Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Λυρικοί ποιητές, διθυραμβοποιοί και μουσικοί της Ερμιόνης του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ.


 

Η αρχή της ελληνικής μουσικής χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ο απόηχος εκείνης της πραγματικότητας κρύβεται σε παμπάλαιους μύθους, που η σύγχρονη επιστήμη, έχοντας πλέον στη διάθεσή της ένα πλήθος πληροφοριών από ανασκαφές σε ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο, καλείται σήμερα να απομυθοποιήσει, ώστε να αποκαλυφθεί η ιστορικά αλήθεια που έχει ταφεί κάτω από τους μύθους αυτούς.

Η εμφάνιση της αρχαίας ελληνικής μουσικής χάνεται στους απώτερους προϊστορικούς χρόνους (πολύ πριν από το 1100 π.Χ.). Συγκεκριμένη χρονολογία εμφάνισής της δεν μπορεί να ορισθεί, γιατί τα αρχαιολογικά ευρήματα μεταθέτουν διαρκώς τα όρια αυτά όλο και σε παλαιότερες εποχές.

Στους Αρχαϊκούς  χρόνους  (750 έως 479 π.Χ.), οι σχετικές πληροφορίες είναι αρκετές, ώστε να είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε μια περισσότερο σαφή εικόνα για τη μουσικά κίνηση της εποχής. Φαίνεται ότι σε ολόκληρη την Ελλάδα τότε, πριν από τους περίφημους χρόνους της Κλασικής Αρχαιότητας,  είχαμε μια εποχή ακμής, μια θαυμαστή ανάπτυξη της μουσικής. Τότε παρουσιάζονται μεγάλες μουσικές μορφές, όπως ο Τέρπανδρος, ο Κηπίων, ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Αλκμάν, ο Αριστόνικος, ο Ιέραξ, ο Σακάδας, ο Λάσος, ο Σιμωνίδης και πολλοί άλλοι, που πραγματοποίησαν βασικές και κεφαλαιώδεις μεταρρυθμίσεις στη μουσικά.

 

Κιθαρωδός σε ερυθρόμορφο αττικό αμφορέα του 5ου π.Χ. αιώνα του αγγειογράφου Ανδοκίδου. Παρίσι Μουσείο Λούβρου, G 1. Φωτογραφία της RMN. Φωτογράφος Hervé Lewandowski.

 

Έχει ενδιαφέρον ότι μεταξύ των τετρακοσίων (400) ποιητών και μουσικών της Αρχαίας Ελλάδας, των οποίων τα ονόματα διασώθηκαν, οκτώ κατάγονταν από την Ερμιόνη.

Το φιλόμουσο πνεύμα των Ερμιονέων, όπως διηγείται ο Παυσανίας φαίνεται και στην ετήσια διοργάνωση του «τρίαθλου», δηλαδή των αγώνων μεταξύ των νέων που περιλάμβανε μουσική, κολύμβηση και ιστιοπλοΐα. Στους νικητές εκείνων των αγώνων, που τελούνταν προς τιμή του Διόνυσου του Μελαναίγιδος, δίνονταν και ανάλογα έπαθλα.[1]

Ήδη η πόλη-κράτος της Ερμιόνης από τον 6ο π.Χ. αιώνα είχε αρχίσει να προβάλει ως ιδιαίτερα ισχυρό και εύπορο κράτος με «αιχμή του δόρατος» το εμπόριο και τη βαφή της ονομαστής πορφύρας.

Η οικονομική αυτή ευημερία βοήθησε την ανάπτυξη των Γραμμάτων και των Τεχνών και γενικότερα του Πολιτισμού της Ερμιόνης. Υψώθηκαν ονομαστοί ναοί και βωμοί, αποτυπώθηκαν θαυμάσιες επιγραφές, διασώθηκαν τα ονόματα και τα έργα λαμπρών μουσικών, διοργανώνονταν περίφημοι αθλητικοί αγώνες, ενώ οι αρχαίοι Ερμιονείς, όπως οι ιστορικοί μάς παρέδωσαν, συμμετείχαν στις κορυφαίες μάχες των Ελλήνων εναντίον των Περσών.

Μουσικοί της αρχαιότητας από την Ερμιόνη ήσαν ο ονομαστός Λάσος ο Ερμιονεύς, ο διθυραμβικός ποιητής Κηκείδης, ο κιθαρωδός και ποιητής Κυδίας, ο αυλητής Θεόπομπος, ο κιθαριστής Επικλής, οι ποιητές – μουσικοί Πυθοκλής και Παντοκλής και ο ταλαντούχος ποιητής κωμωδιών Ευάγης ο Υδρεάτης.  (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιστορικό Ιδιοκτησιακού Καθεστώτος του ναϊδρίου Αγίων Θεοδώρων Ναυπλίου – Τόμπρας Νικόλαος, Συμβολαιογράφος. Ημερίδα «Αποκατάσταση και Ανάδειξη ναϊδρίου Αγίων Θεοδώρων Ναυπλίου – Διεπιστημονικές προσεγγίσεις»


 

Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων βρίσκεται βόρεια της νέας πόλης του Ναυπλίου, στην περιοχή «Νέο Βυζάντιο» ή «Κιουλτεπέ», πλησίον της κεντρικής οδού Ναυπλίου Άργους, στην οδό Καλαμάτας. Πρόκειται για μικρών διαστάσεων μονόχωρο, δρομικό ναό με δίρριχτη κερμοσκεπή στέγη και ημικυκλική αψίδα ιερού.

Το ναΐδριο δεν είναι κηρυγμένο μνημείο, όμως αποτελεί σημαντικό ιστορικό τεκμήριο της νεότερης ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου αλλά και της Ελλάδας γενικότερα δεδομένου ότι τεκμηριωμένα συνδέεται με έναν από τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, τον Θ. Κολοκοτρώνη, επομένως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη συλλογική ιστορική μνήμη.

 

«Ο Κολοκοτρώνης προσευχόμενος». Υδατογραφία του Αποστόλου Γεραλή (1886-1983). Πολεμικό Μουσείο.

Θεωρώ ότι όλοι σας μετά τις εξαιρετικές παρουσιάσεις και ομιλίες που έχουμε παρακολουθήσει από την αρχή της σημερινής ημερίδας διατηρείται δύο ερωτήσεις που θα θέλατε να σας απαντηθούν. Η πρώτη  είναι πόσο σίγουροι μπορεί να είμαστε ότι το ναΐδριο των Αγίων Θεοδώρων  ήταν ιδιοκτησία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, των απογόνων του και πως περιήλθε στην κατοχή των αδερφών Ρετάλη και δεύτερο, μέσο ποιας διαδικασίας ο πτωχός κλέφτης Κολοκοτρώνης  βρέθηκε με ιδιοκτησίες έξω από τα τείχη του Αναπλιού.

Λίγο πριν την έκρηξη του αγώνα για την Ανεξαρτησία το σύνολο των πεδινών εκτάσεων γύρω από το Ανάπλι και τον υπόλοιπο Αργολικό κάμπο ανήκαν σε διάφορους Οθωμανούς γαιοκτήμονες – τσιφλικάδες ή βακούφια Οθωμανικά  και οι χριστιανοί εργάζονταν σε αυτούς μόνο ως εργάτες γης. Με την επιτυχή ολοκλήρωση της πολιορκίας του Ναυπλίου, την κατάληψη του Παλαμηδίου από τους Μοσχονησιώτη και Σταϊκόπουλο και την υπογραφή της παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου από τον Κολοκοτρώνη και τον Σταϊκόπουλο, το σύνολο των πρώην Οθωμανικών ιδιοκτησιών, τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών αποτέλεσαν Εθνικές γαίες ή Εθνικές ιδιοκτησίες.

Στην διάρκεια της Επανάστασης οι διάφορες επαναστατικές κυβερνήσεις κατά περιόδους είτε άμεσα είτε έμμεσα αναγκάστηκαν να πουλήσουν – μεταβιβάσουν κάποιες από αυτές σε «κεφαλαιούχους» της εποχής για να εξοικονομήσουν χρήματα για τον Αγώνα ή για να εξοφλήσουν οφειλόμενα από την διεξαγωγή του Αγώνα. Με απλά λόγια, μία επιλογή ήταν η διεξαγωγή δημοπρασιών, στους οποίους κάποιος εμφανιζόταν και  έναντι σχετικού τιμήματος που επιτυγχανόταν κατά την διαδικασία αποκτούσαν κάποια από αυτά τα κτήματα ή ιδιοκτησίες. Ο άλλος ήταν λίγο πιο περίπλοκος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Παλαιό Σχολείο από την εποχή της Τουρκοκρατίας διατηρείται στην πόλη του Άργους – Προτάσεις για την ανάδειξή του


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού,  αρχαιολόγου, μέλους του Δ.Σ. Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας, πρώην αναπληρωτή Δ/ντή της Δ. ΕΠΚΑ, πτυχιούχου Κλασσικής Φιλολογίας ΕΠΚΑ, Αρχαιολογίας και Τέχνης ΑΠΘ και Επίτιμου  Προϊστάμενου αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και αρχαιογνωστικής έρευνας  με θέμα:

«Το Παλαιό Σχολείο από την εποχή της Τουρκοκρατίας διατηρείται στην πόλη του Άργους – Προτάσεις για την ανάδειξή του».

 

Το παλαιό σχολείο του Άργους της ύστερης Τουρκοκρατίας, που λειτούργησε και κατά την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπως διαπιστώσαμε μετά από διεξοδική έρευνα, διατηρείται ως κατοικία. Πρόκειται για το μόνο προεπαναστατικό σπίτι, από την μέχρι τώρα έρευνα, που διατηρείται στην πόλη του Άργους.

Ως γνωστόν το προεπαναστατικό σχολείο[1] του Άργους άρχισε να λειτουργεί γύρω στα 1798 με την φροντίδα του Δημογέροντα και Βεκίλη στην Κωνσταντινούπολη Νικόλαου Περρούκα[2] και αρχικά λειτούργησε στην Ιερά Μονή της Παναγίας Κατακρυμμένης. Στο σχολείο αυτό δίδαξαν σημαντικοί διδάσκαλοι της εποχής και διευθυντής διατέλεσε ο σοφολογιώτατος διδάσκαλος Ησαΐας Καλαράς από το Αγιονόρι. Στο σχολείο αυτό φοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Η άποψη ότι στην Παναγία Κατακρυμμένη λειτουργούσε «κρυφό σχολείο» σύμφωνα με την εντοιχισμένη επιγραφή, είναι εσφαλμένη:[3] «Εντάυθα το έτος 1798 συνεστήθη και ελειτούργει Ελληνικό κρυφό/σχολείο, εις τούτο εφοίτησε και ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο υψώσας τη σημαία της Επανάστασεως του 1821».

Η λέξη «κρυφό» πρέπει να απαλειφθεί, όπως έχουμε ήδη επισημάνει. Η μεταγενέστερη αυτή άποψη δεν γίνεται δεκτή από την επιστημονική ιστορική έρευνα. Λίγα χρόνια αργότερα στα 1804-1805, όπως προκύπτει από τη σχετική αλληλογραφία, για το σχολείο αυτό στα 1834-1836 που δημοσίευσε ο Κ. Δανούσης,[4] το σχολείο μεταφέρθηκε στην πόλη του Άργους, στον τουρκικό Μπεκίρ-μαχαλά, αμέσως νοτιότερα της προϋπάρχουσας μικρής εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής, στη θέση της οποίας άρχισε να κτίζεται κατά την Ελληνική Επανάσταση ο Αγιάννης[5] (εικ.1) και στεγάστηκε σε οικία-μετόχι της Παναγίας Κατακρυμμένης, που δώρισε η μητέρα του Ιωάννη Χούρδη-Χούτρη.[6]

 

Εικ. 1: Αεροφωτογραφία του Αγιάννη, περιβάλλοντος χώρου, και το προεπαναστατικό επαναστατικό, καποδιστριακό σχολείο Άργους. αρ.1.

 

Όπως είναι γνωστό τα προεπαναστατικά σχολεία συνήθως λειτουργούσαν στους υπάρχοντες χώρους των εκκλησιών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και η δράση του Σταμάτη Αντ. Μήτσα


 

Η ραγδαία επιδείνωση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων που προκλήθηκε από την αποστολή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Κρήτη τον Φεβρουάριο του 1897 και την αδιαλλαξία των δύο πλευρών που δεν τους επέτρεψε να βρουν πεδίο συνεννόησης, οδήγησαν σε σύγκρουση την Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Έτσι στις 5 Απριλίου 1897 η Υψηλή Πύλη ανακοίνωσε στον Έλληνα πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο κρατών και την κήρυξη πολέμου.

Σταμάτης Μήτσας. Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονου της ιστορικής οικογένειας.

Το επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων υπήρξε κυρίως η Θεσσαλία όπου έγιναν φονικές μάχες στο Γρίμποβο, τα Φάρσαλα, τον Δομοκό, το Βελεστίνο, το Μάτι και τα Πέντε Πηγάδια. Στις 30 Απριλίου, μετά από πόλεμο είκοσι πέντε ημερών, οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν από την Τουρκία τη διακοπή των συγκρούσεων και την έναρξη των δια-πραγματεύσεων.

Στις 7 Μαΐου αναγγέλθηκε η σύναψη ανακωχής που υπογράφηκε στο χωριό Ταράτσα της Λαμίας. Στο μεταξύ οι συνομιλίες μεταξύ των δύο μερών παρά τις όποιες δυσκολίες συνεχίστηκαν και στις 22 Νοεμβρίου 1897 υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη η συνθήκη ειρήνης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού οι νεκροί του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 ήσαν πενήντα επτά (57) αξιωματικοί και χίλιοι ενενήντα εννέα (1.099) οπλίτες. Μεγάλος ήταν και ο κλονισμός της οικονομίας της χώρας ιδιαίτερα με την πολεμική αποζημίωση των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) λιρών που υποχρεώθηκε η Ελλάδα να καταβάλει στον νικητή.

Σε αρκετές από τις μάχες που αναφέραμε πήρε μέρος και ο Ερμιονίτης αξιωματικός του ελληνικού στρατού, λοχαγός του πυροβολικού τότε, Σταμάτης Αντ. Μήτσας, ως Διοικητής της 1ης  ορειβατικής πυροβολαρχίας του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού (Στρατού Θεσσαλίας), ο οποίος επέδειξε απαράμιλλη γενναιότητα [1]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα Μοναστήρια ως καταφύγιο των ατόμων με αναπηρία και η συμβολή της Ιεράς Μονής των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης


 

Κατά τους πρώτους χρόνους της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους η προσφορά των ιερών μονών της Χώρας ήταν σημαντική σε πολλούς τομείς ανάπτυξης του κράτους. Ιδιαίτερα στους τομείς της υγείας, της πρόνοιας, των κοινωφελών έργων, της φτώχειας και της αντιμετώπισης των ανθρώπων με αναπηρίες, σωματικές πνευματικές, συναισθηματικές αλλά και των άλλων προβλημάτων υγείας, εξαιτίας μάλιστα των διαφόρων πανδημιών, με ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Είναι γνωστό, πως τα πρόσωπα εκείνα που η παρουσία τους δημιουργούσε διάφορα προβλήματα στην οικογένεια και στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο κρίνονταν ανεπιθύμητα και απομακρύνονταν με επιλογή μάλιστα της οικογένειας. Η πιο συνηθισμένη κατάληξη ήταν ο εγκλεισμός τους σε μοναστήρια και αργότερα σε ιδρύματα που ήσαν ειδικά διαμορφωμένα, ώστε να δέχονται διάφορες «θεραπευτικές» υπηρεσίες, ανάλογα με το είδος και τον βαθμό της αναπηρίας για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα και με όχι ιδιαίτερα φιλάδελφα συναισθήματα.

Ας παρακολουθήσουμε ένα τέτοιο περιστατικό, όπως περιγράφεται σε έγγραφα εκείνης της εποχής. Μας το έθεσε υπόψη ο αγαπητός φίλος Κώστας Κουλαλόγλου, Πρόεδρος της Ένωσης Σπετσιωτών.

 

Το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, πάνω από το γαλήνιο κόλπο της Ερμιόνης – Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Ο Δήμαρχος, λοιπόν, των Σπετσών Νικόλαος Γκίνης με την υπ’ αρ. 654/3 Αυγούστου 1853 αναφορά του γνωστοποιεί στον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος ότι: Στις Σπέτσες υπάρχουν δύο φρενοβλαβείς[1] δημότες ο Α.Α.Ζ. και Δ.Τ.Κ., που εδώ και πολλά χρόνια περιφέρονται στην πόλη «απεριόριστοι», γιατί δεν υπάρχει κατάλληλη δομή να τους δεχθεί. Οι δε συγγενείς τους, όντας άποροι, αδυνατούν να αναλάβουν οποιαδήποτε ευθύνη. Τα άτομα αυτά είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα, έχουν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην κοινωνία των Σπετσών και σκορπούν τον φόβο σε όλους τους κατοίκους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το τοπωνύμιο Λιγουριό


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού,  αρχαιολόγου, μέλους του Δ.Σ. Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας, πρώην αναπληρωτή Δ/ντή της Δ. ΕΠΚΑ, πτυχιούχου Κλασσικής Φιλολογίας ΕΠΚΑ, Αρχαιολογίας και Τέχνης ΑΠΘ και Επίτιμου  Προϊστάμενου αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και αρχαιογνωστικής έρευνας  με θέμα:

«Το τοπωνύμιο Λιγουριό»

 

Για το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί σχετικά με το τοπωνύμιο Λι(υ)γουριό, έδρα του Δήμου Επιδαύρου, στην τοπική εφημερίδα Αναγνώστης (17.09.2015) δημοσιεύθηκαν δύο σχετικά άρθρα του Β. Μπιμπή και του Γιάννη Γ. Σαρρή (Δραγώνα), ενώ πρόσφατα δημοσιεύτηκε σχετικό άρθρο στην ίδια εφημερίδα (6.10.2022). «Το Λυγουριό έχασε την ταυτότητα του και δεν μπορεί να την ξαναπάρει». Από τις αρχές του 1993, όταν η πρώην κοινότητα Λυγουριού μετονομάστηκε σε Δήμο Ασκληπιείου, από το πρώην κοινοτικό συμβούλιο με έδρα το Ασκληπιείο, αντί του Λιγουριού, χωρίς την ενημέρωση των πολιτών και χωρίς απόφαση του αρμόδιου συμβουλίου τοπωνυμίων, δημιουργώντας συγχύσεις στους κατοίκους και τους επισκέπτες.

Σχετικά με το σοβαρό αυτό πρόβλημα το 1998 δημοσιεύσαμε διεξοδικά γλωσσολογική μελέτη για το τοπωνύμιο Λιγουριό στο περιοδικό Ελλέβορος (Χ. Πιτερός, Το τοπωνύμιο Λιγουριό, περ. Ελλέβορος, τ.13,1998,σελ.97-103). Στη συνέχεια σύμφωνα με το σχέδιο «Καλλικράτης» ολόκληρη περιοχή της Επιδαύρου, με την συνένωση των τριών Δήμων Ασκληπιείου, Αρχαίας Επιδαύρου και Νέας Επιδαύρου, μετονομάσθηκε σε έναν ενιαίο Δήμο Επιδαύρου, για την έδρα του οποίου αναφέρεται ο οικισμός του Ασκληπιείου αντί του ορθού Λι(υ)γουριό.

 

Λιγουριό, περ. 1968.

 

Για την καλύτερη αντικειμενική ενημέρωση των κατοίκων και της παρούσης Δημοτικής Αρχής του Δήμου Επιδαύρου, για το χρόνιο αυτό πρόβλημα, κρίναμε απαραίτητο να αναδημοσιεύσουμε στη συνέχεια την παραπάνω μελέτη μας, που δημοσιεύθηκε το 1998, πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια, με μικρές όμως τροποποιήσεις και συμπληρώσεις για λόγους σαφήνειας:

Το γνωστό και σπάνιο τοπωνύμιο Λιγουριό έφερε μέχρι πρόσφατα στην Αργολίδα η γνωστή ομώνυμη κοινότητα στην Επαρχία Επιδαύρου. Η αφορμή για την ενασχόλησή μας με το όνομα αυτό οφείλεται στις ακόλουθες διαπιστώσεις: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έλληνες ναυτικοί στην Εθνική Αντίσταση 1941-1945. Οι μυστικές οργανώσεις, οι αγώνες και οι θυσίες για την ελευθερία της πατρίδας – Έρευνα & κείμενο: Τίτος Αθανασιάδης & Ιωάννης Μαραγκουδάκης


 

Μία από τις λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας αφορά στους αγώνες και στις θυσίες σε αίμα στελεχών του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού, του Λιμενικού Σώματος και του Εμπορικού Ναυτικού στα πλαίσια της Εθνικής Αντίστασης των Ελλήνων, κατά των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών της περιόδου 1941-1945.

Κοντόπουλος Ιωάννης. Υποπλοίαρχος Π.Ν στα υποβρύχια, 48 ετών. Συνελήφθη από τους Ιταλούς την 8η Σεπτεμβρίου 1942. Καταδικάστηκε σε θάνατο από ιταλικό στρατοδικείο. Εκτελέστηκε την 4η Ιανουαρίου 1943.

Αναφέρεται ως καταληκτική ημερομηνία της συμμετοχής των Ελλήνων ναυτικών στον αντιστασιακό αγώνα κατά του Άξονα ο Μάιος του 1945 και όχι Οκτώβριος του 1944 που οι Γερμανοί ναζί απεχώρησαν από την Ελλάδα, διότι μέχρι την ήττα της Γερμανίας από τους συμμάχους, Έλληνες αντιστασιακοί αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού κυρίως, αλλά και του Λιμενικού Σώματος και του Εμπορικού Ναυτικού μετείχαν σε συμμαχικές ναυτικές αντιστασιακές επιχειρήσεις ή βρίσκονταν αιχμάλωτοι ή όμηροι σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, στην Αυστρία και το Γ’ Ράιχ.

Η εντός της ελληνικής επικράτειας αντίσταση των στελεχών του Ελληνικού Π.Ν, αναπτύχθηκε παράλληλα με τη δράση των 210 αξιωματικών, 434 υπαξιωματικών και 2.944 ναυτών που επιβαίνοντες 16 πολεμικών σκαφών του ελληνικού στόλου, ανεχώρησαν κατά το τρίτο δεκαήμερο του Απριλίου 1941 για την Αίγυπτο, από όπου συνέχισαν τον αγώνα κατά του Γ’ Ράιχ και της φασιστικής Ιταλίας, στη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό και τον Ινδικό ωκεανό.

Η μετάβαση του ελληνικού στόλου στη Μέση Ανατολή, μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και τη συνθηκολόγηση ελαχίστων επίορκων αξιωματικών, παρά την απόφαση της ελληνικήςκυβέρνησης να μην συνθηκολογήσουν αλλά να συνεχίσουν τον πόλεμο, απετέλεσε μέγα ιστορικό γεγονός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Καμία άλλη χώρα – σύμμαχος της Αγγλίας – δεν έμεινε τόσο καιρόσταθερή στην υπόθεση της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας όσο ηΕλλάδα, κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο.

Η έρευνά μας αναφέρεται στους αξιωματικούς και βαθμοφόρους του Π.Ν και Λ.Σ αλλά και στους απλούς ανθρώπους της θάλασσας που ίδρυσαν ή συμμετείχαν στις αντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ελλάδα και που οι περισσότεροι πλήρωσαν με τη ζωή τους τον αγώνα αυτόν για την ελευθερία μας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα υπαγόμενα στο Άργος χωριά άλλων Βιλαετίων κατά την τελευταία φάση της Β’ Τουρκοκρατίας – Ηλίας Γιαννικόπουλος*


 

1. Η Πελοπόννησος μετά την επανάκτησή της από τους Τούρκους (1715) απετέλεσε ξεχωριστή διοικητική περιφέρεια, καλουμένη «εγιαλέτι» ή «πασαλίκι», που εδιοικείτο από τον Μόρα βαλεσή. Η περιφέρεια αυτή είχε υποδιαιρεθή σε μικρότερα τμήματα, που εκαλούντο από μεν διοικητικής απόψεως βιλαέτια, από στρατιωτικής σαντζάκια και από δικαστικής καζάδες.[1] Πρωταρχικός σκοπός αυτής της υποδιαιρέσεως ήταν η καλύτερη άσκηση της εξουσίας εκ μέρους των κατακτητών, κυρίως η καλύτερη κατανομή και η ευκολότερη είσπραξη των φόρων.

Στην παρούσα μελέτη θα ερευνήσουμε τη σχέση ορισμένων χωριών της Πελοποννήσου με το βιλαέτι του Άργους κατά την Β’ Τουρκοκρατία, και δη κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την Επανάσταση του 1821. Το αξιοπερίεργο με τα χωριά αυτά είναι ότι παρόλο που ανήκαν γεωγραφικά σε άλλα βιλαέτια, εν τούτοις διοικητικά και φορολογικά υπήγοντο στο βιλαέτι του Άργους με το οποίο δεν είχαν καμμία σχέση γειτνιάσεως.

Αποκλειστική πηγή μας είναι το πλούσιο σε ανέκδοτο υλικό Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους, το οποίο απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.[2] Τα έγγραφα που αναφέρονται στο θέμα μας, είναι λίγα και ιδιωτικά, δηλ. κυρίως επιστολές που αντήλλαξαν οι πρόκριτοι των χωριών αυτών, ή άλλα σημαίνοντα πρόσωπα, με τους προεστούς του Άργους. Τα έγγραφα αυτά φωτίζουν πολλές πτυχές του ζητήματος, χωρίς όμως να δίνουν οριστικές απαντήσεις.

2. Δεν υπάρχει ομοφωνία για τον ακριβή αριθμό των βιλαετίων της Πελοποννήσου κατά τη Β’ Τουρκοκρατία. Γίνεται γενικότερα δεκτό ότι αυτά μέχρι τα Ορλωφικά ήσαν 24, ενώ λίγο πριν από την Επανάσταση με διάφορες αυξομειώσεις έγιναν 25.[3] Ένα από αυτά ήταν το βιλαέτι του Άργους, με έδρα την ομώνυμη πόλη, το οποίο συνόρευε με τα βιλαέτια Ναυπλίου, Κορίνθου, Τριπολιτσάς και Αγ. Πέτρου και εδαφικά συνέπιπτε σχεδόν με τη σύγχρονη επαρχία Άργους.[4] Στο βιλαέτι αυτό, όπως είπαμε, υπήγοντο και διάφορα άλλα χωριά άλλων βιλαετίων της Πελοποννήσου, σε μεγάλη απόσταση από το Άργος, συγκεκριμένα η Άλβαινα από το βιλαέτι της Αρκαδιάς,[5] η Δουμενά και τα Χαλκιάνικα από το βιλαέτι των Καλαβρύτων[6] και τα Κάτω Χωριά ή Πέντε Χωριά ή (Ο, Ε)λυμποχώρια από το βιλαέτι του Μυστρά.[7]

 

Άλβαινα – Μίνθη Ηλείας (Ημερομηνία μετονομασίας, 4 Νοεμβρίου 1927).

 

Δυστυχώς, ούτε οι ιστορικοί συγγραφείς, ούτε οι έχοντες προσωπική αντίληψη ιστοριογράφοι και απομνημονευτές του Αγώνα έχουν αναφερθεί διεξοδικά στο ιστορικό αυτό «παράδοξο» και έχουν δώσει επαρκείς και λεπτομερείς εξηγήσεις για την αρχή του, τη σκοπιμότητά του και τη λειτουργία του στην πράξη. Μερικοί μόνο, και εντελώς παρεμπιπτόντως, έχουν αναφερθεί στο φαινόμενο αυτό.[8]

Ειδικότερα, ο πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως και ιστοριογράφος Αμβρ. Φραντζής, αναφερόμενος στην «Άλβαινα», σημειώνει: «Το χωρίον αυτό κείται μεν εις τα όρια της επαρχίας Αρκαδίας (Τριφυλίας), απέδιδε δε τας προσόδους αυτού επί Τουρκοκρατίας εις την επαρχίαν Άργους. Τοιαύτα χωρία ήσαν και άλλα πολλά, τα οποία έκειντο εις άλλας επαρχίας, τας δε προσόδους αυτών απέδιδον εις άλλας».[9] Στο απόσπασμα αυτό ο Φραντζής φαίνεται να ομιλή μόνον περί φορολογικής εξαρτήσεως, δηλ. περί της υποχρεώσεως μερικών χωριών να αποδίδουν τις προσόδους τους στο Άργος, δεν δίνει όμως καμμία εξήγηση για τους λόγους αυτής της ρυθμίσεως, ούτε για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ή για τα προβλήματα που τυχόν δημιουργούσε στην διοίκηση, τοπική και κεντρική. Επίσης, ομιλεί και για άλλα χωριά σε άλλες επαρχίες, χωρίς να τα κατονομάζει. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πελοποννήσιοι πρόκριτοι στην Επανάσταση του 1821: Από τον Βελή Πασά στον Ιωάννη Καποδίστρια – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Η ιστορία των πελοποννησίων προκρίτων στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 αποτελεί ακόμη και σήμερα σημείο τριβής τόσο για τους ιστορικούς όσο και για τη δημόσια ιστορία. Τελικά οι πρόκριτοι ήταν πράγματι οι «κακοί»; Ήταν οι απεχθείς συμφεροντολόγοι που εμπόδιζαν τον ηρωικό Παπαφλέσσα να ξεκινήσει την Επανά­σταση; Ήταν αυτοί που μισούσαν τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους οπλαρχηγούς, και διεκδικούσαν αποκλειστική νομή της εξουσίας; Αυτοί που, όταν κινδύνεψαν, αλλαξοπίστησαν ή έτρεξαν να σώσουν το τομάρι τους;

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, που ανακύπτουν εύλογα, αν ανοίξει κανείς ένα σχολικό εγχειρίδιο ή αν διαβάσει τα πάμπολλα αφιερώματα για το 1821 στον Τύπο κατά τη διάρκεια αυτού του έτους (2021), δεν είναι απλή ούτε μπορεί να απαντηθεί καταφατικά ή αρνητικά με ένα ναι ή ένα όχι. Αλλά προτού ξεκινήσει κανείς μια προ­σπάθεια πραγματικής και ειλικρινούς παρουσίασης των προκρίτων, πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, θα έπρεπε να αρχίσει από την απλή, αλλά όπως φαίνεται καθόλου δεδομένη, παραδοχή ότι οι πρόκριτοι δεν αποτελούσαν ποτέ ενιαία ομάδα κοινών συμφερόντων λόγω κοινής κοινωνικής τάξης / στρώματος / κατηγορίας.[1] Αντιθέτως, τα πολλά και αντικρουόμενα συμφέροντα τους οδηγούσαν πολλές φορές σε έντονες διαμάχες που έφταναν έως και τις δολοφονίες, με απίστευτους μηχανισμούς δολοπλοκιών, που ξεκινούσαν από μικρότερης εμβέλειας προκρίτους, επεκτείνονταν στην πρωτεύουσα του πασά, την Τρίπολη, και κατέληγαν πολλές φορές στην πρωτεύ­ουσα Κωνσταντινούπολη, και στους ακόμη πιο περίπλοκους μηχανισμούς διαπλοκής, μηχανορραφιών και κέντρων επιρροής της Υψηλής Πύλης και του ίδιου του σουλτάνου. Έτσι, θα ήταν ανώφελο να εξετάσουμε τους προκρίτους ως ενιαίο σώμα απέναντι π.χ. στους οπλαρχηγούς ή τους ετερόχθονες, καθώς ποτέ δεν αποτέλεσαν κάτι τέτοιο, παρά την περί του αντιθέτου κυρίαρχη εικόνα που επικρατεί έως σήμερα.

Ας δούμε, λοιπόν, πρώτα τα διαφορετικά δίκτυα των προκρίτων, προεπαναστα­τικά, για να κατανοήσουμε και τις κυρίαρχες ομάδες. Το 1806 πασάς στην Πελοπόν­νησο είχε διοριστεί ο Βελής, γιος του Αλή πασά, ο οποίος είχε εξαιρετικές σχέσεις με την οικογένεια Λόντου της Βοστίτσας. Έτσι, όσοι πρόκριτοι βρέθηκαν στο πλευρό του Λόντου ευνοήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της διοίκησης του Βελή (δηλαδή έως το 1812). Αντιθέτως, όσοι βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο (η πανίσχυρη την εποχή εκείνη οικογένεια Δεληγιάννη, της Καρύταινας, αλλά και άλλοι ισχυροί πρόκριτοι όπως ο Κανακάρης, ο Χαραλάμπης ή ο Περρούκας) δυσανασχετούσαν υπό το βάρος της εξουσίας του Βελή. Η σύσταση κοινής συμμαχίας των δυσαρεστημένων με τους Τούρκους αγιάνηδες και αγάδες δεν άργησε να έρθει, όταν τα κοινά συμφέροντα οδήγησαν τις συγκεκριμένες ομάδες προκρίτων να συνεργαστούν, προκειμένου να φύγει ο Βελής, κάτι που τελικά πέτυχαν με τη βοήθεια πολλών και διαφορετικών μέ­σων πίεσης, που διέθετε κάθε ομάδα στην Κωνσταντινούπολη και στους εκεί υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους (όπως ο Χαλέτ εφέντης).

Η έλευση του Ιντσελί Σεγίντ Αχμέτ πασά στην Πελοπόννησο, τον Σεπτέμβριο του 1812, σήμανε την έναρξη μιας περιόδου κυριαρχίας για την οικογένεια Δεληγιάννη και τους συμμάχους της. Έτσι, όπως θα γράψει και ο Βλαχογιάννης, «όσο έμεινε ο Ιντζελή-Αχμέτ Πασσάς, χάρηκε κι ο «Γέρος του Μωριά» τη δύναμή του»,[2] ενώ ταυτοχρόνως ευνοήθηκαν και οι τούρκοι αγιάνηδες και αγάδες που συμμαχούσαν με τον γέρο Δεληγιάννη.[3]

Από τις πρώτες κινήσεις του Ιντσελή Σεγίντ Αχμέτ πασά ήταν να κόψει το κεφάλι του Σωτηράκη Λόντου και λίγο αργότερα να καθαιρέσει τους προεστούς του Λόντου, που είχαν δολοφονήσει στην επαρχία Εμπλακίων τον δεληγιαννικό Αναγνώστη Παπατσώνη, και στη θέση τους να διορίσει προεστούς τον γιο του Παπατσώνη, Δημήτρη, καθώς και τους Αναγνώστη Κωστόπουλο και Βεργή Αναστασόπουλο.[4] Έτσι, οι πρόκριτοι γύρω από τον Λόντο θα οπισθοχωρήσουν αυτό το διάστημα διωκόμενοι, αλλά παράλληλα θα αρχίσουν και να προετοιμάζονται για την επόμενη αλλαγή πασά.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πολύχρονοι δικαστικοί και εξώδικοι αγώνες Δημ. Περρούκα για την απόδοση παρακαταθήκης – Ηλίας Γιαννικόπουλος*


 

1. Η παρούσα ανακοίνωση αναφέρεται σε άγνωστη νομική υπόθεση, που απασχόλησε πολλούς και επί πολλά χρόνια, τόσο εδώ, στο νεοσύστατο ελληνικό κρατίδιο, όσο και στην αυστριακή Τεργέστη, όπου ήκμαζε τότε σπουδαία ελληνική παροικία. Το θέμα δεν στερείται ενδιαφέροντος, ούτε από ιστορικής, ούτε από νομικής πλευράς. Αναφέρεται μεν σε δευτερευούσης σημασίας πτυχές του καθόλου κοινωνικού και ιδιωτικού βίου, αλλά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πελοποννησιακή ιστορία και προσωπογραφία, δεδομένου ότι οι κυριότεροι πρωταγωνιστές της υποθέσεως ήσαν τέκνα του Μοριά. Παρουσιάζει επίσης μεγάλο νομικό ενδιαφέρον, γιατί κατά την μακρά διάρκεια και εξέλιξη της υποθέσεως, πολλά νομικά ζητήματα γενικού και ειδικού ενοχικού δικαίου, κληρονομικού δικαίου, αστικού δικονομικού δικαίου (πολιτικής  δικονομίας), ακόμα και ιδιωτικού διεθνούς δικαίου γεννήθηκαν, συζητήθηκαν και επιλύθηκαν.

Η ανακοίνωση στηρίζεται αποκλειστικά στη μελέτη των σωζομένων στο λεγόμενο «Αρχείο Περρούκα» εγγράφων, τα οποία αναφέρονται στην υπόθεση αυτή, και τα οποία κυμαίνονται γύρω στα 200.[1] Περαιτέρω αρχειακή έρευνα δεν έγινε. Ο εντοπισμός των σχετικών εγγράφων ήταν ιδιαίτερα δύσκολος, επειδή αυτά δεν ήσαν συγκεντρωμένα σε κάποια θεματική ενότητα, αλλά βρίσκονταν διάσπαρτα σε όλους σχεδόν τους φακέλους του εν λόγω Αρχείου. Αξίζει να τονισθεί από την αρχή ότι τα έγγραφα που μελετήθηκαν δεν δίνουν πλήρη εικόνα της σχετικής δικαστικής διαμάχης, αφού δεν υπάρχουν στο Αρχείο ούτε τα σχετικά δικόγραφα, ούτε οι σχηματισθείσες πολλές δικογραφίες, ούτε οι εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις. Η ολότητα σχεδόν των εγγράφων είναι κατά κύριο λόγο επιστολές μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. Μέσα από την αλληλογραφία αυτών των προσώπων, τις πληροφορίες και ειδήσεις που ανταλλάσσουν, τα προβλήματα που εκθέτουν και τα επιχειρήματα που αναλύουν και υποστηρίζουν,  κατεβλήθη προσπάθεια να αναπλασθεί κάπως η γενικότερη πορεία, να πληρωθούν τα μεγάλα κενά και να αποκατασταθούν οι σπασμένοι κρίκοι της υποθέσεως. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η τελική εικόνα που σχηματίζεται από τη μελέτη των εγγράφων αυτών είναι εκ των πραγμάτων ατελής και ελλιπής και αυτό αντανακλάται και στην παρούσα ανακοίνωση.

 

Τεργέστη, άγνωστου καλλιτέχνη. Δημοσιεύεται στο βιβλίο «Führer durch Triest und Umgebung» (Οδηγός για την Τεργέστη και τα περίχωρα). Εκδότης: Würzburg: L. Woerl, 1892.

 

Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στην υπόθεση αυτή είναι από μεν τη γνωστή πελοποννησιακή οικογένεια Περρούκα[2] ο Χαράλαμπος και ο Δημήτριος, τέκνα του Νικολάου, καθώς και οι Γεώργιος, Απόστολος και Ελένη, τέκνα του Σωτηρίου, ενώ από την επίσης πελοποννησιακή οικογένεια Καρυτσιώτη ή Καρτσιώτη[3] ο Προκόπιος. Η οικογένεια Περρούκα ήταν η κρατούσα οικογένεια του Άργους, τουλάχιστον από την εποχή της Β’ Τουρκοκρατίας. Η οικογένεια Καρυτσιώτη ή Καρτσιώτη, που καταγόταν από τον Αγιάννη Κυνουρίας, δέσποζε στην ελληνική παροικία της Τεργέστης κατά την προεπαναστατική και μετέπειτα εποχή, με πρωταγωνιστή το μεγαλέμπορο, ασφαλιστή και πλοιοκτήτη Δημήτριο Καρτσιώτη, τον οποίο κληρονόμησε μετά τον θάνατό του (1819) ο ανεψιός του Προκόπιος, αρχικώς ιεροδιάκονος και αργότερα σκανδαλωδώς αποσχηματισθείς λαϊκός. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »