Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Η Ναυμαχία του Καφηρέα και η θυσία του Επιδαύριου πυρπολητή Μιχάλη Οικονομόπουλου – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, «Πελοποννησιακά», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ΄ – 2022.


 

Την ίδια ημέρα της μάχης στο Μανιάκι, δηλ. την 20η  Μαΐου 1825, έγινε και η ιστορική ναυμαχία στο ακρωτήρι Κάβο Ντόρο, στο στενό του Καφηρέα της Νότιας Εύβοιας, όπου η β´ μοίρα του ελληνικού στόλου κατατρόπωσε τον μεγαλύτερο σε αριθμό, μέγεθος και εξοπλισμό «βυζαντινό εχθρικό στόλο» Αιγυπτίων και Τούρκων.

Γεώργιος Σαχτούρης

Μέσα από ανέκδοτα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους εκείνης της περιόδου προκύπτουν άγνωστες πτυχές της σπουδαίας αυτής ναυμαχίας, όπως η θυσία του μπουρλοτιέρη Μιχάλη Οικονομόπουλου από την Επίδαυρο, ο οποίος ανατίναξε την πρώτη ναυαρχίδα του εχθρικού στόλου. Εκθέσεις επίσης των ναυάρχων της β´ μοίρας του ελληνικού στόλου Γεωργίου Σαχτούρη και Γεωργίου Ανδρούτσου περιγράφουν την καταλυτική συμβολή που είχε στην εξέλιξη της ναυμαχίας η ανατίναξη της λεγόμενης «καπετάνισσας» του βυζαντινού στόλου από δύο πυρπολικά (ηφαίστεια), του Σπετσιώτη Λάζαρου Μουσιού και του Υδραίου Γιάννη Μαντρόζου.

Τα πυρπολικά τα χρόνια του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, λόγω της ειδικής τους αποστολής, έφεραν την χαρακτηριστική ονομασία «ηφαίστεια» και η Διοίκηση τα θεωρούσε «προπύργιο» του ελληνικού στόλου. Σε έκθεσή του επίσης ο Ανδρέας Μιαούλης προς την Διοίκηση έγραφε ότι θα έπρεπε να κατασκευάζονται συνέχεια πυρπολικά, επειδή ήταν το μόνο όπλο, το οποίο μπορούσε να βλάψει τον εχθρό, το οποίο «και πολλαπλασιάζει την μικρότητα των δυνάμεών μας», ενώ και οι πρόκριτοι των Σπετσών τόνιζαν ότι οι καθημερινές διά θαλάσσης νίκες του ελληνικού στόλου και οι ζημιές του εχθρού ήταν αποτέλεσμα της δράσης των πυρπολικών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έγγραφα Επιστράτευσης της Επαρχίας Ναυπλίου το 1825 και η θυσία στο Μανιάκι  – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ’ – 2022.


 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το καλοκαίρι του 1824 κυκλοφορούσαν έντονα οι φήμες ότι ο αιγυπτιακός στόλος του Μεχμέτ Αλή με 200 πλοία και 12.000 οπλίτες ήταν έτοιμα να αποπλεύσουν από την Αλεξάνδρεια με προορισμό τα νησιά των Σπετσών και της Ύδρας. Αρχές Ιουλίου 1824 η Διοίκηση εν μέσω εμφυλίων διαιρέσεων και συγκρούσεων υποχρεώθηκε να λάβει μέτρα ασφαλείας των Σπετσών και ο Υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος διέταξε στρατιωτικά σώματα από τις επαρχίες Άργους και Κυνουρίας με αρχηγούς τους Δημήτρη Τσώκρη και Παναγή Ζαφειρόπουλο, αντίστοιχα με 200 οπλίτες ο καθένας, να κινήσουν προς το νησί των Σπετσών.

Διατάχθηκε επίσης και η επαρχία Ναυπλίου με 200 στρατιώτες υπό την ηγεσία των Μήτρου Λυγουριάτη, Αναγνώστη Κακάνη και Αναγνώστη Τασόπουλου να κινήσουν για τις Σπέτσες και υπό τις οδηγίες του Νικηταρά να προκαταλάβουν κατάλληλες θέσεις, που θα εμπόδιζαν την αναμενόμενη εχθρική απόβαση στο νησί. Ανάλογες διαταγές εκδόθηκαν και για την Ύδρα. Οι διαταγές όμως της Διοίκησης συνάντησαν δυσκολίες στην υλοποίησή τους και δεν εκτελέσθηκαν. Οι εμφύλιες διαιρέσεις είχαν δηλητηριάσει την υπακοή και την συνοχή στις τάξεις των στρατιωτικών.

[…] Ο αναμενόμενος στόλος των Αιγυπτίων υπό τον Ιμπραήμ πασά – γιό του Μεχμέτ Αλή – είχε φθάσει ανενόχλητος στον Μεσσηνιακό κόλπο και ξημερώματα της 10ης Φεβρουαρίου 1825 εμφανίσθηκε ανοικτά της Σαπιέντζας, απέναντι από τα φρούρια της Μεθώνης και Κορώνης. Ένα ψαροκάικο από την Κορώνη μέτρησε πενήντα δύο εχθρικά πλοία και ενημέρωσε τις αρχές. Οι πληροφορίες έφθασαν αμέσως και στην Διοίκηση στο Ναύπλιο, που έστειλε ταχέως σειρά διαταγών για να κινηθούν κατάλληλα στρατεύματα προς τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Την 12η Φεβρουαρίου το Εκτελεστικό έγραφε στο Υπουργείο Πολέμου ότι ο εχθρικός στόλος έφθασε στον Μοθοκόρωνα και ήταν ενδεχόμενο η απόβαση να γίνει στα εκεί παράλια η ακόμη και στην περιοχή της Πάτρας, αφού δεν υπήρχε κάποια σίγουρη πληροφορία. Το Υπουργείο έπρεπε να διαβιβάσει αμέσως ανάλογες διαταγές στους αρχηγούς των στρατευμάτων, που θα έπρεπε να αποτρέψουν την απόβαση του εχθρού, προκαταλαμβάνοντας τις αναγκαίες θέσεις.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Διαταγές των πρώτων ημερών στάλθηκαν από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη στους στρατηγούς αδελφούς Νικόλαο και Παναγιώτη Γιατράκο και στον Βάσο Μαυροβουνιώτη στα Κοντοβούνια, οι οποίοι έπρεπε να αποτρέψουν την εχθρική απόβαση στα παράλια του Μοθοκόρωνα. Στους στρατηγούς αυτούς έγραφε ότι είχαν ήδη ενημερωθεί και οι πρόκριτοι Ύδρας και Σπετσών να βάλουν στα πανιά των πολεμικών «τις προσδιορισθείσες μοίρες» και να κινήσουν αμέσως με κατεύθυνση τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Έγγραφα στάλθηκαν τις ίδιες ημέρες και στους δημογέροντες του Νεοκάστρου με σκοπό να τους καθησυχάσουν από την παρουσία των εχθρικών δυνάμεων, υπογραμμίζοντάς τους το αξιόμαχο των πελοποννησιακών στρατευμάτων και ιδιαίτερα των 12.000 Ρουμελιωτών, που θα ματαίωναν τα σχεδια του εχθρού.

Επιστολή επίσης του Προέδρου Κουντουριώτη τους έγραφε ότι 4.000 στρατιώτες «από την αρμάδα της Κυβερνήσεως» υπό την οδηγία των έμπειρων στρατηγών Βάσου Μαυροβουνιώτη, Κίτσου Τζαβέλα και Γιατράκου είναι έτοιμοι να κινηθούν προς την περιοχή, όπως και τα ελληνικά πλοία, που «θέλει εξολοθρευθούν καθώς και άλλοτε αυτοί οι αράπηδες καθότι ετόλμησαν να πατήσουν τα ιερά εδάφη…».

Ακολούθησε η απόβαση των Αιγυπτίων στη Μεθώνη, όπου και εκτός του φρουρίου στήθηκαν τουλάχιστον εξακόσιες σκηνές. Οι πρώτες πληροφορίες από τον Γενικό Αστυνόμο Νεοκάστρου και Μεθώνης Ν. Τζικλητήρα ανέφεραν ότι αποβιβάστηκαν «4.000 στρατιώτες, από τους οποίους τετρακόσιοι ιππείς» με 18 κανόνια μπρούτζινα του κάμπου και 3 η 4 «μουρτάρια», ενώ τα καράβια του Ιμπραήμ κίνησαν για την Κρήτη για να φέρουν 12.000 ακόμη στρατιώτες. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ φώναξε έναν Κεφαλλονίτη καραβοκύρη και τον ρώτησε που είναι ο Κολοκοτρώνης, ο Οδυσσέας και άλλοι και απόρησε όταν έμαθε ότι είναι στο Ναύπλιο. Την 3η ώρα της ίδιας ημέρας και υπό ραγδαία βροχή μονάδα του εχθρικού ιππικού κινήθηκε προς διερεύνηση της περιοχής μέχρι τον Άγιο Ηλία στα Χίλια Χωριά, όπου προέβη και στην αρπαγή τροφίμων, «επήραν μία στάνην και δύο βόδια…». Τα χωριά άδειασαν, ο κόσμος έφυγε. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λόντος Σ. Ανδρέας (1786–1846)


 

Ο Ανδρέας Λόντος ήταν στρατιωτικός και πολιτικός, γεννημένος στο Αίγιο.[1] Ήταν γιος του Σωτηράκη Λόντου και καταγόταν από ισχυρή οικογένεια προυχόντων της Βοστίτσας. Σπούδασε στο σχολαρχείο της Βοστίτσας, το οποίο διεύθυνε ο Ευστάθιος Παλαμάς. Μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του, το 1812, από τους Τούρκους, ο Ανδρέας Λόντος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη.

 

Ανδρέας Λόντος. Λιθογραφία του Giovani Boggi από το λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece», Παρίσι, 1826.

 

Ο Ανδρέας έζησε για ένα διάστημα στην πόλη και επανήλθε στην Πελοπόννησο το 1816. Σύναψε φιλία με τον νέο Μόρα Βαλεσή Σακήρ Αχμέτ και το 1818 αναγορεύτηκε επίσημα σε προεστό με έγγραφο των εκπροσώπων του καζά Βοστίτσας, επικυρωμένο από τον επίσκοπο Κερνίτσης, Προκόπιο.[2] Μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία, από τον Πελοπίδα, και εργάστηκε για την προπαρασκευή της επανάστασης.

Μετείχε ενεργά στην Επανάσταση, όπως και οι αδελφοί του Αναστάσιος και Λουκάς. Στις 23 Μαρτίου κήρυξε την επανάσταση στο Αίγιο (Βοστίτσα), εκδίωξε τους Τούρκους χωρίς μάχη και ύψωσε την πρώτη ελληνική επαναστατική σημαία. Στη διάρκεια της επανάστασης διατηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα, με το οποίο πήρε μέρος στην πολιορκία της Πάτρας και του Μεσολογγίου και στις εκστρατείες στην ανατολική και δυτική Ελλάδα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικόν αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου (1789-1847) – Ακαδημία Αθηνών


 

Στο πλαίσιο των δράσεών της για την απότιση φόρου τιμής στα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, η Ακαδημία Αθηνών ανέθεσε στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) την επανέκδοση των δύο πρώτων τόμων του «Αρχείου Ανδρέα Λόντου». Έχοντας εκδοθεί το 1914 και το 1916 αντίστοιχα, με τη συνδρομή του Αλεξανδρινού επιχειρηματία και ευεργέτη Αντώνη Μπενάκη, οι τόμοι αυτοί αφορούν στον Αχαιό πρόκριτο και στρατιωτικό Ανδρέα Λόντο (1786-1846).

 

Ιστορικόν αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου

Η επαναστατική δράση του Λόντου υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τη Βοστίτσα στον Κορινθιακό Κόλπο, άλλοτε μητρόπολη της Αχαϊκής Συμπολιτείας, με μακρά παράδοση αντιοθωμανικών κινημάτων, από το 1465 και το 1570 έως τα Ορλωφικά και την κίνηση του Λάμπρου Κατσώνη το 1790.

Από κοινού με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον Ανδρέα Ζαΐμη, ο Λόντος συναπάρτισε την «Αχαϊκή Τριανδρία», που εκπροσώπησε τη Βοστίτσα, την Πάτρα και τα Καλάβρυτα.

Στο αρχοντικό του έλαβε χώρα, τον Ιανουάριο του 1821, η πρώτη συνεδρίαση της Συνέλευσης της Βοστίτσας με τη συμμετοχή, του «απόστολου» του Αλέξανδρου Υψηλάντη, Γρηγορίου Δικαίου (Παπαφλέσσα).

Τον Μάρτιο κήρυξε την Επανάσταση και ηγήθηκε της εκδίωξης των Οθωμανών από την περιοχή ενώ συμμετείχε με το στρατιωτικό σώμα που διοικούσε στην πολιορκία του Μεσολογγίου και της Πάτρας. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους ο Λόντος κατέλαβε μια σειρά αξιωμάτων ενώ αργότερα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η οικογένεια των Νοταράδων στην Ελληνική Επανάσταση


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μία από τις κοινωνικές ομάδες που θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση, είναι αυτή των προκρίτων, αλλιώς κοτζαμπάσηδων. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και η οικογένεια Νοταρά που κατάγεται από τα Τρίκαλα Κορινθίας.

Σύμφωνα με την παραδοσιακή προσέγγιση της Επανάστασης, όλοι οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης, ο καθένας από τη θέση του και με βάση τις δυνατότητές του προσέφεραν στην Επανάσταση και τιμώνται εξίσου ως ήρωες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η αντίληψη αυτή αγνοεί τις υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που αποτελούσαν την ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων κατασκευάζοντας μία μάλλον ειδυλλιακή εικόνα όπου το έθνος όταν πήρε τα όπλα κατά του κατακτητή διέθετε μία οικονομικά ισχυρή τάξη πρόθυμη να χρηματοδοτήσει τον Αγώνα, τους μεγαλοκαραβοκύρηδες των νησιών και τους προκρίτους, τους Φαναριώτες με υψηλή μόρφωση και διπλωματικές ικανότητες, έτοιμη να διαμορφώσει τη νέα πολιτική εξουσία και την ηγεσία των ενόπλων που την είχαν οι καπετάνιοι του στόλου, οι πρώην Κλέφτες και οι Αρματολοί με τα σώματά τους. Το σχήμα αυτό ισχύει βεβαίως, σ’ έναν βαθμό. Δεν μπορεί, ωστόσο να εξηγήσει το γεγονός ότι οι υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και των συμφερόντων τους, οι τοπικές διαφορές και οι προσωπικοί ανταγωνισμοί και φιλοδοξίες οδήγησαν σε οξύτατες διαμάχες και σε δύο εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης κι ακόμη έναν μετά την έλευση του Καποδίστρια το 1828 στην Ελλάδα, στη δε περίπτωση της Κορινθίας είχαμε κι έναν ακόμη, αυτόν μεταξύ του Ιωάννη και του Παναγιωτάκη Νοταρά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1826. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αναγνώστης Γκελμπερής (; – 1821) – Από όργανο της εξουσίας μάρτυρας της Ελευθερίας


 

Σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο 1821, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να παρουσιαστεί ο σχεδόν άγνωστος ήρωας από την Κυνουρία που φέρει το όνομα Αναγνώστης Γκελμπερής. [Ανακοίνωση του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου στο 9ο Τσακώνικο Συνέδριο, Λεωνίδιο 17-19 Μαρτίου 2023].

Ο πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως και ιστορικός της Επαναστάσεως Αμβρόσιος Φραντζής τον θεωρεί Τσάκωνα. H μελέτη όμως των υπαρχόντων στοιχείων αποδεικνύει ότι καταγόταν από την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της Τσακωνιάς, τα Λυμποχώρια. Λυμποχώρια, και κατά παρετυμολογίαν Ολυμποχώρια, ονομάζονταν τα χωριά Άγιος Βασίλειος, Πλατανάκι και Παλαιοχώρι, στις ανατολικές υπώρειες του Πάρνωνα και λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Λεωνιδίου, από την ύπαρξη στην περιοχή αυτή της αρχαίας πόλεως Γλυππία, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ή, Γλυμπείς, κατά τον ιστορικό Πολύβιο.

Ο ακριβής τόπος καταγωγής του Γκελμπερή έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών, ασφαλώς λόγω αγνοίας των πραγματικών δεδομένων. Έτσι, ο Νικόλαος Σπηλιάδης στον πρώτο τόμο του έργου του θεωρεί ότι ο Γκελμπερής κατάγεται από το Γεράκι, ενώ σε διορθωτική σημείωση στον δεύτερο τόμο του έργου του αναφέρει ότι καταγόταν «από τα Ολυμποχώρια, κατά την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου», χωρίς όμως να διευκρινίζει από ποιο ακριβώς χωριό των Λυμποχωρίων. Γερακίτη θεωρεί τον Γκελμπερή και ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο γνωστό έργο του «Η Ναυπλία». Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος έχει την άποψη ότι ο Γκελμπερής ήταν αξιωματικός του χωρίου Κοσμά. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ενώ για τον ηρωικό θάνατο του Γκελμπερή o Φωτάκος αναφέρει πολλές λεπτομέρειες στα «Απομνημονεύματά» του, δεν τον μνημονεύει καθόλου στο άλλο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», όπου τόσοι και τόσοι άλλοι Πελοποννήσιοι ήρωες έχουν βρει την τιμητική θέση τους.

 

Το κάστρο του Γερακιού Λακωνίας.

 

Εξάλλου, τα λήμματα των διαφόρων εγκυκλοπαιδειών είναι τηλεγραφικά και ανεπαρκέστατα. Εξάλλου όλα, αντιγράφοντας προφανώς το ένα το άλλο, προσδιορίζουν ως ιδιαίτερη πατρίδα του το χωριό Άγιος Βασίλειος.

Από συνδυασμό αρχειακών ιστορικών στοιχείων, άγνωστων μέχρι τούδε, και από εσωτερικές μαρτυρίες εγγράφων του ίδιου του Γκελμπερή, αποδεικνύεται ότι ιδιαίτερη πατρίδα του δεν ήταν ούτε το Γεράκι ούτε ο Κοσμάς ούτε ο Άγιος Βασίλειος, αλλά το χωριό Πλατανάκι. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά ο Γκελμπερής εγκαταστάθηκε στον Άγιο Βασίλειο, και αυτό ήταν φυσικό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι από εκεί ήταν και η καταγωγή του.

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε ούτε πού έμαθε τα πρώτα γράμματα. Είναι βέβαιο πάντως ότι διέθετε αρκετή παιδεία, και αυτό αποδεικνύεται από τα 110 και πλέον ανέκδοτα γράμματά του που διασώζονται στο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον άνθρωπο και τη δράση του, αλλά και για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Τουρκοκρατούμενη Κυνουρία και σε όλη την Πελοπόννησο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τα γράμματα αυτά χαρακτηρίζονται από ευχέρεια γραφής, ορθογραφική ακρίβεια και μεγάλη εκφραστική ικανότητα, και είναι όλα δείγματα υψηλού γραμματικού και μορφωτικού επιπέδου, σπάνιου για την τότε ελληνική κοινωνία. Εικάζουμε ότι λόγω των σχέσεών του με πολλούς Τούρκους εγνώριζε και μιλούσε άριστα και την τουρκική γλώσσα. Στο ίδιο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους διασώζονται επίσης διάφορα ταμειακά Κατάστιχα της επαρχίας Άργους με τη γραφή και υπογραφή του Γκελμπερή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η σφαγή του Άργους από τους Γάλλους (4 Ιανουαρίου 1833) – Με αφορμή ένα ξεχασμένο κείμενο του Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Η σφαγή του  Άργους  από τους Γάλλους (4 Ιανουαρίου 1833) –  Με αφορμή ένα ξεχασμένο κείμενο του Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη».

 

Τον Ιανουάριο του 1833 ένα μέρος του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος που είχε παραμείνει στην Ελλάδα, και λίγο πριν έρθει ο Όθωνας και οι Βαυαροί στη χώρα, διαπράττει μια μοναδικής αγριότητας σφαγή στην πόλη του Άργους. Περισσότεροι από 250 πολίτες σκοτώνονται μέσα σε  4 ώρες, από τους Γάλλους στρατιώτες στην πόλη. Το ιστορικό γεγονός ξεχάστηκε ιδιαίτερα από την ίδια την πόλη. Ελάχιστες αναφορές έχουν γίνει και η σχεδόν πλήρης απουσία αναλύσεων[1] συνέτεινε στη λήθη!

Τα τελευταία χρόνια η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τα γεγονότα της εποχής εκείνης έδωσε τη δυνατότητα να δημοσιευτούν στον τοπικό κυρίως τύπο διάφορα δημοσιεύματα και να ξεκινήσουν συζητήσεις. Τι ακριβώς έγινε την ημέρα εκείνη; Ποιες ήταν οι αφορμές της σύγκρουσης; Ποια πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της σύγκρουσης; Τα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν με απλουστευτικές ιδέες και θέσεις αλλά με σοβαρή έρευνα. Όμως, όπως και σε πολλά άλλα θέματα, λείπουν απελπιστικά οι πηγές για το σύγχρονο Άργος, γεγονός που δυσκολεύει μια σοβαρή εξέταση της σύγχρονης ιστορίας του και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια ανεύρεσης τεκμηρίων.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Στην προσπάθεια ανακάλυψης τέτοιων τεκμηρίων παρατήρησα πως υπήρχαν κάποιες αναφορές σε ένα κείμενο του Αργείου ιστορικού Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτη για το θέμα αυτό. Το ενδιαφέρον μου για το συγκεκριμένο κείμενο έγινε ακόμη εντονότερο όταν διάβασα το αφιέρωμα του λογοτέχνη Δημ. Φωτιάδη[2] για τη σφαγή του Άργους στην Επιθεώρηση Τέχνης[3].

Το ενδιαφέρον αφιέρωμα στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο υπό αναζήτηση κείμενο του Δημ. Βαρδουνιώτη το οποίο, μετά από κοπιαστική αναζήτηση βρέθηκε και έφτασε στα χέρια μου. Πρόκειται για το κείμενο με τίτλο «Η εν Άργει σφαγή» που δημοσιεύτηκε το 1891 στο περιοδικό «Παρνασσός», σε 7 συνέχειες (από τον τόμο ΙΔ) και με έκταση 32 περίπου σελίδων[4]. Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί μια σημαντική πηγή πληροφοριών και εξέχουσα ανάλυση των γεγονότων για δυο κυρίως λόγους.

  1. Παρότι το συνολικό έργο του σπουδαίου ιστορικού δεν μας είναι γνωστό, στα μέχρι τώρα δημοσιευμένα έργα του αναγνωρίζουμε την επιστημονική μεθοδολογία του και την προσπάθεια αμερόληπτης προσέγγισης των γεγονότων, καθώς επίσης και την επιμονή του στην κατάθεση κάθε σχετικής με το εξεταζόμενο θέμα λεπτομέρειας και πληροφορίας.
  2. Ο Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης δεν βρίσκεται χρονικά μακριά από τα γεγονότα. Το δημοσιευμένο κείμενό του στον «Παρνασσό» είναι του 1891, δηλαδή μόλις 58 χρόνια μετά τα γεγονότα. Με μεγαλύτερη ευκολία επομένως βρίσκει πηγές πληροφόρησης, γεγονός που του επιτρέπει να τις χρησιμοποιεί στην παρουσίαση και ανάλυσή του γι’ αυτά.

Πράγματι, το κείμενο του Δ. Κ. Βαρδουνιώτη μας δίνει μια συνολική εικόνα των στοιχείων που συνθέτουν την κατάσταση πριν και μετά τη σύγκρουση με τρόπο αναλυτικό και κατά το δυνατόν αντικειμενικό παρά τον ρομαντισμό ο οποίος, μερικές φορές, υπεισέρχεται στο κείμενο μειώνοντας τη σημασία της μεθοδολογίας που ακολουθεί. Για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου, θα παρουσιάσω συνοπτικά τα βασικά στοιχεία της παρουσίασης που επιχειρεί ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βιβλιοπαρουσίαση – «Ραγιάς – Μέρες και Νύχτες 1821»


 

Το 1ο Γενικό Λύκειο Άργους και η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Άργους – Μυκηνών παρουσιάζουν το μυθιστόρημα «Ραγιάς – Μέρες και Νύχτες 1821» του Γιάννη Καλπούζου την Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2022, στις 7 το βράδυ, στην αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος», Αγ. Κωνσταντίνου 29, Άργος.

 

Ραγιάς – Μέρες και Νύχτες 1821

 

Προλογίζει η Λένα Παπαθανασίου, Διευθύντρια του 1ου Γενικού Λυκείου Άργους.  Μαθητές και μαθήτριες ζωντανεύουν την ιστορία με αναγνώσεις, μουσικές και τραγούδια.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

1816-1829. Πάτρα, Τριπολιτσά, Ναύπλιο, Μεσολόγγι… Αφότου ο Αγγελής βρέθηκε φυλακισμένος στο κοτέτσι του Σαχίν Αγά, το μίσος φώλιασε στην ψυχή του σαν φαρμακερό φίδι. Κατά την εκρηκτική και συγχρόνως σαγηνευτική πορεία του μπαίνει στη δούλεψη ενός στρυφνού και τσιγκούνη πραματευτή, που σου πουλά κωλοφωτιά για καντήλι.

Τον ζώνει το μολυβένιο σύγνεφο της σκλαβιάς και του εξευτελισμού των ραγιάδων. Σμίγει με την Κερασία, όπου στο πρόσωπό της βουτάνε και κολυμπούν τα όνειρα. Απαντιέται με κοτζαμπάσηδες, κολίγους και συμπολεμιστές, που είναι πιότερο από αδέρφια και γυναίκα την ώρα της μάχης, ενώ ένα τρομαγμένο Τουρκόπουλο γαντζώνεται πάνω του.

Στον δρόμο του και δύο γέροντες, οι οποίοι ξεψαχνίζουν το κίνητρο για καθετί μα και τη γλυκιά και φαρμακερή ουσία του «εγώ», η πλανεύτρα Ασπασία, διαβολικοί ξένοι, ντόπιοι τυχοδιώκτες, ο επί τριάντα έξι χρόνια αμίλητος Συμεών, ένας καβαλάρης που σώζει αιχμάλωτες Τουρκοπούλες και ο τρανότερος οχτρός του λεύτερου ανθρώπου, ο φόβος.

Ο Αγγελής βιώνει το μεγαλείο και τη σκοτεινή πλευρά του ματοβαμμένου Εικοσιένα, γκρεμίζοντας μυθεύματα και φανερώνοντας καταχωνιασμένες αλήθειες. Σφιχταγκαλιάζεται με τη φωτιά του ξεσηκωμού, μεταβολίζει την αγριότητα σε ελπίδα, λύτρωση και γλυκασμό, και βροντοφωνάζει: «Θέλω να μην είμαι ραγιάς σε κανέναν. Ραγιάς σε τίποτα!»

 

Γιάννης Καλπούζος

 

Γιάννης Καλπούζος

Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε το 1960 στο χωριό Μελάτες της Άρτας και ζει μόνιμα από το 1983 στην Αθήνα. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίζεται το 2000 με την ποιητική συλλογή «Το νερό των ονείρων» και το μυθιστόρημα «Μεθυσμένος δρόμος». Ακολουθεί η συλλογή διηγημάτων «Μόνο να τους άγγιζα», η οποία επανεκδόθηκε εμπλουτισμένη το 2017 με τον νέο τίτλο: «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ», καθώς και οι ποιητικές του συλλογές: «Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών» και «Έρωτας νυν και αεί». Με τη δεύτερη ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το κρατικό βραβείο ποίησης, ενώ η παραλογή «Ο λύκος» που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του πανεπιστημίου του Παλέρμο Ιταλίας.

Όλες οι ποιητικές του συλλογές κυκλοφόρησαν μαζί με πενήντα ανέκδοτα ποιήματα σε έναν τόμο το 2107 με τίτλο «Ποίηση 2000-2017». Ευρύτερα γνωστός στο αναγνωστικό κοινό έγινε με το μυθιστόρημά του «Ιμαρέτ», το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Το «Ιμαρέτ» μεταφράστηκε στα πολωνικά, στα τουρκικά, στα αραβικά και στα αγγλικά. Επίσης, έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «Σάος-Παντομίμα Φαντασμάτων», «Άγιοι και δαίμονες-Εις ταν Πόλιν», «Ουρανόπετρα – Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος», «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», «Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου», το οποίο μεταφράστηκε στα αλβανικά και έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο μυθιστορήματος Μικρασιατικού περιεχομένου για τα έτη 2016-2018, και «Γινάτι-Ο σοφός της λίμνης», το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Βιβλιοπωλείων Public 2019”. Ο Γιάννης Καλπούζος συμμετείχε σε συλλογικά έργα, διασκεύασε σε θεατρικό σενάριο το μυθιστόρημά του «Σέρρα-Η ψυχή του Πόντου» και έχει γράψει τους στίχους 80 τραγουδιών, όπως τα: «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», «Δέκα μάγισσες», «Να ‘σουν θάλασσα», «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα» και άλλα.

Read Full Post »

Το βιβλίο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» παρουσιάζεται στη Βιβλιοθήκη «Ο Παλαμήδης»


 

Το Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2022, στις 19:30 θα πραγματοποιηθεί στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Κωλέττη 3 στο Ναύπλιο, η παρουσίαση του βιβλίου «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» των Γεωργίου Η. Κόνδη και Yves Ollivier.

Η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», έρχεται να πιστοποιήσει τον πλούτο των πηγών που παραμένουν άγνωστες ακόμη για την εποχή εκείνη.

 

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα.

 

Μετά από επίπονη και μακρόχρονη ερευνητική προσπάθεια, πραγματοποιήθηκε μια πρώτη γαλλική έκδοση της μελέτης που στηρίζεται σε ένα άγνωστο αρχείο και αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart). Πρόκειται για στρατιωτικό που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1828-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνεντέρ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή τού ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison).

Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J. N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία επέτρεψε τη γνωριμία του Γ. Κόνδη με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για την έκδοση του αρχείου.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

– Χρήστος Καρδαράς, Ιστορικός, Κοσμήτορας Σχολής Καλών Τεχνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
– Λαμπρινή Καρακούρτη, Ιστορικός Τέχνης Εθνικής Πινακοθήκης (Παράρτημα Ναυπλίου).
– Αλεξάνδρα Δημακοπούλου, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων (ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Πελοποννήσου). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικό Ιδιοκτησιακού Καθεστώτος του ναϊδρίου Αγίων Θεοδώρων Ναυπλίου – Τόμπρας Νικόλαος, Συμβολαιογράφος. Ημερίδα «Αποκατάσταση και Ανάδειξη ναϊδρίου Αγίων Θεοδώρων Ναυπλίου – Διεπιστημονικές προσεγγίσεις»


 

Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων βρίσκεται βόρεια της νέας πόλης του Ναυπλίου, στην περιοχή «Νέο Βυζάντιο» ή «Κιουλτεπέ», πλησίον της κεντρικής οδού Ναυπλίου Άργους, στην οδό Καλαμάτας. Πρόκειται για μικρών διαστάσεων μονόχωρο, δρομικό ναό με δίρριχτη κερμοσκεπή στέγη και ημικυκλική αψίδα ιερού.

Το ναΐδριο δεν είναι κηρυγμένο μνημείο, όμως αποτελεί σημαντικό ιστορικό τεκμήριο της νεότερης ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου αλλά και της Ελλάδας γενικότερα δεδομένου ότι τεκμηριωμένα συνδέεται με έναν από τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, τον Θ. Κολοκοτρώνη, επομένως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη συλλογική ιστορική μνήμη.

 

«Ο Κολοκοτρώνης προσευχόμενος». Υδατογραφία του Αποστόλου Γεραλή (1886-1983). Πολεμικό Μουσείο.

Θεωρώ ότι όλοι σας μετά τις εξαιρετικές παρουσιάσεις και ομιλίες που έχουμε παρακολουθήσει από την αρχή της σημερινής ημερίδας διατηρείται δύο ερωτήσεις που θα θέλατε να σας απαντηθούν. Η πρώτη  είναι πόσο σίγουροι μπορεί να είμαστε ότι το ναΐδριο των Αγίων Θεοδώρων  ήταν ιδιοκτησία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, των απογόνων του και πως περιήλθε στην κατοχή των αδερφών Ρετάλη και δεύτερο, μέσο ποιας διαδικασίας ο πτωχός κλέφτης Κολοκοτρώνης  βρέθηκε με ιδιοκτησίες έξω από τα τείχη του Αναπλιού.

Λίγο πριν την έκρηξη του αγώνα για την Ανεξαρτησία το σύνολο των πεδινών εκτάσεων γύρω από το Ανάπλι και τον υπόλοιπο Αργολικό κάμπο ανήκαν σε διάφορους Οθωμανούς γαιοκτήμονες – τσιφλικάδες ή βακούφια Οθωμανικά  και οι χριστιανοί εργάζονταν σε αυτούς μόνο ως εργάτες γης. Με την επιτυχή ολοκλήρωση της πολιορκίας του Ναυπλίου, την κατάληψη του Παλαμηδίου από τους Μοσχονησιώτη και Σταϊκόπουλο και την υπογραφή της παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου από τον Κολοκοτρώνη και τον Σταϊκόπουλο, το σύνολο των πρώην Οθωμανικών ιδιοκτησιών, τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών αποτέλεσαν Εθνικές γαίες ή Εθνικές ιδιοκτησίες.

Στην διάρκεια της Επανάστασης οι διάφορες επαναστατικές κυβερνήσεις κατά περιόδους είτε άμεσα είτε έμμεσα αναγκάστηκαν να πουλήσουν – μεταβιβάσουν κάποιες από αυτές σε «κεφαλαιούχους» της εποχής για να εξοικονομήσουν χρήματα για τον Αγώνα ή για να εξοφλήσουν οφειλόμενα από την διεξαγωγή του Αγώνα. Με απλά λόγια, μία επιλογή ήταν η διεξαγωγή δημοπρασιών, στους οποίους κάποιος εμφανιζόταν και  έναντι σχετικού τιμήματος που επιτυγχανόταν κατά την διαδικασία αποκτούσαν κάποια από αυτά τα κτήματα ή ιδιοκτησίες. Ο άλλος ήταν λίγο πιο περίπλοκος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »