Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία | Αλέξης Τότσικας


  

Στην εκδοτική δραστηριότητα της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, προστίθεται ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο. Πρόκειται για το βιβλίο του Αλέξη Τότσικα, με τίτλο «Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία» στο οποίο – για πρώτη φορά – καταγράφετε η ιστορία ενός τόπου, που προσπαθεί να συντονιστεί με το σήμερα και ταυτόχρονα διατηρεί την απόλαυση ενός κόσμου, που ακούς μόνο σε διηγήσεις για μια χώρα για πάντα χαμένη. Ενός τόπου μυστηρίου, που προσφέρει ησυχία, ευκαιρίες για προσωπική περιπέτεια και μοναξιά και αντιστέκεται στην έξαλλη διασκέδαση, που πολλές φορές επιβάλλει η ύπαρξη της θάλασσας.

 

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία

 

Το Κιβέρι είναι ένα μεγάλο χωριό της Αργολίδας, ένα παραθαλάσσιο χωριό στη δυτική ακτή του Αργολικού κόλπου, απέναντι ακριβώς από το Ναύπλιο.

Αν αναζητήσει κανείς τις ρίζες των ανθρώπων αυτού του τόπου, θα χρειαστεί να φτάσει μέχρι τα πολύ παλιά χρόνια. Πρόκειται για ένα από τα χωριά της Αργολίδας με μεγάλη ιστορική διαδρομή, που ξεκινάει από τη μυθολογική και την προϊστορική εποχή, παρουσιάζεται στην αρχαιότητα, συνεχίζει την παρουσία του κατά τη βυζαντινή εποχή, την εποχή της Φραγκοκρατίας και της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο και την Αργολίδα, για να παίξει ρόλο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και την επανάσταση του 1821 μέχρι να διαμορφωθεί οριστικά στα νεότερα χρόνια και να ριζώσει στον τόπο που ξεκίνησε την ιστορία του, για να κοσμεί τα δυτικά παράλια του Αργολικού κόλπου.

Ο τόπος αυτός σχετίζεται με τον Ηρακλή και τη Λερναία Ύδρα. Εδώ αποβιβάστηκε ο Δαναός με τις κόρες του, όταν ήρθε να γίνει βασιλιάς στο Άργος. Η περιοχή κατοικείται σίγουρα από τα αρχαία χρόνια, καθώς έχουν ανακαλυφθεί μυκηναϊκοί τάφοι. Συνεχής ήταν η κατοίκηση του τόπου ανά τους αιώνες. Στην αρχαιότητα έγινε θέατρο μαχών ανάμεσα στους δύο ισχυρούς γείτονες της εποχής, τους Αργείους και τους Σπαρτιάτες. Στο μεσαίωνα υπήρχε εκεί ισχυρό κάστρο των Φράγκων, στους οποίους ανήκε ως το 1389. Από τότε το Κιβέρι ανήκει στους Βενετούς ως το 1481, οπότε περνά κατεστραμμένο στους Τούρκους.

Η γεωγραφική του θέση καθιστούσε το Κιβέρι στρατηγικό σημείο από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη ιστορία. Πρόκειται για έναν τόπο με πλούσια για την έκτασή του ιστορία, ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους. Μια ιστορία συνδεδεμένη με την τύχη του γειτονικού Άργους από την προϊστορική και αρχαϊκή εποχή, αλλά και του Ναυπλίου από την εποχή της φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Κατά την προϊστορική περίοδο η ευρύτερη περιοχή του σημερινού Κιβερίου συνδέεται με τις τρεις πηγές, της Αμυμώνης, της Λέρνης και του Ανάβαλου, που αναβλύζουν γλυκό νερό από τότε μέχρι σήμερα.

Αυτή την ιστορία επιχειρεί να καταγράψει το βιβλίο αυτό σε τρεις φάσεις. Το πρώτο μέρος εξιστορεί και τεκμηριώνει την ιστορική διαδρομή από τη μυθολογική περίοδο μέχρι την επανάσταση του 21, που το χωριό καταστάλαξε στους πρόποδες του μικρού λόφου δίπλα στη θάλασσα. Στο δεύτερο μέρος δίνει την εικόνα της παραδοσιακής κοινωνίας και τους όρους με τους οποίους επιβίωσε σ’ αυτό τον τόπο μέχρι τη δεκαετία του 1950, χωρίς τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής και καταναλωτικής εποχής, που ακολούθησε. Το τελευταίο μέρος αναφέρεται στο νεότερο Κιβέρι με τη ραγδαία οικονομική και οικιστική του ανάπτυξη και την εξέλιξή του σ’ έναν αξιόλογο παραθαλάσσιο τουριστικό προορισμό…

  

Κιβέρι – Από το Μύθο στην Ιστορία

Αλέξης Τότσικας

 Σχήμα 17Χ24

 Σελίδες 248

 ISBN 978-960-9650-20-5

 Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού

 Άργος, 2018 

 

Read Full Post »

Ο μύθος της Ψωροκώσταινας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Υπήρξε στην πραγματικότητα η Ψωροκώσταινα ή πρόκειται για μια ανύπαρκτη ηρωίδα; Το ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», του κυρίου Νίκου Σαραντάκου, φιλοξενεί άρθρο με τίτλο «Ο μύθος της Ψωροκώσταινας» στο οποίο ο συγγραφέας του, κ. Σπύρος Ζερβόπουλος ασχολείται με το θέμα και καταθέτει μετά από έρευνα τα δικά του συμπεράσματα. Ας δούμε όμως τι γράφει.

   

«Ο μύθος της Ψωροκώσταινας»

 

«Ψωροκώσταινα» είναι ένας πολύ γνωστός μειωτικός και περιπαικτικός χαρακτηρισμός που λέμε για τη χώρα μας, ένας αυτοφαυλισμός που έχει πει και ο Ν. Σαραντάκος. Τον χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να αναφερθούμε στην υπανάπτυξη, την έλλειψη χρημάτων ή την ανοργανωσιά του νεοελληνικού κράτους, όπως γράφει και το ΛΚΝ [Λεξικό της κοινής νεοελληνικής]. Έχει χρησιμοποιηθεί επίσης, συνήθως απ’ τον χώρο της Αριστεράς, ο όρος «ιδεολογία ή σύνδρομο της Ψωροκώσταινας» ως κριτική απέναντι σε συντηρητικές απόψεις για την κατάσταση στη χώρα μας. Πρόσφατα μάλιστα είχε δημιουργηθεί παρεξήγηση σε μια πολιτική συζήτηση μεταξύ Στ. Κούλογλου και Βασ. Κικίλια για τη φράση ακριβώς αυτή.

Ταυτόχρονα, επίσης, είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι η λέξη «Ψωροκώσταινα» προήλθε από παρωνύμιο υπαρκτού προσώπου που έζησε στο Ναύπλιο στα χρόνια της Επανάστασης του 1821. Πριν κάνουμε λόγο για την ιστορία αυτού του προσώπου, όπως μας παραδίδεται, ας δούμε πότε εμφανίζεται η λέξη στα γραπτά τεκμήρια που έχουμε.

Οι πρώτες ανευρέσεις της λέξης είναι σε απομνημονεύματα και ιστορικά κείμενα σχετικά με την Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους. Ο Νικόλαος Δραγούμης σε ιστορικές του αναμνήσεις (Πανδώρα, 1853) διηγείται ότι το 1833, όταν ήταν κυβερνητικός υπάλληλος στο Ναύπλιο, ζήτησε από έναν βαρκάρη να τον μεταφέρει στο πλοίο που βρισκόταν ο Όθωνας που μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα. Όταν είπε στον βαρκάρη ότι θα πληρωθεί από την κυβέρνηση μετά την επιστροφή τους, αυτός του γύρισε την πλάτη και του απάντησε απαξιωτικά «Η ψωροκώσταινα!». Την ίδια άρνηση αντιμετώπισε και απ’ τους υπόλοιπους βαρκάρηδες, και αναγκάστηκε να αναφέρει απογοητευμένος στον προϊστάμενό του ότι «την κυβέρνησιν ονομάζουσι όλοι ψωροκώσταινα και ουδέ λεπτόν εμπιστεύονται εις αυτήν».

 

Πανδώρα, 1853, σελίδα 261.

 

Επίσης και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του (γραμμένα λογικά στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα) αναφέρει ότι Ψωροκώσταινα έλεγαν την τελευταία κυβέρνηση πριν από την έλευση του Όθωνα. Το ίδιο και ο Αναστάσιος Γούδας στους «Παράλληλους Βίους» του (1873).

 

Γενναίου Κολοκοτρώνη «Απομνημονεύματα»

 

Σε άλλες πηγές, ο χαρακτηρισμός αυτός προσάπτεται σε κυβερνήσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Για παράδειγμα, ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος, αγωνιστής του 1821 και γραμματικός του Θ. Κολοκοτρώνη, στα Απομνημονεύματά του γράφει (αναφερόμενος σε γεγονότα του 1824): «Ημείς ανήλθομεν εις Τρίπολιν κατά τα μέσα Ιουνίου, η δε φρουρά ηυτομόλησεν εις την Διοίκησιν, την τότε λεγομένην Βουλήν και μετά ταύτα ψωροκώσταινα». Και ο Δημήτριος Παπαντωνόπουλος ομοίως στο βιβλίο του «Πεντηκονταετηρίς της Ελληνικής Επαναστάσεως (1873)», αναφέρεται σε γεγονότα του 1824.

 

Δημήτριος Παπαντωνόπουλος «Πεντηκονταετηρίς της Ελληνικής Επαναστάσεως (1873)

 

Φαίνεται, λοιπόν, ότι αρχικά η λέξη ήταν σκωπτικός χαρακτηρισμός για κάποια κυβέρνηση ή κυβερνήσεις της παραπάνω ιστορικής περιόδου. Σιγά – σιγά θα γενικεύτηκε η χρήση της, εκτός των ιστορικών αυτών συμφραζομένων, και αφορούσε πλέον αφηρημένα το νεοελληνικό κράτος/χώρα. Στις πρώιμες αυτές ανευρέσεις της λέξης δεν υπάρχει καμία αναφορά ή σύνδεση με πραγματικό πρόσωπο. Πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως θα δούμε και παρακάτω, είναι στις αρχές του 20ου αιώνα.

Μια καλή παρουσίαση της ιστορίας της Ψωροκώσταινας, δηλαδή του προσώπου απ’ το οποίο φέρεται να προέρχεται η λέξη, υπάρχει εδώ από την ιστοσελίδα της Αργολικής Βιβλιοθήκης.

Οι περισσότερες πληροφορίες στην πραγματικότητα αντλούνται από άρθρο του Μιχαήλ Λαμπρυνίδη, Ναυπλιώτη λόγιου, συγγραφέα, βουλευτή και νομομαθούς, που δημοσιεύτηκε το 1904 (εφημερίδα Αθήναι, 1-2-1904, αναδημοσίευση στο Ημερολόγιον Σκόκου, 1905), το οποίο και αποτελεί την πρώτη χρονολογικά πηγή για το θέμα μας. Ας δούμε συνοπτικά τα κυριότερα σημεία της ιστορίας της, όπως την παραθέτει ο Λαμπρυνίδης:

«Η Ψωροκώσταινα στην πραγματικότητα λεγόταν Πανώρια, ήταν σύζυγος του έντιμου εμπόρου Χατζή – Κώστα Αϊβαλιώτη και ζούσε στο Αϊβαλί. Κατά την καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους το 1821, σκοτώνονται μπροστά στα μάτια της ο σύζυγος της και τα τέσσερα παιδιά τους. Αυτή σώζεται και καταφεύγει στα Ψαρά. Εκεί αναγνωρίζεται από τον Βενιαμίν Λέσβιο, που δίδασκε στο Αϊβαλί, ο οποίος και την παίρνει μαζί της και καταλήγουν στο Ναύπλιο. Η Πανώρια προσφέρει τις φροντίδες της στον Βενιαμίν Λέσβιο μέχρι τον θάνατό του, το 1824. Στη συνέχεια, παρά τη φτώχεια της, παίρνει υπό την προστασία της ορφανά παιδιά του πολέμου, τα οποία τρέφει κάνοντας μεροκάματα και ζητιανεύοντας στους δρόμους. Τον Ιούνιο του 1826, στον έρανο που έγινε στο Ναύπλιο για τις ανάγκες του Αγώνα, η πάμφτωχη Ψωροκώσταινα προσφέρει ένα αργυρό δαχτυλίδι και ένα γρόσι, προκαλώντας μεγάλη συγκίνηση. Όταν άνοιξε το πρώτο ορφανοτροφείο στο Ναύπλιο από τον Καποδίστρια, η Ψωροκώσταινα προσφέρει αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες της. Λίγους μήνες αργότερα πεθαίνει, και κηδεύεται από τα ορφανά σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης».

 

Εφημερίδα Αθήναι, 1-2-1904

 

Ημερολόγιον Σκόκου

 

Σε αυτή την ιστορία αργότερα προστίθενται μερικές ακόμη ψηφίδες. Ο Ευάγγελος Δαδιώτης, (1900 – 1992), [λόγιος, εκδότης, ιδρυτικό μέλος, Γενικός Γραμματέας και επίτιμο μέλος της Ένωσης Κυδωνιατών], με καταγωγή απ’ το Αϊβαλί, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αιγαιοπελαγίτικα τ. 13 [1], αφήνει να εννοηθεί ότι το παρωνύμιο Ψωροκώσταινα είναι στην πραγματικότητα παραφθορά του αρχικού παρωνυμίου της Ψαροκώσταινα, που της είχε δοθεί επειδή είχε βρεθεί στα Ψαρά μετά την καταστροφή του Αϊβαλιού. Επίσης, μας παραθέτει τα ακριβή λόγια της Ψωροκώσταινας στον έρανο του 1826: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Η ιστορία της Ψωροκώσταινας έκτοτε γνωρίζει μεγάλη διάδοση και εμφανίζεται ακόμη και σε ιστορικά βιβλία: Στην «Παιδεία επί Τουρκοκρατίας» του Τρύφωνος Ευαγγελίδου (1936), στην Ελληνική Επανάσταση του Διονύσιου Κόκκινου (5ος τόμος, σελ. 360), στα Ελληνικά Ιστορικά Ανέκδοτα του Τάκη Λάππα (1960), σε σημείωμα του Σπυρίδωνα Λάμπρου στο περιοδικό Νέος Ελληνομνήμων 13 (1916), 368 (ο οποίος επικαλείται δημοσίευμα της εφημερίδας Έθνος του 1915).

 

Παιδεία επί Τουρκοκρατίας» του Τρύφωνος Ευαγγελίδου (1936)

 

Σπυρίδωνας Λάμπρου «Νέος Ελληνομνήμων» 13 (1916), 368.

 

Αναφέρονται επίσης και άλλες εκδοχές της ιστορίας: Ο Τάσος Μουμτζής, με καταγωγή επίσης απ’ το Αϊβαλί, γράφει (Αναμνήσεις 1894-1924, 1971) [2] ότι η κυρά Κώσταινα ήταν γυναίκα του δημάρχου του Αϊβαλιού. Όταν ήλθε πρόσφυγας στο Ναύπλιο τέθηκε επικεφαλής γυναικών προσφύγων που υπηρετούσαν τον αγώνα. Μετά την Επανάσταση αναγκάστηκε να ζητιανεύει για να ζήσει, και το παρωνύμιο Ψωροκώσταινα της το έδωσε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ήλιου παρατίθεται μία τελείως διαφορετική εκδοχή: Η Ψωροκώσταινα ήταν γυναίκα κάποιου Κώστα από το χωριό Τζαφέρ Αγά (Ασίνη), ο οποίος σκοτώθηκε από τους ζηλωτές του Συντάγματος (προφανώς στις ταραχές μετά τον θάνατο του Καποδίστρια).

 

Εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ήλιου

 

Η ιστορία της Ψωροκώσταινας, όπως μας είναι δοσμένη, δίνει την εντύπωση ότι έχει πολλά στοιχεία μύθου, παρηγορητικού μύθου, με αρκετούς συμβολισμούς: Η πραγματική Ψωροκώσταινα ήταν μια γυναίκα που πρώτα ήταν πλούσια και αρχόντισσα, τα έχασε όμως όλα από τους Τούρκους∙ παρά τη φτώχεια και τη δυστυχία της, προσέφερε στον Αγώνα ανιδιοτελώς και μεγαλόψυχα με όλες της τις δυνάμεις. Ίσως να μην είναι τυχαία και η σύνδεσή της με τον Βενιαμίν Λέσβιο, ο οποίος ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και είχε προσφορά στην Επανάσταση. Μην ξεχνάμε ότι ο Μ. Λαμπρυνίδης γράφει το άρθρο του σε μια εποχή λίγο μετά τη χρεοκοπία, τον διεθνή οικονομικό έλεγχο, τον χαμένο πόλεμο του 1897, όταν και πιθανότατα θα ήταν πολύ δημοφιλής η λέξη.

Όπως είδαμε και παραπάνω, στην ιστορία της Ψωροκώσταινας κεντρικό ρόλο έχει ο έρανος που έγινε στο Ναύπλιο τον Ιούνιο του 1826. Για να θυμηθούμε τα γεγονότα, μετά την πτώση του Μεσολογγίου οι Έλληνες βρέθηκαν σε πολύ δυσχερή θέση, χωρίς οικονομικά μέσα, όπλα και πολεμοφόδια, και με τον Ιμπραήμ να λεηλατεί την Πελοπόννησο. Έτσι, στις 8-6-1826 διοργανώθηκε από τη Διοίκηση έρανος στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου. Εκεί, ο δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος εκφώνησε εμπνευσμένη και συγκινητική ομιλία, συνεισέφερε ταυτόχρονα και τα λίγα χρήματα που είχε, παρακινώντας όλους να συνδράμουν με ό,τι είχαν. Ο Λαμπρυνίδης έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα και έχει γράψει και άλλα άρθρα για το περιστατικό αυτό. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αρχικά, ο Λαμπρυνίδης είχε γράψει ένα άρθρο με τίτλο «Σκηναί πατριωτικαί εν Ναυπλίω κατά την κρισιμωτάτην περίοδον του εθνικού ημών αγώνος» (περιοδικό Αρμονία, τ. 3ος, 1902), όπου πραγματευόταν το περιστατικό του εράνου της 8-6-1826. Ως πηγές του επικαλείται: «Επιστολή του Γάλλου Στρατηγού Roche προς το εν Παρισίοις Φιλελληνικόν Κομιτάτον, γραφείσα εν Ναυπλίω κατά τον Ιούλιον του 1826 (Documents relatifs a l’etat present de la Grece: publies d’apres les communications du Comite Philhellenique de Paris, Νο II σελ. 30 και Νο III σελ. 46, 47)». Η μεν πρώτη πηγή, δηλαδή η αναφορά στο τεύχος ΙΙ σελ. 30 (ονλάιν εδώ) είναι πράγματι η επιστολή του Roche∙ η δεύτερη πηγή (τεύχος ΙΙΙ σελ. 46,47) είναι γαλλική μετάφραση άρθρου της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος της 12-6-1826. Η Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος ήταν το επίσημο έντυπο της Διοίκησης, με αρχισυντάκτη τότε τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, στην οποία δεν δημοσιεύονταν μόνο νομοθετικά και διοικητικά κείμενα, αλλά και ειδησεογραφικά άρθρα∙ το συγκεκριμένο άρθρο είχε περιγραφή του εράνου που είχε γίνει μόλις λίγες μέρες πριν. (Ο Λαμπρυνίδης παραθέτει και μία ακόμη πηγή, την Ιστορία της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Αυγ. Fabre, στην οποία όμως δεν υπάρχει καμία αναφορά για τον έρανο της 8-6-1826).

Ο Λαμπρυνίδης στη διήγησή του κρατά τον βασικό κορμό των πηγών του, δηλαδή της επιστολής του Roche και του άρθρου της Γενικής Εφημερίδας, παρεμβάλλοντας όμως πολλές προσθήκες με επώνυμους και ανώνυμους ανθρώπους που εμφανίζονται να συμμετέχουν στον έρανο. Πουθενά όμως σε αυτό το άρθρο δεν υπάρχει η Ψωροκώσταινα – ούτε άλλωστε στις πηγές του Λαμπρυνίδη.

Δύο χρόνια αργότερα, την 25η Μαρτίου 1904, ο Λαμπρυνίδης αναδημοσιεύει το ίδιο πιο πάνω άρθρο στην εφημερίδα Αθήναι με τον τίτλο «Σελίδες Πατριωτισμού: Σκούφος – Γεννάδιος». Έχει ελάχιστες αλλαγές σε σχέση με το προηγούμενο άρθρο του, με κυριότερη το ότι εμφανίζεται τώρα και η Ψωροκώσταινα να συμμετέχει στον έρανο. Τι είχε μεσολαβήσει; Είχε δημοσιεύσει λίγο πριν το άρθρο του για την ζωή της Ψωροκώσταινας που είδαμε παραπάνω (1-2-1904, εφ. Αθήναι).

 

Εφημερίδα Αθήναι: «Σελίδες Πατριωτισμού: Σκούφος – Γεννάδιος»

 

Στη συνέχεια, έρχεται ο γιος του Γεωργίου Γεννάδιου, Ιωάννης Γεννάδιος, και εκδίδει ολόκληρο βιβλίο με τίτλο «Ο Γεώργιος Γεννάδιος σωτήρ της όλης πατρίδος εν Ναυπλίω τω 1826» (1905), με αποκλειστικό σκοπό να αποδείξει ότι δεν ήταν ο Νικόλαος Σκούφος αυτός που είχε εκφωνήσει τον περίφημο λόγο στον έρανο του 1826, όπως ισχυριζόταν ο Λαμπρυνίδης (στην πραγματικότητα ο Roche). Έτσι, ερευνά όλες τις σχετικές πηγές και παραθέτει διηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων, άρθρα, αποσπάσματα από βιβλία ιστορίας κτλ., απ’ τα οποία πράγματι προκύπτει ότι ο Νικ. Σκούφος δεν είχε καμία σχέση με το γεγονός. (Σημειώνεται ότι ο Λαμπρυνίδης στο άρθρο του βάζει τον Ν. Σκούφο να εκφωνεί λόγο κάποια στιγμή πριν απ’ τον έρανο, και τον Γ. Γεννάδιο την ημέρα του εράνου, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει απ’ την επιστολή του Roche – ούτε απ’ τις άλλες πηγές!).

 

«Ο Γεώργιος Γεννάδιος σωτήρ της όλης πατρίδος εν Ναυπλίω τω 1826»

 

Από τις ίδιες όμως αυτές πηγές προκύπτει επίσης ότι πουθενά δεν υπάρχει καμία αναφορά σε Ψωροκώσταινα ή Χατζηκώστα ή κάτι σχετικό. Σημειώνεται ότι στο πιο πάνω άρθρο της Γενικής Εφημερίδας της Ελλάδας, που είναι και η πιο κοντινή μαρτυρία στο γεγονός, αναφέρεται ότι το αποκορύφωμα της συγκίνησης κατά τη διάρκεια του εράνου ήταν όταν «… ως και έν παιδίον, το οποίον ζη πωλούν εις τους δρόμους νερόν, ή ζητούν ελεημοσύνην, επρόσφερεν και αυτό το πτωχόν, αλλά φίλον της πατρίδος τέκνον, δύο τάλληρα, και η πράξις αύτη εκίνησε πολλούς θεατάς εις δάκρυα …». Το ίδιο γράφει και ο Αλέξανδρος Σούτσος, που ήταν επίσης αυτόπτης μάρτυρας, σε βιβλίο του το 1829: «… και προς το εσπέρας το κίνημα κατέστη τόσον γενικόν, τόσον ένθουν, ώστε και παιδίον τί, αποζών εκ της ελεημοσύνης των διαβατών, εθεάθη αποσύρων εκ της ζώνης του δύο τάλληρα, προϊόν ενός έτους περισυλλογών, και προσφέρον αυτά μετά προθυμίας».

Ανακεφαλαιωτικά: Ο Λαμπρυνίδης δημοσιεύει ένα άρθρο το 1902 που περιγράφει με εξαντλητική λεπτομέρεια τον περίφημο έρανο του 1826, χωρίς καμία αναφορά σε Ψωροκώσταινα. Σημειωτέον ότι στις σύγχρονες πηγές ως η πιο συγκινητική στιγμή περιγράφεται αυτή με το ζητιανάκι που προσφέρει το υστέρημα του. Το 1904 ο Λαμπρυνίδης δημοσιεύει άρθρο με τη ζωή της Ψωροκώσταινας, που είναι και η πρώτη αναφορά για το πρόσωπο αυτό. Της δίνει μάλιστα στο άρθρο αυτό και πρωταγωνιστικό ρόλο στον έρανο της 8-6-1826. Λίγο μετά, στις 25-3-1904, αναδημοσιεύει το ίδιο άρθρο του 1902, προσθέτοντας τώρα και την Ψωροκώσταινα. Στο μεταξύ, από τις διαθέσιμες πηγές που υπάρχουν για τον έρανο αυτό, πουθενά δεν προκύπτει συμμετοχή της Ψωροκώσταινας. Αν πάλι υπήρχε κάποια παλιά προφορική παράδοση για την Ψωροκώσταινα, είναι εύλογο ότι θα την ήξερε ο Ναυπλιώτης Μ. Λαμπρυνίδης όταν έγραφε το άρθρο του το 1902, και δεν θα την ανακάλυπτε πρώτη φορά το 1904.

Βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να υπάρχει κάποιος κόκκος αλήθειας σε όλα αυτά∙ δηλαδή να προήλθε πράγματι η λέξη από κάποιο υπαρκτό πρόσωπο της εποχής, μία πολύ φτωχή γυναίκα ή μια ζητιάνα, χωρίς όμως να είναι γνωστές και να μπορούν να τεκμηριωθούν οι λεπτομέρειες της ζωής της. Από την άλλη, μπορεί να μην προήλθε από το παρωνύμιο κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, αλλά να είναι ένας, ας πούμε, αφηρημένος ονοματικός σχηματισμός, όπως για παράδειγμα η φράση «και η κουτσή Μαρία».

Μια παρόμοια και χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι ψωρομανώληδες (και μπαλτηριτζιμπλάκηδες, δηλαδή ξυπόλητοι) του Αδαμάντιου Κοραή, λέξεις με τις οποίες χαρακτηρίζει σε επιστολές του τους αβράκωτους, τους ακραίους της Γαλλικής Επανάστασης. Είναι μάλλον απίθανο να προέρχεται αυτή η λέξη του Κοραή από κάποιον συγκεκριμένο Μανώλη, αλλά, αντίθετα φαίνεται ότι σχηματίστηκε από τη σύνθεση του προθήματος ψωρο-, που έχει φυσικά μειωτική σημασία, και ενός κοινού, συνηθισμένου βαφτιστικού ονόματος. Κάτι ανάλογο είναι πιθανότατο να συνέβη και με τη λέξη Ψωροκώσταινα, χωρίς να κρύβεται πίσω της κανένα ιστορικό πρόσωπο και ευφάνταστες ιστορίες για τη ζωή της.

Ο κύριος Νίκος Σαραντάκος γράφει στο τέλος του άρθρου:

Εγώ δεν έχω κάτι να προσθέσω, νομίζω καταδεικνύεται με ατράνταχτα επιχειρήματα πως το πρόσωπο της Πανώριας Χατζηκώστα – Ψωροκώσταινας είναι κατασκευή. Προσθέτω μόνο ότι στις μεταγενέστερες αφηγήσεις το όνομα της ανύπαρκτης ηρωίδας έχει εξευγενιστεί ελαφρώς σε «Πανωραία Χατζηκώστα» – αφού «ήταν» αρχόντισσα έστω και ξεπεσμένη!

 

Σπύρος Ζερβόπουλος

 

Σημειώσεις Βιβλιοθήκης


 

[1] «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΨΩΡΟΚΩΣΤΑΙΝΑΣ» Ευάγγελου Δαδιώτη.

Ψωροκώσταινα: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Το όνομα «Ψωροκώσταινα» το χρησιμοποιούμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν πρόκειται να στηλιτευθεί μια κακομοιριά, υποχωρητικότητα, ανοργανωσιά, αδυναμία και φτώχια που κάποιοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζει την Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.

Όμως, η Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδας. Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανωραία Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Κατά αγαθή συγκυρία ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν. Η Πανωραία σύντομα άφησε τα Ψαρά και φθάνει στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Εκεί την ακολούθησε κι εγκαταστάθηκε και ο Βενιαμίν ο Λέσβιος. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.

Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.Το 1826 έγινε έρανος** στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχιας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανωραία, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα». Η πλύστρα Πανωραία όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις – να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή. Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία. Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.

Γιατί όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανωραίας;

Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το παρατσούκλι το οποίο απέδιδε την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά. Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός και στη σημερινή πολιτική ορολογία. Χαρακτηρισμός, που για όσους γνωρίζουν την ιστορία, δεν είναι απαξιωτικός, διότι η Πανωραία Χατζηκώστα η επονομασθείσα Ψαροκώσταινα και Ψωροκώσταινα υπήρξε μια αξιομίμητη πατριώτισσα με λεβεντιά και φιλότιμο.

[2] (Από το βιβλίο: Τάσος Μουμτζής, Αναμνήσεις 1894-1924, Θεσσαλονίκη, 1971).

Όσοι γλίτωσαν, οι περισσότεροι γυναικόπαιδα, μεταφέρθηκαν στα νησιά Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά και τα ανατολικά παράλια της Πελοποννήσου. Εκεί πολλοί νεαροί κατατάχτηκαν στο στρατό και το ναυτικό της Επανάστασης και πήραν μέρος σε πολλές μάχες, όπου διακρίθηκαν για την παλικαριά τους. Πολλοί έγιναν βαθμοφόροι. Ο Στρατής και ο Παναγής Πίσσας με 60 Αϊβαλιώτες. Κοντά στον Γιατράκο ο Αποστόλης Χατζής με 80 Αϊβαλιώτες. Ο Δημητρός Καπανδάρος πολεμά με 50 συμπατριώτες του στην Πελοπόννησο, 300 άλλοι πολεμούν στο Άργος τον Δράμαλη, 100 με τον Κριεζώτη υπερασπίζουν την Ακρόπολη, όπου σκοτώθηκε το πρωτοπαλίκαρο του Αϊβαλιού, ο Νικόλας Τζίτζιρας. Στην μάχη του Πέτα σκοτώθηκαν ο Άγγελος Ζωντανός και ο Μανώλης Αμμανίτης. Ο Στυλιανός Γονατάς, προπάππος του στρατηγού Στ. Γονατά, πρώην πρωθυπουργού της Ελλάδος, πολεμά παντού με πείσμα, προαγόμενος κάθε τόσο επ’ ανδραγαθία. Ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης μαζί με τον πατέρα του Νικόλα έχουν στο ενεργητικό τους την εκπόρθηση του Παλαμηδιού, γιατί αυτοί κατάστρωσαν το πολεμικό σχέδιο και το βάλανε μπρος την παραμονή τ’ Άη Αντρέα, μπαίνοντας στο Παλαμήδι που το θεωρούσαν όλοι απόρθητο. Ο Ι. Σαλτέλης, στο φρούριο των Ψαρών, αντί να παραδοθή – δεύτερος Γεωργάκης Ολύμπιος – έβαλε μπουρλότο στο βαρέλι με το μπαρούτι και βρήκε ένδοξο θάνατο μαζί με πολλούς συμπατριώτες του. Στο πολεμικό ναυτικό ο Δ. Σαλτέλης υπηρέτησε ως ιδιαίτερος γραμματέας του ναυάρχου Μιαούλη. Τέλος, ο Στρατής Πίσσας με τα πολλά προσόντα του γίνεται γρήγορα αξιωματικός του τακτικού στρατού, πολεμά στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο, στη Χίο, στην Κάρυστο, στο Χαϊδάρι και στο Παλαμήδι. Το 1843 γίνεται φρούραρχος Αθηνών, μένοντας στη θέση αυτή επί είκοσι περίπου χρόνια. Το 1864 ήταν αρχηγός στρατού κατοχής στα Ιόνια νησιά. Αργότερα έγινε πρόεδρος του αναθεωρητικού δικαστηρίου, οπότε και αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του αντιστρατήγου.
Στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε της ελεύθερης ελληνικής γωνιάς, η γυναίκα του δημάρχου του Αϊβαλιού ετέθη αμέσως επικεφαλής, όσων μπορούσαν να υπηρετήσουν τον αγώνα, γυναικών προσφύγων, και επέτυχε να συμπληρώση με γυναικείο προσωπικό τα νοσοκομεία, τα αναρρωτήρια όπου νοσηλεύονταν οι ασθενείς και τραυματίες, μαγειρεία, πλυντήρια κλπ.

Ύστερα από κάμποσα χρόνια σκληρής ζωής η κυρά Κώσταινα (στα παλιά χρόνια οι γυναίκες έπαιρναν το όνομα του ανδρός τους: κυρά Τάσαινα, κυρά Γιάνναινα κλπ.), πολύ φτωχή κι αρρωστημένη, καθόταν κάτω απ’ τον πλάτανο στην πλατεία του Ναυπλίου και ζητιάνευε, επικαλούμενη τις προσφερθείσες υπηρεσίες της. Κάποτε περνούσαν με συνοδεία τον αρχιστράτηγο της Επαναστάσεως, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Τον πήγαιναν στο στρατοδικείο για να δικαστή με τις βαρειές κατηγορίες: προδοσία και εχθρότητα κατά του βασιλιά. Βλέποντας την κυρά Κώσταινα λέει στους συνοδούς του: «Νά η Ελλάδα· ήταν πάντα, είναι και θα ’ναι Ψωροκώσταινα».

 

Διαβάστε ακόμη:

Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα (Πανώρεια Χατζή- Κώστα Αϊβαλιώτη)

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος | Κατερίνα Παπαδριανού

Η Ψωροκώσταινα – Κριτική του Πάνου Τουρλή

Πρόσωπα και πράγματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως: η Ψωροκώσταινα. Ημερολόγιον Σκόκου 1905, Μ. Γ. Λαμπρυνίδης: Η Ψωροκώσταινα

 

Read Full Post »

Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (πρώην τζαμί) στο Άργος: συμβολή στη μελέτη του μνημείου – Άννα Φίλιππα-Touchais


 

 

«Ούτω στρέφεται της τύχης ο τροχός, ο δε κόσμος δεν είναι

ειμή καταστροφή και ανασύστασης της αυτής ύλης»

G. Pecchio, Η Ελλάς κατά το έαρ του 1825 (Ζεγκίνης 1968,292)

  

Το κείμενο της παρούσας μελέτης, με ορισμένες συμπληρώσεις, αποτελεί την ιστορική και αρχαιολογική τεκμηρίωση του μνημείου, την οποία πραγματοποίησα, το 2001, ως ειδικός συνεργάτης του γραφείου αρχιτεκτονικών μελετών BETAPLAN Α.Ε., Βεντουράκης-Ταβανιώτης, στο πλαίσιο προμελέτης για την αποκατάσταση του μνημείου, κατόπιν σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει ο Δήμος Αργους. Στη διάρκεια του συμποσίου Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008), περίληψη της μελέτης παρουσιάστηκε ως επιτοίχια ανακοίνωση.

 Για την πολύτιμη βοήθειά τους στην ολοκλήρωση της σύντομης αυτής μελέτης, ευχαριστώ θερμά τον αρχιτέκτονα Γ. Αραχωβίτη, στον οποίο οφείλονται τα σχέδια, τον επιμελητή της 5ηςΕΒΑ Γ. Τσεκέ, το βυζαντινολόγο Γ. Βαραλή (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΙΑΚΑ), την αρχιτέκτονα Β. Φίλιππα και ιδιαιτέρως την Λ. Σαμπανοπούλου επιμελήτρια της 5ης ΕΒΑ.

 Ευχαριστώ επίσης θερμά το Δήμο Αργους που μου παραχώρησε αντίγραφα των σχεδίων και μου επέτρεψε να τα δημοσιεύσω, καθώς και τον αγαπητό φίλο Μ. Sève που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση φωτογραφιών και σκαριφημάτων από την πολύτιμη έρευνά του για τους περιηγητές του Άργους.

 

Ο σημερινός ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στεγάζεται στο μοναδικό σωζόμενο μωαμεθανικό τέμενος της πόλης (εικ. 1). Αν και υπήρξε ένα από τα δύο σημαντικότερα τζαμιά του Άργους, τόσο η τουρκική ονομασία του όσο και ο χρόνος ανέγερσής του παραμένουν άγνωστα. Η μετατροπή του σε χριστιανικό ναό έγινε λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, χωρίς να προκληθούν ιδιαίτερα σοβαρές αλλοιώσεις στην αρχική του μορφή.

Στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Άργος φαίνεται ότι υπήρχαν πολλοί μικροί, συνοικιακοί χώροι προσευχής (μεστζίτια [1]), δύο όμως ήταν τα κεντρικά τζαμιά, με μιναρέ. Το μεγαλύτερο, το τζαμί της αγοράς, βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και περιλάμβανε μεγάλο ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσέ). Είναι άγνωστο πότε ακριβώς κτίστηκε, βέβαιο είναι όμως ότι καταστράφηκε στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης. Το δεύτερο, ο μετέπειτα ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω, είχε την τύχη να διασωθεί, πιθανότατα χάρη στην απόκεντρη θέση του και κυρίως στην ευτυχή μετατροπή του σε χριστιανικό ναό.

 

(εικ. 1) – (εικ. 2)

 

Τοπογραφία μνημείου

 

Το δισήμαντο μνημείο του Αγίου Κωνσταντίνου βρίσκεται στις νοτιοανατολικές παρυφές του Άργους [2] (εικ. 2). Αν και σε μικρή σχετικά απόσταση από το κέντρο της πόλης (600μ. περίπου νοτίως του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου), ο χώρος του σηματοδοτεί τα Ν/ΝΑ όρια του πολεοδομικού πυρήνα της σύγχρονης πόλης. Έως πρόσφατα το περιβάλλον του μνημείου ήταν περισσότερο αγροτικό, σήμερα όμως που η πόλη αναπτύσσεται κυρίως προς τα νότια το τοπίο γύρω του μετατρέπεται με γρήγορους ρυθμούς σε καθαρά αστικό.

Σύμφωνα με διάφορες γραπτές μαρτυρίες, στην τουρκοκρατία γύρω από το τζαμί υπήρχε μουσουλμανικό νεκροταφείο, ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσές), ενώ ο χώρος «ήτο κεκοσμημένος διά κυπαρίσσων» [3]. Σήμερα γύρω από το ναό υπάρχει περιβόλι έκτασης ενός στρέμματος περίπου, με οπωροφόρα δέντρα καθώς και ένα μεγάλο κυπαρίσσι, το μοναδικό μάλλον που επέζησε από εκείνα που το κοσμούσαν στην προγενέστερη φάση της ζωής του (εικ. 3). Στα δεξιά της εισόδου του κήπου, κατά μήκος του προαυλίου που οδηγεί στο ναό, είναι κτισμένη ισόγεια, μακρόστενη, παλιά οικία όπου διέμενε έως πρόσφατα η νεωκόρος [4].

 

Αρχιτεκτονική ανάλυση μνημείου

 

Το μνημείο ανήκει στον τύπο του μονόχωρου τεμένους με θόλο και στοά στην πρόσοψη (εικ. 4-5). Η αίθουσα προσευχής είναι τετράγωνη με πλευρά μήκους 14.40μ. περίπου και ύψος 6.12μ. Ο ημισφαιρικός θόλος, εσωτερικής διαμέτρου 11.20μ. και ύψους 3.50μ., στηρίζεται σε οκταγωνικό τύμπανο πλευράς μήκους 8.50μ. περίπου και ύψους 2.40μ. (συνολικό ύψος μνημείου 12.02μ.). Ο θόλος είναι πλινθόκτιστος και στεγασμένος με κεραμίδια. Εσωτερικά, η μετάβαση από το τετράγωνο σχήμα του κτιρίου στην κυκλική περιφέρεια του θόλου γίνεται με γωνιακά ημιχώνια.

Η εξώθυρα του μνημείου βρίσκεται στο μέσον της ΒΔ πλευράς (εικ. 6). Το θυραίο άνοιγμα, πλάτους 1.40μ. και συνολικού ύψους 2.60μ., περιβάλλεται από αψιδωτό μαρμάρινο ή λίθινο θύρωμα (καλυμμένο σήμερα από παχύ στρώμα ασβέστη) που εγγράφεται σε τόξο. Στην αρχική του μορφή το κτίριο διέθετε οκτώ ακόμη συμμετρικά τοποθετημένα ανοίγματα, δύο σε κάθε πλευρά, τα οποία σήμερα έχουν υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις από νεότερες επεμβάσεις (βλ. παρακάτω, Μετασκευές). Πρόκειται για τοξωτές παρακυπτικές θυρίδες, το κάτω μέρος των οποίων ελάχιστα απείχε από το δάπεδο. Τόσο το περίγραμμα των θυρίδων όσο και η επίστεψή τους, με ελαφρώς οξυκόρυφα πλίνθινα τόξα, διακρίνονται αρκετά καθαρά στις εξωτερικές όψεις των τοίχων (πλάτος γύρω στο 1.40μ. και ύψος γύρω στα 2.45μ.). Η πόρτα στο νότιο άκρο της ΝΔ πλευράς του κτιρίου (δεξιά του ιερού) πιθανώς υπήρχε εξαρχής στη μορφή που σώζεται και σήμερα (εικ. 7), ως δευτερεύσα θύρα που οδηγούσε στο μιναρέ, μολονότι κάτι τέτοιο ήταν μάλλον σπάνιο στα μονόχωρα τεμένη αυτού του τύπου [5].

 

(εικ. 3) – (εικ. 4) – (εικ. 5)

 

Μικρότερα τοξωτά παράθυρα (0.60 X 1.19μ.) σώζονται στο μέσον του ανώτερου τμήματος του οπίσθιου και των δύο πλάγιων τοίχων του κτιρίου (εικ. 1, 3. 7). Τα παράθυρα αυτά, με λίθινο τόξο, θα πρέπει να είχαν τις ίδιες διαστάσεις και στη μουσουλμανική φάση του μνημείου [6]. Όμοια μικρά ανοίγματα σώζονται επίσης στις τέσσερις διαγώνιες πλευρές του τυμπάνου.

Στο εσωτερικό του τεμένους, η κόγχη του μιχράμπ σώζεται στο μέσον του ΝΑ τοίχου, απέναντι από την κύρια είσοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τοίχος του μιχράμπ (qibla) είναι προσανατολισμένος στα ΝΑ [7], είναι δηλαδή στραμμένος στη Μέκκα. Χωρίς ανάγλυφο διάκοσμο, το μιχράμπ περιβάλλεται απλώς από ελαφρά έξεργο ορθογώνιο. Το δάπεδο της αίθουσας είναι στρωμμένο με πήλινες πλάκες (0.40 X 0.40μ.).

Προστώο. Η στοά στην πρόσοψη του μνημείου (ΒΔ πλευρά) είναι ανοιχτή στα πλάγια (εικ. 8) και στεγάζεται με τρεις θολίσκους, περίπου ισοϋψείς, που καλύπτονται με κονίαμα (εικ. 9). Ανάμεσα στους τέσσερις ελεύθερους, βαρείς πεσσούς που την στηρίζουν σχηματίζονται τοξωτά ανοίγματα, από τα οποία το μεσαίο είναι ελαφρώς στενότερο (πλάτος 3.20μ. έναντι 3.50 και 3.60μ. των δύο πλάγιων), με αποτέλεσμα και ο μεσαίος θολίσκος να έχει αντίστοιχα μικρότερο πλάτος (Κ=2.31μ. έναντι 2.40μ. των πλάγιων).

Στο δάπεδο της στοάς σχηματίζεται, μπροστά στην κύρια είσοδο, ένας εγκάρσιος διάδρομος σε χαμηλότερο επίπεδο, τονίζοντας έτσι τον άξονα του μνημείου (ΒΔ/ΝΑ). Στο σημείο επαφής με το κυρίως κτίριο, η στοά παρουσιάζει έντονες ρωγμές (εικ. 8) γεγονός που δηλώνει ότι πρόκειται για μια κατασκευή στατικά ανεξάρτητη η οποία αποτελεί πιθανότατα μεταγενέστερη προσθήκη. Τη στατική αυτή ευπάθεια προσπαθούν να επανορθώσουν οι δύο ισχυροί αντερεισματικοί τοίχοι που έχουν προστεθεί εξωτερικά των μεσαίων πεσσών της στοάς.

 

(εικ. 6) – (εικ. 7) – (εικ. 8)

 

Μιναρές. Από το μιναρέ, στη Δ πλευρά της πρόσοψης του μνημείου, σώζεται μόνο η τετράγωνη βάση (πλευράς 2.85μ.) σε ύψος 3.50-4.00μ. Στον κυκλικό εσωτερικό χώρο διατηρούνται 10 περίπου βαθμίδες της κοχλιωτής κλίμακας ανόδου (εικ. 10). Σύμφωνα με τον πρώιμο τύπο του μνημείου (βλ. παρακάτω) αλλά και το περιορισμένο μέγεθος του, ο μιναρές θα πρέπει να είχε ένα μόνον εξώστη και να κορυφωνόταν με κωνικό βέλος [8].

Τοιχοποιία. Οι περιμετρικοί, φέροντες τοίχοι του κτιρίου, πάχους 1.50μ περίπου, είναι κτισμένοι στο μεγαλύτερο μέρος τους με αργούς λίθους και άφθονο κονίαμα. Στα κατώτερα όμως τμήματα, στις γωνίες και γύρω από τα ανοίγματα, έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένοι λίθοι για μεγαλύτερη αντοχή (εικ. 7). Οι λίθοι αυτοί προέρχονται στην πλειονότητά τους από αρχαίο και χριστιανικό οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Σε αρκετούς από τους αρχαίους λιθόπλινθους που έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του μιναρέ – η λιθοδομία του οποίου είναι ιδιαίτερα επιμελημένη -, διατηρούνται τόρμοι με μολύβδινους συνδέσμους και αυλάκια μολυβδοχοΐας. Επίσης, σε διάφορα σημεία της τοιχοδομίας έχουν ενσωματωθεί μαρμάρινα θραύσματα με ανάγλυφη διακόσμηση. Μεταξύ των αργών λίθων παρεμβάλλονται πλίνθοι σε τυχαίες συνήθως θέσεις, ενώ σπανιότερα περιβάλλουν λαξευμένους λίθους (πλινθοπερίκλειστο σύστημα). Μόνον ο θόλος και οι θολίσκοι είναι εξολοκλήρου πλινθόκτιστοι. Από πλίνθους σχηματίζονται επίσης τα τόξα των παρακυπτικών θυρίδων. Σήμερα το μνημείο είναι επιχρισμένο εξωτερικά και εσωτερικά με λευκό ασβεστοκονίαμα [9] σε κακή κατάσταση διατήρησης.

Διάκοσμος. Ο γραπτός διάκοσμος στο εσωτερικό του μνημείου έχει σήμερα εντελώς εξαφανιστεί [10]. Σπαράγματα μόνο σώζονται στο εσωτερικό των θολίσκων της στοάς, όπου διακρίνονται καφεκόκκινα γεωμετρικά μοτίβα (εικ. 11). Ανάγλυφος διάκοσμος δεν υπάρχει, εκτός από τους δύο ρόδακες που διακρίνονται στις γωνίες του αψιδωτού θυρώματος της κεντρικής εισόδου. Οδοντωτά πλίνθινα διπλά γείσα κοσμούν εξωτερικά τη βάση του θόλου και των θολίσκων του προστώου (εικ. 9).

Τέλος, θα άξιζε να αναφέρουμε τη μουσουλμανική γραπτή επιγραφή τριών στίχων που μόλις διακρίνεται, μισοσκεπασμένη από ασβέστη, στον ακραίο, εσωτερικό πεσσό της ΒΔ γωνίας του κτιρίου (κοντά στο μιναρέ).

 

(εικ. 9) – (εικ. 10) – (εικ. 11)

 

Μετασκευές. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου αλλά και οι αλλαγές στη χρήση του στάθηκαν αιτίες για διάφορες μετασκευές στη δομή και την εξωτερική του μορφή, τόσο στη μουσουλμανική όσο και στη χριστιανική φάση της ζωής του.

Μουσουλμανική φάση. Στο μνημείο φαίνεται ότι είχαν γίνει ορισμένες προσθήκες και/ή επισκευές ήδη κατά τη χρήση του ως τζαμί. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, το προστώο ανήκει πιθανώς σε μια δεύτερη οικοδομική φάση, όπως υποδηλώνουν οι ρωγμές στο σημείο επαφής του με το κεντρικό κτίσμα. Αλλά και ο μιναρές αποτελεί πιθανώς μεταγενέστερη προσθήκη, καθώς στο οπίσθιο τμήμα του φαίνεται ότι η λιθοδομία του καλύπτει την άκρη του πλίνθινου τόξου της παρακυπτικής θυρίδας της ΝΔ πλευράς. Τέλος, το γεγονός ότι η τοιχοποιία του τζαμιού παρουσιάζει έντονη ανομοιομορφία (ειδικότερα μεταξύ κατώτερου και ανώτερου τμήματος) θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί σε μια εκτεταμένη επισκευή που πραγματοποιήθηκε μετά από κάποια περίοδο εγκατάλειψης και/ή μερικής κατάρρευσης του κτιρίου.

Επομένως, με βάση τις παραπάνω επεμβάσεις στο κτίριο θα μπορούσαμε να υποθέσουμε τρεις τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις στη μουσουλμανική του ζωή. Αρχικά ήταν πιθανότατα ένα απλό τετράγωνο κτίσμα, ίσως ένας απλός χώρος προσευχής (μεστζίτ) ή μαυσωλείο. Σε μια δεύτερη φάση μετατράπηκε σε τζαμί με την προσθήκη μιναρέ και ανοιχτής στοάς στην πρόσοψη. Υπήρξε πιθανώς μια φάση εγκατάλειψης ή και μερικής κατάρρευσης του κτιρίου, η οποία δεν ξέρουμε αν τοποθετείται πριν ή μετά τις εργασίες αναβάθμισής του σε τζαμί. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να υπήρξε και μια δεύτερη φάση επισκευών.

Χριστιανική φάση. Κατά τη μετατροπή του τεμένους σε χριστιανικό ναό οι μετασκευές επικεντρώνονται κυρίως στα κατώτερα ανοίγματα των τοίχων. Οι δύο παρακυπτικές θυρίδες εκατέρωθεν της κεντρικής πύλης μετατρέπονται σε θύρες, προσδίδοντας έτσι στο μνημείο τη γνωστή χριστιανική τριμερή διάταξη της εισόδου.

Από τα παράθυρα/θυρίδες της ΒΑ πλευράς το ένα διατηρείται, με μείωση των διαστάσεών του, ενώ το άλλο τοιχίζεται. Στη ΝΑ πλευρά τα παράθυρα μετατρέπονται σε φωτιστικές θυρίδες, όπως συνηθίζεται στις κόγχες του ιερού των εκκλησιών, ενώ στη ΝΔ πλευρά η μία μετατρέπεται πιθανώς σε θύρα (εάν αυτή δεν υπήρχε ήδη) για τις ανάγκες του ιερού και η άλλη σε μικρότερο παράθυρο.

Καμπαναριό προστίθεται στη δυτική γωνία του κτιρίου πίσω από το μιναρέ (εικ. 3), ο οποίος ταπεινώνεται έως τη βάση του. Η σημερινή κεράμωση του ναού ανήκει επίσης σε νεότερη επισκευή [11], ενώ οι αντερεισματικοί τοίχοι (βλ. παραπάνω, Προστώο) και ο λάκκος απορριμάτων ή πηγάδι στη δυτική γωνία του προστώου αποτελούν πιθανώς προσθήκες της ίδιας περιόδου.

Εσωτερικά το μνημείο δεν έχει υποστεί ιδιαίτερα σημαντικές αρχιτεκτονικές μετατροπές, εκτός από το χτίσιμο του κατώτερου τμήματος του μιχράμπ, ώστε να προσομοιάζει με Αγία Τράπεζα, και το άνοιγμα μιας κόγχης πρόθεσης στα αριστερά του μιχράμπ [12], για τις ανάγκες της θείας λειτουργίας. Το ξύλινο τέμπλο με τον ανάγλυφο διάκοσμο χρονολογείται σύμφωνα με επιγραφή στα 1920, ενώ το μαρμάρινο προσκυνητάρι, τοποθετημένο δεξιά της εισόδου, και τα δύο εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτα μανουάλια [13], με ανάγλυφες παραστάσεις αγγέλων και Χερουβείμ, συμπληρώνουν τη σκευή του χριστιανικού ναού [14].

Σε γενικές γραμμές η κατασκευή του μνημείου δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνική εκζήτηση: οι επιμέρους αναλογίες υπολείπονται σε ακρίβεια, η τοιχοδομία είναι πρόχειρη και ανομοιογενής, ο διάκοσμος, από όσο τουλάχιστον μπορούμε να διαπιστώσουμε, υποτυπώδης. Επιπλέον, οι νεότερες μετασκευές έχουν αφαιρέσει ή καλύψει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιαίτερης μορφολογίας του αρχικού κτιρίου. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν κατά φέρνει να μειώσει τη γενικότερη λιτή αρμονία του μνημείου και την αίσθηση γοητείας και ευσέβειας που αποπνέει.

 

Ιστορική διερεύνηση μνημείου

 

Με δεδομένο ότι η παραπάνω ανάλυση δεν αποτελεί εξαντλητική αρχιτεκτονική μελέτη του μνημείου – η οποία ελπίζουμε να γίνει μελλοντικά – και ότι ανασκαφικές έρευνες για την εξακρίβωση υποθέσεων σχετικών με τη χρονολόγηση της ανέγερσης και των οικοδομικών φάσεών του δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, τα στοιχεία από τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες για την ιστορική του πορεία είναι η τυπολογία του και η ιστοριογραφία του χώρου όπου είναι ενταγμένο, με βάση τα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα και τις γραπτές πηγές. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται και οι μαρτυρίες των περιηγητών στις οποίες θα αναφερθούμε αναλυτικότερα.

 

Τυπολογία μνημείου

 

Από τα μέσα του 15ου έως το τέλος του 18ου αιώνα, στην Ελλάδα, όπως και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, κυρίως στις πόλεις όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός οθωμανικού πληθυσμού, πολλές εκκλησίες μετατρέπονται σε τζαμιά ενώ παράλληλα κτίζονται αρκετά νέα μουσουλμανικά τεμένη. Τα τεμένη αυτά ανήκουν σε «μία επαρχιακή σχολή της οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην οποία, παρά τα περιορισμένα μέσα, επαναλαμβάνονται οι μορφές και οι τύποι που αναπτύσσονται στην πρωτεύουσα… Σχεδόν όλα ακολουθούν τον ίδιο απλό τύπο με μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με τρούλλο και ανοικτή στοά στην πρόσοψη». [15] Ο απλούστατος αυτός τύπος, που αναπτύσσεται και τελειοποιείται κατά την κλασική περίοδο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής (16ος-17ος αι.), με βυζαντινές επιδράσεις [16], εμφανίζεται ήδη από την περίοδο της ίδρυσης του οθωμανικού κράτους [17] (14ος-15ος αι.) και έχει διαχρονική παρουσία έως τα τέλη του 19ου αιώνα [18].

Το σωζόμενο τζαμί του Άργους είναι κτισμένο ακριβώς πάνω στον τύπο αυτό, ακολουθεί δηλαδή τα πρότυπα των απλών, μικρών μουσουλμανικών τεμενών [19], όπως τα περισσότερα που κτίζονταν, ήδη από νωρίς, στην περιφέρεια του οθωμανικού κράτους. Τίποτα δεν αποκλείει, επομένως, το αρχικό κτίριο να οικοδομήθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αι. Ωστόσο, η τυπολογία του, λόγω της διαχρονικότητάς της, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για την ακριβή χρονολόγηση της ανέγερσης του κτιρίου.

 

Το μνημείο και ο χώρος του

Αρχαιότητα (3η χιλιετία π.Χ. – τέλη 4ου αι. μ.Χ.)

 

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η περιοχή των ΝΑ παρυφών του Άργους, όπου βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατοικείται ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, συγκεκριμένα από την Πρωτοελλαδική II περίοδο (ισχυρό ορθογώνιο κτίριο, μικρότερα κτίρια με καμπύλους τοίχους, βόθροι απορριμάτων, πλούσια κεραμική) [20], ενώ αραιή χρήση του χώρου συνεχίζεται στη Μεσοελλαδική (κυρίως ταφές) [21], στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική εποχή (κατοίκηση, ταφές, πλούσια ευρήματα) [22], καθώς και στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια (αποκλειστικά ταφική και λατρευτική χρήση) [23]. Πυκνότερη είναι η χρήση του χώρου στην ελληνιστική περίοδο (οικιστικά λείψανα, οδικό δίκτυο, μεγάλα οικοδομήματα, εργαστήρια, μεμονωμένοι τάφοι και πλούσια ευρήματα) [24], ενώ στους ρωμαϊκούς χρόνους, κατά τους οποίους η πόλη αναπτύσσεται θεαματικά και επεκτείνεται προς τα νότια, η περιοχή συγκεντρώνει πλήθος κατοικιών («ρωμαϊκή γειτονιά»), δρόμους, δημόσια οικοδομήματα, σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και τμήμα νεκροταφείου [25].

Σημαντικό στοιχείο για την τοπογραφία της περιοχής είναι ότι ο χώρος του Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν πιθανότατα εντός των τειχών της κλασικής πόλης και μάλιστα κοντά σε μία από τις πύλες της [26]. Βέβαιο είναι πάντως ότι φαρδύς πλακόστρωτος δρόμος (πλάτους 7μ. περίπου) με κατεύθυνση Α-Δ, ο οποίος οδηγούσε από την αρχαία αγορά προς την Τίρυνθα και τη Ναυπλία, πέρναγε κατά μήκος της οδού Αρκαδίας-Μεσσηνίας νοτίως του ναού [27]. Στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρχε και το γνωστό από τις γραπτές πηγές Γυμνάσιο του Κυλάραβη [28], το οποίο οι νεότεροι ερευνητές τοποθετούν λίγο ανατολικότερα του ναού (σε κάθε περίπτωση έξω από τα τείχη) [29].

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ολλανδός αρχαιολόγος W. Vollgraff αναζητώντας το παραπάνω μνημείο διενήργησε ανασκαφικές τομές στον κήπο δυτικά του ναού, όπου βρήκε σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα χρονολογούμενα πιθανότατα στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια [30].

 

Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή π ε ρ ί ο δ ο ς (τέλη 4ου αι. μ.Χ.-1453)

 

Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. σημειώνονται ριζικές αλλαγές στο «τοπίο» της αρχαίας πόλης του Άργους: τα δημόσια κτίρια χάνουν την αρχική χρήση τους, ενώ το διοικητικό κέντρο μεταφέρεται στην ανατολική συνοικία [31].

Από τις αρχές του 5ου έως τα μέσα του 6ου αι. στην πόλη παρατηρείται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα. Ειδικότερα στην ανατολική/ΝΑ συνοικία κτίζονται σημαντικές οικίες και πολλές βασιλικές [32]. Ακριβώς στα δυτικά του Αγίου Κωνσταντίνου ανασκάφηκε μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με πλακόστρωση μαρμάρων και ψηφιδωτά, η οποία αποτελούσε πιθανώς τον παλαιοχριστιανικό μητροπολιτικό ναό της πόλης, ενώ λίγο βορειότερα ήρθε στο φως το βαπτιστήριό της [33]. Μετά την καταστροφή της βασιλικής, γύρω στα μέσα του 6ου αι., το χώρο καταλαμβάνει ένα νεκροταφείο [34].

Μετά από τα μέσα του 6ου αιώνα η πόλη αρχίζει να παρακμάζει, εξαιτίας ίσως της κατάρρευσης του πολιτικοκοινωνικού και/ή οικονομικού συστήματος σε συνδυασμό με τον καταστροφικό σεισμό του 552. Τα αρχαιολογικά δεδομένα μαρτυρούν έλλειψη οικοδομικής δραστηριότητας. Οι επιδημίες της πανούκλας και οι σλαβικές επιδομές στα τέλη του 6ου αι. συνέβαλαν στη διαδικασία της σταδιακής οπισθοδρόμησης του αστικού ιστού [35].

Στη Μεσοβυζαντινή περίοδο (11ος-12ος αι.) τα λείψανα μοναστηριακού λουτρού που ήρθαν στο φως στο χώρο του ναού υποδηλώνουν την παρουσία μοναστηριακού συγκροτήματος [36].

 

Νεότεροι χρόνοι-Οι μαρτυρίες των περιηγητών (μέσα 15ου-αρχές 19ου αι.)

 

Για την προεπαναστατική εικόνα της πόλης του Άργους (πολεοδομία, αρχαία και νεότερα μνημεία, κάτοικοι) [37], εξαιρετικά πολύτιμες πληροφορίες δίνουν οι περιγραφές και τα σχέδια των περιηγητών, λεπτομερής μελέτη των οποίων έχει πραγματοποιηθεί από τον Γάλλο αρχαιολόγο Μ. Sève [38]

— Περίοδος Α’ Τουρκικής κυριαρχίας (1463-1686). Οι πρώτες λεπτομερείς περιγραφές του Άργους προέρχονται από δύο ταξιδιώτες που το επισκέπτονται στο δεύτερο μισό του 17ου αι., τον Τούρκο Ε. Τσελεμπί (1668) [39] και τον Γάλλο Μ. De Monceaux (1669) [40]. Μόνον ο πρώτος αναφέρεται στα τζαμιά της πόλης: «Στην κάτω πόλη υπάρχουν δύο τζαμιά. Εκείνο της αγοράς είναι το μεγάλο τζαμί, χτισμένο σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο με κεραμιδένιους θόλους και έναν όμορφο πέτρινο μιναρέ. Το άλλο είναι ένα τζαμί σε καλή κατάσταση, κοντά στη γειτονιά Μπεσικλέρ. Υπάρχουν ακόμη δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά» [41]. Ο Τσελεμπί αναφέρεται επίσης στο μικρό τζαμί που βρίσκεται πάνω στο κάστρο της Λάρισας: «στο εσωτερικό του κάστρου υπάρχουν δεκαπέντε σπίτια και ένα μικρό τζαμί, το οποίο οι ηλικιωμένοι λένε πως έχτισε ο Μεχμέτ ο Πορθητής…».

— Περίοδος Β’ Βενετικής κυριαρχίας (1686-1715). Στα τέλη του 17ου- αρχές 18ου αι., περίοδο της Β’ βενετοκρατίας στο Άργος, χρονολογούνται οι πρώτες απεικονίσεις της πόλης. Ο Βενετός γεωγράφος Fr.- M. Coronelli φιλοτέχνησε, στα 1687, μια άποψη του Άργους από τα ΒΑ, με τη Λάρισα και το κάστρο της να δεσπόζουν της πόλης [42], καθώς και μια κάτοψη του ίδιου χώρου [43].

Στην άποψη από τα ΒΑ, στο αριστερό άκρο της εικόνας διακρίνεται ένα κτιριακό συγκρότημα με φρουριακό χαρακτήρα, το οποίο περιλαμβάνει μνημειώδες τζαμί με θολωτή στέγη, ψηλό μιναρέ, προσκτίσματα καθώς και έναν πύργο (;) [44]. Ο Sève σημειώνει ότι πρόκειται μάλλον για το τζαμί «της αγοράς» στο κέντρο της πόλης [45].

Ο Ιταλός μηχανικός Fr. Vandeyk, στον κατάλογο των κτιρίων του Άργους που συντάσσει στα 1700, καταγράφει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα.

Στην περιγραφή της πόλης αναφέρει «ένα μικρό τζαμί στο εσωτερικό του δεύτερου περίβολου του κάστρου» [46], χωρίς όμως να διευκρινίζει την κατάσταση διατήρησής του, και στην κάτω πόλη «ένα επιβλητικό τζαμί που χρησιμοποιείται σήμερα ως κατάλυμα των Γαληνότατων Γενικών Εποπτών όταν έρχονται σε αυτό τον τόπο». Κατά τον Sève, με τον οποίο συμφωνούμε, πρόκειται και εδώ για το τζαμί στο κέντρο της πόλης [47].

Στο αρκετά λεπτομερές σχέδιο που δημοσιεύτηκε το 1713 στο έργο του Lasor a Varea και φιλοτεχνήθηκε πιθανώς από τον Vandeyk (το σχέδιο υπογράφεται με τα αρχικά VDS [48]) αποδίδεται το κάστρο και η πόλη του Άργους, από τα Α/ΒΑ.

Όπως και στο σχέδιο του Coronelli, στο αριστερό άκρο της εικόνας υπάρχει ένα επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα που περιβάλλεται από ψηλό τοίχο. Στο εσωτερικό του διακρίνονται κυπαρίσσια και άλλα δέντρα, διάφορα κτίρια, καθώς και ένα μεγάλο τζαμί με οξυκόρυφη (τετράριχτη;) στέγη και ψηλό μιναρέ. Σχετικά με την ταύτιση του τζαμιού ο Sève αναφέρει ότι πρόκειται μάλλον για τη μετέπειτα εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, λόγω της θέσης του μνημείου στη νότια άκρη της πόλης. Η ταύτιση αυτή, αν και εν μέρει δικαιολογημένη, φαίνεται ωστόσο κάπως ανακόλουθη με την ταύτιση του τζαμιού στο κείμενο του Vandeyk όπου θεωρήθηκε ότι ήταν εκείνο του κέντρου της πόλης. Άλλωστε, και στο σχέδιο του Coronelli το μοναδικό εικονιζόμενο τζαμί, που ταυτίστηκε με εκείνο «της αγοράς», βρίσκεται μάλλον προς το νότιο άκρο της πόλης. Πιστεύουμε ότι σε όλες τις παραπάνω μαρτυρίες οι ταξιδιώτες και οι καλλιτέχνες αναφέρονται μάλλον στο μεγάλο τζαμί του κέντρου της πόλης, το οποίο ήταν πιθανώς το μοναδικό εκείνη την περίοδο που δέσποζε των υπόλοιπων κτιρίων του Άργους. Αν φαίνεται ότι βρίσκεται στο νότιο άκρο του οικισμού είναι μάλλον, επειδή αποδίδεται το κεντρικό τμήμα της πόλης και αυτό από τα βορειοανατολικά.

— Περίοδος Β’ Τουρκικής κυριαρχίας (1715-1821). Από το 18ο αιώνα, οι μαρτυρίες των περιηγητών είναι πολύ περισσότερες, συνοδευόμενες συχνά από χαρακτικά και σχέδια. Η πόλη εξακολουθεί ουσιαστικά να διατηρεί τη χαλαρή οικιστική της οργάνωση και μόνο στα τέλη του ίδιου αιώνα φαίνεται να αποκτά έναν πιο πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα τζαμιά που αναφέρονται είναι τώρα συνήθως δύο.

Ο Γάλλος αββάς Μ. Fourmont [49], στα 1729, είναι ο πρώτος που απεικονίζει, έστω πολύ σχηματικά, και τα δύο μουσουλμανικά τεμένη της πόλης (εικ. 12α-β). Ως προς τη θέση τους, το τζαμί της ΝΑ συνοικίας (μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος) βρίσκεται στο πρώτο πλάνο, ενώ εκείνο «της αγοράς» βρίσκεται λίγο δεξιότερα και πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας. Και τα δύο περιβάλλονται από συστάδες σπιτιών που αποτελούσαν πιθανώς τις δύο βασικές συνοικίες της μουσουλμανικής πόλης [50]. Όλα τα σχέδια του Fourmont που δημοσιεύονται από τον Sève (πέντε συνολικά, όλα από Α/ΝΑ) αποτελούν παραλλαγές ενός κοινού προτύπου το οποίο είναι πιθανώς το σχέδιο της εικ. 12α. Σε ορισμένα από αυτά, όπως το σχέδιο της εικ. 12β, φαίνεται ότι έχει επέμβει επαγγελματίας σχεδιαστής με αποτέλεσμα τα κτίρια να έχουν αποδοθεί με κάποια προοπτική [51] (για το λόγο αυτό το τέμενος «της αγοράς» φαίνεται μικρότερο).

 

(εικ. 12α) – (εικ. 12β)

 

Ένα μόνο τζαμί στην πόλη βλέπουν δύο περιηγητές που επισκέπτονται το Άργος μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, οι οποίοι όμως ενδιαφέρονται κυρίως για τις αρχαιότητες. Ο Βρετανός ιστορικός και αρχαιολόγος R. Chandler (γύρω στα 1765-66) αναφέρει «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών, που δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» [52], ενώ ο Γάλλος μηχανικός Foucherot (1780) [53], που ήρθε στην Ελλάδα με τον Fauvel, μιλάει για ένα τζαμί «με μία αρκετά όμορφη τούρκικη Μονή» [54]. Τα στοιχεία δεν είναι αρκετά για να μπορεί να προσδιοριστεί αν πρόκειται για το ίδιο τζαμί και ποιο από τα δύο ήταν αυτό. Υποθέτουμε, όπως και ο Sève, ότι και οι δύο περιηγητές αναφέρονται πιθανότατα στο τζαμί «της αγοράς» [55].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχέδια που έχουν αποδοθεί, μάλλον εσφαλμένα, στο Γάλλο ζωγράφο L.- F. Cassas (1782), ενώ ανήκουν πιθανότατα στο γνωστό συλλέκτη, αρχαιόφιλο και μετέπειτα πρόξενο της Γαλλίας στην Αθήνα L.- F.-S. Fauvel (1780) [56]. Σε δύο από αυτά[57] απεικονίζονται και τα δύο τζαμιά της πόλης. Στο πρώτο (εικ. 13α-β), μια άποψη της πόλης από τα Δ/ΝΔ, γίνεται κατανοητή η απόσταση μεταξύ των δύο τζαμιών: το ένα βρίσκεται στη ΝΑ άκρη της πόλης (στη θέση του Αγίου Κωνσταντίνου), ενώ το άλλο αρκετά βορειότερα. Στο δεύτερο σχέδιο (εικ. 14α-β), μια άποψη από τα ΒΑ, η απόσταση αυτή φαίνεται πολύ μικρότερη (τα δύο τζαμιά βρίσκονται σχεδόν στην ίδια ευθεία) λόγω της γωνίας από την οποία φιλοτεχνήθηκε το έργο [58]. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ στο πρώτο σχέδιο (άποψη από τα Δ/ΝΔ) το τζαμί «της αγοράς» αποδίδεται χωρίς μιναρέ, στο δεύτερο εμφανίζεται με το μιναρέ του. Τί να υποθέσουμε; Κάποιο λάθος του καλλιτέχνη ή κάποια χρονολογική διαφορά μεταξύ των σχεδίων; Ξέρουμε ότι ο Fauvel πήγε στην Πελοπόννησο δύο φορές, στα 1780 και στα 1787, μήπως τα σχέδια έγιναν στη διάρκεια των δύο διαφορετικών αυτών ταξιδιών στο μεσοδιάστημα των οποίων καταστράφηκε ο μιναρές του τζαμιού; (βλ. παρακάτω).

 

(εικ. 13α) – (εικ. 13β) – (εικ. 14α) – (εικ. 14β)

 

Σε σχέδιο του Βρετανού W. Walker (1803) [59], με λεζάντα Νότια άποψη του Άργους, στην πραγματικότητα όμως από ΝΑ (εικ. 15), διακρίνουμε ένα τζαμί στην άκρη της πόλης (αριστερά): πρόκειται με βεβαιότητα για το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Το τζαμί του κέντρου της πόλης δεν εικονίζεται στο σχέδιο, είτε δεν φαίνεται από το σημείο που στεκόταν ο καλλιτέχνης είτε βρίσκεται μέσα στη συστάδα των δένδρων, δεξιότερα, και δεν διακρίνεται, επειδή έχει πλέον χάσει το μιναρέ του (βλ. παρακάτω).

Ο Βρετανός sir W. Gell (1805) [60], μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, παρέδωσε μια αρκετά λεπτομερή περιγραφή της σύγχρονης πόλης και των αρχαιοτήτων της. Σε ένα από τα σχέδιά του (εικ. 16), όπου απεικονίζεται μια άποψη του Άργους από το κάστρο της Λάρισας [61], διακρίνονται οι νότιες παρυφές της πόλης με αραιά κτίσματα και στο βάθος ο αργολικός κόλπος. Μεταξύ των κτισμάτων διακρίνεται καθαρά ένα τζαμί το οποίο περιβάλλεται από κυπαρίσσια. Λόγω της θέσης του, στη ΝΑ άκρη της πόλης, δεν μπορεί να είναι άλλο από το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 

(εικ. 15) – (εικ. 16)

 

Στο κείμενό του ο Gell αναφέρει δύο τουλάχιστον φορές το τζαμί αυτό, τη μια για να πει ότι «το Γυμνάσιο του Κυλάραβη … βρισκόταν πιθανώς στο σημείο που καταλαμβάνει σήμερα ένα μεγάλο τζαμί με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» [62]. Τη δεύτερη φορά, αφού έχει μόλις μιλήσει για τα αρχαία μέλη που βρίσκονται ενσωματωμένα σε μια μεγάλη εκκλησία στα νότια της πόλης (ασφαλώς την Παναγία), αναφέρει ότι «ένα από τα τζαμιά [της πόλης] λέγεται ότι οικοδομήθηκε από λιθόπλινθους που έφεραν από το Ασκληπιείο της Επιδαύρου. Ίσως να βρίσκονται εκεί και μερικές επιγραφές». Σίγουρα στην κατασκευή του Αγίου Κωνσταντίνου έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά αρχαία μέλη τα οποία ωστόσο δεν χρειαζόταν να φέρουν από την Επίδαυρο, εφόσον υπήρχαν άφθονα τριγύρω.

Ο Βρετανός αρχαιολόγος Ε. Dodwell και ο Ιταλός ζωγράφος S. Pomardi ήρθαν μαζί στο Άργος, στα 1805, ενδιαφερόμενοι κυρίως για τις αρχαιότητες της πόλης. Ο πρώτος αναφέρει απλώς την ύπαρξη δύο τζαμιών [63]. Ο δεύτερος φιλοτέχνησε μια ενδιαφέρουσα άποψη του Άργους από τη Δειράδα, προς τα ΝΑ [64]. Στο βάθος, λίγο δεξιά, μόλις διακρίνεται ο μιναρές του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας. Όπως επισημαίνει ο Sève, το γεγονός ότι δεν απεικονίζεται το τζαμί «της αγοράς», ενώ από το σημείο που βρισκόταν ο καλλιτέχνης θα έπρεπε να φαίνεται, σημαίνει ότι αυτό έχοντας χάσει πλέον το μιναρέ του δεν διακρινόταν από μακριά. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί [65].

Ο Βρετανός αξιωματικός W. Μ. Leake (1806), ο οποίος διακρίνεται για την ακρίβεια των περιγραφών του, σε σκαρίφημα με τη θέση των αρχαιοτήτων του Άργους σημειώνει την παρουσία ενός τζαμιού στο νότιο/νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης [66]. Το τζαμί αυτό θα πρέπει λογικά να είναι ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος, μόνο που έχει τοποθετηθεί – μάλλον κατά λάθος – πολύ πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας.

Ο ζωγράφος και ποιητής W. Haygarth (1810) αναφέρει «ένα τούρκικο τζαμί κτισμένο στη θέση ενός αρχαίου ελληνικού ναού όπου βρέθηκε δάπεδο με μωσαϊκό το οποίο αφαίρεσε ο Βελή-Πασάς. Ο Πασάς είχε κάνει ανασκαφές στην πόλη…» [67]. Το τζαμί αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, όπου πράγματι ανασκαφές του Vollgraff έφεραν στο φως τμήματα μωσαϊκών.

Σε ένα από τα σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα και αρχαιολόγου Κ. Haller von Hallerstein (1811), με τίτλο Άποψη του Άργους από το δρόμο της Τριτολιτζάς [68], απεικονίζεται η πόλη του Άργους από τα Ν/ΝΔ. Δυστυχώς το κλισέ που είχε στη διάθεσή του ο Sève ήταν, όπως σημειώνει και ο ίδιος, μέτριας ποιότητας με αποτέλεσμα οι λεπτομέρειες του σχεδίου να είναι δυσανάγνωστες. Διακρίνονται, ωστόσο, στο μέσον περίπου της εικόνας η γνωστή συστάδα των δένδρων με το κεντρικό τζαμί, χωρίς μιναρέ, και δεξιότερα το τζαμί της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του.

Ο Άγγλος αρχιτέκτων και αρχαιολόγος C. R. Cockerell (1811), ο οποίος συνεργάστηκε με τον Haller von Hallerstein, φιλοτέχνησε τέσσερα σχέδια του Άργους με εξαιρετικό ενδιαφέρον [69]. Μεταξύ αυτών ένα σκαρίφημα-πανόραμα της πόλης του Άργους, σε δύο φύλλα, από τους πρόποδες της Λάρισας (από Δ/ΒΔ) [70]. Στο κέντρο του σχεδίου, στο σημείο ένωσης των δύο φύλλων, διακρίνεται η συστάδα των δένδρων με το συγκρότημα του τζαμιού «της αγοράς», ενώ στο μέσον περίπου του δεύτερου φύλλου διαγράφεται καθαρά η σιλουέτα του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του. Σε μια άλλη άποψη της πόλης, από τα ΝΔ και από πιο κοντά (εικ.17), διακρίνεται αριστερά η συστάδα των κυπαρισσιών με το τζαμί «της αγοράς» και δίπλα του ο μεντρεσές στεγασμένος με θολίσκους. Γύρω από το τζαμί διακρίνεται ψηλός περίβολος. Δεξιότερα φαίνεται το τζαμί της ΝΑ συνοικίας. Το τελευταίο σχέδιο του Cockerell είναι μια λεπτομέρεια του συγκροτήματος του τζαμιού «της αγοράς».

Στη λιθογραφία του Βρετανού Η. W. Williams (1817) [71], όπου απεικονίζεται μια άποψη των νότιων παρυφών του Άργους από τη Δειράδα (εικ. 18), το τζαμί που μόλις διακρίνεται είναι με βεβαιότητα ο σημερινός ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Βρισκόμαστε στα τελευταία χρόνια της ζωής του μνημείου ως μουσουλμανικού τεμένους. Είναι ίσως η τελευταία φορά που απεικονίζεται ο μιναρές του, σε μερικά χρόνια θα αντικατασταθεί από ένα ταπεινό καμπαναριό.

 

(εικ. 17) – (εικ. 18)

 

Μετεπαναστατικά χρόνια

 

Η τύχη του τεμένους στα χρόνια που ακολούθησαν την έναρξη του αγώνα του 1821 δεν ήταν βέβαια χωρίς περιπέτειες. Αναφέρεται ότι «ώς τζαμίον τό είχε ποιμνιοστάσιον διά τά πρόβατά του ό τότε πανίσχυρος καί παντοδύναμος στρατηγός του Αγώνος Δημ. Τσώκρης (1798-1875), αλλά κατά τό 1871, χάρις εις τάς εύγενεΐς ένεργείας τοΰ μακαρίτη Ίωάννου Ζώη, ύπολοχαγοΰ τοΰ πεζικού, καθηγιασθέν δι’ έγκαινίων μετετράπη εις χριστιανικόν ναόν, τιμώμενον έν όνόματι τών άγιων και μεγάλων βασιλέων καί ίσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ελένης. Κατά τήν παράδοσιν ή ημέρα τών έγκαινίων έορτάσθη, πανδήμως πανηγυρικώτατα καί μετά πάσης έπισημότητος» [72].

Σύμφωνα με νεότερη έρευνα [73] το τζαμί είχε μετατραπεί σε ναό του Αγίου Κωνσταντίνου νωρίτερα, άγνωστο πότε ακριβώς αλλά πάντως κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, πιθανώς πριν από το 1828, εφόσον στο σχέδιο της πόλης του Άργους που καταστρώθηκε από τον Devaud στα 1829 το μνημείο αναφέρεται ως Eglise St. Constantin [74]. Άλλωστε και ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει το μνημείο «το όποιο προ μικρού είχον οί Τούρκοι ώς προσκύνημά των» ως ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης [75]. Την άνοιξη του 1828, κατά την επιδημία πανούκλας που μάστιζε την Αργολίδα, στεγάστηκε στο μνημείο στρατιωτικό νοσοκομείο [76]. Μετά τη λήξη της επιδημίας στο Άργος, και παρά τις συνεχείς αιτήσεις των τοπικών αρχών να πάψει αυτή η χρήση του κτιρίου, ο ναός φαίνεται ότι συνέχισε να λειτουργεί ως νοσοκομείο του ιππικού για αρκετά χρόνια ακόμη [77].

Σήμερα ο ναός αποτελεί παρεκκλήσιον του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Πέτρου, λειτουργεί στη χάρη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ από το 1938 έχει κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο [78].

 

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

 

Οι μαρτυρίες των περιηγητών και η γνώση των μουσουλμανικών τεμενών του Άργους

 

Στο τελευταίο μέρος της μελέτης, θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τη συμβολή των μαρτυριών των ταξιδιωτών και άλλων γραπτών πηγών στην καλύτερη γνώση των μουσουλμανικών τεμενών της πόλης.

Σε γενικές γραμμές οι μαρτυρίες των ταξιδιωτών δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές στο θέμα αυτό. Οι περισσότεροι περιηγητές, κυρίως εκείνοι που έρχονται στο Άργος μετά τις αρχές το 18ου αι., αναφέρονται παρεμπιπτόντως στα μουσουλμανικά μνημεία, εφόσον το κύριο ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται στις αρχαιότητες της πόλης. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες παρατηρήσεις που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τα μουσουλμανικά τεμένη (για τον αριθμό, τη μορφή, τη θέση, την κατάσταση διατήρησής τους), πληροφορίες που βοηθούν να ανασυνθέσουμε όχι μόνο τη ζωή των συγκεκριμένων μνημείων αλλά έως ένα βαθμό και εκείνη των ανθρώπων που κινήθηκαν γύρω τους.

 

Αριθμός τεμενών και δημογραφική διάσταση

 

Γύρω στα μέσα του 17ου αι., όπως είδαμε παραπάνω (Τσελεμπί, 1668), υπήρχαν στην κάτω πόλη δύο κεντρικά τζαμιά και δέκα περίπου συνοικιακά μεστζίτια. Το τζαμί στη θέση του μετέπειτα Αγίου Κωνσταντίνου, εάν πράγματι ταυτίζεται με εκείνο της συνοικίας Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στα δύο μεγάλα τζαμιά, μαζί με εκείνο «της αγοράς». Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η πληροφορία του Τσελεμπί ότι ένα μικρό, παλιό τζαμί βρισκόταν πάνω στο λόφο της Λάρισας για τους πιστούς της μουσουλμανικής συνοικίας που υπήρχε μέσα στο κάστρο. Ο συνολικός αυτός αριθμός των τεμενών φαίνεται αρκετά μεγάλος (είναι ο μεγαλύτερος που αναφέρεται από ταξιδιώτη), γεγονός που σημαίνει ότι κατά την Α’ Τουρκοκρατία (1463-1686) οι Οθωμανοί αποτελούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού του Άργους.

Η επόμενη μαρτυρία σχετικά με τον αριθμό των τζαμιών, στα 1700 (Vandeyk), αναφέρει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα. Βρισκόμαστε 15 χρόνια μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Βενετούς (1686), η οποία φαίνεται ότι υπήρξε μοιραία τόσο για τα μουσουλμανικά μνημεία όσο και για την παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη. Από τα δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση, το πρώτο είναι σίγουρα εκείνο «της αγοράς», το οποίο μετατρέπεται σε κατάλυμα επισήμων Βενετών, ενώ το δεύτερο υποθέτουμε ότι είναι ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος, που κατά πάσα πιθανότητα είχε επίσης αλλάξει χρήση. Μεταξύ των ερειπωμένων τζαμιών θα ήταν ασφαλώς εκείνο του κάστρου της Λάρισας, ενώ τα άλλα δύο τα αγνοούμε [79].

Η φυγή των Τούρκων από το Άργος, το 1686, υπήρξε μαζική. Φαίνεται μάλιστα ότι ο οθωμανικός πληθυσμός παρέμεινε έκτοτε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, ακόμη και μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Τούρκους (1715) [80]. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι από το δεύτερο τέταρτο του 18ου αι. όλοι οι ταξιδιώτες αναφέρουν, στην καλύτερη περίπτωση, δύο μόνο τζαμιά [Fourmont (1726), Fauvel (1780), Dodwell (1805), Haller von Hallerstein και Cockerell (1811)]. Εάν, όπως αναφέρει o Leake, το 1806 οι Οθωμανοί δεν ήσαν πάνω από 60-80 οικογένειες, η λειτουργία δύο μόνο τζαμιών φαίνεται ρεαλιστική.

 

Ταυτότητα και ταύτιση τεμενών

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι κανείς από τους ταξιδιώτες δεν αναφέρεται στην ονομασία των τζαμιών. Ωστόσο, δύο από αυτά έγινε δυνατό να ταυτιστούν χάρη στον Κατάλογο των Οθωμανικών Μνημείων στην Ελλάδα του Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri) που συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους. Το μικρό τζαμί πάνω στο κάστρο της Λάρισας, που σύμφωνα με τον Τσελεμπί χτίστηκε από τον Μεχμέτ τον Πορθητή, πράγματι στον παραπάνω κατάλογο μνημονεύεται ως, Sultan Mehmed câmii [81]. Όσο για το τζαμί «της αγοράς», στον ίδιο κατάλογο αναφέρεται ότι ονομαζόταν Çarsi inÇide câmii [82]. Δυστυχώς για το τζαμί της ΝΑ συνοικίας, το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, δεν μπορέσαμε να βρούμε, τουλάχιστον έως το σημερινό στάδιο της έρευνας, κάποιο διαφωτιστικό στοιχείο για την ονομασία του.

Το γεγονός ότι οι ταξιδιώτες δεν αναφέρουν ποτέ την ονομασία των τζαμιών δημιουργεί συχνά μεγάλες δυσκολίες στην ταύτισή τους. Τις περισσότερες φορές η ταύτιση γίνεται δυνατή μόνο από τα συμφραζόμενα: στην περίπτωση λ.χ., που αναφέρεται ένα τζαμί «στη θέση ενός αρχαίου ναού» (Haygarth) ή «στη θέση του Γυμνασίου του Κυλάραβη» (Gell) υποθέτουμε το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ορισμένες φορές, όμως, και αυτά τα συμφραζόμενα είναι τόσο αόριστα, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει κανείς για ποιο τζαμί πρόκειται, όπως λ.χ. στην περίπτωση που αναφέρεται «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών» (Chadler) ή «με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» (Gell), όταν ξέρουμε ότι γύρω και από τα δύο τζαμιά υπήρχαν κυπαρίσσια, ίσως μάλιστα και σχολεία. Αλλά και τα σχέδια των καλλιτεχνών – ταξιδιωτών δεν βοηθούν πάντοτε στην ταύτιση των τζαμιών, επειδή συχνά είναι ανακριβή ή ελλιπή (συχνή απεικόνιση ενός μόνο τζαμιού, Coronelli, VDS, Leake).

Τοπογραφικά προβλήματα. Η ελλιπής πληροφόρηση εκ μέρους των ταξιδιωτών όσον αφορά στα οθωμανικά κτίρια δεν δημιουργεί προβλήματα μόνο σε σχέση με την ταύτιση των τζαμιών αλλά και με την τοπογραφία τους. Έτσι, το τζαμί της αγοράς, του οποίου έχουν χαθεί πλέον τα ίχνη, είναι άγνωστο σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν. Η θέση του «κοντά στην αγορά» είναι αρκετά αόριστη, αλλά με δεδομένο ότι η περιοχή όπου ήταν συγκεντρωμένα τα περισσότερα επίσημα οθωμανικά κτίρια (οικία βοεβόδα, σχολείο, λουτρό, παζάρι, χάνι) βρισκόταν περίπου στο σημερινό κέντρο της πόλης [83] (ανατολικότερα των στρατώνων του Καποδίστρια) μπορούμε να υποθέσουμε ότι και το τζαμί της αγοράς βρισκόταν κάπου εκεί. Ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει ότι δυτικά του ναού του Αγίου Δημητριού [84] «οί Τούρκοι πρό μικρού ειχον τό σχολεΐον αυτών, όλον από κυβικούς λίθους καί μάρμαρα πεποιημένον καί μέ μόλυβδον οκεπασμένον» [85].

Από αναφορές διαφόρων περιηγητών και τα σχέδια του Cockerell γνωρίζουμε ότι μεγάλο σχολείο (μεντρεσές) βρισκόταν μέσα στο συγκρότημα του τζαμιού της αγοράς. Αν πρόκειται για το ίδιο σχολείο με αυτό που περιγράφει ο Πύρρος, κάτι που φαίνεται πολύ πιθανό [86], τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κεντρικό μουσουλμανικό τέμενος βρισκόταν και αυτό δυτικά του σημερινού ναού του Αγίου Δημητρίου [87]. Άλλωστε, η θέση αυτή φαίνεται να συμφωνεί με αρκετά σχέδια περιηγητών (Cassas/Fauvel, Cockerell) όπου το τζαμί αυτό βρίσκεται στο ΒΑ τμήμα της πόλης.

Όσο για το τζαμί στη γειτονιά Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, όπως το αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι ταυτίζεται με το τζαμί στη θέση του μετέπειτα ναού του Αγίου Κωνσταντίνου [88]. Αν η συνοικία Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ είναι η ίδια με τη συνοικία του Καραμούτζα, η οποία σύμφωνα με τους Ζεγκίνη και Τσακόπουλο βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης, τότε πράγματι πρόκειται για το ίδιο τζαμί. Η ταύτιση των δύο συνοικιών υποθέτουμε ότι έχει γίνει επειδή τόσο ο Τσελεμπί όσο και οι Ζεγκίνης και Τσακόπουλος αναφέρουν αντίστοιχα ότι ήταν «μία άπό τις πλουσιότερες του ’Άργους» [89] και ότι «μέχρι τής άπελευθερώσεως εκεί βρισκόταν ή τουρκική άριστοκρατική συνοικία» [90].

 

Ιστορικά στοιχεία για τα τεμένη του Άργους

 

Το τζαμί του κάστρου της Λάρισας

Για τη μορφή του τζαμιού αυτού δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο εκτός από ότι ήταν μικρό. Πρόκειται ίσως για το παλαιότερο τζαμί εφόσον, όπως είδαμε παραπάνω, φέρει την ονομασία του Μωάμεθ του Πορθητή (1451-1481) και επομένως φαίνεται ότι οικοδομήθηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Τουρκοκρατίας (πριν από το 1481;). Το μικρό αυτό τζαμί εγκαταλείφθηκε νωρίς, πιθανότατα συγχρόνως με τη συνοικία που το πλαισίωνε, ίσως γύρω στα τέλη 17ου αι. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η εγκατάλειψη αυτή έγινε το 1686. στο τέλος της Α’ τουρκικής κυριαρχίας, όταν ο Σερασκέρης Ισμαήλ-Πασάς, μετά από την ήττα του σε μάχη με τους Βενετούς υπό τον Μοροζίνη, «άποθαρρυνθείς έγκατέλειψε τό ’Άργος καί έφυγεν εις Κόρινθον συμπαραλαβών καί όλον τόν ’Οθωμανικόν πληθυσμόν τοΰ Άργους» [91]. Κατά τις εργασίες ανοικοδόμησης του κάστρου από τους Βενετούς το τζαμί πιθανότατα ισοπεδώθηκε.

 

Το τζαμί «της αγοράς»

Σύμφωνα τον Τσελεμπί (1668), το τζαμί αυτό ήταν το επιβλητικότερο όλων, γεγονός αναμενόμενο, άλλωστε, εφόσον βρισκόταν στο κεντρικότερο σημείο της πόλης και αποτελούσε όχι μόνο το επισημότερο μωαμεθανικό τέμενος αλλά και το κατεξοχήν κτίριο σημασιοδότησης του χώρου. Σε όλα τα σχέδια, από τα πιο σχηματικά (Coronelli, Fourmont) έως το πιο ρεαλιστικό (Cockerell), απεικονίζεται με ψηλό περίβολο που περικλείει διάφορα προσκτίσματα, μεταξύ των οποίων το μεντρεσέ [92], καθώς και πολλά δέντρα.

Το γεγονός ότι το τζαμί της αγοράς ήταν χτισμένο «με τον παραδοσιακό Τρόπο», όπως αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν από τα παλαιότερα. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την ανέγερσή του, όσο και ο σχεδιασμός και η εκτέλεση του σχετικά μνημειώδους οικοδομικού του προγράμματος θα πρέπει να απαίτησαν κάποιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η ανάγκη εξοθωμανισμού του αστικού χώρου θα πρέπει να ήταν πιεστική.

Με βάση τα παραπάνω υποθέτουμε ότι το τζαμί αυτό θα πρέπει να κτίστηκε γύρω στις αρχές του 16ου αι. Ένα στοιχείο που ενισχύει τη χρονολόγηση αυτή αποτελεί η μαρτυρία του Πύρρου ότι ο μεντρεσές του Άργους (ο οποίος βρισκόταν πιθανότατα στο ίδιο συγκρότημα με το τζαμί) ανακαινίστηκε επί Σουλτάνου Βαγιαζίτ (1481-1512) [93]. Υποθέτουμε ότι οι οικοδομικές εργασίες στο συγκρότημα τζαμιού-μεντρεσέ έγιναν συγχρόνως.

Από τα τέλη του 18ου αι. το τζαμί εμφανίζεται στα σχέδια των ταξιδιωτών χωρίς το μιναρέ του. Ο ακριβής χρόνος της απώλειας αυτής θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο διάστημα μεταξύ του 1770 και 1780, εφόσον ο τελευταίος που μιλάει για ένα τζαμί που «δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» είναι ο Chandler (1765-66), ενώ σε ένα από τα σχέδια του Cassas/Fauvel (1780) δεν έχει πλέον μιναρέ. Στα σχέδια του Cockerell (1811) το τζαμί της αγοράς σχεδόν δεν διακρίνεται μέσα από την πυκνή συστάδα δένδρων που το περιβάλλει. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, όπως σημειώθηκε παραπάνω, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί, τον μετέπειτα Άγιο Κωνσταντίνο. Η καταστροφή του μιναρέ μπορεί να οφείλεται σε κάποιο φυσικό φαινόμενο (σεισμό;) ή να συνδέεται με τα αιματηρά γεγονότα της αποτυχημένης εξέγερσης του 1770 (Ορλωφικά) και της αθρόας εισβολής Αλβανών που ακολούθησε με δραματικές συνέπειες για τον τόπο [94]. Εντύπωση προκαλεί, ωστόσο, το γεγονός ότι ο μιναρές δεν επισκευάστηκε ποτέ. Το στοιχείο αυτό θα πρέπει αφενός να συσχετίζεται με την εξαιρετικά ισχνή παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη (βλ. παραπάνω) και αφετέρου να υποδηλώνει τη μικρή σημασία που έδιναν πλέον οι οθωμανικές αρχές σε θέματα με συμβολική σημασία τουλάχιστον σε δευτερεύουσες πόλεις όπως το Άργος.

Το τζαμί «της αγοράς» φαίνεται ότι καταστρέφεται ολοκληρωτικά στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης, πιθανότατα μετά την αφαίρεση του μολύβδου της στέγης του, από Έλληνες επαναστάτες (υπό τον Νικηταρά) οι οποίοι, το Μάιο του 1821, «παρέλαβον καί μετήνεγκον τόν μόλυβδον επί 122 περίπου ζώων… έξ αυτών δέ έχύθησαν έν Δημητσάνη σφαΐραι» [95].

 

Το τζαμί της γειτονιάς Μπεσικλέρ – Σεμπεκλέρ. Ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος

 

Για το τζαμί αυτό, – για τις δυσκολίες ταύτισης του οποίου μιλήσαμε παραπάνω – υπάρχει μια μακρά φιλολογία ότι κτίστηκε στα θεμέλια αρχαίου μνημείου (Gell 1805. Haygarth 1810) [96]. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις έως σήμερα ανασκαφικές έρευνες, εφόσον τα λείψανα που έχουν έρθει στο φως στον περιβάλλοντα χώρο του δεν χρονολογούνται πριν από τα υστερορωμαϊκά χρόνια (βλ. παραπάνω). Πιθανότερο φαίνεται να έχει κτιστεί στα θεμέλια παλαιοχριστιανικού ή βυζαντινού μνημείου τόσο με βάση τη μορφή του [97] όσο και τα αρχιτεκτονικά λείψανα που έχουν ανασκαφεί στο άμεσο περιβάλλον του (βλ. παραπάνω).

Όπως είδαμε παραπάνω, από την αρχιτεκτονική ανάλυση του μνημείου προέκυψε ότι στη μουσουλμανική περίοδο της ζωής του υπήρξαν δύο βασικές οικοδομικές φάσεις: η ανέγερσή του ως απλό τετράγωνο κτίριο, πιθανότατα προσευχής (μεστζίτ), και η μετασκευή του σε τζαμί με την προσθήκη θολωτής στοάς στην πρόσοψη και μιναρέ. Τα στοιχεία που διαθέτουμε για να χρονολογήσουμε τις φάσεις αυτές είναι, δυστυχώς, ελάχιστα.

Σχετικά με το τζαμί αυτό, ο Τσελεμπί, στα μέσα του 17ου αι., αναφέρει απλώς ότι είναι «σε καλή κατάσταση». Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μας, ότι πρόκειται για ένα παλιό τζαμί, το οποίο παρά την ηλικία του διατηρείται σε καλή κατάσταση. Με βάση το δεδομένο αυτό καθώς και τα στοιχεία που προέκυψαν από την τυπολογική του ανάλυση, δεν θεωρούμε αβάσιμη την άποψη ότι κτίζεται γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα [98], αν όχι νωρίτερα. Ίσως μάλιστα η ανέγερσή του σχετίζεται με τη μακρόχρονη περίοδο ηρεμίας στις σχέσεις μεταξύ Τούρκων και Βενετών (διάρκειας 150 χρόνων περίπου) η οποία σημειώνεται μετά την υπογραφή της συνθήκης του 1540.

Σχετικά με τη χρονολόγηση της μετασκευής του μνημείου σε τζαμί, ή σε μεγαλύτερο τζαμί, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε δύο υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση, η μετασκευή του κτιρίου γίνεται πριν από τα μέσα του 17ου αι. (γύρω στα 1650;), πριν από το τέλος δηλαδή της Α’ Τουρκοκρατίας (1463-1686), όταν το οθωμανικό στοιχείο στην πόλη ήταν ακόμη ανθηρό. Στην περίπτωση αυτή ο Τσελεμπί (1668) είδε το τζαμί με μιναρέ αλλά απλώς δεν το θεωρεί άξιο λόγου να το αναφέρει [99], ενώ οι Coronelli (1687) και VDS (1700) δεν απεικονίζουν καθόλου το τζαμί πιθανώς επειδή ήταν απόκεντρο. Σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, η οποία μας φαίνεται πιθανότερη, η μετασκευή γίνεται μετά τη φάση εγκατάλειψης του μνημείου κατά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715), στην αρχή δηλαδή της Β’ τουρκικής κυριαρχίας στην πόλη (1715). Στην περίπτωση αυτή δικαιολογημένα δεν αναφέρει το μιναρέ του ο Τσελεμπί, εφόσον δεν τον είδε, ενώ οι Coronelli και VDS δεν απεικονίζουν το τζαμί, επειδή δεν ξεχώριζε ακόμη στο τοπίο της πόλης. Σε κάθε περίπτωση το 1729 το τζαμί έχει πλέον μιναρέ, εφόσον έτσι το σχεδιάζει ο Fourmont. Παραπάνω αναφερθήκαμε στην εξαιρετικά ισχνή παρουσία του οθωμανικού στοιχείου στην πόλη κατά τη διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας. Η μετασκευή του τζαμιού στην αρχή αυτής της περιόδου ίσως υποδηλώνει ακριβώς τη συγκέντρωση του συρρικνωμένου οθωμανικού πληθυσμού στο ανατολικό τμήμα της πόλης και την κατάργηση όλων των άλλων τζαμιών. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι και τα επίσημα οθωμανικά κτίρια βρίσκονται πλέον σε αυτό το τμήμα του Άργους.

Σύμφωνα με δύο σχέδια που χρονολογούνται στα 1805 (Gell, Pomardi), το τζαμί εμφανίζεται για πρώτη φορά πλαισιωμένο από μεγάλα κυπαρίσσια. Η δενδροφύτευση θα πρέπει να χρονολογείται στα τέλη του 18ου αι. και να σχετίζεται πιθανώς με κάποια διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου (στο σχέδιο του Gell διακρίνεται μια μεγάλη πλατεία βορείως του τεμένους) και όχι με την παρουσία του γνωστού μουσουλμανικού κοιμητηρίου, το οποίο πρέπει να καταλάμβανε τον ελεύθερο χώρο νοτίως του τζαμιού.

 

Συμπεράσματα

 

Από την παραπάνω αρχιτεκτονική και ιστορική διερεύνηση του μνημείου προκύπτουν ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία ωστόσο δεν δίνουν οριστικές απαντήσεις σε βασικά προβλήματα που αφορούν κυρίως στην ταύτιση και τη χρονολόγησή του.

  1. Η ονομασία του τζαμιού παραμένει άγνωστη, εφόσον δεν αναφέρεται σε καμία από τις γνωστές, σε εμένα τουλάχιστον, γραπτές πηγές. Δεν είναι μάλιστα απολύτως βέβαιο ότι το τζαμί που αναφέρει ο Τσελεμπί στη συνοικία Μπεσικλέρ ταυτίζεται με το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου [100].
  1. Ως προς τον ακριβή χρόνο ανέγερσης του τζαμιού μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν. Η απλή τυπολογία του δεν αποκλείει το μνημείο να είναι πρώιμο έργο (αρχές ή μέσα 16ου αι.) αλλά η διαχρονικότητα του απλού αυτού τύπου δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές χρονολογικό κριτήριο.
  1. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου δικαιολογεί απόλυτα τις διάφορες αρχιτεκτονικές επεμβάσεις (προσθήκες, επισκευές, μετασκευές) που το βοήθησαν να επιβιώσει στο χρόνο και να ανταποκριθεί στις αλλαγές χρήσης και σημασιοδότησής του. Τρεις τουλάχιστον φαίνεται ότι ήταν οι κύριες οικοδομικές φάσεις του: στην πρώτη φάση, πιθανώς γύρω στα μέσα 16ου αι., ανέγερση ενός απλού τετράγωνου κτίσματος που χρησίμευε μάλλον ως συνοικιακός χώρος προσευχής (μεστζίτ). Σε μια δεύτερη φάση το κτίριο αναβαθμίζεται σε μεγάλο τζαμί με προσθήκη μιναρέ και στοάς στην πρόσοψη. Η φάση αυτή δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν τοποθετείται στα μέσα του 17ου ή τις αρχές του 18ου αι., δηλαδή πριν ή αμέσως μετά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715). Στην τελική φάση, λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, το τζαμί μετατρέπεται σε χριστιανικό ναό με περιορισμένες μετασκευές οι οποίες δεν έχουν αλλοιώσει ουσιαστικά την αρχική του μορφή.
  1. Η υπόθεση ότι το τζαμί κτίζεται στα θεμέλια υστερορωμαϊκού/παλαιοχριστιανικού ή πιθανότερα βυζαντινού μνημείου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ωστόσο, υπέρ της άποψης ότι κτίστηκε εξαρχής ως τζαμί συνηγορεί ο διαφορετικός προσανατολισμός του σε σχέση με εκείνον των χριστιανικών εκκλησιών: το μνημείο ακολουθεί τον άξονα ΒΔ/ΝΑ, ο τοίχος του μιχράμπ είναι δηλαδή στραμμένος προς τη Μέκκα.
  1. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να φωτιστούν πολλά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα σχετικά με την ιστορία του μνημείου θα ήταν η περαιτέρω αρχιτεκτονική μελέτη (μετά από αφαίρεση κονιαμάτων, αποτοίχιση παραθύρων, κά.) αλλά κυρίως η ανασκαφική έρευνα στα θεμέλια του μνημείου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεστζίτ=δευτερεύων χώρος προσευχής, χωρίς μιναρέ, για τις καθημερινές πέντε προσευχές εκτός Παρασκευής.

[2] Ο χώρος του μνημείου ορίζεται στα νότια από την οδό Μεσσηνίας – Αρκαδίας (πρώην Ατρέως), στα ανατολικά από την οδό Αγίου Κωνσταντίνου, στα βόρεια από τριώροφη νεόδμητη οικοδομή με έκθεση αυτοκινήτων στο ισόγειο (οικόπεδο Πούλου) και στα δυτικά από το απαλλοτριωμένο οικόπεδο Φλώρου, όπου έχουν έρθει στο φως σημαντικά χριστιανικά αρχιτεκτονικά λείψανα από την 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

[3] Ζεγκίνης 274.

[4] Από το 1937 έως το 1970 κατοικούσε εκεί η Βασιλική Δεληδημητρίου και ακολούθησε η Αικατερίνη Δεληδημητρίου έως το 1991. Έκτοτε το σπιτάκι παραμένει ακατοίκητο, εφόσον η νέα νεωκόρος, Κωνσταντίνα Δεληδημητρίου, διαμένει αλλού.

[5] Θύρα στο ίδιο ακριβώς σημείο φαίνεται ότι υπήρχε στο τζαμί του Κάτω Συντριβανιοΰ στην Αθήνα (1759), το οποίο είχε και ανάλογη κάτοψη (Τραυλός 203).

[6] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκατέρωθεν των τριών αυτών παραθύρων διακρίνονται, στις εξωτερικές όψεις των τοίχων, κάθετες ρωγμές που ξεκινούν από τη στέγη και φθάνουν λίγο χαμηλότερα από την ποδιά των παραθύρων. Στη φάση αυτή της μελέτης δεν γνωρίζουμε τους λόγους που δημιούργησαν τις ρωγμές. Ίσως οφείλονται στην ύπαρξη προγενέστερων μεγαλύτερων ανοιγμάτων που περιορίστηκαν αργότερα.

[7] Τον προσανατολισμό του μνημείου ο Τσακόπουλος (22) παραβάλλει με εκείνον της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

[8] Μπούρας 332.

[9] Στην εξωτερική όψη του τυμπάνου διατηρούνται ίχνη γαλανού χρώματος.

[10] Ο Friedrichsthal (1834) αναφέρει ότι είδε μισή ντουζίνα λογχωτών που είχαν κρεμάσει τον εξοπλισμό τους στους τοίχους και κοιμούνταν κάτω από το θόλο, διακοσμημένο με στίχους από το κοράνι (Seve 1979,30,183).

[11] Ο Ζεγκίνης (274) αναφέρει ότι το τζαμί «ήτο έκ μολύβδου κεκαλυμμένον».

[12] Δεν αποκλείεται, όμως, η κόγχη αυτή να υπήρχε εξαρχής ως δεύτερο μιχράμπ.

[13] Δυστυχώς σε κακή κατάσταση διατήρησης.

[14] Ο Τσακόπουλος (22) αναφέρει ότι τα μανουάλια και το προσκυνητάρι προέρχονταν από την παλαιότερη, αντικατασταθείσα σκευή του ναού του Αγίου Πέτρου, όπου το δεύτερο εχρησίμευε ως αρχιερατικός θρόνος.

[15] Μπούρας 333.

[16] Πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας, τρούλλοι, ημιχώνια.

[17] Στην Προύσσα, πρώτη πρωτεύουσα των Οσμανλιδών και κοιτίδα ενός πρώιμου  αρχιτεκτονικού ρυθμού (LJnsal 5).

[18] Το μεστζίτ του Κουτσούκ Αγά μεντρεσέ στην Αμάσεια, με την ίδια ακριβώς κάτοψη (Gabriel 57), χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και το τζαμί Φιρύζ Αγά στην Πόλη (Goodwin, 167). Όμοια κάτοψη, αλλά με λίγο μικρότερες διαστάσεις (±12.5χ 12.5μ.) και τέσσερα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους, έχει το τζαμί που χτίζεται στο εσωτερικό του Παρθενώνα στα τέλη του Που ή στις αρχές του 18ου αιώνα (Τραυλός 202).

[19] Gabriel 57.

[20] Δημακοπούλου・ Touchais – Divari-Valakou 10 και πίν. VI.

[21] Touchais 74, 77-78″ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. VII. Για μια σύνθεση των δεδομένων, βλ. επίσης Pierart – Touchais 13-17.

[22] Touchais – Divari-Valakou 14-16・ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. IX. Για μια σύνθεση των δεδομένων στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική, βλ. επίσης Pierart – Touchais 21-25.

[23] Barakari – Pariente 165-168″ Μπαρακάρη-Γλένη 271,273-279 και πίν. Χ-ΧΙ.

[24] Barakari – Pariente 168,172-173,175″ Μπαρακάρη-Γλένη 272-273,278 και πίν. XII.

[25] Μπανάκα-Δημάκη et al. 329-333 και πίν. XIII. Μπαρακάρη-Γλένη 271-272, 278″ Μπανάκα-Δημάκη 389.

[26] Έχει εκφραστεί η άποψη ότι ανατολικότερα του ναού πρέπει να πέρναγε το ανατολικό σκέλος του αρχαίου τείχους ακολουθώντας ΒΔ κατεύθυνση (Πιτερός 188). Κατά τον Pierart (1982. 147) το τείχος πέρναγε δυτικότερα.

[27] Πιτερός 189-190 και εικ. 6.

[28] Παυσ. II 22,8. Πλούτ., Πύρ. 34,4.

[29] Πιτερός 189-190. Pierart 1982,149-15Τ του ιδίου 1998, 342, 348.

[30] Εκτεταμένο δάπεδο από ψηφιδωτό, καθώς και ένα δεύτερο, εκτεταμένο επίσης δάπεδο με πλακόστρωση από κυανές πλάκες, ανατολικότερα (Vollgraff 178-179). Στα κατάλοιπα αυτά, ορατά «εις τό όπισθεν μέρος τοΰ Δ. τοίχου του ναού» αναφέρεται ασφαλώς και ο Τσακόπουλος (21).

[31] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328 και πίν. XIV- Abadie-Reynal 397-398.

[32] Μπανάκα-Δημάκη et al. 331-332, Abadie-Reynal 399.

[33] Ανασκαφές οικοπέδων Φλώρου και Περδικάρη, Μπανάκα-Δημάκη et al. 331. Βλ. επίσης Pierart – Touchais 89-90.

[34] Οικονόμου-Laniado 407.

[35] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328′ Abadie-Reynal 400-402.

[36] Την πληροφορία οφείλω στο Γιώργο Τσεκέ, τον οποίο και ευχαριστώ.

[37] Για μια συνθετική εικόνα βλ. Pierart – Touchais 98-100.

[38] Πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία για τους περιηγητές και καλλιτέχνες που επισκέφτηκαν το Άργος περιέχεται στο πολύτιμο αλλά ανέκδοτο έργο του Sève 1979, 9-59 (αντίγραφο στα αρχεία της Γαλλικής Σχολής Αθηνών), καθώς και στο Sève 1998.

[39] Sève 1979,224-227.

[40] Sève 1979,228-231.

[41] Υπάρχουν περισσότερες από μία εκδοχές του κειμένου. Η ελληνική μετάφραση του Τσελεμπί που είχα στη διάθεσή μου (Λούπης 1999) περιλαμβάνει λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αναφέρονται στη γαλλική μετάφραση που διαθέτει ο Sève (1979,224 σημ. 2 και 3). Στη μετάφραση του Sève οι συνοικίες αναφέρονται ως Σεμπεκλέρ και Κυάνυα (1979,227 και σημ. 14).

[42] Sève 1979,387-388 και πίν. Ι ίδιου 1998, εικ. 1 και εικ. εξωφύλλου.

[43] Sève 1979, πίν. II και II bis.

[44] Φαίνεται μάλλον απίθανο να πρόκειται για δεύτερο, χαμηλότερο μιναρέ.

[45] Sève 1979,387. Αξιοπερίεργο είναι ότι στην κάτοψη του Coronelli διακρίνονται δύο κτίρια που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε τζαμιά, εκείνο που σημειώνει ο Sève στο σκαρίφημα II bis, καθώς και ένα μεγαλύτερο αριστερότερα, με οκταγωνική κάτοψη και προσκτίσματα.

[46] Sève 1979,235.

[47] Sève 1979,181,234-235, 1998,423.

[48] Sève 1979, 388-389 και πίν. IV-IV bis- ιδίου 1998, 421, 423 και εικ. 3. Ο Sève (1979, 389, ίδιου, 1998,421 σημ. 42) αναρωτιέται αν τα αρχικά YDS σημαίνουν V(an) D(eyk) S(sulpsit).

[49] Sève 1979,16, 239-255, 390-394 και πίν. VI-X, LXIII, ιδίου 1993,12, 31-35, 38-39 και εικ. 1-2,6, ιδίου 1998,423 και εικ. 4-5.

[50] Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα σχέδια του Fourmont η πόλη φαίνεται να είναι μετατοπισμένη ελαφρώς νοτιότερα και τα κτίρια/σπίτια συγκεντρωμένα σε δύο πυκνότερες συνοικίες, η πρώτη στους πρόποδες της Λάρισας, λίγο βορειότερα των Θερμών, και η δεύτερη στα νοτιοανατολικά. Η οργάνωση αυτή αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στην εικόνα κατοίκησης του Άργους στην παλαιοχριστιανική και βυζαντινή εποχή, σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο που δημοσιεύεται στο Pariente – Touchais πίν. XIV.

[51] Sève 1979,392-393.

[52] Sève 1979,17,181.

[53] Sève 1979,17,181-182,256-257, ιδίου 1993,12.

[54] Ίσως να εννοεί το μεντρεσέ.

[55] Sève 1979.181-182′ ίδιου 1998,423.

[56] Sève 1979,395-397 και πίν. XIII-XV, ιδίου 1993,37,56-57 εικ. 4-5, ιδίου 1998,423,430 εικ. 6. Για την πατρότητα των σχεδίων, βλ. Sève 1998,426 addendum.

[57] Sève 1979, πίν. XV και XV bis- ιδίου 1993,57 εικ. 5α-β, ιδίου 1998,430 εικ. 6.

[58] Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Sève (1979,397), από κάποιο λάθος αντιγραφής το σχέδιο είναι αναστραμμένο (το δεξί τμήμα της πόλης βρίσκεται αριστερά). Εδώ το έχουμε επαναφέρει στη σωστή του κατεύθυνση.

[59] Sève 1979,398 και πίν. XVII, ιδίου 1998,421,431 εικ. 7.

[60] Sève 1979,19,268-278,398-400 και πίν. XVI1I-XX, ίδιου 1998,418,420-422 και εικ. 8-9.

[61] Sève 1979, πίν. XX- ιδίου 1998,432 εικ. 9.

[62] Sève 1979, 270. Επειδή στο σχέδιο του Gell δεν διακρίνεται ο μεντρεσές, ο Sève (σημ. 7) υποθέτει ότι ο συγγραφέας μπορεί, κατά λάθος, να περιγράφει το τζαμί της αγοράς, το οποίο συχνά αναφέρεται ότι περιλάμβανε και μεντρεσέ. Όμως είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το τζαμί της ΝΑ συνοικίας περιλάμβανε μεντρεσέ (Ζεγκίνης 274), πιθανότατα όχι από την ίδρυσή του, ο οποίος μπορεί να ήταν σίγουρα μικρότερος και επομένως δυσδιάκριτος.

[63] Sève 1979,280,400.

[64] Sève 1979,279,400 και πίν. XXIII, ιδίου 1998,423,432 εικ. 10.

[65] Sève 1998,423.

[66] Sève 1979,287-295 και πίν. XXIV- ιδίου 1998,433 εικ. 11.

[67] Sève 1979,298.

[68] Sève 1979,404 και πίν. XXXI・ ιδίου 1998,436 εικ. 18.

[69] Sève 1979,403Μ04 και πίν. XXVII-XXX- ιδίου 1998, 420-421,423,434-436 εικ. 14-17.

[70] Το σχέδιο αυτό, αν και πολύ ενδιαφέρον, δεν μπορούμε να αναδημοσιεύσουμε, επειδή το κλισέ που διαθέτουμε δεν είναι καλής ποιότητας.

[71] Sève 1979,406 και πίν. XXXVI- ιδίου 1998,423,437 εικ. 19.

[72] Ζεγκίνης 294.

[73] Δωροβίνης 86.

[74] Δωροβίνης, όπ. π.

[75] Sève 1979.332.

[76] Στο σχέδιο του Borroczyn (1831) αναφέρεται ως Hopital. Επιπλέον ο Δ. Περρούκας, ο οποίος είχε διοριστεί ‘Εφορος Υγείας για την περιφέρεια, σε έγγραφο του (5.6.1828), αναφέρεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο της πόλης και μάλιστα μνημονεύει το οργανωτικό μέτρο που πήρε να μεταφέρονται οι ασθενείς «εις μίαν άκραν», «εις τό Νοσοκομείον». Σε πίνακα επισυναπτόμενο στο έγγραφό του ρητά αναφέρει «Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος» (Δωροβίνης, όπ. π.). Το σχέδιο Borroczyn δημοσιεύει και ο Sève 1979, πίν. XLIII.

[77] Στα 1830, σε έγγραφα του αρχηγού του στρατού Gerard και του αξιωματικού Βαλλιάνου αναφέρονται προϋπολογισμοί «για την κατασκευή θεραπευτηρίου για τους αρρώστους του ιππικού μέσα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου». Φαίνεται ότι παρά τη λειτουργία του ως θεραπευτηρίου ο χώρος του ναού δεν επαρκούσε εφόσον πάγειο αίτημα, έως τουλάχιστον το 1831, εξακολουθούσε να είναι η ανεύρεση πρόσθετου ευρύχωρου καταλύμματος για τις ανάγκες των ασθενών στρατιωτών (Δωροβίνης 87).

[78] Με Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 30, τεύχος Α’.

[79] Ο Τσελεμπί αναφέρει δύο τζαμιά σε συσχετισμό με τα δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) του Άργους. Το πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Pasa Camii), ενώ το δεύτερο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal Ibrahim Efendi Camii). Για τα δύο αυτά τζαμιά δεν έχουμε άλλα στοιχεία (Τσιανάκας).

[80] Πα μια επισκόπηση της σύνθεσης του πληθυσμού του Άργους, από τα μέσα του 17ου έως τα μέσα του 19ου, με βάση τις μαρτυρίες των ταξιδιωτών, βλ. Sève 1979,207-208. Στην επισκόπηση αυτή μαθαίνουμε, λ.χ., ότι το 1720 οι Τούρκοι ήταν 15-20 έναντι 300 Ελλήνων (de Pellegrin), το 1799 τα 6/8 του πληθυσμού ήταν Έλληνες (Pouqueville), το 1806 οι Τούρκοι ήσαν 60-80 οικογένειες (Leake), ενώ το 1810 οι μοναδικοί Τούρκοι ήταν ο διοικητής και οι στρατιώτες (Galt).

[81] Ayverdi 244-245.

[82] Ayverdi, όπ. π., σημ. 81. Να σημειώσουμε ότι Çarsi στα τουρκικά σημαίνει αγορά-παζάρι.

[83] Sève 1979,192-197, ιδίου 1998,424, Ζεγκίνης 274-275.

[84] Ο Πύρρος, όπως και άλλοι περιηγητές, σημειώνει ότι «τόν ναόν αυτόν πρό μικρού οί Τούρκοι είχον λουτρόν όπου έλούοντο» (Sève 1979, 332, ιδίου 1998,424).

[85] Ο Πύρρος συμπληρώνει ότι «διά τήν κατασκευήν του κτιρίου τούτου έκάησαν όλα σχεδόν τά λευκά μάρμαρα τής Άργολίδας πρός κατασκευήν λευκής ασβέστου. Τό ώραΐον αυτό κτίριον, το όποιον άνεκαίνισεν ευνούχος τις του Σουλτάν Μπαγιαζίτου, έκρήμνισαν πρό μικρού οί Άργειοι, έπαίροντες έκείθεν τόν μόλυβδον καί τά μάρμαρα αύτοϋ- σώζονται όμως έως τώρα πολλώτατα ερείπια αυτού» (Sève 1979, 333 αλλά και 196-197).

[86] Ανάλογη διήγηση για την αφαίρεση του μολυβιού της στέγης υπάρχει άλλωστε και για το τζαμί της αγοράς, βλ. προηγούμενη σημείωση.

[87] Ο ναός βρισκόταν πιθανώς στο τρίγωνο μεταξύ των οδών Αγ. Κωνσταντίνου, Καποδιστρίου καιΤημένου, βλ. εικ. 2.

[88] Βλ. επίσης Sève 1979,181 σημ. 10,227 σημ. 14, ιδίου 1998,423.

[89] Sève 1998,423 σημ. 54.

[90] «Πρός Α καί ΒΑ του ναού ήτο τό διοικητήριον, επιβλητικόν και τετράγωνον, τό μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Άλή Ναμίκ μπέη… Έναντι καί Α του ναού ήσαν καί άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα έπισήμων καί επιφανών Τούρκων». Τσακόπουλος 21. Βλ. επίσης Ζεγκίνης 274-275.

[91] Ζεγκίνης 204.

[92] Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοπόννησου (Τσιανάκας), στο Άργος υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) (βλ. παραπάνω σημ. 79) και ένας μεντρεσές (ιεροσπουδαστήριο).

[93] Βλ. παραπάνω σημ. 85.

[94] «Ούτοι κατά Φραντζήν ήσαν 60.000, κατ’ άλλους 12.000, κατά Πουκεβίλλ πιθανώτερον 20.000… Τότε ό Μωρηάς ώνομάσθη ‘κατακαϋμένος’… Εις 80.000 Έλληνες άνέρχονται τά θύματα τής μάχαιρας των Αλβανών… Κατόπιν οί Αλβανοί έπετίθεντο κατά Τούρκων» (Ζεγκίνης 210).

[95] Ζεγκίνης 225, Sève 1979,181 σημ. 10, ιδίου1998,423 και σημ. 56.

[96] Ζεγκίνης 294, σχετικά με τη μαρτυρία του Pouqueville (1799,1815).

[97] Η τετράγωνη κάτοψή του παραπέμπει στο ρυθμό των κυβόσχημων σταυροειδών εγγεγραμμένων με τρούλλο. Οι κόγχες της πρόθεσης και του διακονικού δεν ήταν απαραίτητο να εξέχουν εξωτερικά (βλ. Όμορφη Εκκλησιά Αθηνών, Ταξιάρχης Μεσαριάς Ανδρου).

[98] Η άποψη του αρχαιολόγου Πιτίδη ότι οικοδομείται στο διάστημα μεταξύ 1570 και 1600 (Τσακόπουλος 20) δεν γνωρίζουμε σε ποια στοιχεία βασίζεται. Ο Ζεγκίνης (294), στηριζόμενος ίσως στην ίδια πηγή, προτείνει ότι «εκ του ρυθμού του φαίνεται ότι είναι εν από τα αρχαιότερα μουσουλμανικά τεμένη. Εκτίσθη περί το 1570-1580».

[99] Είναι ίσως αξιοσημείωτο ότι ο Τσελεμπί (1668) μόνο για το τζαμί της αγοράς αναφέρει ότι είχε θολωτή στέγη και μιναρέ.

[100]  Σύμφωνα με την ερευνήτρια I. Scheltema, η οποία μελετά τα οθωμανικά αρχεία, ο μετέπειτα Αγ. Κωνσταντίνος κτίστηκε από τον Haci Beshir Agha, μετά το 1715, ενώ το τζαμί της αγοράς από τον Topal Osman Pasha, την ίδια περίοδο (προσωπική ανακοίνωση για την οποία την ευχαριστώ). Ωστόσο, ακόμη και αν οι ταυτίσεις αυτές είναι ορθές, δεν αποκλείεται οι παραπάνω αξιωματούχοι να επισκεύασαν απλώς παλαιότερα κτίρια τα οποία μετονομάστηκαν: το μεν Besikler Çâmii σε Beshir Agha Çâmii το δε Çarsi Çâmii σε Osman Pasha Çâmii. Στη συνέχεια τα τζαμιά διατήρησαν πιθανώς και τις δύο ονομασίες. Κάτι τέτοιο φαίνεται να δικαιολογεί την άποψη περί «πολλαπλογραφίας» του καταλόγου του Ayverdi (Σαμπανοπούλου, προσωπική ανακοίνωση).

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Abadie-Reynal, C., Un exemple de Egression du phenomene urbain: Argos aux IV’-VIF siecles ap. J.-C., στο Pariente -Touchais, 397-104.
  • Ayverdi, E.H., Avrupa’da Osmanli Mimari Eserleri- Bulgaristani Yunanistan- Arnavutluk. [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 1982.
  • Barakari-Gleni, Κ. – Pariente, A., Argos du VIIs au IF’ s. av. J.-C.: synthese des donees archeologiques, στο Pariente – Touchais, 165-178.
  • Δημακοπούλου, Κ., Ευρήματα της Πρωτοελλαδικής εποχής στο Άργος. Ανασκαφή οικοπέδου Γ. Λεμπετζή, στο Pariente – Touchais, 57-70.
  • Δωροβίνης, Β., Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της Καποδιστριαχής εποχής (1828-1833), μέρος 4ο, Αρχαιολογία 33(1989)80-88.
  • Gabriel, A., Monuments turcs de I’Anatolie, 1931-34.
  • Goodwin, G., A History of Ottoman Architecture, 1971.
  • Hillendrand, R., Islamic Architecture. Form, function and meaning, 1994.
  • Λούπης, Δ., Ελβιά Τσελεμπί Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671). Πελοπόννησος, Νησιά Ιονίου, Κρήτη, Κυκλάδες, Νησιά Ανατολικού Αιγαίου. Εισαγωγή, απόδοση από τα Τουρκικά, σημειώσεις, Αθήνα 1999.
  • Μπανάκα-Δημάκη, Α., Ρωμαϊκά ταφικά μνημεία τον Άργους, στο Pariente – Touchais, 385-395.
  • Μπανάκα-Δημάκη, A. – Παναγιωτοπούλου, A. – Οικονόμου- Laniado, A., Το Άργος κατά τη Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική περίοδο: σύνθεση των αρχαιολογικών δεδομένων, στο Pariente – Touchais, 327-336.
  • Μπαρακάρη-Γλένη, Κ., Συμβολή στη μελέτη της τοπογραφίας της αρχαίας πόλης του Άργους. Στοιχεία από την ανασκαφή στο οικόπεδο Γ. Λεμπετξή, στο Pariente – Touchais, 271-290.
  • Μπούρας, X., Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1975.
  • Οικονόμου-Laniado, A., Les cimetieres paleochretiens d’Argos, στο Pariente – Touchais, 405-416.
  • Pariente, A. – Touchais, G. (6d.J, Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και πολεοδομία. Argos et I’Argolide: Topographie el Urbanisme, Actes de la Table Ronde internationale, 28.4-1.5.1990, Athenes -Argos, EFA, Recherches Franco-Helleniques 3, 1998.
  • Pierart, M., Deux notes sur Vitineraire argien de Pausanias, BCH 106(1982)139-152.
  • Pierart, M., L ‘itineraire de Pausanias a Argos, στο Pariente – Touchais, 337-356.
  • Pierart, M. – Touchais, G., Argos. Une ville grecque de 6000 ans, Paris 1996.
  • Πιτερός, X., Συμβολή στην αργειακή τοπογραφία. Χώρος, οχυρώσεις, τοπογραφία και προβλήματα, στο Pariente – Touchais, 179-210.
  • Sève, Μ., Temoignages de voyageurs et d’artistes sur la ville et les antiques d’Argos (XVIe-XIXe siecles). These de 3e Cycle inedite, pwsentie a TUniversite de Paris X-Nanterre, 1979.
  • Sève, M., Les voyageurs franqais a Argos, Paris 1993.
  • Sève, M., L’urbanisme argien au XVIIIe et au debut du XIXe siecle d’apres les voyageurs, στο Pariente – Touchais, 417-137.
  • Touchais, G., Argos a Tepoque m0sohelladique : un habitat ou des habitats ?, στο Pariente – Touchais, 71-84.
  • Touchais, G. – Divari-Valakou, N., Argos du neolithique a Tepoque geometrique : synthese des donnies archeologiques, στο Pariente – Touchais, 9-21.
  • Τραυλός, I., Πολεοδομική έξέλιξις τών Αθηνών, Αθήναι 1960.
  • Τσακόπουλος, Τ, Συμβολαΐ εις την ιστορίαν τής εκκλησίας τής Αργολίδος, τόμ. 5,1955,20-23.
  • Τσιανάκας, Ε., 2004. Τα οθωμανικά σχολεία της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου, στο 3ο Διεθνές Συνέδριο «Ιστορίας Εκπαίδευσης», 1-3 Οκτωβρίου 2004. Οργάνωση, Εργαστήριο Ιστορικού Αρχείου Νεοελληνικής και Διεθνούς Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος
  • Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών. Πρακτικά σε ηλεκτρονική μορφή, http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio3/praktika%2011/tsianakas.htm
  • Ζεγκίνης, I., Το Αργος διά μέσου τών αιώνων. Πύργος 1968 (1948).
  • Unsal, Β., Turkish Islamic Architecture in Seljuk and Ottoman times (1071-1923), 1959.
  • Vollgraff, W., Fouilles d’Argos. B. – Les etablissements pr0historiques de I’Aspis (suite). C. – La topographie de la ville hellenique, BCH 31 (1907) 139-184.

 

Άννα Φίλιππα-Touchais

Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008)  «Πρακτικά της ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στις 15-11-2008 στο Άργος. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας: «Ποίηση για τη βυζαντινή αυλή και την υψηλή αριστοκρατία»



 

Harvard

Την Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2019 και ώρα 19:00 στην αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νικολάου Μαζαράκη» του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας, Πανεπιστήμιο Harvard, στο Ναύπλιο, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδας οργανώνει εκδήλωση με προσκεκλημένο ομιλητή τον Ιωάννη Βάσση, Καθηγητή Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με θέμα:

 

«Ποίηση για τη βυζαντινή αυλή και την υψηλή αριστοκρατία»

 Η ομιλία εντάσσεται στον εφετινό κύκλο της σειράς εκδηλώσεων Events Series 2019 του ΚΕΣ με θέμα «Πολιτισμός, Παιδεία και Πολιτική».

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης

 

Διαβάζοντας και ερμηνεύοντας αντιπροσωπευτικά δείγματα επικών πανηγυρικών, εγκωμιαστικών και επαιτικών ποιημάτων από όλες τις περιόδους της βυζαντινής λογοτεχνίας θα αποπειραθούμε να προσεγγίσουμε την ουσία και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της ποίησης που έγραψαν σημαντικοί ποιητές για να εγκωμιάσουν τον αυτοκράτορα και τους ισχυρούς, για να κερδίσουν την εύνοιά τους ή ακόμα για να εδραιώσουν την επίζηλη θέση τους μέσα σε μια μικρή ελίτ με υψηλή μόρφωση και κοινές αισθητικές και ιδεολογικές επιδιώξεις. Στόχος της ομιλίας είναι να φωτίσει το νόημα και τη χρηστική αξία των περιστασιακών αυτών κειμένων, καθώς και τη νοοτροπία, την ιδεολογία και την εποχή που τα δημιούργησε.

 

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα του κυρίου Ιωάννη Βάσση

 

Ιωάννης Βάσσης

Ο Ιωάννης Βάσσης είναι καθηγητής της Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει σπουδάσει στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Αμβούργου. Οι μελέτες του αναφέρονται κυρίως σε ζητήματα της βυζαντινής ποίησης, της πρόσληψης της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σε κείμενα του βυζαντινού σχολείου και σε θέματα παράδοσης και κριτικής των κειμένων. Έχει δημοσιεύσει σχετικές μονογραφίες, άρθρα και μεταφράσεις. Έχει διδάξει Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και Βυζαντινή Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου του Νικολάου Σπηλιάδη – «Αναίρεσις» – Τετάρτη 15 Μαΐου στις 7.30 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Ο Δήμος Ναυπλιέων, ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

 

Νικόλαος Σπηλιάδης –  «Αναίρεσις»

Απάντηση ενός Έλληνα στον Friedrich Thiersch

Μετάφραση από τα γαλλικά: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Επιμέλεια – Προλεγόμενα – Σχόλια: Γιώργος Καλπαδάκης

 

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 15 Μαΐου στις 7.30 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.    

 

«Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη

 

Η «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη γραμμένη στα γαλλικά το 1838, αδημοσίευτη μέχρι σήμερα, κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις «Ποταμός», μεταφρασμένη από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη, η υπεράσπιση της πολιτείας του Ιωάννη Καποδίστρια από τον πρωθυπουργό της κυβέρνησής του…

Ιστορικός επιμελητής της «Αναιρέσεως» του Νικ. Σπηλιάδη είναι ο Γιώργος Καλπαδάκης, ο οποίος την ανέσυρε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μαζί με πληθώρα πολύτιμου υλικού γι’ αυτή την παραγνωρισμένη μορφή της νεώτερης ιστορίας. Ύστερα από πολύχρονη επεξεργασία και μελέτη, συνοδεύει την ανασκευή του Σπηλιάδη με μια εκτενέστατη προλογική μελέτη με τον τίτλο «Υπέρ Καποδιστριακής Πολιτείας: ο Νικόλαος Σπηλιάδης απαντά στον Friedrich Thiersch» και με εμπεριστατωμένο σχολιασμό τοποθετεί το έργο στο ιστορικό του πλαίσιο.

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

 

  • Ο Ιστορικός – Αρχειονόμος, πρώην διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Αργολίδας, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος.
  • Ο Φιλόλογος – Ιστορικός, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας Νικόλαος Μπουμπάρης. 

 

Προλογίζει ο επιμελητής του έργου Γιώργος Καλπαδάκης,  εντεταλμένος ερευνητής στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Την εκδήλωση συντονίζει ο Πρόεδρος του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Θεοδόσης Σπαντιδέας. 

Θεωρούμε ότι η παρουσία σας επιδαψιλεύει τιμή στους ομιλητές και στους συνδιοργανωτές της εκδήλωσης.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Ανεπιθύμητος για τις βαυαρικές αρχές κι έχοντας τεθεί στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, ο «πρωθυπουργός» του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Νικόλαος Σπηλιάδης, θα αφιέρωνε τον ύστερο βίο του στη συγγραφή των απομνημο­νευμάτων του.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης των επιτευγμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, επιστράτευσε τη γραφίδα του για να ανασκευάσει το κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ένας από τους επιφανέστερους ίσως πολέμιους του Καποδίστρια, ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Πρωταρχική έγνοια του ήταν να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Ο Γιώργος Καλπαδάκης είναι εντεταλμένος ερευνητής στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει διδάξει στα τμήματα Πολιτικής Επιστήμης και Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστη­μίου Θράκης και στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης ενώ έχει διατελέσει Visiting Scholar στο Πανεπιστήμιο Cambridge.

 

Read Full Post »

Η επικαιρότητα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου 1955-1959


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  σημειώσεις του διδάκτορα Ιστορίας, Τάσου Χατζηαναστασίου για τον πανηγυρικό της τιμητικής εκδήλωσης που διοργάνωσε την 1η Απριλίου 2019, στο Βουλευτικό του Ναυπλίου, ο Σύλλογος Φίλων του Ραδιοφωνικού Σταθμού της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας, για την 64η επέτειο από της ενάρξεως του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος των Κυπρίων αγωνιστών Ε.Ο.Κ.Α. από τον αγγλικό ζυγό (1955-1959).

 

 

Ευχαριστίες και συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία καθώς ο Αγώνας της ΕΟΚΑ για συγκεκριμένους λόγους και σκοπιμότητες είναι παραμελημένος και τα τελευταία χρόνια επιχειρείται η αποδόμησή του ενώ πρόκειται για έναν υπέροχο αγώνα. Η εκδήλωση αυτή θέτει επιτέλους τον εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα στα σωστά του πλαίσια.

Το Ναύπλιο και η Κύπρος συνδέονται με ακατάλυτους δεσμούς αίματος καθώς ο πρώτος νεκρός Ελλαδίτης αξιωματικός κατά την τουρκική εισβολή του 1974 είναι ο Ναυπλιώτης αντιστράτηγος Μπούτας, προτομή του οποίου έχει ανεργεθεί στον πεζόδρομο του Μητροπολιτικού. Επίσης, αναφέρεται Κύπριος νεκρός του βρετανικού στρατού που έπεσε κατά την εισβολή των Γερμανών στην Ασίνη. Τέλος, ανάμεσα στους νεκρούς της ΕΟΚΑ, αναφέρεται η Όλγα Κωνσταντινίδη «εκ Ναυπλίου» για την οποία στη σχετική αναζήτηση έλαβα την πληροφορία ότι το πατρικό της όνομα ήταν Μάρκου.

Γιατί όμως να θυμόμαστε και να τιμάμε σήμερα, 64 χρόνια μετά την επέτειο της ΕΟΚΑ;

  • Γιατί είναι επίκαιρος ο Αγώνας της ΕΟΚΑ;
  1. Γιατί έχουμε ανάγκη σήμερα από τα πρότυπα και τις αξίες που ανέδειξε;
  2. Γιατί παραμένουν ακόμη και σήμερα ανοιχτά ζητήματα:

α. Το Κυπριακό, καθώς οι Κύπριοι είναι ο μοναδικός λαός της Ευρώπης που στερείται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, αυτό δηλαδή που με τον Αγώνα τους διεκδίκησαν στη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα.

β. Η Βρετανία δεν έχει αναλάβει τις ευθύνες της έναντι των εγκλημάτων που διέπραξε ενώ διατηρεί κυρίαρχες βάσεις στο νησί.

γ. Δεν έχει αναγνωρίσει ούτε τα θύματα από τη δική της πλευρά. Επισήμως έως τώρα αναγνώριζε 124 νεκρούς δίνοντας έτσι επιχειρήματα σε όλους όσοι επιχειρούν να συκοφαντήσουν την ΕΟΚΑ πως τάχα έχει σκοτώσει περισσότερους Έλληνες παρά Βρετανούς. Ωστόσο, έχει ανεγείρει μνημείο στα … κατεχόμενα της Κύπρου, έξω από την Κερύνεια για 371 στρατιώτες νεκρούς και σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε μερικές δεκάδες άντρες των σωμάτων ασφαλείας, επίσης Βρετανούς.

δ. Ακόμη και σήμερα αμφισβητείται η ελληνικότητα της Κύπρου παρότι η Κύπρος έχει δώσει το παρών σε όλους τους εθνικούς αγώνες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας ενώ το μόνιμο αίτημα όλων των Κυπρίων ήταν η Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Οι Βρετανοί επιχείρησαν πράγματι να αλλοιώσουν τον εθνικό χαρακτήρα των Κυπρίων αλλά συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση του κυπριακού ελληνισμού. Αυτών τα επιχειρήματα, της αποικιοκρατίας χρησιμοποιούν και σήμερα ορισμένοι εγχώριοι δήθεν ιστορικοί και ερευνητές για να αμφισβητήσουν την εθνική συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου.

  1. Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ συμπυκνώνει όλη την ελληνική αντιστασιακή παράδοση διαχρονικά. Από το «Μολών λαβέ» του Λεωνίδα που το επανέλαβε ο ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου όταν του ζητήθηκε να παραδοθεί από τις βρετανικές δυνάμεις που είχαν περικυκλώσει το κρησφύγετό του. Ύστερα από πολύωρη μάχη και μη μπορώντας να τον συλλάβουν ζωντανό, τον πυρπόλησαν και στη συνέχεια απαγόρευσαν την κηδεία του. Από κει στο «ου τον Αγώνα περί χρημάτων ποιούμεθα» που αναφέρεται στον Ηρόδοτο και αποτέλεσε την απάντηση του άλλου ήρωα, του Κυριάκου Μάτση, όταν προσπάθησαν να τον δελεάσουν με υψηλή χρηματική αμοιβή προκειμένου να αποκαλύψει το κρησφύγετο του Αρχηγού Διγενή. Το ίδιο το ψευδώνυμο «Διγενής» παραπέμπει ευθέως στους Ακρίτες των συνόρων του Βυζαντίου ενώ οι ήρωες της ΕΟΚΑ, και ειδικά οι εννέα απαγχονισθέντες ξαναζωντανεύουν τους Νεομάρτυρες της Τουρκοκρατίας. Πραγματικά το θάρρος με το οποίο αντιμετώπισαν τον θάνατο εγκωμιάστηκε από φίλους αλλά αναγνωρίστηκε κι από τους εχθρούς. Οφείλεται οπωσδήποτε στη βαθιά τους Πίστη, πίστη στον Θεό αλλά και στο δίκιο του Αγώνα. Η Ελληνική Επανάσταση επίσης ενέπνευσε τους Αγωνιστές της ΕΟΚΑ καθώς και το έπος του ’40 και ο Αγώνας κατά της ναζιστικής κατοχής.

 

Γρηγόρης Πιέρης Αυξεντίου (1928-1957) αγωνιστής της ΕΟΚΑ. Ήταν δεύτερος στην ιεραρχία της οργάνωσης, σκοτώθηκε από τους Άγγλους σε μάχη που δόθηκε κοντά στην Ιερά Μονή Μαχαιρά. Κατά τη διάρκεια του αγώνα ήταν κυρίως γνωστός με το ψευδώνυμο Ζήδρος. Μετά θάνατον, τιμήθηκε από την Ελληνική πολιτεία με τον βαθμό του Αντιστράτηγου. Φωτογραφία από την σελίδα: Ιστορικές μνήμες ΕΟΚΑ.

 

  1. Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ δεν αφορούσε όμως μερικές δεκάδες ηρωικούς αγωνιστές. Ήταν ένας αγώνας παλλαϊκός, με έντονη την δράση της νεολαίας ακόμη και των μικρών παιδιών και των γυναικών που συμμετείχαν με κάθε τρόπο.

3. Αναφερθήκαμε ήδη στην ακλόνητη πίστη και το ήθος, την έννοια της θυσίας που χαρακτήριζε τους ήρωες της ΕΟΚΑ.

  1. Ένα ήθος που αφορούσε το σύνολο του κυπριακού ελληνισμού που υπέμεινε με καρτερία τα σκληρά κατασταλτικά μέτρα που ήταν ατομικά καθώς έγιναν εκτελέσεις, ξυλοδαρμοί και φρικτά βασανιστήρια αλλά και συλλογικά τα οποία περιελάμβαναν αποκλεισμούς χωριών, απαγόρευση κυκλοφορίας, ανάρτησης σημαίας, ακόμη και των κηδειών των νεκρών αγωνιστών, κλείσιμο σχολείων ακόμη και Δημοτικών. Οι Βρετανοί εφάρμοσαν μέτρα που είχαν εφαρμόσει κατά την καταστολή των αντιαποικιακών αγώνων των Μάου Μάου στην Κένυα και το Σουδάν. Η σκληρότητα που επέδειξαν ήταν αντάξια των μέτρων που είχαν εφαρμόσει οι Ναζί στις κατακτημένες χώρες και στηρίζονταν στη συλλογική ευθύνη του τοπικού πληθυσμού. Σε μία περίπτωση ένα χωριό έμεινε αποκλεισμένο για 54 μέρες, χωρίς οι κάτοικοι να λυγίσουν παρότι στερούνταν τα αναγκαία για σχεδόν δύο μήνες. Η Βρετανία είχε καλέσει τους Κυπρίους να πολεμήσουν στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο για την ελευθερία έναντι του ναζισμού με το σύνθημα: «πολεμώντας για τη Βρετανία, πολεμάς για την Ελλάδα» και οι Κύπριοι στρατεύτηκαν μαζικά πολεμώντας σε πολλά μέτωπα.
  1. Η βαθιά εντύπωση και η μεγάλη κινητοποίηση στην Ελλάδα είναι γνωστή με τις μεγάλες και μαχητικές διαδηλώσεις, στις οποίες σημειώθηκαν και νεκροί, τους εράνους, τις διαμαρτυρίες. Σύσσωμο το έθνος ήταν στο πλευρό των αγωνιζόμενων Κυπρίων.
  1. Η διεθνής απήχηση που είχε ο Αγώνας που συγκίνησε τους πνευματικούς ανθρώπους όπως ο κορυφαίος Γάλλος λογοτέχνης, Αλμπέρ Καμύ που έγραψε ένα συγκλονιστικό κείμενο συμπαράστασης. Απελευθερωτικά κινήματα όπως του Ιρλανδικού Δημοκρατού Στρατού (ΙΡΑ) αλλά και της Κούβας εμπνεύστηκαν από τον Αγώνα της ΕΟΚΑ όχι μόνο στο ιδεολογικό επίπεδο αλλά και στο επίπεδο της τακτικής του ανταρτοπολέμου. Το εγχειρίδιο του Γρίβα για τον ανορθόδοξο πόλεμο θεωρείται και σήμερα κορυφαίο καθώς ένας αριθμός ενόπλων ήταν υποχρεωμένος να κρύβεται και να δρα σε έναν πολύ περιορισμένο χώρο χωρίς μεγάλα και ψηλά βουνά, σε μικρές πόλεις έναντι δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών.

Πώς τιμάμε τη μνήμη των αγωνιστών και τον Αγώνα της ΕΟΚΑ;

  • Η ΕΟΚΑ πρέπει να αναφέρεται στα σχολεία. Σε κάθε σχολείο αφιερώματα στον Αγώνα αυτό και στους ήρωες, ειδική αναφορά στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη, αυτόν τον ευγενή νέο, τον γλυκό άνθρωπο, τον ευαίσθητο ποιητή και λαμπρό αγωνιστή και στα Δημοτικά στον Δημητράκη Δημητριάδη, το παιδί των 7 ετών που σε μία διαδήλωση πυροβολήθηκε από Άγγλους στρατιώτες πάνω από το μάτι. Πυροβόλησαν και σκότωσαν ένα παιδί 7 ετών. Στις θεματικές εβδομάδες στο Γυμνάσιο θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν και την αντιστασιακή παράδοση του ελληνισμού και να γίνεται ειδική αναφορά στην ΕΟΚΑ και στους ήρωές της.
  • Σε διπλωματικό επίπεδο πίεση προς τη Βρετανία να αναλάβει τις ευθύνες της, να ανοίξει τα αρχεία για τα βασανιστήρια που εφάρμοσε σε βάρος των αγωνιστών, να ζητήσει επιτέλους συγνώμη για τα εγκλήματα που διέπραξε αλλά και να τιμήσει και τους δικούς της νεκρούς αναγνωρίζοντας επισήμως τον αριθμό τους.
  • και εδώ στο Ναύπλιο να διερευνηθεί η περίπτωση της ηρωίδας Όλγας Κωνσταντινίδη – Μάρκου (;) και να αποδοθούν οι δέουσες τιμές.

Δεν το οφείλουμε μόνο στους ήρωές μας. Δεν το οφείλουμε στην Κύπρο, το οφείλουμε στο μέλλον του ελληνισμού. Είναι προϋπόθεση εθνικής επιβίωσης.

 

Τάσος Χατζηαναστασίου

1η Απριλίου 2019

 

Read Full Post »

Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Είναι γνωστό πως στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» της Ερμιόνης συμμετείχαν οι παρακάτω πέντε αρχιερείς:

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Κορίνθου Κύριλλος, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος και Ανδρούσης Ιωσήφ [1]. Στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας με τους παραπάνω αρχιερείς συμμετείχε ως πληρεξούσιος και ο επιχώριος Μητροπολίτης ο Δαμαλών Ιωνάς.

Κατάσταση του έτους 1834 που εντοπίσαμε στα Γ.Α.Κ. περιέχει, μεταξύ άλλων πληροφοριών, σύντομα «βιογραφικά» σημειώματα των αρχιερέων εκείνων καθώς και ορισμένα στοιχεία «αξιολόγησης» της προσωπικότητάς τους.

 

Μητροπολίται

  1. Κορίνθου Κύριλλος, Πελοποννήσιος, επροβιβάσθη από επίσκοπος Μαλτσίνης τω 1819 ηλικίας 65 ετών. Αμαθής και διαγωγής αρχιερατικής.
  2. Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Βυζάντιος, χειροτονηθείς τω 1813 ηλικίας 50 ετών, πεπαιδευμένος και διαγωγής ανεπιλήπτου.

Επίσκοποι

  1. Ανδρούσης Ιωσήφ, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1806, ηλικίας 64 ετών, πεπαιδευμένος και εναρέτου βίου.
  2. Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1818, ηλικίας 45 ετών απαίδευτος.
  3. Δαμαλών Ιωνάς, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1803 ηλικίας 65 ετών, ημιμαθής, διαγωγής αμέμπτου.
  4. Καρύστου Νεόφυτος, Κάρυστος, προβιβασθείς ηλικίας 48 ετών, αμαθής, διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου. Ο Νεόφυτος υπογράφει και το τελευταίο κοινό πρακτικό των συνεδριάσεων (Ερμιόνης – Τροιζήνας).

Εν Τροιζήνι την 5ην Μαΐου 1827

Για τον Τριπόλεως και Αμυκλών Μητροπολίτη Δανιήλ ο οποίος το 1819 αντικατέστησε στη Μητρόπολη αυτή «τον δια σκευωρίας των εντοπίων εκδιωχθέντα Μητροπολίτην Διονύσιον», άλλα στοιχεία δεν έχουν καταγραφεί.

Τέλος, νομίζω, είναι σκόπιμο να υπογραμμίσω και τα εξής:

Οι παραπάνω επτά Ιεράρχες αλλά και οι υπόλοιποι σαράντα πέντε, που συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση (σύνολο πενήντα δύο), εκείνων των χρόνων, μπορεί ορισμένοι να μην ήξεραν γράμματα ήσαν όμως όλοι τους «διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου». Αυτό ας το κρατήσουμε!

 

Υποσημέιωση


 

[1] Ο Γιάννης Αγγ. Ησαΐας στο βιβλίο του «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, κατ’ επανάληψη, στην Ερμιόνη…» αναφέρει (σελ.173) ότι μεταξύ των παραστατών αρχιερέων ήταν και ο Καρύστου Νεόφυτος.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Η πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα του «εκ Μολάων επιφανούς πολιτικού ανδρός» Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου – © Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας


 

 

Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ στην πολιτική ζωή της χώρας άρχισαν να διακρίνονται νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας, καθώς και κυρίαρχοι συνασπισμοί που διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, στη βάση εύθραυστων ισορροπιών. Ένα πρόσθετο προσδιοριστικό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής συνδεόταν με την ανανέωση σε επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, αντιπροσώπευσης, σε επίπεδο διοίκησης και κρατικής, θεσμικής λειτουργίας. Σταδιακά και ειδικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν να αναδεικνύονται νέες συσπειρώσεις και νέα πρόσωπα που ανέπτυσσαν δυναμική δραστηριότητα, επιφέροντας υπολογίσιμες αλλαγές στο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό πεδίο. Μεταξύ αυτών των νέων, δυναμικών, δραστήριων προσωπικοτήτων με την πολύπλευρη δράση συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικός Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος.

 

Στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής και ειδικά από το 1864 έως το 1870, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και προβληματισμού βρέθηκαν θέματα όπως το πολιτειακό ζήτημα, η εκ νέου κατανομή της εξουσίας, η οριοθέτηση της λειτουργίας του θρόνου, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί. Οι νέες, ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις που βαθμιαία άρχιζαν να εδραιώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1870-1880, έδειχναν να προσανατολίζονται προς τα θεσμικά, πολιτικά πρότυπα των εκσυγχρονισμένων ευρωπαϊκών κρατών [1]. Παράλληλα, άρχιζαν να επικεντρώνονται σε συστηματικές προσπάθειες ανασυγκρότησης του κράτους, στον εξορθολογισμό της διοίκησης και της δημοσιονομικής λειτουργίας καθώς και στη χάραξη μιας εν πολλοίς ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στο πλαίσιο βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων, ο μονάρχης επιδείκνυε μια ιδιαίτερη στάση επιχειρώντας να προσαρμοστεί στις συνθήκες αλλά και να τις προσαρμόσει στις επιδιώξεις του. Από το 1867 τα αδιέξοδα, τα σύνθετα προβλήματα και οι ποικίλες δυσχέρειες της κυβερνητικής πολιτικής οδήγησαν σε μια πολιτειακή κρίση που κορυφώθηκε κατά τα έτη 1874-1875, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις [2]. Από το 1875, συνθήκες όπως η διατύπωση της «αρχής της δεδηλωμένης», η σταδιακή όξυνση των σχέσεων στην προσπάθεια διευθέτησης του λεγόμενου «ανατολικού ζητήματος» και οι γενικότερες προκλήσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί η κεντρική κυβερνητική αρχή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυσαν τη συγκρότηση σταθερότερων κυβερνητικών σχημάτων. Από το 1881 έως το 1895 ο προσανατολισμός και οι πρακτικές των επικρατέστερων συνασπισμών προσδιορίζονταν από την εσωτερική πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα και τις αυξημένες ανάγκες ανασυγκρότησης καθώς και από μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική. Στο επίκεντρο του ανταγωνισμού τους βρέθηκε η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα υψηλού κόστους, απέναντι σε πιο μετριοπαθείς και συντηρητικούς σχεδιασμούς.

Οι πιέσεις σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής σταδιακά εντείνονταν, υποχρεώνοντας (ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1890) τόσο τον μονάρχη όσο και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του κράτους σε έναν επαναπροσδιορισμό της θέσης τους [3]. Ωστόσο, οι εσωτερικές δυσχέρειες και τα δυσεπίλυτα προβλήματα σε συνδυασμό με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν τη χώρα στην πολεμική εμπλοκή του 1897. Η αποτυχία σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων, το οικονομικό αδιέξοδο, οι ευρύτεροι μετασχηματισμοί ενίσχυσαν την αβεβαιότητα, τη διάσπαση των πολιτικών, κομματικών συσπειρώσεων, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο αστάθειας.

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος».

Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος (1852 ή 1854-1923) [4] καταγόταν από την επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Σύμφωνα με μια αναφορά γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας. Προερχόταν από πολυμελή και επιφανή οικογένεια πολιτικών της περιοχής. Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Στη συνέχεια φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας. Κατά τα έτη 1871-1872 καταγράφεται μεταξύ των εκεί σπουδαστών με πατρίδα τη Λακωνία [5]. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του βοηθούσε τον πατέρα του Νικόλαο, ως συνεργάτης του στο πολιτικό έργο του. Αφού αναγορεύθηκε διδάκτωρ της νομικής μετέβη στη Γερμανία, όπου και παρέμεινε για διάστημα τριών ετών προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετεκπαίδευσή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα επιδόθηκε στη δημοσιογραφική εργασία. Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του άρχισε να αναπτύσσει πιο δυναμική συμμετοχή στα κοινά.

Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον …, Αθήνα, 1889 σ. 388.

Το οικογενειακό περιβάλλον, η καταγωγή και ειδικά η πολιτική δραστηριότητα του πατέρα του, Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου, φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά και την πορεία του Κωνσταντίνου. Ο Νικόλαος [6] Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε κατά το 1827 στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας και απεβίωσε το 1888 στην Αθήνα. Αν και δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές, ξεχώρισε από νεαρή ηλικία για τη συμμετοχή του στα κοινά, τη ρητορική δεινότητά του και πολιτεύθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στην περιοχή του. Κατά τα τελευταία έτη της οθωνικής περιόδου αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής και εκτιμάται ότι ανέπτυξε μετριοπαθή, αντιοθωνική δράση. Κατά την κρίσιμη, μεταβατική εποχή που ακολούθησε, εκλέχθηκε μέλος της εθνοσυνέλευσης του 1862 και διετέλεσε πρόεδρός της. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εξακολουθούσε να εκλέγεται βουλευτής ενώ κατά το 1879 διετέλεσε και πρόεδρος της βουλής. Εκτός από τη δυναμική παρουσία του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, εντυπωσιακή υπήρξε και η θητεία του σε υπουργικές θέσεις. Από το 1871 έως το 1886, στο πλαίσιο διαδοχικών κυβερνητικών σχημάτων, διετέλεσε οκτώ φορές επικεφαλής διαφορετικών υπουργείων, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη του πολιτικού κόσμου της εποχής προς το πρόσωπό του. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος συνεργάστηκε από νωρίς με τον πατέρα του. Καταγράφεται ότι, κατά το διάστημα που φοιτούσε στη νομική σχολή στην Αθήνα, δραστηριοποιήθηκε ως βοηθός του, λαμβάνοντας έτσι «τα πρώτα διδάγματα της ευθύτητος εν τη πολιτική και της αφοσιώσεως εις την υπηρεσίαν των δημοσίων πραγμάτων» [7].

Αναφορικά με τη γενικότερη πολιτική πορεία του Κωνσταντίνου, διαπιστώνεται ότι η δημοτικότητά του στην περιοχή καταγωγής του υπήρξε σημαντική. Μέσα από την πραγμάτευση και μελέτη των σχετικών διαθέσιμων καταγραφών, προκύπτει ότι από το 1865 έως το 1922 υπηρέτησε οκτώ φορές ως βουλευτής [8]. Κατά την ΙΑ΄ κοινοβουλευτική περίοδο (από τις 4 Ιανουαρίου 1887 έως τις 17 Αυγούστου 1890) ανέλαβε καθήκοντα από τις 3 Νοεμβρίου 1888, στη θέση του Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου. Επισημαίνεται ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του (τον Αύγουστο του 1888) και στο πλαίσιο συμπληρωματικής βουλευτικής εκλογής που έλαβε χώρα, προτάθηκε και εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, αντιπολιτευόμενος «παρά την δριμείαν καταδίωξιν της τρικουπικής κυβερνήσεως» [9]. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1888 τα πρακτικά της εν λόγω βουλευτικής εκλογής διαβιβάστηκαν στη βουλή. Σε συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1888 το σώμα «παρεδέχθη, μη αντιλέξαντος ουδενός» ως έγκυρη τη συμπληρωματική εκλογή Λακωνίας. Νόμιμος βουλευτής αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, καθώς συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων [10]. Τόσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όσο και της επόμενης (από τις 14 Οκτωβρίου 1890 έως τις 12 Μαρτίου 1892) υπηρέτησε ως βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Λακωνίας. Από το 1892 έως το 1910 αναδείχθηκε τέσσερις φορές βουλευτής της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Ειδικότερα, υπήρξε μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας κατά τις ακόλουθες κοινοβουλευτικές περιόδους: από τις 3 Μαΐου 1892 έως τις 20 Φεβρουαρίου 1895, από τις 16 Απριλίου 1895 έως τις 9 Δεκεμβρίου 1898, από τις 7 Φεβρουαρίου 1899 έως τις 19 Σεπτεμβρίου 1902, από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τις 25 Μαρτίου 1910. Στη συνέχεια εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής Λακωνίας, υπηρετώντας δύο φορές (από τις 6 Δεκεμβρίου 1915 έως τις 30 Ιουνίου 1917 και  από την 1 Νοεμβρίου 1920 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1922). Συμπεραίνεται ότι η ενεργός πολιτική δράση του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς από την ηλικία των τριάντα πέντε ετών έως τον θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής. Διαπιστώνεται επίσης ότι η δημοτικότητά του υπήρξε μεγάλη στην επαρχία της Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόπο καταγωγής του. Στο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας αποτίμησης της πολιτικής πορείας του, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου (1895), στον τύπο της εποχής αναφέρεται σχετικά: «Ως βουλευτής ο κ. Παπαμιχαλόπουλος είναι γνωστός. Ευπρέπεια ύφους έκτακτος˙ γνώσις των ζητημάτων ακριβής και σαφής υπαγορεύουσα την έκφρασιν γνωμών πεφωτισμένων, προσκόλλησις και αφοσίωσις εις το καθήκον. Αι αγορεύσεις του περί στρατού [11] κατέστησαν αυτόν γνωστόν μεν ως μελετητήν των ζητημάτων και ρήτορα, ιδιαιτέρως δε προσφιλή εις τον στρατόν. Επί παντός ενδιαφέροντος εις τον τόπον ζητήματος έλαβε τον λόγον εν τη Βουλή, πάντοτε δε ηκούσθη η γνώμη του μετά προσοχής και εκτιμήσεως παρά των συναδέλφων του και του κοινού, και ετήρησε την δυνατήν δι’ Έλληνα πολιτευόμενον ανεξαρτησίαν φρονήματος» [12]. Ειδικά για την πορεία του στο πλαίσιο της μακράς κοινοβουλευτικής θητείας του σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τι δε παρέχει ο κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος εις τους συμπολίτας του παρ’ ων απολαμβάνει ουχί αγάπης πλέον αλλ’ αληθούς λατρείας, ελάβομεν άλλοτε αφορμήν να γράψωμεν, δυνάμεθα δε να συγκεφαλαιώσωμεν την οικογενειακήν και πολιτικήν εργασίαν του κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλου εις ολίγας ταύτας λέξεις: Εργασία αδιάκοπος υπέρ των συμπολιτών του». Υπογραμμίζεται ότι ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την ενίσχυση του εθνικού στόλου [13]. Ως βουλευτής εκτιμάται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συμπορεύθηκε με τον Λεωνίδα Δεληγεώργη (αδελφό του Επαμεινώνδα) [14]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του, αν και προερχόταν από πολιτική οικογένεια με εδραιωμένη πολιτική ισχύ, φαίνεται ότι επέλεξε να ενταχθεί σε πιο ανεξάρτητα και προοδευτικά για την εποχή σχήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το 1890 εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, ως μέλος ενός μικρού, ανεξάρτητου πολιτικού, κομματικού συνασπισμού [15]. Εκτός από τον προοδευτικό προσανατολισμό του, η πορεία του στην πολιτική ζωή του τόπου προσδιορίστηκε και από το οικογενειακό περιβάλλον του. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά την προπαρασκευή της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης του 1895, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν σίγουρος για τη συμμετοχή του. Στον τύπο της εποχής σημειώνεται ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης «ηγέρθη κατά της ιδέας ταύτης αληθής επανάστασις» [16] καθώς η δημοτικότητά του στην περιοχή της Λακωνίας υπήρξε διαχρονικά σημαντική. Τελικά αποφάσισε να λάβει μέρος, δημιουργώντας ένα τοπικό συνδυασμό «μετά του αρχαίου συναγωνιστού του πατρός του κ. Πάϊκου Ρίτσου», αποδεχόμενος το αίτημα των κατοίκων της περιοχής του, κερδίζοντας την εκλογική νίκη. Επιπρόσθετα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, του εμπορίου και της σχετικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από σχετική αγόρευσή [17] του στη βουλή που έλαβε χώρα κατά το 1894.

Στο πολιτικό πεδίο, εκτός από τη μακρά κοινοβουλευτική θητεία του, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ανέλαβε και καθήκοντα υπουργού. Σε μια εσωτερική πολιτική κρίση που κορυφώθηκε κατά τον Φεβρουάριο του 1892, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αναζητώντας μια πιο ικανοποιητική σύνθεση στο κυβερνητικό σχήμα, ουσιαστικά προχώρησε στην αποπομπή της κυβέρνησης του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Δεδομένου ότι οι επιλογές του ήταν λίγες και τα περιθώρια συνεργασίας του με τις επικρατούσες πολιτικές δυνάμεις της εποχής περιορισμένα, ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο που αποδέχθηκε την πρόταση. Το συγκεκριμένο, μεταβατικό, κυβερνητικό σχήμα ανέλαβε την εξουσία στις 14 Φεβρουαρίου 1892 και παρά τη βραχύβια πορεία του γνώρισε μεταβολές [18]. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού παιδείας και εκκλησιαστικών [19]. Στο πλαίσιο της υπουργικής θητείας [20] του εκτιμάται ότι διακρίθηκε, επιδεικνύοντας ξεχωριστές διοικητικές ικανότητες. Η μεταβατική κυβέρνηση που σχηματίστηκε ύστερα από την επεισοδιακή αποπομπή του Θεόδωρου Δηλιγιάννη προχώρησε στην προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, οι οποίες διενεργήθηκαν στις αρχές Μαΐου του 1892.

Το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου για την εκπαίδευση, την ιστορία, τη γεωγραφία υπήρξε έντονο και εκφράστηκε και μετά το τέλος της υπουργικής θητείας του. Κατά το 1894 επιλέχθηκε ως μέλος μιας κριτικής επιτροπής που ασχολήθηκε με την αξιολόγηση διδακτικών εγχειριδίων γεωγραφίας, τα οποία προορίζονταν για τα δημοτικά σχολεία και τα γυμνάσια [21]. Στη βάση της εν λόγω διαγωνιστικής διαδικασίας και κρίσης των διδακτικών βιβλίων, κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκαν σχετικές εκθέσεις του. Η διενέργεια του διαγωνισμού φαίνεται ότι προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις στο δημόσιο πεδίο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε ένα πόνημα του Δημήτριου Παπαθεοδώρου, που απευθυνόταν προς το υπουργείο εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως και στρεφόταν εναντίον των κριτών των διδακτικών εγχειριδίων της ιστορίας και της γεωγραφίας [22]. Ο προβληματισμός και ο έντονος δημόσιος διάλογος αναφορικά με τις διαδικασίες επιλογής και διάθεσης των διδακτικών βιβλίων απασχολούσε την κοινή γνώμη της εποχής ήδη από την οθωνική περίοδο [23].

Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 1909 η έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου συνεισέφερε στην αποκατάσταση της ισορροπίας και στην προώθηση εθνικών θεμάτων σημασίας. Εξελίξεις όπως η ανάδυση και η εδραίωση του συνασπισμού του, η συνταγματική αναθεώρηση, ενθάρρυναν τη σταδιακή επικράτηση ανανεωμένων συσπειρώσεων που εξέφραζαν τις νέες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές δυνάμεις [24]. Για άλλη μια φορά, η ανάγκη υλοποίησης βασικών στόχων της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής, οι επιμέρους ιδιαίτερες συνθήκες και οι ευρύτερες συγκυρίες υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να εμπλακεί σε πολεμικές προπαρασκευές και διεργασίες. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποδείχθηκαν κερδοφόροι για το ελληνικό κράτος, εφόσον συνέβαλαν στη σημαντική επέκταση της επικράτειάς του. Ωστόσο, μετά το 1915 άρχισε να διαφαίνεται η προβληματική συνύπαρξη Ελευθέριου Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου [25]. Οι εξελίξεις οδήγησαν σε νέα κρίση, σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις που δεν ευνόησαν τις κρίσιμες επιχειρήσεις και τη διευθέτηση σημαντικών θεμάτων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, καταλήγοντας στη Μικρασιατική καταστροφή που εγκαινίασε μια νέα εποχή.

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος κατέλαβε σημαντικές θέσεις και κρατικά αξιώματα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Συνεργάστηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο καθώς κατά τα έτη 1910-1911 υπηρέτησε ως νομάρχης Αττικοβοιωτίας [26]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο κρίσιμων μετασχηματισμών στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό πεδίο κατά τις 8 Αυγούστου 1910 διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για την ανάδειξη της πρώτης αναθεωρητικής βουλής [27]. Τα λεγόμενα παλαιά κόμματα διατήρησαν την πλειοψηφία. Ωστόσο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκλέχθηκε πρώτος στην Αττικοβοιωτία, με υπολογίσιμο ποσοστό. Ανέλαβε την εξουσία στις 6 Οκτωβρίου 1910. Προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του ενθάρρυνε τη διεξαγωγή νέων εκλογών που έλαβαν χώρα στις 18 Νοεμβρίου 1910. Οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν, σηματοδοτώντας μεταξύ άλλων μια σημαντική ανανέωση του πολιτικού δυναμικού της χώρας. Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος διορίστηκε νομάρχης στην ίδια περιφέρεια επιρροής του Ελευθέριου Βενιζέλου καταδεικνύει τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των δύο ανδρών.

Σημειώνεται ότι μετά το 1899, στη βάση μιας ανασυγκρότησης της διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας της χώρας, η θέση του νομάρχη ενισχύθηκε σημαντικά [28]. Πλαισιωμένος και από άλλα στελέχη δεν αποτελούσε απλώς διοικητικό όργανο αλλά και εποπτικό μέσο για την κεντρική κυβερνητική αρχή. Επιπρόσθετα, ο Κωνσταντίνος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και στο έργο της στρατιωτικής προπαρασκευής κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων. Καταγράφεται ότι πρωτοστάτησε στην «Πανελλήνια Ένωση» της Αμερικής κατά το 1912 [29]. Η αξιοσημείωτη μεταναστευτική κίνηση που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1902-1922 προς το εξωτερικό προβλημάτισε την ελληνική κυβέρνηση της εποχής. Στο πλαίσιο ενίσχυσης της βενιζελικής παράταξης αλλά και υποστήριξης των εθελοντών που θα λάμβαναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, οργανώθηκαν ποικίλες εκδηλώσεις, συλλογικότητες και συγκεντρώσεις. Στις ΗΠΑ η οργάνωση «Πανελλήνιος Ένωσις» [30] δραστηριοποιήθηκε έντονα ώστε η ομογένεια να ενισχύσει το πολεμικό εγχείρημα των ετών 1912-1913, καθώς η επιστράτευση συγκέντρωσε και πολλούς εθελοντές από το εξωτερικό.

Τονίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά το 1833 έως και τις τελευταίες δεκαετίες της περιόδου, η κοινωνική πραγματικότητα [31] στο ελληνικό κράτος προσδιορίστηκε από ορισμένα ευδιάκριτα στοιχεία. Η παραγωγική, οικονομική δυναμική εξακολουθούσε να εδράζεται εν πολλοίς στον πρωτογενή τομέα. Η πορεία της αστικοποίησης κατά τα δυτικά πρότυπα διαφοροποιήθηκε, ανάλογα με την επιμέρους μορφολογία και ιδιαιτερότητα των κυριότερων οικιστικών κέντρων. Η δημογραφική, πληθυσμιακή δυναμική και αύξηση, αισθητή ιδιαίτερα μετά το 1870, διαφοροποιήθηκε επίσης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Οι ιδεολογικοί, πνευματικοί, πολιτισμικοί προσανατολισμοί σταδιακά άρχισαν να μεταβάλλονται υπό την επίδραση ποικίλων, τοπικών και ευρύτερων, τάσεων και ζητημάτων, όπως του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού, της γλωσσικής ανασυγκρότησης, της θρησκευτικής οργάνωσης, των σχέσεων με την ελληνική αρχαιότητα και τη Δύση. Στη βάση των εν λόγω πολυσυνθέτων μετασχηματισμών, μια νέα κοινωνική ομάδα [32] δείχνει να αναδύεται, αποτελούμενη από πολίτες που προσδιορίζονται από ένα συγκεκριμένο, ανεπτυγμένο μορφωτικό υπόβαθρο καθώς και από μια διάθεση δυναμικής συμμετοχής στα κοινά και ειδικά στο πολιτικό πεδίο. Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας σημαντικής, πολυσχιδούς παρουσίας.

Το έντονο ενδιαφέρον του για τα κοινά και τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο δεν εξαντλήθηκε στο πολιτικό πεδίο, καθώς ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα και σε άλλους τομείς. Πρωτοστάτησε στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας και διετέλεσε μέλος της κεντρικής επιτροπής της καθώς και πρόεδρός της [33]. Παράλληλα, λάμβανε ενεργά μέρος στις εργασίες της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος [34]. Επίσης, κατά το 1873 καταγράφεται ως τακτικό και ενεργό μέλος του αρχαιότερου πολιτιστικού συλλόγου της Αθήνας, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» [35]. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε φιλότεχνος, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, γεγονός που καταδεικνύεται και μέσα από τη συμμετοχή του στην «εν Αθήναις Εταιρεία των Φιλοτέχνων». Κατά τα 1898, καταγράφεται ότι υπήρξε μέλος του νέου διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου [36] που συστάθηκε με σκοπό την προστασία και την ανάδειξη των καλών τεχνών στη χώρα. Κατά το 1898 ο σύλλογος ουσιαστικά ανασυγκροτήθηκε και μετονομάστηκε σε εταιρεία [37]. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ειδικά κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου πολιτικά πρόσωπα κύρους πρωτοστατούσαν στη συγκρότηση ποικίλων συλλόγων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εργασίες, η πορεία και η εξέλιξη των εν λόγω συλλογικοτήτων προσδιορίζονταν καθοριστικά από τη συμμετοχή τους [38].

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την υποστήριξη της αθλητικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας μέρος σε ένα από τα σημαντικότερα αθλητικά σωματεία της Αθήνας. Υπήρξε μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου από το 1893 και διετέλεσε πρόεδρός του επί σειρά ετών (1900-1912, 1914-1924) [39]. Επίσης, υπήρξε μέλος του «Ομίλου των Ποδηλατών» που έδρευε στην Αθήνα [40]. Επιπρόσθετα, έλαβε μέρος και στην επιτροπή «προς παρασκευή αθλητών» [41] των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν κατά το 1896. Στις διαθέσιμες πηγές καταγράφεται επίσης και η ενασχόλησή του με θέματα προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας [42]. Στα τέλη του 1901 στο πλαίσιο ανακαλύψεων γεωλογικού, αρχαιολογικού χαρακτήρα που έλαβαν χώρα στα όρια Γορτυνίας-Μεγαλόπολης, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του εν λόγω «επιφανούς και φιλομαθεστάτου πολιτευτού» [43].

Το ενδιαφέρον του για την ιστορία εκδηλώθηκε έντονα από τα τελευταία έτη των σπουδών του, μέσα από τη συγγραφή και έκδοση ποικίλων έργων. Κατά το 1873 η ιστορική πραγματεία του «Οδυσσεύς Ανδρούτσος», που αναγνώσθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», εκδόθηκε από το τυπογραφείο του «Παρθενώνος». Πρόκειται για έργο που έτυχε καλής υποδοχής [44]. Ως τελειόφοιτος της νομικής συνέγραψε την ιστορική πραγματεία «Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821» που κυκλοφόρησε το 1874 στην Αθήνα και διατέθηκε από τον βιβλιοπώλη Β. Ν. Νάκη. Πρόκειται για έργο που το αφιέρωσε στη νεολαία της Ελλάδας. Στα προλεγόμενα της έκδοσης σημείωνε: «Αδελφή Νεότης, την σελίδαν ταύτην της λαμπράς ιστορίας Μεγάλης Πατρίδος αφιερών εις Σε, εύχομαι ίνα δυνηθώμεν και ημείς συνεχίζοντας το έργον των ημετέρων προγόνων, να διαπράξωμεν αντάξια εκείνων και ευτυχήσωμεν να ίδωμεν περαιούμενον το μέγα της Ελληνικής ενότητος σχέδιον» [45]. Την ίδια εποχή (1874) καταγράφεται ως εκδότης του ιστορικού διηγήματος «Έλλην πειρατής» του Στέφανου Ξένου, που κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο των αδελφών Βαρβαρίγου. Τον Δεκέμβριο του 1880, στην Αθήνα, με την ιδιότητα του «διδάκτορος τα νομικά» ολοκλήρωσε το έργο του «Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις». Το πόνημά του επικεντρωνόταν στην πραγμάτευση ζητημάτων δικαιοσύνης στην αρχαία ελληνική ιστορία [46] και κυκλοφόρησε κατά το 1881 από το τυπογραφείο του «Παρνασσού».

Κατά το 1883 ο Κωνσταντίνος μετέβη στο Μόναχο, προκειμένου να μετεκπαιδευτεί. Με αφορμή την παραμονή στην περιοχή που τον εντυπωσίασε και  την επέτειο της πεντηκονταετηρίδας από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, στις 25 Ιανουαρίου 1883 ολοκλήρωσε το έργο [47] του «Παρά του τάφου του Βασιλέως Όθωνος: εν δάκρυ ευγνωμοσύνης», που κυκλοφόρησε κατά το ίδιο έτος. Πρόκειται  για έργο που αφιέρωσε στον αδερφό του Αλέξανδρο.

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, ο Κωνσταντίνος ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στην κοινωνική, πολιτιστική ζωή, στο δημόσιο βίο της εποχής του. Κατά το 1893, ένα μακροσκελές σύγγραμμά του κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Επρόκειτο για κείμενο που εκφώνησε στις αρχές του έτους, στην εταιρεία «Ελληνισμός» [48], με τον τίτλο «Οι χίλιοι Πλαταιείς εν Μαραθώνι». Με αφορμή τη δραστήρια συμμετοχή του στο έργο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας, κατά το 1900 εκδόθηκε στην Αθήνα ένα κείμενο απολογιστικού χαρακτήρα με τίτλο «Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως». Ο συντάκτης εξιστορούσε τα όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της σχετικής εορτής στην οποία ο Κωνσταντίνος έλαβε μέρος ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και μέλος της επιτροπής «επί της αναστηλώσεως μνημείου της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης». Απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της εταιρείας Ιωάννη Μ. Μπόταση [49]. Ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας έως το τέλος της ζωής του. Κατά το 1919 δημοσιεύτηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο Ι. Βάρτσου) η μονογραφία του «Το Βυζάντιον» που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Κατά το 1920 κυκλοφόρησε επίσης στην Αθήνα, από το ίδιο τυπογραφείο, το έργο του «Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2.577 έτη».

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «Περιήγησις εις τον Πόντον», 1903.

Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γεωγραφία και τις περιηγήσεις [50], στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από το συγγραφικό έργο του.  Αναφορικά με αυτή την κατηγορία πονημάτων του, κατά το 1882 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα (εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού») το έργο του «Απ’ Αθηνών εις Βώλον. Εντυπώσεις». Επρόκειτο ουσιαστικά για μια ανατύπωση αποσπάσματος από τον έκτο τόμο του περιοδικού «Παρνασσός».  Κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το περιηγητικό έργο του «Εις τον Αδριατικόν κόλπον: Σημειώσεις ταξιδιού». Το 1903 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το πόνημά του «Περιήγησις εις τον Πόντον» (εκ του τυπογραφείου «Κράτους»). Κατά το 1911 εκδόθηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο «Εστία» και την Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία) το έργο «Αι ελληνικαί νήσοι» που συνέγραψε μαζί με τον Γ. Ι. Κρίτσα. Τέλος, κατά το 1919 κυκλοφόρησε στην Αθήνα (από το εθνικό τυπογραφείο) μια έκδοση που αναφερόταν στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας (Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία: Ιστορικόν σημείωμα, διασάφησις, επίκλησις, καταστατικόν).

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος δεν επιδόθηκε μόνο στη συγγραφή ιστορικών μελετών αλλά και στη δημοσιογραφική εργασία. Μετά το 1883, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ύστερα από την ολοκλήρωση της μετεκπαίδευσής του στο Μόναχο, ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη και διευθυντή της «Επιθεωρήσεως» [51]. Η έκδοση διαμορφώθηκε με προτροπή του πατέρα του. Εκτιμάται ότι το έντυπο προσδιορίστηκε από μετριοπαθή λόγο, κόσμιο ύφος και σεβασμό προς τους πολιτικούς αντιπάλους, σε μία εποχή διάχυτης πολιτικής έντασης και αντιπαραθέσεων. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι κείμενά του δημοσιεύονταν σε ποικίλες περιοδικές εκδόσεις της εποχής. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μελέτες του «Άρειος Πάγος, παρακμή και τέλος» (Παρνασσός, σύγγραμμα περιοδικόν, τ. Ε΄, Αθήνα 1881, σ. 50-60), «Άρειος Πάγος» (Εστία, αρ. 267, έτος ΣΤ΄, τ. 11ος, Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1881). Δηλωτικό της στενής συνεργασίας που είχε αναπτύξει με τον πατέρα του Νικόλαο αλλά και του έντονου ενδιαφέροντός του για την επικαιρότητα της εποχής και τα κοινά είναι το έργο του «Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον». Η έκδοση περιλάμβανε μία συγκεντρωτική ανατύπωση τριών εκ των οκτώ επιστολών του Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου που είχαν δημοσιευθεί στις εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τον μεγάλο σεισμό που έπληξε το νησί της Χίου στις 22 Μαρτίου/3 Απριλίου 1881. Ο ίδιος έσπευσε στην περιοχή για να εκτιμήσει το μέγεθος της καταστροφής, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες των κατοίκων και να προχωρήσει στις σχετικές εισηγήσεις προς τον πατέρα του, ο οποίος εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως υπουργός των εσωτερικών. Το πόνημα αφιερώθηκε σε όσους ήταν πρόθυμοι να συνδράμουν «υπέρ των εκ του σεισμού της Χίου θυμάτων» [52] και κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του «Εθνικού Πνεύματος».

Υπογραμμίζεται ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε έντονα και για θρησκευτικά [53], γλωσσικά [54], πολιτισμικά ζητήματα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το γλωσσικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, εκφράζοντας ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτισμικές ανησυχίες, σχετικούς προβληματισμούς αλλά και μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας της εποχής [55]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αγόρευσή [56] του στη βουλή κατά το 1902, αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα και τις μεταφράσεις του Ευαγγελίου, με αφορμή τα «Ευαγγελικά» και τη σοβαρή πολιτική κρίση που εκδηλώθηκε και συνδέθηκε με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Κατά το 1906 δημοσιεύθηκε η μονογραφία του «Αι τρεις εικόνες της Παναγίας υπό του Αποστόλου Λουκά», η οποία ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Την ίδια χρονιά μερίμνησε για τη δημοσίευση του έργου «Ανάμνησις εκ της ερήμου του Σινά: απόσπασμα εκ του φιλολογικού και κοινωνικού ημερολογίου της δεσποινίδος Χατζηαράπη, του έτους 1906». Η μονογραφία που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος κυκλοφόρησε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του «Κράτους». Ύστερα από δύο χρόνια, κατά το 1908, κυκλοφόρησε στην Αθήνα μια έκδοσή του, ταξιδιωτικού περιεχομένου, με τίτλο «Πρόχειρος περιγραφή του όρους Σινά». Κατά το 1917 εκδόθηκε μια συλλογή με τίτλο «Ανέκδοτα έγγραφα και επιγραφαί της εν τω Όρει Σινά Μονής» (τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου). Τέλος, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του (κατά το 1932), με φροντίδα του Αρχιεπισκόπου Σινά Πορφυρίου Γ΄ δημοσιεύθηκε στην Αθήνα η έκδοσή του «Η μονή του όρους Σινά»,

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος υπήρξε ένας διακεκριμένος πολιτικός της εποχής του. Συνεχίζοντας την πολιτική πορεία του πατέρα του, διακρίθηκε για την ευρυμάθεια, τη μετριοπάθεια, τη ρητορική δεινότητά του. Αντιπροσώπευσε επάξια και επανειλημμένα την ιδιαίτερη πατρίδα του στο κοινοβουλευτικό πεδίο, όπου κέρδισε τον σεβασμό, την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συναδέλφων του. Παράλληλα, υπηρετώντας και σε άλλες σημαντικές θέσεις κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων για την κατοπινή πορεία και εξέλιξη του κράτους, προσέφερε σημαντικό έργο για την προώθηση θεμάτων εθνικής σημασίας. Η κοινωνική δραστηριότητά του υπήρξε έντονη καθώς έλαβε μέρος σε πληθώρα συλλογικοτήτων, συλλόγων, σωματείων της εποχής. Μέσα από τη συγγραφική, δημοσιογραφική εργασία του κληροδότησε ενδιαφέρουσες μελέτες και αξιόλογα συγγράμματα. Στο πλαίσιο της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής δραστηριότητάς του επέδειξε ένα προοδευτικό, ανεξάρτητο πνεύμα, παραμένοντας αφοσιωμένος στην πρόοδο του εντός και εκτός των συνόρων ελληνισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[2] Ό. π., σ. 13-14.

[3] Ό. π., σ. 24-27.

[4] Β. Κ. Τσαγγάρης, Εθνικόν Λεύκωμα, Η Βουλή των Ελλήνων της ΙΗ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1908, σ. 81-82˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)˙ «Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος εν Αμερική», Το Άστυ, τεύχος 44, Αθήνα 20 Ιουλίου 1886, σ. 7.

[5] Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την ΙΓ΄ Πρυτανείαν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1873, σ. 81.

[6] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Ίδρυμα της Βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σ. 256-258.

[7] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[8] Μητρώο πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1986, σ. 146-147, 262-263.

[9] Εφημερίδα «Τεγέα, φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[10] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής της Γ΄ συνόδου της  ΙΑ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1888, σ. 25, 605, 271.

[11] Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εγχειρίδιον βολής των πυροβόλων ερανισθέν προς χρήσιν των υπαξιωματικών του Πυροβολικού της ξηράς και της θαλάσσης, Αθήνα 1889˙ Αγόρευσις Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς περί στρατιωτικής αστυνομίας και στρατού εν γένει κατά την συνεδρίασιν της 4 Ιανουαρίου 1895, Αθήνα 1895.

[12] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[13] Βλ. σχετικά Εκθέσεις επί των Ναυτικών Νομοσχεδίων των υποβληθέντων εις την Βουλήν κατά την Β΄ Σύνοδον της ΙΔ΄ περιόδου και παρατηρήσεις περί του Πολεμικού και Εμπορικού Ναυτικού, υπό Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Μέλους της Επιτροπής επί των Ναυτικών, Αθήνα 1896.

[14] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[15] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895).

[16] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[17] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις επί του σταφιδικού νομοσχεδίου κατά την συνεδρίασιν της 11 Φεβρουαρίου 1894, Αθήνα (χ. ε.) 1894.

[18] Σοφία Μπελόκα, Πολιτικά πρόσωπα της Αρκαδίας: Κωνσταντίνος Π. Κωνσταντόπουλος (1832-1910), Αθήνα 2018, σ. 40-41.

[19] Τρύφων Ευαγγελίδης, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 684˙ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς-Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Οι πολιτικές εξελίξεις από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα 1977, σ. 14-39.

[20] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[21] Βλ. σχετικά Διαγωνισμός των διδακτικών βιβλίων, Εκθέσεις Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου εισηγητού της ΣΤ΄ επιτροπείας επί των γεωγραφιών των δημοτικών σχολείων και της Β΄ τάξεως των γυμνασίων, Αθήνα 1894.

[22] Βλ. Δημήτριος Παπαθεοδώρου, Καταγγελία προς το υπουργείον των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά των κριτών των διδακτικών βιβλίων της ιστορίας και γεωγραφίας Σ. Π. Λάμπρου, Ν. Γ. Πολίτου και Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Αθήνα 1894.

[23] Σοφία Μπελόκα, Η πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 2017, σ. 683-684.

[24] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Οι πολιτικές εξελίξεις. Από το Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[25] Ό. π., σ. 18-30.

[26] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[27] Γιώργος Μαυρογορδάτος, ό. π., σ. 11-12˙ Ηλίας Νικολακόπουλος, «Οι εκλογές 1910-1920. Ελευθέριος Βενιζέλος: Από το θρίαμβο στην ήττα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 31-32.

[28] Ήβη Μαυρομουστακάτου, «Πολιτικοί θεσμοί. Η οργάνωση της διοίκησης 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 50.

[29] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[30] Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1909-1922», Ιστορία του Νέο Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 324, 327-328.

[31] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 448-454˙ Κωνσταντίνος Δημαράς, «Η κληρονομιά των περασμένων, οι νέες πραγματικότητες, οι νέες ανάγκες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 455-484.

[32] Κωνσταντίνος Δημαράς, ό. π., σ. 461-466.

[33] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, «Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος και η ανάπτυξη της γεωγραφίας στην Ελλάδα», Πρακτικά, 9ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 4-6 Νοεμβρίου 2010 (www.gisc.gr, προσπελάσιμο: 29 Νοεμβρίου 2018), σ. 313-314.

[34] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1900.

[35] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ιστορική πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω «Παρνασσώ» τη 25η Φεβρουαρίου 1873, Αθήνα 1873.

[36] Καταστατικόν της εν Αθήναις Εταιρείας των Φιλοτέχνων, Αθήνα, 19 Σεπτεμβρίου 1898.

[37] Ό. π., σ. 234, 240.

[38] Ευθυμία Μαυρομιχάλη, «Οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)», Μνήμων, τόμος 23ος, Αθήνα 2001, σ, 221-267 και ειδικότερα σ. 230.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922), Αθήνα 1997, σ. 248.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218˙ Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Τα αναμνηστικά γραμματόσημα. Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την συνεδρίασιν της 15 Ιουλίου 1895, Αθήνα 1896.

[40] Καταστατικόν του Ομίλου των Ποδηλατών, τυπογραφείο Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1891.

[41] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218.

[42] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την Συνεδρίαν της 7 Φεβρουαρίου 1896 υπέρ του Π. Καββαδία, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων και Μουσείων εις απάντησιν του κ. Σπυρίδωνος Στάη, Αθήνα 1896.

[43] Τάκης Κανδηλώρος, Αρκαδική Επετηρίς, τεύχος πρώτο, Αθήνα 1903, σ. 155-156.

[44] Βλ. Αναστάσιος Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Η΄, Αθήνα 1876, σ. 126.

[45] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήνα 1874, σ. 6-1.

[46] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις, Αθήνα, εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού», 1881, σ. 5-15. Ο συγγραφέας αφιέρωσε το έργο του στον Νικόλαο Ι. Δημαρά, υφηγητή του ρωμαϊκού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

[47] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Παρά τον τάφον του βασιλέως Όθωνος. Εν δάκρυ ευγνωμοσύνης, τύποις Γ. Δρουγουλίνου, Λειψία 1883, σ. 5-6.

[48] Η εταιρεία ιδρύθηκε νόμιμα κατά τα 1892, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια ποικίλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας της εποχής αναφορικά με κυβερνητικές, διοικητικές, δημοσιονομικές επιλογές και πρακτικές. Βλ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία, Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους 1821-1897 (http://www.ime.gr/chronos/12/gr/ 1833_1897/foreign_policy/language/04.html, προσπελάσιμο: 30 Νοεμβρίου 2018)˙ Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ως τα 1913, σ. 36-37.

[49] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα 1900, σ. 3-6.

[50] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, ό. π., σ. 316-317.

[51] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[52] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον, ανατύπωσις εκ της «Εφημερίδος», Αθήνα 1881, σ. 6-8.

[53] Σε ένα από τα δημοσιευμένα έργα του, στα προλεγόμενα τονίζεται «η βαθεία, η πεφωτισμένη, η ανυπόκριτος του συγγραφέως ευσέβεια» καθώς και η πολυμάθειά του, η ορθή κρίση του. Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήνα 1903, σ. 9-10.

[54] Κωνσταντίνος Κασίνης, «Η μετάφραση ως καταλύτης της δημιουργίας εθνικής φιλολογίας», Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα: Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις, επιμέλεια Παντελής Βουτούρης-Γιώργος Γεωργής, Αθήνα 2006, σ. 156.

[55] Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 179-186.

[56] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις εν τη βουλή κατά την συνεδρίασιν της 29 Ιανουαρίου 1902: περί μεταφράσεων του Ευαγγελίου και περί του γλωσσικού ζητήματος, (χ. τ., χ. ε.), 1902.

 

© Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας

 Φεβρουάριος 2019

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Σταμάτης Αδριανού Μήτσας –  «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»


 

Σταμάτης Μήτσας: ζωγραφική σε ξύλο, έργο του Γιάννη Διαμαντάκη.

Με αφορμή την επέτειο των 145 χρόνων από τον θάνατο του Ερμιονίτη Ήρωα της επανάστασης του 1821 και στη συνέχεια Συνταγματάρχη της φάλαγγας και βουλευτή της επαρχίας Ερμιονίδος καπετάν Σταμάτη Αδριανού Μήτσα (1800 – 27 Φεβρουαρίου 1874), δημοσιεύουμε «το ακόλουθο σύντομον μεν αλλ’ εκφραστικότατον λογίδριον» δείγμα ήθους, θάρρους και παρρησίας του άνδρα! Καθώς νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν, μένουμε στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα.

«Η ιστορία διεφύλαξε την ομιλίαν του χωρικού του Δουνάβεως επί των Αυτοκρατόρων της Ρώμης. Του ατρομήτου Μίτσα η συνηγορία υπέρ του Κολοκοτρώνη σύντομoς μεν αλλ’ εκφραστική έχει τύπους καλλονής υψίστους. Την 15 Δεκεμβρίου προκειμένης της εκλογής Καρυταίνης παρέστη εις το βήμα της Βουλής ο Ταγματάρχης Μίτσας, Βουλευτής Ερμιονίδος, ανήρ αναστήματος μεσαίου, έχων στέρνα πλατύτατα, μύστακας πηχηαίους, βλέμμα βλοσυρόν και πλήρες ζωής, κόμην μακράν, ως των ηρώων της Ιλιάδος και φέρων τα ενδύματα του πολέμου, την φουστανέλαν και το φέσιον· εξήγαγε το κάλυμμα της κεφαλής, εζήτησε πρώτος τον λόγον· είπεν ότι ολίγα ομιλήσει περί της αποκλείσεως του Κολοκοτρώνου από της Βουλής· και έπειτα είπε ταύτα:

Κύριοι! Εγώ και τους Δελιγιαναίους γνωρίζω, και γέρους και νέους, και εις τον Πλαπούτα και τον Κολοκοτρώνην έχω μεγάλο σέβας. Πέρσι όμως θυμάστε ότι μας έφεραν ένα νομοσχέδιον δια το κριθάρι των ίππων μερικών αγωνιστών. Τότε ήλθεν εις τον ύπνο μου ο Γέρος της Πελοποννήσου με πλήθος αγωνιστάς σκοτωμένους και λαβωμένους, και μου είπε:

  • Γιατί δεν μας δίδετε κ’ εμάς το ταΐνι μας; Γιατί μας λησμονήσετε τόσω γλήγορα;
  • Τι φταίμ’ εμείς, αρχηγέ; Αυτός που τα μοιράζει φταίει.
  • Αμ’ πούθεν είν’ αυτός;
  • Να, ένας Φράγκος, πού ξέρω ’γω.

Τότε μ’ εκύτταξε λυπημένος, και εθύμωσε κ’ έφυγε. Τώρα φοβούμαι πάλι μην έλθη και μ’ ερωτήση:

  • Εδώ κάνετε Βουλή δια την Πατρίδα· πώς δεν βλέπω και κανέναν από τη φάρα μας; Πρώτα επροφασίζουσουν ότι ο υπουργός ήτο ξένος· τώρα πού είναι ο Μιαούλης, ο Μπότσαρης, ο Ζαΐμης, ο Κουντουριώτης, ο συναγωνιστής Ρήγας και άλλοι, γιατί δεν βλέπω και κανένα Κολοκοτρώνη μαζί σας;

Λέγω να του αποκριθώ ότι δεν έχει ψήφους στον τόπο του. Όμως φοβούμαι μη μου ειπή:

  • Αμ’ πως εις το Βαλτέτσι είχαμε ψήφους για θάνατο ή ζωή· Στην Πάτρα είχαμε όταν τσακίσαμε τον Κακλαμάν-Πασσά, κ’ εφώναξαν οι Τούρκοι: «Ραι, Κολοκοτρώνη!» Πώς στο χαλασμό του Δράμαλη με 32.000 Τουρκιά είχαμε ψήφους· εις του Μπραϊμη είχαμε, και τώρα δεν έχομε;

Τι να του αποκριθώ τότε, Κύριοι; Στο κίνημα του 1854 άμα εφθάσαμε στον Αρμυρό, αμέσως οι Τούρκοι για τον Κολοκοτρώνη μ’ ερώτησαν, και ένας-ένας μου έλεγε:

  • Ήλθε κανένας από τη φάρα του;
  • Σας λέγω λοιπόν, ότι δεν μας κάμει τιμήν να μην ήναι στη Βουλή και κανένας Κολοκοτρώνης, και όπως θέλετε κάμετε.

 

Τα δάκρυα συνώδευσαν την ειλικρινή ταύτην και Ομηρικήν ομιλίαν του γέροντος τούτου στρατιώτου, αναμνησθέντος της εποχής του αγώνος. Η Βουλή συνεκινήθη σύμπασα!»

Σημ. Ο δεύτερος Βουλευτής Ερμιονίδας σ’ εκείνη τη βουλευτική περίοδο ήταν ο Ανδρέας Ζέρβας από το Κρανίδι.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »