Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Νεοελληνικός Ηθικός και Πολιτικός Στοχασμός


 

Νεοελληνικός Ηθικός και Πολιτικός Στοχασμός. Από τον διαφωτισμό στον ρομαντισμό

Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου – Εκδόσεις Βάνιας, 312 σελ., Θεσσαλονίκη, 2003.

Στην εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού πραγματοποιείται η εδραίωση του φιλελευθερισμού στην Ελλάδα. Τα κείμενα αυτής της περιόδου διαπνέονται από ηθικές και πολιτικές ιδέες, οι οποίες έφεραν το ελληνικό έθνος κοντά σε καίρια ζητήματα. Οι ιδεολογικές ιδιαιτερότητες της πορείας του ελληνισμού προς την ηθική και πολιτική του αυτογνωσία αναδύονται στα κεφάλαια του βιβλίου αυτού.

 

Νεοελληνικός Ηθικός και Πολιτικός Στοχασμός

 

Στον τόμο αυτόν έχουν συγκεντρωθεί μελετήματα και άρθρα της ομότιμης Διευθύντριας Eρευνών στο Ινστιτούτο Nεοελληνικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών  Pωξάνης Δ. Aργυροπούλου, γραμμένα το καθένα χωριστά με ιδιαίτερη αφορμή αλλά τα οποία διέπονται πάντοτε από τις ίδιες ερευνητικές αρχές και από έναν ενιαίο προβληματισμό, τη συνειδητο­ποίηση μιας καινούργιας δυναμικής στη νεοελληνική κοι­νωνία του δεκάτου ενάτου αιώνα, η οποία της επέτρεψε να αποκτήσει έναν δικό της ηθικό και πολιτικό στοχασμό. Στις μελέτες αυτές διερευνάται η συγκρότηση του νεο­ελληνικού ηθικού και πολιτικού στοχασμού, από την αφύ­πνιση της ελληνικής εθνικής συνείδησης και τη δημιουρ­γία καινούργιας αντίληψης περί ηθικής ως την αποκρυσταλλωποίηση νέων πολιτικών και κοινωνικών επιδιώξεων στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Καλύπτονται δύο ιδιαίτερα κρίσιμοι περίοδοι της ιστο­ρίας της νεοελληνικής φιλοσοφίας, ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός, κατά τις οποίες ανοίγονται στους Έλληνες διανοουμένους νέοι πολιτισμικοί ορίζοντες γιατί, όχι μόνο εισήγαγαν στον ελληνικό χώρο καινούργιες ιδέες της ε­ποχής τους (φιλοσοφικές, πολιτικές, επιστημονικές), αλλά ως κληρονόμοι μιας μεγάλης ανθρωπιστικής παράδοσης, προσπάθησαν να τις εντάξουν στο ευρύτερο πλαίσιο της ελληνικής παιδείας.

Οι έννοιες της πολιτικής, του δημοκρατικού προτύπου, του κοινωνικού συμβολαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ευδαιμονίας, της ιστορικής προόδου και της κοινωνι­κής εξέλιξης υπήρξαν οι θεματικοί άξονες αυτής της αλλα­γής. Η ανανέωση αυτή της ελληνικής παιδείας ανιχνεύεται επίσης με τη συγκριτική διερεύνηση των αλληλένδετων επιδράσεων στον ελληνικό χώρο της Δυτικής Ευρώπης με την Αρχαιότητα το αποτέλεσμα δεν υπήρξε απλή εξάρτη­ση από τα ευρωπαϊκά πολιτισμικά ρεύματα, όπως θα το πε­ρίμενε ένας ανύποπτος μελετητής, αλλά παρατηρήθηκε ό­σμωση των καινούργιων ιδεών. Στο πλαίσιο αυτής της αναμόρφωσης, δόθηκε στη νεοελληνική σκέψη η δυνατότητα να συμμετέχει κυρίως στα νεότερα ηθικά και πολιτικά προβλήματα. (Από τον πρόλογο του βιβλίου)

 

Read Full Post »

Εϋνάρδος Ιωάννης Γαβριήλ (Eynard Jean-Gabriel 1775-1863)


 

Γάλλος τραπεζίτης και θερμός φιλέλληνας. Διακρίθηκε στην υπεράσπιση της Λυών το 1793 και σύντομα έγινε διάσημος στους ηγετικούς ευρωπαϊκούς κύκλους για τις οικονομικές του γνώσεις και την περιουσία του. Πήρε μέρος στο Συνέδριο της Βιέννης το 1814, εκπροσωπώντας την Ελβετία και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη. Εκεί γνώρισε και τον Καποδίστρια, με τον οποίο έκτοτε συνδέθηκε φιλικά. Ο Εϋνάρδος (Ζαν-Γκαμπριέλ Εϊνάρ) υπήρξε φιλέλληνας με έντονη δράση, καθώς τέθηκε επικεφαλής του φιλελληνικού κομιτάτου στη Γενεύη.

Η σημαντικότερη προσφορά του Εϋνάρδου στον εθνικό αγώνα υπήρξε η συμβολή του στη σύναψη δανείων του νέου ελληνικού κράτους με οικονομικούς κύκλους στο Λονδίνο και το Παρίσι, καθώς και η πρωτοβουλία του για οργάνωση εράνων, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της Επανάστασης. Το 1827 ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης της Ελλάδας, σχεδίασε την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας, της οποίας υπήρξε επίτιμος διοικητής μετά την ίδρυσή της το 1841, ενώ χορήγησε το 1847 πενήντα χιλιάδες φράγκα για ικανοποίηση απαιτήσεων της Αγγλίας από το δάνειο του 1832.

 

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος

Ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος γεννήθηκε στη Λυών στις 8 Δεκεμβρίου 1775. Πατέρας του ήταν ο Γαβριήλ-Αντώνιος (Gabriel-Antoine), έμπορος και τραπεζίτης από παλαιά και ισχυρή οικογένεια ευγενών, των Mont-Eynard, της επαρχίας Dauphiné της Ν.Α. Γαλλίας. Ένας κλάδος της οικογένειας έμεινε καθολικός, ο άλλος είχε προσχωρήσει στη Μεταρρύθμιση. Από αυτούς τους ουγενότους Εϋνάρδους, που αμέσως μετά την ανάκληση του Εδίκτου της Νάντης (1685) είχαν καταφύγει στη Γενεύη για να διατηρήσουν την πίστη τους, προερχόταν ο Γαβριήλ-Αντώνιος. Αρκετά μέλη της οικογένειας κατέλαβαν δημόσια αξιώματα στην πόλη και ανέπτυξαν εξαίρετη φιλανθρωπική δράση, ενώ ο παππούς του Ιωάννη-Γαβριήλ, ο Jean-Louis Eynard de Trémolières, αποκαλούνταν l’avocat des pauvres («ο δικηγόρος των φτωχών»).

Το 1769 ο Γαβριήλ-Αντώνιος εγκαταλείπει τη Γενεύη και ιδρύει εμπορικό οίκο στη Λυών. Τον επόμενο χρόνο, αφού η πρώτη του γυναίκα Marie-Françoise de Normandie είχε πεθάνει, παντρεύεται τη Marie-Madeleine Meuricoffre, από οικογένεια εμπόρων του Thurgau Ελβετίας, με την οποία αποκτά τρία παιδιά. Το δεύτερο είναι ο Ιωάννης-Γαβριήλ. Ο νεαρός, που μεγαλώνει και μορφώνεται μέσα σε αυστηρό καλβινικό περιβάλλον, αγαπά πολύ το θέατρο και το κυνήγι. Από νωρίς μαθαίνει δίπλα στον πατέρα του να χειρίζεται τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης και ευδοκιμεί στις εμπορικές υποθέσεις.

Το 1793 κορυφώνεται η αιματηρή σύγκρουση ιακωβίνων και γιρονδίνων. Η Λυών, έχοντας προσχωρήσει στο μοναρχικό στρατόπεδο, πολιορκείται από τα στρατεύματα της Γαλλικής Συμβατικής Συνέλευσης. Πατέρας και γιος Εϋνάρδοι μάχονται γενναία μεταξύ των υπερασπιστών της πόλης. Ο Γαβριήλ-Αντώνιος μάλιστα ήταν εκλεγμένος πρόεδρος του Δήμου της Λυών. Στις 9 Οκτωβρίου η πόλη καταλαμβάνεται από τους επαναστάτες. Ο Ιωάννης-Γαβριήλ καταφέρνει να διαφύγει-μεταμφιεσμένος σε γυναίκα- στη Γενεύη, ενώ ο πατέρας του συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο και η περιουσία του δημεύεται. Τελικά και ο πατέρας του καταφέρνει να αποδράσει. Όλη η οικογένεια εγκαθίσταται στη μικρή ελβετική πόλη Rolle, του καντονίου Vaud, στις όχθες της λίμνης της Γενεύης.

Επειδή η πατρική περιουσία καταστράφηκε στη Λυών, ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος στέλνεται στην ετεροθαλή αδελφή του, Lisette Gaulis, στη Γένοβα για να εργασθεί στον μεγάλο εμπορικό οίκο του άντρα της. Μετά από σκληρή μαθητεία και προσωπική δουλειά, ο Ιωάννης-Γαβριήλ αποφασίζει να ιδρύσει, μαζί με τον αδελφό του Jacques και έναν παλιό υπάλληλο των Γκολίς, δικό του εμπορικό οίκο (Eynard Frères et Schmidt).

Αναπτύσσοντας με τόλμη και επιτυχία επιχειρηματική δραστηριότητα (εμπορευόμενοι ελαιόλαδο, κρεμέζι και τσίτια), τα δύο αδέλφια καταφέρνουν επίσης να εξοφλήσουν όλες τις προηγούμενες υποχρεώσεις της πατρικής επιχείρησης. Όταν τον Απρίλιο-Ιούνιο του 1800 οι Άγγλοι και οι Αυστριακοί πολιορκούν τη Γένοβα (Ναπολεόντειοι πόλεμοι υπατείας), ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος συμπαραστέκεται στα στρατεύματα του γάλλου στρατηγού Α. Masseria συμμετέχοντας θαρραλέα ως εθελοντής στην άμυνα της πολιορκημένης, λιμοκτονούσας πόλης, που τελικά παραδίδεται στις 4 Ιουνίου1800. Ο Εϋνάρδος έρχεται για ένα διάστημα στο Μιλάνο, όπου η γνωριμία του με το στρατηγό H.-Fr. Sebastiani θα τον φέρει σε επαφή με το γαλλικό επιτελείο, και στη συνέχεια καταλήγει στο Λιβόρνο.

Πορτραίτο του Εϋνάρδου, έργο του Γάλλου ζωγράφου Οράτιου Βερνέ (Horace Vernet), φιλοτεχνήθηκε στη Ρώμη το 1831.

Ο Εϋνάρδος αναδεικνύεται στην Ιταλία σπουδαίος έμπορος, ισχυρός τραπεζίτης, ικανός διαχειριστής και διπλωμάτης – κάνει σοβαρές και επιτυχείς επενδύσεις στο δάνειο1.450.000 λιβρών του δουκάτου της Ετρουρίας, σε ορυχεία, στα μεταλλεία σιδήρου και σε γαίες της Κεντρικής Ιταλίας.

Το 1803 αποσύρεται από τον τραπεζικό οίκο που είχε συστήσει με τον αδελφό του στη Γένοβα και εγκαθίσταται στη Φλωρεντία, για να αναλάβει δημόσια καθήκοντα, παράλληλα με τις εμποροπιστωτικές του δραστηριότητες. Απέκτησε έτσι μεγάλη περιουσία επεκτείνοντας τις επιχειρήσεις του στη Γενεύη και τις ιταλικές εμπορικές πόλεις Φλωρεντία και Λιβόρνο.

Αναδιοργανώνει, κατέχοντας υψηλά δημόσια αξιώματα, τα οικονομικά αρκετών ιταλικών κρατιδίων, όπως του δουκάτου της Ετρουρίας, των πριγκιπάτων της Λούκας και του Πιομπίνου, του κράτους της Τοσκάνης κ.ά. Το φθινόπωρο του 1804 συμμετέχει ως μέλος της τοσκανικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στις εκδηλώσεις για τη στέψη του Ναπολέοντα στο Παρίσι, ενώ μερικούς μήνες αργότερα, στο Μιλάνο, θα υποστηρίξει με σταθερότητα τα συμφέροντα του δουκάτου (μείωση της φορολογίας) ενώπιον του αυτοκράτορα και βασιλέα της Ιταλίας Ναπολέοντα.

Το 1807 αναλαμβάνει κεντρικός εισπράκτορας των φόρων στα πριγκιπάτα Λούκας και Πιομπίνου που κυβερνούν ο Felix Bacciochi και η γυναίκα του Ελίζα Βοναπάρτη, αδελφή του Ναπολέοντα. Το 1808 γίνεται Ελβετός πολίτης και δημότης της Rolle. Ξαναέρχεται στο Παρίσι τον επόμενο χρόνο ως μέλος της τοσκανικής αντιπροσωπείας που θα ευχαριστούσε τον Ναπολέοντα για το διορισμό της αδελφής του Ελίζας στο θρόνο της Τοσκάνης. Παράλληλα με τα πολιτικά του καθήκοντα, στο Παρίσι αξιοποίησε το χρόνο του μελετώντας χημεία με τον βαρόνο Thénard.

Το 1814 – 15 η Γενεύη γίνεται δεκτή στην Ελβετική Ομοσπονδία. Ο Εϋνάρδος οργανώνει και εφοδιάζει με έξοδα του ιππικό σώμα εθνοφυλακής, της οποίας ορίζεται αντισυνταγματάρχης, για την προστασία της ανεξαρτησίας της περιοχής από τις βλέψεις των Γάλλων. Είναι μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου της Γενεύης και γραμματέας της αντιπροσωπείας στις «Συνθήκες του Παρισιού» και στο Συνέδριο της Βιέννης μαζί με το θείο του – από τη γυναίκα του Άννα- Pictet de Rochemont (1755-1824) και τον Francois d’lvernois.

Στις διεθνείς αυτές συναντήσεις προσπαθούν να εξασφαλίσουν την αναγνώριση της προσάρτησης της Γενεύης στην Ελβετική Ομοσπονδία, καθώς και την ουδετερότητα της Ελβετίας.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ειδικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’, θα υποστηρίξει με συνέπεια, στο πλαίσιο της ρωσικής πολιτικής, τα αιτήματά τους και θα γίνει φίλος τους. Στο Συνέδριο της Βιέννης ο Εϋνάρδος συνοδεύεται από τη γυναίκα του. Το ζεύγος γνωρίζεται με τους περισσότερους ισχυρούς ηγεμόνες, τους μεγάλους πολιτικούς και διπλωμάτες της εποχής. Η συνάντησή τους με τον Ιωάννη Καποδίστρια θα καταλήξει σε θερμή, ειλικρινή και μακροχρόνια φιλία. Η φιλία των δύο ανδρών είναι η πρώτη ουσιαστική επαφή του Εϋνάρδου με τα ελληνικά πράγματα. Από τον κορυφαίο κορφιάτη πολιτικό ο γαλλοελβετός τραπεζίτης αρχίζει να πληροφορείται για τα δεινά των υπόδουλων Ελλήνων. Στο Συνέδριο της Βιέννης οι τέσσερις «Μεγάλες Δυνάμεις» καταλήγουν στην «Ευρωπαϊκή Συμφωνία», τη γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, εναντίον όλων των επαναστατικών και απελευθερωτικών κινημάτων της εποχής. Έτσι διαμορφώνεται ένα αρνητικό κλίμα, κυρίως από τη μεριά της Αυστρίας, με εμπνευστή τον καγκελάριο Metternich, και για την ελληνική υπόθεση.

Πορτραίτο της γυναίκας του Εϋνάρδου, Άννας (Anne Charlotte Adelaide), έργο του Γάλλου ζωγράφου Οράτιου Βερνέ (Horace Vernet), φιλοτεχνήθηκε στη Ρώμη το 1831.

Κατά το διάστημα 1817-1821 ο Εϋνάρδος κτίζει στη Γενεύη, στην Promenades des Bastions, το τεράστιο, πολυτελές οικογενειακό του μέγαρο, με σχέδια του ιταλού αρχιτέκτονα G. Salucci και την αποφασιστική συμβολή του ίδιου και της γυναίκας του. Φλωρεντινού-νεοκλασικού ρυθμού, το ωραιότερο κτίσμα της εποχής εκείνης στην πόλη, είναι σήμερα το ανακαινισμένο Δημαρχικό Μέγαρο. Το σπίτι αυτό θα αναδειχθεί σε «στρατηγείο» του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού μερικά χρόνια αργότερα. Την ίδια περίοδο αναπτύσσει πλούσια κοινωνική και πνευματική δράση, είναι πρωτεργάτης ή ενεργό μέλος σε διάφορους φιλολογικούς και καλλιτεχνικούς συλλόγους της Γενεύης, όπως στις Société de Lecture, Société des Arts, Société d’ Histoire et d’ Archéologie, την Utilité Publique, ενισχύει φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες, φροντίζει για τον καλλωπισμό της πόλης κ.ά. Μερικά χρόνια αργότερα θα αποκτήσει πολυτελείς κατοικίες στη Φλωρεντία, τη Ρώμη και το Παρίσι. Συνεχίζοντας την πολιτική του δραστηριότητα, το 1816 έχει αναλάβει να αποκαταστήσει τα δημόσια οικονομικά του Κράτους της Τοσκάνης. Το φθινόπωρο του 1818 αντιπροσωπεύει τον μεγάλο δούκα της Τοσκάνης Φερδινάνδο στο Συνέδριο της Aix-la-Chapelle. Στην αυλή του θα παραμείνει ως σύμβουλος μέχρι το 1821, τιμηθείς το 1818 με τον τίτλο του ευγενή της Φλωρεντίας και του ιππότη του Αγίου Ιωσήφ.

Με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και στην Ελλάδα, ο Εϋνάρδος είναι από τους πρώτους Ευρωπαίους που αναμειγνύεται όλο και πιο ζωηρά στο κίνημα συμπαράστασης των αγωνιζόμενων Ελλήνων.

 Τον Αύγουστο του 1821 ιδρύει, μαζί με τους Favre-Bertrand, Et.-L. Dumont, J.C.L. de Sismondi, Bellot κ.ά., την πρώτη φιλελληνική επιτροπή της Γενεύης, η οποία γρήγορα αναγνωρίστηκε από τις επιτροπές των άλλων ελβετικών πόλεων ως συντονιστική αρχή. Γίνεται ο οργανωτής, η ψυχή και ο στυλοβάτης όλων των φιλελληνικών κομιτάτων της Ευρώπης (Γενεύης, Παρισιού, Βέρνης, Ζυρίχης, Λωζάννης, Βερολίνου, Μονάχου, Δρέσδης κ.ά), που βοήθησαν με εράνους, δημόσιες συνεισφορές και διαφώτιση της κοινής γνώμης την υπόθεση του Αγώνα.

Στην αρχή της Επανάστασης, οι φαναριώτες πρίγκιπες Ιωάννης Καρατζάς, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Μιχαήλ Σούτσος φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του και έγιναν φίλοι του, ενώ από το φθινόπωρο του 1822 υποκινείται σταθερά από τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος, μετά την παραίτηση του από τα καθήκοντα στην Αυλή του τσάρου, μένει μόνιμα στη Γενεύη και εργάζεται υπέρ του Ελληνικού Αγώνα.

Τα επόμενα χρόνια ο Εϋνάρδος θα γίνει ο γενναίος χρηματοδότης του Αγώνα. Θα διευκολύνει και θα χρηματοδοτήσει την αποστολή ξένων εθελοντών, τροφίμων, πολεμοφοδίων και χρηματικών ποσών στους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ως επιφανής οικονομικός και πολιτικός παράγοντας έχει τη δυνατότητα να προβάλει το Ελληνικό ζήτημα στις ξένες ευρωπαϊκές αυλές και κυβερνήσεις, σε διπλωμάτες και κοινωνικές προσωπικότητες, σε διεθνείς συσκέψεις και συνέδρια. Η τεράστια αλληλογραφία του, τα ταξίδια του και οι επαφές του έχουν αποκλειστικό στόχο την αποκατάσταση της Ελλάδας, την οποία ποτέ στη ζωή του δεν επισκέφτηκε. Αξιόλογη είναι επίσης η αλληλογραφία του με τους έλληνες οπλαρχηγούς και πολιτικούς, πρωταγωνιστές της Επανάστασης. Δικαίως απέκτησε τον τίτλο του «Πρύτανη των Φιλελλήνων» και του «Φίλου των Ελλήνων».

 

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος, λιθογραφία.

 

 Την περίοδο 1825-1827, μετά την απόβαση των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο και την πολιορκία του Μεσολογγίου, όταν ο Αγώνας μπαίνει σε κρίσιμη φάση, ο Εϋνάρδος εργάζεται στο Παρίσι επί τέσσερις μήνες για τη συγκρότηση της Φιλελληνικής Επιτροπής και την αποστολή της οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα. Προσπαθεί να εξασφαλίσει δάνειο με ευνοϊκούς όρους, αλλά επειδή η διαχείριση θα γινόταν μέσω της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού, οι έλληνες αντιπρόσωποι προτίμησαν να συνάψουν το γνωστό δάνειο του Λονδίνου.

Τον Σεπτέμβριο του 1825, με ενέργειες του Εϋνάρδου συγκεντρώνονται από την Επιτροπή της Γενεύης 55.000-60.000 φρ. για τους Έλληνες. Με άλλα 40.000 φρ. για τρόφιμα και πολεμικό υλικό εφοδιάζει ο ίδιος τους δύο απεσταλμένους Fr. Marcet και W. Romilly, των Επιτροπών του Παρισιού και της Γενεύης αντίστοιχα, που στέλνονται στην Ελλάδα το επόμενο έτος. Όταν πληροφορείται την πολιορκία του Μεσολογγίου, έχοντας ζήσει ο ίδιος την ίδια ζοφερή κατάσταση δύο φορές στη ζωή του, συγκινείται. Στέλνει αμέσως ως δική του εισφορά 12.000-15.000 φρ. για σιτάρι, εξασφαλίζοντας άλλες 60.000 φρ. από τους γάλλους φιλέλληνες τα οποία στέλνονται, μέσω Ζακύνθου, στα πεδία των μαχών και το Μεσολόγγι. Απευθύνει μήνυμα «στους ένδοξους στρατιωτικούς αρχηγούς των γενναίων του Μεσολογγίου και στην ανδρεία φρουρά του». Έρχεται με τη γυναίκα του στην Αγκώνα να επιβλέψει προσωπικά τη φόρτωση των πλοίων με εφόδια για τη μαρτυρική πόλη, η οποία στο μεταξύ είχε πέσει στις ορδές του Ιμπραήμ.

Η θυσία του Μεσολογγίου τον πείθει ότι χρειάζεται αποτελεσματικότερος συντονισμός της προσπάθειας για βοήθεια. Στέλνει 51.000 φρ. για εξαγορά των σκλαβωμένων γυναικόπαιδων, διορίζει αντιπροσώπους του τον Γ. Παπαμανόλη στα Κύθηρα και τον Τ. Τ. Petrini στο Ναύπλιο, στέλνει στην Ελλάδα για την καλύτερη διαχείριση της βοήθειας τον συμπατριώτη του γιατρό φιλέλληνα Louis-André Gosse. Μεσολαβεί για τη μετάκληση του ναυάρχου Cohrane. Συμμετέχει με 150.000 φρ. στα έξοδα ναυπήγησης και εξοπλισμού ενός πολεμικού πλοίου.

Από την πτώση του Μεσολογγίου μέχρι τις πρώτες μέρες του 1827, είχαν σταλεί στην Ελλάδα, με φροντίδα του Εϋνάρδου, από τα ελβετικά, γερμανικά και γαλλικά φιλελληνικά κομιτάτα τρόφιμα συνολικού βάρους 7,4 εκατομμυρίων λιβρών, ενώ μέσα στο 1827 απέστειλε από εράνους πάνω από 800.000 φρ. Σε απολογισμό που παρουσίασε ο Εϋνάρδος στα τέλη του 1827, ανέφερε ότι μόνο από τον εβδομαδιαίο έρανο του 1826 είχαν αποσταλεί συνολικές εισφορές στους Έλληνες πάνω από 2,5 εκατομμύρια φράγκα. Χωρίς επίσημη διπλωματική ιδιότητα, αλλά με το μεγάλο διεθνές κύρος του χειρίστηκε με επιτυχία τα μεγάλα ελληνικά διπλωματικά προβλήματα της περιόδου 1827-1832, επηρεάζοντας σημαντικά τις αποφάσεις του Λονδίνου Ιούλιο του 1827 και του Παρισιού στα 1829-30. Τον Μάιο του 1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα του απονέμει τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια «πολιτογραφούσα αυτόν αληθή Έλληνα και πολίτην της Ελλάδος».

Το διάστημα 1827-1831 όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας γίνεται Κυβερνήτης της Ελλάδας, βρίσκει στο πρόσωπο του Εϋνάρδου τον σοφό σύμβουλο και τον σταθερό συμπαραστάτη σε οποιαδήποτε οικονομική δυσκολία της νεοσύστατης Ελληνικής Πολιτείας: οικονομική στήριξη, κεφάλαια για τη γεωργική ανάπτυξη και την ίδρυση της γεωπονικής σχολής Τίρυνθας, αποστολή σπόρων, πατάτας, εργαλείων, φαρμάκων, συμβολή του στην ανοικοδόμηση χωριών, στην οργάνωση της παιδείας και του στρατού, δημιουργία της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας (στέλνει συνολικά 100.000 φρ. για την Τράπεζα), χορήγηση κρατικών δανείων που είχαν αρνηθεί στην Ελλάδα οι Δυνάμεις.

Κυρίως το δάνειο των 1.500.000 φρ. του 1829, για να πληρωθεί ο στρατός και να παταχθεί η ληστεία. Το 1828, όταν αναγκάζεται να πάει στα Πυρηναία για περίθαλψη της γυναίκας του, αφήνει στο Παρίσι αντικαταστάτη του τον Μιχαήλ Σούτσο, ο οποίος θα διοριστεί, μετά από εισήγηση του, έλληνας πρεσβευτής. Το 1830, αν και προσκείμενος στη γαλλική πολιτική, υποστήριξε την υποψηφιότητα για το θρόνο της Ελλάδας του πρίγκιπα του Saxe-Cobourg Λεοπόλδου. Την ίδια χρονιά, η πόλη της Θήβας έδωσε το όνομα του Ι.-Γ Εϋνάρδου στη μεγαλύτερη πλατεία της, ενώ το 1837 το δημοτικό συμβούλιο της πόλης αποφάσισε την ανέγερση μνημείου στην πλατεία, «εις τιμήν του ευκλεούς τούτου ανδρός και ευεργέτου της πατρίδος».

Η δολοφονία του Κυβερνήτη, προκάλεσε συντριβή στον πολυαγαπημένο του Ελβετό φίλο, ο οποίος μάλιστα του είχε ετοιμάσει στο Beaulieu μικρό περίπτερο, για να περάσει ήσυχα τα τελευταία του χρόνια. Για να τιμήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, να υπερασπίσει τη μνήμη του από δυσμενή σχόλια Ελλήνων και ξένων αλλά και την υπόληψη της Ελλάδας, δημοσίευσε στο Παρίσι μια συλλογή δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων σχετικά με τα θλιβερά γεγονότα του 1831 με τίτλο Lettres et documents officiels relatifs aux derniers événements de la Grèce; qui ont précédé et suivi la mort du comte Capodistrias, jusqu’ au 31 octobre 1831.

Κατά τα έτη 1831-1836 ο Εϋνάρδος φροντίζει να σταλεί στην Ελλάδα ο έμπειρος γάλλος οικονομολόγος Arthémond de Regny, επιστήθιος φίλος του, ο οποίος θα οργανώσει τα δημόσια οικονομικά της χώρας. «Γενικός Επόπτης των οικονομικών του βασιλείου», το 1834 ιδρύει και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το 1838 αναλαμβάνει γενικός επιμελητής της οικονομικής διαχείρισης. Η γνωριμία του Regny, στο Ελεγκτικό Συνέδριο, με το σύμβουλο Γ. Σταύρο και η φιλία των δύο ανδρών επηρέασαν αποφασιστικά την κατοπινή ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας. Ο Εϋνάρδος υπήρξε επίσης ανιδιοτελής, «ειλικρινής σύμβουλος» του βασιλιά Όθωνα, παρ’ όλο που δεν εισακουγόταν πάντα. Το 1837 του απονέμεται, με το Βασιλικό Διάταγμα της 17.7.1837, ο Μεγαλόσταυρος του Β. Τάγματος του Σωτήρος.

Την περίοδο 1837-1840 ο Εϋνάρδος συμμετέχει στις ανεπιτυχείς προσπάθειες ίδρυσης τράπεζας στο νεοελληνικό κράτος, είτε μόνος του είτε με τον αγγλικό οίκο Wright και αργότερα με ολλανδούς κεφαλαιούχους. Από το 1838 παραχωρεί κεφάλαια 300.000 φρ. στους Ρενύ και Σταύρο για να προεξοφλούν εμπορικά γραμμάτια στην αθηναϊκή αγορά με τόκο 8% (η γνωστή ως Προεξοφλητική Τράπεζα Εϋνάρδου), ώστε να παταχθεί η τοκογλυφία. Η πρόχειρη τράπεζα του Εϋνάρδου λειτούργησε ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι αξιώσεις των τοκογλύφων.

Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος, ελαιογραφία του ζωγράφου Firmin Massot.

Το 1841 κηρύσσει «νέο συναγερμό των Φιλελλήνων», κάνει προσπάθειες να βοηθηθεί η Κρητική Επανάσταση του 1841, να απελευθερωθεί η Μεγαλόνησος και να ενωθεί με την Ελλάδα. Δεν πρόλαβε να στείλει όμως τη βοήθεια, γιατί η επανάσταση γρήγορα κατεστάλη. Επίσης επεμβαίνει για την απελευθέρωση των χριστιανών αιχμαλώτων στην Αλγερία των γαλλο-αλγερινών συγκρούσεων του 1839-1841. Ο Εϋνάρδος συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1841 και υποστηρίζει τον Γ. Σταύρο για τη θέση του διευθυντή της Τράπεζας. Οι Ι.-Γ. Εϋνάρδος και Νικόλαος Ζωσιμάς ανακηρύσσονται «επίτιμοι διοικηταί» της Ε.Τ.Ε. από την προκαταρκτική συνέλευση των μετόχων της 13 Νοεμβρίου 1841.

Το 1842 η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία τον εκλέγει επίτιμο πρόεδρό της. Το 1843, έτος οικονομικής κρίσης στη Ελλάδα, ο Εϋνάρδος προσπαθεί να πείσει τις ξένες δυνάμεις να δανείσουν πάλι τη χώρα, ενώ όταν η ελληνική κυβέρνηση καταργεί τις πρεσβείες προσφέρεται πάλι να αναλάβει τη διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας στο εξωτερικό. Αυτή την εποχή μεσολαβεί για το διακανονισμό απαιτήσεων διαφόρων κεφαλαιούχων συμπατριωτών του έναντι του ρωσικού δημοσίου και ο τσά­ρος Νικόλαος Α’ του απονέμει το σταυρό του Τάγματος της Αγίας Άννας.

Το 1847 διευκόλυνε την ελληνική κυβέρνηση χορηγώντας της δάνειο 500.000 φρά­γκων, ώστε να ανταποκριθεί στην πληρωμή της εξαμηνιαίας δόσης του εθνικού δανείου του 1832 των 60.000.000 φράγκων. Από το 1848 και έπειτα απομονώνεται από την κοινωνική ζωή, αφιερώνει όλο και περισσότερο χρόνο στη θρησκεία και τη μελέτη των χριστιανικών κειμένων. Επιπλέον τον ταλαιπωρούν τα προβλήματα της υγείας του.

Μετά τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου (1856) στο Συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι ο Όθωνας απευθύνει έκκληση στον Εϋνάρδο να μεσολαβήσει με το κύρος του για ευνοϊκές λύσεις υπέρ της Ελλάδας.

Το 1862 τον επισκέπτεται ο βασιλιάς Όθων στο Beaulieu, για να του μεταφέρει αυτοπροσώπως την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του ελληνικού λαού και να του παραδώσει ιδιοχείρως το ανώτατο ελληνικό παράσημο, το Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, το οποίο του είχε απονεμηθεί το 1837. Το 1863 στο δημοψήφισμα για την εκλογή του νέου βασιλιά της Ελλάδας μετά την έξωση του Όθωνα, ο Εϋνάρδος λαμβάνει αρκετές ψήφους ελλήνων πολιτών, που σε ένδειξη μεγάλης ευγνωμοσύνης τον προτείνουν τιμητικά για αρχηγό του ελληνικού κράτους. Ο μεγάλος Ελβετός φιλέλληνας πεθαίνει στη Γενεύη, σε ηλικία 87 ετών, στις 5 Φεβρουαρίου.

  

Ο οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος

 

Ο έμπειρος επιχειρηματίας Εϋνάρδος, ο οποίος χρημάτισε για δεκαετίες οικονομικός σύμβουλος πολλών κυβερνήσεων της εποχής, είχε την εδραιωμένη άποψη ότι για την ομαλή λειτουργία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν απαραίτητη η δημιουργία ενός οργανωμένου τραπεζικού συστήματος. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1827 έγραφε στο φίλο του, I. Καποδίστρια, ο οποίος ερχόταν στην Ελλάδα ως εκλεγμένος Κυβερνήτης της, για την ανάγκη ενίσχυσης των αγροτικών πληθυσμών της χώρας με δάνεια και την ιδέα του για την ίδρυση ενός πιστωτικού οργανισμού διαρκείας[1].

Στα 1828 συνέπραξε μαζί με τον Καποδίστρια, προσφέροντας όνομα, κεφάλαια 100.000 φράγκων και σχέδια για την ίδρυση της πρώτης ελληνικής τράπεζας, της Εθνικής Χρηματιστικής. Πρόβλεψε ότι το μέλλον της νεοσυσταθείσας τράπεζας θα κριθεί αποκλειστικά από τη στάση των πλούσιων Ελλήνων, μιας και η διεθνής οικονομική συγκυρία στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων ήταν τότε αρνητική[2]. Η μικρή ανταπόκριση των ελλήνων κεφαλαιούχων, η γενικευμένη ένδεια, η απορρόφηση των κεφαλαίων της τράπεζας αυτής από τις μεγάλες δανειακές ανάγκες του νεοσύστατου κράτους και η δολοφονία του Κυβερνήτη οδήγησαν την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα σύντομα στο «μαρασμό».

 

Το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας κατά τον 19ο αιώνα.

 

Ο Εϋνάρδος όμως δεν εγκατέλειψε το όραμά του. Την εποχή της Αντιβασιλείας αναμείχτηκε πάλι δραστήρια σε μερικές από τις προσπάθειες ίδρυσης ενός σταθερότερου πιστωτικού ιδρύματος [3]. Τέλη 1837 – αρχές 1838 υπέβαλε σχέδιο για την ίδρυση μιας προεξοφλητικής τράπεζας με κεφάλαια 2 – 4 εκατομμύρια δρχ. που θα ανήκε κατά 50% στο ελληνικό δημόσιο, θα συμμετείχε ο ίδιος με το 25%, ενώ το υπόλοιπο θα μοιράζονταν άλλοι κεφαλαιούχοι. Η τράπεζα θα είχε δικαίωμα έκδοσης τραπεζογραμματίων, θα προεξοφλούσε εμπορικά γραμμάτια και θα έδινε δάνεια με ενέχυρο ή υποθήκη με επιτόκιο 8%.

Οι αντιδράσεις τόσο από μέρους των ελλήνων ανταγωνιστών μεγαλεμπόρων – τοκιστών, όσο και από την αγγλική πλευρά που τον θεωρούσε εκπρόσωπο των γαλλικών ή των ρωσικών, λόγω της φιλίας του με τον I. Καποδίστρια, συμφερόντων, τον ανάγκασαν σε ένα διπλωματικό ελιγμό, εφόσον οι τρεις μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, επηρέαζαν αποφασιστικά οποιοδήποτε εγχείρημα στην οικονομική πολιτική της χώρας. Έτσι το 1839 έκανε κοινή πρόταση με τον άγγλο τραπεζίτη Wright για μια υποθηκική και προεξοφλητική τράπεζα με εκδοτικό προνόμιο και μεγαλύτερα κεφάλαια. Η διαφωνία όμως ως προς τη διοίκησή της – ο Εϋνάρδος ήθελε επικεφαλής τον Σταύρο ή τον Ρενύ- και η πτώχευση, τον επόμενο χρόνο, του οίκου Wright ματαίωσαν κι αυτό το σχέδιο. Άλλη μια προσπάθεια ολλανδών κεφαλαιούχων που υποστήριξε ο Ελβετός τραπεζίτης δεν ευοδώθηκε επίσης. Εντωμεταξύ, έχει γνωριστεί, μέσω του στενού του φίλου Arthémond de Regny[4], με τον ηπειρώτη έμπορο Γεώργιο Σταύρο.

Γεώργιος Σταύρος, πρώτος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Ο Σταύρος είχε ήδη χρηματίσει γενικός ταμίας του Εκτελεστικού στην Επανάσταση, οικονομικό στέλεχος του I. Καποδίστρια, διευθυντής της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας και ήταν μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου από το 1835. Στο πρόσωπο του Σταύρου ο Εϋνάρδος ανακαλύπτει έναν πολύτιμο συνεργάτη με μεγάλη πείρα στον εμπορικό τομέα και βαθύ γνώστη της ελληνικής κοινωνίας.

Μεταξύ των δύο ανδρών, οι οποίοι μάλιστα δεν συναντήθηκαν ποτέ από κοντά, αναπτύχθηκε μια δια βίου ειλικρινής, αμοιβαία φιλία και εμπιστοσύνη που θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό το οικονομικό μέλλον της χώρας μας.

Στα 1838 ο Εϋνάρδος, προπαρασκευάζοντας το έδαφος για την ανάπτυξη οργανωμένης πίστης στην Ελλάδα, παραχώρησε όσα κεφάλαια είχε εισαγάγει στη χώρα, 300.000 φράγκα, στους Ρενύ και Σταύρο με σκοπό αρχικά την «έκδοσιν και υποστήριξιν ταμιακών γραμματίων του δημοσί­ου», αργότερα τη βραχυπρόθεσμη προεξόφληση εμπορικών γραμματίων με τόκο 8%.

Έτσι δημιουργήθηκε το πρώτο οργανωμένο προεξοφλητικό γραφείο στην Αθήνα, η γνωστή ως «Τράπεζα Εϋνάρδου»[5]. Εξαιτίας της δημόσιας θέσης που κατείχε ο Ρενύ, ως γενικός επιμελητής της οικονομικής διαχείρισης στην Ελλάδα, σχεδόν όλη η παραπάνω δραστηριότητα έπεσε στις πλάτες του Σταύρου, κυρίως μετά τον Απρίλιο του 1840, όταν ο Ρενύ αναχώρησε με άδεια στο Παρίσι. Η δράση της μικρής προεξοφλητικής τράπεζας είχε θετικότατα αποτελέσματα στο εμπόριο και προετοίμασε το κλίμα για την αποδοχή ενός πιστωτικού ιδρύματος που θα περιόριζε τη δράση των παραδοσιακών εμπορικών-τοκογλυφικών δικτύων.

Αποτέλεσε επίσης θετικό προηγούμενο για την τελική αποδοχή από το βασιλιά Όθωνα των σχεδίων Σταύρου και Εϋνάρδου για την ίδρυση μιας καθαρά ελληνικής τράπεζας. Οι συνδυασμένες προσπάθειες Εϋνάρδου, Σταύρου και Ρενύ συνέβαλαν ώστε να διαλυθούν οι φόβοι και οι προκαταλήψεις, να παραμεριστούν τα εμπόδια, οι δισταγμοί και η αναβλητικότητα του Όθωνα στην ίδρυση της τράπεζας. Τελικά στις 30 Μαρτίου 1841 δημοσιεύεται ο νόμος περί Εθνικής Τραπέζης. Ο Εϋνάρδος εγγράφεται ανάμεσα στους πρώτους για 300 μετοχές[6], πείθοντας παράλληλα τους τραπεζίτες Rothschild να γραφούν για 50 μετοχές, ενώ άλλες 50 στο όνομα τους αγοράζει ο ίδιος, ώστε να δημιουργηθεί ευμενής εντύπωση στο επενδυτικό κοινό.

Επιδιώκοντας την ελληνική κυρίως συμμετοχή στα κεφάλαια της Ε.Τ.Ε., διευκολύνει την ελληνική κυβέρνηση να πληρώσει την προκαταβολή για τις 1.000 μετοχές της. Παραχωρεί στον Γ. Σταύρο 10 μετοχές από τις δικές του[7] και δανείζει χρήματα σε έλληνες ιδιώτες για να μπορέσουν να γίνουν μέτοχοι. «Άνευ του ενθουσιασμού και του ζήλου του Εϋνάρδου ήτο αδύνατον εις τα 1842 να ιδρύετο Εθνική Τράπεζα» γράφει χαρακτηριστικά ο Δημήτριος Ζωγράφος[8].

Ενώ πολύ εύστοχα ο καθηγητής, και σημερινός ακαδημαϊκός, Μιχαήλ Σακελλαρίου σε ομιλία του για τα διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Ελβετού φιλέλληνα επισήμαινε ότι ο Εϋνάρδος «συμβάλλοντας στην ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας και προπάντων βοηθώντας το ελληνικό δημόσιο να γίνει κύριος μέτοχός της, όχι μόνον απέτρεψε τον κίνδυνο να υποταγεί η ελληνική οικονομία σε ξένους τραπεζίτες, αλλά και έδωσε στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να ελέγχει άμεσα έναν οργανισμό που πήρε κατ’ αποκλειστικότητα το δικαί­ωμα εκδόσεως χαρτονομίσματος μέσα στην Ελλάδα και έγινε ο ρυθμιστής της ιδιωτικής οικονομίας»[9].

Μόλις η Εθνική Τράπεζα άρχισε να λειτουργεί, ο Εϋνάρδος σταμάτησε τη δική του τραπεζική δραστηριότητα στην Αθήνα και έδωσε εντολή τα κεφάλαιά του να μεταφερθούν στο νέο ίδρυμα. Λίγους μήνες αργότερα, Απρίλιο-Ιούνιο 1842, θα φροντίσει πρόθυμα να υλοποιήσει την απόφαση του συμβουλίου της Τράπεζας για την κατασκευή, στο Παρίσι, των πρώτων τραπεζογραμματίων της Ε.Τ.Ε. των 25 και 50 δραχμών, δίνοντας χρήσιμες οδηγίες για την προστασία τους από παραχαράξεις. Στα σοβαρά θέματα που αντιμετώπισε η Τράπεζα στα πρώτα της βήματα, όπως η διείσδυση της στην ελληνική αγορά, η αποδοχή του τραπεζογραμματίου της, η οργανωτική συνοχή και οι σχέσεις της με τους ανταγωνιστές μεγαλέμπορους που έλεγχαν τα παραδοσιακά πιστωτικά δίκτυα, οι συμβουλές του Εϋνάρδου υπήρξαν αποφασιστικές.

 

Ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος σε ώριμη ηλικία.

 

Έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα των τραπεζογραμματίων, ως βασικό εργαλείο εκσυγχρονισμού και άσκησης πιστωτικής πολιτικής. «Η επιστολή σας – έγραφε από το Παρίσι προς τον Σταύρο στις 7 Μαρτίου 1842- με πληροφορεί πως η Τράπεζα άρχισε τις εργασίες της και πως τα τραπεζογραμμάτια γίνονται ευμενώς δεκτά. Για να συνηθίσουν οι κάτοικοι στη χρήση τους, μην ξεχνάτε πως σε κάθε προεξόφληση η πληρωμή πρέπει να γίνεται σε τραπεζογραμμάτια και πως η ανταλλαγή των τελευταίων με μεταλλικά νομίσματα πρέπει να γίνεται λίγες ώρες αργότερα. Θα δείτε ότι σιγά σιγά οι μεγαλέμποροι θα βαριούνται να έρχονται να κάνουν αυτές τις ανταλλαγές και ότι οι περισσότεροι θα προτιμούν τα τραπεζογραμμάτια από τα μεταλλικά νομίσματα, γιατί είναι ευκολότερο να τα κρύψουν»[10].

Ειδικά στο πρόβλημα που προέκυψε, τον Μάιο-Ιούνιο 1842, από την άρνηση των ταμείων του κράτους να αποδέχονται πλήρως τα τραπεζογραμμάτια της Ε.Τ.Ε. ως μέσο πληρωμής, οι παρεμβάσεις του στους υπουργούς Εσωτερικών Δ. Χρηστίδη και Οικονομικών Γ. Τισσαμενό, αλλά και στον ίδιο τον Όθωνα ήταν καθοριστικές. Βοήθησαν να οροθετηθούν οι σχέσεις κράτους-Εθνικής Τράπεζας και να εκδοθεί το β.δ. της 13/25.8.1842 «Περί παρα­δοχής τραπεζικών γραμματίων εις τα δημόσια ταμεία». Παράλληλα συστήνει στον Γ. Σταύρο να χειριστεί προσεκτικά το θέμα με τους κυβερνητικούς παράγοντες, επισημαίνοντας ότι: «Εφόσον η δημόσια πίστη είναι το πιο ευαίσθητο πράγμα, δεν επιτρέπεται να λαμβάνονται μέτρα χωρίς να συμβουλεύονται ή να συνεννοούνται με την Τράπεζα, αφού εκτός των άλλων το ίδρυμα τούτο είναι προωρισμένο να προσφέρει υπηρεσίες στην Κυβέρνηση, η οποία είναι επιπλέον ο μεγαλύτερός του μέτοχος»[11].

Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι έλειπαν από την Ελλάδα οικονομικά στελέχη με στέρεες γνώσεις της τραπεζικής τεχνικής, φρόντισε, μέσω του παλαιού γνωστού του γάλλου υπουργού των Εξωτερικών Guizot, να σταλεί στην Ελλάδα, ένας έμπειρος στα τραπεζικά ζητήματα ανώτερος υπάλληλος του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών, ο Louis Lemaìtre[12]. Τον Φεβρουάριο του 1842, ο «Λεμαίτρης» διορίστηκε βασιλικός επίτροπος στην Ε.Τ.Ε.

Συνεργαζόμενος αρμονικά με τον Σταύρο, οργάνωσε υποδειγματικά το λογιστικό σύστημα της Τράπεζας με βάση τα σύγχρονα γαλλικά πρότυπα, συνέταξε το νέο καταστατικό με τις διευρυμένες εργασίες της Ε.Τ.Ε. το 1843 και εκπαίδευσε τα πρώτα στελέχη της Τράπεζας Γ. Βασιλείου, Ευθ. Κεχαγιά, Στ. Παππά κ.ά. Για την έγκριση του νέου καταστατικού, το οποίο καθόρισε το χαρακτήρα και το μέλλον του ιδρύματος, ο Εϋνάρδος είχε κάνει ολόκληρο αγώνα για να πείσει τον αναποφάσιστο Όθωνα. Στη σκληρή σύγκρουση Ε.Τ.Ε. και ελλήνων μεγαλεμπόρων – τοκιστών για τον έλεγχο της πίστης, ο Εϋνάρδος συμπαραστάθηκε στον Γ. Σταύρο, ο οποίος κατασυκοφαντήθηκε και πιέστηκε σε τέτοιο βαθμό που να σκέπτεται την παραίτηση.

Ο ευφυής Ελβετός του πρότεινε τότε στρατηγικό ελιγμό: περιορισμό των ενυπόθηκων δανείων και διεύρυνση του προεξοφλητικού δανεισμού των εμπόρων, «ακόμη και των τοκογλύφων», ώστε με το συμβιβασμό αυτόν οι μεγαλέμποροι να παύσουν την υπονόμευση και να συμμετάσχουν με κεφάλαια στην Τράπεζα. Με τις συμβουλές του Εϋνάρδου επιτεύχθηκε τελικά ο στόχος της Εθνικής να αυξήσει την κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων της και να εδραιώσει το ρόλο της στην ελληνική οικονομία[13]. Όταν έληξε η πρώτη διετής θητεία του Γ. Σταύρου στη διοίκηση της τράπεζας, ο Εϋνάρδος, με επιστολή του στη γενική συνέλευση των μετόχων της Ε.Τ.Ε. (1845), πρότεινε την επανεκλογή και την αύξηση της θητείας του διευθυντή σε επτά χρόνια.

Οι προτάσεις του έγιναν ομόφωνα δεκτές από τους μετόχους, όπως και τέσσερα χρόνια αργότερα όταν με υποδείξεις του ανακηρύχθηκε ο Γεώργιος Σταύρος ισόβιος διοικητής της Ε.Τ.Ε. Το 1845-6 ο Ι.-Γ. Εϋνάρδος, σε συνεργασία με τον έλληνα πρόξενο στο Παρίσι Adolphe d’ Eichthal και τον L. Lemaître, φρόντισε για την έκδοση των νέων τραπεζογραμματίων της Εθνικής, τα οποία κατασκευάστηκαν στη Γαλλία. Το 1847 η Ελλάδα θα βρεθεί στον ανεμοστρόβιλο του αγγλογαλλικού ανταγωνισμού και των πολιτικών εντάσεων. Η Αγγλία απαίτησε πιεστικά από την κυβέρνηση Κωλέττη να πληρώσει τη δόση του εθνικού δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων του 1832.

Μεταθανάτιο πορτραίτο του Εϋνάρδου. Φιλοτεχνήθηκε από τον ανεψιό του, Κάρολο Εϋνάρδο.

Χάρη στον Εϋνάρδο που προσφέρθηκε να χορηγήσει δάνειο 500.000 φράγκων, ασφαλισμένο με 558 από τις χίλιες μετοχές της Ε.Τ.Ε. που κατείχε το κράτος, διευκολύνθηκε η ελληνική κυβέρνηση να ανταποκριθεί στις διεθνείς υποχρεώσεις της. Στη μεγάλη οικονομική και νομισματική κρίση του 1848, όταν απειλήθηκε κι αυτή η ίδια η υπόσταση της Τράπεζας, ο Εϋνάρδος καθοδήγησε προσεκτικά τους Γ. Σταύρο και Ευθ. Κεχαγιά σε κάθε τους βήμα, ώστε, σε συνεργασία με το κράτος, να διασφαλιστεί το μεταλλικό αποταμίευμα της Ε.Τ.Ε. από τους κερδοσκόπους, να αντέξει το τραπεζογραμ­μάτιο της στις πιέσεις του τοκογλυφικού κεφαλαίου και να εδραιωθεί ο χαρακτήρας του ιδρύματος ως μοντέρνου αστικού θεσμού με ευρύτερο κοινωνικό ρόλο και μακροπρόθε­σμους στόχους[14].

Η αναγκαστική κυκλοφορία που επέβαλε η ελληνική κυβέρνηση, από τις 4 Απριλίου έως τις 16 Δεκεμβρίου 1848, συνέβαλε θετικά στη λύση του προβλήματος. Ο Εϋνάρδος είχε πυκνή αλληλογραφία, επί 20 και πλέον χρόνια, με τον Γεώργιο Σταύρο, δίνοντας του πολύτιμες και λεπτομερείς συμβουλές πάνω σε πολλά θέματα τραπεζικής οργάνωσης. Οι συμβουλές αυτές κάλυπταν θέματα όπως ο εσωτερικός κανονισμός της Τράπεζας, το ζήτημα της ασφάλειας των χρηματοκιβωτίων, ο κίνδυνος των επισφαλών απαιτήσεων, οι προσλήψεις και το μισθολόγιο των υπαλλήλων, το ποσοστό κέρδους των διευθυντών και του προσωπικού, οι παραγγελίες των τραπεζογραμματίων, οι σχέσεις με την πολιτική και την κυβέρνηση, η οικονομική συνδρομή των παραγωγών, η αντιμετώπιση των κερδοσκόπων κ.ά.

 Χαρακτήριζε την Τράπεζα τιμόνι του μέλλοντος της χώρας μας («la Banque est le timon de l’avenir de la Grèce…»[15]) και τον ενδιέφερε καθετί που απασχολούσε την Ε.Τ.Ε. Επικροτούσε τις προόδους της, ανησυχούσε για τις δυσκολίες ή τις αποτυχίες της. Έκανε υποδείξεις στα στελέχη της για την καλύτερη και ασφαλέστερη οργάνωση της. Συμμετείχε πρόθυμα σε επενδυτικές πρωτοβουλίες της όπως η σύσταση ατμοπλοϊκής εταιρείας και διορύξεως του πορθμού του Ευρίπου στα 1849.

Μέσα από την καθαρά επαγγελματική-τραπεζική αλληλογραφία του με τον Γ. Σταύρο αναδύεται επίσης το ενδιαφέρον του για τα γενικότερα ζητήματα που αφορούσαν την Ελλάδα και κάνει πάντοτε σοφές και αποτελεσματικές υποδείξεις σε οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά, ακόμη και πολιτιστικά θέματα. Το αυστηρό καλβινικό μυαλό του απαιτούσε ακρίβεια, τάξη, οικονομία, νηφαλιότητα, μετριοπάθεια, κομματική ουδετερότητα, προβλεπτικότητα, συνεχή προσπάθεια βελτίωσης[16].

Χωρίς να παρεμβαίνει ανοιχτά στο έργο της διοίκησης, υφαίνοντας διακριτικά τη σχέση του υψηλού συμβούλου μέσω του Σταύρου, ο Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος διατήρησε ισόβια τον τίτλο του πιο επιφανούς μετόχου της Εθνικής Τράπεζας. Αν και κατά καιρούς προβληματιζόταν να πουλήσει τις περισσότερες μετοχές του – όταν η ισχυρή πια Τράπεζα δεν είχε τόση ανάγκη το όνομά του- και να επενδύσει τα κεφάλαιά του σε γη ή ακόμη να κτίσει πολυτελές σπίτι στην Αθήνα, συναισθηματικά δεμένος με το ίδρυμα και τους ανθρώπους του, δεν το επιχείρησε ποτέ[17]. Μέχρι τα τελευταία του χρόνια διατηρήθηκε αμείωτο το ενδιαφέρον του για την πορεία του ιδρύματος, όπως αποδεικνύει η εντυπωσιακή αλληλογραφία του.

Άφησε στους κληρονόμους του, τη γυναίκα του Άννα και τους ανιψιούς του Gabriel-Alfred Eynard και Charles-François-Adolphe Eynard, τετρακόσιες δέκα συνολικά μετοχές της Εθνικής Τράπεζας, μερικές από τις οποίες ήταν ακόμη στα χέρια της πολύκλαδης αυτής οικογένειας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Εϋνάρδος, πέρα από οραματιστής και κύριος συντελεστής της ίδρυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, υπήρξε και ο διακριτικός καθοδηγητής της Τράπεζας που παρείχε την ανεκτίμητη τεχνογνωσία του κατά τα πρώτα βήματα της. Πάνω από όλα όμως παρέμεινε ο ανιδιοτελής φίλος, ο οποίος παρακολουθούσε με στοργικό ενδιαφέρον το δημιούργημα του μέχρι το τέλος του βίου του.

 

Ιστοριογραφική έρευνα – συγγραφή κειμένων: Γεράσιμος Νοταράς, Ζήσιμος Συνοδινός

 

Υποσημειώσεις


[1] «Mon idée mère esl de former un établissement durable et de commencer à le doter avec les fonds qui nous resteront et de l’augmenter par les nouvelles souscriptions… », βλ. Σπυρ. Θεοτόκης: Αλληλογραφία LA. Καποδίστρια – Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831, Αθήνα 1929, σ. 52-53.

[2] Εξαιτίας των πρόσφατων τότε απωλειών που είχαν οι ξένοι κεφαλαιούχοι σε κρατικά δάνεια της Ισπανίας, του Μεξικού και της Κολομβίας. Βλ. Σπυρ. Θεοτόκης: ό. π., σ. 87.

[3] Βλ. Christos Loukos : «Dix ans de tentatives pour la création d’une banque en Grèce (1831-1841)», Actes du II» Colloque International d’ Histoire: Economies méditerranéennes. Equilibres et intercommunications; XlIl’-XIX’ siècles, Αθήνα Σεπτ. 1983, τ. II, Αθήνα 1986, σ. 437 – 449.

[4] O Arthémond de Regny (Λυών 1776 – Αθήνα 1841), γάλλος επιχειρηματίας και ικανός οικονομολόγος, στάλ­θηκε στην Ελλάδα με ενέργειες του συνομήλικου φίλου του Εϋνάρδου. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη δημοσιονομική οργάνωση του νεοσύστατου κράτους, στη σύσταση του προεξοφλητικού γραφείου Εϋνάρδου και την προετοιμασία νομοσχεδίων που κατέληξαν στην ίδρυση της Ε.Τ.Ε. Βλ. Const. Α. Vacalopoulos: L’ économiste français Arthémond de Regny et son rôle dans l’histoire financière de la Grèce (1831-1841). Θεσσαλονίκη 1977.

[5] Βλ. Στάθης Σπηλιωτόπουλος: Ιστορία της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα 1949, σ. 21-22.

[6] Τον Νοέμβριο του 1841 αποφασίζει να αγοράσει 300 μετοχές, αντί των αρχικών του επιλογών των 100 και 240. Το ποσό των 300.000 δρχ. που επενδύει στην νεοϊδρυθείσα τράπεζα ήταν αρκετά σημαντικό την εποχή του. Δηλαδή, μετά το ελληνικό κράτος με τις 1.000 μετοχές και τον Νικόλαο Ζωσιμά με τις 500, ήταν ο μεγαλύτερος μέτοχος. Ακολουθούσαν ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας με 200, ο Κ. Βράνης με 150, ο θ. Ράλλης με 100 κ.ά. Πρβλ. ΙΑ. Βαλαωρίτης: Ιστορία της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (1842-1902), Αθήνα 1902, σ. 9.

[7] Την ίδια τακτική συνέχισε και αργότερα, παραχωρώντας μετοχές του σε σημαντικά στελέχη της Ε.Τ.Ε., όπως στους L. Lernaître, Γ. Βασιλείου, Ευθ. Κεχαγιά, Μ. Ρενιέρη, ώστε να τηρηθούν οι καταστα­τικοί όροι και να συμμετέχουν ουσιαστικά στη διοίκηση της Τράπεζας.

[8] Δημ. Λ. Ζωγράφος: Ιστορία της ιδρύσεως της Εθνικής Τραπέζης (1833-1843), τ. Β’, Αθήνα 1927, σ. 88.

[9] Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος: Μνήμη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου 1775-1863, Αθήνα 1977, σ. 40.

[10] Βλ. Επιστολαί, ό.π., σ. 20 και Μνήμη Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδου, ό.π., σ. 111.

[11] Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Ιστορικόν Αρχείον: Επιστολαί Ι.Γ. Εϋνάρδου προς Γεώργ. Σταύρον, 1841-1843, Αθήνα 1923, σ. 46-47.

[12] Ο Louis Lernaître (Παρίσι 1802-1853), ανώτατος γάλλος οικονομικός υπάλληλος ειδικός στα χρηματοπι­στωτικά θέματα, μετακλήθηκε στην Ελλάδα ως διάδοχος του Regny, στο πλαίσιο της γαλλικής οικονο­μικής βοήθειας (χορήγηση 1.000.000 φρ., «λείψανα» του δανείου των τριών Δυνάμεων του 1832). Την περίοδο 1845- 48 διετέλεσε μέλος του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας. Βλ. Δημ. Λ. Ζωγράφος, ό.π., τ. Β’, σ. 243-274 και Const. Α. Vacalopoulos: Lernaître et la crise financière de la Grèce (1842-1843), Θεσσαλονίκη 1979.

[13] Βλ. Επιστολαί, ό.π. σ. 105, 107, 109, και Πέτρος Πιζάνιας: Μισθοί και εισοδήματα στην Ελλάδα (1842-1923). Το παράδειγμα των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1985, σ. 36-40.

[14] Βλ. Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος: Οι κρίσεις στην Ελλάδα 1830-1857. Οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές όψεις, τ. Β’, 1845-1857, Αθήνα 1994, σ. 62-73, 132.

[15] Επιστολαί, ό.π., σ. 68.

[16] «Μη λησμονείτε τις λέξεις: φρόνηση, οικονομία και τάξη για τις εργασίες της Τράπεζας, αυτό θα είναι το μέσο να πετύχουμε κι άλλες εγγραφές» έγραφε σε επιστολή του στον Σταύρο της 17 Ιανουαρίου 1842, ενώ σε άλλη της 7 Μαΐου 1842 «Μια δημόσια τράπεζα δεν πρέπει να έχει καμία καθυστέρηση. Κάθε απόγευμα τα βοηθητικά βιβλία πρέπει να είναι ενήμερα, είτε για τις προεξοφλήσεις είτε για τις υποθή­κες». Βλ. Επιστολαί, σ. 13 και 40.

[17] Χωρίς, βεβαίως, να υποτιμούμε και το δέλεαρ των υψηλών μερισμάτων της Ε.Τ.Ε. εκείνη την περίοδο. Πρβλ. ΙΑ. Βαλαωρίτης: ό.π., σ. 271.

 

Πηγή


  • Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, «Ιωάννης – Γαβριήλ Εϋνάρδος», Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1999.

  

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

Ιστορία του παιδομαζώματος κατά την Τουρκοκρατία – Αναστάσιος Αθ. Γούναρης


 

Το ιστορικό πόνημα του Αναστάσιου Γούναρη με τίτλο «Ιστορία του παιδομαζώματος κατά την Τουρκοκρατία» κυκλοφόρησε το 2010 από το Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων. Το θέμα του αναφέρεται, κυρίως, στον Ελληνισμό (όταν αυτός ζούσε ακόμη στον ευρύτερο, του σημερινού ιστορικό του χώρο), και λιγότερο στους άλλους υπόδουλους στους Οθωμανούς χριστιανικούς λαούς. Καλύπτει ένα χρονικό διάστημα από το ΙΔ’ μέχρι τις αρχές του ΙΗ’ αιώνα.   

 

Ιστορία του παιδομαζώματος κατά την Τουρκοκρατία

 

Το παιδομάζωμα υπήρξε πρωτότυπος οθωμανικός θεσμός. Αντίθετο στην όποια ανθρώπινη ηθική και στο Κοράνι, αποτέλεσε έναν από τους βασικούς θεσμούς του Κράτους, που επιβαλλόταν στα αγόρια των χριστιανών υπηκόων του. Από αυτά, άλλα προορίζονταν να πάρουν εξελικτικά τις μεγάλες θέσεις και άλλα να επανδρώσουν το σώμα των γενιτσάρων και διάφορες μονάδες – υπηρεσίες του στρατού και των ανακτόρων.

Για τους Οθωμανούς το παιδομάζωμα ήταν δύναμη· για τους υπόδουλους Χριστιανούς, το μεγαλύτερο από τα κακά που επέβαλε η πανίσχυρη τουρκική κατοχή. Για να γλυτώσουν από αυτό έπρεπε ή να προσχωρήσουν στο Ισλάμ ή να εκπατριστούν ή να πεθάνουν. Υπέκυπταν, λοιπόν, σε αυτή τη σκληρή απαίτηση, αλλά δεν ήταν λίγοι αυτοί που χρησιμοποίησαν άλλα μέσα για την αντιμετώπισή του. Και αυτή η σταθερή αντίθεση – αντίσταση των υποδούλων στο παιδομάζωμα αποτέλεσε έναν από τους λόγους που ο οθωμανικός θεσμός άρχισε – μετά τη σουλτανεία του Σουλεϊμάν Α’ – να εκφυλίζεται βαθμιαία ως την τελική αχρήστευσή του.

 Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων

Αναστάσιου Αθ. Γούναρη

«Ιστορία του παιδομαζώματος κατά την Τουρκοκρατία»

Σελίδες 345. Αθήναι 2010

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Τα ιάματα του Ασκληπιού στην Επίδαυρο: Πόνος, φόβος και ελπίδα σε ένα αρχαίο ιερό»


 

Την Τετάρτη 16 Μαΐου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Άγγελος Χανιώτης, Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών, Σχολή Ιστορικών Σπουδών, Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών, Princeton, Ακαδημαΐκός Εταίρος Κέντρου Ελληνικών Σπουδών (Ουάσιγκτον) Πανεπιστημίου Harvard.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Τα ιάματα του Ασκληπιού στην Επίδαυρο: Πόνος, φόβος και ελπίδα σε ένα αρχαίο ιερό».

 

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ελένη Νανοπούλου «η μνήμη των γυμνών λέξεων»


 

«Η μνήμη των γυμνών λέξεων» είναι ο τίτλος της δεύτερης ποιητικής συλλογής της Ελένης Νανοπούλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δρόμων». Η Ελένη Νανοπούλου, σκηνογράφος – ενδυματολόγος γεννήθηκε στο Άργος και εργάζεται στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

 

η μνήμη των γυμνών λέξεων

 

Να ξεδιψάσω
ένα φθινόπωρο
χωρίς σώμα
χωρίς διάλειμμα

ετσι ν’ ακούς τις επιθυμίες
θα σε κοιτάζουν σπάζοντας
που κάποτε αγάπησες

 

Περιεχόμενα

Γιοί του Άγιου Νότου – Στο φως που καίει – Της ροδής παιδί
Πριν τη βροχή – Με τον τρόπο του νερού – Τα ωδικά ράμφη
Ίημα εκ των ήχων – Η βλάστηση των χειλιών – Ολόμαλλες λέξεις
Μη θαρρείς – Φευ – το ένδον ένδυμα δοτό
Αχλύς και Δαίμων – Στο πάνορμο σπίτι
Ολοσέλιδη γη – Εσπεριδοειδής – Ένας μίσχος υπέρ
Μάνα – Άλλη σελήνη – Η ορχήστρα των χεριών
Ως ψιλόβροχο – Διασταύρωση θάλασσας – Ανήμερα των επουρανίων
Μεγάλος ύπνος – Εξ’ αφορμής – Στη φτέρνα της βροχής
Τα λόγια των ανθρώπων – Κύματα – Κεράσια πουλιά
Πηγή πρώτη – Η γεύση της αγάπης – Τίποτε άλλο
Ψιθυρίζοντας – Σαν ξένη – Κικλήσκω «Λυσίκομο περιβολή»
Οι λέξεις διψούν τη νύχτα

Read Full Post »

Ιωάννης Σταυριανός – «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία»


 

Η έκδοση του απομνημονεύματος του Ιωάννη Σταυριανού, που έγινε με φιλολογική επιμέλεια και πληρότητα ιστορικού σχολιασμού από την κ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, τυπώθηκε στην Επετηρίδα Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών 6 (1976/7) 139-224. Το κείμενο, όμως, του Σταυ­ριανού, είναι τόσο συγκλονιστικό στην απλότητα, ίσως και την αφέλειά του, ως μαρτυρία των αγώνων για την Ελληνική Παλιγγενεσία, λόγος ο οποίος οδήγησε την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών στην ανατύπωσή του, με ιδιαίτερη σελίδωση και αυτοτελώς, το 1982.  

Είναι βέβαιο ότι ο Κύπριος αγωνιστής θα καταλάβει τη θέση του ανάμεσα στους ελάσσονες απομνηματογράφους του Αγώνα. Το απομνημόνευμά του είναι εξαιρετικά σπουδαίο για τις πληροφορίες και τις λεπτομερειακές περιγραφές, ιδίως των επιχειρήσεων στην Αττική, από τον Αύγουστο του 1826 μέχρι τον Μάιο του 1827, στις οποίες συμμετείχε και ο ίδιος προσωπικά.

 

Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου…

 

Ο Σταυριανός επιμένει ιδιαίτερα στα περιστατικά που σχετίζονται με τον θάνατο του Καραϊσκάκη και την καταστροφή στον Ανάλατο, που επακολούθησε. Εκεί πιάστηκε και ο ίδιος αιχμάλωτος – συγκρατούμενος του Δημητρίου Καλλέργη– απ’ τους Τούρκους κι έτσι απ’ την άλλη όχθη, από το στρατόπεδο του Κιουταχή, περιγράφει την τραγική μοίρα των  Ελλήνων αιχμαλώτων.

« o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου … Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους…».

Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής. Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα.

 

Ιωάννου Σταυριανού, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εισαγωγή – Έκδοση – Σχόλια,  Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη.

Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Read Full Post »

Έκθεση περιοδικού νεανικού τύπου (1936-2000)


 

Το Καλλιτεχνικό Εργαστήρι Άργους, με την υποστήριξη της Κοινωφελούς Επιχείρησης του Δήμου Άργους – Μυκηνών παρουσιάζει την έκθεση Περιοδικού Νεανικού Τύπου (1936-2000) στην αίθουσα ‘ΙΩ’ στους στρατώνες του Καποδίστρια στο Άργος, από 12 έως 20 Μαΐου 2012.

 

ο Μικρός Ήρως

Όπως σημειώνει ο Ρήγας Ρηγόπουλος, από την συλλογή του οποίου προέρχονται τα περιοδικά: « Πιστεύω πως ο Μικρός Ήρως πρέπει να διδάσκεται στα δημοτικά γιατί πέρα από την λογοτεχνική του αξία, μέσα στις σελίδες του μπορεί να νοιώσει κανείς υψηλά συναισθήματα και αξίες όπως η αγάπη για την ελευθερία και την πατρίδα, η αγάπη και το ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο, ο αγνός έρωτας και η δυνατή φιλία, όπως και η φιλομάθεια και η αγάπη για την υγεία του σώματος και του πνεύματος».

Στην έκθεση αυτή παρουσιάζονται περιοδικά που έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μας κατά τα χρόνια της παιδικής αθωότητας όπως είναι περιοδικά περιπέτειας μικρός Ήρως, μικρός Σερίφης, μικρός Κάου–μπόυ και άλλα με το προσδιοριστικό ‘μικρός’, σειρές από παραμύθια και εξωτικές περιπέτειες όπως Ταρζάν, Γκαούρ-Ταρζάν, περιοδικά σε μίμηση ή αντιγραφή των pulp περιοδικών της Αμερικής όπως η Μάσκα και το Μυστήριον, περιοδικά νεότερα όπως τα Μπλέκ, Ζαγκόρ και ‘Ομπραξ, και περιοδικά με σούπερ ήρωες ή επιστημονικής φαντασίας όπως τα Διαπλανητικά Παράξενα, Υπεράνθρωπα, Εκπληκτικά, Κόναν, Σπάιντερ Μαν.

Περιοδικά με διάφορους προσανατολισμούς όπως ο Γκρέκο (ο αετός των γηπέδων), ή ο Φίλαθλος και ο Σπόρτ Μπίλυ, και σειρές περιοδικών που απευθύνονταν σε κορίτσια όπως η Μανίνα, η Κατερίνα, ή Αλίκη, το Χαρούμενο Κορίτσι κ.α.

Ο Μίκυ Μάους έδωσε τον χαρακτηρισμό σε όλα τα περιοδικά του ύφους όπως η μικρή Λουλού, ο Μπάγκς Μπάνυ, ο Ποπάυ, ο Σεραφίνο και ο Τιραμόλα.

Και φυσικά δεν μπορούν να λείπουν περιοδικά που σαν μαθητές διαβάζαμε και κυκλοφορούσαν μέσα στα σχολεία, όπως ο «Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός Νεότητος», «το Προς την Νίκην» και «η Ζωή του Παιδιού» ή «ο Πρόσκοπος και ο Φυσικός Κόσμος».

Τα Κλασσικά Εικονογραφημένα μας εισήγαγαν με έναν ευχάριστο τρόπο στον κόσμο της κλασσικής λογοτεχνίας αλλά και της αρχαίας Ελληνικής Δραματουργίας και της Ελληνικής Ιστορίας, ενώ από περιοδικά όπως η Διάπλασις των Παίδων, το Ελληνόπουλο (ο Θησαυρός των Παιδιών), το Μπράβο, το Σπίτι του Παιδιού, έχουν περάσει σχεδόν όλοι οι Έλληνες διανοούμενοι είτε ως αναγνώστες είτε ως συνεργάτες μέσα από τις σελίδες συνεργασίας αναγνωστών ή τα ανοιχτά μυστικά που έπαιζαν τον ρόλο που σήμερα παίζουν τα SMS ή τα Site Κοινωνικής Δικτύωσης».

 

ο Μικρός Ήρως

 

Ο συνεργάτης της Αργολικής Βιβλιοθήκης Αντώνης Σιούτος, σε σημείωσή του για την έκθεση, γράφει:

«Χρόνοι παλιοί»

« Καθισμένοι σε μια γωνιά της πλατείας του Δρυμούρα, ιδρωμένοι και κατάκοποι από το πολύωρο ποδόσφαιρο στην αλάνα, με ματωμένα γόνατα – το φάρμακο ήταν το σάλιο μας και το χαρτί απ’ τα μπακέτα των τσιγάρων- και παπούτσια μισοχάσκοντα, ξεκινούσαμε τις ανταλλαγές των απαγορευμένων καρπών μας.

– Δώσε τον Μικρό ήρωα, να σου δώσω το Γκαούρ- Ταρζάν.

– Σιγά, το έχω διαβάσει τρεις φορές. Αν θέλεις δώσε την Μάσκα.

Η βρώμικια αθλητική έκρυβε καλά το θησαυρό μας από τα ερευνητικά μάτια της μάνας, όταν γυρίζαμε στο σπίτι. Μετά τις φωνές και τις απειλές της- εδώ που τα λέμε, έπεφτε και καμιά φάπα- κι ύστερα από την υποχρεωτική ψυχρολουσία-  πού η ευκολία του ζεστού νερού! κλεινόμασταν στο δωματιάκι ( τάχα γραφείο! Ο θεός να το κάνει..) για να διαβάσουμε τα μαθήματα της επόμενης μέρας.

Ο Δάσκαλος μας, θεός σχωρέστον, ήταν πολύ αυστηρός. Κι είχε μια μακριά  βέργα από κυδωνιά, Παναγία μου! Ένας χαζός συμμαθητής μας την είχε κόψει απ’ το χωράφι του πατέρα του και την είχε μάλιστα χαράξει καλλιτεχνικά για να καλοπιάσει τον Δάσκαλο. Αμ δε! Ο πρώτος που τη γεύτηκε ήταν ο ίδιος, όταν ο δάσκαλος τον ρώτησε για τα άμφια των ιερέων. Και η κουνουπίτσα έτσουζε… Την κόβανε  στο γειτονικό ποτάμι, τον Ξεριά. Όταν έπεφτε στην ανοιχτή  παλάμη σου, κινδύνευες από ανακοπή. Τέτοιος πόνος.

Κλεινόμασταν, που λέτε, στο δωμάτιο, κι αρχίζαμε την μελέτη. Ο Γιώργος Θαλάσσης πάλι έχει μπλέξει με κάτι πράκτορες της Γκεστάπο. Όμως, η όμορφη Κατερίνα – αιώνια ερωτευμένη με τον Γιώργο- και ο Σπίθας, που όταν δεν τρώει είναι φοβερός, έχουν ήδη καταστρώσει το σχέδιο δραπέτευσης. Κόβαμε την ανάγνωση του Μικρού ήρωα και αλλάζαμε τόπο, χρόνο και ήρωα. Ο Ταρζάν, τώρα, κυνηγάει λαθροκυνηγούς με την βοήθεια της Τζέιν και του Ποκοπίκου.

Άμα ακούγαμε βήματα ή κουβέντες, σηκώναμε το στρώμα και κρύβαμε τα περιοδικά. Τί λέγαμε για απαγορευμένους καρπούς; Ήταν η μυστική μας βιβλιοθήκη. Μυστήριο, Μάσκα, περιπέτειες του Λέμμυ Κώσιον, της Αράχνης αλλά και κανένας Ιούλιος Βερν, έτσι για αλλαγή. Τα δεμένα βιβλία, εκείνο τον καιρό, ήταν ακριβά. Κινδύνευαν να πάνε από ασφυξία οι ήρωές μας, όταν ξαπλώναμε στο κρεβάτι, τάχα ότι διαβάζαμε ιστορία και θρησκευτικά.

Σε αυτούς τους μακρινούς αλλά τόσο ζεστούς κι ανθρώπινους χρόνους μας ταξιδεύει ο εικαστικός Ρήγας Ρηγόπουλος με τούτη την έκθεσή του. Μεθοδικός, τακτικός και λάτρης εκείνης της εποχής και των νεανικών μας διαβασμάτων, τα κράτησε. Τα μάζεψε τεύχος- τεύχος. Τα φύλαξε στην καρδιά του και στο υπόγειο της Αναγέννησης, τα φρόντισε και τώρα μας καλεί να γυρίσουμε πίσω, να συναντήσουμε ξανά την παλιά συντροφιά της αλάνας, να νοιώσουμε την ιερή μυρωδιά του χώματος και την θαλπωρή της γειτονιάς.

Τον Ανδρέα, τον Γιάννη, τον Γιώργη, τον Βύρωνα, τον Νάκη με την μάνα του να τρέχει πίσω του, ενώ εκείνος ετοιμαζόταν να σουτάρει, για να φάει τ’ αυγό του και το ψωμί με την μαρμελάδα. Εμάς, μας έφτανε μια φέτα απ’ το καρβέλι με λάδι, ρίγανη κι αλάτι. Άντε καμιά φορά και με πελτέ, όταν ήταν ο καιρός που η μάνα τον έφτιαχνε στο καζάνι.   

Τώρα, όλοι εκείνοι οι ήρωες συνωστίζονται να αναδυθούν από τη μνήμη. Τη μνήμη ή την καρδιά; Αλήθεια, ποιος θα μου πει πού κατοικοεδρεύουν οι ήρωες μας; Ο Ζορρό, ο Μπλέκ, ο Όμπραξ, ο Ζαγκόρ και τόσοι άλλοι που σιγά – σιγά προβάλουν για να μας θυμίσουν την παρουσία τους και τα κατορθώματά τους.

Στο κάτω μέρος της δίφυλλης ντουλάπας, σ΄ ένα ξεχασμένο συρτάρι, είχε βρει καταφύγιο ο Μίκυ Μάους με την αιώνια μνηστή του, την Μίνυ και τον κουφιοκέφαλο αλλά πιστό του φίλο, τον Γκούφυ. Στην άλλη σειρά ο Ντόναλντ Ντακ- με τις διασκεδαστικές διακυμάνσεις των σχέσεων του με την Νταίζη – με τα ανιψάκια του, τον Χιούι, τον Ντιούι και τον Λιούι αλλά και τον δραχμοφονιά θείο Σκρούτζ.

Ακολουθείστε τα βήματα του Ρήγα. Για λίγο ξεχάστε το σκούρο και οδυνηρό σήμερα κι αναζητείστε μέσα σας το παιδί. Τους καιρούς της αγάπης, της ελπίδας, της προσδοκίας. Θυμηθείτε τους ανεκπλήρωτους παιδικούς έρωτές σας. Τη γλυκιά ταραχή όταν άγγιζες το χέρι της Μαρίας, της Φούλης, της Κικίτσας, της Σοφίας…

Ψηλαφήστε τα σημάδια στα γόνατα και τους αγκώνες. Ξαπλώστε πάλι στο μικρό κρεβάτι σας κι ονειρευτείτε όλα εκείνα που περιμένατε να ‘ρθουν  και δεν ήρθαν. Κι όπως λέει ο Ευριπίδης στις Βάκχες:  Εκείνα που είναι να γίνουν, δεν έγιναν ποτέ κι αυτά που γίνονται, δεν ήταν για να γίνουν.

Ρήγα, να ‘σαι καλά. Κι άλλα σπουδαία περιμένουμε από σένα.

Έκθεση περιοδικού νεανικού τύπου (1936-2000)

Άργος 12 – 20 Μαΐου

Στρατώνες Καποδίστρια, αίθουσα «ΙΩ»

Ώρες λειτουργίας: 11.00-14.00 & 19.00-21.00

 

Read Full Post »

Άστιγξ Αμπνεϊ  Φραγκίσκος   – Frank Abney Hastings (1794-1828)


 

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Άγγλος στρατιωτικός και φιλέλληνας, γιος του στρατηγού Καρόλου Άστιγξ. Λόγω του χαρακτήρα του και της μεγάλης του κλίσης στα ναυτικά, εισήλθε στο ναυτικό από παιδί, λαμβάνοντας μάλιστα μέρος στη μεγάλη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ σε ηλικία μόλις 12 ετών. Το 1819, έχοντας τον βαθμό του πλοιάρχου, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από το στρατό για πειθαρχικό παράπτωμα (μετά από έναν απρόσεκτο ατυχή χειρισμό του στην πορεία του πλοίου που διοικούσε, συγκρούστηκε με τον ναύαρχό του) και έφυγε στο Παρίσι.

Τάχθηκε αμέσως υπέρ του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και τον Απρίλιο του 1822 έφτασε στην Ύδρα. Κατατάχθηκε στο ναυτικό, αφού προηγουμένως είχε έρθει σε επαφή με το ναύαρχο Τομπάζη και τον Μαυροκορδάτο, κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων για τις ναυτικές γνώσεις και τις ικανότητες του. Λίγο μετά την κατάταξή του ανέλαβε την διοίκηση της πολεμικής κορβέτας « Θεμιστοκλής». Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ναυτικές επιχειρήσεις της εποχής και κυρίως στην εκστρατεία της Κρήτης.

 

Frank Abney Hastings, λιθογραφία, Karl Krazeisen.

 

Ήταν ο εμπνευστής της αναδιοργάνωσης του επαναστατικού ναυτικού και τον εξοπλισμό του με ατμοκίνητα πλοία. Μετά από εισήγησή του η οποία έγινε δεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση, μετέβη στην Αγγλία προκειμένου να επιβλέψει την ναυπήγηση του πλοίου «Καρτερία» το 1825, του οποίου υπήρξε κυβερνήτης. Ο ίδιος συνέβαλλε στην ναυπήγηση, προσφέροντας 5.000 λίρες από την προσωπική του περιουσία. Μάλιστα θα προετοιμάσει το πλοίο αγοράζοντας με δικά του χρήματα τα ναυτιλιακά όργανα και τούς χάρτες και μετά από πολλές ατυχίες και ένα περιπετειώδες ταξίδι, το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο του ελληνικού στόλου, μπήκε στο λιμάνι του Ναυπλίου την 1η Σεπτεμβρίου 1826.

Ο Άστιγξ ως κυβερνήτης του Βρετανικού Ναυτικού. Προσωπογραφία από την βιβλιοθήκη Φίνλεϋ. Δημοσιεύεται στο «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Αθήνα, 1928.

Η πρώτη αποστολή του ήταν η υποστήριξη του Γόρδωνα στο λιμάνι του Πειραιά. Το πλήρωμα της « Καρτερίας» αποτελούσαν γενναίοι ναυτικοί τους οποίους είχε επιλέξει ο ίδιος. Στο πλοίο επέβαινε και ο Αμερικανός γιατρός Σαμουήλ Χάου, ενθουσιώδης Φιλέλληνας, θαυμαστής του Άστιγξ και αργότερα βιογράφος του. Το «Καρτερία» έλαβε μέρος στον Αγώνα με πολλές επιτυχείς ενέργειες.

Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία του πλοίου ήταν η σημαντική συμμετοχή του στον αποκλεισμό της Ερέτριας τον χειμώνα του 1827 και στον βομβαρδισμό του Ωροπού με κύριο σκοπό την λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Στον Ωροπό, η «Καρτερία» κυρίευσε δύο εχθρικά φορτηγά γεμάτα με εφόδια.

Την άνοιξη του 1827 η «Καρτερία» βομβάρδισε το Νιόκαστρο, οχυρό του Μεσολογγίου και την Ναύπακτο, ενώ τον Απρίλιο με μια τολμηρή καταδρομή, εισήλθε στον Παγασητικό κόλπο και έκαψε 8 εχθρικά δικάταρτα φορτηγά.

Από τα σημαντικότερα κατορθώματα του Άστιγξ, ήταν η είσοδός της μοίρας που διοικούσε, τον Σεπτέμβριο του 1827,  στον Κορινθιακό κόλπο δια μέσου των τρομερών πυροβολείων του Ρίου και του Αντίρριου. Η «Καρτερία» πέτυχε την σημαντικότερη επιτυχία της σε όλο τον πόλεμο βυθίζοντας στον κόλπο της Ιτέας την Τουρκική ναυαρχίδα και καταστρέφοντας 9 από τα 11 Τουρκικά πλοία.

Τον Μάρτιο του 1828 οργάνωσε, από κοινού με τον αρχηγό των χερσαίων στρατευμάτων, στρατηγό Τσώρτς τον κανονιοβολισμό του Αιτωλικού, προπύργιου του Μεσολογγίου. Μετά από προστριβές και διαφωνίες των δύο αξιωματικών, επικράτησε τελικά  η λογική και το συμφέρον της πατρίδας. Η τελική επίθεση από θάλασσα αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Μαΐου 1828. Όμως και πάλι λόγω κακού συντονισμού και έλλειψης πειθαρχίας σε ορισμένα τμήματα του στρατού ξηράς, οι ναύτες ξεκίνησαν νωρίτερα την τελική έφοδο.

Σε αυτή την κρίσιμη επίθεση, ο Άστιγξ εγκατέλειψε την ασφάλεια του πλοίου του και έλαβε μέρος αυτοπροσώπως, οδηγώντας την επίθεση από την πρώτη γραμμή. Όρθιος, πάνω σε ένα μικρό σκάφος (εφόλκιο), ενθάρρυνε τους ναύτες του, φωνάζοντας με όλη την δύναμη της φωνής του «Εμπρός» ενώ οι ναύτες ενθουσιασμένοι τον ζητωκραύγαζαν.  Δυστυχώς, την ώρα που πλησίαζε στην ακτή, μία οβίδα από ένα Τουρκικό πυροβόλο έπληξε το σκάφος. Τρεις ναύτες σκοτώθηκαν. Ο Άστιγξ μαζί με άλλους είκοσι στρατιώτες του πληγώθηκε στον βραχίονα. Αναγκάζονται να τον αποσύρουν αναίσθητο από την μάχη.

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Στην « Καρτερία» ο Άστιγξ συνέρχεται και λέει: Δεν είναι τίποτε και ελπίζω να επανέλθω εις το στρατόπεδον εντός δέκα ημερών. Δυστυχώς ο γιατρός του σκάφους είχε μετατεθεί και ο αντικαταστάτης του δεν είχε φτάσει ακόμη. Ο αρχίατρος Γυέτ, που κλήθηκε από το ελληνικό στρατόπεδο, χωρίς να γνωρίζει την σοβαρότητα του τραύματος απεφάνθη ότι δεν υπήρχαν λόγοι υπερβολικής ανησυχίας. Όταν τέλος ο Γυέτ είδε το τραύμα, διέταξε την άμεση μεταφορά του Άστιγξ στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχαν περισσότερα μέσα, προκειμένου να αποκόψουν το πληγωμένο χέρι επειδή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος γάγγραινας. Παρά τους αφόρητους πόνους του ο Άστιγξ και συναισθανόμενος την τραγική του κατάσταση, έγραψε την διαθήκη του, και όρισε τον πλοίαρχο και αντιπλοίαρχο στη διοίκηση της « Καρτερίας». Μεταφερόμενος προς την Ζάκυνθο, πέθανε στις 20 Μαΐου 1828  από τέτανο. Ήταν μόλις 34 ετών. Η σορός του παρέμεινε για λίγο στο Λοιμοκαθαρτήριο του νησιού.

Με εντολή του Καποδίστρια, μεταφέρθηκε και τοπο­θετήθηκε βαλσαμωμένος στην κρύπτη της Εκκλησίας του Ορφανοτροφείου της Αίγινας. Η κηδεία του έγινε με μεγάλες τιμές τον επόμενο χρόνο στον Πόρο, όπου μεταφέρθηκε με την «Καρτερία», στην οποία επέ­βαινε ο Ιωάννης Καποδίστριας και με την συνο­δεία μοίρας πολεμικών πλοίων. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικού­πης. Αργότερα το 1861, τα οστά του Άστιγξ μετακομίστηκαν στον ναύσταθμο του Πόρου, όπου και στήθηκε μνημείο προς τιμήν του.

  

Πηγές


  • Κωνσταντίνος Ράδος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Ναυτική Επιθεώρησις, Εν Αθήναις, 1928.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2ος, Αθήνα, 1930. 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »