Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

«Το Απάνθισμα των Εγκληματικών» – Ο Πρώτος Ποινικός Κώδικας της Ελεύθερης Ελλάδος – Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης, Επίτιμος Αντιεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου


 

Οι πυλώνες που συνέβαλαν αποφασιστικά στην απελευθέρωση της Ελλάδος ήταν η Εθνική Παράδοσις, η Ορθόδοξος Εκκλησία, η Πνευματική ηγεσία (Φαναριώτες), οι οργανωμένες πολεμικές ομά­δες στην θάλασσα και την ξηρά (κλέφτες και αρματωλοί), το Εμπο­ρικό Ναυτικό, οι Φιλέλληνες, ο Κοινοτικός Βίος και οι θεσμοί του Δι­καίου (συντεχνίες, συνεταιρισμοί και γενικότερα οι θρησκευτικές και πολιτικές ενώσεις). Κατά την διάρκεια της δουλείας, όπως χαρακτη­ριστικά αναφέρει ο καθηγητής Πανταζόπουλος «εχαλκεύθη και ην­δρώθη η περί δικαίου συνείδησης του δουλεύοντος Έθνους».

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών των Ελλήνων ήταν τα εκκλησια­στικά – επισκοπικά δικαστήρια. Η εφαρμογή όμως του ποινικού δι­καίου, που είχε ως βάση του την διδασκαλία του Κορανίου, ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα των τουρκικών δικαστηρίων, που σκοπός τους ήταν κυρίως η προστασία της εξουσίας του κατακτητή από εγκλή­ματα που στρέφονταν εναντίον του, όπως η ληστεία, η πειρατεία, η προσβολή της πολιτειακής του εξουσίας και της δημόσιας τάξης.

Σε ορισμένες τοπικές κοινωνίες, όπου οι Τούρκοι είχαν περιορι­σμένη εξουσία, είχε εφαρμογή ένα εθιμικό ποινικό δίκαιο των υπόδου­λων για εγκλήματα αγρονομικά, αγορανομικά αλλά και για κλοπές, σωματικές βλάβες, και εγκλήματα κατά των ηθών. Οι Έλληνες επίτρο­ποι-κριτές επειδή δεν μπορούσαν να εκδόσουν εκτελεστές αποφάσεις, επέβαλαν πρόστιμα υπέρ του κατακτητή ενώ κατά κανόνα φρόντι­ζαν για τον συμβιβασμό των αντιμαχόμενων πλευρών ώστε να μην αναμιγνύεται ο κατακτητής. Σε ορισμένες περιοχές, όπως η Μάνη και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, όπου η τουρκική παρουσία δεν ήταν έντονη, οι ποινικές υποθέσεις εκδικάζονταν από τους Έλληνες, ενώ στην Μάνη εφαρμοζόταν ο άτεγκτος νόμος της αντεκδίκησης, η λεγό­μενη βεντέτα, δηλαδή η ιδιωτική ανταπόδοση.

Μετά την έναρξη του Αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία και τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους κρίθηκε απαραίτητο να θε­σπισθεί ένας ποινικός κώδικας ο οποίος σκοπό είχε αφ’ ενός μεν να προστατεύσει τις ελευθερίες των Ελλήνων αφ’ ετέρου δε να εγγυηθεί τις ελευθερίες αυτές από αξιόποινες δραστηριότητες. Έτσι στο άρθρο 97 του Προσωρινού Πολιτεύματος της Επιδαύρου η Πρώτη Εθνική Συνέλευση (1822) ανέθεσε στο Εκτελεστικό Σώμα να συστήσει επιτρο­πή για να καταρτίσει, εκτός των άλλων, και ποινικό κώδικα. Επειδή η επιτροπή αυτή δεν συστάθηκε, η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος την 1-4-1823 διόρισε εννεαμελή επιτροπή από δύο επισκόπους, δύο ιερο­μόναχους, ένα ιεροδιάκονο και τέσσερις λαϊκούς για να εκθέσει «τα κυριότερα των εγκληματικών εκ του προχείρου ερανιζομένη από τους νόμους των ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και άλλοθεν».

Ο Πανούτσος Νοταράς, Υπουργός των Οικονομικών και Πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος της Προσωρινής διοικήσεως της Ελλάδος κατά την Ελληνική Επανάσταση. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μέλη της Επιτροπής αυτής ήταν ο Επίσκοπος Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ο Επίσκοπος Ταλλαντίου Νεόφυτος, οι ιερο­μόναχοι Βενιαμίν ο Λέσβιος και Γεράσιμος Παπαδόπουλος, ο ιεροδι­άκονος Γρηγόριος Κωνσταντάς και οι λαϊκοί Πανούντζος Νοταράς, που αργότερα επί Καποδίστρια έγινε Πρόεδρος του Ανεκκλήτου Κρι­τηρίου, δηλαδή του σημερινού Αρείου Πάγου με έδρα το Άργος, Ιω­άννης Κοντουμάς, Γεώργιος Αινιάν και Ιωάννης Ζαΐμης. Ο τελευταί­ος αργότερα έγινε βουλευτής Καλαβρύτων και ήταν και ο πρώτος δή­μαρχος της ελεύθερης Πάτρας.

Η Επιτροπή αυτή με τις πολεμικές επιχειρήσεις σε πλήρη εξέλιξη, στις 17-4-1823, δηλαδή σε δεκαέξι μόνο ημέρες, συνέταξε και παρέ­δωσε στην Εθνική Συνέλευση ένα ποινικό κώδικα τον οποίο η Συνέ­λευση ονόμασε «Απάνθισμα των Εγκληματικών» που έγινε νόμος το έτος 1824 με τον τίτλο «περί αμαρτημάτων και ποινών».

 

Το Απάνθισμα των Εγκληματικών

 

Η αναφορά υποβολής του έργου αυτού από την Επιτροπή, που έχει την μορφή Ει­σηγητικής Εκθέσεως, αναφέρει χαρακτηριστικά «Συνελθόντες πολ­λάκις εις εν και μελετήσαντες εσκεμμένως του Νόμους των αειμνή­στων Αυτοκρατόρων Χριστιανών και άλλους Κώδικας της ευνομού­μενης Ευρώπης συνερανίσθημεν το περί αμαρτημάτων και ποινών τούτο Απάνθισμα, σπουδάσαντες να εφαρμόσωμεν πάντα εις την ενεστώσαν του Έθνους μας περίστασιν, κατά την επιταγήν της Σε­βαστής Εθνικής Συνελεύσεως». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εκλέγεται Πρόεδρος Εκτελεστικού στο Κρανίδι – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Είναι γνωστές οι εμφύλιες διαμάχες των Ελλήνων κατά το τρίτο έτος (1823) της Επανάστασης, οι οποίες κορυφώθηκαν τον Δεκέμβριο του 1823 και συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση τους πρώτους μήνες του 1824. Τότε το Κρανίδι ορίστηκε ως έδρα της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος. Ο Φωτάκος στα απομνημονεύματά του σημειώνει:

 

«Το Κρανίδι είναι τόπος ξηρός, παράλιος απόκεντρος και δυνατός. Οι συνελθόντες εκεί εμάζευσαν πολλούς στρατιώτας του τόπου, οι οποίοι ήσαν εξησκημένοι εις τα όπλα. Έφεραν δε και άλλους από τας πλησίον νήσους Ύδραν και Σπέτσας. Όλος ο Κάτω Ναχαγές και όλον επίσης το Κρανίδι απίστησεν…».

 

Ωστόσο ο Γιάννης και ο Σταμάτης Μήτσας με τα παλικάρια τους, που όπως είναι γνωστό ακολουθούσαν πάντοτε τον Κολοκοτρώνη, διαφοροποιήθηκαν.

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Τα σημαντικά γεγονότα της εκλογής του Γεωργίου Κουντουριώτη ως Προέδρου Εκτελεστικού που έλαβαν χώρα στην περιοχή μας (Κρανίδι – Ερμιόνη), αποτελούν ενδιαφέρουσα πτυχή της τοπικής μας ιστορίας.

Μετά, λοιπόν, τη μη αποδοχή της πρότασης του Βουλευτικού από τον Λάζαρο Κουντουριώτη, αδελφό του Γεωργίου, να αναλάβει την προεδρία του Εκτελεστικού επικαλούμενος λόγους υγείας και ορισμένας άλλας υποχρεώσεις του, εκείνος υπέδειξε για την Προεδρία τον αδελφό του Γεώργιο. Μάλιστα διαβεβαίωσε τον Αντιπρόεδρο του Βουλευτικού, Μητροπολίτη Βρεσθένης Θεοδώρητο, ότι η οικογένειά του και ολόκληρο το νησί της Ύδρας είναι με το Βουλευτικό, που υπερασπίζεται τα δικαιώματα του Έθνους. Η πρότασή του έγινε αποδεκτή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αναθεώρηση του φόνου του Πάνου Κολοκοτρώνη. Ομοιότητες με την δολοφονία του Γεωργίου Καραϊσκάκη – Γιώργος Θ. Πραχαλιάς, Γεωπολιτικὸς Επιστήμων, Αξιωματικός Ελληνικού Στρατού ε.α.


 

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης ήταν πρωτότοκος υιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούζου. Γεννήθηκε το έτος 1798 στον Άκοβο της Αρκαδίας. Το ζεύγος απέκτησε άλλες δύο κόρες, την Ελένη και τη Γιωργίτσα, καθώς και άλλους δύο γιούς, τον Γιάννη (Γενναίο) και τον Κολλίνο.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Ο Πάνος έλαβε εξαιρετική μόρφωση κατά την παραμονή της οικογένειας Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο, καθώς φοίτησε δίπλα στον φημισμένο διδάσκαλο της εποχής Αντώνιο Μαρτελάο, ο οποίος είχε επίσης μαθητές τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ούγο Φώσκολο. Ο Πάνος κατάφερε δίπλα στον μεγάλο δάσκαλο να ξεδιπλώσει όλες τις αρετές της εκλεπτυσμένης προσωπικότητάς του. Σύμφωνα με τον Φωτάκο[1] ο Πάνος «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Ρηγόπουλο:[2] Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζάκυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ᾽ εκλογήν φίλους.

Οι παραπάνω περιγραφές μας ενημερώνουν για την εξαιρετική παιδεία και την ευγενική προσωπικότητα του Πάνου, αλλά μας δίνουν και μία πολύτιμη πληροφορία: ο Πάνος ήταν απόφοιτος της περίφημης ακαδημίας της Κέρκυρας που είχε ιδρύσει ο λόρδος Γκύλφορντ. Πρόκειται για τον μεγάλο φιλέλληνα και οραματιστή πολιτικό Φρειδερίκο Νορθ Γκύλφορντ, νεότερο γιό του πρωθυπουργού της Αγγλίας Frederick North.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ειδήσεις σχετικά με τον κοινωνικό και πολιτιστικό βίο των Τούρκων της Πελοποννήσου (17ος-19ος αι.). İbrahim Alper Arisoy, Καθηγητής Πανεπιστημίου Σμύρνης – Δημήτρης Μιχαλόπουλος, Ιστορικός, Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015.


 

Evliyâ Çelebi

Πέρα από ορισμένες δευτερεύουσες πηγές που αφορούν το θέμα μας εμμέσως η ανακοίνωση αυτή κατά κύριο λόγο βασίζεται στο έργο του Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε την Πελοπόννησο περί τα μέσα του 17ου αιώνα.

Φαίνεται ότι κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας οι Τούρκοι κάτοικοι της Πελοποννήσου αποτελούσαν μία ετερογενή κοινότητα, διασκορπισμένη μέσα στη χερσόνησο. Εκτός από το ότι δημογραφικώς αποτελούσαν μειονότητα, διαπιστώνονταν κοινωνικές, οικονομικές καθώς και εθνοτικές διαφορές μεταξύ τους. Οι διαφορές αυτές είχαν να κάνουν με τον τόπο κατοικίας και το επάγγελμα. Λόγω αυτής της ετερογένειας, στις πηγές, κυρίως τις αρχειακές, εντοπίζονται ενδιαφέροντα στοιχεία ως προς τα διάφορα κοινωνικο-πολιτιστικά στρώματα των Μουσουλμάνων του Μοριά.

Στην εργασία μας αυτή στόχος είναι να προβληθούν ορισμένα στοιχεία του πολιτιστικού βίου των Οθωμανών της Πελοποννήσου. Με την έννοια «πολιτισμός» νοούνται βέβαια η γλώσσα, η λογοτεχνία, ο θρησκευτικός βίος και η καθημερινή ζωή. Έχοντας υπόψη αυτά λοιπόν μπορούμε πια να προσεγγίσουμε κατ᾽ αρχάς το κοινωνικό υπόβαθρο.

 

Α’. Κοινωνική διαμόρφωση

 

Μετά την επέκταση της οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο δεν υπήρξε εκεί μαζική εισροή Τούρκων. Ωστόσο, οι πολεμιστές και τα διοικητικά στελέχη της Υψηλής Πύλης, που μαζί με τις οικογένειές τους εγκαταστάθηκαν στη χερσόνησο, συνέπηξαν σταδιακώς τον εκεί πυρήνα της οθωμανικής/τουρκικής κοινότητας. Αυτοί, όπως φαίνεται, καθώς και ουλεμάδες (<ulemâ [τουρκ.]<ủlamā [αραβ.]), δηλαδή ιεροδίκες, μαζί με μέλη των – μυστικιστικού χαρακτήρα – σουφιστικών θρησκευτικών ταγμάτων αποτέλεσαν τη βάση του μουσουλμανικού στοιχείου του Μοριά. Η αρχική εγκατάστασή τους έγινε σε οχυρωμένα μέρη και λιμάνια· στη συνέχεια όμως, μέσω εξισλαμισμών και μικτών γάμων αυξήθηκαν αριθμητικώς και ξαπλώθηκαν και σε άλλες περιοχές του Μοριά.

 

Βοεβόδας (Τούρκος διοικητής) της Αθήνας. Χαλκογραφία σε χαρτί. Giovanni Battista Lusieri (;), 1814.

 

Οι Τούρκοι πάντως κάτοικοι της Πελοποννήσου είναι δυνατόν να χωριστούν σε δύο βασικές κατηγορίες· συγκεκριμένα εκείνους που κατοικούσαν σε κέντρα αστικά και όσους διέμεναν σε αγροτικές περιοχές. Προφανές παραμένει όμως ότι μέσα σε αυτές τις δύο κύριες ομάδες μπορούσε κανείς να διακρίνει πολλές οιονεί υποδιαιρέσεις. Οι Οθωμανοί/Τούρκοι π.χ., οι οποίοι διαβιούσαν σε ορεινά μέρη, διέφεραν από εκείνους των παραλίων και των κοιλάδων· και βέβαια ανάλογες διαφοροποιήσεις διαπιστώνονται και στους κόλπους του πληθυσμού των αστικών κέντρων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ναυμαχία του Καφηρέα και η θυσία του Επιδαύριου πυρπολητή Μιχάλη Οικονομόπουλου – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, «Πελοποννησιακά», Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ΄ – 2022.


 

Την ίδια ημέρα της μάχης στο Μανιάκι, δηλ. την 20η  Μαΐου 1825, έγινε και η ιστορική ναυμαχία στο ακρωτήρι Κάβο Ντόρο, στο στενό του Καφηρέα της Νότιας Εύβοιας, όπου η β´ μοίρα του ελληνικού στόλου κατατρόπωσε τον μεγαλύτερο σε αριθμό, μέγεθος και εξοπλισμό «βυζαντινό εχθρικό στόλο» Αιγυπτίων και Τούρκων.

Γεώργιος Σαχτούρης

Μέσα από ανέκδοτα έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους εκείνης της περιόδου προκύπτουν άγνωστες πτυχές της σπουδαίας αυτής ναυμαχίας, όπως η θυσία του μπουρλοτιέρη Μιχάλη Οικονομόπουλου από την Επίδαυρο, ο οποίος ανατίναξε την πρώτη ναυαρχίδα του εχθρικού στόλου. Εκθέσεις επίσης των ναυάρχων της β´ μοίρας του ελληνικού στόλου Γεωργίου Σαχτούρη και Γεωργίου Ανδρούτσου περιγράφουν την καταλυτική συμβολή που είχε στην εξέλιξη της ναυμαχίας η ανατίναξη της λεγόμενης «καπετάνισσας» του βυζαντινού στόλου από δύο πυρπολικά (ηφαίστεια), του Σπετσιώτη Λάζαρου Μουσιού και του Υδραίου Γιάννη Μαντρόζου.

Τα πυρπολικά τα χρόνια του Αγώνα της Παλιγγενεσίας, λόγω της ειδικής τους αποστολής, έφεραν την χαρακτηριστική ονομασία «ηφαίστεια» και η Διοίκηση τα θεωρούσε «προπύργιο» του ελληνικού στόλου. Σε έκθεσή του επίσης ο Ανδρέας Μιαούλης προς την Διοίκηση έγραφε ότι θα έπρεπε να κατασκευάζονται συνέχεια πυρπολικά, επειδή ήταν το μόνο όπλο, το οποίο μπορούσε να βλάψει τον εχθρό, το οποίο «και πολλαπλασιάζει την μικρότητα των δυνάμεών μας», ενώ και οι πρόκριτοι των Σπετσών τόνιζαν ότι οι καθημερινές διά θαλάσσης νίκες του ελληνικού στόλου και οι ζημιές του εχθρού ήταν αποτέλεσμα της δράσης των πυρπολικών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έγγραφα Επιστράτευσης της Επαρχίας Ναυπλίου το 1825 και η θυσία στο Μανιάκι  – Αντώνης Δ. Ξυπολιάς, Ιστοριοδίφης, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος ΛΒ’ – 2022.


 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Το καλοκαίρι του 1824 κυκλοφορούσαν έντονα οι φήμες ότι ο αιγυπτιακός στόλος του Μεχμέτ Αλή με 200 πλοία και 12.000 οπλίτες ήταν έτοιμα να αποπλεύσουν από την Αλεξάνδρεια με προορισμό τα νησιά των Σπετσών και της Ύδρας. Αρχές Ιουλίου 1824 η Διοίκηση εν μέσω εμφυλίων διαιρέσεων και συγκρούσεων υποχρεώθηκε να λάβει μέτρα ασφαλείας των Σπετσών και ο Υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος διέταξε στρατιωτικά σώματα από τις επαρχίες Άργους και Κυνουρίας με αρχηγούς τους Δημήτρη Τσώκρη και Παναγή Ζαφειρόπουλο, αντίστοιχα με 200 οπλίτες ο καθένας, να κινήσουν προς το νησί των Σπετσών.

Διατάχθηκε επίσης και η επαρχία Ναυπλίου με 200 στρατιώτες υπό την ηγεσία των Μήτρου Λυγουριάτη, Αναγνώστη Κακάνη και Αναγνώστη Τασόπουλου να κινήσουν για τις Σπέτσες και υπό τις οδηγίες του Νικηταρά να προκαταλάβουν κατάλληλες θέσεις, που θα εμπόδιζαν την αναμενόμενη εχθρική απόβαση στο νησί. Ανάλογες διαταγές εκδόθηκαν και για την Ύδρα. Οι διαταγές όμως της Διοίκησης συνάντησαν δυσκολίες στην υλοποίησή τους και δεν εκτελέσθηκαν. Οι εμφύλιες διαιρέσεις είχαν δηλητηριάσει την υπακοή και την συνοχή στις τάξεις των στρατιωτικών.

[…] Ο αναμενόμενος στόλος των Αιγυπτίων υπό τον Ιμπραήμ πασά – γιό του Μεχμέτ Αλή – είχε φθάσει ανενόχλητος στον Μεσσηνιακό κόλπο και ξημερώματα της 10ης Φεβρουαρίου 1825 εμφανίσθηκε ανοικτά της Σαπιέντζας, απέναντι από τα φρούρια της Μεθώνης και Κορώνης. Ένα ψαροκάικο από την Κορώνη μέτρησε πενήντα δύο εχθρικά πλοία και ενημέρωσε τις αρχές. Οι πληροφορίες έφθασαν αμέσως και στην Διοίκηση στο Ναύπλιο, που έστειλε ταχέως σειρά διαταγών για να κινηθούν κατάλληλα στρατεύματα προς τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Την 12η Φεβρουαρίου το Εκτελεστικό έγραφε στο Υπουργείο Πολέμου ότι ο εχθρικός στόλος έφθασε στον Μοθοκόρωνα και ήταν ενδεχόμενο η απόβαση να γίνει στα εκεί παράλια η ακόμη και στην περιοχή της Πάτρας, αφού δεν υπήρχε κάποια σίγουρη πληροφορία. Το Υπουργείο έπρεπε να διαβιβάσει αμέσως ανάλογες διαταγές στους αρχηγούς των στρατευμάτων, που θα έπρεπε να αποτρέψουν την απόβαση του εχθρού, προκαταλαμβάνοντας τις αναγκαίες θέσεις.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Διαταγές των πρώτων ημερών στάλθηκαν από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη στους στρατηγούς αδελφούς Νικόλαο και Παναγιώτη Γιατράκο και στον Βάσο Μαυροβουνιώτη στα Κοντοβούνια, οι οποίοι έπρεπε να αποτρέψουν την εχθρική απόβαση στα παράλια του Μοθοκόρωνα. Στους στρατηγούς αυτούς έγραφε ότι είχαν ήδη ενημερωθεί και οι πρόκριτοι Ύδρας και Σπετσών να βάλουν στα πανιά των πολεμικών «τις προσδιορισθείσες μοίρες» και να κινήσουν αμέσως με κατεύθυνση τον Μεσσηνιακό κόλπο.

Έγγραφα στάλθηκαν τις ίδιες ημέρες και στους δημογέροντες του Νεοκάστρου με σκοπό να τους καθησυχάσουν από την παρουσία των εχθρικών δυνάμεων, υπογραμμίζοντάς τους το αξιόμαχο των πελοποννησιακών στρατευμάτων και ιδιαίτερα των 12.000 Ρουμελιωτών, που θα ματαίωναν τα σχεδια του εχθρού.

Επιστολή επίσης του Προέδρου Κουντουριώτη τους έγραφε ότι 4.000 στρατιώτες «από την αρμάδα της Κυβερνήσεως» υπό την οδηγία των έμπειρων στρατηγών Βάσου Μαυροβουνιώτη, Κίτσου Τζαβέλα και Γιατράκου είναι έτοιμοι να κινηθούν προς την περιοχή, όπως και τα ελληνικά πλοία, που «θέλει εξολοθρευθούν καθώς και άλλοτε αυτοί οι αράπηδες καθότι ετόλμησαν να πατήσουν τα ιερά εδάφη…».

Ακολούθησε η απόβαση των Αιγυπτίων στη Μεθώνη, όπου και εκτός του φρουρίου στήθηκαν τουλάχιστον εξακόσιες σκηνές. Οι πρώτες πληροφορίες από τον Γενικό Αστυνόμο Νεοκάστρου και Μεθώνης Ν. Τζικλητήρα ανέφεραν ότι αποβιβάστηκαν «4.000 στρατιώτες, από τους οποίους τετρακόσιοι ιππείς» με 18 κανόνια μπρούτζινα του κάμπου και 3 η 4 «μουρτάρια», ενώ τα καράβια του Ιμπραήμ κίνησαν για την Κρήτη για να φέρουν 12.000 ακόμη στρατιώτες. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ φώναξε έναν Κεφαλλονίτη καραβοκύρη και τον ρώτησε που είναι ο Κολοκοτρώνης, ο Οδυσσέας και άλλοι και απόρησε όταν έμαθε ότι είναι στο Ναύπλιο. Την 3η ώρα της ίδιας ημέρας και υπό ραγδαία βροχή μονάδα του εχθρικού ιππικού κινήθηκε προς διερεύνηση της περιοχής μέχρι τον Άγιο Ηλία στα Χίλια Χωριά, όπου προέβη και στην αρπαγή τροφίμων, «επήραν μία στάνην και δύο βόδια…». Τα χωριά άδειασαν, ο κόσμος έφυγε. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λόντος Σ. Ανδρέας (1786–1846)


 

Ο Ανδρέας Λόντος ήταν στρατιωτικός και πολιτικός, γεννημένος στο Αίγιο.[1] Ήταν γιος του Σωτηράκη Λόντου και καταγόταν από ισχυρή οικογένεια προυχόντων της Βοστίτσας. Σπούδασε στο σχολαρχείο της Βοστίτσας, το οποίο διεύθυνε ο Ευστάθιος Παλαμάς. Μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του, το 1812, από τους Τούρκους, ο Ανδρέας Λόντος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη.

 

Ανδρέας Λόντος. Λιθογραφία του Giovani Boggi από το λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece», Παρίσι, 1826.

 

Ο Ανδρέας έζησε για ένα διάστημα στην πόλη και επανήλθε στην Πελοπόννησο το 1816. Σύναψε φιλία με τον νέο Μόρα Βαλεσή Σακήρ Αχμέτ και το 1818 αναγορεύτηκε επίσημα σε προεστό με έγγραφο των εκπροσώπων του καζά Βοστίτσας, επικυρωμένο από τον επίσκοπο Κερνίτσης, Προκόπιο.[2] Μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία, από τον Πελοπίδα, και εργάστηκε για την προπαρασκευή της επανάστασης.

Μετείχε ενεργά στην Επανάσταση, όπως και οι αδελφοί του Αναστάσιος και Λουκάς. Στις 23 Μαρτίου κήρυξε την επανάσταση στο Αίγιο (Βοστίτσα), εκδίωξε τους Τούρκους χωρίς μάχη και ύψωσε την πρώτη ελληνική επαναστατική σημαία. Στη διάρκεια της επανάστασης διατηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα, με το οποίο πήρε μέρος στην πολιορκία της Πάτρας και του Μεσολογγίου και στις εκστρατείες στην ανατολική και δυτική Ελλάδα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικόν αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου (1789-1847) – Ακαδημία Αθηνών


 

Στο πλαίσιο των δράσεών της για την απότιση φόρου τιμής στα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση, η Ακαδημία Αθηνών ανέθεσε στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) την επανέκδοση των δύο πρώτων τόμων του «Αρχείου Ανδρέα Λόντου». Έχοντας εκδοθεί το 1914 και το 1916 αντίστοιχα, με τη συνδρομή του Αλεξανδρινού επιχειρηματία και ευεργέτη Αντώνη Μπενάκη, οι τόμοι αυτοί αφορούν στον Αχαιό πρόκριτο και στρατιωτικό Ανδρέα Λόντο (1786-1846).

 

Ιστορικόν αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου

Η επαναστατική δράση του Λόντου υπήρξε άμεσα συνυφασμένη με τη Βοστίτσα στον Κορινθιακό Κόλπο, άλλοτε μητρόπολη της Αχαϊκής Συμπολιτείας, με μακρά παράδοση αντιοθωμανικών κινημάτων, από το 1465 και το 1570 έως τα Ορλωφικά και την κίνηση του Λάμπρου Κατσώνη το 1790.

Από κοινού με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον Ανδρέα Ζαΐμη, ο Λόντος συναπάρτισε την «Αχαϊκή Τριανδρία», που εκπροσώπησε τη Βοστίτσα, την Πάτρα και τα Καλάβρυτα.

Στο αρχοντικό του έλαβε χώρα, τον Ιανουάριο του 1821, η πρώτη συνεδρίαση της Συνέλευσης της Βοστίτσας με τη συμμετοχή, του «απόστολου» του Αλέξανδρου Υψηλάντη, Γρηγορίου Δικαίου (Παπαφλέσσα).

Τον Μάρτιο κήρυξε την Επανάσταση και ηγήθηκε της εκδίωξης των Οθωμανών από την περιοχή ενώ συμμετείχε με το στρατιωτικό σώμα που διοικούσε στην πολιορκία του Μεσολογγίου και της Πάτρας. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους ο Λόντος κατέλαβε μια σειρά αξιωμάτων ενώ αργότερα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η οικογένεια των Νοταράδων στην Ελληνική Επανάσταση


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μία από τις κοινωνικές ομάδες που θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση, είναι αυτή των προκρίτων, αλλιώς κοτζαμπάσηδων. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και η οικογένεια Νοταρά που κατάγεται από τα Τρίκαλα Κορινθίας.

Σύμφωνα με την παραδοσιακή προσέγγιση της Επανάστασης, όλοι οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης, ο καθένας από τη θέση του και με βάση τις δυνατότητές του προσέφεραν στην Επανάσταση και τιμώνται εξίσου ως ήρωες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η αντίληψη αυτή αγνοεί τις υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που αποτελούσαν την ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων κατασκευάζοντας μία μάλλον ειδυλλιακή εικόνα όπου το έθνος όταν πήρε τα όπλα κατά του κατακτητή διέθετε μία οικονομικά ισχυρή τάξη πρόθυμη να χρηματοδοτήσει τον Αγώνα, τους μεγαλοκαραβοκύρηδες των νησιών και τους προκρίτους, τους Φαναριώτες με υψηλή μόρφωση και διπλωματικές ικανότητες, έτοιμη να διαμορφώσει τη νέα πολιτική εξουσία και την ηγεσία των ενόπλων που την είχαν οι καπετάνιοι του στόλου, οι πρώην Κλέφτες και οι Αρματολοί με τα σώματά τους. Το σχήμα αυτό ισχύει βεβαίως, σ’ έναν βαθμό. Δεν μπορεί, ωστόσο να εξηγήσει το γεγονός ότι οι υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και των συμφερόντων τους, οι τοπικές διαφορές και οι προσωπικοί ανταγωνισμοί και φιλοδοξίες οδήγησαν σε οξύτατες διαμάχες και σε δύο εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης κι ακόμη έναν μετά την έλευση του Καποδίστρια το 1828 στην Ελλάδα, στη δε περίπτωση της Κορινθίας είχαμε κι έναν ακόμη, αυτόν μεταξύ του Ιωάννη και του Παναγιωτάκη Νοταρά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1826. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αναγνώστης Γκελμπερής (; – 1821) – Από όργανο της εξουσίας μάρτυρας της Ελευθερίας


 

Σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο 1821, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να παρουσιαστεί ο σχεδόν άγνωστος ήρωας από την Κυνουρία που φέρει το όνομα Αναγνώστης Γκελμπερής. [Ανακοίνωση του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου στο 9ο Τσακώνικο Συνέδριο, Λεωνίδιο 17-19 Μαρτίου 2023].

Ο πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως και ιστορικός της Επαναστάσεως Αμβρόσιος Φραντζής τον θεωρεί Τσάκωνα. H μελέτη όμως των υπαρχόντων στοιχείων αποδεικνύει ότι καταγόταν από την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της Τσακωνιάς, τα Λυμποχώρια. Λυμποχώρια, και κατά παρετυμολογίαν Ολυμποχώρια, ονομάζονταν τα χωριά Άγιος Βασίλειος, Πλατανάκι και Παλαιοχώρι, στις ανατολικές υπώρειες του Πάρνωνα και λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Λεωνιδίου, από την ύπαρξη στην περιοχή αυτή της αρχαίας πόλεως Γλυππία, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ή, Γλυμπείς, κατά τον ιστορικό Πολύβιο.

Ο ακριβής τόπος καταγωγής του Γκελμπερή έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών, ασφαλώς λόγω αγνοίας των πραγματικών δεδομένων. Έτσι, ο Νικόλαος Σπηλιάδης στον πρώτο τόμο του έργου του θεωρεί ότι ο Γκελμπερής κατάγεται από το Γεράκι, ενώ σε διορθωτική σημείωση στον δεύτερο τόμο του έργου του αναφέρει ότι καταγόταν «από τα Ολυμποχώρια, κατά την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου», χωρίς όμως να διευκρινίζει από ποιο ακριβώς χωριό των Λυμποχωρίων. Γερακίτη θεωρεί τον Γκελμπερή και ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο γνωστό έργο του «Η Ναυπλία». Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος έχει την άποψη ότι ο Γκελμπερής ήταν αξιωματικός του χωρίου Κοσμά. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ενώ για τον ηρωικό θάνατο του Γκελμπερή o Φωτάκος αναφέρει πολλές λεπτομέρειες στα «Απομνημονεύματά» του, δεν τον μνημονεύει καθόλου στο άλλο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», όπου τόσοι και τόσοι άλλοι Πελοποννήσιοι ήρωες έχουν βρει την τιμητική θέση τους.

 

Το κάστρο του Γερακιού Λακωνίας.

 

Εξάλλου, τα λήμματα των διαφόρων εγκυκλοπαιδειών είναι τηλεγραφικά και ανεπαρκέστατα. Εξάλλου όλα, αντιγράφοντας προφανώς το ένα το άλλο, προσδιορίζουν ως ιδιαίτερη πατρίδα του το χωριό Άγιος Βασίλειος.

Από συνδυασμό αρχειακών ιστορικών στοιχείων, άγνωστων μέχρι τούδε, και από εσωτερικές μαρτυρίες εγγράφων του ίδιου του Γκελμπερή, αποδεικνύεται ότι ιδιαίτερη πατρίδα του δεν ήταν ούτε το Γεράκι ούτε ο Κοσμάς ούτε ο Άγιος Βασίλειος, αλλά το χωριό Πλατανάκι. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά ο Γκελμπερής εγκαταστάθηκε στον Άγιο Βασίλειο, και αυτό ήταν φυσικό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι από εκεί ήταν και η καταγωγή του.

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε ούτε πού έμαθε τα πρώτα γράμματα. Είναι βέβαιο πάντως ότι διέθετε αρκετή παιδεία, και αυτό αποδεικνύεται από τα 110 και πλέον ανέκδοτα γράμματά του που διασώζονται στο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον άνθρωπο και τη δράση του, αλλά και για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Τουρκοκρατούμενη Κυνουρία και σε όλη την Πελοπόννησο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τα γράμματα αυτά χαρακτηρίζονται από ευχέρεια γραφής, ορθογραφική ακρίβεια και μεγάλη εκφραστική ικανότητα, και είναι όλα δείγματα υψηλού γραμματικού και μορφωτικού επιπέδου, σπάνιου για την τότε ελληνική κοινωνία. Εικάζουμε ότι λόγω των σχέσεών του με πολλούς Τούρκους εγνώριζε και μιλούσε άριστα και την τουρκική γλώσσα. Στο ίδιο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους διασώζονται επίσης διάφορα ταμειακά Κατάστιχα της επαρχίας Άργους με τη γραφή και υπογραφή του Γκελμπερή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »