Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Βδέλλα – Η Εμπορία της Επί Όθωνα και τα Προβλήματα των Απροσέκτων


 

Η βδέλλα, κοινώς αβδέλλα, «είναι σκώληξ υδρόβιος, προσκολλόμενος και απομυζών, δίκην παρασίτου». Η λέξη παράγεται από το «βδάλλω» που ση­μαίνει αρμέγω. Είναι γένος ζωνοσκωλήκων της οικογένειας των γναθοβδελλιδών. Οι Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονται συχνά στον ζωνοσκώληκα αυτόν, επομένως οι βδέλλες ήταν γνωστότατες από τα αρχαία χρόνια.

Οι βδέλλες έχουν σώμα επίμηκες που συστέλ­λεται, μαλακό, ανώμαλα κυλινδρικό και πεπιε­σμένο στο πρόσθιο μέρος, όπου και η κεφαλή των, που καταλήγει στην στοματική κοιλότητα, η οποία είναι δίχειλη, με επίμηκες το άνω χεί­λος. Οι σιαγόνες είναι τρεις, μεγάλες, αιχμηρές και πολυοδοντωτές στο ελεύθερο άκρο των. Οι οφθαλμοί, ανάλογα με το είδος των βδελλών, διαφέρουν κατά τον αριθμό. Συνήθως είναι δέκα, ανά ζεύγη, σε κυρτή γραμμή, κατά το πρόσθιο τμήμα του σώματος. Ακριβώς στο αντίθετο μέρος του σώματος βρίσκεται το άνοιγμα της έδρας. Και τα δύο άκρα της βδέλλας, στόμα και έδρα, χρησιμεύουν ως όργανα σύλληψης, κα­θώς και για να προσκολλάται αυτή στα διάφορα έμψυχα ή άψυχα αντικείμενα.

Οι βδέλλες είναι ζώα «ανδρόγυνα». Τα γεν­νητικά των όργανα, αρσενικά και θηλυκά, βρί­σκονται κατά το πρόσθιο τμήμα του ιδίου αυτού ζώου. Το χρώμα τους είναι άλλοτε μελανό, άλλοτε φαιοπράσινο… Τις συναντάμε σχεδόν σε όλη την επιφάνεια της γης.

Οι βδέλλες γενικά τρέφονται σε βάρος των άλλων ζώων (μαλακίων, κλπ), των οποίων απορροφούν το αίμα ή τα τεμαχίζουν και τα κα­ταπίνουν.

Αυτά, από την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλο­παίδεια (Μ.Ε.Ε. – 1930), όπως και τα επόμενα.

 

Η βδέλλα στην Ιατρική:

 

Μεταξύ των διαφόρων ειδών της βδέλλας, βρίσκεται και η «βδέλλα η ιατρική», που χρησι­μοποιήθηκε για μικρές αφαιμάξεις (αφαίρεση αίματος). Πρώτος την αναφέρει ο Νίκαρχος.

Η βδέλλα, όταν χορτάσει αίμα, αποκολλάται, δηλαδή πέφτει μόνη της. Για την επιτάχυνση της πτώσης βρέχεται με άλμη (αλατόνερο) το μέρος στο οποίο έχει προσκολληθεί. Με τον ίδιο τρόπο αποκολλάται η βδέλλα, αν, κατά την πό­ση νερού από πηγή, τύχει να εισέλθει στο στό­μα και να προσκολληθεί στον ανθρώπινο λαιμό. Αν πέσει στο στομάχι, χορηγείται εμετικό. Αν εισδύσει στο «ορθόν», ενεργούνται αλατούχοι υποκλυσμοί. Αν δεν αποκολλάται, διαιρείται με το ψαλίδι. Η βίαιη απόσπασή της αποφεύγε­ται…

Αξίζει να σημειωθεί ότι: Σε στήλες που βρί­σκονται στο Μουσείο της Επιδαύρου, αναφέρο­νται 43 ιάματα (θεραπευτικά), μεταξύ των οποί­ων και ίαμα κατά της κατάποσης βδελλών. Να προστεθεί ότι μία εύρωστη βδέλλα, απο­μυζά περί τα 16 γραμμάρια αίματος. Για μια μέ­τρια αφαίμαξη χρειάζονται 8-10 βδέλλες. Στο εμπόριο «φέρονται οι βδέλλες υπό πέντε διάφορες κατηγορίες… Από τινων ετών η τιμή των βδελλών ηύξησε καταπληκτικός».

 

Βδελλοκομία:

 

Λόγω της εξαφάνισης βδελλών από πολλά φυσικά τέλματα (λιμνάζοντα νερά), άρχισαν να καλλιεργούνται οι βδέλλες σε τεχνητά. Η μεγαλύτερη εξαγωγή βδελλών γίνεται από την Ασιατική Τουρκία και την Περσία, όπου η βδελλοκομία, κατά τα τελευταία χρόνια, έλαβε καταπληκτική ανάπτυξη.

Τελικά, να σημειωθεί ότι: Η χρήση βδελλών για αφαιμάξεις, μειώθηκε σημαντικά κατά τα τελευταία χρόνια (ΜΕ.Ε. – 1930). Να σημειωθεί επίσης ότι: Αφαιμάξεις γίνο­νταν και στα κουρεία και στα κομμωτήρια.

 

Θεσσαλονίκη, πωλητές βδελλών, 1914. Το επάγγελμα του αβδελά ξεκινάει τον 19ο αιώνα και η ακμή του φτάνει μέχρι το 1953-54.

Θεσσαλονίκη, πωλητές βδελλών, 1914. Το επάγγελμα του αβδελά ξεκινάει τον 19ο αιώνα και η ακμή του φτάνει μέχρι το 1953-54.

 

1836: Το εμπόριο βδελλών επί Όθωνα.

 

Διάταγμα

Περί εξαγωγής βδελλών.

ΟΘΩΝ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

Έχοντας σκοπό να περιορίσει την μεγάλη εξα­γωγή βδελλών έξω από το κράτος, για να μην εξα­ντληθεί ένα από τα πλέον αναγκαία θεραπευτικά μέσα·

Επειδή νομίζει ότι η ελεύθερη και απεριόριστη, από τον κάθε τυχαίο, και μάλιστα από εταιρείες που σχηματίσθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό, εξαγωγή των ζωυφίων αυτών, μπορεί να προκαλέσει γρήγο­ρα την υπερτίμησή των·

Για να αποφύγει, αφ’ ετέρου, την χρήση απαγο­ρευτικών μέσων νια την γενική εξαγωγή τους, για να μην αφαιρέσει από το εμπόριο ένα αντικείμενο, του οποίου η μέτρια διαχείριση μπορεί να αποφέ­ρει όφελος στο δημόσιο ταμείο, πόρο και μέσον ανταλλαγής με άλλα κράτη· (για όλα αυτά),

Στην πρόταση, της επί των Οικονομικών Γραμ­ματείας (του τότε Υπουργείου Οικονομικών), διατάζει τα ακόλουθα:

  1.  Η αλιεία, για εσωτερική χρήση είναι απολύ­τως ελεύθερη στον καθένα μέσα στις λίμνες, οι οποίες βρίσκονται κοντά στα λιμάνια, των οποίων η εξαγωγή παραχωρήθηκε αποκλειστικά σε κά­ποιους, με ενοικίαση.
  2.  Το δικαίωμα εξαγωγής βδελλών έξω από το κράτος, από λίμνες που γειτονεύουν σε διάφορα λιμάνια του βασιλείου, θα εκτεθεί σε δημοπρασία και θα παραχωρηθεί σ’ αυτόν πουθα πλειοδοτή­σει. Η διαίρεση των λιμνών κατά λιμάνια, θα προσδιορισθεί από την επί των Οικονομικών Γραμματεία…
  3.  Η ενοικίαση του δικαιώματος αυτού θα γίνει προς το παρόν για δύο μόνο χρόνια.
  4.  Ο ενοικιαστής είναι υποχρεωμένος να προμη­θεύει τα δημόσια και δημοτικά νοσοκομεία με την προσδιορισμένη, από τον ιατρό του Νομού, ποσό­τητα βδελλών, με τιμή που δε θα υπερβαίνει τα δύο λεπτά την μία. Στην ίδια τιμή υποχρεούται να πωλεί και σε όλους σε περίπτωση έκτακτης επιδη­μίας… (Με μια τρύπια δεκάρα αγόραζαν 5 βδέλ­λες).
  5.  Οι εξαγόμενες από τον ενοικιαστή βδέλλες, είναι ελεύθερες από κάθε τελωνειακό δικαίωμα.
  6.  Απαγορεύεται στο εξής η εξαγωγή βδελλών, η οποία θεωρείτο λαθρεμπόριο, όσες φορές ο έμπορος που εξάγει, δεν είναι εφοδιασμένος με επίσημο έγγραφο…, με το οποίο να αναγνωρίζεται ενοικιαστής του δικαιώματος της εξαγωγής.
  7.  Η λαθραία εξαγωγή των βδελλών, υπόκειται στις περί λαθρεμπορίου διατάξεις. «Η συλληφθείσα ποσότης βδελλών είναι προς όφελος του ανακαλύπτοντος». (Παραχωρούσε, λοιπόν, κίνητρα, για την δίωξη του λαθρεμπορίου).
  8.  Όσες φορές μεταφέρονται βδέλλες από ένα λιμάνι του βασιλείου, προς άλλο λιμάνι, για εσω­τερική χρήση, δίνεται εγγύηση στο Τελωνείο του πρώτου… Συγχρόνως ειδοποιείται το Τελωνείο του δευτέρου, με φροντίδα του ενοικιαστή, και για το όνομα του πλοίου και για το ποσόν και το μέγε­θος των δοχείων με τις βδέλλες.
  9.  Όσες φορές ανακαλυφθεί ότι οι βδέλλες δεν έφθασαν στο λιμάνι του προορισμού των, ούτε σε άλλο λιμάνι του βασιλείου…, η εγγύηση που δό­θηκε, κατάσχεται προς όφελος του ενοικιαστή των λιμνών, στις οποίες αλιεύθηκαν οι βδέλλες, εκτός των εκτάκτων περιπτώσεων της ανάγκης.
  10.  Η εγγύηση που θα δίνεται θα ανέρχεται στο 8πλάσιο της αξίας των βδελλών…
  11.  Παρακαταθήκη ή εγγύηση είναι περιττή, εάν οι βδέλλες που πρόκειται να μεταφερθούν σε κάποιο μέρος του βασιλείου, δεν ξεπερνούν τις πεντακόσιες (500).
  12.  Το παρόν διάταγμα θέλει δημοσιευθεί δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο Ημέτερος Γραμματεύς της Επικρατείας Δρό­σος Μανσόλας παραγγέλλεται να προσυπογράψη, το δε Ημέτερον Υπουργείον των Οικονομικών να δημοσιεύση και εκτελέση αυτό.

 Εν Αθήναις τη 19 Φεβρουαρίου (2 Μαρτίου) 1836.

 ΟΘΩΝ

 ΑΡΜΑΝΣΠΕΡΓ                                        ΔΡ. ΜΑΝΣΟΛΑΣ

Αρχιγραμματεύς της Επικρατείας              Γραμμ. της Επικρατείας επί των Εσωτερικών

Γ. ΛΑΣΑΝΗΣ

επιφορτισμένος την επιμέλειαν της διευθύνσεως των Οικονομικών

Το, με 19 Φεβρουαρίου του 1836 με το πα­λαιό ημερολόγιο, 2 Μαρτίου με το νέο, και από 12 άρθρα αποτελούμενο, διάταγμα αυτό του Όθωνα, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυ­βερνήσεως στις 3 Μαρτίου, με α/α 8, από το «δικό» του Υπουργείο των Οικονομικών.

 

Οι βδέλες στην Τήνο

 

Το εάν οι βδέλλες, στα χρόνια εκείνα του Όθωνα, αποτελούσαν και στην Τήνο αντικείμε­νο εμπορίου, αυτή την στιγμή δεν το γνωρίζω. Θυμάμαι, όμως, πολύ καλά από τα παιδικά μου χρόνια, αφού και εγώ απέκτησα τότε προ­σωπικές εμπειρίες, ότι οι βδέλλες αποτελούσαν πρόβλημα για τους ευρισκόμενους στα κτήματά των Τηνιακούς, καθώς και για τα ζώα των.

Συγκεκριμένα: Στις εξοχές της Τήνου υπήρ­χαν και υπάρχουν πηγές με ποτίστρες για τα ζώα. Σε μερικές υπήρχε και «ξυνάρι» για τους ανθρώπους. Σε κάποιες από τις άλλες πηγές, υ­πήρχε «κρατούνι», φλασκί, κονσερβοκούτι ή άλλο αντικείμενο, από το οποίο έπιναν οι άν­θρωποι νερό, που το έπαιρναν από τις ποτίστρες των ζώων. Όπου δεν υπήρχαν αυτά, ο διψασμένος έσκυ­βε ή γονάτιζε και έπινε νερό από τις ποτίστρες των ζώων, πράγμα γνωστό και συνηθισμένο. Όμως, εάν το νερό της πηγής δεν ήταν αρκε­τό, για να ανανεώνεται συνέχεια και καλά, και στο τυχόν κοίλωμα – γούβα του ξυναριού και στις ποτίστρες των ζώων, τότε το νερό «έπιανε» βδέλλες.

Και θυμάμαι ότι σε πολλές ποτίστρες εξοχι­κών πηγών, οι γείτονες, εάν είχαν, έλιωναν ασβέστη μέσα στις ποτίστρες, για να τις εξοντώ­σουν. Όμως αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε. Έτσι τα ζώα, συχνά – πυκνά, κατά το καλο­καίρι, «έπιναν» βδέλλες, πράγμα που γινόταν αντιληπτό από το αίμα που παρουσιαζόταν στα ρουθούνια των βοειδών. Και τότε, όπως και εγώ είδα αρκετές φορές, ο ένας κρατούσε ανοικτά τα χείλη ή το στόμα του ζώου, και ο άλλος με ένα φύλλο συκιάς στο χέρι, γιατί το φύλλο της συ­κιάς είναι «αδρύ» από τη κάτω πλευρά του, έ­πιανε την βδέλλα με προσοχή και την αποσπού­σε, αφαιρούσε, όπως γνωρίζουν και οι μεγάλης ηλικίας Τηνιακοί, που προέρχονται από γεωργι­κές οικογένειες. Βέβαια, κάποιες φορές, βδέλλες «έπιναν» και οι άνθρωποι.

 

1886: Θάνατος από βδέλλα

 

Την Κυριακή, 11 Αυγούστου 1886, απεβίωσε στο χωριό Τριαντάρος ο 12ετής Ματθαίος, γιος του Αντωνίου Ν. Σανταμούρη. Ο μικρός Ματ­θαίος είχε καταπιεί μικρή βδέλλα, 12 ημέρες πριν τον θάνατό του, που προσκολλήθηκε στο λάρυγγά του και από την οποία προήλθε ο θάνα­τός του «υπό τα φαινόμενα πνιγμονής, διότι η εξαγωγή αυτής (της βδέλλας) υπήρξεν εντελώς αδύνατος δια των συνήθων μέσων».

Η είδηση από την εφημερίδα «Η Ηχώ της Τή­νου» (φ. 173/17.8. 1886) που εύχεται το δυστύ­χημα να γίνει μάθημα στους γονείς, οι οποίοι πρέπει να απαγορεύουν στα παιδιά των να σκύ­βουν και να πίνουν νερό απ’ ευθείας από τις πο­τίστρες, «ως κτήνη».

Είναι αλήθεια, γράφει στην συνέχεια, ότι ένε­κα της κακής αυτής συνήθειας, πολλοί στην Τή­νο καταπίνουν βδέλλες που εκβάλλονται τυχαία ή τεχνητά, ή πέφτουν στο στομάχι, χωρίς να προξενήσουν κάποια βλάβη. Συνιστά μεγάλη προσοχή σ’ αυτούς που έχουν την κακή συνήθεια, και καταλήγει: «Οι παλαιοί είχον εις όλα τα φρέατα των εξο­χών δοχεία κατάλληλα, επί τω σκοπώ του να αποφεύγωσι την κατάποσιν βδελλών».

Εγώ σ’ αυτά να προσθέσω ότι ήταν απλά θέ­μα τύχης. Και ότι μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, που καλλιεργούνταν εντατικά η Τήνος, δεκάδες Τηνιακοί κάθε μέρα, μικροί και μεγά­λοι, ευρισκόμενοι στα κτήματά των, αν και γνώ­ριζαν τον κίνδυνο, έσκυβαν και έπιναν νερό για να ξεδιψάσουν, κατά τους καλοκαιρινούς μή­νες.

Σχετικά με τον άτυχο μικρό Τριανταρίτη του 1886, να σημειώσω πιο απλά, ότι, η βδέλλα επί 12 ημέρες προσκολλημένη στο λαιμό του, απο­μυζούσε το αίμα του, αναπτύχθηκε και τελικά τον έφραξε…

 

Επέμβαση στα Υστέρνια

 

Το «Εγχώριο» αυτό της «Ηχούς» του 1886, είχα μεταφέρει στο «Κυκλαδικόν Φως» τον Ιού­νιο του 1996, δηλαδή 110 χρόνια μετά και πριν 12 χρόνια από σήμερα (2008), με τα «Εγχώρια» του χρόνου εκείνου. Και είχα πρόσθεσα τότε, στο «Κυκλαδικόν Φως», και την δική μου παιδική περιπέτεια, που με την άδειά σας. θα την μεταφέρω και εδώ:

Μεγάλωσα στα Υστέρνια, κοντά στους γονείς της μητέρας μου, όπου έμεινα μέχρι τα 12 χρό­νια μου ως μαθητής του δημοτικού σχολείου των Υστερνίων, και ευτυχώς, έχοντας δάσκαλό μου τον Κωνσταντίνο Καρδαμίτση, στον οποίο οφείλω πολλά.

Παρά τις συστάσεις, έσκυβα και εγώ και έπι­να νερό, όπως και όλα τα παιδιά του χωριού, από τις εξοχικές πηγές. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, πριν δη­λαδή από 75 χρόνια περίπου, εμφανίσθηκε αίμα στα ρουθούνια μου, ενώ ένιωθα και μιαν ενό­χληση στον λαιμό, που μεγάλωνε μέρα με τη μέ­ρα. Όταν διαπιστώθηκε ότι αιτία ήταν μία βδέλ­λα, μου έδιναν αλατόνερο και έκανα συνεχώς γαργάρες με αυτό για να αποκολληθεί.

Οι μέρες περνούσαν. Εγώ συνέχιζα τις γαργά­ρες με το αλατόνερο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Και απ’ ό,τι θυμάμαι, χωρίς να έχω συναίσθηση του κινδύνου που διέτρεχα. Και ακόμη, χωρίς να μου κινήσουν την υποψία οι χαμηλόφωνες συζητήσεις του παππού, της γιαγιάς και της θεί­ας. Τελικά, μία μέρα ο παππούς με πήγε στο σπί­τι της Αγγελικής, συζύγου του Λευτέρη του Αθανάση, όπως τον έλεγαν, Ρήγος το επώνυμο, που είχε το σιδηρουργείο και το ελαιοτριβείο στα Υστέρνια, κοντά στην εκκλησία της «Ευβλεπούσας». Στο σπίτι της Αγγελικής, που ήταν, ανηφορί­ζοντας στον κεντρικό δρόμο των Υστερνίων δε­ξιά, πριν στρίψουμε αριστερά προς το ιερό της Αγίας Παρασκευής έγινε η … «επέμβαση».

θυμάμαι, λοιπόν, ότι η Αγγελική, με την στε­νή άκρη ενός κουταλιού που κρατούσε, πίεζε την γλώσσα μου προς τα κάτω. Με μία «τσιμπί­δα» στο άλλο χέρι, από αυτές που χρησιμο­ποιούν οι γυναίκες για να αφαιρούν τρίχες από τα φρύδια τους κατόρθωσε, μετά από αρκετή ώρα και πολλές και επίμονες προσπάθειες, να πιάσει επί τέλους την βδέλλα και να την απο­σπάσει από τον λαιμό μου, η οποία είχε αναπτυ­χθεί αρκετά, απομυζώντας το αίμα μου. Και ασφαλώς, κάποια στιγμή, θα έφραζε τον λαιμό μου, οπότε θα είχα και εγώ την τύχη του άτυχου Τριανταρίτη, του 1886, εάν…

«Ξανασκέπτομαι την περίπτωσή μου και κατα­λήγω στο απλό συμπέρασμα: Ή εγώ ήμουν πολύ τυχερός ή η Υστερνιώτισσα Αγγελική, σύζυγος Ελευθερίου Ρήγου, κόρη του Κων/νου Παλαμάρη ή Καΐρη, ήταν πανάξια. Την θυμάμαι πάντα με ευγνωμοσύνη».

Με αυτήν την φράση έκλεινα το «Εγχώριο» στον «Κυκλαδικόν Φως» το 1996. Σήμερα, 2008, περίπου 75 χρόνια μετά από ε­κείνη την παιδική μου περιπέτεια, βρίσκομαι ακόμη στη ζωή, και ταλαιπωρώ και σένα… απομυζώντας αρκετό από τον ελεύθερο χρόνο σου, φίλη, φίλε, αναγνώστη…

 

Στέφανος Νικ. Δελατόλας*

Τηνιακά Σύμμεικτα, τεύχος 9ο, Ιούνιος – Σεπτέμβριος, 2008.  

* Ο Στέφανος Δελατόλας (1924 – 2011) ασχολήθηκε με την ιστορία και τον πολιτισμό της Τήνου.

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Οικολογία και οικονομία: Ο κήπος ως κόσμος και μικρόκοσμος»


 

  «Events Series 2016»

«Παγκοσμιοποίηση και τοπικά ιδιώματα: πολιτισμικές

και θεσμικές αλληλεπιδράσεις»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016 και ώρα 7.00 μ.μ. στην Αίθουσα Τέχνης & Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στο Άργος, Αγίου Κωνσταντίνου 29, θα δώσει διάλεξη η Φαίη Ζήκα, Επίκουρη Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Θεωρίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Συνομιλήτρια της θα είναι η Ελεάνα Γιαλούρη, Επίκουρη Καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2016», θα είναι: «Οικολογία και οικονομία: Ο κήπος ως κόσμος και μικρόκοσμος».

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης

Μετά από μια σειρά περιπετειών στο παγκοσμιοποιημένο τοπίο του 18ου αιώνα, ο Καντίντ του Βολταίρου τελειώνει με την προτροπή «πρέπει να καλλιεργήσουμε τον κήπο μας». Ενώ ο Βολταίρος χρησιμοποιεί τον κήπο ως κριτική αντιπαράθεση στα δεινά μιας παγκοσμιοποίησης, η ομιλία μου στοχεύει να αναδείξει πώς, μέσω της μετανάστευσης των φυτών και της καλλιέργειας, ο μικρόκοσμος του κήπου συνδέει το τοπικό με το παγκόσμιο, την εσωστρεφή ενασχόληση με τα του οίκου (οικονομία) με ένα άνοιγμα στον ευρύτερο κόσμο και τη φύση εν γένει (οικολογία).

Φαίη Ζήκα

Η Φαίη Ζήκα είναι επίκουρη καθηγήτρια φιλοσοφίας και θεωρίας της τέχνης στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Μεταξύ 1991 και 2008 ήταν καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Αμερικανικό Κολλέγιo Ελλάδας/ Deree College. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν τις αισθήσεις και το χρώμα, ζητήματα ταυτότητας και φύλου, τη σχέση τέχνης και φύσης, τη σχέση της φιλοσοφίας με τις τέχνες και τις επιστήμες. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, σε συλλογικούς τόμους και σε καταλόγους εκθέσεων. Έχει επιμεληθεί το βιβλίο του David Batchelor Χρωμοφοβία (Άγρα 2013) και τη συλλογή κειμένων Τέχνη, Σκέψη, Ζωή: Η αισθητική φιλοσοφία του Αλέξανδρου Νεχαμά (Οκτώ 2014).

Κωτσονόπουλος Επαμεινώνδας (1831-1904)


 

Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος (1831-1904) - Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος (1831-1904) – Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1831, πιθανόν με καταγωγή από την Τρίπολη στην οποία είχε γεννηθεί ο πατέρας του Μιχαήλ. Ήταν γιατρός στο επάγγελμα και διατέλεσε δήμαρχος Ναυπλιέων κατά τα έτη: 1866-1878 και 1883-1890. Ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, εργάστηκε πολύ για τον εξωραϊσμό της πόλης και επί της δημαρχίας του τοποθετήθηκε στην Ακροναυπλία το ρολόι που ήταν δωρεά του βασιλέως Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα.

Δήμαρχος για τρίτη συνεχόμενη περίοδο, τον Οκτώβριο του 1877 ήταν αυτός που συνέλαβε την ιδέα ανέγερσης του μνημειακού έφιππου ανδριάντα του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρου Kολοκοτρώνη, που δεσπόζει στο κέντρο του πάρκου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο. Είναι το πρώτο έφιππο άγαλμα (1901) της νεοελληνικής γλυπτικής.

Το Δημοτικό Συμβούλιο υπερψήφισε την πρόταση και προκηρύχτηκε καλλιτεχνικός διαγωνισμός για την κατασκευή του ανδριάντα. Στο διαγωνισμό η επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο του Λάζαρου Σώχου, στον οποίο τον ίδιο χρόνο ανατέθηκε η δημιουργία του μνημείου.

Ναύπλιο, Πάρκο Κολοκοτρώνη. Στο κέντρο ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, γιατρός, δήμαρχος Ναυπλιέων και πρόεδρος της επιτροπής για την κατασκευή του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, περ. 1901. Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Ναύπλιο, Πάρκο Κολοκοτρώνη. Στο κέντρο ο Επαμεινώνδας Κωτσονόπουλος, γιατρός, δήμαρχος Ναυπλιέων και πρόεδρος της επιτροπής για την κατασκευή του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, περ. 1901. Αρχείο: Νίκος Κωτσονόπουλος.

Το γύψινο πρόπλασμα  του  Σώχου  βράβευσε η Ακαδημία της Pώμης, ενώ εκτέθηκε επίσης στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900, όπου και πήρε το πρώτο βραβείο. O Henri Jouin μάλιστα, γραμματέας της Σχολής Kαλών Tεχνών του Παρισιού, εξέδωσε σε ειδικό φυλλάδιο λόγο που του ενέπνευσε το έργο αυτό και ο οποίος δημοσιεύτηκε τότε στην εφημερίδα «Eστία».

Το έργο αποπερατώθηκε το 1894 στο Παρίσι, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1895 και παρέμεινε πέντε χρόνια στις αποθήκες του Οπλοστασίου του Ναυπλίου.

Τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα έγιναν στις 23 Απριλίου του 1901, όταν Δήμαρχος Ναυπλίου ήταν ο πατέρας του γνωστού Ναυπλιώτη λογοτέχνη, θεατρικού συγγραφέα και ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη, δικηγόρος Δημήτριος Τερζάκης (1899-1903), που διατέλεσε και βουλευτής, γερουσιαστής και αργότερα νομάρχης Αργολίδος. Τοποθετήθηκε στο Βοτανικό Κήπο του Ναυπλίου, που από τότε ονομάστηκε Πάρκο Κολοκοτρώνη.

 

Πηγές


  • Αλέξης Τότσικας, «Οι έφιπποι ανδριάντες του Κολοκοτρώνη – Η υπαίθρια γλυπτική».
  • Γιάννης Μακρής, «Ο Ανδριάντας του Γέρου του Μωριά – Οδοιπορικό στην πραγματοποίηση του πόθου των Αναπλιωτών».
  • Βίκυ Ελενοπούλου, «Δήμαρχοι  Ναυπλιέων (από 1835 έως 1998)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, τόμος IV (2000).

 

Διαβάστε ακόμη:

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Ο ρόλος της διατροφής στην εμφάνιση και πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου».


 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥO Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016 και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει: η κ. Ευαγγελία Μανού Διαιτολόγος- Διατροφολόγος με θέμα: « Ο ρόλος της διατροφής στην εμφάνιση και πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η Ευαγγελία Μανού αποφοίτησε από το 2ο ΓΕΛ  Άργους, σπούδασε στο τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας ΑΤEI Θεσσαλίας και στο Παιδαγωγικό Τμήμα Σχολής ΑΣΠΑΙΤΕ  Άργους.

Πραγματοποίησε ερευνητική εργασία για την εκπόνηση της πτυχιακής εργασίας  με θέμα: «Ο ρόλος της διατροφής στην εμφάνιση και πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου». Έκανε την πρακτική της εξάσκηση σε ιδιωτικό διαιτολογικό γραφείο στην πόλη  Άργους και στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου.

Από το 2012 έως και σήμερα, έχει  αρθρογραφήσει σε τοπική εφημερίδα της πόλης Άργους (Αργειακό Βήμα) για θέματα διατροφής, στο επιστημονικό περιοδικό «Διατροφή», στο online περιοδικό topsecrets και στην προσωπική της σελίδα.

Από τον   Ιούνιο του 2014 διατηρεί το προσωπικό της γραφείο   στην πόλη του Άργους,  όπου ασχολείται  με περιστατικά  παχυσαρκίας, παθολογικών καταστάσεων, διατροφή για αθλητές, έγκυες κ.α .

Παλιοί φωτογράφοι του Άργους


 

Σήμερα, που όλοι κρατάμε στα χέρια μας αυτόματες φωτογραφικές μη­χανές και βιντεοκάμερες, η τέχνη της φωτογραφίας μάς φαίνεται πολύ απλή. Δεν χρειάζεται να υπολογίσουμε το φωτισμό, την απόσταση και την ταχύτη­τα καθώς όλα εστιάζονται και νετάρονται αυτόματα.

Κατά τον ίδιο τρόπο διεκπεραιώνονται και η εμφάνιση με την εκτύπωση. Ο φωτογράφος δεν κλείνεται στο σκοτεινό θάλαμο για να εμφανίσει το φιλμ κι όταν στεγνώσει να ξαναμπεί για να κάνει εκτυπώσεις. Τώρα έχουμε το υπερσύγχρονο εμφανιστήριο που τα κάνει όλα. Τοποθετημένο μάλιστα σε εμφανές σημείο φαντάζει σαν διακοσμητικό έπιπλο. Η διεργασία γίνεται στο εσωτερικό του. Με το πάτημα κάποιων κουμπιών και σε ελάχιστο χρόνο σου βγάζει εμφανισμένο και στεγνό το φιλμ. Μετά πατώντας άλλα κουμπιά σου παραδίδει και τις φωτογραφίες.

Σαν έρθουμε και στην ψηφιακή τεχνολογία βλέπουμε ότι καταργείται και το φιλμ. Επιπλέον, η τεχνική αυτή έχει και την εξής δυνατότητα: Σου διορθώνει και σου φρεσκάρει τις παλιές φωτογραφίες. Ακόμα μπορεί να σου καλύψει και κάποια κενά. Αν έχει γδαρθεί το ένα μάτι ή λείπει το μισό πρό­σωπο επανέρχονται στην προτέρα φυσιολογική τους κατάσταση. Και μη ρω­τάτε πλέον το φωτογράφο να σας εξηγήσει αυτό το θαύμα. Το θέμα ανάγεται στις επιτεύξεις της τεχνολογίας και πιο αρμόδιος, για τις κατάλληλες ερμη­νείες, είναι ο κατέχων περισσότερο τα ηλεκτρονικά.

Στο φωτογράφο ωστόσο παραμένει το εξής βασικό προνόμιο: Η κατάλ­ληλη ματιά την ώρα της φωτογράφισης. Δηλαδή, από ποια οπτική γωνία πρέπει να γίνει η λήψη. Σαν έχει να κάνει και με πρόσωπα, θα επιδιώξει και την ανάλογη κλίση – σε σχέση με το σχήμα του αλλά και τον φωτισμό. Πρόκειται για βασικές λεπτομέρειες που δεν τις μπορεί ακόμη η τεχνο­λογία, γι’ αυτό και οι φωτογραφίες παλιών ταλαντούχων φωτογράφων πάντα θα ξεχωρίζουν.

 

Οι δικοί μας πρωτοπόροι

 

Ίσως, πριν απ’ αυτούς που πρόκειται να περιγράψουμε, να υπήρξαν και κάποιοι άλλοι χειριστές φωτογραφικών μηχανών. Και δεν μιλάμε για κανο­νικούς επαγγελματίες με οργανωμένο στούντιο και σε συγκεκριμένη διεύ­θυνση. Σκεπτόμαστε κάποιους ταξιδιώτες του εξωτερικού που λόγω οικονο­μικής άνεσης και κάποιας κοσμοπολίτικης αντίληψης ίσως να είχαν στη χρήση τους μια «κόντακ» ή μια «άκφα».

Έτσι, αν είναι να μας επισημανθεί μια τέτοια «παράβλεψη», δεν θα είναι βέβαια σκόπιμη αλλά μόνο από έλλειψη στοιχείων. Όπως, λόγου χάρη, με τους δυο πλανόδιους του πάρκου, που αν και δούλεψαν επί δεκαετίες στο κε­ντρικότερο σημείο του Άργους, κανείς σημερινός Αργείος δε θυμάται τα ονόματά τους και πολύ περισσότερο με ποια χρονολογία συνδέεται η αρχική τους εμφάνιση. Μερικοί σου λένε πως ήταν «ο Μήτσος από τη Νεμέα….» και πως ο άλλος ήταν Ελληνορώσος και άκουγε με τ’ όνομα Χρήστος.

Έτσι σταθήκαμε πολύ τυχεροί το ότι αυτά που μάθαμε για τους άλλους είναι από αφηγήσεις οικογενειακών προσώπων που ξέρουν να σου πουν λε­πτομέρειες και να σου δείχνουν μια σειρά από φωτογραφίες που εικονίζουν τους ίδιους τους φωτογράφους.

Αλλά για ποιους, ακριβώς, μιλάμε;

Πρόκειται γι’ αυτούς που αναγνωρίστηκαν επίσημα στο Άργος σαν πρωτοπόροι και σπουδαίοι καλλιτέχνες της φωτογραφίας. Και κατά χρονολογική σειρά ήσαν: ο Ανδρέας Φίλης, ο Γεώργιος Κυριακίδης και ο Αναστάσιος Μπίρης.

 

Ανδρέας Φίλης

 

Ο Ανδρέας Φίλης με την γυναίκα του Βασιλική.

Ο Ανδρέας Φίλης με την γυναίκα του Βασιλική.

Στην αργειακή κοινωνία ήταν περισσότερο γνωστός σαν δάσκαλος του 2ου Δημοτικού Σχολείου Άργους (προηγουμένως είχε διδάξει – σαν πρωτοδιοριζόμενος – και στου Σμυρνιωτάκη). Σχολείο και αυτό του Δημοσίου αλ­λά είχε την ονομασία «Σμυρνιωτάκη» από τον ιδιοκτήτη του οικήματος.

Ο Φίλης, γεννημένος στα μέσα της δεκαετίας του 1890, είχε έμφυτη την αγάπη του προς την καλλιτεχνία. Μ’ αυτή την αδυναμία του έπαιζε ωραίο βιολί και διάβαζε ό,τι αφορούσε τη φωτογραφία. Ντυνόταν καλαίσθητα και με γούστο ενώ σε ειδικές περιπτώσεις φορούσε και παπιγιόν. Συμπεριφερό­ταν με ευγενικούς διακριτικούς τρόπους και σε όποια παρέα βρισκόταν την ομόρφαινε με την παρουσία του.

Την κλίση του στη φωτογραφική την εκδήλωσε και στην πράξη, όταν εξασφάλισε στα χέρια του μια καλή φωτογραφική μηχανή – δώρο από δι­κούς του στην Αμερική. Οργανώθηκε με κανονικό στούντιο (που το έφτιαξε στο σπίτι του – Ζαΐμη 23) και μαζί με το δασκαλίκι του έγινε και μισο – επαγγελματίας φωτογράφος.

Αυτά από το 1916 και μετά. Και παρ’ ότι από τις πρώτες φωτογραφίες θαυμάστηκε σαν σπουδαίος τεχνίτης, δεν διαφημίστηκε ωστόσο ανάλογα. Πάντως εκείνοι που τον φέρνουνε κατά νου και τον κουβεντιάζουν στην κάθε θύμηση δεν βρίσκουν να του προσάψουν κανένα ψεγάδι. Κι αν ένας τρίτος ρωτάει για να μάθει, του λένε επιγραμματικά:

Ήτανε προικισμένος δάσκαλος, χαρισματικός φωτογράφος και υπο­δειγματικός συμπολίτης. Με το γάμο του ο Ανδρέας Φίλης απόχτησε πέντε παιδιά – γόνιμος δηλαδή κι εδώ: Τη Φούλη (η πρεσβυτέρα του παπα-Βαγγέλη Στασινόπουλου), τη Σωτηρία, το Γιώργο, τη Μαρία και το Θοδωρή.

 

Γεώργιος Κυριακίδης (Απελλής)

 

Είχε σπουδάσει τη φωτογραφική στην Πόλη σ’ έναν διακεκριμένο καλλι­τέχνη ονόματι Κουριώτης. Με τη μικρασιατική καταστροφή ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 22 ετών (είχε γεννηθεί το 1900). Άνοιξε το πρώτο φωτογραφείο στην Άμφισσα το 1922 με την επωνυμία -ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟΝ – «ο Απελλής». Κι όπως λέει ο γιος του (Γιάννης Κυριακίδης) κατέφυγε στον αρχαίο ζωγράφο όχι από λόγους υπεροψίας. Δεν ήθελε να φαίνεται η προσφυγική του καταγωγή και επιπλέον θεώρησε το «Κυριακίδης» κακόηχο.

Αλλά οι περισσότεροι Έλληνες μη γνωρίζοντας τί εστί «Απελλής» μετέ­φεραν τον τόνο στην παραλήγουσα γιατί τους έπεφτε πιο εύκολο ν’ αποκα­λούν το φωτογράφο «Απέλη». Κατά τον ίδιο τρόπο σκέφτηκαν και οι Αργείτες, όταν ο Κυριακίδης άφησε την Άμφισσα και το 1924 ήρθε στο Άργος. Πίσω στη Άμφισσα, εκτός από τη φήμη του σαν καλός φωτογράφος έμεινε και μια τεράστια διαφημιστική ταμπέλα τοποθετημένη όξω από την Άμφισσα. Ακόμη και σήμερα οι κάτοικοι της περιοχής, όταν θέλουν να προσδιορί­σουν εκείνη τη συγκεκριμένη στροφή λένε: Στο βράχο του «Απέλη».

 

Ο Γεώργιος Κυριακίδης με την γυναίκα του Ουρανία.

Ο Γεώργιος Κυριακίδης με την γυναίκα του Ουρανία.

 

Στο Άργος

Όλη η καλλιτεχνική διαδρομή του – από το 1924 και ως το 1960 – σημα­τοδοτήθηκε από τρία φωτογραφεία: Το πρώτο λειτούργησε στη θέση που εί­ναι το καφενείο του «Φασαρία», το δεύτερο επί της Δεντροστοιχίας (Δαναού) και στο σημείο που ήταν το πρώτο υποκατάστημα της Πίστεως, ενώ το τρίτο επί της Βασιλίσσης Σοφίας 23 – στο τότε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών του Δ. Ρουσόπουλου.

Σύμφωνα με την πελατεία που τον προτιμούσε τού είχε αποδοθεί ο χαρα­κτηρισμός «ο οικογενειακός φωτογράφος του Άργους». Δούλευε με πολλή σχολαστικότητα το ρετούς και σαν ποικιλία, την καφέ φωτογραφία. Εμφά­νιζε και πράσινες φωτογραφίες, αλλά τελικά περιορίστηκε στη «σέπια» από επιμονή των πελατών.

Κατά τη φωτογράφηση χρησιμοποιούσε φυσικό φως. Όλη η βορεινή πλευρά της οροφής του φωτογραφείου ήταν τζαμένια και με διάφορες κουρ­τίνες που τις μετακινούσε συνεχώς έσπαζε το φως όπως ήθελε και πετύχαινε αυτό που επεδίωκε.

Στην πρώτη χρονολογική περίοδο χρησιμοποίησε γυάλινες πλάκες και μετά ζελατινένιες, ενώ για στάμπα είχε μια πρεσσούλα μεταλλική και η σφραγίδα έβγαινε ανάγλυφη. Το ρετούς τον απασχολούσε κάπου οχτώ ώρες την ημέρα κι όπως έκλεινε συνεχώς το ένα μάτι έδειχνε μικρότερο από το άλλο κι έμοιαζε ελαττωματικό.

Η αντίστροφη μέτρηση

Μια πρώτη κάμψη στη δουλειά του παρατηρήθηκε στην Κατοχή. Δύσκο­λα τα χρόνια, δεν περίσσευαν λεφτά και διάθεση για φωτογραφίες. Σαν έφυ­γαν όμως οι Γερμανοί – Ιταλοί αυξήθηκε πάλι η πελατεία καθώς οι ξενιτεμένοι συγγενείς γύρευαν επιμόνως φωτογραφίες των δικών τους. Όπου στο γύρισμα της δεκαετίας του 1950 επακολουθεί νέα πτώση. Αυτή τη φορά η αι­τία ήσαν οι στρασαδόροι (φωτογράφοι του δρόμου) που τραβούσαν όλους τους περιπατητές χωρίς να ρωτάνε. Σ’ αυτή τη νέα κατάσταση ο «Απελλής» δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί και το 1960 έκλεισε το φωτογραφείο του. Πέθανε στις 23 Ιουνίου 1992.

 

Αναστάσιος Μπίρης

 

Αναστάσιος Μπίρης

Αναστάσιος Μπίρης

Ήταν ένα από τα τέσσερα παιδιά του Αντώνη Μπίρη από την Ανδρί­τσαινα. Με εξαίρεση τον Παναγιώτη, που ακολούθησε δικό του δρόμο, οι άλλοι τρεις αδερφοί έγιναν επαγγελματίες φωτογράφοι.

Ο Αναστάσιος Μπίρης ρίζωσε στο Άργος, ο Χαράλαμπος στην Κόρινθο και ο Ιωάννης στην Αθήνα. Ο τελευταίος διετέλεσε πρόεδρος των φωτορεπόρτερ της Αθήνας και ήταν ο επιλεγμένος φωτογράφος της βασιλικής οικο­γένειας. Ειδικευμένος στα μεγάλα πορτραίτα ήξερε να χειρίζεται καταλλή­λως τους προβολείς και να τονίζει τα σημεία εκείνα που κολάκευαν το κάθε πρόσωπο.

Αλλά και οι άλλοι Μπίρηδες (που δεν βρίσκουμε άκρη να τους αναφέ­ρουμε έναν προς έναν, καθώς αραδιάστηκαν ένα σωρό Αντώνηδες και Αναστάσηδες) δούλεψαν πολύ τις μπούστο φωτογραφίες. Μόνο που αυτοί σε άλ­λο επίπεδο δουλειάς κυνήγησαν το καθημερινό κέρδος με όλα τα είδη της φωτογραφίας: «Αναμνηστικές», ταυτοτήτων, πιστοποιητικών, όπως και με τις κατ’ οίκον παραγγελίες που αφορούσαν γάμους, βαπτίσεις, εκδρομές και κηδείες.

Ο Αναστάσιος Μπίρης, που μας αφορά ιδιαίτερα, είχε στήσει το φωτο­γραφείο του επί της οδού Βασιλίσσης Όλγας 15 – απέναντι από το μουσείο και όπου σήμερα είναι το χρυσοχοείο του Γ. Καπουράλου. Η μόστρα του φω­τογραφείου όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Είχε γεμίσει δυο παράθυρα του μπροστινού τοίχου με διάφορες φωτογραφίες, ενώ το υπόλοιπο – της επάνω επιφάνειας της πρόσοψης – το κάλυπταν η επιγραφή του φωτογραφείου «ΦΩΤΟ – ΜΟΔΕΡΝΟ» και τα είδη της εργασίας που εκτελούντο.

Σ’ αυτό το φωτογραφείο δούλεψε από το 1927 και για περισσότερο από τρεις δεκαετίες. Στο μεταξύ η δουλειά περνούσε διαδοχικά στο γιο του τον Αντώνη (ένας από τους τρεις γιους του) και σαν πέθανε έχουμε μετακόμιση και του φωτογραφείου. Μετεφέρθη στη Βασιλέως Γεωργίου 1 στο Πάρκο του Αγίου Πέτρου με την ονομασία «ΦΩΤΟ – ΗΡΑΙΟΝ». Ακολουθεί ο πρόωρος θάνατος και του Αντώνη, για να τον διαδεχθούν οι γιοι του αλλά και ο εγγονός – ένας άλλος Αντώνης. Όπου τώρα μαζί με τις φωτογραφίσεις έχουμε και τις βιντεοσκοπήσεις – κατά την παγκόσμια πλέον συνήθεια όλων των σημερινών φωτογράφων.

 

Παλιές και σημερινές επιγραφές

 

Εάν τις προσέξει κανείς – σε πανελλήνια κλίμακα και σε όλη την πορεία τους – θα παρατηρήσει ότι οι παλιοί φωτογράφοι προτιμούσαν τις φαντα­χτερές ονομασίες για τις επιγραφές τους: «ΦΩΤΟ – ΑΠΕΛΛΗΣ», «ΦΩΤΟ – ΜΟΔΕΡΝΟ», «ΦΩΤΟ – ΠΑΡΘΕΝΩΝ», «ΦΩΤΟ – ΛΟΥΞ», «ΦΩΤΟ – ΣΤΑΡ», «ΦΩΤΟ – ΑΙΓΛΗ», «ΦΩΤΟ – ΠΑΡΙΣ» θέλοντας έτσι να συνδυάσουν την τέ­χνη τους με κάτι το υψηλό, το ονειρικό και μεγαλειώδες. (Χρησιμοποιούμε τον κανόνα).

Στα επόμενα χρόνια, που η τέχνη της φωτογραφίας άπλωσε και πλήθυ­ναν κατά πολύ τα φωτογραφεία, εκδηλώνεται ένα τοπικιστικό πνεύμα, μέ­χρι που μερικοί το περιορίζουν στο ατομικό. Έχουμε δηλαδή «ΦΩΤΟ – ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ», «ΦΩΤΟ – ΗΡΑΙΟΝ», «ΦΩΤΟ – ΑΙΤΩΛΙΚΟΝ» αλλά και «ΦΩΤΟ – ΦΩΤΗΣ», «ΦΩΤΌ – ΜΙΧΑΛΗΣ», «ΦΩΤΟ – ΓΙΩΡΓΟΣ» «ΦΩΤΟ – ΚΑΖΑΣ» κλπ.

Επίσης, σαν περιοδεύσουμε σήμερα στις διάφορες πόλεις και κωμοπό­λεις, θα παρατηρήσουμε πως όλα τα νεοσύστατα φωτογραφεία, αντίς να ρεκλαμάρουν τις ειδικές ικανότητες του κάθε φωτογράφου, έχουν σαν κύρια προβολή τους τα μεγάλα εργοστάσια φωτογραφικών μηχανών, αυτομάτων εμφανιστηρίων και φίλμς που σαν ξέρεις να τα χειρίζεσαι, αυτομάτως χρήζεσαι και φωτογράφος. Όμως με την παλιά έννοια που ξέραμε – ουδεμία σχέση! Το εμπνευσμένο ταλέντο και το έμπειρο καλλιτεχνικό μάτι είναι προσόντα που δεν διδάσκονται με προσπέκτους και σε ειδικές σχολές, κι ού­τε αντικαθίστανται με το πάτημα κάποιων κουμπιών.

Είναι ζήτημα ευαισθησίας, ειδικού γούστου και ξόδεμα ψυχικής διάθεσης. Δηλαδή, χαρίσματα που διακρίνουν μόνο τον άνθρωπο.

 

Γιώργος Καραμάνος

 «Αργείων Πνεύμα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 3, Ιανουάριος 2002. 

Εικόνες και εντυπώσεις δύο φιλελλήνων Γερμανών διανοητών για το Άργος και την ελεύθερη Ελλάδα σε επιστολές τους προς τον Αργείο λόγιο Δημήτριο Βαρδουνιώτη (τέλη 19ου αι.)


 

O ευρωπαϊκός περιηγητισμός, συναρτώμενος άμεσα με την εντατικοποίηση της μελέτης της κλασικής αρχαιότητας και τη συστηματοποίηση της αρχαιολογικής έρευνας, γνώρισε μεγάλη άνθηση σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κατακλύζοντας τον ελλαδικό χώρο. Το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα, εκδηλούμενο με ιδιαίτερη ένταση μετά το 1800, μας κληροδότησε ένα σπουδαίο είδος της νεοελληνικής γραμματείας, τη γνωστή ταξιδιωτική λογοτεχνία. Ο όγκος του πληροφοριακού υλικού που συνέλεξαν οι ξένοι ταξιδιώτες κατά τον 19ο αιώνα και οι προσωπικές μαρτυρίες τους, αποτελούν σημαντική συμβολή στην ιστορική και λογοτεχνική γραμματεία της εποχής· μιας εποχής κατά την οποία ο ρομαντισμός συμπλέκεται με τον φιλελληνισμό και ο περιηγητισμός διασταυρώνεται με τον νεοκλασικισμό και την αρχαιομανία.[1]

Τότε παρατηρείται μεγάλη στροφή προς τις κλασικές σπουδές (φιλολογία, αρχαιολογία), ενώ η ενασχόληση γενικότερα με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο γίνεται για πολλούς ευρωπαίους – λογίους και όχι μόνο – ρεύμα, μόδα, συχνά και πάθος. [2] Μετά την απελευθέρωση και τη συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους, η κίνηση προς την Ελλάδα γίνεται εντονότερη, αφενός για συστηματικότερη μελέτη των λειψάνων του αρχαίου πολιτισμού και αφετέρου για πληρέστερη πληροφόρηση γύρω από την κοινωνία, την εξουσία και τις δομές του νεοελληνικού κράτους. Ο θαυμασμός των ευρωπαίων ταξιδιωτών για την κλασική αρχαιότητα, η πρόσληψη του σύγχρονου κόσμου μέσα από την καθημερινή ζωή στην πόλη και την ύπαιθρο, από την οικονομία, την παιδεία, την ασφάλεια, τα τοπικά ήθη και έθιμα αλλά και η απόλαυση από την ομορφιά του ελληνικού τοπίου, διασταυρώνονται μεταξύ τους και αποτυπώνονται με αριστοτεχνικό τρόπο σε περιηγητικά βιβλία, σε επιστολές, σε άρθρα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις που δημοσιεύονται στον Τύπο της Ευρώπης.[3]

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Στους ευρωπαίους περιηγητές του ελλαδικού χώρου μπορούμε να συμπεριλάβουμε πλέον και δύο Γερμανούς λογίους, άγνωστους έως σήμερα στην ελληνική ταξιδιωτική γραμματεία. [4] Πρόκειται για τον ελληνιστή και λατινιστή καθηγητή Ernste Richard Schulze από την πόλη Bautzen της Σαξονίας [5] και τον διάσημο στην εποχή του καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Eduard Engel, [6] οι οποίοι επισκέφθηκαν την ελεύθερη Ελλάδα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η γνώση μας για τους δύο αυτούς σπουδαίους διανοητές και την περιηγητική εμπειρία τους από την Ελλάδα οφείλονται στον εντοπισμό σειράς επιστολών τους προς τον Αργείο λόγιο του 19ου αιώνα Δημήτριο Βαρδουνιώτη, [7] οι οποίες περιέχονται στο αρχείο της ανέκδοτης έως σήμερα αλληλογραφίας του. [8]

Οι επιστολές του Engel – 6 τον αριθμό – χρονολογούνται από το 1886 έως το 1896 και του Schulze, πολύ περισσότερες, – 45 τον αριθμό -, από το 1898 έως το 1923, όταν ο Βαρδουνιώτης, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, λαμβάνει την τελευταία επιστολή του Γερμανού φίλου και ομοτέχνου του. [9] Και οι δύο Ευρωπαίοι λόγιοι, στη διάρκεια του ταξιδιού τους [10] -άγνωστος ο χρόνος παραμονής τους στην Ελλάδα- επισκέφθηκαν το Άργος. O ένας εκ των δύο, ο Engel, κατά την επίσκεψή του στο Άργος γνώρισε τον Βαρδουνιώτη, τον λόγιο εκπρόσωπο της πόλης, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, ενώ ο έτερος φαίνεται πως δεν τον γνώρισε προσωπικά, αλλά συνδέθηκε πνευματικά και φιλικά μαζί του, μέσω της αλληλογραφίας τους.

Γνώστες, λάτρεις και θαυμαστές της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς – γραπτής και πολιτιστικής -, οι δύο Γερμανοί διανοούμενοι, κατά την περιήγησή τους ανά την Ελλάδα, δεν περιορίστηκαν μόνο στην αναζήτηση των αρχαίων καταλοίπων. Το ενδιαφέρον τους στράφηκε και προς τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, στοιχεία της οποίας αναδεικνύουν μέσ’ από τις επιστολές τους. Παρατηρούν και καταγράφουν προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας κατά τη μετεπαναστατική περίοδο καθώς και τρέχοντα ζητήματα της πολιτικής ζωής στην ελεύθερη τότε Ελλάδα. Εστιάζουν στον Τύπο της εποχής εκείνης (αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και γλώσσα ως μέσου ενημέρωσης και επικοινωνίας), στο επίπεδο της εκπαίδευσης και στα κενά του, στην οικονομική ανέχεια και την ανυπαρξία κοινωνικών δομών, στην καθυστέρηση δημιουργίας κρατικών δομών και θεσμών για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, στην ολιγωρία των αρχών για την εντατικοποίηση των αρχαιολογικών ανασκαφών και την προστασία των πολύτιμων ευρημάτων.

Παράλληλα, εκφράζουν τον απεριόριστο θαυμασμό τους για την απλόχερη ελληνική φιλοξενία και την ασύγκριτη ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Αναγνωρίζουν επίσης την προσπάθεια του πνευματικού κόσμου ν’ αναδείξει τον αρχαίο πολιτισμό αλλά και να δημιουργήσει καινούργιο κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα της εποχής.

Αν και οι αναφορές τους σχετίζονται κυρίως με το Άργος και την ευρύτερη περιοχή, είναι βέβαιο ότι οι παρατηρήσεις τους απηχούν τις γενικότερες εντυπώσεις που αποκόμισαν από την ελεύθερη Ελλάδα και τα μέρη που επισκέφθηκαν.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι οι ίδιοι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επιστολών τους, με σειρά δημοσιευμάτων τους κατά την επιστροφή τους στη Γερμανία, προσπάθησαν να συμβάλουν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα, και κυρίως στην αποκατάσταση της εικόνας της. Σε μια επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη ο Eduard Engel, αναφερόμενος στην συγγραφή τού ταξιδιωτικού του πονήματος για την Ελλάδα, του εφιστά την προσοχή στο περί Άργους κεφάλαιο: έχετε ήδη βλέψει [δει] πώς άλλαξα στο κεφάλαιον περί του Άργους την « αλήθειαν». Αλλά το βιβλίον μου δεν το ήθελα να ήτο μία φωτογραφία της περιηγήσεώς μου αλλά μία ζωγραφία,-όπως ο Goethe ελάλησε την αυτοβιογραφίαν του: Αλήθεια και Ποίησις! Ήθελα να δείξω στους Γερμανούς, τους Έλληνας πώς τους έβλεπον με τα μάτια της ψυχής όχι μόνον με τα της κεφαλής.[11]

Κοινό στοιχείο στις επιστολές των δύο αγνώστων μεταξύ τους αλληλογράφων τού Βαρδουνιώτη, αποτελεί η δημοσιοποίηση και προβολή στον γερμανικό κόσμο της θετικής εικόνας του ελληνικού γίγνεσθαι εκείνης της εποχής ή τουλάχιστον μια προσπάθεια αλλαγής και βελτίωσης της ήδη υπάρχουσας. Στην πρώτη επιστολή του ο Engel, μαζί με τις ευχαριστίες του για την φιλοξενία στο σπίτι της οικογένειας Βαρδουνιώτη, διατυπώνει και την έμπρακτη αγάπη του για την Ελλάδα με την φράση που ακολουθεί: Έχω γράψει πολλά άρθρα περί της Ελλάδος δια τας γερμανικάς εφημερίδας. Και ο Έσπερος, εφημερίς με εικόνας εκδοθείσα εν Λειψία θα δημοσιεύσει όλα εις μετάφρασιν ελληνικήν. Σας στέλλω μόνον το ένα «περί της δημοσίας ασφαλείας εις την Ελλάδα«, δημοσιευθέν εις περισσότερον παρά [από] είκοσι εφημερίδας γερμανικάς και άλλας. Τοιουτοτρόπως ελπίζω ότι η γνώμη των ξένων περί «των ληστών της Ελλάδος» θ’ αλλάξη.[12]

Σε άλλη επιστολή του, εκφράζοντας τη μεγάλη του επιθυμία να επισκεφθεί εκ νέου την Ελλάδα και κυρίως το φιλόξενον Άργος πληροφορεί τον φίλο του Βαρδουνιώτη ότι δημοσιεύει συνέχεια άρθρα για την Ελλάδα, τόσο στον γερμανικό όσο και στον ελληνόφωνο Τύπο της πατρίδας του. [13] Στην ίδια επιστολή (29/4/1887), του ανακοινώνει την έκδοση του βιβλίου του «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι», [14] προϊόν της περιήγησής του στην Ελλάδα, στο οποίο αναφέρει ότι συμπεριέλαβε και ένα ξεχωριστό κεφάλαιο περί Άργους. [15] Στη συγκεκριμένη αναφορά της ανέκδοτης επιστολής του οφείλεται η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η απόκτηση εν τέλει του προαναφερόμενου περιηγητικού βιβλίου, άγνωστου έως σήμερα στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία.

Ο έτερος Γερμανός ελληνιστής και φιλέλληνας, ο Schulze, ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα λίγα χρόνια μετά τον Engel, [16] από τις πολυάριθμες επιστολές του προς τον φίλο του Βαρδουνιώτη φαίνεται να έχει δημιουργήσει μαζί του ένα δίαυλο μακράς και σταθερής επικοινωνίας σε πολλαπλά επίπεδα, με κορυφαίο το πνευματικό. Μεταφράζει στα γερμανικά λογοτεχνικά έργα του αλληλογράφου του και τα δημοσιεύει στον Τύπο της πόλης του· [17] διαβάζει τα συγγράματά του και διατυπώνει την κριτική του·[18] ενημερώνεται διαρκώς για την πνευματική κίνηση, την κοινωνική και πολιτική ζωή στο Άργος και τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, μέσω των ελληνικών εφημερίδων και των φιλολογικών-λογοτεχνικών περιοδικών που ανελλιπώς λαμβάνει από τον Βαρδουνιώτη και άλλους Έλληνες λογίους. [19] Με αφορμή την άποψη που εκφράζει για τον ελληνικό πολιτικό Τύπο της εποχής, [20] επισημαίνει την απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης και την αδυναμία των πολιτών να διαβάσουν εφημερίδες. Μεταφέρει στον Βαρδουνιώτη δύο σχετικές προσωπικές μαρτυρίες του: πολλοί Έλληνες φαίνεται να μη ηξεύρουν γράμματα· -δύο φοράς, και εις Ναύπλιον και εις Ολυμπίαν, στρατιώται μοι απεκρίθησαν «δεν ξέρω γράμματα», και έν κορίτσιον εις Χαρβάτι [Μυκήνες] μοι αφηγήθη ότι εις το σχολείον πηγαίνουν τα αγόρια αλλ’ όχι τα κορίτσια. [21]

 Με τον ακαταπόνητο Αργείο λόγιο ανταλλάσσει πληροφορίες επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος και του αποστέλλει δυσεύρετα στην Ελλάδα βιβλία. Εκφράζει προς τον αλληλογράφο του τον απεριόριστο θαυμασμό του για το πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο του, την πολυμάθεια και την εργατικότητά του· ακόμη για το ζωηρό ενδιαφέρον και την εμπλοκή του σε ζητήματα αρχαιολογίας, ανασκαφών στην περιοχή του Άργους και προστασίας των αρχαιοτήτων. Επίσης τον συγχαίρει για τα άρθρα του (τας διατριβάς, όπως λέει) στον Τύπο περί των ανασκαφών και περί του εν Άργει αρχαιολογικού μουσείου, τα οποία ανέγνωσε στον Τύπο μετά μεγάλου ενδιαφέροντος. [22] Πληροφορούμενος από εφημερίδες για τις νέες αρχαιολογικές έρευνες και την ανεύρεση τάφων στο Άργος, εκφράζει την ευχή όπως αυτοί μεταφερθούν στο σχεδιαζόμενο μουσείο του Άργους, γεγονός που, κατά την άποψή του, θα προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών. [23] Δυστυχώς, όπως λέει, δεν υπάρχει σχεδιάγραμμα της πόλης του Άργους ούτε στον ταξιδιωτικό οδηγό του Μπαίντεκερ, σε αντίθεση με τις Μυκήνες, το Ναύπλιο και τη Σπάρτη. [24] Και συνεχίζει με τη διαπίστωση ότι το Άργος παραμελείται από την Πολιτεία, παρά το γεγονός ότι αι ανασκαφαί αποδεικνύουν ότι ισοδύναμος είνε η πόλις του Διομήδους μετά των Μυκηνών.[25] Σε προγενέστερη επιστολή του μάλιστα είχε ζητήσει από τον Βαρδουνιώτη να του αποστείλει εικόνες του Άργους μετά της Λαρίσης (καρτ-ποστάλ, δηλαδή), καθώς αντίστοιχες του Ναυπλίου είχε αγοράσει ο ίδιος από τη συγκεκριμένη πόλη κατά την προ επτά ετών περιήγησή του στην Πελοπόννησο. [26] Επιθυμώ, όπως λέει, να αποκτήσω ταύτας, δια να τας δείξω εις τους μαθητάς του γυμνασίου, όταν μνημονεύεται το Άργος, ό συμβαίνει συχνάκις. [27] Αξιοσημείωτο είναι, όπως προκύπτει από άλλη απαντητική επιστολή του Schulze προς τον Βαρδουνιώτη, ότι ο τελευταίος παρά τους ακουράστους κόπους του, ερευνών εικόνας του Άργους σχεδόν εις την Ελλάδα όλην, δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει την επιθυμία τού εκλεκτού φίλου του.

Αυτά συμβαίνουν το 1901. Ένα χρόνο αργότερα, το 1902, ο Schulze, διαρκώς ανήσυχος για την πορεία των ανασκαφών στο Άργος, εκφράζει στον Βαρδουνιώτη τας απείρους ευχαριστίας του δια το σχεδιάγραμμα των επί του λόφου Ασπίδος ανασκαφών. [28] Τον Ιανουάριο του 1904, τον ευχαριστεί απείρως δια τας εφημερίδας και την επιστολήν που του απέστειλε μετά των εικόνων του Άργους, τις οποίες εκλαμβάνει ως πρωτοχρονιάτικον δώρον, συμπληρώνοντας μάλιστα ότι είναι κειμήλιον δι’ εμέ ός ενθυμούμαι σχεδόν καθ’ εκάστην το Άργος και τους φίλους μου οι οποίοι ζώσιν εις την πόλιν ταύτην. [29] Φαίνεται λοιπόν από την παρατιθέμενη πιο πάνω αλληλογραφία ότι οι πρώτες καρτ-ποστάλ της πόλης του Άργους κυκλοφόρησαν προς το τέλος του 1903.

Η αγάπη και το ενδιαφέρον τού Schulze για το Άργος και τα εκεί τεκταινόμενα εκδηλώνεται παντοιοτρόπως. Σε επιστολή του 1899 επαινεί με πολύ θερμά λόγια τον φίλο του Βαρδουνιώτη για τους αγώνες που δίνει προκειμένου να γίνει «η απόφραξις της υπώρυχος» από την Στυμφαλίδα λίμνη έως τον Ερασίνο ποταμό, το γνωστό μας σήμερα Κεφαλάρι. Ενθαρρύνει μάλιστα τον πολυπράγμονα Αργείο να συνεχίσει τις σχετικές προσπάθειες με τα παρακάτω λόγια: Σας συγχαίρω δια την δουλείαν ταύτην, ήν εκάμετε όχι μόνον εις την πατρίδα Σας αλλά και εις τους επιστήμονας. [30]

Με μια σύντομη αναφορά σε κάποια άλλη επιστολή του, εκφράζει τη χαρά του για την πρόοδο που έχει σημειώσει η γυμναστική στο Άργος, μέσω του γυμναστικού συλλόγου Αριστέας, φιλικά προσκείμενου προς τον λαϊκό φιλολογικό σύλλογο Ίναχο, τον οποίο ίδρυσε ο Βαρδουνιώτης, μετά την αποχώρησή του από το Δαναό. [31]

Χρήστος Παπαοικονόμος

Χρήστος Παπαοικονόμος

Σχετικά με το ζήτημα αυτό μεγάλο ενδιαφέρον για την πνευματική ζωή της πόλης του Άργους παρουσιάζουν οι μακρές αναφορές σε σειρά επιστολών και η θέση που παίρνει ο ίδιος ο Schulze στο ζήτημα της διάσπασης του Συλλόγου Δαναός, περί το 1900, μετά τη διάσταση που επήλθε ανάμεσα στους δύο κορυφαίους λογίους της πόλης και ιδρυτές του φιλολογικού και φιλανθρωπικού συλλόγου Δαναός, Χρήστο Παπαοικονόμο και Δημήτριο Βαρδουνιώτη. [32]

Αυτό που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το Γερμανό φιλέλληνα, μέσ’ από το σύνολο σχεδόν των επιστολών του, είναι η κοινωνική ευαισθησία και τα φιλανθρωπικά του αισθήματα απέναντι στα σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη του Άργους και ευρύτερα η Ελλάδα. Ως επίτιμο μέλος του συλλόγου Δαναός, αποστέλλει ανελλιπώς τη συνδρομή του υπέρ της Σχολής των απόρων παίδων, την οποία θεωρεί ευεργικωτάτη για την εκπαιδευτική και κοινωνική προσφορά της. [33] Τη συνδρομή του (20 μάρκα επίσης) στέλνει και στον λαϊκό σύλλογο Ίναχο, ευθύς μετά την ίδρυσή του, προκειμένου να ενισχύσει το πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο του. [34] Για τον ίδιο σκοπό διαθέτει την αμοιβή που λαμβάνει από τον εκδότη της εφημερίδας Bautzen Nachrichten για τις μεταφράσεις των έργων του Αργείου ομοτέχνου του, με την παράκληση να τα διαθέσει εκείνος όπου επιθυμεί, είτε μέσω των δύο συλλόγων είτε κατά την προσωπική του κρίση προς όφελος πάντως των Αργείων. [35] Υπέρμαχος της κοινωνικής αλληλεγγύης, όταν πληροφορείται από την εφημερίδα «Μυκήναι» το θάνατο από ασιτία μιας Αργείας, της Παρασκευής Ζαήμη, στηλιτεύει με έκπληξη και θυμό την αδιαφορία των συμπολιτών και των γειτόνων της, και διερωτάται:

 

εις πόλιν δέκα χιλιάδων κατοίκων κανείς δεν ηυρέθη που να φροντίζη περί την πτωχήν ταύτην γυναίκα; Δεν έχετε φιλοπτώχους; Δεν ευσπλαχνίζεσθε τον πτωχόν και πεινασμένον γείτονα; Το κράτος, όπως λέει, αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε όλα, γι’ αυτό πρέπει να φροντίζη καθείς περί των γειτόνων … τουλάχιστον εις μικράν πόλιν, όπου οι άνθρωποι είνε ευσπλαγχνότεροι παρά οι μεγαλουπόλεων κάτοικοι.[36]

 

Σημαντικές είναι, επίσης, οι πληροφορίες που εμπεριέχονται στις επιστολές του Schulze για το έργο του Βαρδουνιώτη. Σε αρκετές επιστολές του ονοματίζει με τον τίτλο τους διηγήματα, ποιήματα και ιστορικά έργα του, μερικά γνωστά αλλά και κάποια άγνωστα ακόμη έως σήμερα, τα οποία θ’ αναζητήσουμε στον ελληνικό ημερήσιο και περιοδικό τύπο της εποχής.

Αναφορικά με τον Engel, τον έτερο των Γερμανών λογίων, τις περιορισμένες πληροφορίες που εμπεριέχονται στις ολιγάριθμες και σύντομες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, συμπληρώνει αναμφίβολα το περιηγητικό του βιβλίο, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω με τον ποιητικό τίτλο, «Εαριναί Ελληνικαί Ημέραι». Περιλαμβάνει ειδικά κεφάλαια περί Άργους, Ναυπλίου, πολλών άλλων αρχαιολογικών τόπων και πόλεων της Πελοποννήσου, της Κέρκυρας και της Αθήνας. [37]

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω το ρόλο του Αργείου Δημητρίου Βαρδουνιώτη, όπως προκύπτει από τη μονομερή αλληλογραφία που κατέχω. Ο Βαρδουνιώτης είναι αναμφίβολα ο πρωταγωνιστής αυτής της αμφίδρομης σχέσης με τους δύο Γερμανούς διανοητές-περιηγητές. Δεν γνωρίζουμε κάτω από ποιές συνθήκες ο Αργείος λόγιος γνώρισε, δέχθηκε και φιλοξένησε τους υψηλούς επισκέπτες της πόλης. Συνδέθηκε μαζί τους φιλικά και πνευματικά και στη συνέχεια δημιούργησε αυτό το σημαντικό δίαυλο επικοινωνίας, μέσω της αλληλογραφίας και της συνεχούς αποστολής πληροφοριακού υλικού, από βιβλία και φιλολογικά περιοδικά έως εφημερίδες -τοπικές και αθηναϊκές- αλλά και δικά του λογοτεχνικά και ιστορικά άρθρα. Γενικότερα, ας τονιστεί ότι η συμβολή αυτού του αδικημένου έως σήμερα πνευματικού ανθρώπου υπήρξε πολύ μεγάλη στο πνευματικό και ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής, όχι μόνο σε τοπικό επίπεδο αλλά κυρίως σε εθνικό. [38]

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] H ταξιδιωτική λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι πολύ πλούσια. Παραθέτω επιλεκτικά ορισμένα αντιπροσωπευτικά του είδους βιβλία με αναφορά στην Ελλάδα γενικά, αλλά και ειδικότερα στην Πελοπόννησο: Κ. Σιμόπουλος Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1700-1800, τ. Β’ Αθήνα 1995· Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα: Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ, πρόλ. Π. Μουλλάς, μτφρ. Βάσω Μέντζου, Αθήνα 1990· Ο πυρετός των μαρμάρων (συλλ. τόμος), επιμέλεια-εισαγωγή Γ.Τόλιας, μτφρ. Γ. Δεπάστας – Βούλα Λούβρου, Αθήνα 1996, σσ. 27-30· F. Aldenhover, Itinéraire descriptif de l’Attique et du Peloponnése, Athènes 1841· K. Baedeker, Greece, Leipzig 1884· J. A. Buchon, La Gréce continentale et la Morée: voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, Paris 1843

[2] H. Omont, Misssions archéologiques françaises en Orient aux XVII-XVIII siècles, Paris 1902· R. Baladie, Le Peloponnése de Strabon. Étude de Geographie historique, Paris 1980· E. Boblaye Puillion, Recherches geographiques sur les Ruines de la Morea, Paris 1836· J. A. Cramer, A geographical and historical description of ancient Greece, t. I-III, Oxford 1828· E. Dodwell, A classical and topographical Tour through Greece during the years 1801, 1805 and 1806, t. 2, London 1819.

[3] Βλ. R. Eisner, Travellers to an Antique Land: The History and Literature of Travel in Greece, Princeton 1991· Α. Ταμπάκη, Η μετάβαση από τον Διαφωτισμό στον ρομαντισμό στον ελληνικό 19ο αιώνα. Η περίπτωση του Ιωάννη και του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου, Πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 4, Αργοστόλι 1991, σσ. 199-211· Α. Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα 1993· O. Augustinos, Greece in French Travel Literature from the Renaissance to the Romantic Era, Baltimore 1993· Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στην γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αι., (έκδ.) Ευ. Χρυσός, Αθήνα 1996.

[4] Ορισμένοι από τους γνωστούς στην ελληνική βιβλιογραφία Γερμανούς λόγιους περιηγητές, οι οποίοι κατέγραψαν τις ταξιδιωτικές εμπειρίες τους από την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της Πελοποννήσου, κατά τον 19ο αιώνα, είναι οι παρακάτω: L. Ross, Reisen und Reiserouten durch Griechenland, I Reisen im Peloponnes, Berlin 1841· Er. Curtius, Peloponnesos. Eine historisch-geographische Beschreibung der Halbinsel, Gotha, t. I 1851, t. II 1852· Al. Philippson – E. Kirsten, Die griechischen Landschaften, Eine Landeskunde, t. III, 1 Der Peloponnes, Frankfurt am Main, 1959· C. Bursian, Geographie von Griechenland, t. II, Leipzig 1868-1872· L. Ross, Erinnerungen und Eindrücke aus Griechenland, Basel 1875· Al. Philippson, Der Peloponnes. Versuch einer Landes-Kunde auf geologischer Grundlage, Berlin 1892.

[5] Καθηγητής ελληνικής και λατινικής φιλολογίας σε Γυμνάσιο της πόλης Bautzen της Σαξονίας, συγγραφέας πολλών επιστημονικών βιβλίων, κυρίως της λατινικής φιλολογίας και γλώσσας (βλ. http://www.readings.com.au/search/results?query=Ernst%20Richard%20Schulze&author=1&books=1&m)

[6] Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και επικεφαλής της Υπηρεσίας Στενογραφίας του γερμανικού βασιλείου. Εκδότης του επιστημονικού περιοδικού «Magazin für die Literatur des Auslandes«, κριτικός έργων μεγάλων Ευρωπαίων λογοτεχνών, όπως του Emile Zola, του Edgar Alan Poe, του Théodor Fontane, κ. ά. Λογοτέχνης και συγγραφέας πολλών επιστημονικών έργων με κορυφαίο το «Geschichte der deutschen Literatur von der Anfangen bis zur Gegenwart«. Υπήρξε πολέμιος της μοντέρνας Λογοτεχνίας και ένθερμος υποστηρικτής της θεωρίας περί γλωσσικής καθαρότητας. Λάτρης της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού, το 1912 έγραψε το έργο «Η Πατρίδα του Οδυσσέα: Λευκάδα ή Ιθάκη» (Der Wohnsitz des Odysseus), ενώ πολύ νωρίτερα, μετά από την περιήγηση που πραγματοποίησε στην Ελλάδα, το έτος 1886 συνέγραψε το ταξιδιωτικό βιβλίο «Ελληνικαί Εαριναί Ημέραι» (Griechische Frullingstage), στο οποίο θ’ αναφερθώ αναλυτικότερα πιο κάτω. Το 1933, μετά την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τον Eduard Engel λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, η οποία απέβη γι’ αυτόν μοιραία. Παρά τη φανατική σχεδόν υποστήριξή του στην καθαρότητα της γερμανικής γλώσσας, τού απαγορεύθηκε να δημοσιεύσει άλλα έργα, ενώ τα κορυφαία του βιβλία δυσφημίστηκαν και απαγορεύτηκε η επανέκδοσή τους. Επί πλέον του αφαίρεσαν τη σύνταξη και τον αποστέρησαν απ’ όλες τις νόμιμες πηγές εσόδων. Έζησε ως το θάνατό του (1938) πάμπτωχος με μόνη την αρωγή των φίλων του (βλ. https://de.wikipedia.org/wiki/Eduard Engel).

[7] Για την προσωπικότητα και το έργο του Βαρδουνιώτη διαθέτουμε δύο μόνο ad hoc παλαιές μελέτες: Γεωργίου Ξ. Λογοθέτου (Ίδμωνος), Κριτικό Σημείωμα, Δημήτριος Βαρδουνιώτης, Αθήναι 1928, σσ. 1-16 και Σπύρου Παναγιωτόπουλου, Δ. Βαρδουνιώτης, ο Ιστορικός: η ζωή και το έργο του, Ανάτυπο από την Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1960, σσ. 74-82. Αναφορές, ωστόσο, στο λογοτεχνικό και ιστορικό έργο του υπάρχουν αρκετές στη νεότερη βιβλιογραφία

[8] Σχετικά με την ανέκδοτη αλληλογραφία τού Βαρδουνιώτη, βλ. Σοφία Πατούρα-Σπανού, Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: πρόδρομη παρουσίαση, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Ελληνικότητα και Ετερότητα: πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και εθνικός χαρακτήρας στον 19ο αιώνα (Αθήνα, 14-16 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών), Αθήνα 2015 (υπό εκτύπωση).

[9] Οι παραπομπές στις ανέκδοτες επιστολές των δύο Γερμανών αλληλογράφων του Βαρδουνιώτη ακολουθούν αύξοντα αριθμό με χρονολογική κατάταξη από το 1 έως το 6 για τις αναφορές στον Engel και από το 1 έως το 45 για τις αναφορές στον Schulze.

[10] Ο χρόνος επίσκεψης στην Ελλάδα των δύο λογίων Γερμανών δεν αναφέρεται με σαφήνεια αλλά προκύπτει έμμεσα μέσα από την αλληλογραφία τους. Ο Eduard Engel έστειλε την πρώτη επιστολή στον Βαρδουνιώτη στις 4/6/1886 με πολλές ευχαριστίες για την φιλοξενία που του παρέσχε ο δεύτερος κατά τις ημέρες του Πάσχα (ανέκδ. επιστ. 1 4/6/1886). Προκύπτει επομένως έμμεσα ότι η επίσκεψή του στην Ελλάδα, και πιο συγκεκριμένα στο Άργος, πραγματοποιήθηκε λίγο νωρίτερα, κατά την εορτή του Πάσχα, πιθανότατα Απρίλιο ή Μάϊο του 1886. Αναφορικά με τον Schulze, από δύο επιστολές του προκύπτει ότι δεν γνώρισε ποτέ προσωπικά τον Βαρδουνιώτη. Από την ανέκδ. επιστ. 1, 8/4/1898 φαίνεται ότι η γνωριμία τους δι’ αλληλογραφίας έγινε μέσω του κοινού τους φίλου συγγραφέα Παναγιώτη Τσίληθρα, ο οποίος έστελνε λογοτεχνικά έργα του Βαρδουνιώτη στον Schulze. Στην ανέκδ. επιστ. 7, 6/18/1898, ο Schulze εκφράζει τη χαρά του για την φωτογραφία του Βαρδουνιώτη που έλαβε σε επιστολή του, «η οποία«, όπως αναφέρει, «παρισταίνει άνδρα οριστικόν και δραστήριον«, πράγμα που σημαίνει ότι τότε, για πρώτη φορά, αντικρίζει τη φυσιογνωμία του μέσω της φωτογραφίας. Όσο για το έτος του ταξιδιού του στην Ελλάδα προκύπτει από σαφή αναφορά του στην ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901, ότι αγόρασε προ επτά ετών φωτογραφία του Ναυπλίου, κατά την εκεί επίσκεψή του. Κατά συνέπεια το ταξίδι του στην Ελλάδα τοποθετείται στα 1894.

[11] Engel, ανέκδ. επιστ. 3, 5/11/87.

[12] Εngel, ανέκδ. επιστ. 1, 4/6/1886.

[13] Engel, ανέκδ. επιστ. 2, 29/4/1887.

[14] Eduard Engel, Griechische Frühligstage, Elibron Classics series, Adamant Media Corporation 2006 (ανατύπωση της έκδοσης του 1887, Hermann Costenoble, Jena).

[15] Στο ίδιο, σελ. 280-300.

[16] Βλ. πιο πάνω, σημ. 10.

[17] Στην ανέκδ. επιστ. 1 (8/4/1898), ο Γερμανός λόγιος ενημερώνει τον Βαρδουνιώτη ότι άρχισε τη μετάφραση του διηγήματός του «Επί του Ακροκορίνθου«, την οποία θα δημοσιεύσει τμηματικά ο φίλος του, εκδότης της εφημερίδας Bautzen Nachrichten της πόλης του Bautzen, κ. Mόνσε. Στην ανέκδ. επιστ. 14 (1/9/1900), τού ανακοινώνει τη μετάφραση του διηγήματός του «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» (Μετέφρασα το «Επεισόδιον του βίου της Μαργαρίτας» και σήμερον πλέον τούτο αναγινώσκεται εις το Παράρτημα των Ειδήσεων του Μπάουτσεν).

[18] Στις ανέκδ. επιστ. 8 (25/8/1998), 9 (2/5/1899), 13 (16/2?1900), 21 (16/1/1901), 30 (15/7/1902), 35 (12/11/1903), 36 (20/12/1904), 39 (17/7/1905), 41 (22/12/ 1906), 43 (3/1/1914) ο Schulze αναφέρει συγκεκριμένα διηγήματα, άρθρα σε εφημερίδες και το ιστορικό βιβλίο του Βαρδουνιώτη «Η καταστροφή του Δράμαλη«, για τα οποία διατυπώνει πολύ θετική κριτική και τού εκφράζει τον απεριόριστο θαυμασμό του.

[19] O Schulze, σε πολλές από τις επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, αναφέρει ότι λαμβάνει εφημερίδες και φιλολογικά περιοδικά από εκείνον αλλά και άλλους λογίους φίλους του από την Αθήνα, όπως για παράδειγμα, από τον κοινό φίλο τους, Π. Τσίληθρα.

[20] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Σε αυτή την επιστολή ο Γερμανός λόγιος εκθέτει δια μακρών την άποψή του για τις ελληνικές εφημερίδες της εποχής, για τις οποίες δεν έχει την καλύτερη γνώμη!

[21] Schulze, ανέκδ. επιστ. 9, 2/5/1899. Για το επίπεδο της εκπαίδευσης στο Άργος του 19ου αιώνα, σημαντικές είναι δύο πρόσφατες σχετικά μελέτες, δημοσιευμένες στα Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα (Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009: α) Γ. Κόνδης, Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα, ό. π., σελ. 89-105 και β) Α. Τότσικας, Η εκπαίδευση στο Άργος τον 19ο αιώνα. Οργάνωση και προσανατολισμοί, ό. π., σελ. 421-431. Η εκπαίδευση των Θηλέων σε αστικά σχολεία, στο Άργος και το Ναύπλιο, καθιερώθηκε με το νόμο 770/1937 για να καταργηθεί δύο χρόνια αργότερα (βλ. Α. Σκορδά-Παπαγιαννοπούλου, Τα αστικά σχολεία Θηλέων Ναυπλίου και Άργους, Πρακτικά του ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000), τόμ. 3, Νεώτερος Ελληνισμός, Αθήναι 2001-2002, σελ. 360-368.

[22] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902. Για την ιστορία του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, τις απαρχές της ίδρυσής του, σε εμβρυακή έστω μορφή, και τους αγώνες τού Βαρδουνιώτη για το σκοπό αυτό, βλ. τη μελέτη του Β. Δωροβίνη, 1961-2011: μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους, Αργειακή Γη (Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους-Μυκηνών), τεύχος 5, σελ. 17-44.

[23] Schulze, ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.

[24] Στο ίδιο.

[25] Στο ίδιο.

[26] Schulze, ανέκδ. επιστ. 22, 15/4/1901. Από την αναφορά αυτή προκύπτει ο χρόνος επίσκεψης του Schulze στην Ελλάδα, και ακριβέστερα στο Ναύπλιο και στο Άργος, που όπως φαίνεται πραγματοποιήθηκε το 1894.

[27] Στο ίδιο.

[28] Ανέκδ. επιστ. 32, 12/12/1902.

[29] Ανέκδ. επιστ. 37, 7/1/1904.

[30] Ανέκδ. επιστ. 10, 1/9/1899. Πρβλ. τη μελέτη του Κ. Ρωμαίου, Ο Ερασίνος ποταμός και ο ρόλος του για την προστασία του Άργους κατά την αρχαιότητα, Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 129-137.

[31] Ανέκδ. επιστ. 30, 15/7/1902.

[32] Βλ. Schulze, ανέκδ. επιστ. 15, 12/11/1900· 16, 13/11/1900· 18, 12/12/1900· 19, 2/1/1901.Σχετικά με την ίδρυση, την ιστορία και τους σκοπούς του Συλλόγου «Δαναός», βλέπε: Χρ. Παπαοικονόμος, «Δαναός», Ο εν Άργει σύλλογος των Αργείων, Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910, Αθήναι 1910 (Αναστατικές εκδόσεις – 1, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού), σελ. 128-141· Ευάγγ. Στασινόπουλος, Σκοποί, πορεία, σταθμοί και προσανατολισμοί του «Δαναού», Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι 1989, σελ. 369-376. Για το ζήτημα της διάσπασης του συλλόγου δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην παρούσα εργασία γιατί θ’ αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης με διεξοδικότερη έρευνα και στα αρχεία του Δαναού.

[33] Schulze, ανέκδ. επιστ. 18, 12/12/1900.

[34] Schulze, ανέκδ. επιστ. 19, 2/1/1901· 27, 16/10/1901·28, 8/5/1902· 32, 12/12/1902· 33, 26/2/1903· 34, 14/4/1903. Στην ανέκδοτη επιστολή του αρ. 38, 15/1/1905, ο Schulze μάς δίνει εμμέσως την πληροφορία ότι έχει διακοπεί η έκδοση της εφημερίδας «Ίναχος».

[35] Schulze, ανέκδ. επιστ. 17, 8/12/1900. Στην επιστολή αρ. 4, 18/5/1898 ο Schulze συστήνει στον Βαρδουνιώτη να διαθέσει τα χρήματα από τη μετάφραση ή υπέρ των δυστυχών θεσσαλών ή υπέρ των ταλαιπωρούντων προσφύγων. 

[36] Schulze, ανέκδ. επιστ. 36, 20/12/1904. Βλ. Ευρυδίκη Μπέσιλα-Βήκα, Η επιρροή του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής της τοπικής κοινωνίας του Άργους τον 19ο αιώνα, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα» (Άργος 5 – 7 Νοεμβρίου 2004), Άργος 2009, σελ. 195-200.

[37] βλ. σημ. 14. Η μετάφραση και η πιθανή έκδοση του άγνωστου αλλά πολύτιμου για τη νεότερη ελληνική ιστορία βιβλίου τού Engel, θα συμβάλει στον εμπλουτισμό των γνώσεών μας γύρω από την ιστορία και την κοινωνία της Πελοποννήσου και όχι μόνο, στο β’ μισό του 19ου αιώνα, καθώς η περιηγητική λογοτεχνία αποτελεί πλέον πρωτογενές υλικό για τη μελέτη της ιστορίας του Νέου Ελληνισμού.

[38] Σε τρεις επιστολές που είχαν αποσταλεί από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία προς τον Βαρδουνιώτη (περιλαμβάνονται στο σώμα της ανέκδοτης αλληλογραφίας του) αποκαλύπτεται η μεγάλη εθνική προσφορά τού Αργείου λογίου. Μέχρι το 1915 ο Βαρδουνιώτης είχε αποστείλει στην Εταιρεία 10.625 έγγραφα που αφορούσαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, πολύτιμα κειμήλια για τη μελέτη και συγγραφή της νεότερης ιστορίας μας.

Σοφία Πατούρα- Σπανού                     

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Διαβάστε ακόμη:

Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μελέτη της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44»

 

Ο Γιώργος Σεφέρης (29.2/13.3.1900 – 20.9.1971) είναι αναμφίβολα ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές και συνάμα σπουδαίος ποιητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Στα ποιήματά του προβάλλει ανάγλυφη η εκπληκτική ικανότητα χειρισμού της γλώσσας. Λυρικός, με βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, ευφυής και ευφάνταστος στο πλάσιμο εννοιών, στη διάλυση ή στον συνδυασμό λέξεων, υποβάλλει μέσα από στίχους πλήθος συναισθημάτων.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Τρία βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν τη μορφή του: αστικός βίος, επαγγελματική διπλωματία και ποιητικό ταλέντο. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετοικεί από τη Σμύρνη στην Αθήνα· έτσι δεν βιώνει από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρύτανης και Ακαδημαϊκός. Γαμπρός του ο πανεπιστημιακός καθηγητής, πολιτικός και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσάτσος. Ο Γιώργος μετά την αποφοίτησή του από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή (1917) γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε νομικά και «πολλή λογοτεχνία» στο Παρίσι (1918-24) και στο Λονδίνο (1924-25). Εν συνεχεία διορίσθηκε «ακόλουθος» στο Υπουργείο Εξωτερικών (1927) και μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε, διετέλεσε Υποπρόξενος και Προϊστάμενος Γενικού Προξενείου στο Λονδίνο (1931-34), Πρόξενος στην Κορυτσά (1936-38), Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου στη Αθήνα (1938), Διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (1945-46), Σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας (1948-50), του Λονδίνου (1951-1952), Πρέσβης της Ελλάδας στη Βηρυτό (1953-56), Διευθυντής της β΄ Πολιτικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών (1956-57), και τέλος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο (1957-62).

Έζησε μια άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις, στους ανώτερους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της κοινωνίας· κάθε φορά είχε την τύχη ή τη δυνατότητα την κρίσιμη στιγμή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο καταστροφής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940/41 υπηρέτησε ως υπάλληλος στις υπηρεσίες λογοκρισίας του Τύπου στην Αθήνα. Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27.4.1941) τον βρίσκει στη Κρήτη· όταν στις 20 Μαΐου 1941 πέφτουν οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο νησί, ο Σεφέρης βρίσκεται ήδη στην Αλεξάνδρεια. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 22.10.1944, δέκα μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής στην Ελλάδα εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Ν. Αφρικής (1941-42) και στη Δ/νση Τύπου & Πληροφοριών του Καΐρου (1942-44). Όταν ο Ρόμελ φτάνει με τον στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1942, οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί (μαζί τους ο Γιώργος και η Μαρώ) διαφεύγουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Σουέζ· με το που περνά ο κίνδυνος, επιστρέφουν στο Κάιρο.

Το 1960 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας Φιλολογίας στο Καίμπριτζ, το 1961 λαμβάνει το βραβείο Foyle και το 1963 το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ακολουθούν οι τίτλοι: επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Οξφόρδης (1964), επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Princeton (1965), επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1966), εταίρος του Institute for Advanced Study του Princeton (1968), μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters (1971).

Σε αρκετά ποιήματα και σε άφθονα χωρία των πεζών του ο Σεφέρης κρίνει συμπεριφορές ή χειρισμούς πολιτικών προσώπων της εποχής του, τους οποίους γνώρισε καλά λόγω επαγγέλματος. Τις περισσότερες φορές είναι δριμύς, ψογερός, πλουσιοπάροχα ειρωνικός· ελάχιστες οι φορές που θα εκφρασθεί θετικά για κάποιον πολιτικό (π.χ. εκτιμούσε τον Γ. Καρτάλη, με τον Π. Κανελλόπουλο έγινε φίλος· τον θεωρούσε διορατικό πολιτικό αλλά έψεγε την τακτική του ως επιπόλαια οχλαγωγική, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σσ. 70-71). Αντίθετα απ’ ό,τι στα πεζά, στα ποιήματα η κριτική εμφανίζεται συγκαλυμμένη καθώς χρησιμοποιεί αλληγορίες, μεταφορές, συμβολισμούς, κ.λπ. («Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα», Τελευταίος σταθμός).

Στο Υστερόγραφο (Πρετόρια, 11.9.1941) σκιαγραφεί πικρόχολα τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον περίγυρό του: «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα / και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια. Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους / δε βγαίνει καν από το στόμα τους. / Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια». Μέσα σ’ αυτό τον περίγυρο βρίσκεται κι ο ίδιος («Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», Η μορφή της μοίρας 1.10.1941). Στο Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal θ’ αποκαλέσει τον Τσουδερό «Ονοκρόταλο Πελεκάνο» που έχει «ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού / στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου». Το ποίημα γράφεται τον Οκτώβριο του 1941 όταν η Ελλάδα στενάζει κάτω από τριπλή κατοχή, και η πείνα στις μεγάλες πόλεις (ιδίως Αθήνα) έχει αρχίσει να θερίζει· οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ο ποιητής περνά τις μέρες του ειδυλλιακά, ήρεμα και μ’ ευμάρεια στο «Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς / του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια / ναρκωμένο βαθιά». Οι τζακαράντες, τροπικά δένδρα με μωβ λουλούδια, λικνίζουν τους κλώνους τους στο απαλό φύσημα του αγέρα «παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας» ενώ ρίχνουν «γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι». Γυαλιστερά τ’ αυτοκίνητα της ελληνικής πρεσβείας και «στο τέλος του δρόμου», τον περιμένει «δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του / ο ασημένιος φασιανός της Κίνας / ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος». Νυχθημερόν περισφιγμένος στα ωραία πλοκάμια της ευδαιμονίας ο Σεφέρης παρασύρεται λοιπόν σαν ένας άλλος Τανχόυζερ στα κατάβαθα του πύργου της Αφροδίτης, περνώντας μέρες αμαρτωλής αργίας.

Ο ποιητής θαυμάζει τους ανθρώπους «όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα / χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, / χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα». Αυτός μαζί με άλλους που αποτελούν το «υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου», κοιτάζουν «το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι / πίσω από τα καφασωτά…πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής» που άφησε πίσω της το μεθυστικό «απροσδιόριστο λίκνισμα…μιας αψηλής φοινικιάς» (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Κάιρο 20.6.1942). Μαζί με τους πολιτικούς άρχοντες που προσφεύγουν στην Ιερουσαλήμ, είναι «όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα / πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»· εκεί «η καταφρόνια / είναι η πραμάτεια / του κανενού». Στη Νεκρή θάλασσα «δεν έχει ζωή…οχτρούς και φίλους / παιδιά, γυναίκα / και συγγενείς, / άει να τους βρεις». Αλλ’ αυτός είναι ο τόπος που τους έταξαν οι Εγγλέζοι, όπως αποκαλύπτει η επωδός του ποιήματος «This is the place, gentlemen!» (Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα, Ιούλιος 1942).

Ένα χρόνο αργότερα στους δρόμους του Καΐρου θα περπατά «με προσοχή, να μη γλιστρήσει / στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες / ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι, / παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει; – δε θα την πατήσει; / Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·/ προχωρεί / κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών… Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς / χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια / και τον γυμνώνουν. / Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος, / κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα / σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά» (Μέρες τ’ Απρίλη 1943, Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24.6.1943).

Στο ποίημα Θεατρίνοι, Μ.Α. (Αύγουστος 1943) αποκαλύπτονται οι ατέρμονες στημένες παραστάσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή: «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε / στήνουμε θέατρα και σκηνικά, όμως η μοίρα μας πάντα νικά / και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη / υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς». Ο ποιητής παρομοιάζει την καρδιά του μ’ «ένα σφουγγάρι» που σέρνεται στον δρόμο και στο παζάρι «πίνοντας το αίμα και τη χολή / και του τετράρχη (= υποτελής ηγεμόνας) και του ληστή».

Στις 9 Αυγούστου 1943 φτάνει στο Κάιρο η «αντιπροσωπεία των βουνών», δηλ. των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων: από το ΕΑΜ είναι οι Τζίμας, Ρούσος, Τσιριμώκος και Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Καρτάλης. Στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ (σ. 123) ο Σεφέρης σημειώνει ότι οι Άγγλοι χαρακτηρίζουν αυτό τον ερχομό “συμπτωματικό γεγονός”. Ο ποιητής εμπνέεται απ’ τον ερχομό τους και γράφει το Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ, όπου σχολιάζει ότι ο καθαρός αγέρας των ψηλών βουνών δροσίζει τους ξεραμένους κάμπους της Αιγύπτου· ηχεί σα μουσική από φλογέρα ή απόμακρο τύμπανο, διαπερνώντας σωρούς από κόκαλα πολιτικάντηδων. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε! / Βοήθεια! Βοήθεια! / Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με / τους νεκρούς!». Η «αντιπροσωπεία των βουνών» θέτει ως βασικό όρο να μην επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμεί ο λαός μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το ποίημα Αντάρτες στη Μ.Α. (Αφήγηση για τα παιδιά) διαπερνά ο σαρκασμός: «Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε, / εδώ που ’λαχε να ζούμε / μες στη ζέστη την ογρή / μες στη Μέση Ανατολή. / Φούσκωνε και το ποτάμι, / φούσκωναν και τα μυαλά / κι ήμασταν σαν το καλάμι / στην παχιά ακροποταμιά. / Όταν ήρθανε οι αντάρτες / με πιστόλες και με χάρτες / να ταράξουν τη ζωή μας… “Τί γυρεύουν; Τί γυρεύουν;” φώναζαν στις παροικίες… “Ποιός τους έφερε δω-πέρα / να μάς πάρουν τον αέρα;” / “Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;” / “Αλλ’ αυτοί μας αγαπούν / και δε θέλουν την αμάχη / στους λαούς που πολεμούν / για να ζήσει η ανθρωπότη / έξω απ’ της σκλαβιάς τα σκότη” … “Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες (= οι Ελλαδίτες) / που γλεντούν σε κάθε κρίση, / αυτοί πάλι βρήκαν κάτι / να μας κόψουν το ραχάτι.” … Οι αντάρτες σαν τον είδαν / πήγε να τους φύγει η βίδα. / Μέρα-νύχτα συζητούσαν, / μέρα-νύχτα πολεμούσαν, / για να βρούνε κάποια λύση / στης Ανατολής την κρίση / που ήταν πια μασκαραλίκι. / Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν / χωρίς να πλερώνουν νοίκι, / έπαψαν να παίζουν πρέφα / και σα να μοιράζαν κόλλυβα / τους εμάζεψαν αθόρυβα / και τους στείλανε ξανά / στα ψηλά τους τα βουνά» («Τα Περιστέρια», 5.9-24.10.1943).

Το χορικό απ’ τον «Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη» (Sh. Emad el Din, 6.5.1944) έχει γραφεί μ’ αφορμή την καταστολή του κινήματος των ελληνικών σωμάτων Μ.Α. από τους Άγγλους. Πρόκειται για την πρώτη φανερή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις· πολλοί οι νεκροί και οι τραυματίες: τον Μάρτιο του 1944 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ζήτησαν την παραίτηση του Τσουδερού και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Γεώργιος Β΄ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κάνοντας πρωθυπουργό τον Σοφ. Βενιζέλο (14 Απριλίου) ο οποίος λίγες μέρες μετά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, και τη θέση του έλαβε ο Γ. Παπανδρέου (26 Απριλίου). Μια από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού ήταν να διώξει τον Σεφέρη από τη Δ/νση Τύπου (28 Απριλίου). Η αρνητική κριτική που ασκεί ο Σεφέρης προς τον Παπανδρέου (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 216) ξεκινά από προσωπικούς/επαγγελματικούς λόγους. Ο ποιητής χορεύει εμπαίζοντας, και δείχνει να το απολαμβάνει. Η δηκτική χλεύη φτάνει μέχρι την αθυροστομία: «Κάτω απ’ το δέ-, κάτω απ’ το -ντρό, / κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού / ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ / και βρεθήκανε χεσμένοι».

Το καλό του ήθος δεν διαβρώθηκε τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς· τον κάνει να αισθάνεται τύψεις λίγο προτού επιστρέψει σε μια καθημαγμένη από πόλεμο και κατοχή πατρίδα, εκεί όπου οι πολιτικοί δεν θα διστάσουν να εμφανισθούν ως απελευθερωτές, καρπούμενοι «το αίμα των άλλων». Η αιδώς δαγκώνει την ψυχή του ποιητή όταν συλλογίζεται τη στιγμή που θ’ αντικρίσει τους βασανισμένους από κακουχίες συμπατριώτες του. Ο Σεφέρης εκμυστηρεύεται τις τύψεις του στον Τελευταίο σταθμό (Cava dei Tirreni, 5.10.1944): «Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία…ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, / καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», «σε τούτη τη στερνή μας σκάλα / όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει / σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια / στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος / ήρθε η στιγμή της πλερωμής…».

Στην Cava dei Tirreni, ένα ειδυλλιακό ιταλικό «χωριουδάκι πάνω από το Σαλέρνο», έδρα των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σεφέρης γράφει ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Το Απομεσήμερο ενός φαύλου (7.10.1944). Η προαίσθησή του είναι βαριά ήδη από τον Αύγουστο του 1944 για «το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill)», όπου «θα περάσουμε άθλιες στιγμές μ’ αυτό το μπουλούκι» (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 258). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26.9.1944) η οποία όριζε τον Σκόμπι ως αρχιστράτηγο των αγγλικών και ελληνικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Σεφέρης σημειώνει την 1η Οκτωβρίου: «Ο στρατηγός- βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci» (Μέρες Δ΄ σ. 362, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 269). Ο ποιητής με την ενόραση και τη διαύγεια τού νου που πάντοτε τον διέκριναν, προβλέπει τον επικείμενο άγριο εμφύλιο: «Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, / τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα! / Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, / να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! – οι στερνοί. // Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια / και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια / μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά / για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά. // Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, / ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, / μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά- / τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά! // Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου / μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου· / μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, / κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή: // το ματσαράγκα, το φαταούλα / με μπογαλάκια και με μπαούλα· / τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά / λες και την άδειασαν όλη μεμιά // σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους / όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους / ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή / που στο βραχνά του παραμιλεί. // Δες το σελέμη, δες και το φάντη / πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη / που ρητορεύεται λειτουργικά / μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά. // Μαυραγορίτες από τα Νάφια / της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια, / γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, / λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί // στα χώματά σου τα λαβωμένα / γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα / και δεν μπορούνε χωρίς εσέ- // οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.» (Διευκρινίσεις: κολλυβιστής = αργυραμοιβός, ματσαράγκας = απατεώνας, σελέμης = παράσιτο, φάντης = βαλές [τραπουλόχαρτο], σαν υποτρόφους: ο Σεφέρης βλέποντας το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου Έλληνες υπουργούς και στρατιωτικούς να φορούν ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI, σχολιάζει στο Πολ. Ημερολ. Α΄ σ. 269 και στις Μέρες Δ΄ σ. 362 πως έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούργια χειμωνιάτικα», Νάφια = από τ’ αγγλ. NAAFI [Navy, Army and Air Force Institute], καντίνες ή πρατήρια για μέλη των ενόπλων δυνάμεων· λειτούργησαν κι ως βασικές πηγές μαύρης αγοράς, λουφές = κέρδος χωρίς κόπο). Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί ποιοι υπονοούνται στο παραπάνω ποίημα εάν διαβάσει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή. Εδώ θα υπογραμμίσω την αξιοθαύμαστη ικανότητα του Σεφέρη να πλάθει σωστά τη νεοελληνική γλώσσα ανάλογα με όσα επιδιώκει να εξωτερικεύσει· τούτο φαίνεται κυρίως στη μετατροπή του ρήματος ρητορεύω από ενεργητικό σε μέσο δυναμικό/περιποιητικό: ο ιεροφάντης ρητορεύεται, δηλ. ρητορεύει ενεργοποιώντας όλες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, ηδονή ή ωφέλεια, κι όχι το κοινό καλό!

Ολοκληρώνοντας: κάθε άνθρωπος έχει αδυναμίες κι είναι λάθος να επιζητούμε σε κάποιον την τελειότητα ή την αγιότητα. Στις Μέρες Δ΄ σ. 55 (16.4.1941) ο Σεφέρης δικαιολογείται: «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ’φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ’ αυτούς τους ανθρώπους μού φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν απ’ την πρώτη μέρα· ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα πού θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ’ αποφάσισα». Ο Σεφέρης δεν επέλεξε να μπει στην αντίσταση όπως άλλοι. Η καταγωγή και η κοινωνική/επαγγελματική θέση τού προσέφεραν τη δυνατότητα διαφυγής. Εάν η ζωή του κινδύνευε τόσο πολύ απ’ τους κατακτητές, τότε πιο μπροστά, στον πόλεμο του ’40, γιατί δεν πολέμησε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες; Γιατί απέφυγε τον κίνδυνο επιλέγοντας τη σιγουριά της Αθήνας; Η σκληρή αλλά δίκαιη κριτική που ασκεί για πολιτικάντηδες «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνονται…τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄ σ. 14, 26.1.1941) δεν γίνεται ν’ αφήσει άθικτο τον ίδιο. Ανυπόφορη γι’ αυτόν η ξενιτειά, όπως μ’ έμφαση τιτλοφορεί ένα του ποίημα, πλην όμως πολύ πιο υποφερτή από την παραμονή σε μια χειμαζόμενη πατρίδα. Από την άλλη, έχει μεγάλο δίκαιο όταν λέει ότι ο άνθρωπος «σαν έρθει ο θέρος / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι» (Τελευταίος σταθμός).

Στον άνθρωπο Σεφέρη η σάρκα δεν ήταν εύψυχη, αλλά ήταν η συνείδησή του. Ευτυχώς που επέζησε, αφού έζησε όλ’ αυτά, και με την ευσυνειδησία που τον κατείχε, θέλησε να τ’ αφήσει παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενιές. Ας βάλουν μυαλό οι νεώτεροι Έλληνες κι ας καταλάβουν ότι όλοι είναι χρήσιμοι σε μια κοινωνία, ότι κανείς δεν περισσεύει, αρκεί να τοποθετείται εκεί όπου είναι κατάλληλος και μπορεί ν’ αποδώσει τα μέγιστα. Διότι σε τελευταία ανάλυση, το ατομικό καλό απορρέει από το γενικό καλό.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη