Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στο Άργος


 

Ο Ελληνισμός παρέμεινε υπό την τουρκική δουλεία τετρακόσια χρόνια, κατά τα οποία οι Έλληνες υπέστησαν πολλά δεινοπαθήματα και νόμιζε κανείς ότι η Ελλάδα έσβησε για πάντα. Οι ενέργειες όμως της Φιλικής Εταιρείας, το Κίνημα του Υψηλάντη και τα άλλα επαναστατικά κινήματα προπαρασκεύασαν την μεγάλη Επανάσταση του 1821. Η Φιλική Εταιρεία, ιδρυθείσα το 1814, προόδευσε πολύ περισσότερο στην Πελοπόννησο όπου δεν πίεζε η σιδηρά χείρα του δεσποτισμού.

Στις  αρχές του 1820 συνήλθαν στην Τρίπολη πολλοί πρόκριτοι της Πελοποννήσου μυημένοι στα μυστικά της Εταιρείας για κοινές υποθέσεις. Επίτροπος της αρχής ή γενικός Έφορος διορίσθηκε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρίγκιπας, στρατηγός και υπασπιστής του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε και την γενική αρχηγία της Εταιρείας. Τον Νοέμβριο του 1820 εστάλη στην Πελοπόννησο ο Χουρσίτ – Πασάς για να εκτιμήσει την πολιτική κατάσταση του τόπου αλλά αυτός δεν έδωσε μεγάλη προσοχή. Μετά από λίγο του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία της εκστρατείας κατά του Αλή και εστάλη στην Πελοπόννησο ο Κισσέ Μεχμέτ – Πασάς, ο οποίος συνακολούθησε τον Χουρσίτ.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Το Άργος επαναστάτησε μεταξύ των πρώτων πόλεων της Ελ­λάδας. Στο Άργος η επανάσταση ήταν δυσχερής, γιατί το Άργος εί­ναι πεδινό και τα πλησίον φρούρια του Ναυπλίου κατείχαν οι Τούρκοι. Οι προεστοί όμως του Άργους προέτρεπαν τον λαό σε επανάσταση.

Όταν το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1821, ημέρα Τετάρτη, έπεσε τυχαία στην επάνω αγορά του Άργους (επί της σημε­ρινής οδού Κορίνθου) μια πιστολιά από κάποιον Τούρκο, Χάϊντα ήταν το όνομά του, λέγεται ότι ήταν μεθυσμένος, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στο Άργος, κυριεύτηκαν από πανικό και την επόμενη, 24ην Μαρτίου, μετέφεραν τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Αυτοί  δε διημέρευσαν ένοπλοι στο Άργος και διανυκτέρευσαν στο Ναύπλιο. Για την ασφάλειά τους οι ευρισκόμενοι στο Άργος Τούρκοι αφού αντελήφθησαν ότι οι Αργείοι πρόκειται να επαναστατήσουν, προέβησαν εις το εξής σχέδιο: Ήλθαν στο Άργος από το Ναύπλιο, την 27ην Μαρτίου, 150 ιππείς ένοπλοι Τούρκοι και αφού άνοιξαν δύο μα­γαζιά Αργείων και τα λεηλάτησαν, είπαν να μεταφέρουν οι πρό­κριτοι Αργείοι τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Οι πρόκριτοι ευχαρίστως δέχτηκαν να πράξουν τούτο την επόμενη ημέρα. Την νύκτα όμως, μετέφεραν τις οικογένειες τους στα γύρω χωριά και μοίρασαν όπλα σε όλη την επαρχία.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Το πρωί της 2ας Απριλίου 1821, μετέβη σώμα Αργείων ένοπλων με αρχηγό τον Σταματέλο Αντωνόπουλο και κατέλαβε το χωριό Δαλαμανάρα. Όταν  έφτασαν από το Ναύπλιο οι Τούρκοι είδαν εστραμμένα προς αυτούς τα τουφέ­κια και τους είπαν: «Πίσω αγάδες, Χριστιανοί και Τούρκοι δεν συζούν πλέον». Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να γυρίσουν πίσω στο Ναύπλιο. Επανήλθαν τότε και οι Αργείοι πρόκριτοι στην πόλη και ύψωσαν λευκή σημαία επανάστασης.

Κατά το τέλος Μαρτίου 1821 ο Δημητσανίτης Νικ. Σπηλιωτόπουλος ήρθε στο Άργος, όπου μαζί με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συγκρότησαν επαναστατική τοπική διοίκηση με το όνομα Καγκελαρία και άρχισαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τό­σο ενθουσιώδης ήταν ο Νικ. Σπηλιωτόπουλος, ώστε κάθε ημέρα γύμναζε τους Αργείους  στα όπλα, χωρίς να διαθέτει καμιά γνώση τακτικής, όπως γράφει ο ιστορικός Σπηλιάδης.

Στο αρχείο του στρατηγού της Επανάστασης του 1821 Δημ. Τσώκρη βρέθηκε, σημείωμα το οποίο έχει ακριβώς ως εξής:

 

«Κατά το έτος 1821 Μαρτίου 23 ημέραν Τετράδη ώραν 3 μ.μ. έρριψεν ο Χάϊντας (ούτος ήτο Τούρκος) μίαν πιστόλαν εις την αγοράν και αμέσως εσκόρπισαν οι άνθρωποι. Έπειτα εβγήκαν έξω οι Οθωμανοί και τους εγύρισαν οπίσω λέγοντάς τους ότι δεν είναι τίποτε. Εις τας 24 του ιδίου άρχισαν οι Οθωμανοί να μεταφέρουν τα πράγματά των και τας φαμελίας των εις το Ναύπλιον, χωρίς να μείνη κανένας. Παρομοίως οι Έλληνες ανεχώρησαν εις τα περίχωρα. Μετά δύο ημέρας, εν μέρος ιππέων Οθωμανών εβγήκαν από το Ναύπλιον και ήλθον εις το Άργος και άνοιξαν δύο μαγαζιά του Χαραλάμπους Περρούκα και του Σταματέλου Αντωνοπούλου, και τα εγύμνωσαν. Έπειτα ανεχώρησαν δια Ναύπλιον.

 Μετά τρεις ημέρας ύστερον εβγήκαν από το Ναύπλιον έως 300 ιππείς και ήλθον εις Δαλαμανάραν και έστειλαν εις Άργος τον Χουσείναγα Γεσιρλή και εστάθη έξω εις τον Άγιον Βασίλειον και επροκάλεσε πέντε – έξ Αργείους δια να ομιλήση περί τα τρέχοντα. Αυτοί του είπαν ότι είναι έως τρεις χιλιάδες κλέπται και έχουν δεμένους όλους τους οικοκυραίους. Έπειτα τον ετουφέκισαν (σημ: επυροβόλησαν). Αυτός δε ανεχώρησε δια Δαλαμανάραν λέγων εις τους συντρόφους του ότι εις το Άργος είνε έως τρεις χιλιάδες κλέπται. Αυτοί δε επέστρεψαν δια Ναύπλιον, και έκτοτε πλέον δεν εβγήκαν και ούτω τους επολιορκήσαμεν».

Το σημείωμα αυτό είναι ιδιαιτέρως αξιόπιστο. Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι:

«Οι άρχοντες Άρχους, Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ήσαν αδύνατοι και μάλιστα οι Μπερουκαίοι, οίτινες κατά τας αρχάς της επαναστάσεως δειλά εσυλλοχίζοντο, νομίζοντες ότι η επανάστασις δεν θα ηυδοκίμει εξ εναντίας ο θεόδ. Βλάσσης ήτο πλούσιος και είχεν υιούς πολλούς, φύσει δε μαλακός είχε πολύν ενθουσιασμόν, αλλ’ ήτο άτολμος. Πρώτος όστις εσύστησε την καγκελλαρίαν του Άργους ήτο ο Σταματέλος Αντωνόπου­λος, ο οποίος μετά του Νικ. Σπηλιωτοπούλου και του Αθανασίου Καϋμένου ή Ασημακοπούλου εκίνησαν την επανάστασιν και ενωθέντες μετά των Αργείων και Ολυμποχωριτών εσχημάτισαν σώ­ματα στρατιωτών δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου».

Δημήτριος Τσώκρης

Κατά μια άλλη πηγή, (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 38) την επανάσταση στο Άργος διοργάνωσε ο επιφανής Αργείος Σταματέλος Αντωνόπουλος. Την νύκτα της 23 – 24 Μαρτίου συνάθροισε 30 χωρικούς, τους οποίους είχε προμηθεύσει κρυφά με όπλα, και απέστειλε με την συνοδεία τους την οικογένειά του στο Σοφικό Κορινθίας, προκειμένου να την εξασφαλίσει στον εκεί ευρισκόμενο οχυρό πύργο του. Αυτός δε με άλλους οπλοφόρους περιήλθε διάφορα χω­ριά της Αργολίδας, για να εξεγείρει τους κατοίκους κατά των Τούρ­κων, και μάλιστα με κεντρικό σκοπό την πολιορκία του Ναυπλίου. Ο Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος κατόρθωσε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία από όλους τους Έλληνες του Ναυ­πλίου, μόνον τον Ιωάννη Ιατρού, και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου, γιατί το Ναύπλιο ήταν τουρκικό κέντρο όπως είδαμε και πιο πάνω (στο Ναύπλιο υπήρχαν τότε 860 τουρκικές οικογένειες και 25 μόνον ελληνικές πτωχές ψαράδων, που κατοικούσαν στον ψαρομαχαλά). Στο Άργος μύησε τους Ιωάννη Περρούκα, Σταμ. Αντωνόπουλο και τους αδελφούς Βλάσση.

Επίσης ο Μητροπολίτης Γρηγόριος είχε μυήσει τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, Θεοδόση Μπούσκο στο Τζαφέρ Αγά, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονο του Αθανάσιο Σολιώτη και τον ιε­ρέα του Αχλαδοκάμπου παπα-Κωνσταντή. Μέλη της Φιλικής Εται­ρείας, ήσαν και άλλοι Αργείοι, όπως ο  Μι­χαήλ Κάββας, ο ιερεύς Νικόλαος Οικονόμου, ο Ευθύμιος Κάβρας, ο Παναγιώτης Πασχαλινόπουλος κ.ά.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Σύμφωνα με τον Φραντζή (Επιτομή της Ιστορίας κλπ., τόμ. Β’, σελ. 101 κ.έ.) την 2αν Απριλίου στρατολογήθηκαν 600 περίπου Κρανιδιώτες, Καστρίτες και μερικοί από όλα τα χωριά του Κάτω Ναχαγιέ με επί κεφαλής τον Γκίκα Μπόταση από τις Σπέτσες, τον ατρόμητο παπα-Αρσένιο Κρανιδιώτη και τον Νικόλαο Σταματελόπουλο (αδελφό του Νικηταρά) και τοποθετήθηκαν στη θέση Κατσίγκρι και Άρια, συγκροτώντας δύναμη κρούσης για την  πολιορκία του Ναυπλίου.

Την ίδια ημέρα η τοπική διοίκηση του Άργους στρατολόγησε για την πολιορκία του Ναυπλίου 900 στρατιώτες από τους κα­τοίκους της πόλης και των χωριών της επαρχίας Άργους, εκ των οποίων πολλοί που δεν είχαν όπλα έφτιαξαν την στιγμή εκείνη λόγχες σιδερένιες στους  σιδηρουργούς, τις οποίες στερέωσαν σε μακριά ξύλα και ακολουθούσαν τους άλλους οπλοφόρους. Οι 900 Αρ­γείοι συνήλθαν στο Κατσίγκρι, συναντήθηκαν με τους Κρανιδιώτες και σχημάτισαν ένα σώμα, συνέχιζαν δε την πολιορκία, προσέχοντας κυρίως για πιθανή έξοδο των Οθωμανών από το Ναύπλιο.  Η διοίκηση του Άργους έστειλε ανθρώπους και έφερε από τις Σπέτσες πυρίτιδα, την οποίαν έφεραν μέσω Λεωνιδίου εντός τριών κιβωτίων.

Οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποκλεισθέντες απεφά­σισαν να αποβιβασθούν με πλοιάρια στους Μύλους (4 Απριλίου) για να συλλέξουν τρόφιμα, αιγοπρόβατα, βόδια, αγελάδας κλπ. Η τοπική διοίκηση του Άργους υποψιάστηκε την απόβαση και έ­στειλε 203 οπλοφόρους να προκαταλάβουν τους Μύλους. Μόλις έφθασαν κοντά στους Μύλους οι Τούρκοι, έγινε μάχη μετά των 200 Αργείων, έφθασε δε και η Μπουμπουλίνα μετά του πλοίου της και άλλα τρία πλοία. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν στο Ναύπλιο χωρίς να μπορέσουν να συλλέξουν τρόφιμα, αλλά ούτε και το έδαφος των Μύλων να πατήσουν (7 Απριλίου). Επίσης οι Τούρ­κοι αποκρούσθηκαν και στο Κατσίγκρι.

Στις 10 Απριλίου συνέβη ατυχές για τους πολιορκητές του Ναυπλίου επεισόδιο. Κατά την προηγούμενη ημέρα μερι­κοί Τούρκοι με βάρκες μετέβησαν στους Αφεντικούς λεγόμενους Μύλους της Λέρνης για να παραλάβουν από τους υδρό­μυλους το αλεύρι της φρουράς Ναυπλίου, αλλά βλέποντας από μακριά Έλληνες στην ακτή δεν τόλμησαν καν να αποβιβαστούν και επέστρεψαν άπρακτοι στο φρούριο. Αυτό εξόργισε τους κορυφαίους των Τούρκων και την επόμενη, 10ην Απρι­λίου, ημέρα του Πάσχα, έκαναν επιθετική έξοδο με μεγάλη δύναμη στρατιωτών εναντίον των Ελλήνων που γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και είχαν μεθύσει. Η τουρκική αυτή επιχείρηση πέτυχε. Οι Έλληνες διασκορπίσθηκαν και σκοτώθηκαν απ’ αυτούς 23, μεταξύ των οποίων και ο ηγούμενος της μονής Αυγού. Οι Τούρκοι συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον Γ. Λεμπέση, από το Κρανίδι, τον οποίο σούβλισαν. Με αυτό τον τρόπον λύθηκε η πολιορκία του Ναυπλίου.

Αμέσως όμως τότε αποβιβάσθηκε στους Μύλους και ήρθε στο Άργος την Τετάρτη της Διακαινησίμου η Μπουμπουλίνα με τον γιο της Ιωάννη ή Γιάννο Γιάννουζα και τον Γκίκα Μπόταση. Έφεραν χρήματα, πολεμοφόδια και πολεμικό θάρρος. Η Μπουμπουλίνα ήταν έφιππη και οπλοφορούσε. Οι Αργείοι την υποδέχτηκαν σαν βασίλισσα. Αμέσως έγινε σύσκεψη των προκρίτων και οπλαρχηγών. Στην σύσκεψη αυτή η Μπουμπουλίνα και ο Μπότασης πρότειναν την επανάλη­ψη της πολιορκίας του Ναυπλίου με πιο συστηματικό τρόπο. Η γνώμη τους έγινε δεκτή και αποφασίστηκε να ανατεθεί η αρχηγία στον Στάϊκο Σταϊκόπουλο. Η στρατοπέδευση έγινε κοντά στο χωριό Κατσίγκρι. Εκεί υπήρχε παλαιός πύργος, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οχύρωμα εναντίον κάθε επιδρομής των Τούρκων του Ναυπλίου (Δ. Κοκκίνου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Β’, σελ. 150 κ.έ.). Μετά το Πάσχα ήρθε στο Άργος, προερχόμενος από την Κων­σταντινούπολη, ο Τσώκρης και τότε συστήθηκε στρατόπεδο στον Αχλαδόκαμπο.

Στη συνέχεια ο Στάϊκος διαθέτοντας δύο μικρά κανό­νια κάμπου και 200 Έλληνες συνενώθηκε με 80 Αχλαδοκαμπίτες και κατέλαβε τον Αχλαδόκαμπο, για να αποκλείσει την μεταξύ της Τριπολιτσάς και του Ναυπλίου συγκοινωνία και να ματαιώσει την ενδεχόμενη αποστολή τουρκικής βοήθειας.

Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του σχετικά με τις προετοιμασίες της Επανάστασης και τα εξής:

« Ο Νικ. Περρούκας από το Άργος έγραψε γράμμα και έλεγε να υπάγουν οι στρατιώται των δύο χωρίων Δουμενιά και Χαλκιάνικα εκεί, επειδή τα δύο χωρία αυτά ήσαν του Άργους, το δε Άργος τότε είχε χωρία ιδικά του εις άλλας επαρχίας, διότι όπου εκατοικούσεν ο Αγάς, όστις ώριζε το χωρίον, εις εκείνην την επαρχίαν και αυτό ανήκεν. Ο δε Περρούκας ως προεστώς του Άργους ήθε­λε να συγκεντρώση εκεί όλους τους στρατιώτας της επαρχίας.

Προ­τού δε οι στρατιώται των άνω χωρίων αναχωρήσουν, ήλθε γράμμα από τον Ανδρέαν Νοταράν προς τον Ναθαναήλ ηγούμενον του Μο­ναστηρίου Αγίου Γεωργίου, λέγων προς αυτόν να εμποδίση τους Χριστιανούς να μη κάνουν κανένα κίνημα κατά των Τούρκων, διότι ούτοι θα έβγουν, θα σκοτώσουν και θα αιχμαλωτίσουν τον κόσμον. Αλλ’ αυτοί δεν άκουσαν τον Νοταράν, αλλ’ εσυνάχθησαν όλοι και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου όπου ηύραν τον Περρούκαν, όστις τους επήρε και τους ωδήγησε εις το Άργος».

Ομοίως ο Φωτάκος αναφέρει και τα εξής:

« Οι Τούρκοι του Ναυπλίου εβγήκαν τότε από το φρούριον και οι στρατιώται μαθόντες την έξοδόν των επήγαν και τους επολέμησαν και ύστερον κατά την επιστροφήν των εις το Άργος οι εναντίοι του Περρούκα και του Βλάσση ψευδώς διέδωκαν ότι οι Τούρκοι έρχονται από την Τριπολιτσάν και δια τον αιφνίδιον φόβον ο κόσμος ανεμοσκορπίσθη και τότε αμέσως κατά την γενομένην εκείνην ταραχήν διεδόθη εις τον όχλον ότι ο Περρούκας τους επρόδωσε, λέγοντες ότι αυτός έστειλε γράμμα εις τους Τούρκους κρυμμένον μέσα εις το ψωμί, και ότι τά­χα το γράμμα αυτό επιάστη και τοιουτοτρόπως ο κόσμος αγανά­κτησε και έκαμεν όρκον να τους καύση μέσα εις το σπίτι των.

Ταύτα μαθόντες οι Περρουκαίοι και ο Θ. Βλάσσης, οι οποίοι τότε ήσαν ενωμένοι, έφυγαν και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου, όπου ο Περρούκας είχε και την οικογένειάν του. Έπειτα δε ήλθεν ο Παπαγιώργης και ο Αναγνώστης Γκελμπερής από του Κοσμά, διότι τότε τα λεγόμενα Ολυμποχώρια ανήκον και αυτά εις την επαρχίαν Άργους. Αφού δε οι στρατιώται ήλθαν από το στρατόπεδον του Ναυ­πλίου επήγαν και εζήτησαν από το κονσολάτον δύο συντρόφους του Πιερρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν Χάϊνταν Νικολόπουλον, Καλαβρυτινούς, τους οποίους εκράτουν διό­τι δεν εγράφησαν εις το κονσολάτον.

Τούτους απέλυσαν οι εναντίοι του Περρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν εις την πατρίδα των. Επειδή δε συνέβη η σύγχυσις αύτη, έκτοτε πλέον οι Χαλκιανίται και οι Δουμενίται εχωρίσθησαν από το Άργος και επήγαν εις την επαρχίαν των, τα Καλάβρυτα».

Μηνάς τινας μετά την σύστασιν της καγκελλαρίας (τοπικής επιτροπής διοικήσεως τα του πολέμου) του Άργους εγένετο ταραχώδης διαδήλωσις κατά μελών αυτής. Κατά την διαδήλωσιν ταύτην εζητείτο η αλλαγή των εφόρων (μελών) δια του Γεωργίου Αντωνοπούλου, υιού του Σταματέλου Αντωνοπούλου και του Θεοφανοπούλου.

Κατ’ αυτήν δε εκτυπήθη δια μαχαιρών και ξύλων ο εκ των μελών Ανδρίκος Τζώρτζης. Οι διαδηλωταί διεσκορπίσθησαν. Την 4ην Σεπτεμβρίου 1821 εζητήθη η αντικατάστασις των εφόρων (δια τα άτακτα και αχρεία φερσίματά των)».

Από αυτά όλα φαίνεται ότι τα μέλη της καγκελλαρίας δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του κοινού. (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 40 – 42).

 

Πηγές


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, « Η Επανάστασις εν Άργει», σελ.227-228. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.
  •  Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», Τόμος πρώτος σελ. 87-88, Εκδόσεις, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1993.

Read Full Post »

Ο Δράμαλης στο Άργος (1822) 


  

Ελεύθερη απόδοση κειμένου του Δ. Θ. Καμαρινού,

που έχει δημοσιευτεί στο Αργολικό Ημερολόγιο του έτους 1910.

 

Δράμαλης, ξυλογραφία του 1890.

1822. Ο Δράμαλης εισβάλει ορμητικά στο Άργος. Οι μάχες μαίνονται. Κάποιοι Αργείτες  βρίσκουν καταφύγιο στο κάστρο της Λάρισας και άλλοι στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας.

Οι Τούρκοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν 500 περίπου 18χρονους αλλά και πιο μικρούς, που μπορούσαν όμως να σηκώσουν τουφέκια υπέρ της Πατρίδας και τους φυλακίζουν σε κάποια δωμάτια που υπήρχαν στη συνέχεια του προαυλίου του σχολείου Κυπαρίσση, την μετέπειτα κατοικία του Εφέτη Ν. Οικονόμου. Επί τρεις ημέρες οι Τούρκοι κάθε πρωί τους δίνουν ένα ξεροκόμματο ψωμί και λίγο νερό. Την τέταρτη οι πασάδες παίρνουν απόφαση να τους αποκεφαλίσουν, αποσιωπώντας – όπως αποδείχτηκε – την σκληρότατη απόφασή τους από τον Στρατάρχη Δράμαλη.

Ο Δράμαλης, κι εκείνο το πρωί – έτσι έκανε καθημερινά – βγήκε στο παράθυρό του, που γειτόνευε με τα κελιά της πρόχειρης φυλακής, να πιει τον καφέ του. Ακούει το σάλεμα των παιδιών, την ξερή κλαγγή των μαχαιρών και το άγριο κι απότομο άνοιγμα της πόρτας. Καταλαβαίνει τι γίνεται. Αγριεύει. Πριν προλάβει κάποιος από τους στρατιώτες να χρησιμοποιήσει την μαχαίρα του , ο Δράμαλης προβάλλει στην αυλή με τον καφέ στο χέρι.

– Όποιος τολμήσει να βάλει σπαθί σε παιδιού κεφάλι, θα χάσει πρώτα το δικό του, τους λέει με την βροντερή φωνή του.

Ύστερα συγκαλεί Συμβούλιο. Δίνει εντολή στους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να περιφέρουν τα παιδιά στους δρόμους και τους ληνούς της πόλης.

Οι Τούρκοι οδηγούν τα Ελληνόπουλα στην πόλη…

… ένθα έμενον άταφα και όζοντα πτώματα γονέων, και αδελφών, συγγενών και φίλων, άλλα μεν εστημένα όρθια εντός των ληνών και έχοντα παρά τους πόδας τας κεφαλάς, άλλα εις τους τοίχους όρθια επίσης και επί των τοίχων αι κεφαλαί με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς, και άλλα ερριμένα το εν επί του άλλου εις το μέσον των οδών, τα πλείστα ακέφαλα…

Οι Τούρκοι αναγκάζουν τα παιδιά να πατούν πάνω στα πτώματα για να διαβούν τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης. Σκόπιμα. Θέλουν να προσβάλουν τους νεκρούς και να εκφοβίσουν τα παιδιά. Να επιδείξουν την ισχύ τους και να τα κάνουν να πιστέψουν, να υπακούσουν και έτσι ευκολότερα να σκύψουν το κεφάλι, στην Τουρκική εξουσία.

Εκείνο τον καιρό όμως, τα πηγάδια του Άργους ακόμη και ο ποταμός  Ερασίνος στερεύουν. Ο Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους του καίει τα σπαρτά και τις θημωνιές της πεδιάδας. Η δίψα βασανίζει τα στρατεύματα του Δράμαλη. Εκείνος, βρίσκεται σε απόγνωση. Οι στρατιώτες του πεινούν και διψούν. Τα ζώα πεθαίνουν. Δίνει την  διαταγή. Εγκατάλειψη της πολιορκίας του μοναστηριού και του φρουρίου. Ένα μεγάλο δίλλημα τον βασανίζει. Κόρινθος ή Τρίπολη; Παίρνει την μοιραία απόφαση. Στην Κόρινθο.

Τα παιδιά σώζονται. Κανείς δεν νοιάζεται τώρα γι᾽ αυτά. Άλλα απασχολούν τους Τούρκους. Τα στρατεύματα παίρνουν το δρόμο για την Κόρινθο.  Στα Δερβενάκια, κοντά στον Άγιο-Σώστη υπέστησαν πανωλεθρίαν παρά του σώματος του Στρατηγού Κολοκοτρώνη.

Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε και ένα γεγονός που συνέβη, κατά την πολιορκία του μοναστηριού.

Οι κλεισμένοι Αργείτες βασανίζονται κι αυτοί από την δίψα. Μερικοί πίνουν τα ούρα τους κι άλλοι μασούν σφαίρες για να σβήσουν την φουντωμένη δίψα τους. Η θεία πρόνοια όμως τους φροντίζει. Φαίνεται, ότι μεταξύ των Τούρκων υπάρχει κι ένας κρυπτοχριστιανός. Κάθε βράδυ – από το πίσω παραπόρτι της μονής – τους προμηθεύει νερό καθημερινά. Στην αρχή οι κλεισμένοι φοβούνται μήπως το νερό να είναι δηλητηριασμένο. Στο τέλος πείθονται και δέχονται την βοήθεια. Η λειψυδρία, το κάψιμο των σπαρτών και η έξυπνη κίνηση του Κολοκοτρώνη να ανάψει την νύχτα μεγάλες φωτιές στα γύρω βουνά του Άργους, αναγκάζουν τον Δράμαλη να εγκαταλείψει με το στράτευμα του  το Άργος και την Αργολική πεδιάδα.

  

Πηγή


  •  Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο Δράμαλης εν Άργει και οι αιχμαλωτισθέντες 500 και πλέον νέοι», σελ.142-144. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.

Read Full Post »

Καραμουτζάς Θεοδόσιος

 

Πλούσιος κτηματίας και καπετάνιος του 1821. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Δημητρίου Τσώκρη και για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.* Επίσης, όπως προκύπτει από έγγραφα, διετέλεσε δήμαρχος Άργους το 1865.**

Η ιστορική οικογένεια Καραμουτζάδων έμενε στα Γεφύρια*** και η γειτονιά παλιότερα, και πριν το 1821, ονομαζόταν Καραμουτζά Μαχαλάς. Οι πληροφορίες μας για τον Καραμουτζά είναι λιγοστές. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν υπάρχει ο φάκελός του, ο οποίος θα περιείχε στοιχεία. Αυτό δε σημαίνει πως δεν πολέμησε· είναι γνωστό ότι πολλοί αγωνιστές δεν έκαμαν αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών τους.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ιστορία Ι. Ζεγκίνη, σ. 332.

** Βλ. περ. «Αναγέννηση», τχ 329, σ. 12.

***  Το όνομα Γεφύρια είναι μεταγενέστερο και οφείλεται σε γεφύρι που υπήρχε για τη διέλευση των πεζών.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Φιλανθρωπική Εταιρεία Ναυπλίου 1824

 

 

Το ευρύτερο και γενναιότερο επίτευγμα στα χρόνια της Επανάστασης είναι η ίδρυση και λειτουργία της Φιλανθρωπικής Εταιρείας Ναυπλίου. Τόσο από την άποψη του αριθμού των μελών και την ποιότητά τους όσο και από την πατριωτικοπολιτική και κοινωνική δραστηριότητα και προσφορά της. Τα περιστατικά και οι ζυμώσεις γύρω από την ίδρυσή της δεν είναι γνωστά. Πάντως συνδέονται με την επικράτηση της Κυβερνητικής μερίδας υπό τον Γ. Κουντουριώτη.

 

Η σφραγίδα της Φιλανθρωπικής Εταιρείας

Η σφραγίδα της Φιλανθρωπικής Εταιρείας

Η Φιλανθρωπική Εταιρεία και η σύγχρονή της Φιλόμουσος των Αθηνών δεν έχουν σχέση με συνωμοσίες και επαναστατικές ενέργειες. Στοχεύουν σε καθαρά κοινωνικές, μορφωτικές και φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Τα πιο πολλά μέλη της έχουν σπουδάσει στην Ευρώπη και διαθέτουν φιλελεύθερες αρχές. Είναι φιλοδυτικοί και ορισμένοι εξ αυτών ανήκουν στην Τεκτονική Στοά του Ναυπλίου.

Ο «Διοργανισμός» της αναφέρει ότι «εγράφη εν Ναυπλίω την α΄Αυγ. 1824, έτος σωτήριον και Δ΄της ανεξαρτησίας της Ελλάδος». Στις βασικές διατάξεις του Καταστατικού της αναφέρεται ότι δεκτός ως μέλος μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε, οιουδήποτε Γένους και Έθνους.

 

Τα μέλη της Εταιρείας είναι τριών τάξεων.

Πρώτης τάξεως είναι όσοι συνεισφέρουν χρηματικά και συμμετέχουν ενεργά στην λειτουργία της.

Δεύτερης τάξεως, όσοι χρηματικά μόνον συνεισφέρουν.

Τρίτης δε, όσοι δεν μπορούν να συνεισφέρουν χρηματικά αλλά συμμετέχουν ενεργά.

 

Σκοπός και στόχος της Εταιρείας είναι η περίθαλψη των πτωχών, ασθενών, χηρών, και ορφανών και η εκπαίδευση των ορφανών και απόρων. Έδρα της Εταιρείας ορίζεται  η έδρα της Διοικήσεως. Η Εταιρεία διοικείται από επταμελή Επιτροπή ( Διοικητικό Συμβούλιο). Δικαίωμα συμμετοχής σε αυτήν έχουν μόνο τα μέλη της πρώτης τάξεως. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής αναδεικνύεται μετά από κλήρωση και η θητεία του διαρκεί ένα μήνα. Στην Επιτροπή προβλέπονται θέσεις Γραμματέα, Ταμία και Αποθηκαρίων που συνεπικουρούνται από βοηθούς Γραμματείς. Η οριστική σχηματοποίηση της Εταιρείας γίνεται με την β΄προκαταρκτική συνεδρίαση των ιδρυτικών μελών στις 6 Αυγούστου.

 

Ο κανονισμός της δημοσιεύεται στην « Εφημερίδα Αθηνών» στις 15, 18 Οκτωβρίου 1824. Εκεί αναφέρεται ότι η Διοικούσα επιτροπή εκλέγεται από τα μέλη της πρώτης και δεύτερης τάξεως και η θητεία της είναι διετής. Το σχήμα της σφραγίδας είναι ωοειδές και φέρει στο μέσον τον Απόλλωνα με την λίρα του. Περιμετρικά γράφει τον τίτλο της εταιρείας και κάτω τα στοιχεία ΑΩΚΔ.

 

Είναι αλήθεια ότι η Φιλανθρωπική Εταιρεία ιδρύθηκε με τις ευλογίες της Κυβέρνησης για ενδυνάμωση του γοήτρου της στο λαό και την ενίσχυση της εξωτερικής της πολιτικής. Ο Υδραίος Πρόεδρος της Κυβέρνησης Γεώργιος Κουντουριώτης και ο αδελφός του Λάζαρος, είναι από τους πρώτους που έσπευσαν να εγγραφούν μέλη της, πρώτης τάξεως. Όλες οι εφημερίδες, διάκεινται φιλικά προς αυτή και πρόθυμα δημοσιεύουν κάθε τι που αφορά στην δράση, στις ανακοινώσεις, στα πρακτικά των Συνελεύσεων, στους ερανικούς καταλόγους κ.λ.π. της Εταιρείας.

 

Στις 7 Αυγούστου συγκροτείται γενική συνέλευση στον ναό της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά. Εκεί ψηφίζεται η επταμελής επιτροπή στην οποία αναθέτουν την διαχείριση της εταιρείας επί διετία. Είναι τόση η απήχηση της εταιρείας και η αποδοχή της, ώστε δημιουργούνται κι άλλες υποεπιτροπές στην Αθήνα, στο Μεσολόγγι, στην Ύδρα  κ.α.

 

Στο ταμείο της εταιρείας από εισφορές συγκεντρώνονται πολλά χρήματα. Στις 9 Μαρτίου 1825 στο ταμείο υπάρχουν 12.981 γρόσια. Από αυτά, 2000 γρόσια προέρχονται από την Φιλελληνική Εταιρεία του Λονδίνου, τα οποία κατατέθηκαν από τον Ε. Βλάκιερ.

 

Το 1826 ο Αδαμάντιος Κοραής προσφέρει μέσω του Θεόκλητου Φαρμακίδη, 100 βιβλία από τα Πολιτικά του Πλουτάρχου και άλλα 100 από τους διαλόγους. Επίσης από ομογενή και φιλογενή  ανώνυμο,  300  βιβλία  από  τον « Λυκούργον  κατά  Λεωκράτους » και 300  από το « εγχειρίδιον του Επικτήτου». Βέβαια, τα πιο πολλά χρήματα έρχονται από τις φιλανθρωπικές εταιρείες της Ευρώπης, καθώς οι Φιλέλληνες  από τις 24 Οκτωβρίου μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου 1827, στέλνουν 67.976, 87 φρ. Αλλά και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προσφέρει 700 γρόσια στον ταμία Κ. Δελιγιάννη προκειμένου να αγοράσει γραφική ύλη για το Αλληλοδιδακτικό σχολείο της εταιρείας.

Η εταιρεία με τα χρήματα αυτά, διατηρεί Νοσοκομείο στο Ναύπλιο για τους πρόσφυγες και τους φτωχούς μέχρι το Φεβρουάριο του 1826, οπότε την συντήρηση του Νοσοκομείου ανέλαβε το Δημόσιο. Η εταιρεία αμέσως ιδρύει το «Αλληλοδιδακτικής Σχολείον» με δάσκαλο τον Γεώργιο Κωνσταντίνου.

 

Η πιο μεγάλη όμως υπηρεσία που προσφέρει η εταιρεία στον Αγώνα, είναι η ιστορική συγκέντρωση στον πλάτανο του Ναυπλίου, όπου διακρίθηκε για τον πατριωτισμό του ο Γ. Γεννάδιος. Τότε επέρχεται η συμφιλίωση, η συναδέλφωση και ο ενθουσιασμός, έπειτα από τόσα δεινά, τον εμφύλιο σπαραγμό, τον Ιμπραήμ, την πτώση του Μεσολογγίου. Οι φωτισμένοι άνδρες της Φιλανθρωπικής Εταιρείας πρωτοστατούν. Ο Ν. Γερακάρης, Δ. Ορφανός, Αντ. Τσούνης, Π. Μαρκέζης, Κ. Πολυχρόνης, Φ. Ηλιάδης και Γ. Γεννάδιος, απαρτίζουν την Δημοτική Επιτροπή αυτοπροαίρετης εισφοράς που θαυματούργησε.

 

Τον Ιούνιο του 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας εκδίδει απαγορευτική εγκύκλιο κατά της λειτουργίας εταιρειών. Η απαγόρευση συμπαρασύρει και την Φιλανθρωπική Εταιρεία Ναυπλίου.

  

 

 

Πηγή

 

  • Σταύρος Χ. Σκοπετέας, Φιλόλογος, Διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Βουλής, «Μυστικές εταιρείες κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1958,  Αθήνα 1957.

 

Read Full Post »

Περούκας ή Μπερούκας Ιωάννης (†1821)

 

Πρωτότοκος γιος του Νικόλαου Περούκα από το Άργος και εθνομάρτυρας. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αναγνωσταρά το 1819. Είχε ιδρύσει το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους το 1798 . Παραμονές της επανάστασης οι Τούρκοι κάλεσαν τους άρχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου στην Τρίπολη. Πολλοί απ’ αυτούς ανυποψίαστοι υπάκουσαν και πήγαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Ιωάννης Περούκας, ο οποίος μετέβη στην Τρίπολη μαζί με το δεσπότη Αργοναυπλίας Γρηγόριο Καλαμαρά και ρίχτηκαν στη φυλακή μαζί με τους άλλους. Οι Τούρκοι έλπιζαν πως φυλακίζοντας τις κεφαλές, οι Έλληνες δεν θα επαναστατούσαν.

 

Ακολούθησε η πολιορκία της Τριπολιτσάς και μέχρι την άλωσή της (23 Σεπτεμβρίου 1821) οι περισσότεροι από τους φυλακισμένους πέθαναν από τις στερήσεις και τις κακουχίες, γιατί ήταν άθλιες οι συνθήκες διαβίωσής τους. Τους είχαν ρίξει σε μια υπόγεια υγρή φυλακή και τους είχαν περάσει αλυσίδες στο κορμί. Ο Ιωάννης Περούκας, επιστρέφοντας στο Άργος μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, πέθανε από εξάντληση στον Αχλαδόκαμπο.

 

Η οικογένεια Περούκα μνημονεύεται από τα μέσα του 17ου αι. με γενάρχη κάποιον Γιαννάκη Περούκα. Δισέγγονος του Γιαννάκη ήταν ο Νικόλαος Περούκας, ο οποίος εκτός από τον Ιωάννη, είχε άλλους δύο γιους, το Χαράλαμπο και το Δημήτρη, και μία κόρη, την Ευδοκία την οποία παντρεύτηκε ο Δημήτριος Ζαΐμης από την Κερπινή Καλαβρύτων το 1796.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Read Full Post »

Βλάσσης Χρήστος


 

Προεστός του Άργους στις παραμονές του Αγώνα, φιλικός και πρώτος δήμαρχος της πόλης του Άργους. Έλαβε μέρος στην επανάσταση και διετέλεσε πληρεξούσιος σε όλες σχεδόν τις εθνοσυνελεύσεις, καθώς και σ’ εκείνη που συνήλθε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Επίσης, διετέλεσε έπαρχος Ναυπλίου (1823), Σύμβουλος Επικρατείας και αργότερα Γερουσιαστής (1844-49). Ο Χρήστος Βλάσσης υπήρξε ο πρώτος δήμαρχος του Άργους (1834-1838).

Η ιστορική και επιφανής οικογένεια των Βλάσσηδων προερχόταν από την Κοτίτσα του Νομού Λακωνίας. Φαίνεται πως κάποιος Χρήστος Βλασσόπουλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ιδιαίτερή του πατρίδα μετά την ατυχή επανάσταση του 1770 και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στο Άργος.

Γιος του ήταν ο Θεόδωρος Bλάσσης, ο οποίος διετέλεσε και πρώτος μινίστρoς δικαίου (υπουργός δικαιοσύνης) το 1822. Με τη γυναίκα του Ασημίνα απέκτησε έντεκα παιδιά. Ίσως ο Χρήστος Βλάσσης, ο πρώτος δήμαρχος Άργους, να ήταν ο επιφανέστερος. Ο αδελφός του Ιωάννης ήταν γιατρός και διετέλεσε δήμαρχος Άργους την περίοδο 1855- 1858 και βουλευτής 1844, 1859, 1861). Ο άλλος του αδελφός, ο Κωνσταντίνος, που ήταν κτηματίας στην περιοχή του Άργους, έγινε δήμαρχος Σικυώνος. Η αδελφή τους Ελένη ήταν σύζυγος του εθνομάρτυρα Ιωάννη Περούκα. Η άλλη τους αδελφή, η Αλεξάνδρα, παντρεύτηκε τον Σπύρο Σπηλιωτόπουλο από τη Δημητσάνα.

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Η οικία του πρώτου Δημάρχου της πόλης του Άργους Χρήστου Βλάσση (1834-1838), βρίσκεται νότια του Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης. Είναι διώροφο κτίσμα με τετράρριχτη κεραμωτή στέγη και ξύλινη τραβηχτή κορνίζα σ’ όλο το περιμετρικό γείσο, χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής. Το σπίτι ήταν του πρώτου Δημάρχου της πόλης μας, αλλά κατά καιρούς δέχτηκε προσθήκες και μετατροπές. Σήμερα είναι ιδιοκτησία Ελένης Μητροκόλια. Έχει κηρυχτεί διατηρητέα (ΦΕΚ 592 Β/1983). Είναι σε άσχημη κατάσταση.

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

Οικία Χρήστου Βλάσση

 

 Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, «Άργος το πολυδίψιον» Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, «Καταστροφή του Δράμαλη», Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Read Full Post »

Αρχοντικό Δημητρίου Τσώκρη

 

Είναι διώροφη πετρόκτιστη οικία του 1829, από τα παλιότερα και καλύτερα νεοκλασικά του Άργους. Είναι σε σχήμα Π με σαμαρωτή κεραμωτή στέγη, η οποία στις άκρες καταλήγει σε τριγωνικές μετόπες (αετώματα). Το μνημείο διακρίνει απόλυτη συμμετρία και ευρυθμία. Η μεγάλη βεράντα του πρώτου ορόφου είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή με τα νεοκλασικά κολονάκια. Στηρίζεται σε δύο κίονες και σχηματίζει μεγάλο εξώστη για το ισόγειο.

Η οροφή του εξώστη είναι κυματοειδής. Τα χρώματά της, που διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση, είναι τα αυθεντικά, όπως και ο ζωγραφιστός μαίανδρος κάτω από την κορνίζα της στέγης. Στη δεξιά και αριστερή πλευρά του εξώστη έχουν εντοιχιστεί δυο επιτύμβια ανάγλυφα, τα οποία βρέθηκαν στα θεμέλια της οικοδομής το 1827. Το δεξιό παριστάνει ολόσωμη γυναίκα με στεφάνι στο χέρι, το οποίο προσπαθεί να φτάσει ένα γυμνό παιδί, προφανώς ο γιος της νεκρής μητέρας.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου. Αρχοντικό Τσώκρη 1967.

Ντιάνα Αντωνακάτου. Αρχοντικό Τσώκρη 1967.

 

Εσωτερικά το πλακόστρωτο δάπεδο διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση, όπως και η ξύλινη σκάλα με το θαυμάσιο σφυρήλατο καγκελάκι. Ο πρώτος όροφος είναι κλειστός και δεν προσφέρεται στον επισκέπτη. Εκεί ευρίσκονται έπιπλα του 19ου αιώνα, ίσως τα αρχικά, η σέλα του αλόγου του Όθωνα και το γραφείο του Καποδίστρια, τον οποίο φιλοξενούσε ο Τσώκρης, όταν παρεπιδημούσε στο Άργος. Άλλα αντικείμενα έχουν χαθεί, ενώ ο βαρύτιμος πολυέλαιος ευρίσκεται πιθανότατα στο εξοχικό του Ι. Ορλάνδου στις Σπέτσες, σύμφωνα με πληροφορίες. Πολλά από τα προσωπικά αντικείμενα του στρατηγού παραχωρήθηκαν από τον Ι. Ορλάνδο στο Δήμο, αλλά ορισμένα από αυτά πάλι χάθηκαν, ενώ τα υπόλοιπα σώζονται σε γυάλινη προθήκη στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δημ. Συμβουλίου.

Το μνημείο κηρύχθηκε διατηρητέο το 1965, αλλά ήδη είχε αρχίσει να πουλιέται σε οικόπεδα ο μεγάλος κήπος. Έτσι, κτίστηκε αργότερα διώροφη οικοδομή, η οποία έκρυψε τη δυτική πτέρυγα του αρχοντικού. Σήμερα ανήκει στους κληρονόμους Ιωάννη Ροδινού Ορλάνδου και έχει ανάγκη από επισκευή και συντήρηση.

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Σχολή του Άργους 1798

 

 

Το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους ιδρύθηκε το 1798 από τον ευπατρίδη και σεμνό προεστό Ιωάννη Περρούκα. Μόλις είχε αρχίσει να ξυπνάει η εθνική συνείδηση των σκλαβωμένων Ελλήνων και η διψασμένη ψυχή τους δεχόταν με αγαλλίαση κάθε παρηγορητικό μήνυμα από ομοεθνείς που ζούσαν και δρούσαν σε χώρες της Ευρώπης. Σε αυτά τα μηνύματα και τις παραινέσεις κυριαρχούσε η βαθειά επιθυμία και αδήριτη ανάγκη της πνευματικής  καλλιέργειας  των σκλαβωμένων παιδιών της Πατρίδας.

 

Από την Βενετία, όπου λειτουργούσε η περίφημη Σχολή των Ελλήνων, έφταναν μηνύματα αγάπης, υποστήριξης και προτροπής για μόρφωση.  Φλογεροί ιερωμένοι με περίσσιο ζήλο, αψηφώντας τους κινδύνους, επιχειρούσαν να ανεβάσουν το ηθικό των σκλαβωμένων αδελφών με πύρινους λόγους  και έσπερναν το σπόρο της αναγέννησης του Έθνους και της πνευματικής ανάπτυξης. Μόνον έτσι  θα προέκυπτε το πολυπόθητο αποτέλεσμα. Η Λευτεριά.

Ήδη, στην Αθήνα, στα Γιάννενα αλλά και στη Δημητσάνα λειτουργούσαν σχολεία και κάποιες ιερατικές σχολές.

 

Στην μείζονα περιοχή μας όμως, δεν υπήρχε κάποιο αντίστοιχο σχολείο. Ο Περρούκας, που ήξερε μερικά γράμματα, είχε χρήματα αλλά κυρίως λαχταρούσε την ελευθερία της υπόδουλης Πατρίδας, κατάλαβε ότι μόνον αν αναπτυχθεί η πνευματική και πολιτιστική κατάσταση του λαού θα κερδιζόταν η υπόθεση. Ύστερα από χρονοβόρες και μεγάλες προσπάθειες και θυσίες κατάφερε να άρει τις απαγορευτικές διαταγές των Τούρκων και κατάφερε να πραγματοποιήσει το όνειρό του.

 

Το σχολείο στεγάστηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας. Στα στενά κελιά της ακούστηκε ξανά ο Ελληνικός λόγος και τα Ελληνόπουλα του Άργους μάθαιναν γραφή, ανάγνωση, ιστορία και αριθμητική. Όλοι βοηθούσαν το σχολείο. Η κοινότητα, οι εύποροι Αργείοι με πρώτο τον Ιωάννη Περρούκα αλλά και ξένοι. Ακόμη και από την Πάτρα δέχτηκε το σχολείο μεγάλη οικονομική ενίσχυση. Ο αδελφός του Περρούκα Δημήτριος, που τότε ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ως πληρεξούσιος στην υψηλή πύλη του σουλτάνου, έδωσε εντολή στον Ιωάννη να καταθέτει για λογαριασμό του συμπατριώτη Βελισάριου Διογενίδη, 300 γρόσια  το μήνα στο Διευθυντή της σχολής Ησαΐα Λεονάρδο. Ήταν τόση η τιμιότητα και η καθαρότητα του Ιωάννη Περρούκα που στο βιβλίο των οικονομικών του, καταχωρούσε λεπτομερώς τα χρήματα που προορίζονταν για το σχολείο.

 

Ο Φραντζής, εκτός του Ησαΐα Λεονάρδου, αναφέρει ακόμα ονόματα διδασκάλων και υποδιδασκάλων της Σχολής του Άργους: Νικηφόρος 1813, Ιωάσαφ 1816, Νεόφυτος 1811, κ.α.

 

Στα τέλη της Τουρκοκρατίας ή στις αρχές της Επανάστασης το σχολείο μεταφέρθηκε μέσα στο Άργος. Αργότερα, στις αρχές του 1825, το σχολείο μετατράπηκε σε κρατικό. Οι Ελληνικές αρχές του έδωσαν τον τίτλο « Το έν Άργει Κεντρικόν σχολείον της Ελλάδος». Αυτό το πνευματικό ίδρυμα του Άργους, μετά 27 χρόνια λειτουργίας και προσφοράς, ισοπεδώθηκε από τον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1825.

 

Ας θυμίσουμε, ότι ο ευεργέτης και εμπνευσμένος ιδρυτής του πρώτου σχολείου του Άργους Ιωάννης Περρούκας, πιάστηκε όμηρος από τους Τούρκους και ύστερα από έξι μήνες φυλάκισης και μαρτυρικής ζωής στην Τρίπολη, παρέδωσε το πνεύμα στο Δημιουργό του.   

 

Πηγή

 

 

Read Full Post »

 Λύκος Γεώργιος  ή Χελιώτης – Οπλαρχηγός

 

Η καταγωγή του  Γεωργίου Λύκου ή Χελιώτη ήταν από το Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. Έδρασε προεπαναστατικά αλλά κυρίως κατά την Επανάσταση. Ο Κλεφταρματολός Α. Γρηγοριάδης από την Μεσσηνία στα κείμενά του αναφέρει ότι:  Όταν το Φεβρουάριο του 1805 οι Κλέφτες και Αρματολοί της Πελοποννήσου νικήθηκαν κατά κράτος από τον Μώρα – Βαλή της Τριπολιτσάς, Βελή πασά ( γιό του Αλή πασά των Ιωαννίνων) μεταξύ των αγωνιστών ήταν και ο Λύκος. Αυτός, και άλλοι διασωθέντες ( Θ. Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Κεφάλας, Πετμεζάς, Δαγρές κ.ά)  κατάφυγαν αρχικά στη Λακωνία και κατόπιν μέσω  Γυθείου, έφτασαν στις 18 Μαρτίου του 1805 στα Κύθηρα.

Εκεί, κατετάγησαν ως μισθοφόροι στον Ρωσικό στρατό. Αργότερα πήγαν στα Επτάνησα όπου και παρέμειναν μέχρι την ημέρα που κηρύχτηκε η Επανάσταση. Τότε,  όλοι γύρισαν στις πατρίδες τους. Ο Γεώργιος Λύκος αναδείχθηκε ένας από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, κυρίως υπό τις διαταγές του Γενικού Αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με το χαρακτηριστικό όνομα Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης.

 

Στο εγερτήριο σάλπισμα, ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης, συγκρότησε στρατιωτικό τμήμα από 90 Χελιώτες και έλαβε μέρος στην πρώτη πολεμική ενέργεια των Ελλήνων στην Αργολίδα. Την πολιορκία του Ναυπλίου στις 4 Απριλίου 1821. Μετά την πολιορκία, αφού ενώθηκε με τους Κορίνθιους αγωνιστές, δημιούργησε χιλιαρχία με την οποία έδωσε πολλές μάχες στην Κορινθία, Αργολίδα, Μεγαρίδα, Δερβενοχώρια  και την Στερεά Ελλάδα.

Τον Απρίλιο του  ̉21 με την κάθοδο του Κεγιάμπεη στην Κόρινθο και την πολιορκία της Ακροκορίνθου, τον βρίσκουμε υπερασπιστή του κάστρου και λίγο αργότερα πυρπολητή του παλατιού του Κιαμήλ Μπέη. Στα τέλη Μαΐου, συνδράμει τους συναγωνιστές του έξω από το Ναύπλιο που με επικεφαλής τον Νικήτα Σταματελόπουλο, δέχονται ισχυρές πιέσεις από τους Τούρκους του Ναυπλίου.  Τρέπει σε φυγή τους Τούρκους και ελευθερώνει όσους Χριστιανούς είχαν αιχμαλωτισθεί..

Στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε: …Στείλαμεν μ̉ άλλους εκατό τον γενναίον Γιωργάκη Χελιώτη, άξιον πολεμιστή και τίμιον Πατριώτη…

Σε όλο το διάστημα του Αγώνα τον συναντάμε να πολεμά ηρωικά τους κατακτητές.

 

Στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς στις 23/09/1821.

Στο Κριεκούκι  στα τέλη Ιουλίου 1821.   

Στις 01/04/1822 στην Αγία Μαρίνα και την  Στυλίδα.    

Στη μάχη που δόθηκε στο κάστρο του Άργους, στις 22 και 23 Ιουλίου του 1822.     

Στο Αγιονόρι. ( Μάχη των Δερβενακίων).

 

Ο Παναγιώτης Μπιμπής γράφει:

 

…Έτσι ο Δράμαλης 27 προς 28 Ιουλίου 1822 με 14.000 στρατό πέρασε ανενόχλητος την κλεισούρα του Μπερμπατιού με κατεύθυνση προς το Αγιονόρι. Κατά τα ξημερώματα της 28ης Ιουλίου μεταξύ των υψωμάτων « Ρουμάνια Θανάση» και «Μεγάλο Τραχώνι» όπου βρισκόταν το Στρατιωτικό σώμα των Κορινθίων με αρχηγό τον Καπετάν Γεωργάκη Χελιώτη, κτύπησε πρώτος την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη. Ο Χελιώτης αφού αποσύρθηκε με το σώμα του, φρόντισε να ειδοποιήσει τον Νικηταρά ότι οι Τούρκοι πλησιάζουν.

 

Στο βασιλικό Κορινθίας στις 12 Αυγούστου 1822, στην Περαχώρα τον Σεπτέμβριο, και στην Κουρτέσα στις 28 Νοεμβρίου 1822.

 

Στις 5 Ιανουαρίου του1823 μαζί με τον Παναγιώτη Γεραρή αποδεκατίζουν τους Τούρκους στην  Ακράτα και τα Μαύρα λιθάρια, κοντά στο Δερβένι. Στην δεύτερη πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στις 19 Οκτωβρίου 1823 μαζί με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, καταφέρνουν να υπογραφεί η παράδοση του κάστρου από τους Τούρκους. Ο Κολοκοτρώνης ορίζει τον Γιωργάκη Χελιώτη, φρούραρχο της Ακροκορίνθου. Με τον Νοταρά στην πολιορκία της Πάτρας στις 25 Οκτωβρίου 1824 και στην μάχη του Χαιδαρίου, ως αρχηγός του σώματος του Ιωάννη Νοταρά.( 6/8/1826). Στους τρεις πύργους στις 20 Φεβρουαρίου του 1827, δίνει χείρα βοηθείας στον αποκλεισμένο από τον Κιουταχή, Δημήτριο Καλλέργη. Στις 22 Μαρτίου 1827 ο Καραϊσκάκης διατάσσει επίθεση κατά των θέσεων των Τούρκων στο Φάληρο. Σε βοήθεια του ήρωα, έρχονται οι Οπλαρχηγοί  Γιωργάκης Χελιώτης, Μέλλος και Σισίνης.

Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Γιωργάκη Χελιώτη, ξεκινούν για την Πατρίδα τους. Οι Τούρκοι τους ακολουθούν και στην Ελευσίνα, επιτίθενται κατά των Ελλήνων. Οι Έλληνες πολεμούν όρθιοι. Τρέπουν σε φυγή τους Τούρκους. Παίρνουν τον δρόμο για την Πελοπόννησο, αφήνοντας τον Χελιώτη με αρκετούς άνδρες ως οπισθοφυλακή.

 

Στις αρχές Ιουλίου 1827 στο χωριό Πασάκους, κοντά στο Μέγα Σπήλαιο, λίγοι αγωνιστές υπό τον Βασίλειο Πετμεζά, δέχονται επίθεση από 6000 Τούρκους. Μπροστά στις υπέρτερες δυνάμεις του εχθρού τα σώματα του Πετμεζά που είχαν στο μεταξύ ενισχυθεί από 500 Αργείους στρατιώτες αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου, στον Άγιο Ιωάννη στο χωριό Τσετσεβά της Βοστίτσας ( Αίγιο) οι Έλληνες με Αρχηγούς τον Φεϊζόπουλο και τον Καπετάν Γιωργάκη Χελιώτη, μετά από πεισματώδη μάχη, νικούν και κατορθώνουν να διώξουν τους Τούρκους. Οι απώλειες των Τούρκων υπήρξαν σοβαρότατες.

 

Το 1832, μετά την δολοφονία του Καποδίστρια πραγματοποιήθηκε εμφύλια σύρραξη μεταξύ των Ελλήνων. Φρούραρχος στην Ακροκόρινθο ήταν ο Γιωργάκης Χελιώτης με 600 Κορίνθιους. Ανήκε στους Καποδιστριακούς. Μετά από ισχυρή πίεση από τους Αντικαποδιστριακούς, αναγκάστηκε να υπογράψει συνθήκη και να παραδώσει το φρούριο στους Γάλλους. Πήγε στην Τρίπολη και ενώθηκε με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Καποδιστριακούς.

Μετά την Επανάσταση και την αναγνώριση της Ελεύθερης Ελλάδας από τις μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, το Σεπτέμβριο του 1829, οι αγωνιστές γυρίζουν στα σπίτια τους.

Η Πολιτεία συγκροτεί επιτροπή αρμόδια για την απονομή σύνταξης ή χορήγηση κάποιου βοηθήματος ή ακόμη και ηθικής αμοιβής στους αγωνιστές. Αυτή η επιτροπή αναγνωρίζει την πολύτιμη προσφορά  του Γιωργάκη Χελιώτη προς την Πατρίδα. Όμως, μολονότι του είχε απονεμηθεί ο βαθμός του Αντιστράτηγου κατά την εκστρατεία στην Αττική, η επιτροπή τον κατέταξε στην Βασιλική Φάλαγγα με τον βαθμό του Ταγματάρχη και με μισθό 10.000 γρόσια τον μήνα.

Αργότερα, η γυναίκα του Μπήλιω, διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την επιτροπή για την αδικία. Ο Καπετάν Γιωργάκης Χελιώτης είχε καταταγεί τρίτος στον πίνακα των Κορινθίων  Οπλαρχηγών, μετά τον Γιαννάκη Νοταρά  και Παναγιωτάκη Νοταρά.

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΥΚΟΣ.

Ο καπετάνιος ούτος ήταν από το χωρίον Χέλι. Υπηρέτησεν δε την πατρίδα στρατιωτικώς εντός και εκτός της Πελοποννήσου, παρακολουθών πάντοτε τον στρατηγόν Νικήταν Σταματελόπουλον. Πολύ δε συνετέλεσεν εις την πολιορκίαν της Κορίνθου, και ιδίως επί της εποχής του Δράμαλη κατά την περίφημον μάχην του Αγιονόρι, όταν ο Δράμαλης επέστρεψεν από την Αργολίδα εις την Κόρινθον.         

 

Πηγές

  • Παναγιώτη Ι. Μπιμπή, « Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002. 
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, «Ο τέως Δήμος Κλεωνών Κορινθίας 19ος – 20ος αιώνας», Αθήνα, 2003.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αλίκη Φακούρα, « Από την Οθωμανική στην Ελληνική Πόλη. Οι λειτουργίες της πόλης του Ναυπλίου 1715-1833. Κοινωνία, οικονομία και διοίκηση», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2006.

 

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

ΑΙΤΗΣΙΣ Μπίλιως Λύκου

Read Full Post »

Άρμανσπεργκ Ιωσήφ Λουδοβίκος (1787 – 1853)


  

 

Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ

Ο Ιωσήφ Λουδοβίκος Κόμης του Άρμανσπεργκ (γερμ. Joseph Ludwig Graf von Armansperg) γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1787 και πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1853. Ήταν Βαυαρός πολιτικός και πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας, που ορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνοδεύσει το μελλοντικό Βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα και να ασκήσει εξ ονόματός του την εξουσία έως την ενηλικίωσή του.

Ο Άρμανσπεργκ γεννήθηκε στο Κέτζτινγκ (Kötzting) της Κάτω Βαυαρίας και πέθανε στη έπαυλή του στο Ντίγκεντορφ. Καταγόταν από σπουδαίο παλαιό οίκο ευγενών και από 26 ετών εισήλθε σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες, όταν έμπλεος υπέρ της γερμανικής ελευθερίας έσπευσε το 1813 να συναντήσει το βαυαρικό στρατό και να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες. Μετά τη συνομολόγηση ειρήνης στο Παρίσι του ανατέθηκε η διοίκηση του διαμερίσματος των Βοσγίων και στη συνέχεια όλων των μεταξύ του Ρήνου και Μεύσιδας χωρών. Όταν κλήθηκε στο συνέδριο της Βιέννης, υπερασπίστηκε με πάθος τα συμφέροντα της Βαυαρίας.

Το 1816 και το 1817 μετείχε στο έργο των επιτροπών του Ρήνου και του Δούναβη, από όπου άρχισε να ασχολείται με διεθνή θέματα. Αργότερα διορίστηκε νομάρχης και επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ το 1820 διορίστηκε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου του κράτους. Στη συνέχεια εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά για ελάχιστες ψήφους δεν εξελέγη πρόεδρος της βουλής, πέτυχε όμως τη θέση του αντιπροέδρου, όπου και διακρίθηκε ως σπουδαίος ρήτορας. Υπό την ειδικότητα αυτή τέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης των συντηρητικών φιλελευθέρων υποστηρίζοντας ένθερμα τη δημιουργία δημοτικών συμβουλίων για πρώτη φορά στη χώρα.

Όταν ανήλθε στο βαυαρικό θρόνο ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος Α’, τον κάλεσε να αναλάβει την αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών του κράτους. Έτσι, όλοι σχεδόν οι διοργανωτικοί νόμοι που ακολούθησαν ήταν έργο του Άρμανσπεργκ, με συνέπεια να καταλάβει τη θέση του συμβούλου επικρατείας αναλαμβάνοντας επίσης υπουργός των Οικονομικών και των Εσωτερικών. Ως υπουργός των Οικονομικών πέτυχε την τελωνειακή ένωση όλων των τότε γερμανικών χωρών -που θεωρείται και η πρώτη που σημειώθηκε στην Ευρώπη— και ταυτόχρονα την οικονομική ανόρθωση της Βαυαρίας. Παρά ταύτα αντιδρώντας συστηματικά στις διάφορες απαιτήσεις της παπικής αυλής προκάλεσε το μίσος της παπικής καμαρίλας, του Μονάχου και του συνόλου σχεδόν του καθολικού κλήρου, που αντιδρούσαν σε κάθε φιλελεύθερο νέο θεσμό που εισήγαγε.

Κατάληξη αυτού του συνεχούς πολέμου ήταν η απώλεια του χαρτοφυλακίου του, αλλά ο βασιλιάς για να τον ανταμείψει για το τεράστιο έργο που είχε επιτελέσει τον εξέλεξε πρέσβη στο Λονδίνο, θέση που τελικά ο Άρμανσπεργκ δεν αποδέχθηκε και προτίμησε την οριστική απόσυρση του από τα δημόσια πράγματα, ιδιωτεύοντας στα κτήματα του.

Από το 1828 όμως διατελούσε ισόβιος σύμβουλος επικρατείας, καθώς και ισόβιο μέλος της Γερουσίας της Βαυαρίας. Το 1832, έπειτα από παράκληση του βασιλιά της Βαυαρίας, δέχτηκε να κατέβει στην Ελλάδα ως μέλος της πενταμελούς Αντι­βασιλείας, της οποίας και του ανατέθηκε η προεδρία. Άλλα μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο καθηγητής Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλχελμ ‘Ειντεκ.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Άρμανσπεργκ έφτασε στην Ελλάδα, μαζί με τον Όθωνα και τα άλλα μέλη, στις 6 Φεβρουαρίου 1833 στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του και τις ωραίες κόρες του – με τη μεγαλύτερη από τις οποίες ο Όθωνας δημιούργησε και ερωτική σχέση. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, ο Άρμανσμπεργκ κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους για προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά, καθώς υποκίνησε το γιατρό του στέμματος Βίτμερ να πιστοποιήσει ότι η διανοητική και οργανική ιδιοσυστασία του Όθωνα δεν επέτρεπαν γάμο, προκειμένου αυτός να παραμείνει κυρίαρχος στη διοίκηση της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά και για όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τις επιτυχείς δραστηριότητες στην πατρίδα του, ο Άρμανσμπεργκ ούτε τόσο ευγενής στους τρόπους του ήταν ούτε διπλωμάτης και βεβαίως ούτε υποστηρικτής των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο απολυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης του δημιούργησε έντονες αντιδράσεις: αφενός εντός του νεοσύστατου βασιλείου, ειδικότερα όταν στράφηκε εναντίον των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, που διαφωνούσαν με την πολιτική του, ανάμεσα σε αυτούς και τον Κολοκοτρώνη, που φυλάκισε και οδήγησε σε μία σκηνοθετημένη δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας, αφετέρου, εκτός της Ελλάδας δημιουργώντας πλείστα διπλωματικά επεισόδια, κυρίως εθιμοτυπικά με την έκδηλη φιλοαγγλική πολιτική του. Μάλιστα, ο Μάουερ έφτασε στο σημείο δημόσια να τον καταγγείλει ως «διδάσκαλον της ραδιουργίας».    

Μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ανέλαβε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (αρχικαγκελάριος) στις 20 Μαΐου 1835. Κατά τη μετάβαση του Όθωνα στη Βαυαρία προκειμένου να νυμφευθεί την Αμαλία η διακυβέρνηση του ήταν ακόμη πιο απολυταρχική. Έτσι, όταν ο Όθωνας επέστρεψε συνοδευόμενος από τον Ρούντχαρτ, αμέσως παύτηκε από τη θέση και το αξιώμά του, το 1837, προς κατευνασμό τόσο των Ελλήνων όσο και των έντονων, εναντίον του, διαβημάτων της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας για την υπέρμετρα αγγλόφιλη πολιτική του.

Ο Άρμανσπεργκ στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαυαρία με την οικογένεια του το Μάρτιο του 1837 και τελώντας υπό τη δυσμένεια του στέμματος ιδιώτευε μέχρι το θάνατό του το 1853.

 

Πηγή


  • National Geographic, «Ηγέτες της Ελλάδας 1822-2011», Αθήνα, 2012.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »