


 

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Η μύηση του Εμμανουήλ Ξάνθου στον τεκτονισμό είναι γνωστή από πληροφορία του ίδιου, διατυπωμένη μάλιστα με μια τάση έξαρσης του γεγονότος, στα Απομνημονεύματά του. Στο σημείο που κάνει λόγο για τις προεπαναστατικές εμπορικές δραστηριότητές του, μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο, γράφει: «Απήλθεν κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν δι’ αγοράν λαδιών· εκείθεν διέβη εις Ιωάννινα … μεταβάς ακολούθως εις την Αγίαν Μαύραν, διά παρακινήσεως φίλου του τινός Παναγιωτάκη Καραγιάννη εισήχθη εις την εταιρίαν των Ελευθέρων Κτιστών (Μασόνων)».

Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνει λόγο για την ιδιότητά του αυτή ο Ξάνθος. Πριν εκδώσει τα Απομνημονεύματά του είχε γράψει δύο εκθέσεις για τη «φιλική» του δράση, που κυκλοφόρησαν τότε σε ορισμένους κύκλους χειρόγραφες. Η πρώτη σε τύπο επιστολιμαίας διατριβής, γραμμένη στα 1835, δημοσιεύτηκε στα 1901 από τον Δ. Καμπούρογλου.

Μιλώντας ο Ξάνθος για τις συναντήσεις του με τον Τσακάλωφ και τον Σκουφά, το 1814 στην Οδησσό, γράφει: «Απεφάσισαν λοιπόν αυτοί οι φίλοι να σχεδιάσωσι τους κανόνας ταύτης της εταιρείας, την οποίαν και Εταιρείαν των Φιλικών ωνόμασαν, δανεισθέντες πολλούς κανόνας από την Εταιρίαν των Φραγκ-Μασόνων, εις ην ο Ξάνθος προ τίνος χρόνου είχεν έμβει ευρεθείς εις μίαν της Επτανήσου Πολιτείας νήσον»

Η δεύτερη έκθεση, γραμμένη την 1 ’Οκτωβρίου 1837 και δημοσιευμένη στα 1931 από τον A. Α. Παπανδρέου, είναι αναλυτικότερη και, ως προς την διατύπωση και το περιεχόμενο, πολύ κοντά στα Απομνημονεύματά του. Και εδώ ο Ξάνθος μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την μύησή του στον τεκτονισμό: «απήλθεν… κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν και Ιωάννινα δι’ εμπορικάς υποθέσεις. Εκείθεν δε διαβάς εις Αγίαν Μαύραν, μίαν των Ιονικών νήσων, εισήχθη εις την εκεί υπάρχουσαν τότε εταιρίαν των Ελευθέρων Κτίστων, ων δε ιδεών ελευθέρων και πνέων πάντοτε μίσος κατά της τουρκικής τυραννίας, αμέσως συνέλαβε την ιδέαν να ενεργήση μίαν μυστικήν εταιρίαν κατά τους κανονισμούς ταύτης των Κτίστων … διά να ενεργήσωσιν, ευκαιρίας τυχούσης, την απελευθέρωσιν της πατρίδος».

Στην συνέχεια επαναλαμβάνει όσα γράφει και στην πρώτη έκθεση για την ίδρυση της Φιλικής στην ’Οδησσό το 1814: «Εκοινοποίησεν εις αυτούς τους φίλους του [Σκουφά, Τσακάλωφ] την ιδέαν του περί συστάσεως μιας εταιρείας, φανερώσας αυτοίς και την είσοδον του εις την των Κτίστων, τινα των σημείων τούτων όσα εδύναντο να προσαρμοσθώσιν εις αυτήν κοινοποιήσας …».

Εκτός από τα παραπάνω, δ Ξάνθος μιλάει και σε άλλα σημεία των Απομνημονευμάτων και των εκθέσεών του για την τεκτονική του ιδιότητα. Ακόμη δεν παραλείπει να φανερώνει την ιδιότητά του αυτή κάθε φορά που υπογράφει ένα έγγραφο ή μια επιστολή, τοποθετώντας μπροστά από το όνομά του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, όπως συνήθιζαν τότε οι τέκτονες: τρείς διαδοχικές τελείες μέσα σ’ ένα γραμμικό σύμπλεγμα ή μέσα σε δύο παράλληλες μικρές ευθείες.

Δεν είναι χωρίς σημασία οι αλλεπάλληλες αυτές αναφορές του Ξάνθου, αν υπολογίσουμε μάλιστα ότι και όταν έβγαζε τα Απομνημονεύματά του (1845) και λίγα χρόνια πριν, όταν έγραφε τις δυο εκθέσεις του (1835, 1837), ο εταιρισμός γενικά, άλλα και ειδικότερα ο τεκτονισμός, αποτελούσαν μη κανονικές δραστηριότητες. Οι τέκτονες του καιρού του δεν έκρυβαν βέβαια την τεκτονική τους ιδιότητα, ήταν όμως φαινόμενο ασυνήθιστο η προβολή και η με κάθε τρόπο κοινολόγηση της ιδιότητας αυτής. Στη συνέχεια θα φανεί το αιτιολογικό της αντίθετης συμπεριφοράς του Ξάνθου.

Ο τεκτονικός χαρακτήρας της Φιλικής Εταιρείας, όταν μετά την επανάσταση άρχισε να γίνεται λόγος πάλι γι’ αυτήν, ήταν παραδεκτός και αδιαφιλονίκητος. Ο Ι. Φιλήμων στο Δοκίμιό του για την Φιλική ‘Εταιρεία (1834), γράφει για τον οργανισμό της τα παρακάτω, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα την εποχή που γράφτηκαν: «Οι αυτουργοί του εδανείσθησαν κανόνας πολλούς από την εταιρίαν των Μασσόνων, και τους εφήρμοσαν επιτηδείως εις το πνεύμα και τα πάθη του έθνους. Ήτο διά τούτο ηθικώτατος και προβλεπτικώτατος ως προς όλα τα στοιχεία της συντηρήσεως και της προόδου του Συστήματος».

Ο Φιλήμων, τέκτονας ο ίδιος την εποχή που έγραφε αυτά, ήταν σε θέση να γνωρίζει ως ποιο σημείο έφθανε η σχέση τεκτονισμού και Φιλικής. Δεν ήταν βέβαια φιλικός, άλλα γράφοντας για τη Φιλική Εταιρεία είχε αποκτήσει πλήρη συνείδηση της δραστηριότητας και των μεθόδων των φιλικών, κι έτσι η έλλειψη της προσωπικής εμπειρίας είχε αντισταθμιστεί από τις σχετικές γνώσεις.

Ο Ξάνθος, στηριγμένος στην καθολική αναγνώριση του τεκτονικού χαρακτήρα του οργανισμού της Φιλικής Εταιρείας, έρχεται με την έξαρση της τεκτονικής του ιδιότητας να υποδηλώσει διακριτικά, αλλά και αναντίρρητα, τη θέση του σαν συνιδρυτή της Εταιρείας, θέση που είχε κλονιστεί από τις ειλικρινείς καθώς φαίνεται, αλλά βασισμένες σε ασύνδετες γνώσεις, πληροφορίες του Αναγνωστόπουλου, όπως αυτές είχαν διοχετευτεί στο «Δοκίμιον περί της Φιλικής Εταιρείας» του Φιλήμονος και όπως θα κυκλοφορούσαν, υποθέτω, προφορικά στην Αθήνα της εποχής.

Για μύηση στον τεκτονισμό των άλλων συνιδρυτών της Εταιρείας δεν είχε γίνει λόγος. Η σχέση του Τσακάλωφ με τον κύκλο του Ζαλίκογλου και το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» του Παρισιού δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι ήταν τέκτονας, αλλά ούτε και για τον Σκουφά διατυπώθηκε τέτοια άποψη.

Στο συμφωνητικό μάλιστα που υπογράψανε στις 22 Σεπτ. 1818 στην Κωνσταντινούπολη οι Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος, Σέκερης και Ξάνθος, ενώ ο τελευταίος τοποθετεί μπρος από την υπογραφή του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, οι άλλοι υπογράφουν χωρίς κανένα διακριτικό. Η τεκτονική ιδιότητα του Ξάνθου, σε αντιδιαστολή με τον συνιδρυτή του 1814 Τσακάλωφ και τους συναρχηγούς του 1818, εκφράζεται εύγλωττα ατό έγγραφο αυτό. Άλλα και μια άλλη πληροφορία του Ξάνθου, γραμμένη μάλιστα σε χρόνο που μπορούσε εύκολα να την αναιρέσει κανείς (1837), λύνει οριστικά το πρόβλημα της πατρότητας των τεκτονικών στοιχείων στον οργανισμό της Φιλικής:«εις δε την Εταιρίαν των Κτίστων, άλλος παρά τον Ξάνθον δεν ήτο μεμυημένος»  γράφει ο ίδιος…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία. Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ξάνθος Εμμανουήλ (1772-1851)


 

Εμμανουήλ Ξάνθος

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, γεννήθηκε στην Πάτμο το 1772· γονείς του ο Νικόλαος και η Δούκαινα. Στο νησί του έμεινε ώς τα είκοσί του χρόνια και εκεί έμαθε όσα γράμματα μπό­ρεσε – και πάντως αρκετά για να σταδιοδρομήσει στο «επάγγελμα του γραμματικού των εμπόρων, ένα επάγγελμα ανοικτό σε πολλών ειδών επιρροές». [1] Οι πε­ρισσότεροι βιογράφοι του αναφέ­ρουν ότι φοίτησε και στη φημι­σμένη Πατμιάδα σχολή του νησι­ού του. Η πορεία του από το γενέθλιο νησί προς τα εμπορικά κέντρα της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, η εμπλοκή του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, η δράση του στα χρόνια της ελληνι­κής επανάστασης, η σφοδρή μετεπαναστατική διαμάχη του με τον πρώην συναγωνιστή του στη Φιλι­κή Εταιρεία Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και η εξ αυτής ανάγκη συγγραφής τεσσάρων κειμένων, όπου και η έκδοση πρωτοτύπων εγγράφων για την προεπαναστα­τική δράση των Φιλικών, με άλλα λόγια η πορεία μιας ζωής 80 ετών (πέθανε στην Αθήνα το 1851), συν­θέτουν τα πεπραγμένα μιας πολύ ενδιαφέρουσας προσωπικότητας που βρέθηκε στις πρώτες γραμμές της οργάνωσης του αγώνα προς την εθνική χειραφέτηση.

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη ζωή και τη δράση του Εμμ. Ξάνθου προέρχονται κυρίως από δικά του κείμενα στη συνάφειά τους με τις μαρτυρίες των συντρόφων του, και πάντως έχουν άμεση σχέση με την μετεπαναστατική αποτίμηση της δράσης των πρωταγωνιστών  του αγώνα. Στον απολογισμό αυτόν είναι προ­φανές ότι κάποιων ο ρόλος υπερτονίζεται και κάποιων άλλων υποβαθμίζεται εξαιτίας ποι­κίλων συμφερόντων και προσωπικών ή τοπι­κών ανταγωνισμών.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος αισθάνεται έντονα την υποβάθμιση της προεπαναστατικής κυ­ρίως δράσης του και προς υπεράσπιση του εαυ­τού του συντάσσει εκθέσεις, υπομνήματα αλ­λά και Απομνημονεύματα, κείμενα τα οποία λίγο – πολύ κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ωστόσο, πολύ εύστοχα, ο συντάκτης τους φρο­ντίζει να τα πλαισιώνει – κυρίως τα Απομνημονεύματά του – με πολλά έγγραφα από το προσω­πικό του αρχείο, για να καταστήσει τη φωνή του πιο πειστική και έγκυρη. Στα μετέπειτα χρόνια, ακόμα και στα πλέον πρόσφατα, νέα στοιχεία παράλληλα αλλά και συμπληρωματικά έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, χωρίς όμως να μει­ωθεί καθόλου η αξία της φωνής του Εμμανουήλ Ξάνθου, στην οποία κυρίως θα στηριχθούμε για τη σύνταξη ms παρούσας βιογραφίας.

Με βάση λοιπόν τις πληροφορίες αυτές, ο Εμμ. Ξάνθος, αφήνοντας το νησί του το 1792, θα κατευθυνθεί πρώτα προς τη Σμύρνη και στη συνέχεια προς την Τεργέστη, σπουδαία εμπορικά κέντρα της εποχής, με προφανή σκο­πό να μαθητεύσει κοντά σε έλληνες εμπόρους. Επόμενος σταθμός του (1810) ένα άλλο ση­μαντικό εμπορικό κέντρο της εποχής, αρκετά μακριά από το Αιγαίο και την Αδριατική, η Οδησσός της Μαύρης Θάλασσας, όπου πα­ρέμεινε «γραμματεύων (…) παρά τω μεγαλεμπόρω Βασιλείω Ξένη(…) και εμπορευόμενος (…)», όπως ο ίδιος αναφέρει στα Απομνη­μονεύματά του.[2] Είναι εξαιρετικά πιθανό ο Βα­σίλειος «Ξένης» να είναι μέλος της γνωστής πατμιακής οικογένειας των Ξένων, εμπόρων γνωστών από πολλές πηγές.

Ύστερα από δύο χρόνια, το 1812, ο Ξάνθος εγκαταλείπει την Οδησσό και έρχεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου σχετίζεται τώρα με ηπειρώτες εμπόρους, και το πράγμα τούτο έχει τη σημασία του, δεδομένου ότι και οι μετέπειτα σύντροφοί του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαος Σκουφάς και Αθανάσιος Τσακάλωφ, είναι ηπειρωτικής καταγωγής.

Από τη συνάφεια αυτή με τους ηπειρώτες εμπόρους θα προέλθει το 1813 ένα γεγονός, το οποίο, όπως θα δείξουν τα πράγματα, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας και ειδικότερα στη δομή και τη συνωμοτική οργάνωσή της. Γνωρίζουμε, δηλαδή, και από τη δική του μαρτυρία [3] αλλά και από νεότερες έρευνες [4] ότι ο Ξάνθος το 1813 μετακινήθηκε από την Κωνσταντινού­πολη στην περιοχή Πρέβεζας – Λευκάδας με αντικειμενικό σκοπό την αγορά λαδιού για λο­γαριασμό της Εταιρείας (συντροφιά περιορι­σμένου χρόνου) των ηπειρωτών εμπόρων Ασημάκη Κροκίδα, ανθρώπου του Αλή πασά στην Κωνσταντινούπολη, Χριστόδουλου Οικονό­μου, Κυριάκου Μπιτσακτσή, της οποίας ήταν, φαίνεται, και ο ίδιος εταίρος. Στην κίνησή του προς τους εμπορικούς προορισμούς της δυτι­κής Ελλάδας πέρασε βέβαια και από τα Γιάν­νενα για να πάρει την άδεια του Αλή πασά – μέσω του Μάνθου Οικονόμου, αδελφού του συνεταίρου του Χριστόδουλου Οικονόμου και γραμματικού του πασά των Ιωαννίνων και του φίλου του Κωνστ. Μαρίνογλου. Πέρα από αυτά όμως, το σημαντικότερο γεγονός του ταξι­διού αυτού είναι ότι ο Ξάνθος, όντας στη Λευ­κάδα για τα λάδια της, μυήθηκε στον τεκτονι­σμό με την υποκίνηση του φίλου του Παναγιωτάκη Καραγιάννη, «εισήχθη εις την εται­ρίαν των Ελευθέρων Κτιστών», σύμφωνα με τα λόγια του, πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγη­ση των συμβάντων του βίου του.[5]

Η σημαντική αυτή πληροφορία του Ξάν­θου επιβεβαιώθηκε και από τη σύγχρονη έρευ­να [6] αλλά και πιο πρόσφατα από το Αρχείο του ίδιου του Εμμ. Ξάνθου,[7] στο οποίο υπάρχουν αναλυτικές καταγραφές για τα εμπορικά απο­τελέσματα του ταξιδιού αυτού. Εξάλλου, η ιστορική έρευνα [8] έφερε στο προσκήνιο πολ­λά στοιχεία και για τον Παναγιωτάκη Καραγιάννη, πρόσωπο που εκτός από τη μασονική ιδιότητά του υπήρξε και ικανός αγωνιστής της Επανάστασης και υπηρέτησε ως έπαρχος την ίδια περίοδο σε διάφορα μέρη.

Φυσικά δεν πρέπει να περάσει απαρατή­ρητο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ξάνθος, αναφέροντας το γεγονός της μύησής του αργό­τερα (1845) στα Απομνημονεύματά του επι­διώκει σαφώς να συνδέσει την τεκτονική ιδιό­τητά του με την ίδρυση της Φιλικής Εται­ρείας, γράφοντας μάλιστα σε μια εποχή όπου η πράξη αυτή οπωσδήποτε δεν αποτελούσε κανονικότητα. Πρέπει επίσης να τονίσουμε το γεγονός ότι η μύησή του υπήρξε καθ’ όλα κανονική και επίσημη, έγινε δηλαδή με όλες τις τελετουργικές απαιτήσεις του μασονισμού και σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε ατελής, όπως θέλησε να την εμφανίσει αρ­γότερα (1926), ο Τάκης Κανδηλώρος στο σύγγραμμά του για τη Φιλική Εταιρεία, προκειμένου να υποβαθμίσει την τεκτονική ιδιό­τητα του Εμμ. Ξάνθου.

 

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Τον ίδιο χρόνο της παραπάνω εμπορικής δραστηριότητας (1813) ο Ξάνθος επέστρε­ψε στην Κωνσταντινούπολη από το ηπει­ρωτικό ταξίδι του, κανόνισε τους εμπορικούς λογαριασμούς του με τους άλλους συντρό­φους του και εν συνεχεία αναχώρησε για την οικεία σ’ αυτόν πόλη της Οδησσού. Εκεί, όπως ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του, «κατά τας αρχάς του Νοεμβρίου 1813 εγνωρίσθη και συνεφιλιώθη μετά του Νικο­λάου Σκουφά και Αθανασίου Τσακάλωφ, εις μίαν δε συναναστροφήν το 1814 συζητούντες τα της καταστάσεως της Πατρίδος, ρί­πτουν την ιδέαν της ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας και επιδίδονται εις την εκτέλεσιν της μεγάλης εκείνης αποφάσεως».

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Το πρώτο χρονικό διάστημα της κοινής παραμονής των τριών πρωτεργατών της Φι­λικής Εταιρείας στην Οδησσό είναι ο Νοέμ­βριος 1813, όπως ο ίδιος ο Ξάνθος αναφέρει, ενώ τον επόμενο χρόνο, χωρίς να είναι γνω­στή η ακριβής ημερομηνία της ιδρυτικής πρά­ξης και χωρίς να αναφέρεται ποιος από τους τρεις υπήρξε ο εμπνευστής της ιδέας, θα ιδρύ­σουν τη Φιλική Εταιρεία. Οι περισσότερες μεταγενέστερες πηγές τοποθετούν την ίδρυ­ση της Εταιρείας στο καλοκαίρι του 1814, ενώ κάποια φήμη θέλει τους Φιλικούς να εορ­τάζουν την 14η Σεπτεμβρίου (εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού) ως ημερομη­νία ίδρυσης της Εταιρείας, φήμη βέβαια η οποία ενέχει προφανείς συμβολισμούς στη συνάφεια με το θρησκευτικό γεγονός της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού που γιορτάζε­ται από την Εκκλησία την ημέρα αυτή.

Το πρώτο διάστημα μετά από την ίδρυση της Εταιρείας δεν φαίνεται να συμβαίνουν σημαντικές διεργασίες στο επίπεδο της συ­νωμοτικής δραστηριότητας στην Οδησσό, καθώς μάλιστα δύο από τους τρεις ιδρυτές της, δηλαδή ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, αντι­μετωπίζουν οικονομία δυσκολίες, οι οποί­ες, κατά πάσα πιθανότητα, θα αναγκάσουν τον τελευταίο να επιστρέψει στην Κωνστα­ντινούπολη, όπου τον βρίσκουμε να εργάζε­ται στον εμπορικό οίκο του Μυτιληνιού εμπόρου και αργότερα δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή.

Γνωρίζουμε, πάντως, ότι στην Οδησσό, τα τρία ιδρυτικά στελέχη της Εταιρείας την πρώτη περίοδο και λίγο πριν αποχωριστούν κατάρτισαν ένα πρώτο σχέδιο «κατήχησή» των μελών της εταιρείας και δεσμεύτηκαν να αλληλογραφούν με συνθηματική αλληλογραφία. Η μασονική μύηση του Εμμ. Ξάνθου οπωσδήποτε συ­νεργεί στην οργάνωση της συνωμοτικότητας βάσει κάποιου σοβαρού σχεδιασμού, ενώ και ο Αθαν. Τσακάλωφ διαθέτει κάποια συ­ναφή πείρα από την εμπλοκή του στο «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» – εταιρεία με εμφανή φιλανθρωπικοπολιτικό χαρακτήρα που ιδρύθηκε το έτος 1809 – του Πα­ρισιού. (Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα ψευδώνυμα του Ξάνθου με τα οποία απευθύνονται προς αυτόν οι αλληλογράφοι του και τα οποία κινούνται γύ­ρω από τα αρχικά Α Θ: Α. Θυμίδης, Ανα­στάσιος Θυμίδης, Αντώνιος Θωμαΐδης, Ανα­στάσιος Θωμαΐδης, Αγγελής Θεοδωρίδης, Ανδρέας Θεοδωρίδης, Αναστάσιος Θεοδω­ρίδης, Α. Θέρμανδρος, Α. Θεοδώρου, Αλέ­ξανδρος Θεοδώρου, αλλά και Βασίλειος Θεαγενίδης, Μιχαήλ Θεοδοσιάδης, Δ. Θυμίδης, Ξενίδης, αν έχουμε καταφέρει να εντοπί­σουμε το σύνολό τους…).

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας στην Κωνσταντι­νούπολη, μολονότι ορισμένες ιστοριογραφικές αναφορές τον θέλουν να κατηχεί νέα μέ­λη και γενικά να δραστηριοποιείται έντονα παρά την αδυναμία των πηγών να καταθέ­σουν αντίστοιχα τεκμηριωτικά στοιχεία, εμ­φανίζεται αρχικά αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα της Εταιρείας. Φαίνεται μάλιστα πως δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι έχει πάρει τις αποστάσεις του από την εν γένει συ­νωμοτική δράση. Ίσως μάλιστα στην εντύ­πωση αυτή του Σκουφά να οφείλεται το γε­γονός ότι στη θέση του Ξάνθου ως μέλος της Υπέρτατης Αρχής με τα αρχικά Α Δ (τα οποία έως τότε υποδήλωναν το όνομα του Ξάνθου· αργότερα, όπως είπαμε, έλαβε τα αρχικά Α Θ) ο ηπειρώτης φιλικός τοποθετεί, με συνο­πτικές διαδικασίες, τον αινιγματικό και με τρα­γικό τέλος ιθακήσιο φιλικό Νικόλαο Γαλάτη, με απώτερο σκοπό αυτός ο τελευταίος να πλησιάσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και να του προτείνει την αρχη­γία της Φιλικής Εταιρείας. Πράγμα­τι, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το τελευταίο θα γί­νει αλλά δεν θα ευοδωθεί, μολονότι ώς ένα βαθμό και μόνον η κοινοποίηση της ύπαρξης της Εται­ρείας στον Κερκυραίο πολιτικό και υπουργό του τσάρου δεν ήταν καθόλου ασήμαντο γεγονός.

 

Σφραγίδα της μυστικής Αρχής της Εταιρείας. Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά των κύριων ονομάτων των Αρχηγών της Εταιρείας, στα οποία προτάσσεται του Καποδίστρια: Ι: Ιωάννης Καποδίστριας, Α: Άνθιμος Γαζής, Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ, Π: Παναγιώτης Σέκερης, Ν: Νικόλαος Σκουφάς, Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος, Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος, Α: Αθανάσιος Σέκερης. Το γράμμα Ε αντιστοιχεί στη λέξη Ελλάς.

 

Αυτά τα γεγονότα συμβαίνουν το 1816. Ωστόσο, ο Εμμ. Ξάνθος δεν είχε εγκαταλεί­ψει τη Φιλική Εταιρεία, πράγμα που ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του[9] ενισχύει με τη δη­μοσίευση της επιστολής προς τον ίδιο, του Αθα­νάσιου Τσακάλωφ από την Οδησσό της 8ης Αυγούστου 1817, με την οποία ο δεύτερος του ανακοινώνει την πρόθεσή του να συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη για να προωθήσουν τον συνωμοτικό σχεδιασμό τους.

 

Εφοδιαστικό της Φιλικής Εταιρείας. «Εις το όνομα της μελλούσης σωτηρίας Καθιερώνω Ιερέα Φιλικόν και αφιερώνω εις την αγάπην της Φιλικής Εταιρείας και εις την υπεράστησιν των Μεγάλων Ιερέων των Ελευσίνιων τον συμπολίτην κυρ Βαγγέλη Κεφαλληναίον, ετών τριάντα οκτώ, επαγγέλματος εμπορικού, ως θερμόν υπερασπιστήν της Εταιρείας και της πατρίδος κατηχηθέντα και ορκωθέντα παρ’ εμού (Σ.Κ.) 9, Πάτρα, έτει των Φιλικών, 24 Ιανουαρίου». Δημοσιεύεται στο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), «Η Φιλική Εταιρεία», Αθήνα, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 159.

 

Η συνάντηση αυτή τελικά πραγματοποι­ήθηκε τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ενώ τον Απρίλιο του επόμενου έτους (1818) έφθασε στην Πόλη και ο Νι­κόλαος Σκουφάς, ο οποίος μάλιστα θα κα­ταλύσει στο σπίτι του Ξάνθου και με αυτόν τον τρόπο το πρώτο ηγετικό – ιδρυτικό τμή­μα της Φιλικής Εταιρείας θα δραστηριοποι­ηθεί εκ νέου και υπό άλλες βέβαια συνθήκες στο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκεί πράγματι αναπτύσσεται έντονη συνω­μοτική δράση με τη μύηση σημαντικών προ­σώπων στη Φιλική Εταιρεία, και πάντως η συνολική δραστηριότητα είναι τέτοια που «άλλαξε ριζικά τα πνεύματα και τις διαθέ­σεις των συναρχηγών».[10]

Εξάλλου, τώρα πια, τα ανώτερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας έχουν συναρθρώσει ισχυρούς συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ τους και βέβαια την ανάλογη αποφασιστικότη­τα, στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να ενερ­γούν στο μέλλον αυτόνομα και όταν ακόμη δεν βρίσκονται ταυτόχρονα στον ίδιο τόπο. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι οι συνθήκες πλέον τους επέβαλλαν να κινούνται σε διαφορετι­κά σημεία και να αναλαμβάνουν ο καθένας διαφορετική αποστολή στην υπηρεσία του κοινού σκοπού, ο οποίος, σύμφωνα με τη σύλληψή τους, απέβλεπε στη σοβαρή προ­ετοιμασία για τη χειραφέτηση των υπόδου­λων Ελλήνων με βάση την αυτόνομη δράση και πάντως εκτός των πλαισίων δράσης και των πολιτικών σχεδίων των Μεγάλων Δυ­νάμεων της εποχής, που κατά καιρούς δεν είχαν προσφέρει τίποτε το ουσιαστικό στην ελληνική υπόθεση.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Με βάση αυτόν το σχεδιασμό η αποστο­λή που ανέλαβε ο Εμμ. Ξάνθος ήταν να προ­σπαθήσει ο ίδιος, μετά την πρώτη αποτυχη­μένη προσπάθεια του Νικολάου Γαλάτη, να μεταβεί στην Πετρούπολη για να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγε­σία της Εταιρείας. Εν τω μεταξύ η οργάνω­ση γνωρίζει και την πρώτη σοβαρή απώλεια με το θάνατο του Νικολάου Σκουφά, ο οποίος όντας στην Κωνσταντινούπολη αρρώστησε από σοβαρό καρδιακό νόσημα και σε τρεις μήνες από την πρώτη εκδήλωση της ασθένειας πέθανε (31 Ιουλίου 1818), [11] μολο­νότι στο διάστημα αυτό δεν έμεινε τελείως ανε­νεργός. Τη θέση του Σκουφά στο ηγετικό σχήμα της Εταιρείας θα καταλάβει τώρα ο Πα­ναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ενώ η συμβολή του Παναγιώτη Σέκερη και κυρίως η μεγάλη οικονομική του συνδρομή είναι σταθερή και απο­φασιστική για την ευόδωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας.

Στη γραμμή της ανα­ζήτησης αρχηγού με όνο­μα υψηλού κύρους, ο Εμμ. Ξάνθος θα ταξιδέ­ψει τον Οκτώβριο του 1818 στο Πήλιο για να συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία (Οδησ­σός 1816) προκειμένου να συνεννοηθούν για το ταξίδι στην Πετρούπολη. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην απόφαση που είχε λάβει το ηγετικό τμήμα της Φιλικής Εταιρείας στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 να επιχειρήσει την ανά­θεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια: στη γραμμή αυτή η σχε­τική  απόφαση προβλέπει ότι «ουδείς δεν θέλει φανερώσει την Κινητικήν Αρχήν… γίνεται εξαίρεσις, ως προς την φανέρωσιν μόνον της Κινητικής Αρχής του Εμμανουήλ Ξάνθου, υπάγοντος εις αντάμωσιν του Κόμητος Ιωάννου, έχων την άδειαν να φανερώση εις αυτόν μό­νον την Αρχήν…».[12] Όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, πέρα από την ενημέρωση του Άνθιμου Γαζή, ηγετικού μέλους πλέον, όπως αναφέραμε, της Φιλικής Εταιρείας, έπρεπε ο τελευταίος να συγκατατεθεί αρχικά για την επιλογή του Καποδίστρια και παράλληλα να εγχειρίσει στον Εμμ. Ξάνθο συστατική επι­στολή προς τον υπουργό του τσάρου, καθώς οι σχέσεις Γαζή-Καποδίστρια ήταν ιδιαίτερα στενές και χρονολογούνταν από την εποχή της κοινής τους δράσης (1814) στα πλαίσια της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης.

Μετά από τη συνάντηση, τις συνομιλίες στις Μηλιές του Πηλίου και τη συστατική επι­στολή του Γαζή προς τον Καποδίστρια, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα επιστρέψει και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (Δεκέμβριος 1818) και στη συνέχεια (19 Φεβρουάριου 1819) θα αρχίσει το ταξίδι της Ρωσίας, συνοδευόμενος στο πρώ­το στάδιό του από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, μαζί με τον οποίο αρχικά θα βρε­θεί στη Μολδοβλαχία (Γαλάζιο). Aς σημειωθεί ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν θα συνεχίσει το ταξίδι μαζί με τον Ξάνθο αλλά θα παρα­μείνει στις Ηγεμονίες όπου θα αναπτύξει ση­μαντική δράση στα οργανωτικά πλαίσια της Εταιρείαχ, όντας ήδη ανώτατο στέλεχός της.

Ωστόσο, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν βρί­σκεται αυτήν την εποχή στην Πετρούπολη, καθώς με άδεια του τσάρου επέστρεψε και παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στην πατρίδα του Κέρκυρα (έφθασε εκεί στις 23 Μαρτίου 1819) προκειμένου να επισκεφθεί την οικογένειά του. Έτσι ο Ξάνθος, εν αναμονή της επιστροφήχ του Καποδίστρια στην Πετρούπολη, θα περιπλανη­θεί σε διάφορεε πόλεις της ms Βεσσαραβίας (Τομάροβο, Ρένι, Δουμπασάρι), όπου, ανά­μεσα στα άλλα, θα επιχειρήσει και ορισμένες μυήσεις, από τις οποίεε η πλέον χαρατηριστική είναι εκείνη του Σταμάτη Κουμπάρη. Από τις πολλές επιστολές που αυτή την εποχή φθάνουν συνεχώς στα χέρια του Ξάνθου – και ειδικότερα από εκείνες που του αποστέλλει ο συμπατριώτης του και φιλικός Μιχαήλ Φωκιανός και άλλα πρόσω­πα – γίνεται φανερό ότι ο Ξάνθος παράλλη­λα με τη συνωμοτική δράση του δεν έχει εγκαταλείψει τις εμπορικές του δραστηριότητες, δεδομένου μάλιστα ότι η οικογένειά του παραμένει πάντα στην Κωνσταντινού­πολη και έχει ανάγκη από τη χρηματική συν­δρομή του για την επιβίωσή της. Άλλωστε, αυτό μαρτυρεί και μια σειρά από εμπορικές δοσοληψίες που τώρα έχουμε στη διάθεσή μας χάρις στην έκδοση του Αρχείου του.[13]

Στη γραμμή αυτής της οιονεί περιπλάνησης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, εντο­πίζεται ο Ξάνθος τον Αύγουστο του 1819 αλλά και στις αρχές του Σεπτεμβρίου του ίδι­ου έτους στο Κισνόβι και στο Ισμαήλι, ενώ είναι πολύ χαρακτηριστικές μερικές επιστολές της εποχής αυτής,[14] των οποίων οι συντάκτες αδυνατώντας να εντοπίσουν σε στα­θερό μέρος τον Ξάνθο αναγράφουν ως τόπο παράδοσης εναλλακτικές πόλεις ή την έν­δειξη «όπου ευρίσκεται».

Ωστόσο, κάποια στιγμή, και πάντως το φθι­νόπωρο του 1819, παίρνει τον δρόμο για τη Ρωσία και συγκεκριμένα για τη Μόσχα, στην οποία μέσω Κιέβου και Νίζνας θα βρεθεί στα τέλη Οκτωβρίου 1819, όπου θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του παλαιού μέλους της Αρχής Αντ. Κομιζόπουλου, με τον οποίο συνεργάστηκε πολύ στενά για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων της Εταιρείας. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της μοσχοβίτικης οργανωτικής δραστηριότητας ο Ξάνθος θα αποφασίσει την ένταξη στη Φιλική Εταιρεία και του γιαννιώτη εμπόρου Νικόλαου Πατζιμάδη, με σκοπό να οργανωθεί στη Μόσχα «ένας νέος ηγετικός πυρήνας εν όψει της διαγραφόμενης αναβάθ­μισης της ρωσικής απόχρωσης της Εταιρεί­ας».[15] Γνωρίζουμε εξάλλου ότι στη Μόσχα ο Ξάνθος θα γίνει και πάλι μέλος της μασονικής στοάς με όλους τους τύπους, ωσάν να μην εί­χε προηγηθεί η ένταξη της Λευκάδας, πράγ­μα που σε συνδυασμό με την πρώτη μύηση στη Λευκάδα απαιτεί συμπληρωματικές έρευ­νες που ξεπερνούν το σχεδία­σμά αυτής της βιογραφίας.

Μετά από όλα αυτά και με την επιστροφή του Καποδίστρια στη θέση του στην Πε­τρούπολη, ο Εμμ. Ξάνθος, στις αρχές Ιανουάριου 1820, θα ξε­κινήσει για την πρωτεύουσα της ρωσικής αυτοκρατορίας. Στην πόλη αυτή θα φθάσει στις 15 του ίδιου μήνα και την επομένη θα γίνει δεκτός από τον Ιωάννη Καποδίστρια, γεγονός το οποίο πιθανώς υποδηλώνει ότι στην Πετρούπολη υπήρχε ήδη ένας οργανωτικός πυρήνας της Φιλι­κής Εταιρείας που είχε προετοιμάσει το έδαφος για τη συ­νάντηση αυτή. Παράλληλα, βέ­βαια, αυτό φανερώνει και τη συ­νεχή εμπλοκή – τουλάχιστον στο πεδίο της ενημέρωσης – του Καποδίστρια στα σχέδια της Εται­ρείας (ας υπενθυμίσουμε πάλι την πρώτη απόπειρα ενημέρω­σης του Καποδίστρια για τα συ­νωμοτικά τεκταινόμενα και την πρόταση ανάληψης της αρχηγίας που έγινε από τον Νικόλαο Γαλάτη), και πάντως ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι το γεγονός ότι ο ιδιαίτερος γραμματέας του Καποδίστρια, ο κερκυραίος Κωνσταντίνος Καντιώτης, είναι ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πε­τρούπολη βρίσκεται αυτή την εποχή και ο επί­σης δραστήριος φιλικός αλλά και στενός φίλος του Καποδίστρια γιατρός Πέτρος Ηπίτης.

Η πρώτη συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου, όπως είπαμε, έγινε στις 16 Ιανουάριου 1820 με διερευνητικούς σκοπούς, ενώ ύστερα από 4-5 μέρες ακολούθησε δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο ανδρών αλλά και πάλι χωρίς θετικά απο­τελέσματα. Ουσιαστικά δηλαδή ο Καποδίστριας αρνήθηκε να αποδεχθεί την αρχηγία της Φιλι­κής Εταιρείας, προφασιζόμενος την επίσημη θέ­ση που κατείχε στη ρωσική κυβέρνηση.

Η άρνηση αυτή αποτέλεσε, όπως είναι προ­φανές, ισχυρό πλήγμα στα σχέδια της Εταιρεί­ας, όμως δεν υπήρξε καίριο επειδή η δυναμική των πραγμάτων πλέον ευνοούσε την ορμή των Φιλικών και τον οργανωτικό σχεδίασμά τους, σύμφωνα με τον οποίο, για την ευόδωση των σκοπών της Εταιρείας, έπρεπε να τοποθετηθεί επικεφαλής αυτής μία σημαντική προσωπικότητα. Πολύ καλά μάλιστα τονίζει τη δυναμική αυτή ένα απόσπασμα από επιστολή του Πα­ναγιώτη Σέκερη, ο οποίος αναφερόμενος στην αποστολή του Ξάνθου επισημαίνει ότι «… επειδή η επιτυχία τούτου δεν θέλει επιφέρει καμμίαν δυσκολίαν εις κανένα και σχεδόν ασυλλόγιστον πράγμα. Ούτε η αποτυχία του (ην μη δώση ο Κύριος) δύναται ν’ ανατρέψη τα έως τώρα γεγονότα, τα οποία υπόσχονται αίσιον τέλος και η θεία Χάρις να τα φυλάξη από το βάσκανον όμμα του πονηρού δαίμονος».[16]

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας σε δύσκολη θέση, πρέπει να παρέμεινε στην Πετρούπολη ολό­κληρο τον μήνα Μάρτιο του 1820 και πρέπει επίσης να είδε τον Καποδίστρια και άλλες φορές, ενώ είναι εξακριβωμένο ότι ταυ­τόχρονα ο υπουργός του τσά­ρου συναντούσε και τον απεσταλμένο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη Καμαρηνό Κυ­ριακό, πράγμα που υποδηλώνει και τις εσωτερικές συγκρούσεις εντός της Φιλικής Εταιρείας (είναι άλλωστε γνωστό ότι ο Κυριακός αργό­τερα θα έχει το ίδιο τραγικό τέλος με τον Γαλάτη, ως αποτέλεσμα των συ­γκρούσεων αυτών). Εξάλλου, είναι διαπι­στωμένο ότι και ο ίδιος ο τσάρος και βέβαια η μυστική αστυνομία του, είναι ενήμεροι για τις συνωμοτικές ενέργειες των Ελλήνων.

Όπως είπαμε, η ορμή των Φιλικών και η φορά των πραγμάτων δεν είναι πλέον δυνα­τόν να αναχαιτισθεί από κάποια αρνητικά γε­γονότα, έστω και αν προσωρινά δοκιμάζεται, και έτσι μετά την άρνηση του Καποδίστρια ο Εμμ. Ξάνθος θα επιχειρήσει να προσελκύσει στην αρχηγία της Εταιρείας τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ενεργώντας, κατά τα φαινόμενα αυτοβούλως, χωρίς δηλαδή να περιμένει τη σύμφωνη γνώμη των άλλων ηγετικών στελε­χών της Εταιρείας. Ιδού πώς περιγράφει την απόφαση αυτή ο ίδιος ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του: «Απελπισθείς λοιπόν ο Ξάνθος από τον Κόμητα, στοχασθείς δε ότι διά να κατορθωθή ο σκοπός της Επαναστάσεως με κα­λήν έκβασιν, ήταν αφεύκτως αναγκαίος να φανή εις το έθνος είς των σημαντικών προς ενθάρρυνσιν αυτού έστρεψε τον στοχασμόν του εις άλλο υποκείμενον λαμπρόν ως  τον Καποδίστρια, επιτηδειότερον δε ίσως τούτου, τον πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, στρατη­γόν και υπασπιστήν του Αυτοκράτορος…».[17]

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης

 

Όμως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε αντίθεση με τον διστακτι­κό Καποδίστρια, εγκατα­λείπει τη θέση του στο στρατιωτικό σύστη­μα της ρωσικής αυτοκρατορίας, και αποδέχεται την πρόταση του Ξάνθου, δηλα­δή την υπέρτα­τη ευθύνη του «Γενικού Εφό­ρου» της Φιλικής Εταιρείας. Εξάλλου, και η διαπιστωμένη μασονική ιδιότητα του Υψηλάντη πρέ­πει να έπαιξε ρόλο σε αυτή την προσέγγιση και συμφωνία.

Ως επίσημη μαρτυρία του ση­μαντικού αυτού γεγονότος διαθέ­τουμε ένα λιτό έγγραφο της 12nς Απριλίου 1820 που έχει συνταχθεί στην Πετρούπολη και υπογράφεται από τον Αλέξανδρο Υψη­λάντη, τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Ιωάν­νη Μάνο, συγγενή του Υψηλάντη και υπάλ­ληλο στην αγγλική πρεσβεία της Πετρούπολης και βέβαια ενεργό μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που φαίνεται ότι μεσολάβησε για την προσέγγιση Υψηλάντη – Ξάνθου:[18]

 

«Κατά την άπαξ εγκριθείσαν γνώμην, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετ’ ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Γενικόν έφορον της Ελληνι­κής Εταιρείας, τον εκλαμπρότατον κύριον Αλέ­ξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύη και επι­στατή εν πάσι όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρεία. Eις ασφάλισιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπο­γραφή εκάστου των μελών.

 

Εν Πετρουπόλει τη 12 Απριλίου 1820

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάν. Μάνος, Εμ. Ξάνθος»

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

 

Έτσι, λοιπόν, και χάρις στις επίμονες προ­σπάθειες του Εμμανουήλ Ξάνθου η εκκρεμό­τητα της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας θα λήξει και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με το συν­θηματικό όνομα «Καλός» και τα στοιχεία A Ρ θα τεθεί επικεφαλής του αγώνα. Όπως είναι εύλογο, ως επακόλουθο της σημαντικής αυ­τής ενέργειας, ο Υψηλάντης θα ενημερωθεί εκεί στην Πετρούπολη από τον Ξάνθο για την κατάσταση της Εταιρείας, θα παραλάβει από αυτόν όλα τα απαραίτητα έγγραφα κα­θώς και λεπτομερή καταγραφή των δαπανών και εν συνεχεία θα αναλάβει ο ίδιος σοβαρές πρωτοβουλίες για τον συντονισμό της δράσης όλων των μελών και τον γενικότερο σχεδία­σμά «με την πρόθεση να συγκροτήσει ένα νέο οργανισμό, που θα ήταν και ο τελικός οργα­νισμός της Εταιρείας – ο μηχανισμός της εξέ­γερσης». [19] Παράλληλα, βέβαια, όπως η αλ­ληλογραφία μεταξύ των μελών καταδεικνύει, μεγάλος υπήρξε ο ενθουσιασμός και το ηθικό αυξάνεται κατακόρυφα.

Σφραγίδα Δημητρίου Υψηλάντη. Δημοσιεύεται στο «Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας», Αθήνα, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, 1994, σ. 90

Σημειώνουμε επιπρόσθετα ότι από την παραμονή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη έχουμε τώρα – με την έκδοση του Αρχείου του από την ΙΕΕ – ένα κατάστιχο εσόδων – εξόδων, το οποίο μας παρέχει μια εικόνα και της λογιοσύνης του πάτμιου αγωνιστή.

Συγκεκριμένα, στα φύλλα του κατάστιχου καταγράφονται οι αγορές διαφόρων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία ονοματίζονται: «φιλο­σοφικόν λεξικόν και λεξικόν Τζαλίκογλου […] διάφορα βιβλία ηγόρασα του Ανάχαρση και άλλα».

Περαιτέρω, η δράση του Εμμ. Ξάνθου θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση. Μετά από την επιτυχία που είχε η προσπάθεια του ηγετικού πυρήνα της Εταιρείας για τον προσεταιρισμό του Υψηλάντη, ο πρίγκιπας, τον Ιούλιο του 1820, θα βρεθεί στη Μόσχα, όπου βρίσκεται κιόλας ο Ξάνθος, ενώ μια παράλληλη πληροφορία θέλει τους δύο άνδρες να ταξιδεύουν μαζί στη ρωσική πόλη, όπου δραστηριοποιείται, όπως έχουμε αναφέρει, ένας άλλος σημαντικός πυρήνας της Εταιρείας. Γρήγορα όμως υπακούοντας στις ανάγκες της Εταιρείας τα βήματα των δύο ανδρών θα χωριστούν και ο Ξάνθος θα κινηθεί και πάλι σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών, προβαίνοντας σε πολλές και αποφασιστικές ενέργειες για τον καλύτερο συντονισμό των πραγμάτων, τα οποία πλέον έχουν πάρει τον αναπότρεπτο δρόμο προς την πολεμική σύγκρουση.

Είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς κατά πόδας τον Εμμ. Ξάνθο – έστω και μέσω της πυκνής αλληλογραφίας που παραθέτει στα Απομνημονεύματά του αλλά και από την ολοκληρωμένη μορφή της που έχουμε από τους τρεις τόμους του Αρχείου του – αυτή την εποχή, καθώς περιφέρεται αδιάκοπα σε διάφορες πόλεις της Βεσσαραβίας και της Μολδοβλαχίας ανάμεσα στον Νοέμβριο 1820 και το θέρος του 1821. Έτσι τα ίχνη και οι ενέργειές του εντοπίζονται στο Κισνόβι, στο Ισμαήλιο, στο Βουκουρέστι, στο Ρένι, στο Γαλάτσι, πόλεις – ιδιαίτερα οι δύο πρώτες – που θα τις επισκεφθεί πολλές φορές, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα επιτόπου αλλά και αλληλογραφώντας με τα περισσότερα από τα σημαίνοντα στελέχη της Εταιρείας. Χαρακτηριστική των κινήσεων αυτών, που γίνονται με εντολές του Υψηλάντη, είναι επιστολή του τελευταίου από το Κίεβο της 30ής Ιουλίου 1820 προς τον Ξάνθο, όπου μεταξύ άλλων καταγράφονται οι εντολές του πρίγκιπα προς αυτόν:

 

« (…) φθάνοντας συν θεώ εις Κισνόβιον θέ­λεις εγχειρήσει τα διά σε συστατικά γράμμα­τά μου εις τον γαμβρόν μου διά να σε υπερασπισθή, και να σοι δώση το πασαπόρτι σου. Φθάνων εις Ισμαήλ εγχείρισον το συστατικόν διά σε γράμμα μου προς τους δύο γνωστούς φίλους και ειπέ τόσον εις αυτούς, όσον και εις όλους τους εκεί αδελφούς, όσα διά ζώσης φωνής παρηγγέλθης, και προ πάντων να ήναι πρόθυμοι και μυστικοί κατά πάντα. Αφ’ ου δε ησυχάσης όχι περισσότερον από πέντε ημέρες μόνον εις την φαμίλιαν σου, να κινήσης διά Βουκουρέστιον. Απερνώντας δε εις Γαλάτζιον εγχείρισον τα συστατικά οπού σοι έδωσα εις τους δύο αδελφούς… Φθάνων συν θεώ εις Βουκουρέστιον εγχείρισον τα εγχειρισθέντα σοι γράμ­ματα εις τους γνωστούς φίλους… και αφ’ ου συνομιλήσης… συσκεπτόμενος μετά των αδελ­φών… όταν ιδής τα πάντα να ετοιμασθώσι να έμβωσιν εις πράξιν τότε δίδεις εις τους γνω­στούς φίλους όσα μετρητά… και ακολούθως συνάξεις από τα ανοιχθέντα σοι κρέτητα… και τελειωθέντων πάντων αυτών με ακρίβειαν, προσοχήν, ταχύτητα και φρόνησιν, αναχώρησον εκείθεν, ελθέ και πάλιν εις Βεσαραβίαν, όπου θέλεις ευρή άλλας διαταγάς μου… Σοι παραγγέλω προς τούτοις ή τώρα πηγαίνοντας εις Ισμαήλ, ή επιστρέφων, να αγοράσης, ως σοι είπα, ένα καλόν καράβιον διά λογαρια­σμόν της Εταιρείας και ετοιμάζεις αυτό επι­τήδειον διά να ταξιδεύη.»[20]

 

Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο, σύμφωνα με τον σχεδίασμό του Υψηλάντη, ο Εμμ. Ξάνθος την 1η Οκτωβρίου 1820 θα βρεθεί στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, όπου, εκτός του Υψηλάντη, είχαν συγκεντρωθεί και πολλοί άλλοι σημαίνοντες Φιλικοί (Παπαφλέσσας, Δ. Θέμελης, Χριστ. Περραιβός, Ήβος Ρήγας, Γρηγ. Λασσάνης κ.ά.) και όπου μετά από την πραγματοποίηση πολλών συσκέψεων καταστρώθηκε το οριστικό σχέδιο της εξέγερσης. Όπως γνωρίζουμε, οι συσκέψεις αυτές του Ισμαηλίου στις 8 Οκτωβρίου θα οδηγήσουν στη σύνταξη της επαναστατικής προκήρυξης του Υψηλάντη προς τους κατοίκους της Στερεάς και των νησιών του Αρχιπελάγους, η οποία κατέληγε με το εμφατικό:

«Όταν όμως μόνοι μας αποσείσωμεν τον ζυ­γόν της τυραννίας, τότε της Ευρώπης η πολιτική θέλει βιάσει όλας τας ισχυράς δυνάμεις να κλείσωσι με ημάς συμμαχίας και επιμαχίας αδιάλυτους».[21]

Μετά από αυτές τις τόσο σημαντικές εξελίξεις ο Υψηλάντης θα αναχωρήσει για το Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος θα παραμείνει για λίγο στο Ισμαήλιο, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ μετοικήσει και η οικογένειά του από την Κωνσταντινούπολη (ο Εμμ. Ξάνθος ήταν παντρεμένος με τη Σεβαστή, με την οποία είχε αποκτήσει τουλάχιστον δύο αρσενικά παιδιά, τον Νικόλαο και τον Περικλή: στην αλληλογραφία προς αυτόν αναφέρονται πολλές φορές η «Σεβαστίτζα» και τα «ξανθόπουλα») και εν συνεχεία θα αρχίσει εκ νέου να ταξιδεύει ακατάπαυστα στις διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών οργανώνοντας τα πράγματα της Εταιρείας.

Μολονότι το επιχειρησιακό σχέδιο που συμφωνήθηκε το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1820 στο Ισμαήλιο προέβλεπε την έκρηξη της Επανάστασης με κέντρο των επαναστατικών ενεργειών την Πελοπόννησο και δευτερεύουσες ενέργειες στις Παραδουνά­βιες Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη [22], είναι φανερό ότι στην πορεία προς την κορύφωση το σχέδιο άλλαξε. Εναγωνίως ο Παπαφλέσσας γράφει στον Ξάνθο στις 22 Φε­βρουάριου 1821 και ζητά εξηγήσεις για την καθυστέρηση του Υψηλάντη, που, σύμφωνα με τον πρώτο σχεδίασμά, μέσω Τεργέστης, έπρεπε να είχε φθάσει στην Πελοπόννησο.

Ωστόσο, ο Υψηλάντης αντί να κατευθυνθεί προς την Τεργέστη και από εκεί προς την Πελοπόννησο, μέσω Ιταλίας, παρατείνει την παραμονή του στο Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος, ενεργώντας προφανώς κατόπιν εντολής του Υψη­λάντη, καλεί τον Ιανουάριο του 1821 τον Τσακάλωφ και τον Αναγνωστόπουλο από την Πί­ζα στο Κισνόβι, αντί να τους κατευθύνει προς τον Μόριά. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε αλλαγή του σχεδιασμού του Ισμαηλίου εν αγνοία του Παπαφλέσσα και έτσι αντί για την ανάληψη επαναστατικής δράσης στην Πελοπόννησο, ο Υψηλάντης θα επιχειρήσει να δημιουργήσει επαναστατικό κίνημα στις Ηγεμονίες με τη σύμπραξη των τοπικών πληθυσμών.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Έτσι, επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης θα διαβεί τον ποταμό Προύθο αλλά αργότερα θα υποστεί οδυνηρή ήττα στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821). Στα γεγονότα των Ηγεμονιών ο Ξάν­θος, όπως είναι φυσικό, ως άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στον Υψηλάντη έχει σημαντική ανάμειξη. Καθώς ο ίδιος γράφει – μιλώντας πάντα σε τρίτο πρόσωπο – στα Απομνημονεύματά του «εφοδιάσας [ο Ξάνθος] από Ισμαήλ τους εν Γαλατζίω και Προύτω στρατιώτας με όσα άρ­ματα ηδυνήθη να προμηθευθή από τον στρα­τηγόν Τουσκώφ… και με αρκετά βαρέλια πυρίτιδος και δέκα εννέα πυροβόλα (κανόνια) εξ ων τα δέκα έξ εστάλησαν κατά παραγγε­λίαν του από την Οδησ­σόν διά θαλάσσης… έτι δε ευκολύνας την εις Μολδαυίαν διάβασιν πολλών άλλων ομογε­νών… προμηθεύων τους μεν με φορέματα, τους δε με άρματα και πολλούς αυτών με χρήματα κ.λπ. κ.λπ.».[23]

 

Αγωνιστές από το κίνημα της Μολδοβλαχίας (1821), που κατέφυγαν στην Ελβετία: 1. Καραμπούλης, υπασπιστής του Γεωργάκη Ολυμπίου, 2. ένας Σουλιώτης, 3. ένας Αθηναίος, 4. ένας Σέρβος, 5. ένας Ρουμελιώτης, 6. ένας Αλβανός. Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος- Τ. Χατζής (επιμ.), «Ιστορικόν Λεύκωμα της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 59.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, επικεφαλής του Ιερού Λόχου.
Πέθανε σε ένα πανδοχείο της Βιέννης τον Ιανουάριο του 1828. Ήταν 36 ετών. Μετά την αποτυχία του απελευθερωτικού κινήματος, του οποίου ηγήθηκε, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την ήττα των Ιερολοχιτών στο Δραγατσάνι, φυλακίστηκε το 1821, ως πολιτικός κρατούμενος από τους Αυστριακούς, μαζί με τα αδέρφια του Νικόλαο και Γεώργιο και άλλους συντρόφους του. Έμεινε φυλακισμένος μέχρι το 1827 στα φρούρια Munkatz και Theresienstadt. Οι σκληρότατες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν την υγεία του και το 1828, που του δόθηκε χάρη, οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και έφυγε από τη ζωή.
Ελαιογραφία, Συλλογή Προσωπογραφιών Ε.Ι.Μ.

Μετά από τα τραγικά γεγονότα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τη φυλάκιση του Υψηλάντη από τους Αυστριακούς, γεγονότα για τα οποία ο Εμμ. Ξάνθος υπόσχεται στα Απομνημονεύματά του[24]– χωρίς ωστόσο να τηρήσει την υπόσχεσή του – ότι θα γράψει: «εις άλλην δε ευκαιρίαν θέλω γράψει και τα διατρέξαντα εις την Μολδοβλαχίαν μετά την έξοδον εκεί του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, τας αιτίας της αποτυχίας του, τους αιτίους της καταστροφής του, την διαγωγήν των ακολούθων του, τας προ­δοσίας τινών, την αιτίαν επινοηθείσης Ιεράς σκάλας και άλλων τινών καταχρήσεων, ένεκα των οποίων προέκυψε τότε το μίσος των Μολδοβλάχων και η παρά τούτων καταδρομή των Ελλήνων», είναι επόμενο ότι και ο ίδιος πρέπει να εγκαταλείψει την περιοχή αυτή (26 Ιουνίου 1821) όπου δεν ήταν δυνατόν να πράξει κάτι το ουσιαστικό για την ελληνική υπόθεση.

Όπως ο ίδιος και πάλι αναφέρει, αναχώ­ρησε από τη Βεσσαραβία για την Ελλάδα μέ­σω Ουγγαρίας: «απελθών και είς Μογκάτζ προς επίσκεψιν του άτυχους Πρίγκηπος Αλε­ξάνδρου Υψηλάντου… μη λαβών δε την άδει­αν να τον ανταμώση, διευθύνθη διά της Πέστης  και Φιουμίου εις Αγκώνα».[25] Ο ίδιος εξάλλου αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αυτού και όντας ακόμα στα μέρη της κεντρικής Ευρώπης περιέθαλψε πολλούς Έλληνες που είχαν καταφυγει στα μέρη αυ­τά μετά από τη διάλυση του στρατού του Υψηλάντη. Μάλιστα αναφέρει ότι μερικούς από αυτούς τους πήρε μαζί του και μέσω Αγκόνας τους προώθησε στα μέρη της Ελ­λάδας, όπου ο αγώνας είχε πλέον αρχίσει με πολύ καλύτερες προοπτικές από αυτόν των Ηγεμονιών. Τελικά ο Εμμανουήλ Ξάνθος, μαζί με τον Τσακάλωφ θα βρεθεί στην Πε­λοπόννησο και όπως χαρακτηριστικά ανα­φέρει πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγησή του «απελθών εις Τριπολιτσάν… κατώκησε παρά τω Δημητρίω Υψηλάντη, συναγωνιζόμενος και αυτός το κατά δύναμιν, διωρίσθη δε και μέλος είς μίαν επιτροπήν, διά να δικάση διαφοράν τινα μεταξύ του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού [Θεοδωρήτου επισκόπου] Βρισθένης και τινών στρατιωτών».[26]

Είναι αλήθεια ότι εφεξής δεν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες για τα έργα και τη δράση του Εμμανουήλ Ξάνθου – άλλωστε είναι γεγονός ότι η εμπλοκή του και ο ρόλος του στην εξέλιξη των γεγονότων είναι πλέον περιορισμένος και εν πάση περιπτώσει ό,τι έχουμε στη διάθεσή μας είναι η δική του φωνή, όπως φθάνει σε μας από ελάχιστα έγγραφα αυτής της περιόδου που δημοσιεύει στα Απομνημονεύματά του.

Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Παπαφλέσσας – με τον οποίο βέβαια είχαν συνδεθεί από την περίοδο της παράλληλης δράσης τους ως Φιλικών στις Ηγεμονίες – με επιστολή του της 16ns Μαρτίου 1822 από την Τριπολιτσά τού ανακοινώνει διάφο­ρες κινήσεις του, ενώ η συμμετοχή του στην Επιτροπή που αναφέρει ο ίδιος, χρονολογείται, σύμφωνα με γράμμα και πάλι του Παπαφλέσ­σα, στα τέλη Ιουνίου 1823.[27] Σε ένα συστατικό γράμμα που υπογράφει ο Δημήτριος Υψη­λάντης στις 31 Ιουλίου 1823 φιλοτεχνεί ως εξής το πορτρέτο του Ξάνθου:

 

«Τον πατριώτην αυ­τόν αν δεν τον εγνωρίσατε προσωπικώς, σας τον παραδίδω διά του παρόντος μου ως ένα φρό­νιμον, ενάρετον, ειδήμονα πολλών πραγμάτων και όλως εξηρτημένον της Υψηλαντικής οικογενείας. Προ του Ιερού αγώνος ηγωνίσθη με όλην την απαιτουμένην προθυμίαν, σταθερό­τητα και ειλικρίνειαν και ήδη δε δεν επρόκρινε να ησυχάζη, αλλ’ ήλθε διά να προσφέρη και το εκ μέρους του έργον εις την πολιτικήν μας ανόρθωσιν…».[28]

 

Ίσως η περιγραφή αυτή του Ξάνθου από τον Δημ. Υψηλάντη αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύντομα αλλά περιεκτικά «βιογραφικά σημειώματα» του πατινιώτη Φιλικού.

Πάλι ο Δημ. Υψηλάντης, γράφοντας προς τον Νικήτα Σταματελόπουλο την 1η Αυγούστου 1823, θα μιλήσει γι’ αυτόν με τα ίδια θερμά λόγια και παράλληλα θα μας δώσει την πληροφορία ότι ο Ξάνθος «υπάγει εΐς Αθήνας διά να περιηγηθή τας εκεί αρχαιότητας»,[29] ενώ με άλλο γράμμα του, της 29ns Σεπτεμβρίου 1823, ο Υψηλάντης και πάλι παρακαλεί τον Ξάνθο από την Τριπολιτσά να πασχίσει να δανεισθεί εξ ονόματος του πεντακόσια γρόσια «διά να μην καταντήσω να πωλήσω το ωρολόγιόν μου και την ταμπακέραν μου».[30]

Αποσπασματικές πληροφορίες, οπωσδήποτε, αλλά μας παρέχουν τη βεβαιότητα ότι ο Εμμ. Ξάνθος, που βρέθηκε μέσα στο κλίμα της υψηλαντικής οικογένειας όταν προσπάθησε και πέτυχε να πείσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, μέσα σ’ αυτό εξακολουθεί να παραμένει το προχωρημένο έτος 1823, διατηρώντας τώρα στενή σχέση με τον άλλο Υψηλάντη, τον Δημήτριο, μολονότι η προσκόλληση στην υψηλαντική συνάφεια δεν παρείχε σοβαρά εχέγγυα για σταδιοδρομία και αξιώματα.

Εφεξής υπάρχει ένα μεγάλο κενό στην πλη­ροφόρησή μας για τις κινήσει του Εμμ. Ξάν­θου, το οποίο πρέπει να έχει σχέση και με τον μειωμένο ρόλο του στα δρώμενα της επαναστατικής περιόδου. Πάντως έχουμε την πληροφορία, από τον ίδιο,[31] για ένα ταξίδι του στη Ζάκυνθο τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1826 (όταν κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο), ενώ τον Οκτώβριο 1827 από μία άλλη επιστολή του Δημ. Υψηλάντη μαθαίνουμε ότι ο Ξάνθος εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος και μέσω της Κωνσταντινούπολης – στην οποία δεν τόλμησε να αποβιβαστεί – στα μέσα Σεπτεμβρίου 1827, κατευθύνθηκε προς την Οδησσό. Ο Δ. Υψηλάντης εξάλλου στην ίδια επιστολή συνιστά στον Ξάνθο να επισκεφθεί τη μητέρα του Ελισάβετ και τον γαμπρό του και να τους παρακαλέσει να του στείλουν χίλια φλουριά για να γλυτώσει από τους δανειστές του.[32]

Ο Ξάνθος μετά από το ταξίδι της επιστροφής στα πολύ οικεία γι’ αυτόν μέρη των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι. Πράγματι εκεί θα του στείλει ένα γράμμα, με ημερομηνία 8 Αυγούστου 1832, από την Οδησσό ο παλιός σύ­ντροφός του και συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο οποίος, γράφοντάς του, του αρχίζει με το εμβληματικό:

«Ύστερα από τόσων χρόνων σιωπήν με­ταξύ μας μαθών πού ευρίσκεσαι σοι γράφω. Κατά τύχην προχθές εντάμωσα τον μίαν φοράν δοΰλον σου Μανώλην, oστις μοι είπεν ότι ευρίσκεσαι εις Βουκουρέστιον… σοι στέλλω λοιπόν το παρόν σύντομον διά να λάβω απόκρισιν, να σε γράψω πλέον εκτεταμένως και να ειπώμεν τα πάθη μας αμοιβαίως».[33]

Για την ίδια χρονιά (1832) διαθέτουμε επίσης την πληροφορία ότι η σύζυγος του Ξάν­θου, Σεβαστή, απέστειλε μία επιστολή στην Ε’ Εθνική Συνέλευση και ζητούσε «το έλεος του έθνους διά την εκ της δυστυχίας εσχάτην αμηχανίαν» της οικογένειάς της.

Τα «πάθη» των δύο παλαιών συντρόφων, που αναφέρει στην επιστολή του ο Τσακάλωφ, την οποία μνημονεύσαμε λίγο πριν, φαίνεται ότι είναι πολλά και στην περίπτωση του Εμμανουήλ Ξάν­θου. Η αναχώρησή του από την Ελλάδα και η αδράνειά του δηλώνεται και από μία ακόμα επιστολή του άλλου παλαιού δραστήριου Φιλικού, Αθ. Ξόδιλου.

 

Επιστολή Αθανασίου Ξόδιλου προς Εμμανουήλ Ξάνθο. Ρένι, 30 Μαρτίου 1821. Δημοσιεύεται στο «Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου», τ. Γ’, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2002.

 

Ο τελευταίος, γράφοντας από το Γαλάτζι στις 11 Ιουνίου 1836, θα μας δώσει ακόμα μια πληροφορία για τον Ξάνθο, ότι δηλαδή, μολονότι η «…Ελλάς ήρχισε να υπάρχη εν μέσω των δεδοξασμένων λαών. Πρέσβεις της εις όλας τας μεγάλας του κόσμου πόλεις, πρόξενοι και υποπρόξενοι και εις τους παραμικρότερους του εχθρού λιμένας, ο Ποθητός εις Γαλάτζιον, ο Φωκιανός εις Βεσσαραβίαν και τα λοιπά. Ο Ξάνθος εις το μοναστήριον του Μαρτζινενίου!»[34] Η πληροφορία αυτή για την παραμονή του Ξάν­θου επί έξι χρόνια στο παραπάνω μοναστήρι, που βρίσκεται κοντά στο Βουκουρέστι, «φιλοσοφών και ασκητεύων εν τη ερημία μακράν των θορύβων του μεγάλου κόσμου», έρχεται να διασταυρωθεί από ορισμένες επιστολές του 1836, η κατάθεση των οποίων στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος έγινε το 1962 από τον Τάκη Σταύρακα, κατόπιν επιθυμίας της συζύγου του, τρισεγγονής του Εμμ. Ξάνθου, Χρυσάνθης Παυλοπούλου.[35]

Όμως  ο Αθ. Ξόδιλος, στην ίδια επιστολή που αναφέραμε παραπάνω, θα πληροφορήσει τον Εμμ. Ξάνθο και για κάτι άλλο, το οποίο συνάπτεται με τα γεγονότα που θα συντελέσουν ώστε αυτός να επανέλθει στο προσκήνιο και μάλιστα στο συγγραφικό προσκήνιο. Συγκεκριμένα, ο παλιός Φιλικός πληροφορεί τον φίλο του ότι είδε «…εις τα πιεστήρια του τύπου των Αθηνών… Ιστορία των τρεξάντων εν Βλαχοπογδανία εκδιδομένη από τινα, αλλά δεν εννοώ πόθεν λαμβάνουν τας πηγάς τού­των των πραγμάτων να τα ιστορήσουν. Ίσως πάλιν καθώς άλλοτε ο Φιλήμων, οικειοποιηθή και αυτός προ δείξιν του βιβλίου του…».

Δεν γνωρίζουμε σε ποιο βιβλίο αναφέρεται ο Ξόδιλος και αν αυτό εκδόθηκε, γνωρίζουμε όμως ότι ο Εμμ. Ξάνθος, μόνος αυτός από τους τρείς πρωταγωνιστές για την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, ήδη έχει αναλάβει και συγγραφικές πρωτοβουλία. Και τούτο επειδή, πολύ πιθανόν, κατά τη διάρκεια του Αγώνα συνέγραψε κείμενο γνωστό με τον τίτλο: «Έκθεσις ανωνύμου τινός αφορώσα  τας αρχάς και τας αποστολάς της Εταιρείας μέ­χρι της Επαναστάσεως». Το κείμενο αυτό το αναφέρει ο Ξάνθος και στα Απομνημονεύμα­τά του, αλλά είναι γνωστό και από την πε­ρίληψή του που δημοσίευσε ο Αθανάσιος Χριστόπουλος στα Πολιτικά Παράλληλά του,[36] κάνοντας  λόγο για τις πηγές του, ενώ στο κείμενο αυτό αναφέρεται και ο Ιωάννης Φιλήμων στον πρόλογο του Δοκιμίου περί της Φιλικής Εταιρείας. «Δεν διέσπειρεν ολιγωτέραν πλάνην Ανώνυμός τις Έκθεσις αφορώσα τας αρχάς  και τας αποστολάς της Εταιρείας μέχρι της εποχής του Α. Υψηλάντη. Την έχομεν υπ’ όψιν χειρόγραφον… Ο ανώvυμος συγγραφευς της, τον οποίον συμπεραίνομεν τον Εμμανουήλ Ξάνθον, περιγράφει με φίλαυτον υπερβολήν τα περί της θέσεως του ως προς την Εταιρείαν».

Και αν για την «Έκθεσιν» είναι δυνατόν να υπάρξουν κάποιες αμφιβολίες αν πρόκειται για πόνημα του Ξάνθου, λόγω ακριβώς της ανωνυμίες του, το «Υπόμνημα» του έτους 1835 είναι ασφαλώς κείμενο του Ξάνθου.[37] Σύμφωνα με σημείωμα επί του χειρογράφου του ομογενούς στο Βουκουρέστι Γρηγορίου Θεο­χάρη «η εξιστόρησις αύτη, από φύλλα είκοσι, εγράφη παρά του αοιδίμου Εμμανουήλ Ξάν­θου, κατά την εις Τελέγκαν χωρίον του θέματος Πράχοβας της Βλαχίας διατριβήν του τω 1835 έτει από Χριστού».[38]

Το κείμενο της ανώνυμης «Εκθέσεως» και εκείνο του «Υπομνήματος» δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές και πάντως δεν φαίνονται να επιζητούν να αντικρούσουν τη συγγραφή κάποιου άλλου προσώπου που ενδεχομένως μείωνε τη συνεισφορά του Ξάνθου για την οργάνωση και δράση της Φιλικής Εταιρείας. Παράλληλα, είναι γεγονός ότι περιέχουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τα προκαταρκτικά του Αγώνα, μολονότι είναι κείμενα σύντομα και περιληπτικά.

Όμως  η κατάσταση αυτή αλλάζει άρδην το 1837, όταν ο Εμμ. Ξάνθος, με νέο κείμε­νό του, σκοπεύει τώρα να ανασκευάσει τις απόψεις άλλου συγγραφέα. Τα γεγονότα έχουν ως εξής. Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου («ο Αναγνωστόπουλος εξεπλήρωσε το καθήκον αυτού βοηθήσας ημίν ο μόvoς από μνήμης») κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο (πρώτος το επισήμανε ο Τάκης Κανδηλώρος το 1926 αλλά παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1931, όταν δημοσιεύτηκε από τον A. Α. Παπανδρέου στην εφημερίδα Αγών της Δωδεκανήσου), προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων.

Στο «Υπόμνη­μα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του,[39] γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του. Αξίζει εξάλλου να σημειώσουμε ότι για πρώτη φορά ο Ξάνθος θα προβεί και στη δημοσίευση εγγράφων, ενώ και το «Υπόμνημα», όπως  άλλωστε και τα δύο πρώτα κείμενα που συνέταξε, δημοσιεύεται ανώνυμα (ο συγγραφέας του χρησιμοποιεί τα αρχικά α.ω.).

 

Προτομή του Εμμανουήλ Ξάνθου στην πλατεία «Φιλικής Εταιρείας» στο Κολωνάκι. Έτος Κατασκευής: 1930. Καλλιτέχνης: Θωμάς Θωμόπουλος.
Φωτογραφία, από τον ιστότοπο των atenistas. Φωτογράφος: Δήμητρα Θεοδωρίδου.

 

Μολονότι, όπως είπαμε, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών,[40] αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Όπως από την αρχή υπαινιχθήκαμε, κατά την ώρα του απολογισμού της προεπαναστατικής και επαναστατικής δράσης πολλά πάθη και αντιθέσεις ήρθαν στο φώς, πολλοί διεκδίκησαν πολλά, άλλοτε υπερεκτιμώντας και άλλοτε υποεκτιμώντας τις καταστάσεις και τα γεγονότα στα οποία είτε έλαβαν μέρος είτε θεωρούσαν ότι είχαν το «δικαίωμα» να αναφερθούν ως αντικειμενικοί παρατηρητές. Η περίπτωση του Εμμ. Ξάνθου νομίζουμε ότι αναδεικνύει το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις. Αλλά και μία επιστολή του Παναγιώτη Σέκερη, της 30ns Αύγουστου 1839, από την Ύδρα πλαισιώνει τα πράγματα πολύ καλά.

Γράφει λοιπόν ο Σέκεpnς: «Επληροφορήθην ότι καταγίνεσαι εις την έκδοσιν της ιστορίας μας· τολμώ να σου προ­βάλλω ότι να μην την δώσης εις τύπον προ του να την ιδώ, διά να μην υποπέσης εις λάθη (παροργιζόμενος δικαίως κατά του Αναγνωστοπούλου) εάν δε και δεν θελήσης να κάμης την γνώμην μου, ενθυμήσου ότι το έργον είναι σπουδαίον κτλ., ενθυμήσου τέλος πάντων ότι θέλεις εύρει πολλούς αυστηρούς κριτάς και προ πά­ντων το δημόσιον· μη παραλείψης, καθώς ο αχάριστος Περραιβός, τους όσους συνέδραμον. Δεν ανήκει αυτή η τιμή (εάν ήναι τιμή) εις τους αρχηγούς μόνον, αλλά και εις όλους τους συνεργάτας και συντελέσαντας· μάθε ότι σώζονται και εις χείραν μου απο­μνημονεύματα και διά να γίνη τέλειον το σύγγραμμα κρίνω εύλογον να συνεννοηθώμεν… πολλούς κόπους και δρόμους ξηρών και θαλασσών και πο­ταμών έκαμεςςκάμε ακόμη εν μικρόν και έλα να με εύρηβ…».

Πέραν τούτων όλων όμως ο εντοπισμός του αρχείου του Εμμανουήλ Ξάνθου και η εν συνεχεία η συστηματική έκδοσή του σε τρεις τόμους από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (Αθήνα 1997, 2000, 2002) έρχεται να φωτίσει την πολυποίκιλη δράση της σημαντικής αυτής προσωπικότητας. Παράλληλα, έρχεται να μας υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε το αρχείο και τις δυσκολίες που ενδεχομένως είχε και ο ίδιος ο Ξάνθος να συμβουλευθεί τα έγ­γραφά του, καθώς αυτά στους ταραγμένους καιρούς που έζησε και έδρασε είχαν διασκορπιστεί για διάφορους λόγους στη Ζάκυνθο, στην Πάτμο, στη Σάμο, στο Κισνόβι.

Εκτός από τη συγγραφική – απολογητική δράση του Εμμ. Ξάνθου γνωρίζουμε ότι ο βασιλιάς Όθων το 1838 του είχε απονείμει τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις αυτού υπέρ της πατρίδος», ενώ το 1839 διορίστηκε διοικητής στην Ύδρα, θέση από την οποία γρήγορα απομακρύνθηκε. Υπηρέτησε ακόμα για επίσης λίγο διάστημα στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

 

Ο τάφος του Εμμ. Ξάνθου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Φωτογραφία: Τηλέμαχος Ευθυμιάδης.

 

Πέθανε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 1851 όταν αποχωρώντας από τη Βουλή έπεσε από τη σκάλα και τραυματίστηκε θανάσιμα. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού και θάφτηκε στο Α’ Νεκροταφείο όπου και σήμερα ο τάφος του, ενώ η προτομή του, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, στήθηκε στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας (Κολωνάκι), στις 21 Δεκεμβρίου 1930, στην επέτειο της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με δαπάνη των Δωδεκανησίων της Αιγύπτου και κυρίως του Σκεύου Ζερβού· στην ίδια περιοχή, κατά την ονοματοδοσία των δρόμων της Αθήνας του 1884, πήρε το όνομά του μικρός δρόμος, που διασταυρώνεται με τη σημαντικότερη οδό Παναγ. Αναγνοστοπούλου.

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[2] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[3] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 3-6,209-222.

  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.
  • Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138-139.

[7] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 210-223.

[8] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 142-144.

[9] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα σ. 59.

[10] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[11] Τ. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 199.

[12] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 63 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 23.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 225 κ.εξ., όπου η έκδοση χειρόγραφου κατάστιχου του Εμμ. Ξάνθου του έτους 1819.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 69, 142,153,158.

[15] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 27.

[16] I. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 59.

[17] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 40.

[18] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 21.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 28.

[20] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 139-140.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 182-183.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 30-31.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[24] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 52.

[25] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[26] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 49.

[27] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 190-191.

[28] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 192-193.

[29] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193.

[30] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193-194.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. οβ’.

[32] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 195.

[33] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 196.

[34] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 197.

[35] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, τ. Α’, σ. οβ’.

[36] Α. Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, σ. 151-157.

[37] Εθνική Βιβλιοθήκη, χ. φ., αρ. 48, φάκ. 1557.

[38] Το «Υπόμνημα» παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1901, όταν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αρμονία από τον Δημήτριο Καμπούρογλου.

[39] Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212.

[40] Εφημερίδα Αιών, αρ. φ. 48-49.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Οι Τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία-Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης», π. Ο Ερανιστής, (1964), σ. 138-157.
  • Κωστής Παπαγιώργης, Εμμανουήλ Ξάνθος ο Φιλικός, Αθήνα 2005.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Χαρ. Χολέβας, Νικόλαος Σκουφάς, ο ιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1971.
  • Αθανάσιος Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, Παρίσι 1833.

 

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

 

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Αμφίλοχος


 

Ο Αμφίλοχος ήταν μάντης και μυθικός βασιλιάς του Άργους, γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης.

Μαζί με τον αδελφό του Αλκμέωνα έλαβε μέρος στην εκστρατεία των «επιγόνων» κατά της Θήβας. Είχε προηγηθεί η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», όταν ο Πολυνείκης, διεκδικώντας τον θρόνο των Θηβών από τον αδελφό του Ετεοκλή, κατέφυγε στο Άργος και ζήτησε βοήθεια από τον βασιλιά του Άργους Άδραστο. Έτσι οργανώθηκε η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία συμμετείχε ο Πολυνείκης και έξι ακόμη αρχηγοί, οι οποίοι δεν κατέλαβαν την πόλη, μια και τα δύο αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν σε μονομαχία μπροστά στα τείχη. Η εξουσία πέρασε τότε στον Κρέοντα. Ακολούθησε η εκστρατεία των γιων («των επιγόνων»), οι οποίοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν την πόλη. Η εξουσία τότε πέρασε στο γιο του Πολυνείκη Θέρσανδρο. Σ’ αυτή την εκστρατεία έλαβε μέρος και ο Αμφίλοχος με τον αδελφό του Αλκμέωνα. Μετά το τέλος του πολέμου και με την προτροπή του Απόλλωνα βοήθησε τον αδελφό του Αλκμέωνα να φονεύσει τη μητέρα τους Εριφύλη, εξαιτίας της προδοσίας και της αστοργίας της προς τον σύζυγο και τα παιδιά της (Απολλόδ. 3, 7, 5).

 

Αμφίλοχος – Νόμισμα από τη Μαλλό της Κιλικίας, ρωμαϊκής περιόδου, περίπου 253-260 μ.Χ. Στη μια όψη απεικονίζεται ο Αμφίλοχος με χλαμύδα γύρω από το λαιμό και το αριστερό χέρι, κρατάει με το δεξί κλαδί δάφνης. Δεξιά του ένα αγριογούρουνο και αριστερά του ένας τρίποδας στον οποίο περιελίσσεται φίδι. Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών.

 

Αμέσως μετά, και ως ένας από τους μνηστήρες της Ελένης, επομένως δεμένος με τον όρκο προς τον Τυνδάρεο να βοηθήσουν οι επίδοξοι μνηστήρες το ζευγάρι Ελένη – Μενέλαος σε κάποια δύσκολη στιγμή τους, πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, αν και δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα.  Σαν μάντης προβλέπει την καταστροφή του Ελληνικού στόλου στον Καφηρέα (Κάβο Ντόρο,  ακρωτήριο της Εύβοιας).

Μετά την πτώση της Τροίας έμεινε με τον μάντη Κάλχα στην Μικρά Ασία και στη συνέχεια με το μάντη Μόψο και ίδρυσε την πόλη Μαλλό στην Κιλικία, πριν επιστρέψει στην πατρίδα του το Άργος. Στο Άργος η διαμονή του δεν ήταν ευχάριστη λόγο της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του. Έτσι επέστρεψε στην Μαλλό, όπου βασίλευε ο Μόψος. Ο Αμφίλοχος διεκδίκησε την συμβασιλεία, την οποία ο Μόψος αρνήθηκε να παραχωρήσει, και γι’ αυτό, ακολούθησε μονομαχία μεταξύ Μόψου και Αμφίλοχου, κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι δυο. Ετάφησαν κοντά στο όρος Μαργάσα κοντά στον ποταμό Πύραμο.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Αμφίλοχος φονεύτηκε στην πόλη Σόλους  από τον Απόλλωνα πατέρα του Μόψου. Όταν ο Μ. Αλέξανδρος διήλθε εκείνα τα μέρη λέγεται ότι τέλεσε θυσία στον Αμφίλοχο, λόγω συγγενείας προς αυτόν,  γιατί και ο Αλέξανδρος κατήγετο  από τη γενεά του Τημένου.

Μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ο Θουκυδίδης, σύμφωνα με τον οποίο, ο Αμφίλοχος επέστρεψε από την Τροία στο Άργος, αλλά η σε βάρος του κατάσταση εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του, τον ανάγκασε να φύγει για την Ακαρνανία όπου και ίδρυσε το Άργος το Αμφιλοχιακό.

 

Άργος το Αμφιλοχικόν και Αμφιλοχίαν την άλλην έκτισε μεν μετά τα Τρωικά οίκαδε αναχωρήσας και ουκ αρεσκόμενος τη εν Άργει καταστάσει Αμφίλοχος  ο Αμφιάραω εν τω Αμπρακικώ κόλπω, ομώνυμον τη εαυτού πατρίδι Άργος ονομάσας… (Θουκ. 2, 68).

 

Ο Αμφίλοχος ήταν ο έβδομος βασιλιάς της συμβασιλείας της τρίτης γενιάς η οποία είχε γενάρχη τον Μελάμποδα. Μετά το θάνατο του Αμφίλοχου εξέλειψε η ένδοξη δυναστεία των Μελαμποδιδών και ανήλθαν στο θρόνο του Άργους οι Ατρείδες.

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Read Full Post »

Παπαϊωάννου Δημήτριος Χρ. (1908-1987)


 

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου (1908-1987)

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου, βουλευτής Αργολίδας, ήταν γεωπόνος και τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ (Αγροτικής Τράπεζας). Γεννήθηκε στην Προσύμνη Αργολίδας και σπούδασε στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή της Αθήνας. Διορίστηκε γεωπόνος υποκαταστημάτων ΑΤΕ Λακωνίας και Κυθήρων (1935) και μετά από δύο χρόνια μετατέθηκε στο Άργος, εξυπηρετώντας Αργολίδα, Νεμέα και παραλιακή Κυνουρία. Το 1940-41 υπηρέτησε ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός επιχειρήσεων και προήχθη σε υπολοχαγό Οικονομικών Υπηρεσιών. Το 1946 προήχθη σε Τεχνικό Επιθεωρητή ΑΤΕ Ανατολικής Πελοποννήσου (Αρκαδίας, Αργολίδας, Κορινθίας) με έδρα το Άργος. Αργότερα (1949) εργάστηκε ως Διευθυντής της Συνεταιριστικής Βιομηχανίας «ΡΕΑ» για ένα επτάμηνο. Το 1959 με έδρα την Πάτρα είχε ως Τεχνικός Επιθεωρητής και την εποπτεία Αχαΐας, Ζακύνθου, Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Το 1963 μετατέθηκε στην Αθήνα ως Γενικός Τεχνικός Επιθεωρητής.

Το 1964 εκλέχτηκε Βουλευτής Αργολίδας με την ΕΚ του Γεωργίου Παπανδρέου και μετά το βασιλικό πραξικόπημα (Ιούλ. 1965) παρέμεινε πιστός στις δημοκρατικές αρχές του και στο κόμμα της ΕΚ. Όμως, δεν μπόρεσε να προωθήσει τα προβλήματα της ιδιαίτερης πατρίδας του ως βουλευτής εξαιτίας του Βασιλιά και των αποστατών της παράταξής του, που μετέβαλε την ΕΚ από κυβέρνηση σε αντιπολίτευση.

Μετά τη μεταπολίτευση έβαλε υποψηφιότητα με το ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου (Νοέμβριος 1974), αλλά δεν εκλέχτηκε. Εκλέχτηκε όμως ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ το 1977. Ανάμεσα στα πρώτα του πολιτικά βήματα ως βουλευτή είναι η επερώτησή του προς τους Υπουργούς Γεωργίας και Εμπορίου για τη μοίρα και την τύχη του πορτοκαλιού (βλ. «Αναγέννηση», φ. 64/14-1-1978, Η μάχη στη βουλή για το πορτοκάλι).

Ο Δημήτριος Παπαϊωάννου σαν αγροτόπαιδο γνώριζε τα προβλήματα της υπαίθρου και στήριξε με κάθε τρόπο τους αγροτοκτηνοτρόφους και αλιείς, είτε ως τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ είτε ως βουλευτής. Προώθησε παραγωγικά το δανειακό χρήμα της Πολιτείας, στάθηκε δίπλα στον αγρότη και προσπάθησε να προστατεύσει την τιμή των αγροτικών προϊόντων. Με την κύρια συμβολή του δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν με επιτυχία διάφορες συνεταιριστικές βιομηχανίες: Συνεταιριστική Βιομηχανία γάλακτος, Συνεταιριστική Βιομηχανία κονσερβών ΡΕΑ, ελαιουργικοί συνεταιρισμοί, γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί, συνεταιριστικά οινοποιεία, αποφλοιωτήριο ορύζης κ.ά.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Κωτσάκος Μιχαήλ (περ. 1845 – 1913)


 

Μιχαήλ Κωτσάκος – Δημοσιεύεται στην «Ποικίλη Στοά» 16 (1914) σ. 551.

Ο Μιχαήλ Κωτσάκος ήταν δικηγόρος και βουλευτής της επαρχίας Άργους. Καταγόταν από το Ναύπλιο, αλλά πολιτεύτηκε στην επαρχία Άργους, όπου και εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής, το 1892 με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη, που αναδείχτηκε τότε πρώτο, και το 1899 με το κόμμα του Γ. Θεοτόκη, ο οποίος εξαγγέλλοντας ότι θα συνεχίσει την πολιτική του Χαρ. Τρικούπη, κέρδισε επίσης τις εκλογές. Η επιτυχία αυτή του Θεοτόκη ήταν αναμενόμενη, ύστερα από τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, την ήττα της ντροπής, που υπέστη η χώρα μας επί πρωθυπουργίας Θ. Δηλιγιάννη και Δημ. Ράλλη. Άλλη μια φορά που ήταν υποψήφιος ο Κωτσάκος, το 1885, δεν είχε εκλεγεί. Τότε αναδείχτηκε πρώτο το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη.

Ο τρικουπικός Μιχ. Κωτσάκος είχε ν’ αντιμετωπίσει σφοδρή πολεμική στο Άργος και για το λόγο ότι δεν ήταν Αργείος. Πολλά δημοσιεύματα στον τοπικό Τύπο αποπνέουν πολιτική εμπάθεια, που φανερώνουν εν μέρει την πολιτική εξαχρείωση της εποχής και δε μας βοηθούν να μορφώσουμε γνώμη για την προσωπικότητα του βιογραφούμενου [1].

Ο Κωτσάκος είχε χρηματίσει αντιπρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών [2]. Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί από την πολιτική ζωή και ζούσε ήσυχα στην Αθήνα με τη γυναίκα του Ελένη, το γένος Δαμιανού. Πέθανε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 1913.

Παραθέτουμε νεκρολογία την οποία δημοσίευσε η εφημερίδα «Δαναΐς», φ. 43/18-7-1913.

 

Μιχαήλ Κωτσάκος

 

«Δεν ήτο βεβαίως χειμαρρώδους ευγλωττίας ανήρ, αλλ’ οι λόγοι του, οι πάντοτε μεμετρημένοι και συνετοί, στηριζόμενοι επί της ερεύνης της αληθείας και του δικαίου, ενεποίουν την δέουσαν εντύπωσιν και εν τοις Δικαστηρίοις και εν τω Κοινοβουλίω. Αναμιχθείς εις την πολιτικήν κατώρθωσεν εντός ολίγου να καταστή ο κυριώτερος πολιτικός παράγων της ιδιαιτέρας αυτού επαρχίας Άργους, επικρατήσας πάντων των παλαιοτέρων εν αυτή πολιτευτών, τινές των οποίων εκέκτηντο πατρόθεν πολιτικήν ισχύν ακαταγώνιστον θεωρουμένην. Ανήρ διαυγούς κρίσεως, λεπτών τρόπων, αξιοπρεπής συνεκράτει εαυτόν επί ανωτέρου τινός επιπέδου μη ενδίδων εις τας βιαίας απαιτήσεις αχαλιναγωγήτου, κραιπαλούσης οχλοκρατίας…».

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Φιλοδηλιγιαννική εφημερίδα «Αγαμέμνων» του Ανάργ. Κ. Τημελή συχνά αναφέρεται στον κακό και επικίνδυνο Κωτσάκο και εκφράζεται πολύ επιτιμητικά (βλ. πολλά φύλλα 1893-1894). Τις παραμονές των εκλογών του 1895 εξαπολύει κατά μέτωπον επίθεση: «Μαυρίσατε Κωτσάκον». (φ. 119/14-4-1895).

[2] Βλ. εφ. «Δαναΐς», φ. 43/18-7-1913, σύντομη νεκρολογία.

 

Πηγή


 

 

Read Full Post »

Η πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα του «εκ Μολάων επιφανούς πολιτικού ανδρός» Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου – © Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας


 

 

Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ στην πολιτική ζωή της χώρας άρχισαν να διακρίνονται νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας, καθώς και κυρίαρχοι συνασπισμοί που διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, στη βάση εύθραυστων ισορροπιών. Ένα πρόσθετο προσδιοριστικό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής συνδεόταν με την ανανέωση σε επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, αντιπροσώπευσης, σε επίπεδο διοίκησης και κρατικής, θεσμικής λειτουργίας. Σταδιακά και ειδικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν να αναδεικνύονται νέες συσπειρώσεις και νέα πρόσωπα που ανέπτυσσαν δυναμική δραστηριότητα, επιφέροντας υπολογίσιμες αλλαγές στο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό πεδίο. Μεταξύ αυτών των νέων, δυναμικών, δραστήριων προσωπικοτήτων με την πολύπλευρη δράση συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικός Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος.

 

Στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής και ειδικά από το 1864 έως το 1870, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και προβληματισμού βρέθηκαν θέματα όπως το πολιτειακό ζήτημα, η εκ νέου κατανομή της εξουσίας, η οριοθέτηση της λειτουργίας του θρόνου, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί. Οι νέες, ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις που βαθμιαία άρχιζαν να εδραιώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1870-1880, έδειχναν να προσανατολίζονται προς τα θεσμικά, πολιτικά πρότυπα των εκσυγχρονισμένων ευρωπαϊκών κρατών [1]. Παράλληλα, άρχιζαν να επικεντρώνονται σε συστηματικές προσπάθειες ανασυγκρότησης του κράτους, στον εξορθολογισμό της διοίκησης και της δημοσιονομικής λειτουργίας καθώς και στη χάραξη μιας εν πολλοίς ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στο πλαίσιο βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων, ο μονάρχης επιδείκνυε μια ιδιαίτερη στάση επιχειρώντας να προσαρμοστεί στις συνθήκες αλλά και να τις προσαρμόσει στις επιδιώξεις του. Από το 1867 τα αδιέξοδα, τα σύνθετα προβλήματα και οι ποικίλες δυσχέρειες της κυβερνητικής πολιτικής οδήγησαν σε μια πολιτειακή κρίση που κορυφώθηκε κατά τα έτη 1874-1875, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις [2]. Από το 1875, συνθήκες όπως η διατύπωση της «αρχής της δεδηλωμένης», η σταδιακή όξυνση των σχέσεων στην προσπάθεια διευθέτησης του λεγόμενου «ανατολικού ζητήματος» και οι γενικότερες προκλήσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί η κεντρική κυβερνητική αρχή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυσαν τη συγκρότηση σταθερότερων κυβερνητικών σχημάτων. Από το 1881 έως το 1895 ο προσανατολισμός και οι πρακτικές των επικρατέστερων συνασπισμών προσδιορίζονταν από την εσωτερική πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα και τις αυξημένες ανάγκες ανασυγκρότησης καθώς και από μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική. Στο επίκεντρο του ανταγωνισμού τους βρέθηκε η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα υψηλού κόστους, απέναντι σε πιο μετριοπαθείς και συντηρητικούς σχεδιασμούς.

Οι πιέσεις σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής σταδιακά εντείνονταν, υποχρεώνοντας (ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1890) τόσο τον μονάρχη όσο και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του κράτους σε έναν επαναπροσδιορισμό της θέσης τους [3]. Ωστόσο, οι εσωτερικές δυσχέρειες και τα δυσεπίλυτα προβλήματα σε συνδυασμό με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν τη χώρα στην πολεμική εμπλοκή του 1897. Η αποτυχία σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων, το οικονομικό αδιέξοδο, οι ευρύτεροι μετασχηματισμοί ενίσχυσαν την αβεβαιότητα, τη διάσπαση των πολιτικών, κομματικών συσπειρώσεων, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο αστάθειας.

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος».

Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος (1852 ή 1854-1923) [4] καταγόταν από την επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Σύμφωνα με μια αναφορά γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας. Προερχόταν από πολυμελή και επιφανή οικογένεια πολιτικών της περιοχής. Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Στη συνέχεια φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας. Κατά τα έτη 1871-1872 καταγράφεται μεταξύ των εκεί σπουδαστών με πατρίδα τη Λακωνία [5]. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του βοηθούσε τον πατέρα του Νικόλαο, ως συνεργάτης του στο πολιτικό έργο του. Αφού αναγορεύθηκε διδάκτωρ της νομικής μετέβη στη Γερμανία, όπου και παρέμεινε για διάστημα τριών ετών προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετεκπαίδευσή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα επιδόθηκε στη δημοσιογραφική εργασία. Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του άρχισε να αναπτύσσει πιο δυναμική συμμετοχή στα κοινά.

Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον …, Αθήνα, 1889 σ. 388.

Το οικογενειακό περιβάλλον, η καταγωγή και ειδικά η πολιτική δραστηριότητα του πατέρα του, Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου, φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά και την πορεία του Κωνσταντίνου. Ο Νικόλαος [6] Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε κατά το 1827 στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας και απεβίωσε το 1888 στην Αθήνα. Αν και δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές, ξεχώρισε από νεαρή ηλικία για τη συμμετοχή του στα κοινά, τη ρητορική δεινότητά του και πολιτεύθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στην περιοχή του. Κατά τα τελευταία έτη της οθωνικής περιόδου αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής και εκτιμάται ότι ανέπτυξε μετριοπαθή, αντιοθωνική δράση. Κατά την κρίσιμη, μεταβατική εποχή που ακολούθησε, εκλέχθηκε μέλος της εθνοσυνέλευσης του 1862 και διετέλεσε πρόεδρός της. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εξακολουθούσε να εκλέγεται βουλευτής ενώ κατά το 1879 διετέλεσε και πρόεδρος της βουλής. Εκτός από τη δυναμική παρουσία του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, εντυπωσιακή υπήρξε και η θητεία του σε υπουργικές θέσεις. Από το 1871 έως το 1886, στο πλαίσιο διαδοχικών κυβερνητικών σχημάτων, διετέλεσε οκτώ φορές επικεφαλής διαφορετικών υπουργείων, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη του πολιτικού κόσμου της εποχής προς το πρόσωπό του. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος συνεργάστηκε από νωρίς με τον πατέρα του. Καταγράφεται ότι, κατά το διάστημα που φοιτούσε στη νομική σχολή στην Αθήνα, δραστηριοποιήθηκε ως βοηθός του, λαμβάνοντας έτσι «τα πρώτα διδάγματα της ευθύτητος εν τη πολιτική και της αφοσιώσεως εις την υπηρεσίαν των δημοσίων πραγμάτων» [7].

Αναφορικά με τη γενικότερη πολιτική πορεία του Κωνσταντίνου, διαπιστώνεται ότι η δημοτικότητά του στην περιοχή καταγωγής του υπήρξε σημαντική. Μέσα από την πραγμάτευση και μελέτη των σχετικών διαθέσιμων καταγραφών, προκύπτει ότι από το 1865 έως το 1922 υπηρέτησε οκτώ φορές ως βουλευτής [8]. Κατά την ΙΑ΄ κοινοβουλευτική περίοδο (από τις 4 Ιανουαρίου 1887 έως τις 17 Αυγούστου 1890) ανέλαβε καθήκοντα από τις 3 Νοεμβρίου 1888, στη θέση του Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου. Επισημαίνεται ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του (τον Αύγουστο του 1888) και στο πλαίσιο συμπληρωματικής βουλευτικής εκλογής που έλαβε χώρα, προτάθηκε και εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, αντιπολιτευόμενος «παρά την δριμείαν καταδίωξιν της τρικουπικής κυβερνήσεως» [9]. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1888 τα πρακτικά της εν λόγω βουλευτικής εκλογής διαβιβάστηκαν στη βουλή. Σε συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1888 το σώμα «παρεδέχθη, μη αντιλέξαντος ουδενός» ως έγκυρη τη συμπληρωματική εκλογή Λακωνίας. Νόμιμος βουλευτής αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, καθώς συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων [10]. Τόσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όσο και της επόμενης (από τις 14 Οκτωβρίου 1890 έως τις 12 Μαρτίου 1892) υπηρέτησε ως βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Λακωνίας. Από το 1892 έως το 1910 αναδείχθηκε τέσσερις φορές βουλευτής της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Ειδικότερα, υπήρξε μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας κατά τις ακόλουθες κοινοβουλευτικές περιόδους: από τις 3 Μαΐου 1892 έως τις 20 Φεβρουαρίου 1895, από τις 16 Απριλίου 1895 έως τις 9 Δεκεμβρίου 1898, από τις 7 Φεβρουαρίου 1899 έως τις 19 Σεπτεμβρίου 1902, από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τις 25 Μαρτίου 1910. Στη συνέχεια εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής Λακωνίας, υπηρετώντας δύο φορές (από τις 6 Δεκεμβρίου 1915 έως τις 30 Ιουνίου 1917 και  από την 1 Νοεμβρίου 1920 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1922). Συμπεραίνεται ότι η ενεργός πολιτική δράση του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς από την ηλικία των τριάντα πέντε ετών έως τον θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής. Διαπιστώνεται επίσης ότι η δημοτικότητά του υπήρξε μεγάλη στην επαρχία της Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόπο καταγωγής του. Στο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας αποτίμησης της πολιτικής πορείας του, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου (1895), στον τύπο της εποχής αναφέρεται σχετικά: «Ως βουλευτής ο κ. Παπαμιχαλόπουλος είναι γνωστός. Ευπρέπεια ύφους έκτακτος˙ γνώσις των ζητημάτων ακριβής και σαφής υπαγορεύουσα την έκφρασιν γνωμών πεφωτισμένων, προσκόλλησις και αφοσίωσις εις το καθήκον. Αι αγορεύσεις του περί στρατού [11] κατέστησαν αυτόν γνωστόν μεν ως μελετητήν των ζητημάτων και ρήτορα, ιδιαιτέρως δε προσφιλή εις τον στρατόν. Επί παντός ενδιαφέροντος εις τον τόπον ζητήματος έλαβε τον λόγον εν τη Βουλή, πάντοτε δε ηκούσθη η γνώμη του μετά προσοχής και εκτιμήσεως παρά των συναδέλφων του και του κοινού, και ετήρησε την δυνατήν δι’ Έλληνα πολιτευόμενον ανεξαρτησίαν φρονήματος» [12]. Ειδικά για την πορεία του στο πλαίσιο της μακράς κοινοβουλευτικής θητείας του σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τι δε παρέχει ο κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος εις τους συμπολίτας του παρ’ ων απολαμβάνει ουχί αγάπης πλέον αλλ’ αληθούς λατρείας, ελάβομεν άλλοτε αφορμήν να γράψωμεν, δυνάμεθα δε να συγκεφαλαιώσωμεν την οικογενειακήν και πολιτικήν εργασίαν του κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλου εις ολίγας ταύτας λέξεις: Εργασία αδιάκοπος υπέρ των συμπολιτών του». Υπογραμμίζεται ότι ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την ενίσχυση του εθνικού στόλου [13]. Ως βουλευτής εκτιμάται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συμπορεύθηκε με τον Λεωνίδα Δεληγεώργη (αδελφό του Επαμεινώνδα) [14]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του, αν και προερχόταν από πολιτική οικογένεια με εδραιωμένη πολιτική ισχύ, φαίνεται ότι επέλεξε να ενταχθεί σε πιο ανεξάρτητα και προοδευτικά για την εποχή σχήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το 1890 εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, ως μέλος ενός μικρού, ανεξάρτητου πολιτικού, κομματικού συνασπισμού [15]. Εκτός από τον προοδευτικό προσανατολισμό του, η πορεία του στην πολιτική ζωή του τόπου προσδιορίστηκε και από το οικογενειακό περιβάλλον του. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά την προπαρασκευή της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης του 1895, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν σίγουρος για τη συμμετοχή του. Στον τύπο της εποχής σημειώνεται ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης «ηγέρθη κατά της ιδέας ταύτης αληθής επανάστασις» [16] καθώς η δημοτικότητά του στην περιοχή της Λακωνίας υπήρξε διαχρονικά σημαντική. Τελικά αποφάσισε να λάβει μέρος, δημιουργώντας ένα τοπικό συνδυασμό «μετά του αρχαίου συναγωνιστού του πατρός του κ. Πάϊκου Ρίτσου», αποδεχόμενος το αίτημα των κατοίκων της περιοχής του, κερδίζοντας την εκλογική νίκη. Επιπρόσθετα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, του εμπορίου και της σχετικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από σχετική αγόρευσή [17] του στη βουλή που έλαβε χώρα κατά το 1894.

Στο πολιτικό πεδίο, εκτός από τη μακρά κοινοβουλευτική θητεία του, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ανέλαβε και καθήκοντα υπουργού. Σε μια εσωτερική πολιτική κρίση που κορυφώθηκε κατά τον Φεβρουάριο του 1892, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αναζητώντας μια πιο ικανοποιητική σύνθεση στο κυβερνητικό σχήμα, ουσιαστικά προχώρησε στην αποπομπή της κυβέρνησης του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Δεδομένου ότι οι επιλογές του ήταν λίγες και τα περιθώρια συνεργασίας του με τις επικρατούσες πολιτικές δυνάμεις της εποχής περιορισμένα, ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο που αποδέχθηκε την πρόταση. Το συγκεκριμένο, μεταβατικό, κυβερνητικό σχήμα ανέλαβε την εξουσία στις 14 Φεβρουαρίου 1892 και παρά τη βραχύβια πορεία του γνώρισε μεταβολές [18]. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού παιδείας και εκκλησιαστικών [19]. Στο πλαίσιο της υπουργικής θητείας [20] του εκτιμάται ότι διακρίθηκε, επιδεικνύοντας ξεχωριστές διοικητικές ικανότητες. Η μεταβατική κυβέρνηση που σχηματίστηκε ύστερα από την επεισοδιακή αποπομπή του Θεόδωρου Δηλιγιάννη προχώρησε στην προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, οι οποίες διενεργήθηκαν στις αρχές Μαΐου του 1892.

Το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου για την εκπαίδευση, την ιστορία, τη γεωγραφία υπήρξε έντονο και εκφράστηκε και μετά το τέλος της υπουργικής θητείας του. Κατά το 1894 επιλέχθηκε ως μέλος μιας κριτικής επιτροπής που ασχολήθηκε με την αξιολόγηση διδακτικών εγχειριδίων γεωγραφίας, τα οποία προορίζονταν για τα δημοτικά σχολεία και τα γυμνάσια [21]. Στη βάση της εν λόγω διαγωνιστικής διαδικασίας και κρίσης των διδακτικών βιβλίων, κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκαν σχετικές εκθέσεις του. Η διενέργεια του διαγωνισμού φαίνεται ότι προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις στο δημόσιο πεδίο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε ένα πόνημα του Δημήτριου Παπαθεοδώρου, που απευθυνόταν προς το υπουργείο εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως και στρεφόταν εναντίον των κριτών των διδακτικών εγχειριδίων της ιστορίας και της γεωγραφίας [22]. Ο προβληματισμός και ο έντονος δημόσιος διάλογος αναφορικά με τις διαδικασίες επιλογής και διάθεσης των διδακτικών βιβλίων απασχολούσε την κοινή γνώμη της εποχής ήδη από την οθωνική περίοδο [23].

Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 1909 η έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου συνεισέφερε στην αποκατάσταση της ισορροπίας και στην προώθηση εθνικών θεμάτων σημασίας. Εξελίξεις όπως η ανάδυση και η εδραίωση του συνασπισμού του, η συνταγματική αναθεώρηση, ενθάρρυναν τη σταδιακή επικράτηση ανανεωμένων συσπειρώσεων που εξέφραζαν τις νέες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές δυνάμεις [24]. Για άλλη μια φορά, η ανάγκη υλοποίησης βασικών στόχων της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής, οι επιμέρους ιδιαίτερες συνθήκες και οι ευρύτερες συγκυρίες υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να εμπλακεί σε πολεμικές προπαρασκευές και διεργασίες. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποδείχθηκαν κερδοφόροι για το ελληνικό κράτος, εφόσον συνέβαλαν στη σημαντική επέκταση της επικράτειάς του. Ωστόσο, μετά το 1915 άρχισε να διαφαίνεται η προβληματική συνύπαρξη Ελευθέριου Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου [25]. Οι εξελίξεις οδήγησαν σε νέα κρίση, σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις που δεν ευνόησαν τις κρίσιμες επιχειρήσεις και τη διευθέτηση σημαντικών θεμάτων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, καταλήγοντας στη Μικρασιατική καταστροφή που εγκαινίασε μια νέα εποχή.

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος κατέλαβε σημαντικές θέσεις και κρατικά αξιώματα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Συνεργάστηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο καθώς κατά τα έτη 1910-1911 υπηρέτησε ως νομάρχης Αττικοβοιωτίας [26]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο κρίσιμων μετασχηματισμών στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό πεδίο κατά τις 8 Αυγούστου 1910 διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για την ανάδειξη της πρώτης αναθεωρητικής βουλής [27]. Τα λεγόμενα παλαιά κόμματα διατήρησαν την πλειοψηφία. Ωστόσο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκλέχθηκε πρώτος στην Αττικοβοιωτία, με υπολογίσιμο ποσοστό. Ανέλαβε την εξουσία στις 6 Οκτωβρίου 1910. Προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του ενθάρρυνε τη διεξαγωγή νέων εκλογών που έλαβαν χώρα στις 18 Νοεμβρίου 1910. Οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν, σηματοδοτώντας μεταξύ άλλων μια σημαντική ανανέωση του πολιτικού δυναμικού της χώρας. Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος διορίστηκε νομάρχης στην ίδια περιφέρεια επιρροής του Ελευθέριου Βενιζέλου καταδεικνύει τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των δύο ανδρών.

Σημειώνεται ότι μετά το 1899, στη βάση μιας ανασυγκρότησης της διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας της χώρας, η θέση του νομάρχη ενισχύθηκε σημαντικά [28]. Πλαισιωμένος και από άλλα στελέχη δεν αποτελούσε απλώς διοικητικό όργανο αλλά και εποπτικό μέσο για την κεντρική κυβερνητική αρχή. Επιπρόσθετα, ο Κωνσταντίνος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και στο έργο της στρατιωτικής προπαρασκευής κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων. Καταγράφεται ότι πρωτοστάτησε στην «Πανελλήνια Ένωση» της Αμερικής κατά το 1912 [29]. Η αξιοσημείωτη μεταναστευτική κίνηση που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1902-1922 προς το εξωτερικό προβλημάτισε την ελληνική κυβέρνηση της εποχής. Στο πλαίσιο ενίσχυσης της βενιζελικής παράταξης αλλά και υποστήριξης των εθελοντών που θα λάμβαναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, οργανώθηκαν ποικίλες εκδηλώσεις, συλλογικότητες και συγκεντρώσεις. Στις ΗΠΑ η οργάνωση «Πανελλήνιος Ένωσις» [30] δραστηριοποιήθηκε έντονα ώστε η ομογένεια να ενισχύσει το πολεμικό εγχείρημα των ετών 1912-1913, καθώς η επιστράτευση συγκέντρωσε και πολλούς εθελοντές από το εξωτερικό.

Τονίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά το 1833 έως και τις τελευταίες δεκαετίες της περιόδου, η κοινωνική πραγματικότητα [31] στο ελληνικό κράτος προσδιορίστηκε από ορισμένα ευδιάκριτα στοιχεία. Η παραγωγική, οικονομική δυναμική εξακολουθούσε να εδράζεται εν πολλοίς στον πρωτογενή τομέα. Η πορεία της αστικοποίησης κατά τα δυτικά πρότυπα διαφοροποιήθηκε, ανάλογα με την επιμέρους μορφολογία και ιδιαιτερότητα των κυριότερων οικιστικών κέντρων. Η δημογραφική, πληθυσμιακή δυναμική και αύξηση, αισθητή ιδιαίτερα μετά το 1870, διαφοροποιήθηκε επίσης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Οι ιδεολογικοί, πνευματικοί, πολιτισμικοί προσανατολισμοί σταδιακά άρχισαν να μεταβάλλονται υπό την επίδραση ποικίλων, τοπικών και ευρύτερων, τάσεων και ζητημάτων, όπως του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού, της γλωσσικής ανασυγκρότησης, της θρησκευτικής οργάνωσης, των σχέσεων με την ελληνική αρχαιότητα και τη Δύση. Στη βάση των εν λόγω πολυσυνθέτων μετασχηματισμών, μια νέα κοινωνική ομάδα [32] δείχνει να αναδύεται, αποτελούμενη από πολίτες που προσδιορίζονται από ένα συγκεκριμένο, ανεπτυγμένο μορφωτικό υπόβαθρο καθώς και από μια διάθεση δυναμικής συμμετοχής στα κοινά και ειδικά στο πολιτικό πεδίο. Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας σημαντικής, πολυσχιδούς παρουσίας.

Το έντονο ενδιαφέρον του για τα κοινά και τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο δεν εξαντλήθηκε στο πολιτικό πεδίο, καθώς ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα και σε άλλους τομείς. Πρωτοστάτησε στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας και διετέλεσε μέλος της κεντρικής επιτροπής της καθώς και πρόεδρός της [33]. Παράλληλα, λάμβανε ενεργά μέρος στις εργασίες της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος [34]. Επίσης, κατά το 1873 καταγράφεται ως τακτικό και ενεργό μέλος του αρχαιότερου πολιτιστικού συλλόγου της Αθήνας, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» [35]. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε φιλότεχνος, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, γεγονός που καταδεικνύεται και μέσα από τη συμμετοχή του στην «εν Αθήναις Εταιρεία των Φιλοτέχνων». Κατά τα 1898, καταγράφεται ότι υπήρξε μέλος του νέου διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου [36] που συστάθηκε με σκοπό την προστασία και την ανάδειξη των καλών τεχνών στη χώρα. Κατά το 1898 ο σύλλογος ουσιαστικά ανασυγκροτήθηκε και μετονομάστηκε σε εταιρεία [37]. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ειδικά κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου πολιτικά πρόσωπα κύρους πρωτοστατούσαν στη συγκρότηση ποικίλων συλλόγων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εργασίες, η πορεία και η εξέλιξη των εν λόγω συλλογικοτήτων προσδιορίζονταν καθοριστικά από τη συμμετοχή τους [38].

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την υποστήριξη της αθλητικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας μέρος σε ένα από τα σημαντικότερα αθλητικά σωματεία της Αθήνας. Υπήρξε μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου από το 1893 και διετέλεσε πρόεδρός του επί σειρά ετών (1900-1912, 1914-1924) [39]. Επίσης, υπήρξε μέλος του «Ομίλου των Ποδηλατών» που έδρευε στην Αθήνα [40]. Επιπρόσθετα, έλαβε μέρος και στην επιτροπή «προς παρασκευή αθλητών» [41] των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν κατά το 1896. Στις διαθέσιμες πηγές καταγράφεται επίσης και η ενασχόλησή του με θέματα προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας [42]. Στα τέλη του 1901 στο πλαίσιο ανακαλύψεων γεωλογικού, αρχαιολογικού χαρακτήρα που έλαβαν χώρα στα όρια Γορτυνίας-Μεγαλόπολης, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του εν λόγω «επιφανούς και φιλομαθεστάτου πολιτευτού» [43].

Το ενδιαφέρον του για την ιστορία εκδηλώθηκε έντονα από τα τελευταία έτη των σπουδών του, μέσα από τη συγγραφή και έκδοση ποικίλων έργων. Κατά το 1873 η ιστορική πραγματεία του «Οδυσσεύς Ανδρούτσος», που αναγνώσθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», εκδόθηκε από το τυπογραφείο του «Παρθενώνος». Πρόκειται για έργο που έτυχε καλής υποδοχής [44]. Ως τελειόφοιτος της νομικής συνέγραψε την ιστορική πραγματεία «Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821» που κυκλοφόρησε το 1874 στην Αθήνα και διατέθηκε από τον βιβλιοπώλη Β. Ν. Νάκη. Πρόκειται για έργο που το αφιέρωσε στη νεολαία της Ελλάδας. Στα προλεγόμενα της έκδοσης σημείωνε: «Αδελφή Νεότης, την σελίδαν ταύτην της λαμπράς ιστορίας Μεγάλης Πατρίδος αφιερών εις Σε, εύχομαι ίνα δυνηθώμεν και ημείς συνεχίζοντας το έργον των ημετέρων προγόνων, να διαπράξωμεν αντάξια εκείνων και ευτυχήσωμεν να ίδωμεν περαιούμενον το μέγα της Ελληνικής ενότητος σχέδιον» [45]. Την ίδια εποχή (1874) καταγράφεται ως εκδότης του ιστορικού διηγήματος «Έλλην πειρατής» του Στέφανου Ξένου, που κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο των αδελφών Βαρβαρίγου. Τον Δεκέμβριο του 1880, στην Αθήνα, με την ιδιότητα του «διδάκτορος τα νομικά» ολοκλήρωσε το έργο του «Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις». Το πόνημά του επικεντρωνόταν στην πραγμάτευση ζητημάτων δικαιοσύνης στην αρχαία ελληνική ιστορία [46] και κυκλοφόρησε κατά το 1881 από το τυπογραφείο του «Παρνασσού».

Κατά το 1883 ο Κωνσταντίνος μετέβη στο Μόναχο, προκειμένου να μετεκπαιδευτεί. Με αφορμή την παραμονή στην περιοχή που τον εντυπωσίασε και  την επέτειο της πεντηκονταετηρίδας από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, στις 25 Ιανουαρίου 1883 ολοκλήρωσε το έργο [47] του «Παρά του τάφου του Βασιλέως Όθωνος: εν δάκρυ ευγνωμοσύνης», που κυκλοφόρησε κατά το ίδιο έτος. Πρόκειται  για έργο που αφιέρωσε στον αδερφό του Αλέξανδρο.

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, ο Κωνσταντίνος ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στην κοινωνική, πολιτιστική ζωή, στο δημόσιο βίο της εποχής του. Κατά το 1893, ένα μακροσκελές σύγγραμμά του κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Επρόκειτο για κείμενο που εκφώνησε στις αρχές του έτους, στην εταιρεία «Ελληνισμός» [48], με τον τίτλο «Οι χίλιοι Πλαταιείς εν Μαραθώνι». Με αφορμή τη δραστήρια συμμετοχή του στο έργο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας, κατά το 1900 εκδόθηκε στην Αθήνα ένα κείμενο απολογιστικού χαρακτήρα με τίτλο «Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως». Ο συντάκτης εξιστορούσε τα όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της σχετικής εορτής στην οποία ο Κωνσταντίνος έλαβε μέρος ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και μέλος της επιτροπής «επί της αναστηλώσεως μνημείου της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης». Απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της εταιρείας Ιωάννη Μ. Μπόταση [49]. Ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας έως το τέλος της ζωής του. Κατά το 1919 δημοσιεύτηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο Ι. Βάρτσου) η μονογραφία του «Το Βυζάντιον» που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Κατά το 1920 κυκλοφόρησε επίσης στην Αθήνα, από το ίδιο τυπογραφείο, το έργο του «Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2.577 έτη».

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «Περιήγησις εις τον Πόντον», 1903.

Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γεωγραφία και τις περιηγήσεις [50], στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από το συγγραφικό έργο του.  Αναφορικά με αυτή την κατηγορία πονημάτων του, κατά το 1882 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα (εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού») το έργο του «Απ’ Αθηνών εις Βώλον. Εντυπώσεις». Επρόκειτο ουσιαστικά για μια ανατύπωση αποσπάσματος από τον έκτο τόμο του περιοδικού «Παρνασσός».  Κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το περιηγητικό έργο του «Εις τον Αδριατικόν κόλπον: Σημειώσεις ταξιδιού». Το 1903 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το πόνημά του «Περιήγησις εις τον Πόντον» (εκ του τυπογραφείου «Κράτους»). Κατά το 1911 εκδόθηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο «Εστία» και την Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία) το έργο «Αι ελληνικαί νήσοι» που συνέγραψε μαζί με τον Γ. Ι. Κρίτσα. Τέλος, κατά το 1919 κυκλοφόρησε στην Αθήνα (από το εθνικό τυπογραφείο) μια έκδοση που αναφερόταν στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας (Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία: Ιστορικόν σημείωμα, διασάφησις, επίκλησις, καταστατικόν).

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος δεν επιδόθηκε μόνο στη συγγραφή ιστορικών μελετών αλλά και στη δημοσιογραφική εργασία. Μετά το 1883, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ύστερα από την ολοκλήρωση της μετεκπαίδευσής του στο Μόναχο, ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη και διευθυντή της «Επιθεωρήσεως» [51]. Η έκδοση διαμορφώθηκε με προτροπή του πατέρα του. Εκτιμάται ότι το έντυπο προσδιορίστηκε από μετριοπαθή λόγο, κόσμιο ύφος και σεβασμό προς τους πολιτικούς αντιπάλους, σε μία εποχή διάχυτης πολιτικής έντασης και αντιπαραθέσεων. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι κείμενά του δημοσιεύονταν σε ποικίλες περιοδικές εκδόσεις της εποχής. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μελέτες του «Άρειος Πάγος, παρακμή και τέλος» (Παρνασσός, σύγγραμμα περιοδικόν, τ. Ε΄, Αθήνα 1881, σ. 50-60), «Άρειος Πάγος» (Εστία, αρ. 267, έτος ΣΤ΄, τ. 11ος, Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1881). Δηλωτικό της στενής συνεργασίας που είχε αναπτύξει με τον πατέρα του Νικόλαο αλλά και του έντονου ενδιαφέροντός του για την επικαιρότητα της εποχής και τα κοινά είναι το έργο του «Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον». Η έκδοση περιλάμβανε μία συγκεντρωτική ανατύπωση τριών εκ των οκτώ επιστολών του Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου που είχαν δημοσιευθεί στις εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τον μεγάλο σεισμό που έπληξε το νησί της Χίου στις 22 Μαρτίου/3 Απριλίου 1881. Ο ίδιος έσπευσε στην περιοχή για να εκτιμήσει το μέγεθος της καταστροφής, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες των κατοίκων και να προχωρήσει στις σχετικές εισηγήσεις προς τον πατέρα του, ο οποίος εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως υπουργός των εσωτερικών. Το πόνημα αφιερώθηκε σε όσους ήταν πρόθυμοι να συνδράμουν «υπέρ των εκ του σεισμού της Χίου θυμάτων» [52] και κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του «Εθνικού Πνεύματος».

Υπογραμμίζεται ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε έντονα και για θρησκευτικά [53], γλωσσικά [54], πολιτισμικά ζητήματα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το γλωσσικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, εκφράζοντας ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτισμικές ανησυχίες, σχετικούς προβληματισμούς αλλά και μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας της εποχής [55]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αγόρευσή [56] του στη βουλή κατά το 1902, αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα και τις μεταφράσεις του Ευαγγελίου, με αφορμή τα «Ευαγγελικά» και τη σοβαρή πολιτική κρίση που εκδηλώθηκε και συνδέθηκε με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Κατά το 1906 δημοσιεύθηκε η μονογραφία του «Αι τρεις εικόνες της Παναγίας υπό του Αποστόλου Λουκά», η οποία ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Την ίδια χρονιά μερίμνησε για τη δημοσίευση του έργου «Ανάμνησις εκ της ερήμου του Σινά: απόσπασμα εκ του φιλολογικού και κοινωνικού ημερολογίου της δεσποινίδος Χατζηαράπη, του έτους 1906». Η μονογραφία που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος κυκλοφόρησε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του «Κράτους». Ύστερα από δύο χρόνια, κατά το 1908, κυκλοφόρησε στην Αθήνα μια έκδοσή του, ταξιδιωτικού περιεχομένου, με τίτλο «Πρόχειρος περιγραφή του όρους Σινά». Κατά το 1917 εκδόθηκε μια συλλογή με τίτλο «Ανέκδοτα έγγραφα και επιγραφαί της εν τω Όρει Σινά Μονής» (τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου). Τέλος, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του (κατά το 1932), με φροντίδα του Αρχιεπισκόπου Σινά Πορφυρίου Γ΄ δημοσιεύθηκε στην Αθήνα η έκδοσή του «Η μονή του όρους Σινά»,

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος υπήρξε ένας διακεκριμένος πολιτικός της εποχής του. Συνεχίζοντας την πολιτική πορεία του πατέρα του, διακρίθηκε για την ευρυμάθεια, τη μετριοπάθεια, τη ρητορική δεινότητά του. Αντιπροσώπευσε επάξια και επανειλημμένα την ιδιαίτερη πατρίδα του στο κοινοβουλευτικό πεδίο, όπου κέρδισε τον σεβασμό, την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συναδέλφων του. Παράλληλα, υπηρετώντας και σε άλλες σημαντικές θέσεις κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων για την κατοπινή πορεία και εξέλιξη του κράτους, προσέφερε σημαντικό έργο για την προώθηση θεμάτων εθνικής σημασίας. Η κοινωνική δραστηριότητά του υπήρξε έντονη καθώς έλαβε μέρος σε πληθώρα συλλογικοτήτων, συλλόγων, σωματείων της εποχής. Μέσα από τη συγγραφική, δημοσιογραφική εργασία του κληροδότησε ενδιαφέρουσες μελέτες και αξιόλογα συγγράμματα. Στο πλαίσιο της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής δραστηριότητάς του επέδειξε ένα προοδευτικό, ανεξάρτητο πνεύμα, παραμένοντας αφοσιωμένος στην πρόοδο του εντός και εκτός των συνόρων ελληνισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[2] Ό. π., σ. 13-14.

[3] Ό. π., σ. 24-27.

[4] Β. Κ. Τσαγγάρης, Εθνικόν Λεύκωμα, Η Βουλή των Ελλήνων της ΙΗ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1908, σ. 81-82˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)˙ «Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος εν Αμερική», Το Άστυ, τεύχος 44, Αθήνα 20 Ιουλίου 1886, σ. 7.

[5] Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την ΙΓ΄ Πρυτανείαν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1873, σ. 81.

[6] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Ίδρυμα της Βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σ. 256-258.

[7] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[8] Μητρώο πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1986, σ. 146-147, 262-263.

[9] Εφημερίδα «Τεγέα, φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[10] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής της Γ΄ συνόδου της  ΙΑ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1888, σ. 25, 605, 271.

[11] Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εγχειρίδιον βολής των πυροβόλων ερανισθέν προς χρήσιν των υπαξιωματικών του Πυροβολικού της ξηράς και της θαλάσσης, Αθήνα 1889˙ Αγόρευσις Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς περί στρατιωτικής αστυνομίας και στρατού εν γένει κατά την συνεδρίασιν της 4 Ιανουαρίου 1895, Αθήνα 1895.

[12] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[13] Βλ. σχετικά Εκθέσεις επί των Ναυτικών Νομοσχεδίων των υποβληθέντων εις την Βουλήν κατά την Β΄ Σύνοδον της ΙΔ΄ περιόδου και παρατηρήσεις περί του Πολεμικού και Εμπορικού Ναυτικού, υπό Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Μέλους της Επιτροπής επί των Ναυτικών, Αθήνα 1896.

[14] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[15] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895).

[16] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[17] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις επί του σταφιδικού νομοσχεδίου κατά την συνεδρίασιν της 11 Φεβρουαρίου 1894, Αθήνα (χ. ε.) 1894.

[18] Σοφία Μπελόκα, Πολιτικά πρόσωπα της Αρκαδίας: Κωνσταντίνος Π. Κωνσταντόπουλος (1832-1910), Αθήνα 2018, σ. 40-41.

[19] Τρύφων Ευαγγελίδης, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 684˙ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς-Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Οι πολιτικές εξελίξεις από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα 1977, σ. 14-39.

[20] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[21] Βλ. σχετικά Διαγωνισμός των διδακτικών βιβλίων, Εκθέσεις Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου εισηγητού της ΣΤ΄ επιτροπείας επί των γεωγραφιών των δημοτικών σχολείων και της Β΄ τάξεως των γυμνασίων, Αθήνα 1894.

[22] Βλ. Δημήτριος Παπαθεοδώρου, Καταγγελία προς το υπουργείον των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά των κριτών των διδακτικών βιβλίων της ιστορίας και γεωγραφίας Σ. Π. Λάμπρου, Ν. Γ. Πολίτου και Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Αθήνα 1894.

[23] Σοφία Μπελόκα, Η πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 2017, σ. 683-684.

[24] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Οι πολιτικές εξελίξεις. Από το Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[25] Ό. π., σ. 18-30.

[26] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[27] Γιώργος Μαυρογορδάτος, ό. π., σ. 11-12˙ Ηλίας Νικολακόπουλος, «Οι εκλογές 1910-1920. Ελευθέριος Βενιζέλος: Από το θρίαμβο στην ήττα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 31-32.

[28] Ήβη Μαυρομουστακάτου, «Πολιτικοί θεσμοί. Η οργάνωση της διοίκησης 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 50.

[29] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[30] Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1909-1922», Ιστορία του Νέο Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 324, 327-328.

[31] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 448-454˙ Κωνσταντίνος Δημαράς, «Η κληρονομιά των περασμένων, οι νέες πραγματικότητες, οι νέες ανάγκες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 455-484.

[32] Κωνσταντίνος Δημαράς, ό. π., σ. 461-466.

[33] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, «Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος και η ανάπτυξη της γεωγραφίας στην Ελλάδα», Πρακτικά, 9ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 4-6 Νοεμβρίου 2010 (www.gisc.gr, προσπελάσιμο: 29 Νοεμβρίου 2018), σ. 313-314.

[34] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1900.

[35] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ιστορική πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω «Παρνασσώ» τη 25η Φεβρουαρίου 1873, Αθήνα 1873.

[36] Καταστατικόν της εν Αθήναις Εταιρείας των Φιλοτέχνων, Αθήνα, 19 Σεπτεμβρίου 1898.

[37] Ό. π., σ. 234, 240.

[38] Ευθυμία Μαυρομιχάλη, «Οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)», Μνήμων, τόμος 23ος, Αθήνα 2001, σ, 221-267 και ειδικότερα σ. 230.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922), Αθήνα 1997, σ. 248.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218˙ Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Τα αναμνηστικά γραμματόσημα. Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την συνεδρίασιν της 15 Ιουλίου 1895, Αθήνα 1896.

[40] Καταστατικόν του Ομίλου των Ποδηλατών, τυπογραφείο Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1891.

[41] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218.

[42] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την Συνεδρίαν της 7 Φεβρουαρίου 1896 υπέρ του Π. Καββαδία, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων και Μουσείων εις απάντησιν του κ. Σπυρίδωνος Στάη, Αθήνα 1896.

[43] Τάκης Κανδηλώρος, Αρκαδική Επετηρίς, τεύχος πρώτο, Αθήνα 1903, σ. 155-156.

[44] Βλ. Αναστάσιος Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Η΄, Αθήνα 1876, σ. 126.

[45] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήνα 1874, σ. 6-1.

[46] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις, Αθήνα, εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού», 1881, σ. 5-15. Ο συγγραφέας αφιέρωσε το έργο του στον Νικόλαο Ι. Δημαρά, υφηγητή του ρωμαϊκού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

[47] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Παρά τον τάφον του βασιλέως Όθωνος. Εν δάκρυ ευγνωμοσύνης, τύποις Γ. Δρουγουλίνου, Λειψία 1883, σ. 5-6.

[48] Η εταιρεία ιδρύθηκε νόμιμα κατά τα 1892, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια ποικίλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας της εποχής αναφορικά με κυβερνητικές, διοικητικές, δημοσιονομικές επιλογές και πρακτικές. Βλ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία, Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους 1821-1897 (http://www.ime.gr/chronos/12/gr/ 1833_1897/foreign_policy/language/04.html, προσπελάσιμο: 30 Νοεμβρίου 2018)˙ Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ως τα 1913, σ. 36-37.

[49] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα 1900, σ. 3-6.

[50] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, ό. π., σ. 316-317.

[51] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[52] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον, ανατύπωσις εκ της «Εφημερίδος», Αθήνα 1881, σ. 6-8.

[53] Σε ένα από τα δημοσιευμένα έργα του, στα προλεγόμενα τονίζεται «η βαθεία, η πεφωτισμένη, η ανυπόκριτος του συγγραφέως ευσέβεια» καθώς και η πολυμάθειά του, η ορθή κρίση του. Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήνα 1903, σ. 9-10.

[54] Κωνσταντίνος Κασίνης, «Η μετάφραση ως καταλύτης της δημιουργίας εθνικής φιλολογίας», Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα: Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις, επιμέλεια Παντελής Βουτούρης-Γιώργος Γεωργής, Αθήνα 2006, σ. 156.

[55] Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 179-186.

[56] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις εν τη βουλή κατά την συνεδρίασιν της 29 Ιανουαρίου 1902: περί μεταφράσεων του Ευαγγελίου και περί του γλωσσικού ζητήματος, (χ. τ., χ. ε.), 1902.

 

© Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας

 Φεβρουάριος 2019

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Χρήστος Τσούντας (1857-1934) – Ερευνητικό, δημιουργικό και πειθαρχημένο πνεύμα. Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος – Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017


 

Ο Χρήστος Τσούντας (1857-1934), φοιτητής στη Γερμανία. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

Ο Χρήστος Τσούντας, από τις σπουδαιότερες επιστημονικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας, γεννήθηκε το 1857 και μεγάλωσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στη Στενήμαχο, τη Φιλιππούπολη και την Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, δίπλα στον Heinrich Brunn. Το 1880, σε ηλικία 23 ετών, πήρε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, δίδαξε για έναν χρόνο στα Ζαρίφεια διδασκαλεία στη Φιλιππούπολη.

Το 1882 προσελήφθη στην Αρχαιολογική Εταιρεία και πολύ σύντομα, στις 5 Αυγούστου 1883, διορίσθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ως Έφορος των Αρχαιοτήτων στους νομούς Άρτας και την Αιτωλοακαρνανίας. Ποτέ δεν ανέλαβε, όμως, καθήκοντα στις περιοχές αυτές, καθώς παρέμεινε στην Αθήνα, υπηρετώντας το Υπουργείο αλλά και την Εταιρεία (υπό την αιγίδα της οποίας ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται), σε διάφορες αποστολές ανά την Ελλάδα.

Ο Τσούντας ήταν μεγάλος και συστηματικός ανασκαφέας. Ξεκίνησε το 1882 με την εποπτεία των ανασκαφών του Άγγλου αρχιτέκτονα Francis Penrose στο Ολυμπιείο. Ο Παναγιώτης Σταματάκης του ζήτησε να τον συνοδεύσει σε ταξίδι του στη Βοιωτία, όπου η αρχαιοκαπηλία βρισκόταν σε έξαρση, και από τότε ο Τσούντας μαθήτευσε κοντά του. Το 1884 επόπτευσε τις έρευνες στον βυθό του στενού της Σαλαμίνας για την αναζήτηση λειψάνων πλοίων της μεγάλης ναυμαχίας. Συνέχισε το 1886 και 1891 με την ανασκαφή των νεκροταφείων της Ερέτριας, που λεηλατούσαν τότε οι αρχαιοκάπηλοι, και το 1887 με τις έρευνές του στην Τανάγρα.

 

Ο Χρήστος Τσούντας κατά τα πρώτα χρόνια της καθηγεσίας του. Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

 

Ο Χρήστος Τσούντας, υπήρξε πρωτοπόρος στην επιστημονική έρευνα των προϊστορικών πολιτισμών της Ελλάδας. Το 1886 άρχισε τις ανασκαφές του στις Μυκήνες, συνεχίζοντας το έργο του Σλήμαν. Έγραψε ο Χρήστος Καρούζος, «Το ερευνητικό, δημιουργικό αλλά και πειθαρχημένο μυαλό του Τσούντα μπόρεσε να δώσει λύση σε προβλήματα που κανείς ως τότε δεν τα είχε υποψιαστεί και να ολοκληρώσει την εικόνα του Μυκηναϊκού κόσμου». Οι εκεί έρευνές του κράτησαν ως το 1910, ενώ παράλληλα έκανε ως Έφορος ανασκαφές και σε άλλα μέρη, στη Λακωνική το 1890 (τάφος Βαφειού, Αμυκλαίο, Θεράπνες, Αρκίνες, Παληόπυργος), στην Τίρυνθα το 1890-1891 και στον Κάμπο της Λακωνικής επίσης το 1891.

Κατά τα έτη 1894-1898, στράφηκε στην έρευνα και μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού, πραγματοποιώντας ανασκαφές στην Αμοργό, στην Πάρο, την Αντίπαρο, στο Δεσποτικό, στη Σύρο και την Σίφνο. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι λαμπρές του έρευνες στη Θεσσαλία, αρχικά με τις ανασκαφές στη Μαρμάριανη το 1899 και στον Βόλο το 1901, και κατόπιν με την ανασκαφή του Σέσκλου το 1901-1903 και του Διμηνίου το 1903. Έτσι, ο Τσούντας, ίδρυσε και θεμελίωσε τη συστηματική αποκάλυψη και μελέτη τριών πολιτισμών της Ελλάδας, του Μυκηναϊκού, του Κυκλαδικού και του Νεολιθικού της Θεσσαλίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σκόπευε να στραφεί στην Κρήτη, όπως φαίνεται από μεγάλη περιοδεία που πραγματοποίησε στο νησί το 1903, προς αναζήτηση κατάλληλου μέρους για ανασκαφή από την Αρχαιολογική Εταιρεία.

«Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός», Χρήστος Τσούντας (1893)

Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία παρέμεινε έως το 1904 και στη συνέχεια, θυσιάζοντας τη χαρά της επιστημονικής έρευνας, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1904 έως το 1925. Στο διάστημα αυτό σταμάτησε εντελώς τις ανασκαφές και περιόρισε το συγγραφικό του έργο, προκειμένου να προετοιμάζει τα μαθήματά του. Επιτομή της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αποτελεί η «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», που δημοσιεύθηκε το 1928. Μετά την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο, του αποδόθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Για λίγο (10/11-20/12/1926), δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το 1926 διορίστηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Είχε διατελέσει Γραμματέας και Σύμβουλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και έγινε επίτιμο μέλος της Society for the Promotion of Hellenic Studies στο Λονδίνο.

Ο Τσούντας, απαλλαγμένος από τη μονομέρεια, δημοσίευσε εξαίρετες μελέτες τόσο για την προϊστορική όσο και για την κλασική αρχαιολογία, την αττική αγγειογραφία, τα ειδώλια της Τανάγρας, τις επιγραφές της Ακροπόλεως, της Ελευσίνας και της Ερέτριας. Από τις πρώτες δημοσιεύσεις του ήταν έκδηλη η διαύγεια του μυαλού του, η κριτική αλλά και η συνθετική του ικανότητα. Ανάμεσα στα κορυφαία έργα του συγκαταλέγεται το «Μυκῆναι καὶ Μυκηναῖος Πολιτισμὸς (1893)». Αν και όταν ο Τσούντας έγραψε το βιβλίο του ήταν μόλις 36 ετών, το έργο αυτό θεωρείται σήμερα κλασικό, καθώς αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη ιστορία του μυκηναϊκού κόσμου, παρουσιάζοντάς τον με τρόπο σαφή σε μία εποχή που η έρευνα ήταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Θεμελιώδες σύγγραμμά του ήταν επίσης το «Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου (1908)». Και εδώ, όπως και στα Κυκλαδικά του (1898, 1899), ο Τσούντας πρώτα εξέτασε και περιέγραψε λεπτομερώς όλα τα ευρήματα και στη συνέχεια διατύπωσε θεωρίες. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος, με τη μελέτη μόνο των αρχαίων κειμένων.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του μαθητή του Χρήστου Καρούζου στα 1934: «Μεγάλος νους, ανώτερος άνθρωπος, έσβησε ήσυχα και μακριά από το θόρυβο, που συστηματικά τον απόφυγε σ΄όλη του τη ζωή… Με το θάνατο του Χρήστου Τσούντα χάσαμε μια σπάνια ανθρώπινη και επιστημονική συνείδηση».

 

Σταυρούλα Μασουρίδη

Αρχαιολόγος

Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017

http://www.themata-archaiologias.gr

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Για περισσότερο διάβασμα:

  • Καρούζος, Χ. (1934) «Χρήστος Τσούντας», Νέα Εστία 180, σ. 564.
  • Καρούζου, Σ. (1993) «Χρήστος Τσούντας, ένας ήρωας της αρχαιολογικής έρευνας», Ο Μέντωρ 28 (1993), σ. 178-183.
  • Μασουρίδη, Σ. (2013) «1885-1909. Η Υπηρεσία στα χρόνια του Π. Καββαδία. Συστηματική οργάνωση και επιτεύγματα», σ. 30, 31, 32, 91-92, στο: Ιστορίες επί χάρτου. Μορφές και θέματα της Αρχαιολογίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (επιμ. Ε. Κουντούρη, Σ. Μασουρίδη), Κατάλογος Έκθεσης του Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΠΟΑ, Αθήνα, Βιβλιοσυνεργατική.
  • Πετράκος, B. Χ. (2009) «Χρήστος Τσούντας (1857-1934)», Ο Μέντωρ 91 (2009), σ. 6-34.
  • Πετράκος, Β. Χ. (2011) Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Οι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές (1837-2011), κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, σ. 4, 16, 21, 143-144, φωτ. σ. 52, 66.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Γκάτσος Α. Βασίλειος


 

Ο Βασίλειος Α. Γκάτσος, χημικός, συγγραφέας και εκδότης, γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1951. Έβγαλε το Γυμνάσιο Κρανιδίου. Σπούδασε Χημικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι παντρεμένος με τη Φιλόλογο και εικαστικό Σαρωνίδα Βατικιώτη από τον Πειραιά. Έχουν δύο παιδιά. Τη Μαή Γκάτσου, Φυσικό και τον Έκτορα Γκάτσο, καθηγητή Πληροφορικής, Μάστερ 3D, και υποψήφιο Διδάκτορα.

Εργάστηκε, επί 36 χρόνια, στη Χαλυβουργική Α.Ε. στην Ελευσίνα, ως διευθυντής Παραγωγικών Τμημάτων και στη συνέχεια ως Διευθυντής Ποιότητας και Περιβάλλοντος.

Κατά την επαγγελματική του ζωή είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με την προστασία των χάλκινων αγαλμάτων του Μουσείου Πειραιά με χρήση ατμόσφαιρας αζώτου, ως επίσης και τη μελέτη αρχαίων σκωριών της περιοχής Ερμιόνης.

Συνεργάστηκε με Έλληνες και ξένους ειδικούς πάνω σε θέματα αρχαίας τεχνικής πορφυροβαφής, φέροντας στο διεθνές προσκήνιο τα φημισμένα κατά την αρχαιότητα Πορφυρεία της Ερμιόνης.

 

Έργα του είναι:

  1.  «Η των Ερμιονέων Πόλις», Πειραιάς, 1996

Βιβλίο λεπτομερούς επιτόπιας μελέτης της αρχαίας ιστορίας της Πόλεως των Ερμιονέων που γεωγραφικά συμπίπτει με τη σημερινή Ερμιονίδα και τα νησιά της, Ύδρα, Δοκός, Σπέτσες. Περίπου του 60% της ύλης είναι πρωτότυπη μελέτη που φέρνει στο φως πλήθος άγνωστων αρχαιολογικών θέσεων και μνημείων της περιοχής.

  1. «Η Ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας, 7ος – 20ος μ.Χ. αιώνας, Κρανιδιωτών Πολιτεία», Εκδόσεις Αρχιπέλαγος, Αθήνα, 2001.

Η Ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας…

Βιβλίο που παρουσιάζει τη σταδιακή ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας από τον 7ο μ.Χ. αιώνα μέχρι των ημερών μας, μια περίοδο που έρχεται δημιουργικά στο προσκήνιο η Πολιτεία των Κρανιδιωτών. Μεταξύ των άλλων για πρώτη φορά γίνεται μελέτη, καταγραφή, αποτύπωση και ανάλυση του ανθρώπινου, οικιστικού και παραγωγικού δυναμικού της Ερμιονίδας στην ιστορική του εξέλιξη: Πληθυσμός, πρότυπο κατοίκησης, κάστρα και οχυρές θέσεις, ποιμενικός βίος, καλλιεργήσιμη γη, δασικές εκτάσεις, αλώνια και αλωνοτόπια, ανεμόμυλοι και μυλοτόπια, υδρόμυλοι, αμπελοκαλλιέργεια, ελιά και λάδι, παραγωγές διαφόρων προϊόντων, ναυτική ζωή, ναυπηγήσεις, σπογγαλιεία, προϊόντα πεύκου, ασβεστοκάμινα, καμίνια κάρβουνου, μεταλλεία λευκολίθου και σιδηροπυρίτη, αλυκές, ιχθυοκαλλιέργεια, οικιακή υφαντουργική παραγωγή, εμπορική, πολιτική, πνευματική ζωή, αποδόσεις βασικών καλλιεργειών, οικολογική διαχείριση, αυτοδιοίκηση, κ.α.

Συμμετείχε σε τρεις σημαντικές ερευνητικές εργασίες με αντικείμενο την πορφυροβαφή που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά διεθνούς κύρους:

  • «Analysis of Indico-type Compounds in Natural Dyes by Negative Ion Atmospheric Pressure Photoionization Mass Spectrometry», Malvina Papanastasiou, Norman S. Allen, Adam McMahon, Ludwig C.A. Naegel, Michele Edge, Stavros Protopappas, Puplished in Dyes and Pigments, Vol. 92, Issue 3, March 2012, page 1192 – 1198. (Acknowledgments … The dyed samples and the molluscs were obtained and kindly provided by Dr B. Gatsos, Research Chemist of Hermione, without whom this research would not have been possible.)
  • «Identification of purple dye from molluscs on an excavated textile by non-destructive analytical techniques», Christina Margariti, Stavros Protopapas, Norman Allen, Vladimir Vishnyakov, Puplished in Dyes and Pigments, Vol. 96, Issue 3, March 2013, page 774 – 780. (Acknowledgements …Dr Vassilis Gatsos, Chemist and Author, Hermione, Greece, who obtained the molluscs from the local area, prepared the reference samples and kindly provided them; …).
  • «Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της», Σταύρος Πρωτοπαπάς, Βασίλειος Γκάτσος, Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 89, Δεκ.2003, σελ. 87 – 92.

Εκδότης της τοπικής μηνιαίας εφημερίδας «Ερμιονίδα», 1976 – 1983, η οποία κυκλοφόρησε με 1200 φύλλα στην Ερμιονίδα και στην παροικία της Πρωτεύουσας.

Εκδότης της τοπικής μηνιαίας εφημερίδας «Η Φωνή της Ερμιόνης», 1987 – 1994, η οποία κυκλοφόρησε με 1200 φύλλα στην Ερμιονίδα και στην παροικία της Πρωτεύουσας, μιας από τις πρώτες μηνιαίες τοπικές εφημερίδες που από τη λινοτυπική έκδοση πέρασε στη ψηφιακή, με τεχνολογία Macintosh.

Πλήρης σειρά φύλλων των εφημερίδων βρίσκεται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κρανιδίου.

Η εφημερίδα εξέδωσε ιδίοις πόροις τα βιβλία:

  • «Η Ερμιόνη αρχές του 20ου Αιώνα», Σαρωνίς Βατικιώτη – Γκάτσου.
  • «Ημερολόγιο Εθνικής Αντίστασης Ερμιόνης», Απόστολου Χ. Φραγκούλη, 1988.

Έχει δημοσιεύσει στα τοπικά ιστολόγια της Ερμιονίδας περί τα 1000 άρθρα, οικονομικού, διοικητικού, παραγωγικού, ιστορικού, αρχαιολογικού, λαογραφικού, οικολογικού περιεχομένου. Παράλληλα έχει ψηφιοποιήσει τις συλλογές του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης (Ι.Λ.Μ.Ε.) και του Μουσείου Παιχνιδιών Ερμιόνης, και 6000 τίτλους βιβλίων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ερμιόνης.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »