Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Στην αποτύπωση του Άργους, το κάστρο της Λάρισας εμφανίζεται σε πολύ καλή κατάσταση καθώς και το σπήλαιο κάτω από το σημείο που βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι της «Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας» το οποίο, παραδόξως, δεν απεικονίζεται.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. Διαβάστε τη συνέχεια »

Πασπαλιάρης Παναγιώτης Π. – «Ο Μεγάλος Ανορθόγραφος»


 

Κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Ναυπλιώτη ιστορικού Παναγιώτη Πασπαλιάρη με τίτλο: «Ο Μεγάλος Ανορθόγραφος – Ελληνική Νομαρχία. Ανατύπωση της έκδοσης του 1806 με τα ορθογραφικά της σφάλματα. Μια προσπάθεια ταύτισης», εκδόσεις «Ναυπλιεύς». 

Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τη μελέτη του κ. Πασπαλιάρη για την ταυτότητα του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας», του «Ανονίμου του Έλληνος»· το δεύτερο μέρος είναι μια επανέκδοση της «Ελληνικής Νομαρχίας» με τα ορθογραφικά σφάλματα του πρωτοτύπου.

Ποιος έγραψε εκείνο το μικρό, το μεγάλο βιβλίο της ιστορίας μας το 1806, που κρυμμένο στα ενδύματα κάθε σχεδόν φιλικού, έδωσε τις ιδέες, τον τρόπο, και την ορμή για το απονενοημένο διάβημα: την επανάσταση του 1821, την επανάσταση του έθνους μας. Για χρόνια η ταυτότητά του παραμένει μυστική.

Ο ιστορικός Παναγιώτης Πασπαλιάρης μέσα από μία εξαντλητική αντιπαραβολή κειμένων, μελέτη των πηγών και παρατήρηση ιστορικών στιγμιοτύπων, μια αληθινά  ερευνητική υπέρβαση, καταλήγει και προτείνει την ταύτιση: Ο «Ανόνιμος» είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας ή μπορεί κάλλιστα να είναι.

 

Ο Μεγάλος Ανορθόγραφος

Διαβάστε τη συνέχεια »

Σκαλίδης Γεώργιος (1793-1857 ή 1858)


 

Μέλος της Φιλικής Εταιρείας – Υπογραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας – Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου – Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίας – Δικηγόρος Ναυπλίου – Συμβολαιογράφος Ναυπλίου  

 

Ο Γεώργιος Σκαλίδης, πιθανότατα γεννήθηκε το 1793,  όπως συμπεραίνεται από τη δήλωση του στα απογραφικά δελτάρια του 1839,[1]  και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη,  όπου και μορφώθηκε. Κάποια στιγμή, πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, έρχεται στην Τριπολιτσά και εργάζεται στο γραφείο του διερμηνέα (δραγουμάνου) του Πασά της Πελοποννήσου.  Είναι όμως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, όπως μας πληροφορούν τόσο ο Φωτάκος όσο και ο Ι. Φιλήμων και  χάρη στη θέση του πληροφορείται όλα τα θέματα που απασχολούν την οθωμανική διοίκηση. Κατά την περιγραφή του Χρύσανθου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, ο Σκαλίδης, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη του διερμηνέως του Πασά, προσφέρεται να μεταφράσει τα κωδικοποιημένα έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας που έρχονται σε γνώση των Οθωμανών  και αλλοιώνει  το περιεχόμενό τους «καταλλήλως».[2]

Στη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς παρέμεινε εντός της πόλης, ενημερώνοντας τους πολιορκητές για τα τεκταινόμενα. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και την πτώση της, υπηρετεί ως υπογραμματεύς της Πελοποννησιακής Γερουσίας, σε διάφορες άλλες διοικητικές θέσεις των επαναστατικών κυβερνήσεων, καθώς και ως μέλος διαφόρων επιτροπών.[3] Στις  4 Μαρτίου του 1826 εγκρίνεται ομόφωνα από το Βουλευτικό, ο διορισμός του ως γραμματέας του Δικαστηρίου των Εκκλήτων του Ναυπλίου και αποστέλλεται προς έγκριση στο Εκτελεστικό.[4] Το  φθινόπωρο του 1828, όπως πληροφορούμαστε από το εξαιρετικό βιβλίο του κυρίου Δημητρίου Γεωργόπουλου, προϊσταμένου των Γ.Α.Κ., Αρχεία Νομού Αργολίδος,  χρησιμοποιείται  μαζί με άλλους από την Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου  ως αιρετός κριτής σε διάφορες αντιδικίες μεταξύ πολιτών, ως μιας μορφής δηλαδή αιρετού  διαιτητή – δικαστή.[5] Στις18Φεβρουαρίου 1829 υπογράφεται στην Αίγινα το «Ψήφισμα περί του διοργανισμού των δικαστηρίων» και ορίζονται τα τμήματα των Πρωτοκλήτων δικαστηρίων και οι έδρες τους.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδος με έδρα το Άργος αποκτά τους πέντε πρώτους δικαστές του, σύμφωνα με το ψήφισμα του Ιωάννη Καποδίστρια. Ένας από αυτούς είναι ο Πάρεδρος Γεώργιος Σκαλίδης.[6] Ο Κωνσταντινοπολίτης μας όμως είναι εξαιρετική προσωπικότητα για να μείνει επί μακρόν ένας απλός πάρεδρος και με το ψήφισμα του Κυβερνήτη της 18ης Μαΐου  1829 διορίζεται Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου «κατά το τμήμα της Κάτω-Μεσσηνίας» με έδρα την Καλαμάτα.[7] Ο διορισμός του επιβεβαιώνεται και από την πράξη αρ. 12.579/18-5-1829 του Ι. Καποδίστρια, όπου ορίζεται ο αντικαταστάτης του στη θέση του παρέδρου του Πρωτοκλήτου Αργολίδος.[8] Δυστυχώς, ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται και  μία ακόμα περίοδος αναρχίας ξεσπά στη χώρα.  Εν τέλει ορίζεται βασιλιάς της Ελλάδος ο  Όθωνας και φθάνει στο Ναύπλιο. Διαβάστε τη συνέχεια »

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831) – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier


 

Κυκλοφόρησε η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», μια έκδοση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», έρχεται να πιστοποιήσει τον πλούτο των πηγών που παραμένουν άγνωστες ακόμη για την εποχή εκείνη.

Μετά από επίπονη και μακρόχρονη ερευνητική προσπάθεια, πραγματοποιήθηκε μια πρώτη γαλλική έκδοση της μελέτης που στηρίζεται σε ένα άγνωστο αρχείο και αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart). Πρόκειται για στρατιωτικό που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1828-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνεντέρ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή του ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison).

Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J.N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία επέτρεψε τη γνωριμία του Γ.Κόνδη με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για την έκδοση του αρχείου.

 

Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 υπάρχουν τρία «ξεχασμένα» που σημάδεψαν την πορεία της όπως και την πορεία του ανεξάρτητου νέου ελληνικού κράτους: η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή και η αντίστοιχη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά. Το σημαντικό έργο του γαλλικού στρατού και των Γάλλων επιστημόνων παρέμεινε ξεχασμένο και μόνο το 2011/2017 παρουσιάζονται οι δυο τόμοι ενός εξαιρετικού έργου με τίτλο «Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά – 1829-1838», φωτίζοντας πληθώρα πτυχών της γαλλικής παρουσίας στην ανεξάρτητη Ελλάδα με ένα πλούσιο υλικό χαρτών, εικόνων και κειμένων.

 

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα

 

Προηγουμένως, το 1971, στην εισαγωγή ενός άλλου σημαντικού έργου με τίτλο «Η ελεύθερη Ελλάς και η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως. Το λεύκωμα Πεϋτιέ», ο επιμελητής της έκδοσης Στέλιος Α. Παπαδόπουλος σημειώνει:

 

Η Επιστημονική Αποστολή, παρά τη σημασία του έργου της, λησμονήθηκε⸱ ενδεικτικό το γεγονός ότι σε μια μόνο γενική ιστορία της Ελλάδος γίνεται μνεία της. Η σχεδόν πλήρης έλλειψη μελετών για την ιστορία της επιστημονικής σπουδής της Χώρας δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία της συνολικής αποτιμήσεως της προσφοράς της. Ανάλογη ήταν και η τύχη του ανέκδοτου υλικού. Και υλικό δεν συγκεντρώθηκε μονάχα από τα επίσημα μέλη της: «πολλοί σχεδίαζαν τοπία, κρατούσαν σημειώσεις, έκαμαν συλλογές φυτών, εντόμων ή άλλων αξιοπερίεργων ή εταρίχευαν πουλιά⸱ είδα πραγματικά πολύτιμες συλλογές φυσικής ιστορίας και πολύ ενδιαφέρουσες εκθέσεις (relations) που είχαν γίνει από υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς, αξιωματικούς του υγειονομικού ή άλλα μέλη του εκστρατευτικού σώματος», γράφει ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν. (σ. 13)

 

Ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν (Jean Baptiste Bory de Saint-Vincent) επικεφαλής της Επιστημονικής Αποστολής είχε, βεβαίως, προσωπική εμπειρία για όλο αυτό το υλικό που είχε παραχθεί και που, ένα μέρος του, μας είναι ακόμη άγνωστο. Το ίδιο σημαντική είναι η επισήμανση  του Στ. Α. Παπαδόπουλου για το υλικό αυτό, προτρέποντας μάλιστα στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 19) για την ανανέωση του ενδιαφέροντος σχετικά με την έρευνα του υλικού αυτού. Διαβάστε τη συνέχεια »

Οβιδίου, Επιστολή Υπερμνήστρας  στον Λυγκέα


 

Οβίδιος

Ο Οβίδιος (Publius Ovidius Naso) ήταν γνωστός Ρωμαίος ποιητής, που έζησε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Οκταβιανού Αύγουστου (20 Μαρτίου 43π.Χ. – 17μ. Χ.). Καταγόταν  από εύπορη οικογένεια πατρικίων, η οποία ανήκε στην τάξη των ιππέων, και έκανε λαμπρές νομικές και φιλολογικές σπουδές με τους καλύτερους δασκάλους. Ήταν προορισμένος για σταδιοδρομία στον δημόσιο βίο, διαπίστωσε όμως ότι ο δημόσιος βίος δεν του ταίριαζε και αποφάσισε να ασχοληθεί με την ποίηση. Συνόδευσε τον Πομπήιο Μάγνο σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα, όπου πέρασε ένα χρονικό διάστημα, και ταξίδεψε αρκετά στην Ελλάδα κερδίζοντας αρκετές εμπειρίες. Ήταν σύγχρονος των Βιργίλιου και Οράτιου και θεωρείται ένας από τους τρεις μεγάλους ποιητές της λατινικής λογοτεχνίας. Περισσότερο γνωστός είναι από τις «Μεταμορφώσεις», μία σειρά 15 βιβλίων μυθολογικής αφήγησης γραμμένη σε δακτυλικό εξάμετρο, αλλά και για τις συλλογές ερωτικής ποίησης, ιδιαίτερα για τους Έρωτες (Amores) και την Ερωτική τέχνη (Arsamatoria).

Οι «Επιστολές ηρωίδων» (Epistulae Heroidum) του Οβίδιου είναι ένα απ’ τα νεανικά του έργα. Πρόκειται για δύο σειρές από πνευματώδεις δραματικούς μονολόγους, που χαρακτηρίζονται ως επιστολικά ποιήματα. Η πρώτη σειρά (1-15) περιέχει ερωτικές επιστολές γραμμένες από διάσημες ηρωίδες της ελληνικής μυθολογίας, όπως η Πηνελόπη, η Σαπφώ, η Μήδεια, η Αριάδνη, η Φαίδρα, η Υπερμνήστρα και η Διδώ, που απευθύνονται στους ερωμένους τους. Η δεύτερη σειρά (16-21) περιλαμβάνει επιστολές ερωτευμένων ανδρών και απαντήσεις των αγαπημένων τους γυναικών. Από τις 21 ερωτικές επιστολές του Οβιδίου μόνο οι πρώτες 15 θεωρούνται γνήσιες.

Ο Οβίδιος είναι πρωτότυπος ποιητής και συνδέει στην επιστολογραφία του τον τραγικό μονόλογο με την ερωτική ελεγεία. Έτσι δημιουργεί την ερωτική επιστολογραφία. Στις «Ηρωίδες» επινόησε συγγραφικά τις επιστολές που θα έστελναν μερικές από τις πλέον διάσημες γυναίκες του μύθου και της αρχαιότητας στους συντρόφους τους, επιστρατεύοντας όλα τα όπλα τους, για να τους πείσουν να επιστρέψουν σε εκείνες. Είναι ο πρώτος άνδρας συγγραφέας που έγραψε με γυναικεία φωνή. Μέχρι τότε ό,τι γράφτηκε από τον Όμηρο μέχρι και τον Άγιο Αυγουστίνο  το είχαν συνθέσει άνδρες. Διαβάστε τη συνέχεια »

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος Α. (1798 ή 1799 – ;)


 

Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος

1/  9 Μαρτίου 1831 – 16.764 / 26 Δεκεμβρίου 1846[1]

 

Ο Χαράλαμπος  Αριστείδου Παπαδόπουλος  κατάγεται από την Καρύταινα,  σύμφωνα με δήλωση του κατά την απογραφή της  Οθωνικής περιόδου, στις 19 Ιουνίου 1839. Όπου αναγράφεται το πατρώνυμό του, χρησιμοποιείται μόνο το γράμμα «Α». Ο μοναχογιός του όμως ονομάζεται Αριστείδης, σύμφωνα με την ανωτέρω απογραφή. Καθώς την περίοδο της απογραφής δηλώνει ότι είναι σαράντα χρονών, θα πρέπει να έχει γεννηθεί  μεταξύ των ετών 1798 και 1799. [2]  Αν και δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το είδος των σπουδών του αυτές κρίνεται πως θα ήταν αξιόλογες. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα σε πολύ καλό βαθμό αλλά δεν γνώριζε επαρκώς την οθωμανική και χρησιμοποιεί πάντα διερμηνέα, όταν χρειάζεται,  γεγονός που έχει τη σημασία του για πρώην υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα,  γνώριζε να γράφει,  συνεπώς και να  διαβάζει, τόσο την ιταλική  όσο και τη γαλλική γλώσσα. Τα κείμενα του στα ιταλικά  είναι εξαιρετικά καλλιγραφικά. Είναι γνώστης σε σημαντικό βαθμό των κειμένων του Διαφωτισμού,  στα συμβόλαιά του περιέχονται λέξεις και φράσεις που είναι συνδεδεμένες με τον Γαλλικό Διαφωτισμό ενώ οι πελάτες του – τουλάχιστον αυτοί των πρώτων χρόνων – αναγράφονται συχνά ως «πολίτες». Ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να έχει λάβει σημαντική μόρφωση είναι ότι επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διορίζεται ως ένας από τους  πρώτους Προέδρους Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της χώρας (Πρωτοδικεία με τη σημερινή ορολογία).

Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν την πορεία του στον χρόνο. Η πρώτη αναφορά για τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο εντοπίζεται στις 21 Οκτωβρίου  1827, όταν κατ’ εντολή του στολάρχου, του οποίου διατελεί γραμματέας, αποστέλλει  επιστολή  προς τους Δημογέροντες των Χίων, προκειμένου να τους ευχαριστήσει για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Η επιστολή συντάσσεται επί του δίκροτου «Ελλάς». Πρόκειται για την εκστρατεία στη Χίο, που χρηματοδότησαν οι απανταχού Χίοι, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί το νησί τους, για να αποτελέσει μέρος της ελεύθερης Ελλάδας. Η επιστολή, δυστυχώς, φέρει την υπογραφή μόνο του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Στόλαρχος όμως της εκστρατείας στην Χίο ήταν ο στρατηγός Φαβιέρος, οπότε πιθανά, υπό τις διαταγές του υπηρετεί ο Παπαδόπουλος. Η επικοινωνία δε μεταξύ των δύο αντρών πρέπει να γίνεται και στα γαλλικά. [3] Στην πορεία τον συναντάμε επί διακυβερνήσεως Καποδίστρια, στις 2 Αυγούστου 1830, να εκδίδει  και  να υπογράφει μία απόφαση ως πρόεδρος  του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Ανατολικής Ελλάδος,  που έχει έδρα τα Σάλωνα.[4] Στις 15 Αυγούστου 1830 γίνονται «κρίσεις» – νέοι διορισμοί του  προσωπικού των δικαστηρίων και ο Παπαδόπουλος παραμένει αμετάθετος ως πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Ανατολικής Ελλάδος.[5] Για ικανό χρονικό διάστημα στην συνέχεια,  εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αποφάσεων τις οποίες εκδίδει ως πρόεδρος και δημοσιεύονται σε  Φ.Ε.Κ.. Οι δύο  τελευταίες αποφάσεις που φέρουν την υπογραφή του εκδίδονται στις 7 Φεβρουαρίου και δημοσιεύονται στο φύλλο της «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος» στις 25 Μαρτίου 1831.[6]

Στις 9 Μαρτίου 1831 συντάσσει και υπογράφει την πρώτη του πράξη ως Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας.[7]  Στην οποία αναγράφει: «Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν εν έτος την εννάτην του μαρτίου μηνός, ημέραν Δευτέρα, την δεκάτην ώραν,  επαρουσιάσθη προς την μνημονίαν ταύτην εις την οικίαν μου υπ’ αρ. 268…..».  Η καριέρα του θα είναι σημαντική και ιστορικά κομβική, καθώς για χρόνια θα είναι ο μοναδικός Μνήμονας της πρωτεύουσας του κράτους, συντάσσοντας πράξεις,  με συμβαλλόμενους  τους περισσότερους αγωνιστές της Πελοποννήσου. Η τελευταία πράξη του ήταν η υπ΄αρ. 16.764/ 26 Δεκεμβρίου 1846, χωρίς όμως να αποκλείεται η  ύπαρξη και άλλων.[8]

 

Η διαθήκη του Γεωργίου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 1831. Φέρει την υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Αρχείο Σπανίων Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

 

Χάρη στη δωρεά που έκανε το 1902 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος  ένας άλλος συμβολαιογράφος της πόλης, ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων  της  Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος φυλάσσονται οι πρώτες 5.554 πράξεις του Χαράλαμπου Α. Παπαδόπουλου, καθώς και τα βιβλία υπηρεσιακής αλληλογραφίας και παρακατάθεσης παλαιοτέρων εγγράφων και πράξεων. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο Θωμάς Φλαγγίνης και η Φλαγγίνειος Σχολή


 

Προσωπογραφία του Θωμά Φλαγγίνη (ελαιογραφία, 17ος αι.). Βενετία, Ελληνικό Ινστιτούτο.

Ο Θωμάς Φλαγγίνης ήταν γιος του Κερκυραίου Απόστολου Αυλωνίτη και της Μαρί­ας Φλαγγίνη, θυγατέρας του Βικέντιου Φλαγγίνη, από την Κύπρο. Γεννήθηκε στη Βενε­τία το 1578. Ο πατέρας του Θωμά Φλαγγίνη ήταν επί­λεκτο μέλος της Ελληνικής Κοινότητας της Βενετίας, πέθανε όμως πολύ νέος, και το μικρό Θωμά τον μεγά­λωσε η μητέρα του Μαρία και ο θείος του Βενέδικτος Φλαγγίνης. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο, από μικρός, υιοθέτησε το επώ­νυμο Φλαγγίνης. Τα πρώτα γράμματά του τα έμαθε στη Βενετία, για να συνεχίσει τις σπουδές του στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, ένα από τα παλιότερα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, που είχε αναδειχθεί, ήδη από τον 15° αιώνα, σε σημαντική εστία της Ευρωπαϊκής Παιδείας, και συνέρρεαν σ’ αυτό σπου­δαστές από όλο τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς αρκετοί Έλληνες, οι οποίοι, στη συνέχεια, μεταλαμπάδευαν τα φώτα της Ευρώπης σε όλα τα μέρη του Αλύτρωτου Ελληνισμού.

Ο Θωμάς Φλαγγίνης αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, από το οποίο ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του κανονικού δικαίου, και επέστρεψε στη Βενετία, όπου άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Παράλληλα όμως ανέπτυξε αξιόλογη εμπορική δραστηρι­ότητα στη Σμύρνη και στην Κύπρο, η οποία του εξασφάλισε σημαντική περιουσία. Από τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του στη Βενετία, δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα κοινά και εκλέγεται δυο φορές Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας. Διατηρεί στενές σχέσεις με λογίους της εποχής, αποκτά πλούσια βιβλιοθήκη που υποδηλώνει την αγά­πη του για τα γράμματα· από αυτήν υποκινούμενος καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες για την ενίσχυση Σχολείων, μέσα και έξω από τη Βενετία, με κορύφωση τη Φλαγγίνειο Σχολή της Βενετίας, που αποτελεί και τη μεγάλη προσφορά του προς τον Ελληνισμό της Ιταλίας και προς το υπόδουλο Γένος. Η προσφορά του αναγνωρίστηκε από όλους, όπως αυτό φαίνεται και από το ελληνικό επιτύμβιο προς τιμή του, που σώθηκε στη βιβλιοθήκη του Ληξουρίου της Κεφαλλονιάς:

 

«Θωμά Φλαγγίνη τω Κερκυραίω, ορθοδόξω και ανδρί Φιλογενεστάτω,

οι των Ελλήνων εν Βενετία τύμβον τουτί κατέθεντο».

 

Αψευδής μάρτυρας του ενδιαφέροντος για τα κοινά και της αγάπης για τα γράμ­ματα, η διαθήκη του. Διαθέτει για το σκο­πό αυτό το ¼ της τεράστιας περιουσίας του· οραματίζεται να συμβάλει, με την ίδρυση της Σχολής, στη μόρφωση Ελλήνων νέων, οι οποίοι θα μπορούν, μετά την αποφοίτησή τους από τη Σχολή, να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, να ανέλθουν στα ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα και να συμβάλουν στην ανάσταση του Γένους, που ήταν πόθος διακαής όλων των Ελλή­νων, διακηρυγμένος από τις πρώτες μέρες της άλωσης της Πόλης.

 

H Γέφυρα των Ελλήνων με τη Δύση – το Κολλέγιο Φλαγγίνη. Αναμνηστική Σειρά Γραμματοσήμων από τα EΛTA. Τυπώθηκε τον Οκτώβριο του 2015.
Από αριστερά, Προσωπογραφία του Θωμά Φλαγγίνη (ελαιογραφία, 17ος αι.) – Η Παναγία «Κυρία του Κολλεγίου Φλαγγίνη» (χαρακτικό, τέλη 18ου αι.) – Κολλέγιο Φλαγγίνη (λεπτομέρεια από χαρακτικό του Domenico Lovisa, 18ος αι.) – Το σήμα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

 

Το όραμα αυτό του Φλαγγίνη αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα, το 1665, με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής, στο κτίριο δίπλα ακριβώς από την Εκ­κλησία του Αγίου Γεωργίου. Στη Σχολή του Φλαγγίνη εισάγονταν νέοι ηλικίας 12-16 ετών, με δυνατότητα συνέχισης των σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Αυτή τη δυνατότητα παρείχε το γεγονός ότι στη Σχολή διδάσκονταν τα απαραίτητα μαθήματα, όπως ήταν τα ανθρωπιστικά γράμματα, η ρητορι­κή, η φιλοσοφία, η λογική, η θεολογία, η γεωγραφία και τα μαθηματικά. Διαβάστε τη συνέχεια »

Μαυροκέφαλος Αναστάσιος (1797-1880)


 

Αναστάσιος Μαυροκέφαλος: Συμβολαιογράφος Ναυπλίας, γραμματέας υπουργείων, αναφορογράφος, στρατιώτης, ειρηνοδίκης, υπηρεσιακός δήμαρχος Ναυπλιέων, συγγραφέας, εκδότης.

 

Ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππα­δοκίας το 1797.[1] Έλαβε μόρφωση εκτεταμένη και εξαιρετική. Μέχρι το 1816 φοιτά στην Καππαδοκία, στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Φλαγγιανών ή Φλαβιανών, με δάσκαλο τον ονομαστό και σπουδαίο Παΐσιο, μετέπειτα Άγιον Καισάρειας (Παΐσιος ο Πρώτος).[2] Στο σημείο αυτό είναι ευκαι­ρία να παρουσιαστούν μερικά στοιχεία για την παιδεία στην Καππαδοκία κατά τον 19° αιώνα.

Το 1792, ο ιερομόναχος Γερμανός από την Αλεξανδρέττα ιδρύει σχολείο στην Καππαδοκία και ταυτόχρονα αποφασίζει να ιδρύσει ιερατική σχολή στη Μονή Τιμίου Προδρόμου στα Φλαβιανά. Το 1804 το μοναστήρι ανακαινίζεται και ο Γερμανός μαζί με τον μαθητή του Παΐσιο δημιουργούν σχολείο και βιβλιοθήκη. Στην πορεία, ο Γερμανός γίνεται ηγούμενος της Μονής και διευθυντής της σχολής και ο Παΐσιος γενικός διευθυντής της Μονής. Η Μονή Τιμίου Προδρόμου θα αποτελέσει το εκπαιδευτικό κέντρο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και όχι μόνο. Σε αυτή θα λειτουργήσουν α) ιερατική σχολή, β) σχολαρχείο και γυμνάσιο αρρένων αλλά και θηλέων και γ) ορφανοτροφείο αρρένων και θηλέων.[3]

Αφήνοντας πίσω του αυτό το καταπληκτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπο­λη τον Νοέμβριο του 1816, για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή, στην περιοχή του Κουρούτζεσμεν. Τύχη αγαθή θα του δώσει, μεταξύ άλλων, ως Σχολάρχη τον Σέργιο Μυστάκη (σχολάρχης 1817-1820), δάσκαλο τον Νικόλαο Λογάδη (μετέπειτα σχολάρχης 1830-1835)[4] και συγκάτοικο και συμμαθητή τον Αναστάσιο Μανάκη, κατοπινό μεγάλο ευεργέτη της ελληνικής παιδείας, ιδρυτή σχο­λείων και βιβλιοθηκών.[5]

Νικόλαος Λογάδης μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένας από τους σημαντικότερους Διδασκάλους της Νεότερης Ιστορίας του Ελληνισμού και συγγραφέας του μνημειώδους έργου «Κιβωτός της Ελληνικής γλώσσης».

Επισημαίνεται ότι ο Νικόλαος Λογάδης ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το 1820, ενώ υπάρχουν αναφορές πως και ο Αναστάσιος Μανάκης ήταν Φιλικός.[6] Μέσα σε αυτή την εξαιρε­τική εκπαιδευτική συγκυρία, ο Μαυροκέφαλος μορφώνεται, αποκτά παι­δεία και ικανότητες που θα του είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στο μέλλον. Εκεί θα γνωρίσει τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους και ιστορικούς, με συνέπεια να γράφει και να συντάσσει τον λόγο του με τρόπο και ύφος εντελώς διαφορετικά από όλους τους άλλους συμβολαιογράφους, να δημιουργεί λέξεις και να χρησιμοποιεί στα γραπτά του ένα γλωσσικό ιδίωμα μοναδικό.

Στη συνέχεια, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος έρχεται στην επαναστα­τημένη Ελλάδα από το πρώτο έτος του Αγώνα, όπως δηλώνει ο ίδιος σε σχετική επιστολή, λαμβάνοντας μέρος και σε μάχες, άγνωστο όμως σε ποιες. Στην επιστολή που στέλνει στις 15 Μαρτίου 1840 προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικράτειας, αναφέρει πως συμμετείχε και έλαβε μέρος ως στρατιωτικός, είναι μέλος της επιτροπής των αρίστων του Ναυπλίου και τιμήθηκε με αριστείο υπαξιωματικού, χωρίς όμως να έχει λάβει ακόμα «προσήκον Αριστοφορικό Δίπλωμα».[7] Ο ίδιος δηλώ­νει δε στην απογραφή του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1839 ότι κατοικεί στην πόλη από το 1823.[8] Επιπρόσθετα, το όνομά του περιλαμβάνεται στις αναφορές που υπάρχουν στον φάκελο του Υπουργείου Αστυνομί­ας με τους πρόσφυγες Μικρασιάτες που βρίσκονται στο Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1825, Το επάγγελμα του, όπως αναγράφεται στη σχετική σημείωση, είναι γενικός αναφορογράφος.[9] Ο τρίτος συμβολαιογράφος Ναυπλίας είναι ακριβώς ο περίφημος αναφορογράφος της πόλης, και όχι μόνο, που αναφέρει ο Νικόλαος Δραγούμης στο έργο «Ιστορικοί Ανα­μνήσεις» αλλά και τόσοι άλλοι συγγραφείς. Και αυτός ο ρόλος είναι ένας μόνο από όσους θα υπηρετήσει με αξιοσύνη ο Μαυροκέφαλος κατά τη διάρκεια του βίου του.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Συντάγματος και το Οπλοστάσιο, σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο. Η καρτ-ποστάλ, είναι ταχυδρομημένη το 1907, με πεντάλεπτο γραμματόσημο της σειράς των «Ολυμπιακών» Αγώνων του 1906.

 

Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας εντοπίζονται δύο έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του και έχουν συνταχθεί στις 26 Φεβρουάριου και τις 31 Μαρτίου του 1822. Πρόκειται για έγγραφα του Μινιστέρου (Υπουργού) των Εσωτερικών και προσωρινού Πολέμου, Ιωάννη Κωλέττη, τα οποία υπογράφει ο Μαυροκέφαλος, αντί του ελλείποντος αρχιγραμματέα.[10] Διαβάστε τη συνέχεια »

Κεντρικό Σχολείο Αίγινας (1830)


 

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα, το 1827, εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας, με ομόφωνο ψήφισμά της.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ο Iωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Αίγινα, προσωρινή πρωτεύουσα του νέου Ελληνικού Κράτους, και ορκίζεται, το Γενάρη του 1828, στο Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Αιγίνης, Κυβερνή­της της Ελλάδας. Απευθύνει, από την πρώτη στιγμή, προσκλητήριο προς όλους τους Έλληνες, στον κοινό αγώνα για τη σωτηρία της πατρίδας, την οποία βρήκε σε χα­ώδη κατάσταση. Επιλέγει, κατά περίπτωση, τα πιο κατάλληλα πρόσωπα, επικοινωνεί με πλούσιους Έλληνες ομογενείς τους οποίους είχε γνωρίσει ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, και ζητάει τη βοήθειά τους για να βγάλει τη χώρα από τα ερείπια. Καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να επουλώσει πληγές αγιάτρευτες σε βασικούς τομείς της δημόσιας ζωής, με επίκεντρο την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση και την Παιδεία.

Ποτισμένος, ήδη από τα χρόνια που βρισκόταν στη Ρωσία, με τις διακηρύξεις του Ευ­ρωπαϊκού Διαφωτισμού, για ελευθερία και ανεξαρτησία των λαών, για κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ατόμων, ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα στη μόρφωση, είχε θέσει ως βασικό σκοπό της ζωής του να βρει τρόπους «για το φωτισμό και τη μόρφωση των δυστυχισμένων Ελλήνων» που θα έφερνε την πολυπόθητη Εθνική μας Ανεξαρτησία. Με βάση αυτές τις αρχές ήλθε στην Ελλάδα, όπου βρήκε την Παιδεία διαλυμένη, σχεδόν ανύ­παρκτη, αφού δεν υπήρχε ούτε ένα Κεντρικό Σχολείο στο οποίο να εκπαιδεύονται νέοι άξιοι για να διδάξουν, στη συνέχεια, σε όλες τις πόλεις και στα χωριά.

Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη. Συλλογή προσωπογραφιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Η ιδέα για την ίδρυση ενός τέτοιου Κεντρικού Σχο­λείου κυριαρχούσε ήδη από το 1824, όταν το Βουλευ­τικό υιοθέτησε πρόταση Επιτροπής που είχε συσταθεί υπό τον Άνθιμο Γαζή, και έκρινε να ιδρυθεί «ένα πρό­τυπο διδασκαλείο» στο Άργος, που θα είναι η πηγή της Ελληνικής Παιδείας, και «όπου η νεολαία θέλει πορίζεσθαι τας αρχάς των κοινωνικών αρετών». Όσο όμως διαρκούσε η Επανάσταση, κάτω μάλιστα από τις δυσμενείς συνθήκες που συνεχιζόταν η εξέλιξή της, δεν κατέστη δυνατή η ίδρυση ενός τέτοιου Σχολείου, χωρίς όμως το θέμα αυτό να ξεχασθεί από εκείνους που είχαν πρωτοστατήσει στην ίδρυσή του.

Με την άφιξη του Καποδίστρια στην Αίγινα, αναλαμβάνεται μια εργώδης προσπάθεια στον τομέα της Παιδείας. Δημιουργείται Υπουργείο με τον τίτλο «Επί των Εκκλησια­στικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία», που είχε την ευθύνη για τα Εκκλησιαστικά και Εκπαιδευτικά θέματα. Επιστρατεύονται άνθρωποι με λαμπρές σπου­δές στο Εξωτερικό, για να στελεχώσουν τις διάφορες Επιτροπές επιλογής βιβλίων για τα υπό ίδρυση Ελληνικά Σχολεία, και συγκροτείται η «Επί της Προπαιδείας Επιτροπή», εποπτευόμενη από τον Κερκυραίο λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη, με πλούσια δραστηριό­τητα στην Ιταλία και στα Επτάνησα. Διαβάστε τη συνέχεια »