Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Μία περίπτωση ομοφυλοφιλίας σ’ ένα βενετικό σκάφος τον 18ο αιώνα – Ν. Ε. Καραπιδάκης


 

Το 1751 στις 23 Αυγούστου, ο καπετάνιος του βενετικού πλοίου «Άγιος Δημήτριος», Λεονάρδος Αρμένης εισάγει στον Τζιρόλαμο Μπριγκάντι, Γενικό Πρόξενο της Βενετίας στην Κύπρο που είχε την έδρα του στη Σκάλα της Λάρ­νακας, το αίτημα να διενεργηθεί ανάκριση σχετική με την κατηγορία ότι:

Ο ναύτης από την Κεφαλονιά Ιωάννης (Τζουάνε) Γκλέσης και ο ναύτης – δεν αναφέρεται η καταγωγή του -, Δημήτριος Σμαράλδης ανακατεμένοι ήδη σε υποθέσεις κλοπής, προκάλεσαν ένα μεγάλο σκάνδαλο στο υπόλοιπο πλή­ρωμα. Ο καπετάνιος ζητά από τον Πρόξενο να διενεργηθεί η προανάκριση, εξετάζοντας όλα τα μέλη του πληρώματος, ώστε να διερευνηθούν οι λεπτομέ­ρειες του σκανδάλου[1]. Την ίδια μέρα ο Πρόξενος διατάζει τον γραμματέα του Προξενείου, Αντώνιο Κρούτα (Antonio Crutta), να εξετάσει τα μέλη του πληρώματος και να καταρτίσει τη σχετική δικογραφία. Φυσικά το ανακριτικό υλι­κό θα διαβιβαζόταν στη Βενετία και στα αρμόδια δικαστήρια.

 

Η Σκάλα της Λάρνακας, υδατογραφία, 1878. Ellis,Tristram James (1844-1922).

 

Από τις σωζόμενες ανακρίσεις, στα αρχεία του Προξένου της Βενετίας[2], βλέπουμε ότι οι ανακρίσεις στράφηκαν εναντίον κυρίως του ναύτη Τζουάνε Γκλέση αλλά δεν γνωρίζουμε αν έγιναν χωριστές ανακρίσεις κατά του ναύτη Δημήτριου Σμαράλδη, ο οποίος την εποχή κατά την οποία διεπράχθη το «με­γάλο σκάνδαλο» υπηρετούσε ως καμαρότος. Από τα αρχεία που έχουν διασω­θεί, γνωρίζουμε επίσης, εν μέρει, τη συνέχεια της υπόθεσης για τον Τζουάνε Γκλέση αλλά όχι για τον καμαρότο.

Οι ανακρίσεις ξεκίνησαν την 27η Αυγού­στου του 1751 και κράτησαν ως την επομένη 28η Αυγούστου 1751. Ως μάρτυρες στην ανάκριση κλήθησαν να παραστούν οι Χριστόφολος Λιπέρτης, ο Τζουάνε Μποέσο και ο Νικολό Γκαλαρίνι· ο τελευταίος παρέστη μόνο στη δεύτερη πρωινή κατάθεση της 28ης Αυγούστου. Οι δύο από τους μάρτυρες, ο Μποέσο και ο Γκαλαρίνι ήσαν Βενετοί παρεπιδημούντες στη Λάρνακα[3] και εμπορευόμενοι τόσο σ’ αυτήν όσο και στα λιμάνια της απέναντι παλαιστινια­κής ακτής. Ο Χριστόφολος Λιπέρτης, έχουμε σοβαρούς λόγους να το πιστεύ­ουμε, ότι ήταν ο γιος ή συγγενής του Χατζή Φραντσέσκο Λιπέρτη, δραγουμάνου της Βενετίας στο Προξενείο της στη Λάρνακα[4].

Πρώτος κατέθεσε ο Σιμόν Σιμάδα[5], ναύκληρος του πλοίου, χωρίς ν’ ανα­φέρεται η καταγωγή του αλλά μαθαίνουμε, ωστόσο, ότι είχε μπαρκάρει στο πλοίο από το λιμάνι της Λατάκειας. Τι είχε να καταθέσει για το «πανθομολογούμενο σκάνδαλο»; Πως γνώριζε τον Τζουάνε Γκλέση και ήξερε πως κα­ταγόταν από την Κεφαλονιά.

Σε μια σκάλα που είχε πιάσει το πλοίο, ένα άλ­λο μέλος του πληρώματος, ο φύλακας του πλοίου, του είχε πει στον περίπατο πως ο Γκλέσης «είχε κάποιου είδους σχέση (una certa pratica) με τον καμα­ρότο του πλοίου. «Τι πρακτική;» ρώτησε ο ναύκληρος τον φύλακα, κι αυτός του απάντησε πως τους είχε βρει ένα βράδυ στην πλώρη του πλοίου «να τα λένε κρυφά» (in confabulatione secreta) και είχε μάλιστα ακούσει από άλλα μέλη του πληρώματος, όπως από τον Τζοβάνι – Μπατίστα Παντέλα, τον Τζάκομο και τον μάστρο Δομήνικο, πως είχαν δει τον Γκλέση και τον Σμαράλδη ν’ αγγίζονται άσεμνα και να φιλιούνται (in maneggi indecenti con le mani.. a bacciarli molte volte). Ο ναύκληρος Σιμόν Σιμάδα ρωτήθηκε αν ήξερε κάτι άλλο. Και στην ερώτηση απάντησε πως αργότερα, όταν το πλοίο είχε φτάσει στην Κύπρο, προέκυψε μια διαφορά για οκτώ οκάδες ταμπάκου, που ανήκαν στο ύποπτο Τζουάνε Γκλέση και σ’ έναν άλλο ναυτικό, τον Τζώρτζη, επίσης Κεφαλονίτη. Ο ναύκληρος Σιμόν Σιμάδα είχε υποψίες ότι το ταμπάκο είχε κλαπεί από τον ναύτη Σμαράλδη (καμαρότο ακόμα τότε), κι άρχισε να τον δέρνει αλλά αυτός αρνιόταν πως είχε οποιαδήποτε ανάμειξη. Καθώς τον έδερνε τον ρώτησε ιδιαιτέρως αν είναι αλήθεια αυτά που λένε οι ναύτες, πως «έχει σχέση» με τον Γκλέση, και να του πει την αλήθεια. Κι ο μικρός απά­ντησε κι ομολόγησε πως είναι αλήθεια και πως είχε «υποπέσει στο αμάρτη­μα της σοδομίας» με τον Τζουάνε Γκλέση για πέντε φορές. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Προσφορά των Φιλελλήνων στην Οργάνωση του Ένοπλου Αγώνα – Υπό κ. Δημήτρη Μαλέση, διδάσκοντος της Ιστορίας στην ΣΣΕ


 

Η φιλελληνική στάση ως ιδεολογικό και πνευματι­κό ρεύμα, εμπνευσμένο από τα αισθητικά πρότυ­πα και την παιδεία του ελληνικού πολιτισμού, συ­νιστά ένα διαχρονικό φαινόμενο, αναγόμενο στην αρχαιότητα, περνά μέσα από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, τους μέσους χρόνους και φτάνει έως τους νεότερους χρόνους της Αναγέννη­σης και του Διαφωτισμού. Ως αναπόδραστη απόληξη, κορυφώνεται κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας (1821 -1830), με πολ­λαπλές συνέπειες κυρίως ωφέλιμες για την εθνική υπόθεση των επαναστατημένων Ελ­λήνων.

Προκειμένου να κατανοηθεί το κίνη­μα του φιλελληνισμού θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περιστάσεις που επικρατούσαν στη Γηραιά Ήπειρο, συνεπώς τα αίτια που το κατέ­στησαν μια από τις πιο σημαντικές παραμέ­τρους της Επανάστασης. Αναφερόμαστε αφ’ ενός στο διάχυτο αισθητικό ρεύμα του κλα­σικισμού και του ρομαντισμού κι αφετέρου στην επαναστατική πλημμυρίδα του φιλελευθερισμού, η οποία κατέκλυσε την Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση, ως ανασχετικό αντίβαρο στην απολυταρχική άμπωτη της Ιεράς Συμμαχίας.

Ο αναστοχασμός της αρχαίας ελληνικής παιδείας οιστρηλατεί μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης – συνήθως της πνευ­ματικής πρωτοπορίας – και ο ελληνικός χώρος αντιμετωπίζεται ως η διαχρονική κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Από ένα σημείο και έπειτα, η εύκλεια των κλα­σικών χρόνων καθίσταται η άσβεστη πνευματική λαμπυρίδα και συνεπώς ο αγώνας των Ελλήνων εναντίον του Ασιάτη δυνάστη μετατρέπεται σε κοινή ευρωπαϊκή υπόθεση. [1] Έτσι παρατηρείται το διογκούμενο φαινόμενο της αρωγής των Ευρωπαίων είτε με την αποστολή βοήθειας στον μαχόμενο ελληνισμό είτε με τη φυσική παρουσία ως συμμαχη­τών στις στρατιωτικές αναμετρήσεις.

Η δεύτερη περίπτω­ση, εν προκειμένω, είναι αυτή που μας αφορά στο παρόν πονημάτιο, ήτοι: ποια ήταν η συνεισφορά των φιλελλήνων στην οργάνωση του ένοπλου αγώνα, στη συγκρότηση των εκάστοτε στρατιωτικών σωμάτων και στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Αυτήν την πλευρά θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε και να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα.

Το κύριο πρόταγμα που τέθηκε ευθύς εξαρχής στην Επανάσταση ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα διεξαγόταν ο πόλεμος. Οργάνωση τακτικού στρατού, δυτικοευρωπαϊκού τύπου, σήμαινε την προετοιμασία για δημιουργία ενός ενιαί­ου εθνικού κράτους με οριστικό παραμερι­σμό των προαστικού χαρακτήρα τοπικισμών, όπως είχαν παγιωθεί κατά την προεπαναστα­τική περίοδο. Το εγχείρημα ασφαλώς δεν ήταν εύκολο, διότι ερχόταν σε ευθεία ρήξη με την άλλη εκδοχή, τον κλεφτοπόλεμο, τουτέστιν με τις ριζωμένες πολιτικές πολιτιστικές και στρα­τιωτικές έξεις πολλών ετών. [2] Αυτονόητο ότι, όταν αναφερόμαστε σε Ευρωπαίους στρατι­ωτικούς η επιλογή ήταν ό,τι οι ίδιοι θεωρού­σαν ως φυσικό και ήξεραν: στρατός οργανω­μένος με κεντρικά οργανωμένη διοίκηση και συντονισμό.

Η πρώτη προσπάθεια για τη δημιουργία τακτικού στρατού οφείλεται πάντως σε έναν Έλληνα, προερχόμενο όμως από την Ευρώπη. Ο Δημήτριος Υψηλάντης αξιω­ματικός του ρωσικού στρατού, αφίχθηκε τον Ιούνιο του 1821 στην Πελοπόννησο, με οργα­νωμένο σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα σώμα εθελο­ντών. [3] Τη διοίκησή του την είχε αναθέσει σε δύο φιλέλλη­νες αξιωματικούς τον Baleste και τον Gubernatis.

Ο πρώτος, γνωστότερος με το εξελληνισμένο επώνυμο κατά τη συ­νήθεια της εποχής ως Βαλέστρας, ήταν Κορσικανός λοχαγός μέχρι την πτώση του Ναπολέοντα. Από την Τεργέστη αφίχθηκε μαζί με τον Δ. Υψηλάντη το 1821 στην επαναστατημένη Ελλάδα και με αυταπάρνηση αποδύθηκε σε μια σειρά επιχειρήσεων. Τον επόμενο χρόνο μετέβη στην Κρήτη και επιχειρώ­ντας στην κατάληψη του Ρεθύμνου, συνελήφθη και απο­κεφαλίστηκε.[4]

 

Joseph Baleste, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, έργο του Adam Friedel, 1829. Ιωσήφ Βαλέστ ή Βαλέστρας ή Μπαλέστρας (Joseph Balestra, 1790-1822), Γάλλος φιλέλληνας αξιωματικός, κορσικανικής καταγωγής, που γεννήθηκε στην Κρήτη. Κατέχει εξέχουσα θέση στην Ελληνική Επανάσταση, καθώς θεωρείται ο πρώτος εκπαιδευτής και διοικητής των Ελλήνων στρατιωτικών. Γεννήθηκε το 1790 στα Χανιά της Κρήτης, αλλά πολιτογραφήθηκε Γάλλος και πέθανε το 1822, μαχόμενος ηρωικά για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

 

Ο δεύτερος Ιταλός αξιωματικός, συμ­μετείχε στη μάχη του Πέτα (1822) όπου αιχμαλωτίστη­κε. Κατάφερε να διαφύγει  και συνέχισε ως αντισυνταγματάρχης στην Επανάσταση. Έλαβε μέρος στην κατάληψη του Ναυπλίου (1822), μετά την έναρξη όμως του εμφυλίου το 1823 αποτραβήχτηκε απογοητευμένος.[5]

Η πύκνωση των τάξεων των Φιλελ­λήνων πύκνωσε τους επόμενους μήνες με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό Ψήφισμα, με το οποίο ιδρυόταν σύνταγ­μα Πεζικού και επικεφαλής τον Ιταλό συνταγματάρχη Pietro Tarella, έναν αξιωματικό με υπηρεσία στη μεγάλη στρατιά του Ναπολέοντα και ο οποίος θα σκοτωθεί στη μάχη του Πέτα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η μετάβαση από το οθωμανικό στο ελληνικό κράτος στη χωρική διάσταση: το τζαμί του Ναυπλίου που μετασκευάστηκε στο «πρώτον εν Ελλάδι Βουλευτήριον» (1825)* – Καλλιόπη Αμυγδάλου – Ηλίας Κολοβός


 

Ο χώρος ως «κοινωνική κατασκευή», που αποτυπώνει τους δια­φορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, [1] αλλά και πιο συγκεκρι­μένα τα κτήρια και η αρχιτεκτονική τους ως χώροι επιτελέσεων των κοινωνικών και πολιτικών δράσεων, είναι ένα ιδιαίτερο αντι­κείμενο έρευνας για την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, η οποία αποτελεί μεταξύ άλλων και μια ιστορία μετάβασης από το οθωμανικό στο ελληνικό κράτος. Όπως θα εξετάσουμε εδώ στην περίπτωση της μετασκευής ενός τζαμιού στο Ναύπλιο στο «πρώτον εν Ελλάδι Βουλευτήριον», την πρώτη επίσημα διαμορ­φωμένη Βουλή, μέσα στην επανάσταση, στα 1825, η αναδιαμόρφωση του χώρου υπήρξε ένα απαραίτητο διακύβευμα για να σηματοδοτηθεί η κοινωνική και πολιτική αλλαγή, μέσω συνεχειών, ασυνεχειών και ρήξεων, καθώς και ενδιάμεσων (in-between) κα­ταστάσεων.[2]

Το ίδιο το Ναύπλιο (στα οθωμανικά τουρκικά Anaboli, εξ ου και Ανάπλι), στην αστική του κλίμακα, διαμορφώθηκε από τέ­τοιες συνέχειες κι ασυνέχειες και υπήρξε μια πόλη-παλίμψηστο διαδοχικών βενετικών και οθωμανικών κυριαρχιών. [3] Και αυτή π γενεαλογία των αλλεπάλληλων χωρικών αλλαγών που συνό­δευαν και συνέβαλαν στις αλλαγές κυριαρχίας είναι σημαντικό να επεξηγηθεί περαιτέρω πριν αναλυθεί η περίπτωση του τζαμιού-Βουλευτηρίου.

Οι Βενετοί παρέδωσαν μία πόλη που είχαν διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό [4] στους Οθωμανούς το 1540, εγκαταλείποντάς την. Στον χριστιανικό πληθυσμό που είχε παραμείνει προστέθηκε και μουσουλμανικός πληθυσμός, [5] αλλά οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να την εκκενώσουν το 1686 παραδίδοντάς τη πίσω στους Βενετούς. Οι Βενετοί με τη σειρά τους επενέβησαν εκτεταμένα στον αστικό ιστό, διαγράφοντας κάθε ίχνος της μουσουλμανικής παρουσίας και ενισχύοντας την οχύρωσή της με την ανέγερση του συμπληρωματικού στην Ακροναυπλία φρουρίου του Παλαμηδίου. [6]  Εντούτοις, οι Οθωμανοί κατόρθω­σαν να ανακαταλάβουν το Ναύπλιο και τα φρούριά του πάλι το 1715, αιχμαλωτίζοντας μάλιστα τη βενετική φρουρά.[7]

 

Το Ναύπλιο την εποχή της πολιορκίας του από τους Βενετούς (1686).

 

Χάρη στη μελέτη του Nejat Göyünç, [8] γνωρίζουμε ότι οι Οθω­μανοί, αφού επάνδρωσαν τα φρούρια γύρω από την πόλη (με 760 στρατιώτες στην Ακροναυπλία, 710 στο Παλαμήδι και 60 στο Μπούρτζι), διενέργησαν μια αναλυτική απογραφή των κτη­ρίων της έρημης πόλης. Η οθωμανική απογραφή του 1715 ανασημασιοδοτεί και αναδιοργανώνει τον αστικό ιστό του Ναυπλίου με άξονα τα τζαμιά, ώστε να υποδεχθεί τον μουσουλμανικό πλη­θυσμό που επέστρεφε τότε στην πόλη. [9] Η πόλη απογράφηκε στις συνοικίες του τζαμιού του σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (πιθανώς στη θέση του σημερινού Αγίου Γεωργίου, βλ. εικ. 4), [10] του τζαμιού του μεγάλου βεζίρη Αλή Πασά (πιθανώς το σημερινό Τριανόν), [11] της Άνω Πόλης, κοντά στην Ακροναυπλία, της Καμμένης Πλατεί­ας, της Δεξαμενής και του εκτός των τειχών βαροσιού (προαστί­ου) κάτω από το Παλαμήδι, συμπεριλαμβάνοντας 1.321 οικίες (από τις οποίες 314 διώροφες), 51 δώματα, 509 καταστήματα / εργαστήρια, 350 αποθήκες, 26 φούρνους, 2 νερόμυλους, 5 σφα­γεία, 4 λουτρά, 1 μεντρεσέ (ισλαμικό ιεροδιδασκαλείο), [12] 26 εκ­κλησίες και 9 τζαμιά και μεστζίτια (μικρά τζαμιά, συνήθως χωρίς μιναρέ), έξι στην πόλη, ένα στην Ακροναυπλία, ένα στο Μπούρτζι και ένα στο Παλαμήδι. [13] Τα τζαμιά του Ναυπλίου, τα οποία είχαν μετατραπεί σε εκκλησίες στη διάρκεια της βενετικής κυριαρχί­ας, επανήλθαν στην χρήση του επανερχόμενου μουσουλμανικού πληθυσμού.[14] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ένοπλα φοιτητικά σώματα (1862-1897) – Η περίπτωση της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» | Χρήστος Δ. Λάζος


 

Εκπλήσσεται ο ακροατής ακούγοντας για την ύπαρξη ένοπλων φοιτητικών σωμάτων στη διάρκεια της περιόδου 1862-1897, την ίδια όμως έκπληξη δέχεται και ο Ιστορικός που διερευνά το θέμα. Και θα ήταν πολύ εύκολο να διολισθήσει κάποιος προς την άποψη ότι έχουμε να κάνουμε με μία έκρηξη πολεμικού πάθους ή εθνικιστικού μένους, πράγμα που φυσικά δεν συμβαίνει.

 

Το κτίριο όπου στεγάστηκε το Εθνικό Πανεπιστήμιο κατά την έναρξη λειτουργίας του, το Μάιο του 1837.

 

Υπάρχει ένας συνειρμός σ’ όλα αυτά και το υπό μελέτη φαινόμενο, δηλαδή η ίδρυση και δράση της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγας», δεν είναι αυθύπαρκτο και αυτοφυές, αλλά έχει ρίζες στο παρελθόν και προεκτάσεις στο μέλλον, στην πριν και μετά από αυτό χρονική περίοδο, και τυπικά ανήκει στην ιστορία του φοιτητικού κινήματος, του οποίου αποτελεί μιαν από τις λαμπρότερες σελίδες. Άρα δεν μπορούμε να το μελετήσουμε σαν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά σαν συνέχεια και σαν κρίκο μιας διαδοχής.[1]

 

Διαχρονικότητα και μοναδικότητα του φαινόμενου

 

Μόνο μέσα από την έρευνα για την καθολική πορεία και δράση του φοιτητικού σώματος μπορεί ο ερευνητής να αντιληφθεί ότι τα ένοπλα φοιτητικά σώματα της περιόδου 1862-1897 έχουν μια διττή όψη: διαχρονική και παράλληλα μοναδική. Διαχρονική γιατί τόσο στην πριν από αυτά περίοδο, όσο και στην μετέπειτα, υπήρξαν παρόμοια σώματα, αλλά με τις επιμέρους διαφορές τους, και μοναδική γιατί οι αιτίες που τα δημιούργησαν υπήρξαν πολύ ειδικές, ιδωμένες τόσο από ελληνική σκοπιά όσο και παγκόσμια. Δε γνωρίζουμε πουθενά, στη παγκόσμια ιστορία, πανεπιστημιακό ίδρυμα να εσύστησε μάχιμο πανεπιστημιακό σώμα από καθηγητές και φοιτητές. Και το φαινόμενο παραμένει μοναδικό ακόμη και για τα ελληνικά δεδομένα.

Για την περίοδο 1821-1861, έχουμε την παρουσία και δράση του «Ιερού Λόχου» [2] και αργότερα την «Ελληνική Λεγεώνα των Εθνικοτήτων», που τα περισσότερα μέλη της ήταν φοιτητές, που μαζί με άλλους Έλληνες πήραν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις των Γαριβαλδινών εθελοντικών σωμάτων υπέρ της Ιταλικής ενοποίησης.[3]

Για την μετά το 1897 περίοδο έχουμε στα 1909 την ίδρυση της «Πανεπιστημιακής Ενώσεως», που συγκρότησε φοιτητική φάλαγγα 62 ατόμων και αγωνίστηκε στο πλευρό της επανάστασης του Ζορμπά στο Γουδί το 1909, [4] την «Παμφοιτητική Δημοκρατική Νεολαία», η οποία σύσσωμη, με 5.500 μέλη, οπλίστηκε και υπερασπίσθηκε τη Δημοκρατία, όταν στις 21 Οκτωβρίου 1923 ξέσπασε βασιλικό πραξικόπημα, [5] και τέλος, στα 1944, έχουμε την παρουσία του «Λόρδου Μπάϋρον», μάχιμου φοιτητικού λόχου του ΕΛΑΣ, που έλαβε μέρος σε συγκρούσεις κατά των Γερμανών και διαλύθηκε μετά το Δεκέμβριο του 1944.[6]

Όμως και μέσα στα όρια της περιόδου που εξετάζουμε, στα 1866, όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Κρήτη, φοιτητές πολέμησαν εκεί μαζί με γαριβαλδινούς εθελοντές, συγκροτημένοι σε σώμα 130 ανδρών κάτω από τις διαταγές του ανθυπολοχαγού Λεονταρίδη.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Διάσωση τεσσάρων ιστορικών διατηρητέων κτιρίων του Άργους – Επιστολή σε Μενδώνη και Ταγαρά από Πολίτες του Άργους και Υποστηρικτών τους


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την επιστολή σε Μενδώνη και Ταγαρά από Πολίτες του Άργους και Υποστηρικτών τους, που αφορά στη διάσωση τεσσάρων ιστορικών διατηρητέων κτιρίων του Άργους.

Στο μείζον θέμα που αφορά στη διάσωση τεσσάρων ιστορικών διατηρητέων κτιρίων στο Άργος, αναφέρεται τεκμηριωμένη επιστολή Πολιτών του Άργους η οποία απευθύνεται στην υπουργό Πολιτισμού κα Λίνα Μενδώνη και τον υφυπουργό Χωροταξίας κο Νικόλαο Ταγαρά ζητώντας άμεση δράση για τη διάσωσή τους. Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό της επιστολής που κάνει λόγο για εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας.

 

Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,

Οι υπογράφοντες το παρόν έγγραφο είμεθα αργειακής καταγωγής και οι περισσότεροι και πολίτες του Άργους ενώ οι  Δ. Γεωργόπουλος και Τρ. Σκλαβενίτης είναι καθ’ ύλην αρμόδιοι και με επιστημονική ενασχόληση για θέματα ιστορικής και αρχειακής κληρονομιάς της Αργολίδας.

Σας απευθύνουμε το παρόν έγγραφο με την παράκληση να εφαρμοστεί εκ μέρους σας η ισχύουσα νομοθεσία, διεθνής και ελληνική, για την διάσωση και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, όπως εκθέτουμε ακολούθως.

Τούτο, νομίζουμε, επιβάλλεται ιδιαιτέρως στο φετινό σημαδιακό έτος της επετείου των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση και την περίοδο ανασυγκρότησης του κράτους που ακολούθησε επί εποχής Ιωάννη Καποδίστρια.

Δεν είναι ίσως, δυστυχώς, ευρύτερα γνωστό ότι το Άργος είναι από τις σημαντικές κοιτίδες αρχιτεκτονικής της εποχής του τέλους της Επανάστασης και της καποδιστριακής διοίκησης.

Σημειώνουμε  τέσσερα δημόσια κτίρια της εποχής αυτής, δηλαδή το κτίριο του Ανεκκλήτου Δικαστηρίου και των παράπλευρων οικημάτων (1830-1831, σήμερα βασικό κτίριο του Δημαρχείου Άργους), το κτίριο των Στρατώνων Καποδίστρια (νοσοκομείο επί Β’ Ενετοκρατίας, ακολούθως κτίριο στεγασμένης αγοράς και ταχυδρομείου επί οθωμανικής κυριαρχίας και από το 1829 πρώτος Στρατώνας του Ελληνικού Ιππικού, στους οποίους σήμερα στεγάζεται το Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας), το κτίριο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου που εγκαινιάστηκε το 1831 από τον ίδιο τον Καποδίστρια (σήμερα Α’ Δημοτικό Σχολείο), και τέλος το κτίριο του στρατιωτικού νοσοκομείου επί Καποδίστρια, πρώην οθωμανικό τζαμί του 16ου αιώνα και σήμερα Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου.

Όλα αυτά τα κτίρια είναι σε συνεχή χρήση επί δύο αιώνες. Εκτός των δημοσίων κτιρίων,  επί εποχής Καποδίστρια δημιουργήθηκε ολόκληρη σειρά ιδιωτικών κτιρίων,  από τα οποία τρία έχουν αναστηλωθεί και εξυπηρετούν σύγχρονους σκοπούς: η οικία του Στρατηγού Τόμας Γκόρντον (1829), η οποία αγοράστηκε και αναστηλώθηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και αποτελεί έδρα της για το Άργος και όλη την Αργολίδα: η οικία Δημητρίου Καλλέργη (1830) που αποτελεί εδώ και δεκαετίες τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους: η οικία Δημ. Περρούκα, προεπαναστατικό κτίριο η οποία πρόσφατα αγοράστηκε και αναστηλώνεται από ιατρό του Άργους. Εξάλλου, μαρτυρίες Άγγλου περιηγητή βεβαιώνουν ότι στο Άργος είχαν κτίσει οικίες ο Στρατηγός Τσέρτς και ο Άγγλος Πρεσβευτής Ντώκινς.

Ερχόμαστε στο θέμα του εγγράφου μας και αναφέρουμε ότι τέσσερις σημαντικές ιστορικές οικίες, προστατευόμενες από κηρύξεις και χαρακτηρισμούς των δύο Υπουργείων σας, βρίσκονται σήμερα σε άθλια κατάσταση. Συγκεκριμένα πρόκειται για τα εξής κτίρια:

1. Οικία Στρατηγού Δημ. Τσώκρη, επί της οδού Καρατζά 6, η οποία χαρακτηρίσθηκε διατηρητέα με το Π. Διάταγμα του 1982, αλλά προηγουμένως διατηρητέο μνημείο με την απόφαση του τότε αρμοδίου Υπουργείου Παιδείας 307/9.9.1965 (ΦΕΚ 605, Β’, 16.9.1965). Προ της κηρύξεώς της πωλήθηκαν από τους τότε ιδιοκτήτες τμήματα του κήπου της εμπρός από την πρόσοψη και πίσω από το οπίσθιο τμήμα της. Η τότε κήρυξη δεν συμπεριέλαβε τον περιβάλλοντα χώρο με αποτέλεσμα να οικοδομηθούν άθλια κτίρια (το τελευταίο στην δεκαετία του 1970) τα οποία έχουν εγκλωβίσει εν μέρει το κτίριο.

 

Οικία Δημητρίου Τσώκρη

 

Οικία Δημητρίου Τσώκρη

 

Οικία Δημητρίου Τσώκρη

 

Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ιστορικού Δ. Βαρδουνιώτη αλλά και με έγγραφα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους το κτίριο οικοδομήθηκε το 1828 με αρχιτέκτονα τον Θ. Βαλλιάνο, στενό συνεργάτη του Καποδίστρια. Επίσης υπήρχαν ορισμένα κινητά αρχαία (κορμός μικρού αγάλματος, αρχιτεκτονικά μέλη κλπ.) ενώ εξακολουθούν να είναι εντοιχισμένα σημαντικά αρχαία, όπως μια μεγάλη λίθινη επιτύμβια στήλη με ανάγλυφη παράσταση γυναικείας μορφής και μικρού αγοριού, γνωστή ως «Τελέσιλλα». Στην οικία αυτή σωζόταν το γραφείο του Καποδίστρια ο οποίος φιλοξενείτο εκεί κάθε φορά που μετέβαινε στο Άργος. Σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία του Δήμου Άργους, ο οποίος την αγόρασε το 2013 με χορηγία από το Υπουργείο Περιβάλλοντος.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου. Αρχοντικό Τσώκρη 1967.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

1ο «Φεστιβάλ Λόγου και Τέχνης» στο Ναύπλιο με αφιέρωμα στον ποιητή Νίκο Καρούζο


 

Αύλειος χώρος Εθνικής Πινακοθήκης – Φεστιβάλ «Λόγου και τέχνης».

Μια εκδήλωση η οποία είναι αφιερωμένη στην Λογοτεχνία και την ποίηση, επιχειρώντας μια συνοπτική αναφορά στην τροφοδοτική επίδραση που άσκησε η Επανάσταση στις ιδέες και στο έργο κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών.

 

Νίκος Καρούζος

Ένας σημαντικός πολιτιστικός θεσμός ξεκινά στο Ναύπλιο υπό την αιγίδα του Δήμου Ναυπλιέων και του Πολιτιστικού Οργανισμού του Δήμου.  Από τις 19 έως τις 21 Ιουνίου θα διεξαχθεί το 1ο Ετήσιο Φεστιβάλ Λόγου και Τέχνης.

Η διοργάνωση γίνεται προς τιμήν του μεγάλου Έλληνα ποιητή Νίκου Καρούζου. Θα πραγματοποιηθούν διαλέξεις, απαγγελίες, περφόρμανς, συζητήσεις, προβολές, οι οποίες κάθε χρόνο θα έχουν συγκεκριμένη θεματική. Ταυτόχρονα θα εκτελεστούν μεγάλες τοιχογραφίες από τη γνωστή κολεκτίβα των Urban Art.

Την Οργανωτική Επιτροπή του Φεστιβάλ αποτελούν ο συγγραφέας Γεώργιος – Ίκαρος Μπαμπασάκης, ο ηθοποιός Ανδρέας Μαντάς, η εικαστικός Βασιλική Σαγκιώτη, η πρόεδρος του ΔΟΠΠΑΤ Μαρία Ράλλη και η διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης Φαίη Τζανετουλάκου.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του φεστιβάλ ο Δήμος Ναυπλίου εκκινεί με την Urban Act το πρώτο οργανωμένο πρόγραμμα street art- δημόσιων τοιχογραφιών στην πόλη, ενταγμένο στο 1ο Φεστιβάλ Λόγου και Τέχνης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μπουμπουλίνα – Ο αφορισμός της από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ και η συμμετοχή της στην Επανάσταση


 

Πολλά έχουν γραφεί για τη ζωή και την εθνική δράση της ονομαστής Μπουμπουλίνας, μιας από τις ενδοξότερες ηρωίδες της ελληνικής ιστορίας. Ένα ακόμη κείμενο στα τόσα άλλα γι’ αυτήν δεν θα προσέφερε τίποτε το καινούργιο, αν δεν διανθιζόταν με ανέκδοτα και – φυσικά – άγνωστα στοιχεία. Το άρθρο αυτό, του Ηλία Παπαθανασόπουλου, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη»,  έχει πολλά τέτοια στοιχεία, ώστε να δίνεται μια νέα και πρωτότυπη σύνθεση του θέματος «Μπουμπουλίνα».

 

Άνοιξη του 1771 στην Κωνσταντινούπολη. Σ’ ένα από τα ανήλια και υγρά κελιά των φυλακών εκεί κλαίει την μοίρα του και ο Υδραίος πλοίαρχος Σταυριανός Πινότσης. Τον συνέλαβαν την ώρα που άραξε με το καράβι του στο λιμάνι, με την βαριά κατηγορία, πως τάχα πήρε μέρος στην πριν δύο χρόνια επανάσταση του Ορλώφ. Από τα πολλά βασανιστήρια το κανδήλι του τρεμοσβήνει. Στο χαροπάλεμά του πήγε κοντά του, για να γλυκάνει τις ύστερες στιγμές του, η νιόπαντρη γυναίκα του Σκεύω, κόρη του Υδραίου ναυτικού Κόκκινη. Για να φθάσει ως εκεί, να τον δει, θα πλήρωσε, ασφαλώς, μεγάλο «μπαξίσι». Τώρα, θέλεις από τους κόπους και τις ταλαιπωρίες, θέλεις από την λύπη και την συγκίνηση την έπιασαν οι ωδίνες του τοκετού και μέσα εκεί στην φυλακή, στις 11 Μαΐου, έφερε στον κόσμο ένα ροδοκόκκινο κοριτσάκι. Το βάφτισε και του έδωκε το όνομα Λασκαρίνα ένας άλλος φυλακισμένος, ο άρχοντας και πολέμαρχος της Μάνης Παναγιώτης Μούρτζινος.

Μάνα και κόρη, έρημες, γύρισαν στην Ύδρα. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στις Σπέτσες, όπου η Σκεύω ξαναπαντρεύτηκε, το 1776, τον πρόκριτο του νησιού και πλοίαρχο Δημήτριο Λαζάρου, με τον όποιο χάρισε στην Λασκαρίνα οκτώ αδέλφια: έξη αγόρια και δύο κορίτσια,

Από τα μικρά της χρόνια η Λασκαρίνα με πάθος αγάπησε την θάλασσα. Μαζί με τον πατριό της, τ’ αδέλφια της και τους άλλους νησιώτες, που όλοι την  αγαπούσαν, έμαθε να κρατά κουπί και τιμόνι και να κυβερνά κάθε σκαρί, μικρό ή μεγάλο, στο ψάρεμα ή σε φιλικούς αγώνες. Στα δεκαεφτά της χρόνια παντρεύτηκε τον τολμηρό και φημισμένο Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα. Σε μια, όμως, τρομερή σύγκρουση με Αλγερινούς πειρατές, κοντά στα Ισπανικά παράλια, ο Γιάννουζας ακολούθησε στον βυθό το πλοίο του, που αύτανδρο βυθίσθηκε στα 1797.

Μπουμπουλίνα Λασκαρίνα. Μουσείο Μπουμπουλίνας, Σπέτσες.

Η Λασκαρίνα, χήρα, με τρία παιδιά, τον Γιάννη, τον Γιώργη και την Μαρία, ξαναπαντρεύτηκε στα 1801 τον πλούσιο επίσης Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Μπούμπουλη, με τον όποιο απέκτησε άλλα τρία παιδιά: την Σκεύω, την Ελένη και τον Νικόλα.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας το τέταρτο, τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά στο Άργος. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη. Ανδρέα Κουμπή «Σπετσιώτες Ναυμάχοι», Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007].

Έτσι, η άξια Λασκαρίνα μεγάλωνε εννέα παιδιά, γιατί ο Μπούμπουλης είχε άλλα τρία από τον πρώτο του γάμο: μια κόρη, τον Παντελή και τον Γιάννη. Μα και στον δεύτερο γάμο της η Λασκαρίνα υπήρξε άτυχη. Ο Μπούμπουλης σε μια ναυμαχία με δύο γαλλικά καταδρομικά, τα όποια εξέλαβαν το πλοίο του για πειρατικό, σκοτώθηκε στις 10 Μαΐου 1811. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κάββας Μιχαήλ ή Μιχαήλος (†1840)


 

Ο Μιχαήλ Κάββας, Αργείος, ήταν ονομαστός πρακτικός γιατρός, υπηρέτησε σε όλο τον αγώνα ως οπλαρχηγός και γιατρός.  Πριν την επανάσταση διέμενε στη Τρίπολη ως αρχίατρος της Πελοποννήσου, προσφέροντας της υπηρεσίες του στους πασάδες αυτής. Φυλακίστηκε από τους Τούρκους και ελευθερώθηκε λίγο πριν την άλωση της πόλης.

Αλληγορική φιλελληνική παράσταση εμπνευσμένη από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Επιχρωματισμένη λιθογραφία.

Ήταν μυημένος στην Φιλική Εταιρεία από το 1819 και διετέλεσε παραστάτης (βουλευτής) το 1824 του Άργους. Στην επανάσταση προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες, όπως  επίσης και 33.038 γρόσια, μία οκά ασήμι, και το διαμαντένιο του δακτυλίδι για μισθούς 10 καραβιών αποσταλέντων στο Μεσολόγγι. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο λεηλατήθηκε η οικία του από τον Κ. Τζήμα και τους Ρουμελιώτες στρατιώτες του, αρπάζοντας πράγματα αξίας 6.300 γροσίων.

Χαρακτηρίστηκε μετά τον αγώνα ταγματάρχης, αλλά δεν δέχτηκε αυτό το βαθμό, θεωρώντας τον εαυτό του αδικημένο. Απεβίωσε το 1840.

Πιστοποιητικό της εποχής εκείνης μαρτυρεί: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου του Νικολάου Γ. Τόμπρα – «Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009»,  Σάββατο 12 Ιουνίου στις 7.30 το βράδυ στο «Φουγάρο».


 

Το βιβλίο «Οι Συμβολαιογράφοι, Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου, 1831 – 2009», του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα εν ενεργεία συμβολαιογράφου Ναυπλίου, αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πέντε περίπου ετών στα οποία ο συγγραφέας με επίπονη προσπάθεια, κόπο και συστηματική έρευνα κατάφερε να συγκεντρώσει στοιχεία για τους συνάδελφούς του  και να προσδιορίσει την περίοδο που υπηρέτησαν τον θεσμό της Συμβολαιογραφίας, θα παρουσιαστεί το Σάββατο 12 Ιουνίου στις 7.30 το βράδυ στο «Φουγάρο» Ασκληπιού 98, στο Ναύπλιο.  

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

 

  • Η Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Ιστορικός του Δικαίου των Θεσμών, δικηγόρος, δημοσιογράφος και συγγραφέας.
  • Ο Ιστορικός – Αρχειονόμος, πρώην διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Αργολίδας, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος.
  • Η Σταματίνα Γκόγκα Μάνατζερ ανάπτυξης αναλυτικών προγραμμάτων, Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος  του Πανεπιστημίου Harvard.

Την εκδήλωση συντονίζει η Μαρία Ζορέγκου δικηγόρος και μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου.   

Συμμετέχει το σωματείο «Φίλοι των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) Αργολίδας».

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Ενώ ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία εξελίσσεται και η προσπάθεια για τη δημιουργία σύγχρονου Ελληνικού Κράτους εντατικοποιείται, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων θεσμών και σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Ένας από τους πρώτους θεσμούς που θα ιδρυθεί είναι και αυτός της Συμβολαιογραφίας. Η πορεία σύλληψης και εξέλιξής του και οι δημόσιοι λειτουργοί που τον υπηρέτησαν στην πρώτη επίσημη πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, κατά τη διάρκεια του 19ου  αλλά και του 20ου  αιώνα, αποτελούν το αντικείμενο αυτού του πονήματος.

Η προσωπική και επαγγελματική πορεία των συμβολαιογράφων του Ναυπλίου, που ήρθαν από κάθε σημείο του ορίζοντα όπου υπήρχε Ελληνισμός, είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν Φιλικοί, έμποροι, κτηματίες, τραπεζικοί, γραφείς, υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, δικαστές, δικηγόροι, κατάσκοποι, πολεμιστές, άνθρωποι των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές, δωρητές, πολιτικοί, απόφοιτοι της Νομικής, αν και όχι πάντα, απλοί συμβολαιογράφοι, συνδικαλιστές. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη και χωρίς κανένα κενό αλυσίδα λειτουργών του θεσμού.

Παράλληλα, εξετάζεται η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί αυτού στην πόλη καθώς και η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του.

Το Ναύπλιο αποτέλεσε μια πολυπολιτισμική πόλη και οι κάτοικοί του προσήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Οδησσό, τη Χίο. την Κρήτη, την Μακεδονία, την Κέρκυρα και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ήταν Έλληνες και ξένοι φιλέλληνες, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η ιστορία τους αποτελεί μέρος της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου, της επαρχίας Ναυπλίας αλλά και του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

 

Επιμέλεια

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821 – Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης, Καθηγητής Τμήματος Ιατρικής, Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας Α.Π.Θ.


 

Εισαγωγή

 

Η περίοδος της Οθωμανικής καταδυνάστευσης, παρά τη μακραίωνη διάρκειά της, υπήρξε για την ομαδική συνείδηση των υπόδουλων Ελλήνων μια διαρκής προσωρινότητα, μέσα στην οποία καλλιεργήθηκε η μόνιμη αιτιολογία της εθνικής παλιγγενεσίας και η απελευθερωτική ιδεολογία των αλυτρώτων.

Το όραμα για την επανασυγκρότηση του δικαιούχου κράτους που καταλύθηκε το 1453 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, υπήρξε όχι μόνο παθητική μνήμη συντήρησης της ιδέας της ελευθερίας, αλλά και ενεργητική υπενθύμιση ενός ανοιχτού λογαριασμού, που περνούσε από γενεά σε γενεά και όταν ευνοούσαν οι τρέχουσες συγκυρίες, εκδηλωνόταν ως εξέγερση.

Στα τετρακόσια χρόνια της Τουρκοκρατίας έχει καταγραφεί αξιοσημείωτος αριθμός εξε­γέρσεων ποικίλης εμβέλειας, οι οποίες ανεξάρτητα από την ατυχή έκβασή τους λειτούργησαν ως πεδία ζύμωσης αξιών και συσσώρευσης εμπειριών, που συνέτειναν στο έπος του απελευθερωτικού αγώνα του 1821 και στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Για την επιτυχή έκβαση ενός απελευθερωτικού αγώνα της σημασίας και της διάστασης της ελληνικής επανάστασης του 1821 απαραίτητες προϋποθέσεις υπήρξαν, αφενός η ψυχική προετοι­μασία των υπόδουλων Ελλήνων και αφετέρου η δημιουργία της ενδεδειγμένης υποδομής, που αφο­ρούσε, μεταξύ άλλων, στη συγκρότηση αξιόμαχων δυνάμεων, στην εξασφάλιση πόρων και εφοδίων και στην οργάνωση επιμελητείας.

Η ανάπτυξη των χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων είχε ως βάση τα σώματα των κλεφτών και των αρματολών, ενώ οι ναυτικές δυνάμεις οργανώθηκαν σταδιακά με την μετατροπή των σιτοκάραβων [1] της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών σε πολεμικά πλοία. [2] Η εξασφάλιση πόρων και εφοδίων υπήρξε αρχικά ευθύνη της Φιλικής Εταιρείας [3] και στη συνέχεια των συγκροτηθέντων αρ­χών της επανάστασης, όπως της Πελοποννησιακής Γερουσίας, του Αρείου Πάγου και άλλων. [4]

Οι συνεχείς, όμως, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουρ­γία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »