Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

1ο Φεστιβάλ Μαθητικής Καλλιτεχνικής-Δημιουργικής Έκφρασης Δήμου Άργους- Μυκηνών


  

Ετοιμάστηκε η μεγάλη καλλιτεχνική γιορτή για τη μαθητική κοινότητα του Δήμου Άργους – Μυκηνών από την Κοινωφελή Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών με τη συνεργασία του Τμήματος Σχολικών Δραστηριοτήτων της Δ/νσης B/θμιας Εκπαίδευσης Αργολίδας. Πολλά σχολεία από το Δήμο μας Νηπιαγωγεία – Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια –  πλαισιώνουν με τη φαντασία των μαθητών και τη γνώση των δασκάλων και καθηγητών αυτή την ανοιξιάτικη καλλιτεχνική  συνάντηση.

1ο Φεστιβάλ Μαθητικής Καλλιτεχνικής-Δημιουργικής Έκφρασης

 

Το 1ο Φεστιβάλ Μαθητικής Καλλιτεχνικής & Δημιουργικής Έκφρασης Δήμου Άργους – Μυκηνών, θα ξεκινήσει την Τρίτη 8 Μαΐου  και θα τελειώσει την Κυριακή 13 Μαΐου 2012 στο Θέατρο του Μπουσουλοπούλειου Γυμνασίου Άργους.

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ θα παρακολουθήσουμε καλλιτεχνικές δράσεις που αναπτύσσουν οι μαθητές στα σχολεία τους, όπως:  θεατρικές, μουσικές & χορευτικές παραστάσεις, εκθέσεις καλλιτεχνικής δημιουργίας (φωτογραφίας,  ζωγραφικής, κατασκευών, εθελοντισμού, λαογραφίας, αγιογραφίας), μικρά ντοκιμαντέρ, ταινίες κινουμένων σχεδίων, μαθητικά έντυπα.  

 Η είσοδος είναι ελεύθερη για όλες τις δράσεις.

Read Full Post »

Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το βίο του Αγίου Πέτρου Άργους


 

Μολονότι ο βίος του Αγίου Πέτρου Άργους έχει κατά καιρούς απασχολήσει την έρευνα, δε διαθέτουμε ακόμα μια τεκμηριωμένη μονογραφία. Η σημαντικότερη ως τώρα μελέτη του Κωνσταντίνου Κυριακόπουλου [1] έχει ελλείψεις, κυρίως γιατί ο Κυριακόπουλος ήταν φιλόλογος και η ιστορική προσέγγιση των γεγονότων που επιχειρεί δεν ακολουθεί την ιστορική μεθοδολογία και παραμένει χωρίς αποτέλεσμα. Εκτός από τη σοβαρή αυτή εργασία, έχουν επίσης δημοσιευτεί ορισμένες μονογραφίες από κληρικούς ή άτομα κοντά στην Εκκλησία, που όμως έχουν ως δηλωμένο σκοπό την προβολή της αγιότητας του Πέτρου [2].

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Πρόκειται συνεπώς για εργασίες αγιολογικού χαρακτήρα από τις οποίες δεν έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις με μια ιστορική μελέτη. Στις μελέτες αυτές πρέπει να προστεθούν κάποιες αναφορές σε λεξικά ή γενικής φύσης εργασίες [3], οι αναφορές στον άγιο Πέτρο σε μελέτες που δεν έχουν ως αντικείμενο τον ίδιο[4], και οι πολυάριθμες αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, κατά κανόνα ανώνυμες [5]. Προσωπικά δε γνωρίζω κάποια μελέτη που να εκθέτει με σαφήνεια τις ιστορικές πληροφορίες που διαθέτουμε για τον Πέτρο και που θα αποτελούσε τη βάση για περαιτέρω έρευνα [6].

Στην ιστορική έρευνα πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στις πηγές που αναφέρουν αυτά τα γεγονότα, όπως και ανάμεσα στη χρονολόγηση των γεγονότων δηλ. πότε έγινε κάτι, και στη χρονολόγηση των πηγών, δηλ. πότε γράφτηκε κάτι. Εξίσου σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη η φύση των πηγών.

Ένας Βίος αγίου έχει σκοπό να διδάξει τους πιστούς και γι’ αυτό η ιστορική πληροφόρηση δεν αποτελεί τον κύριο σκοπό του. Αντίθετα ένα επίσημο έγγραφο αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα χωρίς διδακτικό ή άλλο σκοπό. Είναι συνεπώς σκόπιμο να γίνει πρώτα μια αναφορά στις πηγές που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο, πριν την ανάλυση των δεδομένων που παρέχουν οι πηγές αυτές.

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα: δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε ο άγιος Πέτρος. Το μόνο χρονολογικό στοιχείο που ο βιογράφος του Θεόδωρος Νικαίας θεώρησε  σκόπιμο να αναφέρει αφορά στο χρόνο της χειροτονίας του σε επίσκοπο: επί πατριαρχείας Νικολάου Α΄ του Μυστικού [7]. Ο Νικόλαος Α΄ πατριάρχευσε δύο φορές: μια πρώτη από το 901 ως το 907, μετά εξορίστηκε και επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο το 912 ως το θάνατό του το 925. Ο Θεόδωρος υπονοεί, χωρίς να είναι σαφής, ότι ο Πέτρος χειροτονήθηκε επίσκοπος Άργους επί της δευτέρας πατριαρχείας, δηλ. μετά το 912[8]. Για το λόγο αυτό οι πηγές που αφορούν την επισκοπή Άργους και την επισκοπεία του αγίου Πέτρου πρέπει να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες : α) σε αυτές που γράφτηκαν προ του 900, β) σε αυτές που γράφτηκαν μετά το 1000, και γ) σε αυτές που γράφτηκαν κατά την περίοδο που έζησε ο Πέτρος.

Στις πρώτες ανήκει πρώτα ένα μολυβδόβουλλο που προέρχεται από τη σφραγίδα ενός Πέτρου επισκόπου Άργους. Ορισμένοι ερευνητές θεώρησαν ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο. Όμως, παρά τη δυσχέρεια χρονολόγησης των μολυβδόβουλλων, είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο ανάγεται στα μέσα του 9ου αι.[9] Πρόκειται λοιπόν για κάποιον άλλο Πέτρο επίσκοπο Άργους που επισκόπευσε περί τα τρία τέταρτα του αιώνα πριν από τον άγιο Πέτρο[10]. Από τα πρακτικά των συνόδων εξάλλου γνωρίζουμε ότι το 869 επίσκοπος Άργους ήταν ο Λέων[11] και ότι το 879 σε σύνοδο της Κωνσταντινούπολης μετείχαν ο Θεότιμος επίσκοπος Άργους και ο Ανδρέας επίσκοπος Ναυπλίου[12]. Προφανώς το Ναύπλιο είχε εξελιχτεί σε αξιόλογο αστικό κέντρο και είχε προαχθεί σε ανεξάρτητη επισκοπή, η οποία στη συνέχεια συνενώθηκε και πάλι με την επισκοπή Άργους, αφού λίγο αργότερα (περί τα τέλη του 9ου αι.) επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεόδωρος[13].

Από το 10ο αιώνα διαθέτουμε αρχικά τους Λόγους που αποδίδονται στον άγιο Πέτρο και που δεν είναι βέβαιο ότι γράφτηκαν, τουλάχιστον όλοι, από τον ίδιο[14]. Όμως για το παρόν θέμα αυτό δεν έχει σημασία, αφού οι Λόγοι δεν περιέχουν κανένα ιστορικό στοιχείο που να αφορά τη βιογραφία το αγίου Πέτρου και ως εκ τούτου δε θα αναφερθώ σε αυτούς.

Από τον 10ο αι. προέρχεται επίσης ένα επίγραμμα του επισκόπου Αργείων Ιωάννη, ο οποίος κατασκεύασε μία αργυρή εικόνα του προκατόχου του Πέτρου, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου[15]. Πολλοί ερευνητές θεώρησαν ότι αυτός ο Πέτρος ήταν ο άγιος Πέτρος[16]. Όμως σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας τον άγιο Πέτρο διαδέχτηκε ένας μη κατονομαζόμενος επίσκοπος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Χριστόφορος[17]. Στον επισκοπικό κατάλογο του Άργους ο Ιωάννης, που διαδέχτηκε τον Πέτρο, στον οποίο αφιέρωσε την εικόνα, είχε διάδοχο του τον Νικόλαο[18]. Συνεπώς ο Πέτρος του επιγράμματος δεν είναι ο άγιος Πέτρος. Η πολύ ενδιαφέρουσα αυτή πηγή για την ιστορία της επισκοπής Άργους δεν αφορά συνεπώς τον άγιο Πέτρο.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Ο Βίος του Αγίου Πέτρου, γραμμένος από τον Θεόδωρο Νικαίας [19], είναι η σημαντικότερη πηγή που διαθέτουμε αν και πολλές από τις πληροφορίες που παρέχει δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν από παράλληλες πηγές. Ο Θεόδωρος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα τέλη του 9ου αι. και υπήρξε μαθητής του αγίου Πέτρου. Χειροτονήθηκε από τον Πέτρο διάκονος, αλλά δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους, όπως υπέθεσαν μερικοί ερευνητές [20]. Άγνωστο σε ποια ηλικία, πάντως μετά το θάνατο του Πέτρου, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ανέλαβε σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Εκκλησία και τελικά χειροτονήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, της δεύτερης σε σπουδαιότητα μητρόπολης της αυτοκρατορίας.

Καχεκτικός και φιλάσθενος, είχε ένα ιδιαίτερα δύσκολο χαρακτήρα. Διέθετε τεράστια μόρφωση, που απέκτησε στο Άργος. Επιρρεπής στην κολακεία και στις δολοπλοκίες, αναμείχτηκε σε συνομωσίες κατά των Λεκαπηνών που τελικά του στοίχισαν μία περίοδο εξορίας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ τον προόριζε για τον πατριαρχικό θρόνο, αλλά ο διάδοχός του Ρωμανός Β΄ προτίμησε άλλες λύσεις. Όπως ο ίδιος αναφέρει, συνέταξε το Βίο του Αγίου Πέτρου μετά την εκλογή του στη μητρόπολη Νικαίας[21]. Εκτός από το Βίο του αγίου Πέτρου έγραψε επιστολές από τις οποίες σώθηκαν τελικά 46. Ορισμένες από αυτές παρέχουν στοιχεία για την Αργολίδα και βοηθούν εμμέσως για να γνωρίσουμε τον άγιο Πέτρο.

Ο Θεόδωρος, στο Βίο του Αγίου Πέτρου ασχολείται περισσότερο με τη νεότητά του Πέτρου παρά με την περίοδο της επισκοπείας του. Σημειώνει ότι ο Πέτρος ήταν Κωνσταντινοπολίτης, ο τρίτος από τους τέσσερις γιους ευπόρων και ευγενών γονέων, των οποίων δεν παραδίδει τα ονόματα. Οι γονείς του Πέτρου εκτός από τους γιούς απέκτησαν και μία κόρη. Ο πρωτότοκος Παύλος, σε νεαρή ηλικία, έγινε μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας ως πνευματικό καθοδηγητή κάποιον Πέτρο. Το παράδειγμά του ακολούθησε σύντομα ο δευτερότοκος Διονύσιος. Μετά κάποιο χρονικό διάστημα οι γονείς και οι κόρη έγιναν επίσης μοναχοί στη μονή στην οποία ο Παύλος ήταν ήδη ηγούμενος. Ο Πέτρος και ο νεότατος ακόμα Πλάτων με τη σειρά τους έγιναν μοναχοί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά όχι στη μονή του Παύλου[22].

Την ίδια περίοδο ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄, κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), αντιμετώπιζε προβλήματα για την πλήρωση των κενών επισκοπικών και μητροπολιτικών θέσεων που είχαν εκκενωθεί λόγω του σχίσματος της τετραγαμίας του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄. Ζήτησε από τον Πέτρο να δεχτεί τη θέση του μητροπολίτη Κορίνθου, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ο πατριάρχης πρότεινε τότε στον Παύλο τη μητροπολιτική έδρα και αυτός δέχτηκε. Ο Πέτρος ακολούθησε τον αδελφό του στην Κόρινθο[23]. Λίγο μετά χήρεψε η επισκοπή Άργους. Αργείοι και Ναυπλιείς μετέβησαν στην Κόρινθο και ζήτησαν από το μητροπολίτη να χειροτονήσει τον Πέτρο στην επισκοπή Άργους. Ο τελευταίος όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα έφυγε σε κάποια μονή έξω από την Κόρινθο. Τελικά όμως η επιμονή των Αργείων και των Ναυπλιέων έκαμψαν την αντίστασή του και δέχτηκε να χειροτονηθεί επίσκοπος[24]. Πότε ακριβώς ανέλαβε τα καθήκοντά του είναι άγνωστο.

Για το βίο του Πέτρου ως επισκόπου ο Θεόδωρος δεν αναφέρει σημαντικά πράγματα. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ποίμνιό του, αλλά αυτό ήταν κάτι σύνηθες την εποχή εκείνη. Η κύρια αρετή του ήταν η φιλανθρωπία. Στάθηκε αρωγός στους πιστούς, όχι μόνο της Αργολίδας, αλλά στο μέτρο του δυνατού και των όμορων περιοχών. Όταν ένας λιμός ενέσκηψε στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της επισκοπείας του, διένειμε τρόφιμα από τα αποθέματα της επισκοπής[25]. Εξάλλου προσπαθούσε πάντοτε να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες από τις αυθαιρεσίες των διοικούντων και γενικά επενέβαινε όπου ήταν δυνατόν για να ανακουφίσει τους φτωχούς και τους αδύνατους[26].

Εξαγόραζε χριστιανούς αιχμαλώτους των αραβοκρητών πειρατών[27] και γενικά ήταν παρών σε κάθε δυσχέρεια των κατοίκων. Είναι βέβαιο ότι ίδρυσε στο Άργος σχολή στην οποία δίδαξε και ο ίδιος και στην οποία μαθήτευσε και ο Θεόδωρος[28]. Γενικά απέκτησε φήμη καλού ποιμενάρχη με αποτέλεσμα να προσέρχονται στο Χριστιανισμό οι τελευταίοι ειδωλολάτρες της Πελοποννήσου[29]. Αντίθετα δεν είναι αυτός που έκτισε τη Νέα, όπως πιστεύει ο Κ. Κυριακόπουλος, που συγχέει τον Άγιο Πέτρο με έναν εξίσου διάσημο Πέτρο Άργους που επισκόπευσε λίγα χρόνια μετά[30].

Ο Θεόδωρος, για να τονίσει την αγιότητα του Πέτρου γράφει ότι προέβλεψε το θάνατό του, βασικό στοιχείο αγιότητας κατά τη βυζαντινή περίοδο. Προέβλεψε εξάλλου ένα λιμό καθώς και μία εισβολή βαρβάρων που θα συνέβαινε μετά το θάνατό του[31]. Ο Θεόδωρος, που ήταν παρών την ώρα του θανάτου του Πέτρου, αναφέρει ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών[32], πληροφορία που χάνει σημαντικά από την ιστορική της αξία, αφού δεν είναι γνωστές οι ημερομηνίες ούτε του θανάτου ούτε της γέννησης του Πέτρου. Οι Ναυπλιείς προσπάθησαν να οικειοποιηθούν το λείψανο του Πέτρου και να το θάψουν στον Ναύπλιο, αλλά οι Αργείοι προέβαλαν σθεναρή άρνηση. Ακολούθησε συμπλοκή στην οποία οι Αργείοι, ως πολυπληθέστεροι, επεκράτησαν[33]. Το σώμα τάφηκε στο Άργος στο αριστερό κλίτος μη κατονομαζομένου ναού[34]. Δεδομένου ότι απαγορευόταν ο ενταφιασμός σε ενοριακούς ναούς, πρέπει να δεχτούμε ότι ο ναός αυτός ήταν ή μοναστηριακός ή ιδιωτικός.  

Οι απόπειρες για τη χρονολόγηση του θανάτου του Πέτρου στηρίχτηκαν σε δύο ιστορικές λεπτομέρειες του Βίου: το μεγάλο λιμό και τις βαρβαρικές εισβολές. Δυστυχώς κανένα από το δύο αυτά γεγονότα δεν είναι σαφώς τοποθετημένο στο χρόνο. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνη αναφέρει ένα λιμό κατά το έτος 927-928[35], αλλά είναι άγνωστο αν πρόκειται για τον ίδιο λιμό που μνημονεύει ο Θεόδωρος. Η βαρβαρική εισβολή και η επί τριετίαν κατοχή της Πελοποννήσου τοποθετείται από άλλους μεν μεταξύ του 924 και του 927[36] και από άλλους μεταξύ 922 και του 924[37], χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι η ιστορικότητα αυτής της πληροφορίας αμφισβητείται[38]. Πάντως δεδομένου ότι ο Πέτρος ζούσε κατά το λιμό, ενώ είχε πεθάνει πριν από την εισβολή είναι σαφές ότι κάποια από τα στοιχεία του Θεόδωρου δε συνάδουν με τις πληροφορίες των άλλων πηγών.

Η αλληλογραφία του Θεόδωρου Νικαίας αφορά τον άγιο Πέτρο έμμεσα. Σε μία από τις επιστολές, που απευθύνει στον πατριάρχη Θεοφύλακτο, μιλά με περηφάνεια για την παιδεία που απέκτησε στο Άργος[39]. Με μία άλλη επιστολή που απευθύνει στο μητροπολίτη Κορίνθου Βασίλειο συνιστά την εκλογή του ιερομονάχου Βασιλείου στην κενή επισκοπή Άργους[40]. Ο Ν. Βέης υποθέτει ότι πρόκειται για τον Βασίλειο, τον 12ο επίσκοπο Άργους στον κατάλογο του Συνοδικού της Ορθοδοξίας, υπόθεση που δεν έχει κανένα στήριγμα στις πηγές[41].

Για τη συμμετοχή του Πέτρου στη σύνοδο που συγκάλεσε ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄ κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), με θέμα την τετραγαμία, υπάρχει η μαρτυρία των Πρακτικών της συνόδου[42]. Όμως ενώ γνωρίζουμε ότι η σύνοδος έγινε την Κυριακή 9 Ιουλίου, παραμένει υπό συζήτηση το έτος σύγκλησής της. Ο αρμοδιότερος για το θέμα V. Grumel την τοποθετεί άλλοτε στο 920[43] και άλλοτε στο 921/922[44].

Η πηγή αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα : πιστοποιεί ότι ο Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους τουλάχιστον το 920 και αποτελεί το σταθερό έδαφος για κάθε απόπειρα ακριβέστερης χρονολόγησης της επισκοπείας του.

Εξ όσων γνωρίζω, σώζονται τρία μολυβδόβουλλα επισκόπων Άργους που χρονολογούνται από το 10ο αι.: ένα του Νικολάου[45], ένα του Θεοδώρου[46]  και ένα του Γρηγορίου[47]. Η μαρτυρία τους δεν προσθέτει τίποτε στη βιογραφία του αγίου Πέτρου, ενώ είναι αδύνατο να ταυτιστούν τα μολυβδόβουλλα αυτά με κάποιον από τους επισκόπους του καταλόγου του Συνοδικού της Ορθοδοξίας[48].

Οι μετά το 1000 πηγές δίνουν μεν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον άγιο Πέτρο, αλλά η ιστορική τους αξία είναι μειωμένη εξαιτίας της χρονικής απόστασης που τις χωρίζει από τα γεγονότα.

Η πρώτη από αυτές, το λεγόμενο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, είναι ένα δευτερογενές κείμενο[49]. Μετά το τέλος της εικονομαχίας το 841, οι κατά τόπους επισκοπές συνέταξαν καταλόγους των ορθοδόξων αρχιερέων τα ονόματα των οποίων μακαρίζονταν την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Το 13ο αι. οι κατάλογοι αυτοί συνενώθηκαν από την Πατριαρχική γραμματεία και αποτέλεσαν το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Για την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου, ένας σχολιασμένος κατάλογος των επισκόπων σώθηκε σε ένα χειρόγραφο των αρχών του 16ου αι. (τον Παρισινό κώδικα Gr. Suppl. 1090, f. 297r-v). Τον κατάλογο πιθανότατα αντέγραψε, από παλαιότερο χειρόγραφο, ο Ναυπλιεύς ιεροκήρυκας της μητρόπολης Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1581)[50]. Ο Ζυγομαλάς προσέθεσε ορισμένα εξαιρετικά χρήσιμα σχόλια,  τα οποία επιτρέπουν να τοποθετήσουμε στο χρόνο τους τελευταίους επισκόπους, πριν από την ανακήρυξη της επισκοπής Άργους σε μητρόπολη.

Ο κατάλογος του Συνοδικού αρχίζει με τον επίσκοπο Πέτρο, τον οποίο διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος. Μετά τον Κωνσταντίνο επισκόπευσε ο Χριστόφορος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Πέτρος, ακολουθεί ο Ιωάννης, στη συνέχεια ο Νικόλαος, κλπ. Ο Κ. Κυριακόπουλος αναρωτήθηκε ποιος από τους δύο αυτούς Πέτρους είναι ο άγιος[51].

Υπάρχει βέβαια και ένας τρίτος Πέτρος, ο 11ος του καταλόγου, αλλά χρονικά αυτός δεν μπορεί να είναι ο άγιος Πέτρος. Το θέμα το περιέπλεξαν δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι το επίγραμμα του επισκόπου Ιωάννη, που, όπως προανέφερα, μιλά για μία εικόνα που ο Ιωάννης κατασκεύασε προς τιμή του προκατόχου του Πέτρου. Είναι καθαρό ότι αυτός είναι ο 4ος Πέτρος του καταλόγου, τον οποίο διαδέχτηκε ο Ιωάννης. Φαίνεται ότι αυτός ο Πέτρος ήταν μια αξιόλογη προσωπικότητα τον οποίο ο Ιωάννης, στον ποιητικό του οίστρο, ονομάζει άγιο, αλλά δεν είναι ο άγιος Πέτρος ο πολιούχος του Άργους. Γιατί, όπως προανέφερα, σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας, μετά τον άγιο Πέτρο επισκόπευσε κάποιος που ο Θεόδωρος δεν κατονομάζει, και στη συνέχεια στον επισκοπικό θρόνο ανήλθε ο Χριστόφορος. Άρα ο άγιος Πέτρος Άργους είναι ο πρώτος του καταλόγου.

Το δεύτερο στοιχείο που περιέπλεξε τα πράγματα είναι το σχόλιο, που όπως προανέφερα το προσέθεσε ο Ιωάννης Ζυγομαλάς, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Το σχόλιο δίνει για τον πρώτο Πέτρο του καταλόγου δύο ενδείξεις που όμως δεν συνάδουν. Σημειώνει ότι αυτός ο Πέτρος έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο και ότι χειροτόνησε πρεσβύτερο τον άγιο Θεοδόσιο τον Νέο. Η Πρωτοδευτέρα σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το Μάιο του 861, ενώ ο Θεοδόσιος, που γεννήθηκε το 862, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στα τέλη του βίου του, περί το 920. Δεν είναι δυνατό τα δύο αυτά γεγονότα να τοποθετηθούν στην επισκοπεία ενός προσώπου.

Προφανώς ο Ζυγομαλάς  συγχέει τον άγιο Πέτρο Άργους, που όπως θα λεχθεί στη συνέχεια χειροτόνησε πρεσβύτερο τον Θεοδόσιο, και έναν προηγούμενο Πέτρο, στον οποίο ανήκει, όπως προελέχθη, ένα μολυβδόβουλλο και ο οποίος προφανώς έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο. Δυστυχώς τα Πρακτικά της Πρωτοδευτέρας συνόδου χάθηκαν και έτσι δε γνωρίζουμε τίποτε σχετικά με αυτόν τον Πέτρο, που επισκόπευσε στο Άργος στα μέσα του 9ου αι., δηλ. περίπου εξήντα χρόνια πριν από τον άγιο Πέτρο.

Η τελευταία πηγή σχετική με τον άγιο Πέτρο, είναι ο Βίος του Αγίου Θεοδοσίου του Νέου που έγραψε ο Ναυπλιεύς Νικόλαος Μαλαξός στα μέσα του 16ου αι.[52] Ο Μαλαξός αναφέρει ότι ο Θεοδόσιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 862. Η ακρίβεια της χρονολόγησης, φαινόμενο σπανιότατο για βίο αγίου, πείθει ότι ο Μαλαξός αντέγραψε κάποιο αρχαιότερο κείμενο που χάθηκε. Παράλληλα βασίστηκε στην εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης και ίσως σε αρχειακό υλικό.

Κατά τον Μαλαξό, ο Πέτρος, επίσκοπος Άργους, κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη για να λάβει μέρος σε μια σύνοδο. Όμως δε αναφέρει ούτε το όνομα του πατριάρχη που συγκάλεσε τη σύνοδο, ούτε για ποιον Πέτρου Άργους πρόκειται. Ο Νικόδημος Αγιορείτης, στην έκδοση του Βίου, προσέθεσε σε παρένθεση, μετά το όνομα του Πέτρου, ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο Άργους που η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Μαΐου[53]. Όσο και αν η υπόθεση του Νικοδήμου φαίνεται λογική, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν προέρχεται από το συντάκτη του Βίου του Αγίου Θεοδοσίου.

Όμως οφείλουμε να δεχτούμε ότι αν ο Θεόδωρος γεννήθηκε το 862, ο μόνος επίσκοπος Άργους με το όνομα Πέτρος στον οποίο αναφέρεται ο βιογράφος του είναι ο άγιος Πέτρος και ο μόνος πατριάρχης που μπορεί να κάλεσε τον Πέτρο στην Κωνσταντινούπολη είναι ο Νικόλαος Α΄. Πρόκειται συνεπώς για τη σύνοδο που ασχολήθηκε με το θέμα της τετραγαμίας, για την οποία έγινε ήδη λόγος.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Κατά το Βίο του Αγίου Θεοδοσίου, εχθροί του οσίου τον κατηγόρησαν στον Πέτρο ως μάγο και απατεώνα. Ο Πέτρος δεν ασχολήθηκε αμέσως με το θέμα, γιατί έπρεπε να φύγει για τη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τη σύνοδο, και ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει, είδε στον ύπνο του τον Θεοδόσιο που του είπε ότι άδικα τον κατηγορούσαν. Ξύπνησε ταραγμένος, ενώ την ίδια στιγμή ένας απεσταλμένος του πατριάρχη του ανακοίνωσε ότι ο πατριάρχης ήθελε οπωσδήποτε να τον δει πριν φύγει. Στο πατριαρχείο ο πατριάρχης του είπε ότι είδε στον ύπνο του έναν Θεοδόσιο, μοναχό στην Αργολίδα, που του παραπονέθηκε ότι κατηγορήθηκε άδικα στον επίσκοπό του. Οι δύο άνδρες συμφώνησαν ότι ο Θεοδόσιος ήταν άγιος και ο πατριάρχης ζήτησε από τον Πέτρο, μόλις επιστρέψει στο Άργος, να επισκεφτεί τον Θεοδόσιο και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο, πράγμα που ο Πέτρος έκανε.

Η συνάντηση Πέτρου και Θεοδοσίου και η χειροτονία του τελευταίου πρέπει συνεπώς να τοποθετηθεί μετά τη σύνοδο του 920 ή του 922 και με βάση αυτά τα δεδομένα πρέπει να  τοποθετηθεί και ο θάνατος του Πέτρου. Ορισμένοι ιστορικοί θέλησαν να χρονολογήσουν ακριβέστερα το θάνατο του Πέτρου με βάση το έτος της εισβολής που αναφέρει ο Θεόδωρος Νικαίας στο Βίου του Πέτρου. Η χρονολόγηση αυτή αποτελεί έναν πραγματικό φαύλο κύκλο, δηλ. στηρίζεται στο Βίο του Θεοδοσίου για να χρονολογηθεί ο θάνατος του Πέτρου και εν συνεχεία χρονολογείται η εισβολή που συνέβη αμέσως μετά το θάνατο του Πέτρου και τέλος επαναχρονολογείται ο θάνατος του Πέτρου με βάση τη χρονολόγηση της εισβολής.

Φυσικό είναι να θέσει κάποιος το ερώτημα αν οι πληροφορίες αυτές του Μαλαξού είναι ιστορικά αξιόπιστες. Νομίζω ότι τα περί του κοινού ονείρου αποτελούν ένα από τους γνωστούς κοινούς τόπους των βίων αγίων και δεν έχουν καμιά ιστορική αξία. Ότι όμως ο Πέτρος χειροτόνησε τον Θεοδόσιο πρεσβύτερο εδράζεται στη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης, αφού τη χειροτονία την αναφέρει και ο σχολιαστής του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Επειδή ο Θεόδωρος Νικαίας δεν κάνει λόγο για τον Θεοδόσιο στο Βίο του αγίου Πέτρου, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο βιογράφος του αγίου Θεοδοσίου μεγαλοποίησε τα πράγματα για να τονίσει την αγιότητα του βιογραφουμένου.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Στην πραγματικότητα τα γεγονότα υπήρξαν πιο απλά. Ο Πέτρος πληροφορήθηκε ότι στην επαρχία του ζούσε κάποιος ερημίτης στον οποίο οι χριστιανοί απέδιδαν θαυματουργικές πράξεις. Όμως την εποχή εκείνη δεν ήταν σπάνιο διάφοροι απατεώνες να παριστάνουν τους αγίους, λόγος που προκάλεσε ανησυχία στον Πέτρο. Επειδή όμως έπρεπε να φύγει για την Κωνσταντινούπολη ανέβαλε την εξέταση της υπόθεσης. Επιστρέφοντας πήρε τις αναγκαίες πληροφορίες και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για σεβάσμιο πρόσωπο και τότε αποφάσισε να τον επισκεφτεί και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Με τη πράξη αυτή ενέταξε τον Θεοδόσιο στον κλήρο της επισκοπής του.

Αργότερα, όταν και ο Πέτρος και ο Θεοδόσιος ανακηρύχτηκαν επίσημα άγιοι της Ορθόδοξης εκκλησίας, γράφτηκε η βιογραφία του Θεοδοσίου στην οποία εντάχτηκαν ορισμένοι θρύλοι, ενώ κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να γίνει με τη βιογραφία του Πέτρου που είχε ήδη γραφτεί αμέσως μετά το θάνατό του από τον Θεόδωρο Νικαίας.

Προσπάθησα να δώσω στον περιορισμένο χρόνο και στα πλαίσια μιας διάλεξης τα στοιχεία που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο και να τα αξιολογήσω ανάλογα με την εποχή από την οποία προέρχονται και ανάλογα με τη φύση των πηγών που τα παραδίδουν.

Μετά την αναλυτική παρουσίαση των πληροφοριών, είναι σκόπιμο να επιχειρηθεί ένα είδος ιστορικής σύνθεσης, που να συνοψίζει τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία της βιογραφίας του Πέτρου. Ο Πέτρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γόνος ευκατάστατων γονέων έτυχε καλής εκπαίδευσης. Η ακριβής χρονολογία της γέννησής του παραμένει άγνωστη. Δεδομένου ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών περί το 922, η γέννησή του, με βάση αυτό το κριτήριο, θα πρέπει να τοποθετηθεί περί το 852.

Προφανώς η οικογένεια του Πέτρου ανήκε πολιτικά στους ενάντιους του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ και στους υποστηρικτές του πατριάρχη Νικόλαου Α΄. Ίσως για το λόγο αυτό όλα τα μέλη της προτίμησαν την ασφάλεια της μοναστικής ζωής κατά την περίοδο που οι οπαδοί του πατριάρχη Νικόλαου Α΄ διώκονταν δηλ. μεταξύ του 907 και του 912. Το 912, λίγο μετά το θάνατο του Λέοντα Στ΄ και την επάνοδο του Νικολάου στον πατριαρχικό θρόνο, ο Παύλος, πρεσβύτερος αδελφός του Πέτρου, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κορίνθου.

Ο Πέτρος τον ακολούθησε στην επαρχία και για ορισμένο χρόνο, άγνωστο πόσο, μόνασε στην Κόρινθο. Παρά την αρχική του άρνηση, τελικά δέχτηκε τον επισκοπικό θρόνου Άργους και Ναυπλίου. Υπήρξε εξαίρετος ποιμενάρχης, δίκαιος και φιλάνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε τα γράμματα και την παιδεία. Η γνωριμία του με τον Θεοδόσιο το Νέο υπήρξε μάλλον συμπτωματική. Πέθανε μετά το 920 ή μετά το 922, ενώ οι πιστοί του τον θεωρούσαν ήδη άγιο. Το σκήνωμά του έγινε αιτία συμπλοκής μεταξύ Αργείων και Ναυπλιέων. Τελικά τάφηκε στο Άργος σε άγνωστο ναό.

Τα οστά του έμειναν εκεί επί αιώνες, ως την μεταφορά τους στη Δύση από τους Βενετούς τον 16ο αι. για να επιστρέψουν και πάλι στο Άργος πρόσφατα. Ιδού ό,τι τελικά γνωρίζουμε για τη λαμπρή αυτή προσωπικότητα που τόσο στενά συνδέθηκε με την Αργολίδα και ιδιαίτερα με την πόλη του Άργους.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ομότιμος καθηγητής του Université Catholique de Louvain

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους», Κυριακή  15  Ιανουαρίου 2012. 

 
Υποσημειώσεις

[1] Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[2] Π. χ. οι μονογραφίες ή τα άρθρα των ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΙΑ, Ακολουθία του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου, του θαυματουργού, Αθήνα, 1870, Χ. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ο  πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, Αθήνα, 1908, ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίου, από συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Άργος, 1957, ΙΔΙΟΥ, Ο Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους και ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, εις Αργειακόν Βήμα, της 8ης και 15ης Μαΐου 1966, Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, 4η έκδ. Αθήνα, 1991, Πρωτοπρεσβύτερου Γ. ΣΕΛΛΗ, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους σημειοφόρος και θαυματουργός. 852-922 από γεννήσεως Χριστού, Άργος, 2008, Αρχιμανδρίτου Κ. ΚΟΡΟΜΠΟΚΗ, Ιερά Ακολουθία επί τη μετακομιδή των ιερών λειψάνων του εν αγίοις πατρός ημών Πέτρου επισκόπου Άργους του θαυματουργού, Άργος, 2008, κλπ.

[3] Βλ. π.χ. K. KRUMBACHER, Geschichte der byzantinischen Litteratur von Justinian bis zum Ende des oströmischen Reiches (527-1453), Μόναχο, 1897, σελ. 167 και σελ. 196, το λήμμα του ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Πέτρος. Επίσκοπος  Άργους, εις Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 10, Αθήνα, 1967, στήλ. 369-371, το λήμμα του A. KAZDAN, Peter of Argos, εις Oxford Dictionary of Byzantium, Οξφόρδη, 1991, στήλ. 1638-1639, το λήμμα του Μ. ΒΑΡΒΟΥΝΗ, Πέτρος όσιος Άργους, εις Λεξικόν της Βυζαντινής Πελοποννήσου, Αθήνα, 1998, σελ. 339-340, κλπ.

[4] Ενδεικτικά αναφέρουμε τις σημαντικότερες μελέτες : Ι. ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, εις Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος, 2 (1885), σελ. 32-38, Σ. ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, εις Νέος Ελληνομνήμων, 1-2 (1914-1915), σελ. 122-123, Ι. ΖΕΓΚΙΝΗΣ, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Πύργος, 2η έκδ. 1968, Α. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, Αθήνα, 1955, Αγνή ΒΑΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Συμβολή στην  ιστορία της μητροπόλεως Άργους, εις Πρακτικά του Β΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα, 1989, σελ. 405-411, P. YANNOPOULOS, Ο επισκοπικός κατάλογος του βυζαντινού ΄Αργους, εις Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Άργος – Ναύπλιον, 6-10 Σεπτεμβρίου 1995), τόμ. Β΄, Αθήνα, 1998, σελ. 361-368, Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η περιστασιακή  επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 3 (1998), σελ. 20-42, ΙΔΙΟΥ, Ο Ναυπλιεύς Θεόδωρος Νικαίας, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 4 (2000), σελ. 117-169, ΙΔΙΟΥ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας για την Αργολίδα, εις Βυζαντινός Δόμος, 10-11 (1999-2000), σελ. 149-162,  Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Δαναός και  Άγιος Πέτρος, εις Δαναός 1894-1994, Άργος, 2η έκδ. 2007, σελ. 9-15, Βούλα ΚΟΝΤΗ, Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη μέση Βυζαντινή περίοδο, εις Σύμμεικτα, 15 (2002), σελ. 131-148.

[5] Εξαίρεση αποτελεί η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη (www.argolikivivliothiki.gr), με καταχωρημένες ενυπόγραφες αναρτήσεις, αλλά χωρίς παραπομπές.

[6] Παραλείπουμε κάποιες μη βιογραφικού χαρακτήρα εργασίες, όπως π.χ.  τα άρθρα των Ν. ΒΕΗ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών και τα σχετικά σχόλια του Αρέθα Καισαρείας, εις Ελληνικά, 1 (1928), σελ. 337-370, V. VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos and its Historical Significance, εις Traditio, 5 (1947), σελ. 163-191, Α. ΓΛΑΡΟΥ, Το μυστήριο της θείας οικονομίας και η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Αγίου Πέτρου επισκόπου  Άργους, εις Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 44 (2009), σελ. 343-354.

[7] Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση του Βίου του Αγίου Πέτρου Άργους από τον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 238, § 8.

[8] Ένθ. αν. ο Θεόδωρος τονίζει ότι ο Νικόλαος εξορίστηκε εξαιτίας της σθεναρής στάσης του στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος Στ΄, σημείωση που υπονοεί ότι η χειροτονία του Πέτρου πρέπει να τοποθετηθεί στη δεύτερη πατριαρχεία του Νικολάου.

[9] Το μολυβδόβουλλο εκδόθηκε αρχικά από τον G. SCHLUMBERGER, Sceaux byzantins inédits, εις Revue des Etudes byzantines, 4 (1891), σελ. 118, αριθ. 42, εν συνεχεία από τον Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, Αθήνα, 1917, σελ. 23, και τέλος από τον V. LAURENT, Le Corpus des sceaux de l’empire byzantin, V-I-3 : L’Eglise, Παρίσι, 1963-1972, αριθ. 571.

[10] Τη χρονολόγηση αυτή δέχονται οι εκδότες του μολυβδόβουλλου, αλλά επίσης οι ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 171.

[11] J. D. MANSI, Sacrorum Consiliorum nova et amplissima collectio, Βενετία και Φλωρεντία, 1759-1798, τόμ. 11, στήλ. 645.

[12] MANSI, τόμ. 17Α, στήλ. 377.

[13] N. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Ο Βίος του Αγίου Θεοδώρου Κυθήρων, εις Πρακτικά 3ου Πανιονίου Συνεδρίου, Αθήνα, 1967, τόμ. I, σελ. 283.

[14] Τους Λόγους δημοσίευσε αρχικά ο E. RICKENBACH, Storia e scritti di S. Pietro d’Argo, Ρώμη, 1899, και στη συνέχεια ο Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[15] Βλ. το κείμενο του επιγράμματος στον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 424. Το επίγραμμα παραδίδει ο Ελληνικός Αμβροσιανός  κώδικας 668.

[16] Την άποψη αυτή δέχεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 424-428, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[17] Κριτική έκδοση της αλληλογραφίας από τον  J. DARROUZES, Epistoliers byzantins du Xe siècle (Archives d’Orient Chrétien, 6) Παρίσι, 1960. Η αλληλογραφία του Θεοδώρου έχει κατά καιρούς επισύρει την προσοχή των ερευνητών, βλ. σχετικά εις  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 118, σημ. 4. Στο θέμα της διαδοχής του αγίου Πέτρου αναφέρεται στην επιστολή 15.

[18] Βλ. τον Πίνακα 2 του Παραρτήματος, με τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου.

[19] Τη βιογραφία του Θεοδώρου καθώς και την περί το πρόσωπό του βιβλιογραφία βλ. εις ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 117 κ. ε.

[20] Την άποψη αυτή δέχονται αβασάνιστα ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 436 και ο N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von Nikaia, εις Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, 6 (1927-1928), σελ. 386-387. Όμως ο Θεόδωρος (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1) γράφει ότι έτυχε από τον  Πέτρο «και αυτής ιερωσύνης» όταν ενηλικιώθηκε, αλλά δεν είναι σαφής σε ποιο βαθμό της ιερωσύνης τον χειροτόνησε ο Πέτρος. Το γεγονός ότι χειροτονήθηκε στο βαθμό του επισκόπου στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, σημαίνει ότι δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους.

[21]  Στο Βίο Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1, ο Θεόδωρος σημειώνει ότι καθυστέρησε να γράψει τη βιογραφία εξαιτίας των περιπέτειών του, ενώ στη σελ. 254,  § 25, σημειώνει πως όταν συνέταξε τελικά τη βιογραφία του διδασκάλου του ήταν επίσκοπος. Η χειροτονία του Θεοδώρου στον επισκοπικό βαθμό τοποθετείται μετά το 945, βλ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας, σελ 150, σημ. 5.

[22] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232,  § 3-σελ. 236, § 6. Ο Θεόδωρος δεν παραδίδει τα ονόματα των γονέων, αλλά ούτε και της κόρης τους. Για την κόρη αναφέρει μόνον ότι ήταν σε νέα ηλικία και ανύπανδρη, όταν πήγε στο μοναστήρι. Ο Θεόδωρος σημειώνει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 234, § 5) ότι  πριν ακόμα ο Πέτρος και ο Πλάτων να γίνουν μοναχοί, οι  γονείς τους και η αδελφή τους  ήταν «μακαρίως αναπευσάμενοι». 

[23] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 238, § 8-9. Στην Κόρινθο ο Πέτρος εγκαταστάθηκε σε κάποιο μη κατονομαζόμενο μοναστήρι  εκτός πόλεως.

[24] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους,  σελ. 238-240, § 9-10 : την άρνηση του Πέτρου έκαμψαν οι Αργείοι και οι Ναυπλιείς τονίζοντάς του ότι εξαιτίας της χηρείας της επισκοπής, δεν υπήρχαν χειροτονίες πρεσβυτέρων με αποτέλεσμα τα μεν παιδιά να μένουν αβάπτιστα, οι δε νεκροί να θάπτονται χωρίς ιερολογία.

[25] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 13. Ο Θεόδωρος πάντως υπογραμμίζει (σελ. 242, § 12) ότι εκτός από την περίοδο του λιμού, η επισκοπή ΄Αργους βοηθούσε όλους τους πρόσφυγες που εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών  εγκατέλειπαν τις εστίες τους.

[26] Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 246-248, § 16) την περίπτωση μιας ιδιαίτερα όμορφης απελεύθερης που την εκμεταλλευόταν  ο «στρατηγός» της Πελοποννήσου. Ο Πέτρος τον υποχρέωσε να την ελευθερώσει. Φαίνεται όμως ότι πρόκειται μάλλον για κοινό τόπο, γιατί ο στρατηγός Πελοποννήσου δεν έδρευε στο Άργος.

[27] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Βλ. P. YANNOPOULOS, Byzantins et Arabes dans l’espace grec aux IXe et Xe siècles selon les sources hagiographique locales et contemporaines, εις  East and West. Essays  on Byzantine and Arab Worlds in the Middle Ages, έκδ. J. P. Monferrer-Sala, V. Christides, Th. Papadopoullos (= Gorgias Eastern Christian Studies, 15 (2009), σελ. 91-105.

[28] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1. Εξάλλου στην Επιστολή 39, ο Θεόδωρος δηλώνει ότι απέκτησε την κλασική παιδεία, για την οποία υπερηφανευόταν, στο Άργος.

[29] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Ο Θεόδωρος δε δίνει περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση αυτών των ειδωλολατρών, πιθανόν να πρόκειται για τα τελευταία ειδωλολατρικά υπολείμματα των Σλάβων που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο των εισβολών τον 7ο αι.

[30] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 427, ο οποίος υιοθετεί επί του προκειμένου την άποψη του ΖΕΓΚΙΝΗ, Το Άργος, σελ. 294.

[31] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 248-450, § 19.

[32] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 250, § 20.

[33] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 252, § 22.

[34] Ο Κ. Κυριακόπουλος στη νεοελληνική μετάφραση του Βίου Αγίου Πέτρου Άργους (σελ. 253, § 22) θέτει εντός παρενθέσεως «του ναού (της Θεοτόκου)», επειδή όχι μόνο δέχεται λανθασμένα ότι ο άγιος Πέτρος οικοδόμησε τη Νέα με σκοπό να ταφεί μέσα στο ναό, αλλά  δέχεται επίσης, χωρίς κανένα επιχείρημα, ότι η Νέα ήταν ο ναός της Θεοτόκου.

[35] Συνεχιστής του Θεοφάνη, έκδ. I. BEKKER, στο Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Βόννη, 1838, σελ. 417-418.

[36] Την άποψη αυτή δέχονται ο ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και ο VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 163-191, οι οποίοι σχετίζουν την πληροφορία με τις βουλγαρικές επιδρομές στη νότια Ελλάδα επί Συμεών.

[37] Την άποψη αυτή υποστηρίζουν ο P. ORGELS, En marge d’un texte hagiographique. La Vie de S. Pierre d’Argos, 19: La dernière invasion slave dans le Péloponnèse, εις Byzantion, 34 (1964), σελ. 271-287, και ο R. J. H. JENKINS, The Date of the Slav Revolt in Peloponnese under Romanus I, εις Late Classical and Medieval Studies in Honor Albert Mathias Friend Jr., Πρίνσετον, 1955, σελ. 204-211, οι οποίοι θεωρούν ότι πρόκειται για επανάσταση των Σλάβων της Πελοποννήσου.

[38] Ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 12) και άλλες βαρβαρικές επιδρομές στην Πελοπόννησο ζώντος του αγίου Πέτρου. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσον δεν πρόκειται για κοινό τόπο, που ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται με επιδεξιότητα ανάλογα με τις περιπτώσεις.

[39] Επιστολή 39.

[40] Επιστολή 43.

[41] N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von  Nikaia, σελ. 385.

[42] MANSI, τόμ. 18, στήλ. 331.

[43] V. GRUMEL, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople. I : Les actes des patriarches, τόμ. 2-3 : Les regestes de 715 à 1204, Παρίσι, 1η έκδ. 1972, 2η έκδ. 1989, αριθ. 669. Με την άποψη αυτή φαίνεται να τάσσεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 434.

[44]  Ένθ. αν., αριθ. 641.

[45] Πρόκειται για μολυβδόβουλλο του Μουσείου Κορίνθου, βλ. LAURENT, Corpus des sceaux de l’empire byzantin, αριθ. 573.

[46] Πρόκειται για το υπ’ αριθ. 82 μολυβδόβουλλο του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών που δημοσίευσε ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, αριθ. 82.

[47] Το μολυβδόβουλλο εξέδωσαν οι J. NESBITT και N. OIKONOMIDES, Catalogue of Byzantine Seals at Dumbarton Oaks and in the Fogg Museum of Art, τόμ. 2 : South of the Balkans, the Islands, South of Asia Minor, Ουάσιγκτον, 1994, αριθ. 24.1.

[48] Ο επισκοπικός κατάλογος (βλ. Πίνακα 2 του Παραρτήματος) αναφέρει δύο επισκόπους με το όνομα Νικόλαος (ο 6ος και ο 16ος του καταλόγου), δύο με το όνομα Θεόδωρος (ο 9ος και ο 20ος του καταλόγου) και δύο με το όνομα Γρηγόριος (ο 15ος και ο 18ος του καταλόγου).

[49] Οι παραπομπές γίνονται στην κριτική έκδοση του Συνοδικού από τον J. GOUILLARD, Le Synodikon de l’Orthodoxie, εις  Travaux et Mémoires, 2 (1967).

[50] O ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 415-416, υιοθετεί τη χρονολόγηση του καταλόγου της Παρισινής βιβλιοθήκης που, με βάση τα παλαιογραφικά δεδομένα, τοποθετεί την αντιγραφή του κώδικα στο 15ο αι. Όμως ο κώδικας παραδίδει επίσης τη βιογραφία του Σταυρακίου Μαλαξού, που  συνέγραψε ο Ιωάννης  Ζυγομαλάς. Δεν είναι συνεπώς δυνατόν ο κώδικας να χρονολογηθεί από τον 15ο αι. Για την ιστορία του κώδικα βλ. Ch. ASTRUC και M. L. CONCASTRY, Catalogue des manuscits grecs, III : Le Supplément grec, τόμ. 3, Παρίσι, 1960, σελ. 214-215. Τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου του κώδικα δημοσίευσε αρχικά ο ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, σελ. 32-38 και εν συνεχεία ο ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, σελ. 122-123. Ο P. SCHREINER, Die byzantinischen Kleinchroniken I (= Corpus Fontium Historiae Byzantinae, XII/1 : Chronica byzantina breviora), Βιέννη, 1975, αριθ. 32,6, σελ. 229, δημοσίευσε τον σχολιασμένο από τον Ζυγομαλά κατάλογο ως Βραχύ χρονικό.

[51] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 416-417.

[52] Το Βίο δημοσίευσε  ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Νέον Εκλόγιον, 1η έκδ. Βενετία, 1803, σελ. 183-192, 2η έκδ. Κωνσταντινούπολη, 1863, σελ. 164-172. Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση της Κωνσταντινούπολης. Η πληρέστερη μελέτη περί του Νικολάου Μαλαξού παραμένει του Π. Π. ΠΕΤΡΗ, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου (1500ci-1594), εις Πελοποννησιακά, 3-4 (1958-1959), σελ. 348-375. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. P. YANNOPOULOS, Hosios Théodose le Jeune : Personnage historique ou légentaire ?, εις Byzantion, 76 (2006), σελ. 372-401.

[53] Βίος Αγίου Θεοδοσίου,  σελ. 165.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ετήσια Εορτή του Συλλόγου Αργείων  «Ο ΔΑΝΑΟΣ»


 

Την  Πέμπτη  3  Μαΐου  2012,  Εορτή του  Αγίου Πέτρου Επισκόπου και Πολιούχου Άργους του Θαυματουργού, και  Προστάτου του «ΔΑΝΑΟΥ», ο Σύλλογος  Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ» τελεί την ετήσια  Εορτή του. Την ημέρα της   Εορτής και ώρα 11.15΄ π.μ. ο Σύλλογος θα υποδεχθεί, φιλοφρόνως, στο μέγαρό του Αρχές, Συλλόγους, Σωματεία και λοιπούς συνεορταστές, με ειδικό εορταστικό πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει:

«Χριστός Ανέστη» και Απολυτίκιο Αγίου Πέτρου.

– Προσφώνηση του Προέδρου του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» κ. Δημ. Παπανικολάου.

– Ευχές Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου.

– Απονομή τιμητικών διακρίσεων.

– Χαιρετισμός από τον Εκπρόσωπο του Συλλόγου των εν Αθήναις και Πειραιεί Αργείων «Ο ΑΤΡΕΥΣ» και βράβευση επιτυχόντων μαθητών στα Α.Ε.Ι.

– Απονομή βραβείων σε αριστούχους αποφοίτους Δημοσίων Γενικών Λυκείων Άργους σχολικού έτους 2010-2011 από τον Σύλλογο Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

Τον Πανηγυρικό της εορτής  θα εκφωνήσει: Ο κ. Απόστολος Νικολαϊδης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεολογικής Σχολής Αθηνών.

 

Απονομή τιμητικών διακρίσεων –  Έπαινοι

  • Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», σύμφωνα με την υπ.αριθ. 3 /19. 3. 2012,  πράξη του Δ.Σ., θα απονείμει την τιμητική διάκριση του Συλλόγου, ήτοι το  μετάλλιο της  100/ ετηρίδος του, μετά τιμητικού διπλώματος, στον Αιδεσιμολογιώτατο  π. Κωνσταντίνο Σχοινοχωρίτη για την επί δεκαετίες ευγενή και γόνιμη παρουσία και  προσφορά του στην πόλη του Άργους, με την ακούραστη, πνευματική και κοινωνική του συνεχή παρέμβαση για την στήριξη της Ορθόδοξης Πίστης.
  • Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», σύμφωνα με την υπ. αριθ. 4/ 26. 3. 2012 πράξη του Δ.Σ. , θα απονείμει έπαινο στην ομάδα του Ά Λυκείου Άργους, για την κατάκτηση του Πανελληνίου Σχολικού  πρωταθλήματος Χειροσφαίρισης ( Handball ) Ελλάδος μεταξύ Λυκείων, σχολικού έτους 2011-2012, διάκριση που αντανακλάται και στην πόλη ολόκληρη και καταδεικνύει ευγενές φρόνημα και υψηλό βαθμό αξιότητας, όλων των συντελεστών της μεγάλης αυτής επιτυχίας.  Θα παραστούν, ο προπονητής  κ. Δημήτρης Δημητρούλιας, ο Λυκειάρχης του  Α΄ Λυκείου Άργους κ. Νικόλαος Κουγιάς και οι παίκτες της ομάδας. 

Η  Εορτή θα κλείσει με την απόδοση δύο στροφών της «Ωδής εις τον Σύλλογον Δαναόν» και τον «Ύμνο του Άργους» από την Δημοτική Χορωδία Άργους  «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ».

 

Read Full Post »

«Το Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο»  του Όσκαρ  Ουάιλντ  


 

Η  Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών  εγκαινιάζει την Παιδική -Οικογενειακή  Σκηνή της και σε συνεργασία με την Καλλιτεχνική εταιρεία «ΠΑΡΩΝ» παρουσιάζουν το κλασικό αριστούργημα του Όσκαρ  Ουάιλντ  «Το Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο»  σε θεατρική απόδοση και σκηνοθεσία Μιχάλη Κουκουλομμάτη.

«Δώσε μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο», φώναξε το αηδόνι «και θα σου τραγουδήσω το πιο γλυκό μου τραγούδι».  «Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο είναι το μόνο που θέλω», ξαναφώναξε το Αηδόνι, «μόνο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δεν υπάρχει κανένας τρόπος με τον όποιο να μπορέσω να το αποκτήσω;»

«Υπάρχει ένας τρόπος», απάντησε η Τριανταφυλλιά , «αλλά είναι τόσο τρομερός που δεν τολμώ να σου τον πω». «Πες τον μου», είπε το Αηδόνι, «Δεν φοβάμαι».

Δυο νεαρά παιδιά ο Πιέτρο και η Κλέλια … η αγάπη τους, θα ανθίσει μόνο αν βρεθεί ένα κόκκινο τριαντάφυλλο… 

Ένα έργο γεμάτο μουσική, χορό, προβολές, τραγούδια, που προωθεί σημαντικές αξίες για μικρούς και μεγάλους, όπως η δύναμη της αγάπης, η ευτυχία που υπάρχει στα απλά πράγματα, η φιλία, η ομαδικότητα, η πίστη στο όνειρο, η σημασία της αυτοθυσίας. Μια τρυφερή ιστορία που κάνει τον καθένα να συνειδητοποιεί, πως στη ζωή τίποτα δεν χαρίζεται και πως πρέπει να μένουμε πιστοί στα όνειρά μας, να μην σταματάμε ποτέ και να αγωνιζόμαστε γι‘ αυτά.

 

Το Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο

 

Πρόκειται για ένα από τα πιο τρυφερά παραμύθια του κόσμου, έναν ύμνο στην  ευτυχία και τη δύναμη της αγάπης.  Ένα εντυπωσιακό μιούζικαλ, με διαδραστικά στοιχεία, που εκτός από ψυχαγωγικό έχει συνάμα και εκπαιδευτικό χαρακτήρα.

Συντελεστές:

Θεατρική απόδοση – Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κουκουλομμάτης

Σκηνικά – Κοστούμια:                  Δέσποινα Βολίδη

Μουσική –Ενορχήστρωση:           Δαμιανός Πάντας

Χορογραφίες:                             Δημήτρης Μαργαρίτης

Προβολές -3D artwork:                Φώτης Σπυρόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη                      Μάγδα Φράγκου

Στίχοι τραγουδιών:                       Μιχάλης Κουκουλομμάτης 

 

Παἰζουν:        

Γιώργος Μπανταδάκης, Στέλλα Γρίβα, Κωνσταντίνος Πασσάς, Έλενα Μιχαλάκη, Μαρία Τζάνη, Διονύσης Κλάδης.

Στην αφήγηση ακούγεται η φωνή του Μιχάλη Κουκουλομμάτη.

Επιμέλεια παραγωγής: Γιώργος Μπανταδάκης

Οι παραστάσεις θα πραγματοποιηθούν στο Μπουσουλοπούλειο Θέατρο Άργους από 25 Απριλίου μέχρι 11 Μαΐου 2012.   

 

Επίσημη Πρεμιέρα της Παιδικής Οικογενειακής Σκηνής, Κυριακή 29 Απριλίου 2012, Μπουσουλοπούλειο Θέατρο Άργους, ώρα έναρξης: 11.30 π.μ. Πληροφορίες: 210 9953522 – 6937 099784.

 

Read Full Post »

Διάλεξη του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, “Events Series 2012”


 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard  σε συνεργασία με το Δήμο Άργους-Μυκηνών, διοργανώνει διάλεξη με θέμα: «Μυκήνες, Πολιτική και Ιστορική εξέλιξη».

Για το παραπάνω θέμα, η κυρία  Ελένη Παλαιολόγου, Αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, θα μιλήσει  στην Αίθουσα του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οδός Αγγελή Μπόμπου 8, στο  Άργος, την  Τετάρτη 25 Απριλίου  2012 και ώρα 20.00.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Read Full Post »

Σιώκος Αθανάσιος (Θάνος, 1897-1935)


 

Αθανάσιος Σιώκος

Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού από το Ναύπλιο [1] και θύμα του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 [2]. Υπήρξε Αντιπλοίαρχος- Αρχιεπιστολέας και στο χώρο της δολοφονίας του, στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, όπου και κατοικούσε, υπάρχει επιτύμβια πλάκα, στην οποία αναγράφεται το εξής κείμενο: «Νόμοις Πατρίδος Πειθόμενος Ευγενής Ανήρ Τήδε Κείται Πεσών Υψηλόν Παράδειγμα Πασίν Αντιπλοίαρχος Β Ναυτικού ΑΘΑΝΑΣΙΩ Χ ΣΙΩΚΩ ΑΡΧΙΕΠΙΣΤΟΛΕΙ Β ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ ΠΕΣΟΝΤΙ ΩΔΕ ΤΗ 1ΜΑΡΤΙΟΥ 1935. Οι ενόπλοις Αυτού Συνάδελφοι ΑΝΕΘΗΚΑΝ».

Την ημέρα που εξερράγη το κίνημα ειδοποιήθηκε ότι στασιαστές αξιωματικοί έφθασαν στο Ναύσταθμο για να τον καταλάβουν. Αμέσως έδωσε το σήμα του συναγερμού και με το πιστόλι στο χέρι, έσπευσε στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί βρήκε τρεις στασιαστές αξιωματικούς, οι οποίοι τον πυροβόλησαν, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός από τις σφαίρες τους.

Πήρε μέρος στους Πολέμους 1917-1918 και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Διετέλεσε συντάκτης της «Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας» του 1930.

Υπήρξε Διοικητής μοίρας αντιτορπιλικών και ανθυποβρυχιακών έργων, ενώ το 1919 έφερε στο Ναύσταθμο κατ΄ εντολή της υπηρεσίας του τα γερμανικά υπερτηλεβόλα ΡΥΡ από το Κίελο, ενώ δίδαξε Πυροβολική στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων της Νορβηγίας. Το 1924, βραβεύθηκε για τη μελέτη του  «Η νήσος Ελιγολάνδη» από την Βασιλική Ναυτική Ακαδημία  της Νορβηγίας και το 1930 βραβεύθηκε  από το  Βασιλικό Ναυτικό της Ελλάδας για  το έργο του «Μαθήματα Εξωτερικής Βλητικής και Πυρίτιδων».

Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις πολλές από τις οποίες είχαν σχέση με το πυροβολικό. Χρημάτισε καθηγητής στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην έδρα πυροβολικής τα έτη 1921,1923,1931 και 1932.

Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επί του Θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» καθώς και στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επί του Θωρηκτού «Ύδρα» και του αντιτορπιλικού «Ασπίς» και ως κυβερνήτης του τορπιλοβόλου «Αρέθουσα». Επίσης διετέλεσε κυβερνήτης του επίτακτου «Αρχιπέλαγος» και του τορπιλοβόλου «Σμύρνη». Διευθυντής Πυροβολικού του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Πάνθηρ» το 1934.

Νυμφεύθηκε την Αγγελική Πεζοπούλου, κόρη του καθηγητή ιατρικής Νικολάου Κ. Πεζόπουλου,  και απέκτησε δύο παιδιά: το Χρήστο Σιώκο, Μάχιμο Αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού μέχρι και το 1948 και στη συνέχεια – μετά από σπουδές στο Στάνφορντ-  ηλεκτρολόγο – μηχανολόγο και Γενικό Διευθυντή της Καναδικής Τηλεόρασης και την Καίτη Λιακοπούλου, Φιλόλογο, σύζυγο του ιατρού  χειρουργού Κεφαλής και Τραχήλου Αντωνίου Λιακόπουλου. 

Απέκτησε τρία εγγόνια  τον Θάνο Σιώκο κάτοικο Καναδά και τους Τάσο και Θάνο Λιακόπουλο κατοίκους Αθηνών. Πατέρας του αείμνηστου ήρωα ήταν ο Χρήστος Σιώκος, δικηγόρος Ναυπλίου και μητέρα του η Αικατερίνη Οικονομοπούλου εκ Συκιάς Κορινθίας. Δρόμοι στην Αθήνα, στην Καλλιθέα και στο Ναύπλιο έχουν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


[1] Στον ιστότοπο «aetogenia» αναφέρεται  ότι γεννήθηκε στο Κιάτο το 1897 και ήταν Ναυπλιακής καταγωγής.

[2] Οι πολιτικές εξελίξεις του 1935, καθώς και των επόμενων χρόνων, σημαδεύτηκαν από το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, με πρωταγωνιστές από τη μια τους βενιζελικούς αξιωματικούς και από την άλλη την αντιβενιζελική κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη. Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 απέβλεπε στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από το στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.

 

Πηγές


 

Read Full Post »

Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21


 

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Πα­λατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύ­στρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πό­ρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.

Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυ­αρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!

Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.

Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.

Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

 

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.

 

Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα

 

Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγι­να και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλα­δικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.

 

Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.

 

Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.

 

Αποτίμηση των σχεδίων

 

Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντε­λής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυ­τοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν  δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπε­ράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν  δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.

Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.

 

Η σειρά με τις λιθογραφίες

 

Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάι­ζεν»[2].

Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσ­δήποτε ο Peter von Hess.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.

Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
  • Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μα­κρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδη­μος και μια άποψη της Αίγινας.
  • Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
  • Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυ­ρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
  • Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπε­τάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικά­ρια του».
  • Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρε­γάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρ­τερία»».

Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

 

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).

 

Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιά­σματα».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.

 

Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρο­μαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φω­τοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογρα­φία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντα­σία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].

 

Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν

 

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:

 

«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ απο­τίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγρά­φου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.

Μετά τον θάνατον του Κρα­τσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, με­τά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνα­τόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύνα­ται να είναι μόνον το Μουσείον Αθη­νών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρι­σθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσι­σα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύ­ναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».

 

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνι­στή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.

Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.

Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρ­τί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάι­ζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν  στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες. 

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.

[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.

[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνι­κής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέ­λεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.

[4] Βλ. Υποσ. 1.

 

Βιβλιογραφία


  • «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερ­σίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθή­κης, 1971.
  • Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικο­σιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πε­ντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρε­βελάκης.
  • «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπο­γραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρε­βελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνι­κής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανο­μοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
  • «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πο­λιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

   

Read Full Post »

Ο Βαυαρικός Φιλελληνισμός


  

Ludwig I of Bavaria, πορτρέτο του Ζόζεφ Στίλερ, 1825.

Αν η σημασία της Ελλάδας ως τόπος έλξης Ευρωπαίων περιπλανώμενων «αρχαιολόγων» και αρχαιοκαπήλων «περιηγητών» έφτασε το 1801, μετά τη βάρβαρη απαγωγή των γλυπτών του Παρθενώνα από τον λόρδο Elgin, σε ένα κορύφωμα, η εύρεση των γλυπτών της Αφαίας στην Αίγινα από Γερμανούς το 1811 στάθηκε η αφορμή για τον ενθουσιασμό του νεαρού διαδόχου του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου για την Ελλάδα. Ένα ενδιαφέρον επικεντρωμένο όχι μόνο σε μια ειδυλλιακή Ελλάδα της κλασικής αρχαιότητας, αλλά και στη σύγχρονη κατακτημένη και πολιτικά φθίνουσα επαρχία της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τα ταλαιπωρημένα παιδιά της.

Η παρούσα διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και η έννοια της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών στον τόπο προέλευσής τους, μαζί με την πολιτικοποίηση που υποθάλπουν οι έννοιες αυτές, ίσως να μην έχουν επιτρέψει την ανάδειξη της ιδέας του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού ως πολιτικού μοχλού για την ανατροπή του καθεστώτος κατάκτησης και υποδούλωσης του λαού αυτού και της ανάδειξης ενός σύγχρονου εθνικού κράτους.

Με την έννοια αυτή οφείλουμε να δώσουμε, παρά τον κίνδυνο που ελλοχεύει, έναν νέο προσδιορισμό της έννοιας «φιλέλληνες» και ειδικότερα του βαυαρικού φιλελληνισμού με κεντρικό σημείο αναφοράς τον διάδοχο του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκο, τον πατέρα του μετέπειτα βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα: φιλέλληνες είναι εκείνοι οι οποίοι θέλησαν να επιστρέψουν στην πνευματική πατρίδα της Ευρώπης, την Ελλάδα, ως μάχιμοι σε όλα τα πεδία, όσα είχαν παραλάβει εκείνοι από τον πολιτισμό της για την πνευματική και πολιτική ανεξαρτησία της.

Στους φιλέλληνες με την έννοια αυτή επομένως εντάσσονται τόσο οι Έλληνες της Διασποράς, όσο και οι Ευρωπαίοι που πίστευαν ότι ελευθερία και ανεξαρτησία συνδέονται και απαιτούνται με όργανο την παιδεία.

Ο νέος αυτός ουμανισμός εμφανίζεται στη Γερμανία με καθοδηγητές τους σημαντικότερους διανοούμενους και ποιητές J. J. Winckelmann, G. Ε. Lessing, J. G. Herder, F. Schiller, J. W. Goethe, F. Hoelderlin. Χρονικά η ποιητική έξαρση της ιδέας της ελευθερίας συμπίπτει επομένως με την επανάσταση του 1770. Ο γερμανικός ιδεαλισμός ως κυρίαρχη πνευματική στάση την εποχή εκείνη ήταν που έστησε την εικόνα της μαρτυρικής Ελλάδας.

 

Ο νεαρός πρίγκιπας

 

Ο Λουδοβίκος αν και γόνος νεόκοπου βασιλικού οίκου με απολυταρχική ιδεολογία, υπήρξε εν τούτης αναγνώστης του επιφανέστερου έργου του Winckelmann «Ιστορία της Τέxvης της Αρχαιότητας» (1764), σύμφωνα με το οποίο η ιστορία των μορφών και της καλλιτεχνικής δημιουργίας συσχετίζεται με την πολιτική και κοινωνική ελευθερία. Η αναγκαία αυτή συνθήκη αποκάλυψε στον νεαρό πρίγκιπα ένα επαναστατικό μήνυμα που έγινε ο (φάρος για την επανασύνδεση του εξαθλιωμένου κατοίκου του ελληνικού τοπίου με την αρχαιότητα, μέσα όμως από συγκεκριμένη υλική και στρατιωτική ανθρωπιστική βοήθεια, που σύντομα έγινε ένα άρτια εξοπλισμένο εκστρατευτικό σώμα της Βαυαρίας για την Ελλάδα, και μέσω του «Κεντρικού Συλλόγου Ελληνικής Βοήθειας» το γυμνάσιο Athenäum, στο οποίο φοίτησαν οι υποψήφιοι Έλληνες – τα ορφανά του Αγώνα – για σπουδές σε πανεπιστήμια της Βαυαρίας (1815-17).

Ο Λουδοβίκος δεν χαρακτηρίζεται πια ως ο ρομαντικός εκείνος χαρακτήρας μιας αρχαιοπρεπούς ουτοπίας, όπου κυριαρχεί η τέχνη μετρημένη σύμφωνα με τα κλασικά ιδεώδη του «αληθούς, του καλού κ’ αγαθού» και όπου η πραγματικότητα οφείλει να υποχωρεί μπρος στην ιδεατή πραγματικότητα.

Η «ρεαλιστική» ματιά, που ανέδειξε την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας οικονομικά εξαθλιωμένης ήρθε κυρίως με τη συμβολή του καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου «Ειρηναίου Θείρσιου», όπως είχε μετονομαστεί από τους Έλληνες φίλους του ο Friedrich Thiersch (1784-1860), που επηρέασε για μεγάλο διάστημα, μέχρι που έπεσε σε δυσμένεια, ως σύμβουλος τον Λουδοβίκο[1].

 

Φρειδερίκος Θείρσιος, λιθογραφία 1830.

 

Από το 1810, ως διάδοχος του θρόνου, ο Λουδοβίκος προσπαθούσε κάτω από την επίδραση του Thiersch, το ενεργό μέλος της «Εταιρείας Φιλομούσων», και συντάκτη ένθερμων (ανωνύμων) ανταποκρίσεων στο βαυαρικό Τύπο για την Ελλάδα, να καταστήσει το Μόναχο κέντρο των ελληνοβαυαρικών σχέσεων στους τομείς της τέχνης και του πολιτισμού. Είναι αποκαλυπτική η ελεγεία του υστέρα από την επίσκε­ψή του στην Κάτω Ιταλία: «Δεν μου ήταν γραφτό, Έλληνες, να ζήσω μαζί σας! Καλύτερα πολίτης της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου, μ’ αυ­τήν τη σκέψη συχνά σας ονειρευό­μουν με λαχτάρα»[2].

Φραντς Καρλ Λέο φον Κλέντσε, Λιθογραφία, περίπου 1858.

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε σε προσωπικότητες όπως ο αρχιτέκτονας Leo von Klenze – ο δημιουργός της «Γλυπτοθήκης»[3] του Μονάχου (1816) – και η συμμετοχή του στη φήμη του Μονάχου ως «Aθήνας επί του ποταμού Οζαρ», ή ο ζωγράφος Peter von Hess (1792-1871), ο οποίος ύστερα από το ταξίδι του συνοδεύοντας τον Όθωνα στην Ελλάδα κατ’ εντολήν του Λουδοβί­κου, ζωγράφισε το 1840-41 σαράντα σκηνές του Αγώνα στις στοές των Ανακτόρων στο Μόναχο.

Ως βασιλιάς πλέον από το 1825 κατέστησε μέρος της επίσημης εξωτερικής πολιτικής της Βαυαρίας την υποστήριξη του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία οικονομικά και στρατιωτικά. Η σαφήνεια με την οποία διατυπώθηκε η θέση αυτή ήταν μοναδική για ευρωπαϊκό βασίλειο. Έτσι έγινε το Μόναχο κέντρο του γερμανικού φιλελληνισμού. Το 1830 μάλιστα ο Λουδοβίκος παραχώρησε την εκκλησία του Σωτήρα στην ελληνική ορθόδοξη κοινότητα.

 

Συμβολή του Θείρσιου

 

Είναι γνωστό ότι ο όρος «φιλέλληνας» έχει υποπέσει στην πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια σε δυσμένεια. Ο Κυριάκος Σιμόπουλος μάλιστα έχει χαρακτηρίσει τον φιλελληνισμό ως «το μέγα ψεύδος»[4]. Είναι βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να είχε στον νου του τον Friedrich Thiersch. Άλλωστε από τους ίδιους τους πληρεξουσίους της πρόνοιας του Ναυπλίου αποκλήθηκε το 1831 «γενναίος φιλέλλην».

Ο βαυαρικός φιλελληνισμός στο σύνο­λό του δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς τη δράση του Thiersch. Με αρχικές σπουδές προτεσταντικής Θεολογίας είναι το πρότυπο του διανοούμενου που προσχωρεί σε έναν νέο φιλελληνισμό, αναδεικνύοντας την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των νεοελλήνων. Σε αντίθεση με άλλους διανοούμενους, ο Thiersch επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Αύγουστο 1831, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, και έδρασε καταλυτικά προσπαθώντας να αποφευχθεί νέος εμφύλιος και επέστρεψε τον Οκτώβριο 1832 στο Μόναχο.

Αμέσως μετά συνέταξε το δίτομο «De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’arriver à sa restauration» (εκδ. 1833, στα ελλη­νικά: «H Ελλάδα του Καποδίστρια, Η παρούσα κατάσταση της Ελλάδος (1828-1833) και τα μέσα για να επι­τευχθεί η ανοικοδόμησή της»[5]).

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

Ήδη τον Ιανουάριο 1833 είχαν φθάσει ο Όθωνας και Αντιβασιλεία του στο Ναύπλιο, για την εκλογή του οποίου φαίνεται πως είχε συμβάλει ο ίδιος αποφασιστικά. Η απογοήτευση στους πολιτικούς κύκλους όχι μόνο του Μονάχου, αλλά και όλης της Γερμανίας και του εξωτερικού ήταν ιδιαίτερα μεγάλη όταν μαθεύτηκε ότι ο Θείρσιος δεν θα ανήκε στα μέλη της Αντιβασιλείας. Ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να έχει βασικές ιδέες για την ανοικοδόμηση ενός ελληνικού Κράτους, γιατί στηριζόταν σε παρατηρήσει της τρέχουσας κατάστασης που είχε κάνει ο ίδιος και που εντοπίζονταν στις συμφορές ύστερα από έναν δεκαετή εξαντλητικό αγώνα.

Δε θα έπρεπε να ει­σαχθούν θεσμοί που δε συμφωνούσαν με τα τοπικά ήθη, σύστηνε λιτότητα στα οικονομικά, περιορισμό του διογκωμένου δημοσιοϋπαλληλικού μηχανισμού και του μεγάλου σώματος των αξιωματικών, ένταξη των αγωνιστών στην ελληνική άμυνα χωρίς αλλαγή της εθνικής ενδυμασίας και των εγχώριων όπλων, μοίρασμα της γης στους άκληρους αγρότες και προστασία τους από τους μεγαλοϊδιο­κτήτες.

Αντίθετα, οι επιλογές της Αντιβασιλείας ήταν ένα άκαμπτο σύστημα διοίκησης που διαμορφώθηκε στη Βαυαρία κυρίως σύμφωνα με γαλλικές αντιλήψεις. «…Αυτό, σημείωνε ο Thiersch, δεν μπορεί να καταφέρει κανέναν που γνωρίζει παγκόσμια ιστορία, να πιστέψει ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να δημιουργηθεί ένας λαός».

Όσο για την οικονομική διαχείριση παρατηρούσε ότι ο Όθωνας ήταν «εφοδιασμένος με περιττή πολυτέλεια για το υψηλό του αξίωμα», ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Σε ένα γράμμα του σημειώνει απογοητευμένος: «Αν είχε κανείς πληρωθεί για να καταστρέψει την υπόθεση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία της Ελλάδας, το καλό του βασιλιά Όθωνα και η τιμή του πατέρα του, δεν θα μπορούσε να είχε κάνει τίποτε άλλο από ό,τι έκαναν αυτοί τώρα (18.11.1833)».

Σύντομα, στους κύκλους της αντιπολίτευσης άρχισε να γίνεται χρήση της λέξης «βαυαροκρατία», και πολλοί Έλληνες, που ενθυμούντο ακόμη τον Τούρκο πασά, τον εύρισκαν πιο υποφερτό από τον Βαυαρό δημόσιο υπάλληλο με τον υπηρεσιακό του κανονισμό. Πηγές σαν αυτήν χρησιμοποιούνται ακόμα μαζί με τα αναγκαία ιδεολογικά φορτία, τα επιχειρήματα δεν φθάνουν όμως ως τα άκρα, ότι δηλαδή η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε, για να αποφύγει την αλλοτρίωση των «αυθεντικών» παραδόσεων, να παραμείνει σε μορφές οργάνωσης «οθωμανικής αιχμαλωσίας».

Συμπέρασμα: το τίμημα τα ελευθερίας, όπως φάνηκε ήδη από τα πρώτα χρόνια του νέου κράτους, θα ήταν ακριβό. Ο βαυαρικός φιλελληνισμός είχε ολοκληρώσει τον κύκλο του και η Ελλάδα οδηγήθηκε μέσα από οδύνες από τον «ανατολικό δεσποτισμό» στον ευρωπαϊκό 19ο αιώνα, τον «αιώνα τα ελευθερίας των εθνών». Τις εγκυρότερες επισημάνσεις για την περίοδο αυτή έχει καταθέσει ο καθηγητής Πασχάλης Κιτρομηλίδης [6] επισημαίνοντας εύστοχα ότι ενώ η νέα οργάνωση πραγματοποιήθηκε με απολυταρχικές μεθόδους, το έργο αυτό αποσυνδέθηκε από τον νεοκλασικισμό που απέβη ιδεολογικά αποδεκτός και ενσωματώθηκε οργανικά στην ελληνική παράδοση και ταυτότητα.

Η βαυαρική πολιτική κρατικής συγκρότησης κατά τον Κιτρομηλίδη, προσπάθησε να εισαγάγει τους θεσμούς μιας ελεύθερης ευρωπαϊκής πολιτείας στο Βασίλειο της Ελλάδας και να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας.

Μεταμόρφωσε με την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία το πρόσωπο της Ελλάδας, αγωνίστηκε κατά του αναλφαβητισμού και ενθάρρυνε τα γράμματα και τις τέχνες με την ίδρυση του Πανεπιστημίου και του Σχολείου των Τεχνών. Τέλος, και αυτή είναι η γονιμότερη σκέψη του Κιτρομηλίδη, ο νεοκλασικισμός του Βαυαρού ηγεμόνα, διατηρήθηκε ως συστατικό της ελληνικής ταυτότητας, ενώ απορρίφθηκε η απολυταρχία με την έξωση της βαυαρικής δυναστείας. Εν τέλει εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και λειτούργησε συμβολικά ως προς τις αλυτρωτικές του επιδιώξεις και τη Μεγάλη Ιδέα.

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Στο έργο του έχει αφιερωθεί Συμπόσιο με τη συμμετοχή Γερμανών και Ελλήνων ιστορικών και πολιτειολόγων (Ινστιτού­το Goethe, 15-17 Οκτωβρίου 1990).

[2] Raimund Wünsche, «Καλύτερα πολί­της της Ελλάδας παρά κληρονόμος του θρόνου. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος Α’ και η Ελλάδα», στο «Αθήνα – Μόναχο. Τέ­χνη και Πολιτισμός στη νέα Ελλάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 141-160.

[3] Η λέξη, που δεν υπήρχε νωρίτερα, εί­ναι αποτέλεσμα της γλωσσοπλαστικής ικανότητας του Λουδοβίκου. Κτίστηκε για να στεγάσει τα γλυπτά του ναού της Αφαίας στην Αίγινα που βρέθηκαν το 1811 από τους Haller, Cockerell, Foster και Linkh και πριν αγοραστούν από τον Λουδοβίκο αξιολογήθηκαν από τον αρ­χαιολόγο Martin von Wagner.

[4]  «Ξενοκρατία, μισελληνισμός και υπο­τέλεια», Αθήνα 1990.

[5] Μετάφραση Α. Σπήλιου. Εισαγωγή, επι­μέλεια, σχόλια Τάσου Βουρνά, εκδ. Τολίδη, χ.χ. (1972).

[6]  «Δύο «νεοκλασικά» βασίλεια την επο­χή του εθνικισμού», στο: «Αθήνα – Μό­ναχο. Τέχνη και Πολιτισμός στη νέα Ελ­λάδα», Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 2000, επιμέλεια Μ. Ζ. Κασιμάτη, σελ. 33-37.

 

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Σταυριανός Ιωάννης (1804-1887)


  

Ιωάννης Σταυριανός. Προσωπογραφία, λάδι σε καμβά, 140 επί 80 που ανήκει στον Ιουστίνο Σταυριανό, απόγονο του ήρωα.

Ο Ιωάννης Σταυριανός ήταν ευκατάστατος έμπορος από τη Λόφου της επαρχίας Λεμεσού. Γεννημένος το 1804 έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Λεμεσό και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου ανέπτυξε πλούσια εμπορική δραστηριότητα με την Αίγυπτο. Παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης μυήθηκε στην Αλεξάνδρεια στη Φιλική Εταιρεία.

Με την έναρξη του αγώνα του 1821 στην Πελοπόννησο, έπλευσε στην Ελλάδα επικεφαλής ομάδας Κυπρίων Αγωνιστών [i], την οποία χρηματοδότησε ο ίδιος. Το 1825, επειδή εξαντλήθηκαν τα οικονομικά του, κατατάχτηκε μαζί με τους συντρόφους του στο στρατόπεδο του τακτικού στρατού. Η σημαντική για την εποχή μόρφωσή του συνέτεινε στην ανέλιξή του από υπαξιωματικό σε αξιωματικό.

Έλαβε μέρος σ’ όλες τις μάχες που έγιναν γύρω από την Αθήνα του 1826-27 με αρχηγό τον Καραϊσκάκη [ii]. Συνελήφθη αιχμάλωτος κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και τον διέσωσε από την εκτέλεση ο αρχηγός της έφιππης σωματοφυλακής του Κιουταχή Χουσέιν Ντούλλας, που άγνωστο πότε τον άφησε ελεύθερο. Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής.

Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα.  Συνυπογράφει με τους Σωματάρχες της φρουράς της Ναυπλίας Έκθεση Προς τους εξοχώτατους Κυρίους Πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, όπου για να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρεξηγήσεις και προσπάθειες δυσφήμησης δηλώνεται ο σκοπός της Επανάστασης και οι αιτίες που την προκάλεσαν. Η Έκθεση παραδόθηκε στους προξενικούς πράκτορες της Γαλλίας και της Αυστρίας στο Ναύπλιο. Την έκθεση αυτή εκτός από τους Σωματάρχες της φρουράς και τον αρχηγό των στρατιωτικών δυνάμεων Ναυπλίας Αρτέμη Μίχου υπογράφουν επίσης Η επί της ασφαλείας επιτροπή και το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων.

Ο Σταυριανός στέλνει επίσης μία επιστολή στις 9 Φεβρουαρίου 1862 απ’ το Ναύπλιο προς τον αντισυνταγματάρχη, επιθεωρητή της Χωροφυλακής Δ. Κουτσογιαννόπουλο, στην οποία περιγράφει τη μάχη στην Άρια. Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο υπ’ άρ. 6 φύλλο της εφημερίδας Συνταγματικός Έλλην στις 13 Φεβρουαρίου 1862. Η συμμετοχή του Σταυριανού στη Ναυπλιακή Επανάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να τεθεί σε αργία δι’ ασυμβίβαστον προς το επάγγελμα του αξιωμα­τικού διαγωγήν μαζί με άλλους 17 πρωτεργάτες του κινήματος (Φ.Ε.Κ  αρ. 27/18-5-1862) .

Με το ίδιο διάταγμα ορίστηκε η Αίγινα σαν τόπος διαμονής των περισσότερων από τους αξιωματικούς αυτούς. Από τον τύπο της εποχής μαθαίνουμε τη συμπάθεια και τη θέρμη με τις οποίες υποδέχτηκε ο λαός της Αίγινας τους εκτοπισμένους αξιωματικούς και ιδιαίτερα το Σταυριανό: Των πάντων δε την συμπάθειαν συνεκίνησεν ο αντιμοίραρχος Σταυριανός, φέρων μεθ’ εαυτού κόρην δεκαεπταετή, παραλυτικήν συγκινούσαν δια την θέσιν της και τούς λίθους αυτούς (Εφημερίδα Αιών. αρ. φύλ. 2033 της 20ής Μαΐου 1862).

Στο ίδιο φύλλο του Αιώνος δημοσιεύεται μια έντονη διαμαρτυρία των εκτοπισμένων αξιωματικών της φρουράς της Ναυπλίας από την Αίγινα με ημερομηνία 16 Μαΐου 1862 σχετικά με μία πράξιν, που συντάχτηκε από μερικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού δι’ ης απεκάλεσαν παραβάτας των όρων της στρα­τιωτικής τιμής, όλους τους κατά την Ναυπλιακήν επανάστασιν ευρεθέντας συνα­δέλφους των, παρά την αμνηστία που είχε δοθεί. Στην πράξη αυτή ο τύπος είχε δώσει ευρύτατη δημοσιότητα τον προηγούμενο Απρίλιο. Παρόμοια διαμαρτυρία των εκτοπισμένων στη Σκόπελο και στη Σκιάθο είχε δημοσιευτεί λίγο νωρίτερα, στις 13 Μαΐου 1862. Το θέμα έλαβε μεγάλη έκταση από τον ευνοϊκά διατεθειμένο προς τους εκτοπισμένους τύπο τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία (Βλ. εφημερίδες Αθηνά, αρ. φύλ. 3054, 23 Μαΐου 1862 και 3056, 30 Μαΐου 1862, Φως, 19 και 23 Μαΐου 1862, η Φωνή του Λαού. στη Λαμία κ.τ.λ.).

Σε λιγότερο από ένα μήνα μετά την έξωση του Όθωνα οι διωχθέντες αξιωματικοί επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία, αλλά ο Σταυριανός δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτούς. Φαίνεται πως μόνος του προτίμησε την αποστρατεία, ήταν ήδη άλλωστε 59 ετών. Το Μάιο του επόμενου χρόνου η Προσωρινή Κυβέρνηση απένειμε στον απόστρατο αντιμοίραρχο Ιωάννη Σταυριανό το βαθμό του ταγματάρχη και την αντίστοιχη σύνταξη. (Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου…»).

Έγραψε απομνημονεύματα με τον τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία». Πέθανε σε ηλικία 83 χρόνων, στις 2 Μαρτίου 1887 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Προτομή Ιωάννη Σταυριανού που βρίσκεται στη γενέτειρα του ήρωα Λόφου, της επαρχίας Λεμεσού. Το έργο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Θεόδουλος Θεοδούλου. Εγκαινιάστηκε το 1998 από τον πρώην πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη. Χρηματοδοτήθηκε από το Σύνδεσμο Αποδήμων Λόφου.

 

Το 1998, με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου, έγινε κατορθωτή η ανακομιδή των οστών του Ιωάννη Σταυριανού από την Αθήνα στη γενέτειρά του Λόφου, τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε οστεοφυλάκιο. Στα χέρια των τελευταίων απογόνων του βρίσκονται αρκετά κειμήλια όπως τα όπλα του, η στρατιωτική στολή του, διάφορα έγγραφα του αγώνα και τα χειρόγραφα των απομνημονευμάτων του.

 

Άκης Θεοδώρου

Φιλόλογος

 

Υποσημειώσεις


[i] Είναι ιστορικό γεγονός ότι πολλοί Κύπριοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Ο αριθμός των Κυπρίων αγωνιστών που έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Από τα διάφορα έγγραφα ή πηγές που σώζονται, μαρτυρείται η επώνυμη συμμετοχή 500 περίπου Κυπρίων, ενώ γίνεται επίσης αναφορά σε ομάδες Κυπρίων που έδρασαν κάτω από διάφορους αρχηγούς ή αυτόνομα. Χαρακτηριστική είναι η σημαία ομάδας Κυπρίων που σώζεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας πάνω στην οποία αναγράφεται με ανορθογραφίες «Σημαία Ελληνική Πάτρης Κύπρου». Οι αναφορές αυτές επιτρέπουν σε κάποιους μελετητές να υπολογίζουν την κυπριακή συμμετοχή σε 1000 περίπου αγωνιστές. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι περιηγητές υπολογίζουν τον αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της Κύπρου σε 80 με 100 χιλιάδες, τότε αριθμητικά η συμμετοχή της Κύπρου, ανάλογα με τον πληθυσμό της, είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

[ii] Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη Ελληνική Ιστορία», που κυκλοφόρησε το 1982 από την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, ο Σταυριανός περιγράφει με λεπτομέρειες τις μάχες των Αθηνών το 1826-1927 και την πολιορκία της Ακρόπολης. Αναφέρεται μάλιστα με σαφήνεια στο θάνατο του Καραϊσκάκη: «o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου … Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους…».

  

Πηγές


  • Χειρόγραφο Ιωάννη Σταυριανού.
  • Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η μάχη στα Βασιλικά


 

Χουρσίτ πασάς, λιθογραφία του Bouvier.

Στη Ρούμελη η Επανάσταση εκδηλώθηκε ταυτόχρονα με την Πελοπόννησο, το Μάρτιο του 1821, και μέσα σε δύο μήνες πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων το μεγαλύτερο μέρος της υπαίθρου και οι σημαντικότερες πόλεις. Όταν ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε τον Αλή πασά στα Γιάννενα, πληροφορήθηκε την εξέγερση της Ανατολικής Στερεάς, έστειλε 8.000 πεζούς και 800 ιππείς με επικεφαλής τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά και τον Αλβανό Ομέρ Βρυώνη για να την καταπνίξουν και μετά να εισβάλουν στην Πελοπόννησο και να λύσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Με μάχες στην Αλαμάνα (23 Απριλίου 1821) ο Αθανάσιος Διάκος, στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου) ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και στα Βρυσάκια της Εύβοιας (15 Ιουλίου) ο Αγγελής Γοβγίνας, προσπάθησαν να ανακόψουν την κάθοδο των Τούρκων στην Πελοπόννησο και κατόρθωσαν να τους καθηλώσουν στη Βοιωτία, όπου περίμεναν ενισχύσεις.

Τον Αύγουστο του 1821 οι Τούρκοι οργάνωσαν νέα, ενισχυμένη εκστρατεία κατά της Πελοποννήσου. Μια δύναμη από 8.000 ενόπλους – οι περισσότεροι έφιπποι – και πλήθος άμαξες φορτωμένες με εφόδια, με επικεφαλής το γνωστό από την εκστρατεία της Χαλκιδικής Μπεϊράν πασά, ως αντιστράτηγο, και τους Μεμίς πασά, Σαχίν Αλή πασά και Χατζή Μπεκίρ πασά, κατέβηκε από τη Λάρισα και στρατοπέδευσε στο Ζητούνι (Λαμία), ενώ μία άλλη από 4.000 άνδρες με επικεφαλής τον Μαχμούτ πα­σά της Δράμας στρατοπέδευσε στον Δομοκό. Σχέδιο των Τούρκων ήταν οι δυνάμεις αυτές, αφού ενωθούν με τις δυνάμεις του Κιοσέτ Μεχμέτ πασά και του Ομέρ Βρυώνη, να προελάσουν στην Πελοπόννησο και να λύσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ιωάννης Δυοβουνιώτης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Σύμφωνα με τον Φιλήμονα, μέσα Αυγούστου πρώτος ο Γιαννάκης Δυοβουνιώτης πληροφορήθηκε την άφιξη του τουρκικού στρατού στο Ζητούνι και ειδοποίησε τους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Στερεάς, οι οποίοι συνήλθαν στο χωριό Εργίνι (στους πρόποδες της Φοντάνας), για να συσκεφθούν πού θα αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στρατό κατά την πορεία του από τη Λαμία στη Λιβαδειά. Στη σύσκεψη αλλά και στη μάχη δεν έλαβε μέρος ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που ήταν μακριά.

Ο Γιάν­νης Γκούρας και ο γιος του γερο-Πανουργιά, ο Νάκος, πρότειναν να οχυρωθούν στη διάβαση της Φοντάνας, αλλά επικράτησε η πρόταση του Δυοβουνιώτη, να στήσουν ενέδρα στη στενωπό του δημό­σιου δρόμου των Βασιλικών, όπου και το ομώνυμο χωριό της Φθιώτιδας, που ήταν τότε ακατοίκητο.

Οι δυνάμεις των Ελλήνων, περίπου 1.600 άνδρες, τοποθετήθηκαν σύμφωνα με το σχέδιο του Δυοβουνιώτη – ο οποίος ορίστηκε και αρχηγός – ως εξής: στο πυκνό δάσος στην είσοδο της διάβασης ο Δυοβουνιώτης, στο εσωτερικό δεξιά ο Αντώνης Κοντοσόπουλος και αριστερά ο Κομνάς Τράκας, ο Κώστας Καλύβας και ο Κώστας Μπίτης και στην έξοδο της διάβασης ο Γκούρας, ο Πανουργιάς και ο γιος του αρχηγού, ο Γιώργος Δυοβουνιώτης – στον οποίο οφείλουμε και περιγραφή της μάχης – ενώ 200 άνδρες υπό τον Παπαντρέα στάλθηκαν στη διάβαση της Φοντάνας.

Στις 22 Αυγούστου ο Μπεϊράν πασάς με δύο πα­σάδες – ο Χατζή Μπεκίρ είχε πεθάνει στη Λαμία- στρατοπέδευσε στην Πλατανιά. Την επομένη έστειλε ένα σώμα από 300 πεζούς στη Φοντάνα και 200 ιππείς στα Βασιλικά για ανίχνευση. Οι ιππείς μη συναντώντας κάποια αντίσταση προχώρησαν στο εσωτερικό της διάβασης και τότε οι κρυμμένοι μέσα στο δάσος Έλληνες τους επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και τους αποδεκάτισαν. Ανάλογη τύχη είχαν και οι Τούρκοι πεζοί στη Φοντάνα. Την ίδια μέρα έφθασε και ο οπλαρχηγός του Οδυσσέα Γιάννης Ρούκης με όσους άνδρες είχε.

 

Πόλεμος των Βασιλικών. Πίνακας των Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη.

 

Στις 26 Αυγούστου το πρωί ο Μπεϊράν πασάς, αφού άφησε φρουρά στην Πλατανιά για τη φύλαξη των αποσκευών, ξεκίνησε με όλο το στρατό του για να ανοίξει τα στενά. Οι Τούρκοι, μόλις έφθασαν στην είσοδο των στενών, άρχισαν τους κανονιοβολισμούς και ύστερα έπεσαν πάνω στους άνδρες του Κοντοσόπουλου και του Καλύβα, τους οποίους ανάγκασαν να οπισθοχωρήσουν, όπως και τις δυνάμεις του Γκούρα, που είχε προστρέξει σε βοήθεια. Ο Γκούρας και οι άλλοι οπλαρχηγοί οχυρώθηκαν σε ένα ερημοκλήσι και εκεί αντέταξαν άμυνα. Σε λίγο έφθασαν και 250 Λιβαδίτες με αρχηγούς τους Βασί­λη Μπούσγο, Γιάννη Λάππα και Μήτρο Τριανταφυλλίνα, που έδωσαν νέα τροπή στη μάχη.

Με την κραυγή «Έφθασεν ο Οδυσσεύς», ο Γκούρας διέταξε γενική επίθεση, ενώ ο ίδιος μαζί με τον Ρούκη έκαναν κυκλωτικό ελιγμό και βρέθηκαν στα νώτα του εχθρού, ο οποίος, όμως, είχε προσβληθεί και από τους άνδρες του Δυοβουνιώτη, που ενέδρευαν στο δάσος, αλλά και από τις δυνάμεις του Παπαντρέα, που είχαν σπεύσει από τη Φο­ντάνα.

Η μάχη ήταν σφοδρή και, επειδή η τοποθεσία ήταν στενή και δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν οι πεζοί ούτε και να δράσει το ιππικό του Μπεϊράν πασά, οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν και βαλλόμενοι από όλες ης πλευρές υπέστησαν βαριές απώλειες. Το μέγεθος της καταστροφής δίνεται από τον Δημήτριο Αινιάν με την ακόλουθη περιγραφή:

 

«Εις την κοιλάδα των Βασιλικών είχεν ήδη μετακομισθή το μεγαλύτερον μέρος των αμαξών και ό­λα σχεδόν τα φορτηγά, και όταν ωπισθοδρόμουν οι Τούρκοι, ενέπιπτον εις αυτά, και εγίνετο τοσούτος θόρυβος και σύγκρουσις, ώστε ουδ’ οι πολεμούντες δεν εφρόντιζον πλέον περί ενός γενικού σχεδίου υπερασπίσεως, αλλ’ όλοι εστράφησαν εις φυγήν προσπαθούντες ποίος ποίον να προλάβη διά να σωθή ώστε οι Έλληνες ηκολούθουν καταδιώκοντες και φονεύοντες χωρίς αντίστασιν, έως ού ευγήκαν οι Τούρκοι από τα στενά, αφήσαντες εις την εξουσίαν των Ελλήνων όλας τας τροφάς, τα πολεμοφό­δια, τα πυροβόλα και δύο περίπου χιλιάδας φορ­τηγά».

 

Από τους 8.000 Τούρκους σκοτώθηκαν πάνω από το ένα τρίτο, μεταξύ των οποίων και ο Μεμίς πασάς από τον ίδιο τον Γκούρα και ο γιος του Μπεϊράν πασά, ενώ είναι άγνωστος ο αριθμός αυτών που αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν μικρές, περίπου 50 νεκροί και τραυματίες, ενώ τα λάφυρα που αποκόμισαν ήταν άφθονα, ανάμεσα τους και 800 άλογα, 2 κανόνια και 18 σημαίες. Ο Μπεϊράν πασάς αποσύρθηκε πανικόβλητος στη Λαμία και άφησε στο στρατόπεδο του στην Πλατανιά βοδάμαξες, σκηνές και πολεμοφόδια, που πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων.

 

Η μάχη στα Βασιλικά. Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας νικούν τους Τούρκους στη Φοντάνα. Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Η ήττα στα Βασιλικά σήμανε και το τέλος της σταδιοδρομίας του (κατ’ άλλους αυτοκτόνησε και κατ’ άλλους εκτελέστηκε με διαταγή του σουλτάνου). Η μάχη στα Βασιλικά ήταν η σημαντικότερη που δόθηκε στην Ανατολική Στερεά από την έναρξη του Αγώνα. Συνετρίβη μία πολύ ισχυρή επίλεκτη τουρκική δύναμη. Δεν ενώθηκαν οι δυνάμεις του Μπεϊράν πασά με του Ομέρ Βρυώνη, που αποχώρησαν και οι δύο στη Λαμία, και έτσι κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Στερεάς οι δυνάμεις των επαναστατών. Απομακρύνθηκε επίσης ο κίνδυνος συντριβής της Επανάστασης στην Πελοπόννησο και παράλληλα δόθηκε η δυνατότητα στους Έλληνες να απελευθερώσουν την Τρίπολη.

 

Αικατερίνη Φλεριανού

Ιστορικός  

 

Βιβλιογραφία


  • Αινιάν Δημήτριος, «Η εις Βασιλικά μάχη», περ. Βιβλιοθήκη του Λαού (1852), σ. 45-50.
  • Μαζαράκης – Αινιάν Ιωάννης, «Χειρόγραφα Γ. Δυοβουνιώτη. Μάχη Βασιλικών – Εκστρατεία Δράμαλη – Μάχες Αράχοβας και Πέτα», περ. Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, τ. 27 (1984), σ. 25 – 42.
  • Φιλήμων Ιωάννης, «Δοκίμιον Ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Ναυπλία, 1834, τ. Δ’, σ. 126 – 134 και 265 – 273.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι μεγάλες μάχες του 1821 », τεύχος 278, 24 Μαρτίου 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »