Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Τα ξενικά κόμματα από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως τον Κριμαϊκό πόλεμο. Από την ακμή στην εξαφάνιση – Τηλέμαχος Καλομοίρης, Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός


Σκοπός της εισήγησης είναι η ανάδειξη του ρόλου των λεγόμενων ξενικών κομμάτων στην πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους, από την ίδρυσή του μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο και την παρακμή τους. Θα αναφερθούν ακροθιγώς οι σημαντικότεροι σταθμοί της εξέλιξης των κομμάτων. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 επιδιώχθηκε η εγκαθίδρυση  ενός κράτους δυτικού τύπου. Κατά την πρώτη δεκαετία διακυβέρνησης του Όθωνα, το πολιτικό σύστημα βασιζόταν στη βασιλική απολυταρχία. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αρχίζει η περίοδος της Συνταγματικής Μοναρχίας. Μετά από τον Κριμαϊκό πόλεμο τα ξενικά κόμματα έχασαν την λαϊκή τους επιρροή και παρήκμασαν.

  1. Οι πολιτικές παρατάξεις κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία

Για την κατανόηση της λειτουργίας των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, κατά την περίοδο πριν την ανεξαρτησία, είναι απαραίτητο να διερευνηθούν τα συστήματα σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων των υπόδουλων Ελλήνων. Κυρίαρχο σύστημα, που καθόριζε τη δομή των παραπάνω σχέσεων, μπορεί να θεωρηθεί αυτό της «προστασίας». Τη βάση ολόκληρου του συστήματος αποτελούσε η οικογένεια, στην οποία περιλαμβάνονταν οι επιγαμίες, οι υιοθεσίες, οι κουμπαριές και οι «αδελφοποιτοί» [1]. Μία οικογένεια μπορούσε να αναζητήσει την «προστασία» μίας πιο ισχυρής και πλούσιας οικογένειας. Αυτή η εξάρτηση της μίας οικογένειας από την άλλη δημιουργούσε ενώσεις, τις «φατρίες». Η «φατρία» είχε τοπικό χαρακτήρα κατά την προεπαναστατική περίοδο και δεν διεπόταν από κάποιο ιδεολογικό χαρακτήρα ούτε μπορεί να χαρακτηριστεί ως κόμμα, με τη σημερινή έννοια του όρου.

  1. Η δημιουργία του καποδιστριακού κόμματος

Νεανικό πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια, Ελαιογραφία Αγνώστου, Μητροπολιτικό Μέγαρο Κέρκυρας.

Τον Ιανουάριο του 1828, έφτασε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Καποδίστριας επιδίωξε να συνενώσει κάποιες από τις «φατρίες», για να δημιουργήσει έναν δικό του κομματικό μηχανισμό, χρησιμοποιώντας την κρατική μηχανή. Το κόμμα ονομαζόταν συνήθως «κυβερνητικό» ή των «Ναπαίων» (πιθανόν πήρε αυτό το όνομα από κάποιον Κερκυραίο Νάπα, που ήταν ένθερμος οπαδός του Καποδίστρια). Κύριος πυρήνας του κόμματος ήταν η ρωσική «φατρία». Δύο θεωρούνται τα επιτεύγματα του Καποδίστρια σε σχέση με το κόμμα που δημιούργησε. Πρώτον, συνέστησε ένα κόμμα με ισχυρή συνοχή και δομή. Δεύτερον, το καποδιστριακό κόμμα αναπτύχθηκε σε εθνικό επίπεδο και κάλυπτε όλη την τότε ελληνική επικράτεια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το κόμμα επιβίωσε και μετά το θάνατο του Καποδίστρια. Ο Γάλλος πρεσβευτής στην Αθήνα Πισκατόρυ θεωρούσε ότι ο μοναδικός πολιτικός σχηματισμός, που έπρεπε να χαρακτηρίζεται ως κόμμα ήταν το «καποδιστριακό» [2].

  1. Οι «συνταγματικές» φατρίες

Από την άφιξη του Καποδίστρια και μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους λειτουργούσαν τέσσερις ισχυρές συνταγματικές φατρίες. Η πρώτη ομάδα είναι η «αγγλική», η δεύτερη η «γαλλική», η τρίτη η φατρία των Κουντουριωτών και η τέταρτη αυτή των Μαυρομιχαλαίων 3]. Οι παραπάνω «φατρίες», αν και διακρίνονταν για τον συνταγματικό και τον αντικαποδιστριακό τους προσανατολισμό, δεν κατάφεραν να συνενωθούν, ώστε να δημιουργήσουν ένα ενιαίο κόμμα. [4] Η «αγγλική» φατρία αποτελούνταν από εμπόρους, άρχοντες και προερχόμενους από τη Δύση Έλληνες, χωρίς να βασίζεται σε πελατειακές σχέσεις. [5] Αντίθετα, η «γαλλική» φατρία στηριζόταν κυρίως σε πελατειακές δομές, [6] όπου κυριαρχούσαν οι Ρουμελιώτες υπό τον Ιωάννη Κωλέττη, αλλά συμμετείχαν και άρχοντες από την Πελοπόννησο. [7]

  1. Η περίοδος της Αντιβασιλείας (1833-1835)

Την 30η Ιανουαρίου 1833, ο Όθωνας αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Κατόπιν, την 11η Ιουλίου 1833 ορίστηκαν τα μέλη της Αντιβασιλείας (ο κόμης Άρμανσμπεργκ, ο καθηγητής Μάουρερ και ο στρατηγός Έυδεκ). Ο Άρμανσμπεργκ τέθηκε επικεφαλής της Αντιβασιλείας. Είχε την φήμη του φιλελεύθερου στην πατρίδα του, την Βαυαρία. Είχε την υποστήριξη της Αγγλίας και της Γαλλίας. [8] Ο Μάουρερ ήταν εξαιρετικός νομομαθής. [9] Τέλος, ο Έυδεκ είχε έρθει στην Ελλάδα από το 1826 ως απεσταλμένος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Πολέμησε στον Αγώνα της ανεξαρτησίας και είχε ταυτιστεί με το κόμμα των ρωσόφιλων «Ναπαίων».

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Η Αντιβασιλεία τοποθέτησε σε όλες τις σημαντικές θέσεις Βαυαρούς. [10] Ακόμη και στον στρατό, όπου θα περίμενε κανείς να αποκατασταθούν οι αγωνιστές της Επανάστασης, κυριαρχούσαν οι Βαυαροί. Την 15η Απριλίου 1833 ορίστηκαν τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου (Σπυρίδωνας Τρικούπης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Γεώργιος Ψύλλας, Γεώργιος Πραΐδης και Ιωάννης Κωλέττης).

Στο Υπουργικό Συμβούλιο υπερείχαν οι εκπρόσωποι του «αγγλικού» κόμματος. Ο μοναδικός εκπρόσωπος του «γαλλικού» κόμματος ήταν ο Κωλέττης, ο οποίος ανέλαβε το δευτερεύον Υπουργείο των Ναυτικών.[11] Το «ρωσικό», όμως, κόμμα δεν εκπροσωπήθηκε καθόλου στο Υπουργικό Συμβούλιο.[12] Είχε υποστεί ήδη ισχυρό πλήγμα, όταν δεν τοποθετήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αρχηγός του στρατού, όπως αναμενόταν, και παραμερίστηκαν πολλά στελέχη του καποδιστριακού κόμματος.

Η Αντιβασιλεία έδειχνε ανησυχία για την αυξανόμενη ανάμιξη της Αγγλίας και της Ρωσίας στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Η Γαλλία θεωρήθηκε λιγότερο ανταγωνιστική δύναμη, σε σχέση με τις άλλες δύο, και ότι δεν προκαλούσε κινδύνους για τις ελληνικές υποθέσεις. Έτσι, η Αντιβασιλεία, με κύριο εκφραστή τον καθηγητή Μάουρερ, υποστήριζε το λεγόμενο «γαλλικό» κόμμα και τη γαλλική πολιτική στην Ελλάδα. [13]

Αντίθετα, όμως, από τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις της Αντιβασιλείας, τα κόμματα δεν υπέστησαν καίριο πλήγμα. Οι εκπρόσωποι του «ρωσικού» κόμματος στράφηκαν ανοιχτά κατά της Αντιβασιλείας, μέσω της εφημερίδας «Χρόνος», η οποία άσκησε αυστηρή κριτική στις αποφάσεις της Αντιβασιλείας, όπως για την κατάργηση των ατάκτων στρατιωτικών σωμάτων και το κλείσιμο μοναστηριακών κοινοτήτων. [14] Παράλληλα, το «ρωσικό» κόμμα συνέλεγε υπογραφές με σκοπό την αποστολή επιστολής προς τον Τσάρο Νικόλαο Α΄ (1825-1855) [15] ζητώντας την αποχώρηση της Αντιβασιλείας και την ανάληψη της εξουσίας αποκλειστικά από τον βασιλιά  Όθωνα. [16]

Η σημαντικότερη, όμως, «συνωμοσία», που είχε και δραματικότερες συνέπειες ήταν αυτή του Βαυαρού καθηγητή Φραντς, που εργαζόταν ως διερμηνέας για την Αντιβασιλεία. [17] Ο καθηγητής Φραντς, με την ανοχή, κατά πάσα πιθανότητα, του κόμη Άρμανσμπεργκ, συνέλεγε υπογραφές για την εκδίωξη των άλλων δύο μελών της Αντιβασιλείας, με σκοπό την ανάληψη της εξουσίας εξ ολοκλήρου από τον κόμη Άρμανσμπεργκ. [18] Το «ρωσικό» κόμμα υποστήριξε το κείμενο του καθηγητή Φράντς. Τα άλλα δύο, ωστόσο, μέλη της Αντιβασιλείας, έχοντας την πλειοψηφία, έδωσαν εντολή να εκδιωχθεί από την Ελλάδα ο καθηγητής Φράντς.

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Η δεύτερη απόφαση της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας ήταν η τραγικότερη: δόθηκε εντολή, τον Σεπτέμβριο του 1833, για την μυστική σύλληψη των επιφανεστέρων μελών του «ρωσικού» κόμματος, μεταξύ των οποίων ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο γιός του, Ιωάννης (γνωστός με το προσωνύμιο Γενναίος) Κολοκοτρώνης, ο Δημήτρης Πλαπούτας, ο Κίτσος Τζαβέλλας και άλλοι αγωνιστές. Κατόπιν, η Αντιβασιλεία, για να αποδυναμώσει την επιρροή και άλλων Ελλήνων πολιτικών, απέστειλε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη ως πρεσβευτή στην Αγγλία, τον Ανδρέα Μεταξά στο Κάιρο και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην Πρωσία και την Βαυαρία.

Με τον ανασχηματισμό, τον Οκτώβριο του 1833, ο Ιωάννης Κωλέττης ανέλαβε το Υπουργείο των Εσωτερικών και ο, επίσης, γαλλόφιλος Κωνσταντίνος Σχινάς το Υπουργείο της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης και ο Σχινάς αποδείχθηκαν φανατικοί αντίπαλοι του «αγγλικού», αλλά κυρίως του «ρωσικού» κόμματος, ενώ επιδίωξαν την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη. [19] Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η γαλλόφιλη εφημερίδα «Σωτήρ» αποφασίστηκε να οριστεί ως επίσημη κυβερνητική εφημερίδα και να τυπώνεται στο Βασιλικό Τυπογραφείο. Ο καθηγητής Μάουρερ έφτασε να χαρακτηρίζει το «γαλλικό» κόμμα ως «εθνικό» και θεωρούσε τον αρχηγό του, Ιωάννη Κωλέττη, τον δημοφιλέστερο πολιτικό της Ελλάδας εκείνη την χρονική περίοδο.

Τελικά, κάνοντας συνολική αποτίμηση της πολιτικής της Αντιβασιλείας απέναντι στα κόμματα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι τα μέλη της Αντιβασιλείας έπραξαν αυτό το οποίο ήθελαν, αρχικά, να καταπολεμήσουν: αναμίχθηκαν στις κομματικές διενέξεις της Ελλάδας και έλαβαν θέση υπέρ του «γαλλικού» κόμματος. [20]

Τον Ιούλιο του 1834, στάλθηκε από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, στη θέση του καθηγητή Μάουρερ, ο Κόμπελ και, του Άμπελ, που ήταν γραμματέας της Αντιβασιλείας, ο Γκράινερ. Αυτή η αλλαγή θεωρήθηκε νίκη της αγγλικής διπλωματίας.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αρχηγός του «αγγλικού» κόμματος, επιδίωκε την έκδοση αθωωτικής απόφασης στη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Κλωνάρης, που ανέλαβε την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, ήταν φίλος του «αγγλικού» κόμματος και φίλος του Μαυροκορδάτου. Συντόνισαν, με αυτό τον τρόπο, τα δύο κόμματα, το «αγγλικό» και το «ρωσικό», τη δράση τους εναντίον της πλειοψηφίας της Αντιβασιλείας.

  1. Η περίοδος κυριαρχίας του Άρμανσμπεργκ (1835-1837)

Μετά την αντικατάσταση των μελών της Αντιβασιλείας, δύο είχαν μείνει κυρίαρχοι στην ελληνική πολιτική σκηνή: ο κόμης Άρμανσμπεργκ και ο Ιωάννης Κωλέττης. Τον Μάιο του 1835 ο Όθωνας ενηλικιώθηκε. Ανέλαβε ο Άρμανσμπεργκ Αρχιγραμματέας. [21] Ο Άρμανσμπεργκ ευνοούνταν από την αγγλική διπλωματία, γιατί θεωρούνταν το καλύτερο αντίβαρο στην επέκταση της ρωσικής πολιτικής στην Ελλάδα. [22] Ο Μακρυγιάννης ονομάζει τον Άρμανσπεργκ «κατζελάριο» (καγκελάριο δηλαδή) της «αγγλικής» φατρίας. [23] Ο σκωτσέζος ιστορικός Τζορτζ Φίνλεϊ ισχυριζόταν ότι ο Άρμανσμπεργκ και ο Λάυονς κυβερνούσαν την Ελλάδα. [24] 

Ο Άρμανσμπεργκ, τον Ιανουάριο του 1837, διέλυσε το αντιπολιτευόμενο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, κατέστρεψε τα Πρακτικά του και καταδίκασε τον Μακρυγιάννη σε κατ’ οίκον περιορισμό. [25] Ο Μακρυγιάννης είχε στείλει επιστολή στον Όθωνα, ο οποίος βρισκόταν στην Βαυαρία, για να απομακρύνει τον Άρμανσμπεργκ και να αναλάβει ο ίδιος την εξουσία. [26] Τον Φεβρουάριο του 1837, ο Όθωνας απομάκρυνε τον Άρμανσμπεργκ και διόριζε τον Ιγνάτιο φον Ρούντχαρντ Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργό Εξωτερικών. [27] Ο Ρούντχαρντ, αν και πήρε κάποια ευνοϊκά μέτρα, προκάλεσε την αντιπαλότητα των κομμάτων, που περίμεναν να αναλάβει πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ένας Έλληνας, αλλά και του Άγγλου πρεσβευτή Λάυονς, καθώς θεωρήθηκε ότι είχε στενές σχέσεις με την Αυστρία. Τον Δεκέμβριο του 1837, παραιτήθηκε ο Ρούντχαρντ, [28] εξαιτίας διαφωνιών με τον ίδιο τον Όθωνα, ο οποίος εγκαθίδρυσε καθεστώς «πατερναλιστικής απολυταρχίας» σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ντάγκλας Ντέικιν. [29]  

  1. Η απόλυτη μοναρχία του Όθωνα (1838-1843)

Ο Όθωνας προσπαθούσε να τηρήσει ουδετερότητα απέναντι στα κόμματα και να μην ευνοήσει κάποιο, χωρίς όμως να το καταφέρει. [30] Την ίδια περίοδο, συντελέστηκαν ανακατατάξεις στο «ρωσικό» κόμμα. [31] Νέοι του αρχηγοί αναδείχθηκαν ο Κωνσταντίνος Οικονόμου και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [32] Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ προσπάθησε, με κάθε μέσο, να ενισχύσει το κόμμα. Εξαιτίας της ελληνικής καταγωγής του (προερχόταν από μανιάτικη οικογένεια) κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Ελλήνων.

Στο Υπουργικό Συμβούλιο, το «ρωσικό» κόμμα εκπροσωπούνταν από τον Γεώργιο Γλαράκη και τον Ανδρέα Πάικο. [33] Ως αντίδραση, συνεργάστηκαν το «γαλλικό» και το «αγγλικό» κόμμα και σχημάτισαν την αντιπολίτευση, με κοινό σύνθημα την παραχώρηση Συντάγματος. Με αυτούς συντάχθηκαν τόσο οπλαρχηγοί του Αγώνα, όπως ο Μακρυγιάννης, όσο και μορφωμένοι Έλληνες, όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και άλλοι. Η εφημερίδα του «ρωσικού» κόμματος, ο «Αιών», αρχικά τασσόταν υπέρ του συστήματος της απόλυτης μοναρχίας. Αργότερα, την Άνοιξη του 1839, όμως, αλλάζει πολιτική και τάσσεται υπέρ της παραχώρησης Συντάγματος. Ο Ρώσος πρεσβευτής Κατακάζυ άφηνε να διαφανεί ότι η Ρωσία δεν θα ήταν αντίθετη στη λειτουργία ολιγομελούς κοινοβουλευτικού σώματος.

Τον Φεβρουάριο του 1841, τοποθετήθηκε Υπουργός των Εξωτερικών και Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ο ηγέτης του «αγγλικού» κόμματος, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. [34] Ο Μαυροκορδάτος, ζήτησε από τον Όθωνα την κατάργηση του Ανακτοβουλίου, που αποτελούνταν από Βαυαρούς, και την ανάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών σε Έλληνα και όχι σε Βαυαρό, όπως γινόταν μέχρι τότε. Ο Μαυροκορδάτος μιλούσε για συγκερασμένη απολυταρχία. [35] Κατά τον Πετρόπουλο, το πρόγραμμα Μαυροκορδάτου βρισκόταν ανάμεσα στο συντηρητισμό των Ελλήνων και στο μετριοπαθή φιλελευθερισμό της Ευρώπης. [36] Ο βασιλιάς δεν δέχτηκε τις προτάσεις του Μαυροκορδάτου. Έτσι, ο Μαυροκορδάτος αναγκάστηκε να οδηγηθεί σε παραίτηση. Κατόπιν, κανένας πολιτικός δεν αναλάμβανε την πρωθυπουργία, αν προηγουμένως δεν γινόταν δεκτές οι θέσεις του Μαυροκορδάτου. Τον Ιούλιο του 1841, ίσως από τον φόβο λαϊκής εξέγερσης, ο Όθωνας ανέθεσε το Υπουργείο των Στρατιωτικών στον Ανδρέα Μεταξά και, με αυτό τον τρόπο, πείστηκε να ορκισθεί ο Μαυροκορδάτος Υπουργός των Εσωτερικών. Τα υπόλοιπα κόμματα αντιπροσωπεύονταν ισότιμα στην κυβέρνηση. Η συνεργασία, όμως, με τον βασιλιά ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Αναπόφευκτα, ο Μαυροκορδάτος οδηγήθηκε σε παραίτηση τον Αύγουστο του 1841.

Αυτή η παραίτηση του Μαυροκορδάτου θεωρείται, από πολλούς μελετητές, ότι αποτέλεσε τον καταλύτη, που οδήγησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. [37] Ο Μαυροκορδάτος, με τη σθεναρή στάση του απέναντι στο βασιλιά, κατέστησε φανερό ότι ο ίδιος ο Όθωνας ήταν αυτός ο οποίος δεν ήθελε να αποδώσει την εξουσία στους Έλληνες πολιτικούς και όχι οι Βαυαροί σύμβουλοί του. Αμέσως μετά την παραίτηση Μαυροκορδάτου ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών το ηγετικό στέλεχος του «γαλλικού» κόμματος Δημήτριος Χρηστίδης. Το «γαλλικό» κόμμα δεν κατάφερε, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης, να ελέγξει την δημόσια διοίκηση, με τον τρόπο που το έκανε το «ρωσικό» κόμμα. Το «γαλλικό» κόμμα περιλάμβανε στις τάξεις του στελέχη που εκπροσωπούσαν σχεδόν όλες τις κοινωνικές τάξεις και δεν αποτελούσε έναν συμπαγή οργανισμό. [38] Ο αρχηγός του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννης Κωλέττης, ήταν αυτός, που κρατούσε ενωμένες τις διάφορες ομάδες. Ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ προσπαθούσε να ενισχύσει την παρουσία του «γαλλικού» κόμματος στην ελληνική πολιτική σκηνή. [39] Το 1842, το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα ενεργούσαν σαν να βρίσκονταν σε κάποιου είδους συνασπισμό με στόχο την παραχώρηση Συντάγματος. [40] 

  1. Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και η παραχώρηση Συντάγματος

Τον Ιανουάριο του 1843, ο Υπουργός Εξωτερικών, Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ανακοίνωσε στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι η Ελλάδα αδυνατούσε να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια του δανείου. Οι τρεις Δυνάμεις, από κοινού, αρνήθηκαν να διευκολύνουν την ελληνική Κυβέρνηση και πίεσαν για την σύναψη νέου δανείου. Τον Σεπτέμβριο του 1843, η ελληνική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι συγκεκριμένα έσοδα θα χρησιμοποιούνταν για την απευθείας αποπληρωμή του χρέους, όπως οι φόροι χαρτοσήμου και ιδιοκτησίας. Οι τρεις ξένοι πρεσβευτές και ο εκπρόσωπος του οίκου Ρότσιλντ θα επέβλεπαν όλη τη διαδικασία και τη μεταφορά των χρημάτων στο εξωτερικό. Αυτή η σκληρή αντιμετώπιση επέσπευσε την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Αυτό ισχυρίζονται τόσο οι πρεσβευτές Πισκατόρυ και Πρόκες Όστεν όσο και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. [41]

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Στην προετοιμασία της επανάστασης συμμετείχαν, ως οργανωτικά και ηγετικά στελέχη, ο Μακρυγιάννης, ο Ανδρέας Μεταξάς, ο Ανδρέας Λόντος, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος, ο Μιχαήλ Σούτσος και Ρήγας Παλαμήδης. Στη «συνωμοσία» εντάχθηκαν οι στρατιωτικοί, μέλη του «ρωσικού» κόμματος, Δημήτριος Καλλέργης, επικεφαλής του ιππικού της Αθήνας, ο Συνταγματάρχης Σκαρβέλης, Διοικητής του πεζικού, ο Συνταγματάρχης Σπυρομήλιος, Διοικητής της Σχολής Ευελπίδων και ο Λοχαγός του πυροβολικού Σχινάς. Οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων πιθανόν να γνώριζαν για το κίνημα, όπως ισχυρίζεται ο Μακρυγιάννης. [42]

 Ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών, τα οποία, εκτός από την παραχώρηση Συντάγματος, ήταν κυρίως η απομάκρυνση όλων των Βαυαρών από τη Διοίκηση και ο σχηματισμός Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του λαού. Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου ανέλαβε ο Ανδρέας Μεταξάς.

  1. Η συνταγματική περίοδος

Μετά την παραχώρηση Συντάγματος, ο Ανδρέας Μεταξάς ανέλαβε Πρωθυπουργός και Υπουργός των Εξωτερικών. Είναι ο πρώτος που έφερε αυτόν τον τίτλο στη νεότερη ιστορία της Ελλάδας. [43] Στην κυβέρνηση αντιπροσωπεύονταν όλα τα κόμματα. Συμμετείχαν, επίσης, σε αυτήν οι αρχηγοί του «αγγλικού» και του «γαλλικού» κόμματος, δηλαδή ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης αντίστοιχα, με την πρόσθετη ιδιότητα και των Υπουργών άνευ χαρτοφυλακίου, θέση, η οποία για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ελληνική πολιτική ιστορία. Οι ανταγωνισμοί των κομμάτων και ο παραμερισμός του «ρωσικού» κόμματος, κατά τις διαδικασίες για τη σύγκληση της συνέλευσης, οδήγησαν τον Μεταξά σε παραίτηση. Νέος Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης, αλλά μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο βασιλιάς όρισε διάδοχό του Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Στις εκλογές, που ακολούθησαν, το «γαλλικό» κόμμα σχημάτισε Κυβέρνηση σε συνεργασία με το «ρωσικό» κόμμα. Το δεύτερο «αγγλικό» κόμμα αποτέλεσε την αντιπολίτευση. Στις εκλογές αυτές εκλέχθηκαν 243 βουλευτές, οι οποίοι σταδιακά εκδήλωσαν τις κομματικές του προτιμήσεις. [44] Ο Κωλέττης ορίστηκε  Πρωθυπουργός και Υπουργός Εσωτερικών αλλά και Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών. Από το «ρωσικό» κόμμα, ο Μεταξάς έγινε Υπουργός Οικονομικών, ο Κίτσος Τζαβέλλας των Στρατιωτικών, ο Ζαφείριος Βάλβης της Δικαιοσύνης. Ο Κωλέττης κατηγορήθηκε ότι, με την ακύρωση της εκλογής πολλών βουλευτών της αντιπολίτευσης, παρενέβη και επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών, πείθοντας, ταυτόχρονα, βουλευτές να στηρίξουν την κυβέρνηση, είτε με δωροδοκία είτε με υποσχέσεις. [45] Δημιουργήθηκε, έτσι, το λεγόμενο «σύστημα» του Κωλέττη, στο στρατό με τον στρατηγό Γαρδικιώτη Γρίβα αλλά και στη δημόσια διοίκηση και τη χωροφυλακή. [46] Ο πρεσβευτής της Αγγλίας Λάυονς, σε αναφορές προς την κυβέρνησή του, κατηγορούσε συνεχώς τις πρακτικές του Πρωθυπουργού Κωλέττη. Ο Υπουργός των Εξωτερικών της Αγγλίας Πάλμερστον χαρακτήριζε τον Κωλέττη «διεφθαρμένο, παράνομο, άσωτο, αντισυνταγματικό και τυραννικό». [47]

Σταδιακά, όμως, το «ρωσικό» κόμμα απομακρύνθηκε από την πολιτική του «γαλλικού» κόμματος. Τον Ιούλιο του 1845, ο Ανδρέας Μεταξάς αποχώρησε από την κυβέρνηση, λόγω διαφωνιών. Η κυριαρχία του «γαλλικού» κόμματος και της γαλλικής πολιτικής θεωρείται απόλυτη. [48] Χαρακτηριστική είναι η αποστροφή του λόγου του πρώτου Γραμματέα της πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα, Θουβενέλ: «εμείς κυβερνούμε την Ελλάδα». Επίσης χαρακτηριστική είναι και η ομολογία του ιδίου ότι συνέταξε, τον Ιανουάριο του 1846, τον λόγο στην Βουλή τόσο του βασιλιά Όθωνα όσο και του Πρωθυπουργού Κωλέττη. [49] Ο Μακρυγιάννης υποστηρίζει ότι ο Γάλλος πρεσβευτής Πισκατόρυ ήταν αυτός που μαζί με τον Κωλέττη είχε το «δέσε και το λύσε» στην Ελλάδα. [50] Αποτέλεσμα της παραίτησης Μεταξά ήταν η συνεργασία των δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης, του «ρωσικού» και του «αγγλικού», απέναντι στην Κυβέρνηση του «γαλλικού»  κόμματος. Η αντιπολίτευση του «ρωσικού» κόμματος εστιάστηκε στο ζήτημα της διαδοχής του Όθωνα από έναν ορθόδοξο ηγεμόνα.

Η Αγγλία άρχισε να πιέζει στο ζήτημα της καταβολής των δόσεων του δανείου των 60 εκατομμυρίων φράγκων. Τον Ιανουάριο του 1847, μοίρα του αγγλικού στόλου, υπό τον ναύαρχο Πάρκερ, εισήλθε στα ελληνικά ύδατα και αξίωσε την αποζημίωση από το ελληνικό κράτος των Άγγλων υπηκόων των Ιονίων νήσων, οι οποίοι έπεσαν θύματα Ελλήνων πειρατών. Ο Κωλέττης δεσμεύτηκε ότι η Κυβέρνηση θα λάμβανε μέτρα για να περιορίσει το φαινόμενο της πειρατείας.

Στις εκλογές, που διεξήχθησαν, το «γαλλικό» κόμμα του Κωλέττη κατάφερε περιφανή νίκη. Ο θάνατος, όμως, του Κωλέττη τον Αύγουστο του 1847, εξαιτίας νεφρικής πάθησης, άλλαξε τα δεδομένα στην ελληνική πολιτική σκηνή. Διάδοχος του Κωλέττη ορίστηκε ο Κίτσος Τζαβέλλας. Ο πρεσβευτής της Αυστρίας Πρόκες Όστεν θεώρησε ότι, με τον θάνατο του Κωλέττη, έχανε ο Όθωνας το σημαντικότερό του στήριγμα στην πολιτική σκηνή καταλήγοντας στην ακόλουθη του θέση: «ο βασιλιάς δεν έχει (άλλη επιλογή) ή να υποκύψει ή να φύγει  (να παραιτηθεί)». Ο ίδιος ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον αδελφό του, και αναφερόμενος ευθέως στον Κωλέττη έγραφε: «είναι ο δάσκαλός μου». [51] Αντίθετα, ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη ότι συγκέντρωνε γύρω του όλους τους διεφθαρμένους. [52]

Στις 6 Μαρτίου 1848, παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός Κίτσος Τζαβέλλας και, κατόπιν, σχηματίστηκε Κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Η νέα Κυβέρνηση δεν είχε προσανατολισμό προς ένα συγκεκριμένο κόμμα. [53] Στις 12 Οκτωβρίου, η Κυβέρνηση παραιτήθηκε. Στις 15 Οκτωβρίου 1848, ο Κωνσταντίνος Κανάρης αναλάμβανε εκ νέου την Πρωθυπουργία. Τα μέλη της Κυβέρνησης προέρχονταν από το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. Απουσίαζε το «αγγλικό» κόμμα, γεγονός που έκανε εντονότερη την εχθρότητα της αγγλικής διπλωματίας.

Έτσι, η Αγγλία αξίωσε για λογαριασμό της Ιονίου Πολιτείας, που βρισκόταν υπό την κυριαρχία της, τη διεκδίκηση των νησιών Ελαφονήσου και Σαπιέντζας (βόρεια των Κυθήρων και νότια της Μεθώνης αντίστοιχα). Παράλληλα, η «υπόθεση Πατσίφικο» έδωσε αφορμή στην Αγγλία να παρέμβει στην ελληνική πολιτική. [54]

Ο Δαβίδ Πατσίφικο ήταν Εβραίος, ο οποίος χρημάτισε πρόξενος της Πορτογαλίας στην Ελλάδα, μέχρι το 1842, όταν κατηγορήθηκε για κατάχρηση. Κατόπιν, άλλαξε υπηκοότητα και έγινε Άγγλος συνεχίζοντας να διαμένει στην Αθήνα. Τον Απρίλιο του 1849, κατά τους εορτασμούς της Μεγάλης Παρασκευής, επειδή είχε απαγορευτεί το κάψιμο ομοιωμάτων του Ιούδα, λόγω της παρουσίας του Εβραίου τραπεζίτη Ρότσιλδ στην Πρωτεύουσα, πολίτες της Αθήνας εισέβαλαν στην οικία του Πατσίφικο και προέβησαν σε καταστροφές. Ο Πατσίφικο ζήτησε τη βοήθεια της αγγλικής πρεσβείας ισχυριζόμενος ότι, μεταξύ άλλων, καταστράφηκαν και πορτογαλικά αξιόγραφα αξίας 665 χιλιάδων δραχμών.

Τον Ιανουάριο του 1850, ο Άγγλος πρεσβευτής Ουάις εξουσιοδότησε τον ναύαρχο Πάρκερ να αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά. Παρατηρήθηκε, σύμφωνα με αναφορά του Γάλλου πρεσβευτή Θουβενέλ, μετακίνηση των ψηφοφόρων του «αγγλικού» κόμματος προς το «ρωσικό» και το «γαλλικό» κόμμα. [55] Στο μεταξύ, τον Δεκέμβριο του 1849, είχε οριστεί Πρωθυπουργός ο ναύαρχος Αντώνιος Κριεζής. Το Ιούλιο του 1850, ο αποκλεισμός τερματίστηκε. Είναι ενδεικτικό ότι η πορτογαλική κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι τα χρεόγραφα, που είχε στην κατοχή του ο Πατσίφικο ήταν αξίας μόνο 3.850 δραχμών. [56] 

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, έργο του Γεωργίου Συρίγου, λάδι σε μουσαμά, Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

  1. Ο Κριμαϊκός πόλεμος και η παρακμή των «ξενικών» κομμάτων

Αφορμή για το ξέσπασμα του Κριμαϊκού πολέμου θεωρήθηκε η διαμάχη Καθολικών και Ορθοδόξων για τον έλεγχο των Αγίων Τόπων. [57] Αιτία, όμως, ήταν ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων για την επικράτηση στην παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. [58] Η Ρωσία έστειλε τον ναύαρχο πρίγκιπα Μένσικωφ να απαιτήσει από την Πύλη την αναγνώριση του δικαιώματος προστασίας των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που απέρρεε από τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Οι ρωσικές δυνάμεις, όταν δεν ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις τους, κατέλαβαν τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, ενώ ο ρωσικός στόλος, υπό την διοίκηση του ναυάρχου Νακίμωφ, κατέστρεψε εντελώς τον οθωμανικό. Το Φεβρουάριο η Αγγλία και η Γαλλία υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τον Μάρτιο κήρυξαν τον πόλεμο στην Ρωσία.

Στις 12 Μαΐου 1854, γαλλικό στράτευμα, από 3.000 άνδρες, αποβιβάστηκε και κατέλαβε τον Πειραιά με σκοπό να αποτρέψει την συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο. Ο Όθωνας αναγκάστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να διακηρύξει ουδετερότητα. Επιβλήθηκε Κυβέρνηση φιλική προς την Αγγλία και την Γαλλία, με Πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το «Υπουργείο της κατοχής», όπως το ονόμαζαν οι σύγχρονοι. [59] Ο Άγγλος ιστορικός Ντάγκλας Ντέικιν χαρακτηρίζει τη διακυβέρνηση του Μαυροκορδάτου «δικτατορική». [60]

Ο αθηναϊκός λαός, όμως, αγανακτούσε για την παρουσία και την συμπεριφορά των ξένων στρατευμάτων. Το γεγονός, ιδιαίτερα, που έκανε αφόρητη την παρουσία των στρατευμάτων ήταν η επιδημία χολέρας, που μετέφεραν τα γαλλικά  στρατεύματα από την Βάρνα. Κατά το ξέσπασμα της επιδημίας, πέθαναν 3.000 κάτοικοι της πρωτεύουσας, το ένα δέκατο του πληθυσμού της Αθήνας. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1855, παραιτήθηκε η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έκτοτε αποχώρησε οριστικά από την ενεργό πολιτική σκηνή. Στη νέα κυβέρνηση, Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Δημήτριος Βούλγαρης. Τα στρατεύματα κατοχής εγκατέλειψαν την Ελλάδα, στις 15 Φεβρουαρίου 1857.[61]

Ο Κριμαϊκός πόλεμος είχε καταλυτική επίδραση στην εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Εξαιτίας της ξένης κατοχής και της συμπεριφοράς των συμμαχικών στρατευμάτων, ο ελληνικός λαός έχασε κάθε εμπιστοσύνη στις Μεγάλες Δυνάμεις και πλέον δεν εξαρτούσε την πρόοδο του έθνους και την πραγμάτωση των επιδιώξεών του από την βοήθεια της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. [62]   

Συμπεράσματα

Οι αρχηγοί των ξενικών κομμάτων δεν λειτουργούσαν ως πράκτορες των Μεγάλων Δυνάμεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλές φορές συγκρούστηκαν με τις κυβερνήσεις των χωρών που συμπαθούσαν. Ο Μαυροκορδάτος διατύπωνε την εξής άποψη: «είμαστε Έλληνες και όχι Ρώσοι, Άγγλοι ή Γάλλοι». Επίσης, τα γαλλικά στρατεύματα αντιτάχθηκαν στα ρουμελιώτικα σώματα του αρχηγού του «γαλλικού» κόμματος, Ιωάννη Κωλέττη. [63] Ο Hering υποστηρίζει ότι τα ξενικά κόμματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κόμματα προσωπικοτήτων, γιατί αρχηγοί τους γίνονταν ακόμη και αμόρφωτοι αγωνιστές, ούτε κόμματα ενσωμάτωσης μαζών. [64] Και συνεχίζει χαρακτηρίζοντας τα κόμματα «συνδυασμό απολίθωσης ορισμένων παραδόσεων», όπως η Ορθοδοξία, και επιθυμίας ταχύρρυθμου εξευρωπαϊσμού. Κοινές θέσεις και των τριών κομμάτων μπορούμε να θεωρήσουμε: α) την επιθυμία για παραχώρηση συντάγματος, β) την απόδοση αξιωμάτων σε Έλληνες – όχι στους Βαυαρούς- και γ) την υποστήριξη του αλυτρωτισμού και της απελευθέρωσης των ομογενών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. [65] Τα κόμματα είχαν πολύ καλά δομημένη τοπική οργάνωση, αν συγκρίνουμε με το γεγονός ότι στην Αγγλία κομματικές οργανώσεις ιδρύθηκαν μόλις το 1860.

Συνολικά, η πολιτική δράση των λεγόμενων ξενικών κομμάτων είχε τόσο θετικές, όσο και αρνητικές συνέπειες. Αυτή την πολιτική περίοδο, κατά πρώτον, επιτεύχθηκε η παραχώρηση του πρώτου Συντάγματος της Ελλάδας. Και, κατά δεύτερον, τέθηκαν οι βάσεις για την ανάληψη της εξουσίας από Έλληνες πολιτικούς και όχι από ξένους. Αρνητικό στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί η συνεχής παρέμβαση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων στην εσωτερική πολιτική με τις διχαστικές συνέπειες που αυτή συνεπαγόταν. Η πολιτική δράση των ξενικών κομμάτων θα σταματήσει ουσιαστικά μετά την λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου και την ξενική κατοχή που την ακολούθησε.

Υποσημειώσεις


[1] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα 1977, 27. Επίσης, J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997, 70.

[2] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 144.

[3] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 29. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, τόμ. Α΄, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2008, 26. Ο Παπαρηγόπουλος ισχυρίζεται ότι η επιθυμία για συνταγματικές ελευθερίες ήταν απολύτως ξένη στη συνείδηση του έθνους. Απέδιδε την πίεση για παραχώρηση συντάγματος σε συνωμοσία της βρετανικής διπλωματίας. Ο δε Καρολίδης παρουσιάζει τον κοινοβουλευτισμό ως τον κύριο εχθρό του έθνους, για το οποίο βλ. ό.π., 28.

[4] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 163. Ο εμφύλιος που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια φανάτισε τους οπαδούς του «γαλλικού» και του «αγγλικού» κόμματος, με αποτέλεσμα να διασπασθεί η συνταγματική παράταξη.

[5] Αν και χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την ύπαρξη πελατειακών σχέσεων στο «αγγλικό» κόμμα ο γάμος του Σπυρίδωνα Τρικούπη με την αδελφή του Μαυροκορδάτου, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να στηρίξει την υπόθεση ότι το κόμμα στηριζόταν στο πελατειακό σύστημα, καθώς αυτή είναι μία μεμονωμένη περίπτωση. Βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 105.

[6] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 168. Επίσης, το «γαλλικό» κόμμα ήταν σύμπραξη πολλών τοπικών αρχόντων και δεν είχε τόσο μεγάλη συνοχή, όπως το «αγγλικό».

[7] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 118.

[8] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 34-35.

[9] Ο Μάουρερ υποστήριζε ότι όπως οι Έλληνες τον 14ο και 15ο αιώνα έφεραν την ελληνική σοφία στην Ευρώπη, έτσι τώρα οι Ευρωπαίοι έπρεπε να επαναφέρουν το φως στην πατρίδα του από την οποία είχε εκλείψει τόσο καιρό, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 194-195.

[10] Το 1834 είχαν έρθει στην Ελλάδα 5.000 Βαυαροί στρατιωτικοί και όλοι οι διοικητές ήταν ξένοι. Αντίθετα στο ναυτικό δεν τοποθετήθηκαν ξένοι, για το οποίο βλ. ό.π., 196.

[11] Ο Κωλέττης είχε στόχο, εκείνη την περίοδο, την εκδίωξη των Βαυαρών και την παραχώρηση Συντάγματος, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 218.

[12] Η Αντιβασιλεία μεροληπτούσε κατά του «ρωσικού» κόμματος, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 235.

[13] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, Εστία, Αθήνα 2014, 54.

[14] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[15] Πολλοί Έλληνες πίστευαν τότε ότι πίσω από την μυστηριώδη ανώτατη αρχή της Φιλικής Εταιρείας βρισκόταν ο τσάρος της Ρωσίας, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 222.

[16] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 237.

[17] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 238.

[18] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 46-47.

[19] ό.π., 48-49.

[20] ό.π., 51. Το «αγγλικό» και το «ρωσικό» κόμμα είχαν κοινό μέτωπο κατά της Αντιβασιλείας, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 241.

[21] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 58-59.

[22] Ο Άρμανσμπεργκ είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας για τρεις λόγους: α) απολάμβανε την εμπιστοσύνη της Ευρώπης β) είχε άριστη γνώση των ελληνικών πραγμάτων και γ) είχε αναμφισβήτητα διοικητικά προσόντα. Βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 267.

[23] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 64.

[24] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 293.

[25] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 65. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 304-305.

[26] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 67.

[27] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843). Ο Όθωνας τη δεύτερη ημέρα της άφιξης του στην Ελλάδα απέλυσε τον Άρμανσμπεργκ. Ο Ρούντχαρντ σε επιστολή του στον Μέττερνιχ, τον Σεπτέμβριο του 1837, υποδεικνύει ότι ο Όθωνας δεν πρέπει να παραχωρήσει σύνταγμα, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 315.

[28] Ο Ρούντχαρντ είχε υποβάλει στον Όθωνα δύο αιτήσεις παραίτησης, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 195-196. Ο Ρούντχαρντ είχε την υποστήριξη της Ρωσίας και την αντιπάθεια της Αγγλίας, εξαιτίας της αντικατάστασης του Άρμανσμπεργκ, για το οποίο βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 312. Η Αγγλία παρουσίαζε τον Ρούντχαρντ δημιούργημα αυστρορωσικής διπλωματίας, για το οποίο βλ. ό.π., 335.

[29] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1989, 117.

[30] Ο Όθωνας, σε επιστολή προς τον πατέρα του, τον Ιανουάριο του 1840, χαρακτηρίζει το «αγγλικό» και «γαλλικό» κόμμα ως «ελευθεριοκαπήλους», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 194 υποσ. 313. Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 72-73.

[31] Το «ρωσικό» κόμμα χαρακτηριζόταν για την δυσπιστία προς την Δύση. Οπαδοί του ήταν, εκείνη την εποχή, ακτήμονες, αγωνιστές, χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, χαμηλόβαθμοι δημόσιοι υπάλληλοι, φτωχοί και μοναχοί,  G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 225.  Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 73-74.

[32] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 328. Ο Οικονόμος είχε έρθει από την Ρωσία το 1834.

[33] ό.π., 334.

[34] Ο Μαυροκορδάτος υποστήριζε ότι η Ελλάδα έπρεπε πρώτα να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί εσωτερικά και ύστερα να επιδιώξει εδαφική επέκταση. Το «αγγλικό» κόμμα πρέσβευε το αντιπροσωπευτικό σύστημα, τη διάκριση των εξουσιών και την παραχώρηση συντάγματος. Ο Hering χαρακτηρίζει τις θέσεις του «αγγλικού» κόμματος ρεαλιστικές, στο G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ό.π., 199-200.

[35] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 532.

[36] ό.π., 531.

[37] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 86.

[38] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), 551. Η Γαλλία στην Ελλάδα δεν συμμετείχε στους κομματικούς μηχανισμούς, αλλά ασκούσε άμεσο έλεγχο μέσω του Regny, για το οποίο βλ. ό.π., 557.

[39] Ι. Πετρόπουλος & Αικ. Κουμαριανού, «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», 88.

[40] ό.π., 89.

[41] ό.π., 90.

[42] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 107.

[43] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 105.

[44] Οι ψηφοφόροι έγραφαν σε ένα χαρτί, εν είδει ψηφοδελτίου, τα ονόματα των βουλευτών, τους οποίους ψήφιζαν. Στο ίδιο χαρτί μπορούσαν να γράψουν ονόματα υποψηφίων από διάφορα κόμματα, εφόσον δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια των κομμάτων. Άλλωστε η έννοια «κόμμα» δεν υπήρχε ούτε στο Σύνταγμα ούτε στον εκλογικό Νόμο, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 263-264.

[45] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 119.

[46] Η βασίλισσα Αμαλία έλεγε για τον Κωλέττη: «δεν μπορεί να παραδεχθεί κανείς ότι είναι πολύ συνταγματικός», G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 294.

[47] Ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε τον Κωλέττη για πλουτισμό στον Όθωνα χωρίς να μπορεί να το αποδείξει, στο Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 141. Ο Hering θεωρεί την κατηγορία αυτή άκριτη, καθώς, μετά τον θάνατο του Κωλέττη, χρειάστηκε νόμος για να σβηστούν τα χρέη του, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 220 υποσ. 87.

[48] Το «γαλλικό» κόμμα στόχο είχε την συνέχιση του αγώνα κατά των Τούρκων, δικαιοσύνη για τους αγωνιστές και διανομή γης στους αγωνιστές. Οι οπαδοί του εξέφραζαν την αντίθεσή τους στους Φαναριώτες και στους διανοούμενους, ενώ οι μάχιμοι αγωνιστές του αρνούνταν να ενταχθούν στον τακτικό στρατό, για το οποίο βλ. G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 209.

[49] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Πάπυρος, Αθήνα 1966, 214.

[50] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 144. Ο Μακρυγιάννης ονομάζει σκωπτικά τον Κωλέττη «γκενεράλ Κωλέτη».

[51] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 220.

[52] Ι. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, τόμος Β΄, 160.

[53] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 135.

[54] ό.π., 137-139. Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 226-227.

[55] Ν. Διαμαντούρος, «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», 140.

[56] Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), 231.

[57] Μ. Λάσκαρις, Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1978, 107-109. Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 143.

[58] Ο Κολιόπουλος θεωρεί βασικά αιτίες του πολέμου την προκλητική ρωσική πολιτική, που δεν άφηνε περιθώρια οπισθοχωρήσεως στους αντιπάλους της, καθώς και την αδυναμία της βρετανικής κυβέρνησης να ακολουθήσει σταθερή πολιτική αντιστεκόμενη στην πίεση της κοινής της γνώμης εντός της Αγγλίας, για το οποίο βλ. Ι. Κολιόπουλος, Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, 195.

[59] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 148.

[60] D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), 136.

[61] Στ. Παπαδόπουλος, «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», 167.

[62] 62 ό.π..

[63] G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 267.

[64] ό.π., 268-269.

[65] ό.π., 272, 274.

Βιβλιογραφία


  • Διαμαντούρος, Νικηφόρος (1977), «Περίοδος συνταγματικής μοναρχίας», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης (1993), Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945. Από την Γαλλική Επανάσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
  • Λάσκαρις, Μιχαήλ (1978), Το Ανατολικό Ζήτημα, τόμος Α΄ (1800-1923), Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναρά.
  • Μακρυγιάννης, Ιωάννης (2014), Απομνημονεύματα, τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Εστία.
  • Μαρκεζίνης, Σπυρίδων (1966), Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (1828-1964), τόμος Α΄ (1828-1862), Αθήνα: Πάπυρος.
  • Παπαδόπουλος, Στέφανος (1977), «Ο Κριμαϊκός Πόλεμος και ο Ελληνισμός», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Πετρόπουλος, Ιωάννης & Κουμαριανού, Αικατερίνη (1977) «Περίοδος βασιλείας του Όθωνος (1833-1862)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1833 ως το 1881, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
  • Dakin, Douglas (1989), Η ενοποίηση της Ελλάδας (1770-1923), Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Hering, Gunnar (2008), Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
  • Petropulos, John (1997), Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τόμοι Α΄ και Β΄, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Τηλέμαχος Καλομοίρης,

Φιλόλογος (Δρ) – Νομικός ΑΠΘ// Εκπαιδευτικός

Σύλλογος Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας «σὺν Ἀθηνᾷ».

Τί δεῖ τὸ κύριον εἶναι τῆς πόλεως; (Ἀριστ. Πολ.)

Πρακτικά 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Πολιτικής Φιλοσοφίας, Καβάλα, Αύγουστος 2018.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573) – Κώστας Τσικνάκης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Πορτραίτο του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄, γνωστού και ως Κάρολου Κουίντου (1500-1558), έργο του Tiziano Vecelli το 1550, Kunsthistorisches Museum Vienna.

Στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι. η Πελοπόννησος αποτέλεσε πεδίο αντιπαρά­θεσης των τριών κύριων πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Η σταδιακή διείσδυση σε αυτήν των Τούρκων περιόριζε σε μεγάλο βαθμό τις κινήσεις των Βενετών, που είχαν χάσει τα περισσότερα ερείσματά τους στην περιοχή. Δίπλα στους δύο αυτούς αντιπάλους ήλθε να προστεθεί η Ισπανία. Από το 1515, όταν και ίδρυσε προξενείο στην Κέρκυρα, άρχισε να ενδιαφέρεται για τον ελληνικό χώρο. Ειδικά ως προς τον χώρο της Πελοποννήσου, συζητούσε την πιθανότητα οργάνωσης εκστρατείας εναντίον της. Το όψιμο ενδιαφέρον του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄ για τη χερσόνησο, όπως προέκυψε στην πορεία, εξυπηρετούσε άλλες σκοπιμότητες. Κύριος στόχος του ήταν να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις τουρκικές επιθέσεις στη Βιέννη, να διακόψει την ακτοπλοϊκή σύνδεση Κωνσταντινούπολης – Αλγερίου και να αποκτήσει μόνιμες βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο.

Η σύγκρουση ανάμεσα στις τρεις δυνάμεις κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου (1537-1540). Το καλοκαίρι του 1540, όταν πλέον η συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων έδειχνε αδύνατη, οι Βενετοί ήλθαν σε επαφή με τους Τούρκους και αποδέχτηκαν την υπογραφή συνθήκης ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκαν εντολές στις βενετικές αρχές του Ναυπλίου να ενημερώσουν τους κατοίκους του πως σύντομα θα παρέδιδαν την πολιορκούμενη πόλη. Εκείνοι, αντιδρώντας σε μια τέτοια προοπτική, ειδοποίησαν τον Κάρολο Ε΄ να στείλει γρήγορα δυνάμεις για να του παραδώσουν την πόλη.

Η ισπανική πλευρά, αντιμετωπίζοντας θετικά την υπόθεση, κινήθηκε γρήγορα. Ο επικεφαλής του στόλου Andrea Doria κατευθύνθηκε προς το Ιόνιο, ώστε να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και να είναι έτοιμος να παρέμβει. Παράλληλα, ο αντιβασιλιάς της Σικελίας Ferrante Gonzaga έστειλε στο Ναύπλιο τον αξιωματικό του ισπανικού στρατού Πέτρο Σέκουλα. Ο τελευταίος, που καταγόταν από το Ναύπλιο, είχε εντολή να έλθει σε επαφή με τους συμπατριώτες του και να καθορίσουν από κοινού τον τρόπο δράσης τους. Όλα τα παραπάνω γεγονότα περιήλθαν σε γνώση της Βενετίας, που αντέδρασε μεθοδικά. Αφού διαμαρτυρήθηκε προς τον Κάρολο Ε΄ για τις ισπανικές κινήσεις στο Ιόνιο, φρόντισε να στείλει δικό της στόλο στην περιοχή για τον έλεγχο της κατάστασης. Με αξιωματούχους της, που ήλθαν στον Ναύπλιο, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους για την ανάγκη παράδοσης της πόλης στους Τούρκους. Τέλος, ειδοποίησαν τους Τούρκους για την επικείμενη άφιξη του Πέτρου Σέκουλα. Έτσι, μόλις έφθασε αυτός στον ελληνικό χώρο μαζί με συνεργάτες του, συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκαν.

Με την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας, στις 21 και 23 Νοεμβρίου 1540 αντίστοιχα, όλη πλέον η Πελοπόννησος είχε περιέλθει κάτω από την εξουσία των Τούρκων. Οι όποιες ελπίδες υπήρχαν για τον έλεγχό της, τόσο από τη Βενετία όσο και από την Ισπανία, εξανεμίστηκαν. Έτσι, τερματιζόταν η εκκρεμότητα που υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια ως προς το μέλλον της χερσονήσου. Οι δύο νέες κτήσεις εντάχθηκαν σταδιακά στο υφιστάμενο διοικητικό σύστημα των νέων κυριάρχων και πολύ γρήγορα η ζωή σε αυτές επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη του Ναυπλίου, με πρεσβεία που έστειλαν κάτοικοι της πόλης προς τον οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Α΄, ζήτησαν την ανασύσταση της μητρόπολής τους. Το αίτημά τους έγινε αμέσως δεκτό. Στη θέση του μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου, με έδρα το Ναύπλιο, το­ποθετήθηκε το 1541 ο Δωρόθεος. Το 1576, όπως σημείωνε ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς στο Οδοιπορικόν του, ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε ιερείς 150 και οσπίτια χιλιάδας τέσσαρας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο στρατηγικής σημασίας χώρος της Πελοποννήσου εξακολουθούσε να απασχολεί τη Βενετία. Η επανακατάληψή του, στο πλαίσιο των γενικότερων ανακατατάξεων που επρόκειτο να συμβούν στην ευ­ρύτερη περιοχή, αποτελούσε μία από τις ανομολόγητες προτεραιότητές της.

Κι ενώ όλα έδειχναν πως η Ισπανία στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ είχε αποσύρει το ενδιαφέρον της ως προς την ανατολική Μεσόγειο, η διεθνής συγκυρία την υποχρέωσε να αλλάξει στάση. Η συνεχιζόμενη εξάπλωση των Τούρκων στη βόρεια Αφρική και η επανάσταση των κρυπτομουσουλμάνων (moriscos) στην Ανδαλουσία, το 1568, προβλημάτισαν τον Φίλιππο Β΄. Αυτές θεωρήθηκαν εξελίξεις που μπορούσαν μελλοντικά να θέσουν σε αμφισβήτηση τη θέση του και για τον λόγο αυτό έπρεπε να τύχουν δυναμικής απάντησης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισε να αναζητά τρόπους προκειμένου να διεισδύσει ξανά στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Απώτερος στόχος του η δημιουργία κλίματος έντασης στην περιοχή, γεγονός που θα υποχρέωνε τους Τούρκους να έλθουν μαζί του σε διαπραγματεύσεις για το μέλλον συνολικά της Μεσογείου.

Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος της Ισπανίας για τον ελληνικό χώρο ανησύχησε τη Βενετία. Σε έναν χώρο στον οποίο παραδοσιακά ασκούσε μεγάλη επιρροή, προστέθηκε ξανά ένας ακόμη ισχυρός αντίπαλος, γεγονός που άλλαζε τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών δυνάμεων της Δύσης έλαβε μεγάλες διαστάσεις στις παραμονές του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573). Είναι η περίοδος κατά την οποία στην ελληνική χερσόνησο περιοδεύουν διάφοροι μυστικοί πράκτορές τους. Οι κινήσεις όλων αυτών των προσώπων μοιάζουν. Κινούμενα προσεκτικά, συλλέγουν πληροφορίες για τις αμυντικές δυνατότητες των φρουρίων της, εντοπίζουν ατέλειες και επιδιώκουν να εντάξουν ισχυρούς τοπικούς παράγοντες στα συνωμοτικά σχέδια που επεξεργάζονταν. Προκειμένου να τους προσεταιριστούν, δεν δι­στάζουν να τους δίνουν υποσχέσεις για μελλοντική αποκατάστασή τους.

Επίκεντρο όλων σχεδόν των πρωτοβουλιών που εκδηλώνονται τόσο από τη βενετική όσο και από την ισπανική πλευρά, ήταν η Πελοπόννησος. Ως πρώτο βήμα, και από τις δύο πλευρές, εξεταζόταν η δυνατότητα οργάνωσης στην περιοχή επαναστατικών κινήσεων, με στόχο την απελευθέρωσή της. Σημαντική θέση, στο πλαίσιο της συνολικότερης εξέγερσης, κατείχε η κατάληψη του Ναυπλίου, το οποίο αποτελούσε, άλλωστε, το κέντρο της Πελοποννήσου.

Από τα σχέδια που υποβλήθηκαν εκείνη την περίοδο προς τις ισπανικές αρχές και σχετίζονται με την Πελοπόννησο, ξεχωρίζουν τρία: το πρώτο κατα­τέθηκε στις αρχές της άνοιξης του 1569 από τον διοικητή των «στρατιωτών» του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας Πέτρο Μενάγια. Για την πατρότητα του δεύτερου σχεδίου, το οποίο υποβλήθηκε το φθινόπωρο του 1569, φιλο­νικούσαν ο Iωάννης Bάρελης και ο Ιωάννης Ακκίδας, που κατάγονταν από οικογένειες κωδικογράφων και εμπόρων ελληνικών χειρογράφων, και είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Το τρίτο συνωμοτικό σχέδιο κατατέθηκε τον Ιούνιο του 1570. Εμπνευστής του ήταν ο Γεώργιος Μειζότερος από την Τριπολιτσά, που είχε υπηρετήσει για πολλά χρόνια σε στρατιωτικές ομάδες τόσο της Βενετίας όσο και της Ισπανίας ως διοικητής Ελλήνων «στρατιωτών».

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ένα από τα σχέδια, εκείνο του Πέτρου Μενάγια, υπήρχε πρόχειρο σκαρίφημα της Πελοποννήσου, στο οποίο σημειώνονταν τα μεγάλα στρατιωτικά κέντρα των Τούρκων στη χερσόνησο.

Και στα τρία σχέδια που υποβλήθηκαν, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις προέβλεπαν την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Διαφοροποιούνταν, ωστόσο, ανάλογα με τον εμπνευστή του, ως προς τις περιοχές που θα εκδηλώνονταν οι επαναστατικές κινήσεις. Σε εκείνο του Πέτρου Μενάγια, που καταγόταν από τα Πυργιά Κυπαρισσίας, το επίκεντρο τοποθετούνταν στην περιοχή της Μεσσηνίας, στο σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα στη βόρεια Πελοπόννησο και στο σχέδιο του Γ. Μειζότερου, που καταγόταν από την Τριπολιτσά, στην κεντρική Πελοπόννησο.

Το Ναύπλιο, σύμφωνα με το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, συμπεριλαμβανόταν στις πόλεις που ήταν απαραίτητο να καταλη­φθούν. Το ισχυρό φρούριό του, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε συλλέξει ο Πέτρος Μενάγιας, προστάτευαν τότε 600 άνδρες. Δεν αναφέρονται πληροφορίες, ωστόσο, για συνωμοτικές κινήσεις που οργανώνονταν στην πόλη. Για την επιτυχία των σχεδίων προβλεπόταν η συμμετοχή στις επιχειρήσεις ομάδων «στρατιωτών» που υπηρετούσαν σε μονάδες του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας και της Ιταλίας. Η πίεση των συγκεκριμένων ομάδων για την ανάληψη δράσης, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, υπήρξε καθοριστική.

Σε μια προσπάθεια των μυστικών πρακτόρων να δελεάσουν την ισπανική πλευρά και να υιοθετήσει τα σχέδιά τους, εκθείαζαν τη σημασία που είχε η Πελοπόννησος στον χώρο της Ανατολής. Οι προτάσεις τους προκάλεσαν αρχικά το ενδιαφέρον της ισπανικής πλευράς. Εκείνη, ωστόσο, με εξαίρεση το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, που φαινόταν πιο πρακτικό, δεν έδωσε συνέχεια στις υποθέσεις. Αυτό οφειλόταν στη μεγάλη έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα τεράστια έξοδα που απαιτούνταν να γίνουν, ώστε να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα.

Όλες οι παραπάνω κινήσεις ήταν σε γνώση της Βενετίας, που ψύχραιμα παρακολουθούσε τις εξελίξεις και αναζητούσε τρόπους αντίδρασης στην ισπανική διείσδυση στον ελληνικό χώρο. Η θέση της, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά δυσμενής, καθώς έπρεπε να δραστηριοποιηθεί με μεγάλη μυστικότητα, ώστε να μην προκαλέσει προβλήματα στις διπλωματικές σχέσεις της με τους Τούρκους. Η ευκαιρία που περίμενε για την εντονότερη δραστηριοποίησή της δεν άργησε να δοθεί.

Με την έναρξη του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου, την άνοιξη του 1570, το σκηνικό άλλαξε. Απέναντι στην τουρκική επίθεση κατά της Κύπρου κρίθηκε σκόπιμο, παράλληλα με την αντιμετώπισή της σε στρατιωτικό επίπεδο, να οργανωθούν επαναστατικές κινήσεις στον ελληνικό χώρο. Αυτές θα δημιουργούσαν σύγχυση στον αντίπαλο και θα τον δυσκόλευαν να εστιάσει την προσοχή του στον βασικό στόχο του. Προς αυτή την κατεύθυνση κινητοποιήθηκαν αμέσως διάφοροι μυστικοί πράκτορες, με θεαματικά αποτελέ­σματα. Κάθε πληροφορία για τις επιχειρησιακές δυνατότητες των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων ήταν πολύτιμη.

Το κρίσιμο εκείνο διάστημα η συμβολή του ελληνικού παράγοντα της πόλης υπήρξε καθοριστική. Η κινητοποίηση που εκδηλώθηκε στους κόλπους της Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας, μόλις έγινε αντιληπτή η βενετική πρόθεση για ανάληψη στρατιωτικής δράσης στον ελληνικό χώρο, υπήρξε έντονη.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρθηκαν όσα μέλη της Αδελφότητας κατάγονταν από το Ναύπλιο. Με νωπές ακόμα στο μυαλό τους τις μνήμες της γενέθλιας πόλης θεώρησαν πως ανοίγονταν κάποιες ελπίδες για την κατάληψή της. Ανάμεσά τους ήταν και ο λόγιος Γρηγόριος Μαλαξός, που πρότεινε την υποκίνηση επαναστατικής κίνησης στον ελληνικό χώρο, την οποία θα ενίσχυε ο οικουμενικός πατριάρχης Μητροφάνης Γ΄.

Αποδέκτης του προβληματισμού που αναπτυσσόταν τότε, ήταν και ένα πρόσωπο που γνώριζε καλά τον ελληνικό χώρο. Πρόκειται για τον Ναυπλιώτη λόγιο Ανδρέα Λονδάνο, απόφοιτο του Πανεπιστημίου της Πάντοβας και ιππότη του Τάγματος του Αγίου Στεφάνου της Τοσκάνης. Είχε παντρευτεί την Ιζαμπέτα, κόρη του επίσης Ναυπλιώτη πλούσιου εμπόρου και πλοιοκτήτη Ανδρόνικου Κουβλή του Κανάκη, και διέθετε μεγάλο κύρος στους βενετικούς κύκλους.

Την άνοιξη του 1570 αναζήτησε τρόπους για την κατεύθυνση προς την οποία έπρεπε να κινηθούν οι βενετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, και δεν άργησε να συγκεκριμενοποιήσει τις προτάσεις του. Έτσι, στις 7 Ιουνίου εμφανίστηκε στους επικεφαλής του Συμβουλίου των Δέκα (capi del Consiglio dei Dieci) και υπέβαλε δύο προτάσεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Σε αυτές, υποστήριζε, θα συμμετείχε ενεργά ο ντόπιος πληθυσμός, σύμφωνα με έγγραφες διαβεβαιώσεις που είχε από κατοίκους της Αλβανίας, της Χιμάρας και της Μάνης…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Επαμφοτερισμοί της κυριάρχου στο κράτος της θάλασσας – Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη Βενετοκρατία (1388-1540) – Μαρίνα Κουμανούδη, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Τον Δεκέμβριο του 1388 η Βενετία προσάρτησε το Άργος και το Ναύπλιο στον κορμό του θαλάσσιου κράτους της, αγοράζοντας τα δικαιώματα της χω­ροδεσποτείας από την τελευταία κυρίαρχο, τη νεαρή Μαρία d’Enghien, χήρα του Βενετού Pietro Cornaro. Πριν προλάβει όμως να αποκτήσει τον έλεγχο των δύο πόλεων, ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, με τη βοήθεια του πεθερού του Nerio Acciauioli, επιτέθηκε στην Αργολίδα, κατέ­λαβε το Άργος και πολιόρκησε το Ναύπλιο. Οι ενέργειες του δεσπότη περιέπλεξαν τη διαδικασία της προσάρτησης, ανατρέποντας μοιραία τα σχέδια της Βενετίας για την οργάνωση της νέας κτήσης. Παρά ταύτα, ήδη από τις αρχές του επόμενου έτους, η βενετική κυβέρνηση έλαβε πρόνοια για την εγκαθί­δρυση διοικητικού μηχανισμού και για την οργάνωση της άμυνας των δύο πόλεων, όταν αυτές θα επανέρχονταν στον έλεγχό της.

Η οργάνωση, η λειτουργία και η στελέχωση της διοίκησης στο Ναύπλιο από την εδραίωση της βενετικής κυριαρχίας (τέλη 14ου αι.) έως την τουρκική κατάκτηση (1540) έχουν μελετηθεί στο πλαίσιο ευρύτερων συνθέσεων με ποικίλες οπτικές αλλά και ειδικών μελετών με αντικείμενο την ιστορία της περιοχής, για την οποία υπάρχει ανανεωμένο ενδιαφέρον τα τελευταία χρό­νια. Ωστόσο, το θέμα δεν έχει εξαντληθεί, καθώς διαφορετικές αναγνώσεις των ήδη μελετημένων πηγών, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση πρόσθετων μαρτυριών, οδηγούν σε αναθεώρηση πολλών από τα εγνωσμένα. Υπό το πρίσμα αφενός των νέων στοιχείων και αφετέρου της νέας βιβλιογραφίας για την οργάνωση της διοίκησης στη βενετική επικράτεια, στην παρούσα μελέτη επανεξετάζεται η διοικητική πολιτική της Βενετίας στην περιοχή και επιχειρείται η τοποθέτηση των εξελίξεων στη σωστή ιστορική διάσταση. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι για οικονομία χώρου, εκτός από έναν, αναγκαίο σε ορισμένες περιπτώσεις, «διάλογο» με τις νεότερες μελέτες που πραγματεύονται ζητήματα της διοικητικής ιστορίας του Ναυπλίου, δεν θα γίνει περαιτέρω εμβάθυνση στις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις μεταξύ των διαφορετικών προσεγγίσεων και θέσεων.

Ο Antonio Venier (1330-1400) ήταν ο 62ος Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας (1382 – 23 Νοεμβρίου 1400).

Εν μέσω συγκεχυμένων πληροφοριών, στις 26 Ιανουαρίου του 1389 η Σύγκλητος αποφάσισε να αποστείλει εκτάκτως στην περιοχή έναν προνοητή (provisor pro factis Argos et Neapolis), δηλαδή έναν αξιωματούχο με αυξημένες πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, προκειμένου να διερευνήσει από κοντά την κατάσταση και, σε συνεργασία με τον επικεφαλής του βενετικού στόλου και τους διοικητές της Μεθώνης και της Κορώνης, να αναλάβει διπλωματική δράση για την επίλυση της κρίσης. Την ίδια μέρα, η διευρυμένη Σύγκλητος εξέλεξε στη θέση αυτή τον Βενετό ευγενή Perazzo Malipier, ο οποίος παρέλαβε την Εντολή του (Comissio) από τον δόγη Antonio Venier στις 18 Φεβρουαρίου, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πελοπόννησο.

Λόγω της ρευστότητας της κατάστασης και της ελλιπούς πληροφόρησης της βενετικής κυβέρνησης, η Εντολή του Malipier περιείχε διαφορετικές οδηγίες για την πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσει στο πλαίσιο της αποστολής του, ανάλογα με τις ποικίλες πιθανές εκδοχές της έκβασης των πραγμάτων.

Έτσι, μεταξύ άλλων, προβλεπόταν ότι, στην περίπτωση που η Βενετία αποκτούσε τον έλεγχο του Άργους ή του Ναυπλίου ή και των δύο πόλεων, ο Malipier θα παρέμενε στη μία από αυτές ως προνοητής, αναλαμβάνοντας και αρμοδιότητες τοπικού διοικητή, εκτός δηλαδή από τα διπλωματικά του καθήκοντα θα είχε και την ευθύνη της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και δικαστικές, επίσης, εξουσίες στην πόλη.

Οι βασικοί άξονες της πολιτικής της Βενετίας στην περιοχή, την οποία καλούνταν να εφαρμόσει ο Malipier, ήταν η εύρυθμη και αποτελεσματική είσπραξη των εσόδων του δημοσίου, η απόδοση ορθής δικαιοσύνης και η διασφάλιση της άμυνας με στόχο την εδραίωση και διατήρηση της κυριαρχίας της. Σε θέματα δημοσιονομικά τον προνοητή θα πλαισίωνε ένας αξιόπιστος, έντιμος και ικανός οικονομικός αξιωματούχος της δικής του επιλογής και, για την καλύτερη υποστήριξη γενικά του διοικητικού του έργου, στην ακολουθία του, την οποία αποτελούσαν ένας νοτάριος και τρεις υπηρέτες (famuli), θα προστίθεντο ένας βοηθητικός υπάλληλος (socius) και ένας ακόμα υπηρέτης. Ως δικαστής όφειλε να αποφασίζει με γνώμονα τις χριστιανικές επιταγές της δικαιοσύνης και την τιμή του βενετικού κράτους, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ποιο θα ήταν το εφαρμοζόμενο δίκαιο. Σε ό,τι αφορούσε την οργάνωση της άμυνας, οι διοικήσεις της Κορώνης και της Μεθώνης, που ήταν οι πλη­σιέστερες γεωγραφικά, είχαν λάβει εντολή να βρίσκονται σε ετοιμότητα για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας· την ίδια εντολή είχαν λάβει αντιστοίχως και οι διοικήσεις της Εύβοιας και της Κρήτης, μαζί με τον βενετικό στόλο για την παροχή της απαιτούμενης ναυτικής υποστήριξης. Επίσης, προβλεπόταν το ποσό των 600 δουκάτων για επισκευές σε οχυρώσεις και για άλλες επεί­γουσες ανάγκες.

Παρότι οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου διά του εκπροσώπου τους Giovanni Gradenigo είχαν ζητήσει οικειοθελώς να υπαχθούν στο βενετικό κράτος, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, λόγω της έλλειψης επαρκών πληροφοριών, κατά πόσο ήταν ουσιαστική η ταύτισή τους με τη νέα κυρίαρχο.

Οι οδηγίες που έλαβε ο προνοητής, καθιστούν σαφές ότι η βενετική κυβέρνηση θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πραγμάτωση των κυριαρχικών της στόχων τη διαρκή συναίνεση της τοπικής κοινωνίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πίστη του εγχώριου πληθυσμού δεν ήταν δεδομένη. Στην κατεύθυνση της επίτευξης συναίνεσης ο προνοητής όφειλε, βάσει της Εντολής του, με τον λόγο που θα εκφωνούσε κατά την είσοδό του στην πόλη, να παροτρύνει τους κατοίκους να παραμείνουν πιστοί στη νέα κυρίαρχο, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα προστασία. Επίσης, είχε οδηγία να κινηθεί αυστηρά εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου σε θέματα δη­μοσιονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο προφανώς των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Βενετία για τον σεβασμό των τοπικών συνηθειών. Τέλος, ήταν υποχρεωμένος να κρατά ενήμερες τις μητροπολιτικές αρχές για κάθε πράξη και απόφασή του, σύμφωνα με την πάγια πρακτική του βενετικού κράτους, για την αποτροπή αυθαιρεσιών και οικονομικών σκανδάλων που θα είχαν δη­μοσιονομικό κόστος και θα διατάρασσαν την κοινωνική ομαλότητα…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Μαρίνας Κουμανούδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (πρώην τζαμί) στο Άργος: συμβολή στη μελέτη του μνημείου – Άννα Φίλιππα-Touchais


 

 

«Ούτω στρέφεται της τύχης ο τροχός, ο δε κόσμος δεν είναι

ειμή καταστροφή και ανασύστασης της αυτής ύλης»

G. Pecchio, Η Ελλάς κατά το έαρ του 1825 (Ζεγκίνης 1968,292)

  

Το κείμενο της παρούσας μελέτης, με ορισμένες συμπληρώσεις, αποτελεί την ιστορική και αρχαιολογική τεκμηρίωση του μνημείου, την οποία πραγματοποίησα, το 2001, ως ειδικός συνεργάτης του γραφείου αρχιτεκτονικών μελετών BETAPLAN Α.Ε., Βεντουράκης-Ταβανιώτης, στο πλαίσιο προμελέτης για την αποκατάσταση του μνημείου, κατόπιν σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει ο Δήμος Αργους. Στη διάρκεια του συμποσίου Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008), περίληψη της μελέτης παρουσιάστηκε ως επιτοίχια ανακοίνωση.

 Για την πολύτιμη βοήθειά τους στην ολοκλήρωση της σύντομης αυτής μελέτης, ευχαριστώ θερμά τον αρχιτέκτονα Γ. Αραχωβίτη, στον οποίο οφείλονται τα σχέδια, τον επιμελητή της 5ηςΕΒΑ Γ. Τσεκέ, το βυζαντινολόγο Γ. Βαραλή (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΙΑΚΑ), την αρχιτέκτονα Β. Φίλιππα και ιδιαιτέρως την Λ. Σαμπανοπούλου επιμελήτρια της 5ης ΕΒΑ.

 Ευχαριστώ επίσης θερμά το Δήμο Αργους που μου παραχώρησε αντίγραφα των σχεδίων και μου επέτρεψε να τα δημοσιεύσω, καθώς και τον αγαπητό φίλο Μ. Sève που μου επέτρεψε την αναδημοσίευση φωτογραφιών και σκαριφημάτων από την πολύτιμη έρευνά του για τους περιηγητές του Άργους.

 

Ο σημερινός ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στεγάζεται στο μοναδικό σωζόμενο μωαμεθανικό τέμενος της πόλης (εικ. 1). Αν και υπήρξε ένα από τα δύο σημαντικότερα τζαμιά του Άργους, τόσο η τουρκική ονομασία του όσο και ο χρόνος ανέγερσής του παραμένουν άγνωστα. Η μετατροπή του σε χριστιανικό ναό έγινε λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, χωρίς να προκληθούν ιδιαίτερα σοβαρές αλλοιώσεις στην αρχική του μορφή.

Στα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας στο Άργος φαίνεται ότι υπήρχαν πολλοί μικροί, συνοικιακοί χώροι προσευχής (μεστζίτια [1]), δύο όμως ήταν τα κεντρικά τζαμιά, με μιναρέ. Το μεγαλύτερο, το τζαμί της αγοράς, βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και περιλάμβανε μεγάλο ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσέ). Είναι άγνωστο πότε ακριβώς κτίστηκε, βέβαιο είναι όμως ότι καταστράφηκε στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης. Το δεύτερο, ο μετέπειτα ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικότερα παρακάτω, είχε την τύχη να διασωθεί, πιθανότατα χάρη στην απόκεντρη θέση του και κυρίως στην ευτυχή μετατροπή του σε χριστιανικό ναό.

 

(εικ. 1) – (εικ. 2)

 

Τοπογραφία μνημείου

 

Το δισήμαντο μνημείο του Αγίου Κωνσταντίνου βρίσκεται στις νοτιοανατολικές παρυφές του Άργους [2] (εικ. 2). Αν και σε μικρή σχετικά απόσταση από το κέντρο της πόλης (600μ. περίπου νοτίως του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου), ο χώρος του σηματοδοτεί τα Ν/ΝΑ όρια του πολεοδομικού πυρήνα της σύγχρονης πόλης. Έως πρόσφατα το περιβάλλον του μνημείου ήταν περισσότερο αγροτικό, σήμερα όμως που η πόλη αναπτύσσεται κυρίως προς τα νότια το τοπίο γύρω του μετατρέπεται με γρήγορους ρυθμούς σε καθαρά αστικό.

Σύμφωνα με διάφορες γραπτές μαρτυρίες, στην τουρκοκρατία γύρω από το τζαμί υπήρχε μουσουλμανικό νεκροταφείο, ιεροδιδασκαλείο (μεντρεσές), ενώ ο χώρος «ήτο κεκοσμημένος διά κυπαρίσσων» [3]. Σήμερα γύρω από το ναό υπάρχει περιβόλι έκτασης ενός στρέμματος περίπου, με οπωροφόρα δέντρα καθώς και ένα μεγάλο κυπαρίσσι, το μοναδικό μάλλον που επέζησε από εκείνα που το κοσμούσαν στην προγενέστερη φάση της ζωής του (εικ. 3). Στα δεξιά της εισόδου του κήπου, κατά μήκος του προαυλίου που οδηγεί στο ναό, είναι κτισμένη ισόγεια, μακρόστενη, παλιά οικία όπου διέμενε έως πρόσφατα η νεωκόρος [4].

 

Αρχιτεκτονική ανάλυση μνημείου

 

Το μνημείο ανήκει στον τύπο του μονόχωρου τεμένους με θόλο και στοά στην πρόσοψη (εικ. 4-5). Η αίθουσα προσευχής είναι τετράγωνη με πλευρά μήκους 14.40μ. περίπου και ύψος 6.12μ. Ο ημισφαιρικός θόλος, εσωτερικής διαμέτρου 11.20μ. και ύψους 3.50μ., στηρίζεται σε οκταγωνικό τύμπανο πλευράς μήκους 8.50μ. περίπου και ύψους 2.40μ. (συνολικό ύψος μνημείου 12.02μ.). Ο θόλος είναι πλινθόκτιστος και στεγασμένος με κεραμίδια. Εσωτερικά, η μετάβαση από το τετράγωνο σχήμα του κτιρίου στην κυκλική περιφέρεια του θόλου γίνεται με γωνιακά ημιχώνια.

Η εξώθυρα του μνημείου βρίσκεται στο μέσον της ΒΔ πλευράς (εικ. 6). Το θυραίο άνοιγμα, πλάτους 1.40μ. και συνολικού ύψους 2.60μ., περιβάλλεται από αψιδωτό μαρμάρινο ή λίθινο θύρωμα (καλυμμένο σήμερα από παχύ στρώμα ασβέστη) που εγγράφεται σε τόξο. Στην αρχική του μορφή το κτίριο διέθετε οκτώ ακόμη συμμετρικά τοποθετημένα ανοίγματα, δύο σε κάθε πλευρά, τα οποία σήμερα έχουν υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις από νεότερες επεμβάσεις (βλ. παρακάτω, Μετασκευές). Πρόκειται για τοξωτές παρακυπτικές θυρίδες, το κάτω μέρος των οποίων ελάχιστα απείχε από το δάπεδο. Τόσο το περίγραμμα των θυρίδων όσο και η επίστεψή τους, με ελαφρώς οξυκόρυφα πλίνθινα τόξα, διακρίνονται αρκετά καθαρά στις εξωτερικές όψεις των τοίχων (πλάτος γύρω στο 1.40μ. και ύψος γύρω στα 2.45μ.). Η πόρτα στο νότιο άκρο της ΝΔ πλευράς του κτιρίου (δεξιά του ιερού) πιθανώς υπήρχε εξαρχής στη μορφή που σώζεται και σήμερα (εικ. 7), ως δευτερεύσα θύρα που οδηγούσε στο μιναρέ, μολονότι κάτι τέτοιο ήταν μάλλον σπάνιο στα μονόχωρα τεμένη αυτού του τύπου [5].

 

(εικ. 3) – (εικ. 4) – (εικ. 5)

 

Μικρότερα τοξωτά παράθυρα (0.60 X 1.19μ.) σώζονται στο μέσον του ανώτερου τμήματος του οπίσθιου και των δύο πλάγιων τοίχων του κτιρίου (εικ. 1, 3. 7). Τα παράθυρα αυτά, με λίθινο τόξο, θα πρέπει να είχαν τις ίδιες διαστάσεις και στη μουσουλμανική φάση του μνημείου [6]. Όμοια μικρά ανοίγματα σώζονται επίσης στις τέσσερις διαγώνιες πλευρές του τυμπάνου.

Στο εσωτερικό του τεμένους, η κόγχη του μιχράμπ σώζεται στο μέσον του ΝΑ τοίχου, απέναντι από την κύρια είσοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τοίχος του μιχράμπ (qibla) είναι προσανατολισμένος στα ΝΑ [7], είναι δηλαδή στραμμένος στη Μέκκα. Χωρίς ανάγλυφο διάκοσμο, το μιχράμπ περιβάλλεται απλώς από ελαφρά έξεργο ορθογώνιο. Το δάπεδο της αίθουσας είναι στρωμμένο με πήλινες πλάκες (0.40 X 0.40μ.).

Προστώο. Η στοά στην πρόσοψη του μνημείου (ΒΔ πλευρά) είναι ανοιχτή στα πλάγια (εικ. 8) και στεγάζεται με τρεις θολίσκους, περίπου ισοϋψείς, που καλύπτονται με κονίαμα (εικ. 9). Ανάμεσα στους τέσσερις ελεύθερους, βαρείς πεσσούς που την στηρίζουν σχηματίζονται τοξωτά ανοίγματα, από τα οποία το μεσαίο είναι ελαφρώς στενότερο (πλάτος 3.20μ. έναντι 3.50 και 3.60μ. των δύο πλάγιων), με αποτέλεσμα και ο μεσαίος θολίσκος να έχει αντίστοιχα μικρότερο πλάτος (Κ=2.31μ. έναντι 2.40μ. των πλάγιων).

Στο δάπεδο της στοάς σχηματίζεται, μπροστά στην κύρια είσοδο, ένας εγκάρσιος διάδρομος σε χαμηλότερο επίπεδο, τονίζοντας έτσι τον άξονα του μνημείου (ΒΔ/ΝΑ). Στο σημείο επαφής με το κυρίως κτίριο, η στοά παρουσιάζει έντονες ρωγμές (εικ. 8) γεγονός που δηλώνει ότι πρόκειται για μια κατασκευή στατικά ανεξάρτητη η οποία αποτελεί πιθανότατα μεταγενέστερη προσθήκη. Τη στατική αυτή ευπάθεια προσπαθούν να επανορθώσουν οι δύο ισχυροί αντερεισματικοί τοίχοι που έχουν προστεθεί εξωτερικά των μεσαίων πεσσών της στοάς.

 

(εικ. 6) – (εικ. 7) – (εικ. 8)

 

Μιναρές. Από το μιναρέ, στη Δ πλευρά της πρόσοψης του μνημείου, σώζεται μόνο η τετράγωνη βάση (πλευράς 2.85μ.) σε ύψος 3.50-4.00μ. Στον κυκλικό εσωτερικό χώρο διατηρούνται 10 περίπου βαθμίδες της κοχλιωτής κλίμακας ανόδου (εικ. 10). Σύμφωνα με τον πρώιμο τύπο του μνημείου (βλ. παρακάτω) αλλά και το περιορισμένο μέγεθος του, ο μιναρές θα πρέπει να είχε ένα μόνον εξώστη και να κορυφωνόταν με κωνικό βέλος [8].

Τοιχοποιία. Οι περιμετρικοί, φέροντες τοίχοι του κτιρίου, πάχους 1.50μ περίπου, είναι κτισμένοι στο μεγαλύτερο μέρος τους με αργούς λίθους και άφθονο κονίαμα. Στα κατώτερα όμως τμήματα, στις γωνίες και γύρω από τα ανοίγματα, έχουν χρησιμοποιηθεί λαξευμένοι λίθοι για μεγαλύτερη αντοχή (εικ. 7). Οι λίθοι αυτοί προέρχονται στην πλειονότητά τους από αρχαίο και χριστιανικό οικοδομικό υλικό σε δεύτερη χρήση. Σε αρκετούς από τους αρχαίους λιθόπλινθους που έχουν χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του μιναρέ – η λιθοδομία του οποίου είναι ιδιαίτερα επιμελημένη -, διατηρούνται τόρμοι με μολύβδινους συνδέσμους και αυλάκια μολυβδοχοΐας. Επίσης, σε διάφορα σημεία της τοιχοδομίας έχουν ενσωματωθεί μαρμάρινα θραύσματα με ανάγλυφη διακόσμηση. Μεταξύ των αργών λίθων παρεμβάλλονται πλίνθοι σε τυχαίες συνήθως θέσεις, ενώ σπανιότερα περιβάλλουν λαξευμένους λίθους (πλινθοπερίκλειστο σύστημα). Μόνον ο θόλος και οι θολίσκοι είναι εξολοκλήρου πλινθόκτιστοι. Από πλίνθους σχηματίζονται επίσης τα τόξα των παρακυπτικών θυρίδων. Σήμερα το μνημείο είναι επιχρισμένο εξωτερικά και εσωτερικά με λευκό ασβεστοκονίαμα [9] σε κακή κατάσταση διατήρησης.

Διάκοσμος. Ο γραπτός διάκοσμος στο εσωτερικό του μνημείου έχει σήμερα εντελώς εξαφανιστεί [10]. Σπαράγματα μόνο σώζονται στο εσωτερικό των θολίσκων της στοάς, όπου διακρίνονται καφεκόκκινα γεωμετρικά μοτίβα (εικ. 11). Ανάγλυφος διάκοσμος δεν υπάρχει, εκτός από τους δύο ρόδακες που διακρίνονται στις γωνίες του αψιδωτού θυρώματος της κεντρικής εισόδου. Οδοντωτά πλίνθινα διπλά γείσα κοσμούν εξωτερικά τη βάση του θόλου και των θολίσκων του προστώου (εικ. 9).

Τέλος, θα άξιζε να αναφέρουμε τη μουσουλμανική γραπτή επιγραφή τριών στίχων που μόλις διακρίνεται, μισοσκεπασμένη από ασβέστη, στον ακραίο, εσωτερικό πεσσό της ΒΔ γωνίας του κτιρίου (κοντά στο μιναρέ).

 

(εικ. 9) – (εικ. 10) – (εικ. 11)

 

Μετασκευές. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου αλλά και οι αλλαγές στη χρήση του στάθηκαν αιτίες για διάφορες μετασκευές στη δομή και την εξωτερική του μορφή, τόσο στη μουσουλμανική όσο και στη χριστιανική φάση της ζωής του.

Μουσουλμανική φάση. Στο μνημείο φαίνεται ότι είχαν γίνει ορισμένες προσθήκες και/ή επισκευές ήδη κατά τη χρήση του ως τζαμί. Όπως σημειώσαμε παραπάνω, το προστώο ανήκει πιθανώς σε μια δεύτερη οικοδομική φάση, όπως υποδηλώνουν οι ρωγμές στο σημείο επαφής του με το κεντρικό κτίσμα. Αλλά και ο μιναρές αποτελεί πιθανώς μεταγενέστερη προσθήκη, καθώς στο οπίσθιο τμήμα του φαίνεται ότι η λιθοδομία του καλύπτει την άκρη του πλίνθινου τόξου της παρακυπτικής θυρίδας της ΝΔ πλευράς. Τέλος, το γεγονός ότι η τοιχοποιία του τζαμιού παρουσιάζει έντονη ανομοιομορφία (ειδικότερα μεταξύ κατώτερου και ανώτερου τμήματος) θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί σε μια εκτεταμένη επισκευή που πραγματοποιήθηκε μετά από κάποια περίοδο εγκατάλειψης και/ή μερικής κατάρρευσης του κτιρίου.

Επομένως, με βάση τις παραπάνω επεμβάσεις στο κτίριο θα μπορούσαμε να υποθέσουμε τρεις τουλάχιστον οικοδομικές φάσεις στη μουσουλμανική του ζωή. Αρχικά ήταν πιθανότατα ένα απλό τετράγωνο κτίσμα, ίσως ένας απλός χώρος προσευχής (μεστζίτ) ή μαυσωλείο. Σε μια δεύτερη φάση μετατράπηκε σε τζαμί με την προσθήκη μιναρέ και ανοιχτής στοάς στην πρόσοψη. Υπήρξε πιθανώς μια φάση εγκατάλειψης ή και μερικής κατάρρευσης του κτιρίου, η οποία δεν ξέρουμε αν τοποθετείται πριν ή μετά τις εργασίες αναβάθμισής του σε τζαμί. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να υπήρξε και μια δεύτερη φάση επισκευών.

Χριστιανική φάση. Κατά τη μετατροπή του τεμένους σε χριστιανικό ναό οι μετασκευές επικεντρώνονται κυρίως στα κατώτερα ανοίγματα των τοίχων. Οι δύο παρακυπτικές θυρίδες εκατέρωθεν της κεντρικής πύλης μετατρέπονται σε θύρες, προσδίδοντας έτσι στο μνημείο τη γνωστή χριστιανική τριμερή διάταξη της εισόδου.

Από τα παράθυρα/θυρίδες της ΒΑ πλευράς το ένα διατηρείται, με μείωση των διαστάσεών του, ενώ το άλλο τοιχίζεται. Στη ΝΑ πλευρά τα παράθυρα μετατρέπονται σε φωτιστικές θυρίδες, όπως συνηθίζεται στις κόγχες του ιερού των εκκλησιών, ενώ στη ΝΔ πλευρά η μία μετατρέπεται πιθανώς σε θύρα (εάν αυτή δεν υπήρχε ήδη) για τις ανάγκες του ιερού και η άλλη σε μικρότερο παράθυρο.

Καμπαναριό προστίθεται στη δυτική γωνία του κτιρίου πίσω από το μιναρέ (εικ. 3), ο οποίος ταπεινώνεται έως τη βάση του. Η σημερινή κεράμωση του ναού ανήκει επίσης σε νεότερη επισκευή [11], ενώ οι αντερεισματικοί τοίχοι (βλ. παραπάνω, Προστώο) και ο λάκκος απορριμάτων ή πηγάδι στη δυτική γωνία του προστώου αποτελούν πιθανώς προσθήκες της ίδιας περιόδου.

Εσωτερικά το μνημείο δεν έχει υποστεί ιδιαίτερα σημαντικές αρχιτεκτονικές μετατροπές, εκτός από το χτίσιμο του κατώτερου τμήματος του μιχράμπ, ώστε να προσομοιάζει με Αγία Τράπεζα, και το άνοιγμα μιας κόγχης πρόθεσης στα αριστερά του μιχράμπ [12], για τις ανάγκες της θείας λειτουργίας. Το ξύλινο τέμπλο με τον ανάγλυφο διάκοσμο χρονολογείται σύμφωνα με επιγραφή στα 1920, ενώ το μαρμάρινο προσκυνητάρι, τοποθετημένο δεξιά της εισόδου, και τα δύο εξαιρετικής τέχνης ξυλόγλυπτα μανουάλια [13], με ανάγλυφες παραστάσεις αγγέλων και Χερουβείμ, συμπληρώνουν τη σκευή του χριστιανικού ναού [14].

Σε γενικές γραμμές η κατασκευή του μνημείου δεν διακρίνεται από ιδιαίτερη επιμέλεια και καλλιτεχνική εκζήτηση: οι επιμέρους αναλογίες υπολείπονται σε ακρίβεια, η τοιχοδομία είναι πρόχειρη και ανομοιογενής, ο διάκοσμος, από όσο τουλάχιστον μπορούμε να διαπιστώσουμε, υποτυπώδης. Επιπλέον, οι νεότερες μετασκευές έχουν αφαιρέσει ή καλύψει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιαίτερης μορφολογίας του αρχικού κτιρίου. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν κατά φέρνει να μειώσει τη γενικότερη λιτή αρμονία του μνημείου και την αίσθηση γοητείας και ευσέβειας που αποπνέει.

 

Ιστορική διερεύνηση μνημείου

 

Με δεδομένο ότι η παραπάνω ανάλυση δεν αποτελεί εξαντλητική αρχιτεκτονική μελέτη του μνημείου – η οποία ελπίζουμε να γίνει μελλοντικά – και ότι ανασκαφικές έρευνες για την εξακρίβωση υποθέσεων σχετικών με τη χρονολόγηση της ανέγερσης και των οικοδομικών φάσεών του δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, τα στοιχεία από τα οποία μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες για την ιστορική του πορεία είναι η τυπολογία του και η ιστοριογραφία του χώρου όπου είναι ενταγμένο, με βάση τα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα και τις γραπτές πηγές. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται και οι μαρτυρίες των περιηγητών στις οποίες θα αναφερθούμε αναλυτικότερα.

 

Τυπολογία μνημείου

 

Από τα μέσα του 15ου έως το τέλος του 18ου αιώνα, στην Ελλάδα, όπως και στα υπόλοιπα Βαλκάνια, κυρίως στις πόλεις όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός οθωμανικού πληθυσμού, πολλές εκκλησίες μετατρέπονται σε τζαμιά ενώ παράλληλα κτίζονται αρκετά νέα μουσουλμανικά τεμένη. Τα τεμένη αυτά ανήκουν σε «μία επαρχιακή σχολή της οθωμανικής αρχιτεκτονικής στην οποία, παρά τα περιορισμένα μέσα, επαναλαμβάνονται οι μορφές και οι τύποι που αναπτύσσονται στην πρωτεύουσα… Σχεδόν όλα ακολουθούν τον ίδιο απλό τύπο με μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα που καλύπτεται με τρούλλο και ανοικτή στοά στην πρόσοψη». [15] Ο απλούστατος αυτός τύπος, που αναπτύσσεται και τελειοποιείται κατά την κλασική περίοδο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής (16ος-17ος αι.), με βυζαντινές επιδράσεις [16], εμφανίζεται ήδη από την περίοδο της ίδρυσης του οθωμανικού κράτους [17] (14ος-15ος αι.) και έχει διαχρονική παρουσία έως τα τέλη του 19ου αιώνα [18].

Το σωζόμενο τζαμί του Άργους είναι κτισμένο ακριβώς πάνω στον τύπο αυτό, ακολουθεί δηλαδή τα πρότυπα των απλών, μικρών μουσουλμανικών τεμενών [19], όπως τα περισσότερα που κτίζονταν, ήδη από νωρίς, στην περιφέρεια του οθωμανικού κράτους. Τίποτα δεν αποκλείει, επομένως, το αρχικό κτίριο να οικοδομήθηκε στο δεύτερο μισό του 16ου αι. Ωστόσο, η τυπολογία του, λόγω της διαχρονικότητάς της, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για την ακριβή χρονολόγηση της ανέγερσης του κτιρίου.

 

Το μνημείο και ο χώρος του

Αρχαιότητα (3η χιλιετία π.Χ. – τέλη 4ου αι. μ.Χ.)

 

Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, η περιοχή των ΝΑ παρυφών του Άργους, όπου βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατοικείται ήδη από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, συγκεκριμένα από την Πρωτοελλαδική II περίοδο (ισχυρό ορθογώνιο κτίριο, μικρότερα κτίρια με καμπύλους τοίχους, βόθροι απορριμάτων, πλούσια κεραμική) [20], ενώ αραιή χρήση του χώρου συνεχίζεται στη Μεσοελλαδική (κυρίως ταφές) [21], στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική εποχή (κατοίκηση, ταφές, πλούσια ευρήματα) [22], καθώς και στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια (αποκλειστικά ταφική και λατρευτική χρήση) [23]. Πυκνότερη είναι η χρήση του χώρου στην ελληνιστική περίοδο (οικιστικά λείψανα, οδικό δίκτυο, μεγάλα οικοδομήματα, εργαστήρια, μεμονωμένοι τάφοι και πλούσια ευρήματα) [24], ενώ στους ρωμαϊκούς χρόνους, κατά τους οποίους η πόλη αναπτύσσεται θεαματικά και επεκτείνεται προς τα νότια, η περιοχή συγκεντρώνει πλήθος κατοικιών («ρωμαϊκή γειτονιά»), δρόμους, δημόσια οικοδομήματα, σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης καθώς και τμήμα νεκροταφείου [25].

Σημαντικό στοιχείο για την τοπογραφία της περιοχής είναι ότι ο χώρος του Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν πιθανότατα εντός των τειχών της κλασικής πόλης και μάλιστα κοντά σε μία από τις πύλες της [26]. Βέβαιο είναι πάντως ότι φαρδύς πλακόστρωτος δρόμος (πλάτους 7μ. περίπου) με κατεύθυνση Α-Δ, ο οποίος οδηγούσε από την αρχαία αγορά προς την Τίρυνθα και τη Ναυπλία, πέρναγε κατά μήκος της οδού Αρκαδίας-Μεσσηνίας νοτίως του ναού [27]. Στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρχε και το γνωστό από τις γραπτές πηγές Γυμνάσιο του Κυλάραβη [28], το οποίο οι νεότεροι ερευνητές τοποθετούν λίγο ανατολικότερα του ναού (σε κάθε περίπτωση έξω από τα τείχη) [29].

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ολλανδός αρχαιολόγος W. Vollgraff αναζητώντας το παραπάνω μνημείο διενήργησε ανασκαφικές τομές στον κήπο δυτικά του ναού, όπου βρήκε σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα χρονολογούμενα πιθανότατα στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια [30].

 

Παλαιοχριστιανική και βυζαντινή π ε ρ ί ο δ ο ς (τέλη 4ου αι. μ.Χ.-1453)

 

Στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. σημειώνονται ριζικές αλλαγές στο «τοπίο» της αρχαίας πόλης του Άργους: τα δημόσια κτίρια χάνουν την αρχική χρήση τους, ενώ το διοικητικό κέντρο μεταφέρεται στην ανατολική συνοικία [31].

Από τις αρχές του 5ου έως τα μέσα του 6ου αι. στην πόλη παρατηρείται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα. Ειδικότερα στην ανατολική/ΝΑ συνοικία κτίζονται σημαντικές οικίες και πολλές βασιλικές [32]. Ακριβώς στα δυτικά του Αγίου Κωνσταντίνου ανασκάφηκε μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με πλακόστρωση μαρμάρων και ψηφιδωτά, η οποία αποτελούσε πιθανώς τον παλαιοχριστιανικό μητροπολιτικό ναό της πόλης, ενώ λίγο βορειότερα ήρθε στο φως το βαπτιστήριό της [33]. Μετά την καταστροφή της βασιλικής, γύρω στα μέσα του 6ου αι., το χώρο καταλαμβάνει ένα νεκροταφείο [34].

Μετά από τα μέσα του 6ου αιώνα η πόλη αρχίζει να παρακμάζει, εξαιτίας ίσως της κατάρρευσης του πολιτικοκοινωνικού και/ή οικονομικού συστήματος σε συνδυασμό με τον καταστροφικό σεισμό του 552. Τα αρχαιολογικά δεδομένα μαρτυρούν έλλειψη οικοδομικής δραστηριότητας. Οι επιδημίες της πανούκλας και οι σλαβικές επιδομές στα τέλη του 6ου αι. συνέβαλαν στη διαδικασία της σταδιακής οπισθοδρόμησης του αστικού ιστού [35].

Στη Μεσοβυζαντινή περίοδο (11ος-12ος αι.) τα λείψανα μοναστηριακού λουτρού που ήρθαν στο φως στο χώρο του ναού υποδηλώνουν την παρουσία μοναστηριακού συγκροτήματος [36].

 

Νεότεροι χρόνοι-Οι μαρτυρίες των περιηγητών (μέσα 15ου-αρχές 19ου αι.)

 

Για την προεπαναστατική εικόνα της πόλης του Άργους (πολεοδομία, αρχαία και νεότερα μνημεία, κάτοικοι) [37], εξαιρετικά πολύτιμες πληροφορίες δίνουν οι περιγραφές και τα σχέδια των περιηγητών, λεπτομερής μελέτη των οποίων έχει πραγματοποιηθεί από τον Γάλλο αρχαιολόγο Μ. Sève [38]

— Περίοδος Α’ Τουρκικής κυριαρχίας (1463-1686). Οι πρώτες λεπτομερείς περιγραφές του Άργους προέρχονται από δύο ταξιδιώτες που το επισκέπτονται στο δεύτερο μισό του 17ου αι., τον Τούρκο Ε. Τσελεμπί (1668) [39] και τον Γάλλο Μ. De Monceaux (1669) [40]. Μόνον ο πρώτος αναφέρεται στα τζαμιά της πόλης: «Στην κάτω πόλη υπάρχουν δύο τζαμιά. Εκείνο της αγοράς είναι το μεγάλο τζαμί, χτισμένο σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο με κεραμιδένιους θόλους και έναν όμορφο πέτρινο μιναρέ. Το άλλο είναι ένα τζαμί σε καλή κατάσταση, κοντά στη γειτονιά Μπεσικλέρ. Υπάρχουν ακόμη δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά» [41]. Ο Τσελεμπί αναφέρεται επίσης στο μικρό τζαμί που βρίσκεται πάνω στο κάστρο της Λάρισας: «στο εσωτερικό του κάστρου υπάρχουν δεκαπέντε σπίτια και ένα μικρό τζαμί, το οποίο οι ηλικιωμένοι λένε πως έχτισε ο Μεχμέτ ο Πορθητής…».

— Περίοδος Β’ Βενετικής κυριαρχίας (1686-1715). Στα τέλη του 17ου- αρχές 18ου αι., περίοδο της Β’ βενετοκρατίας στο Άργος, χρονολογούνται οι πρώτες απεικονίσεις της πόλης. Ο Βενετός γεωγράφος Fr.- M. Coronelli φιλοτέχνησε, στα 1687, μια άποψη του Άργους από τα ΒΑ, με τη Λάρισα και το κάστρο της να δεσπόζουν της πόλης [42], καθώς και μια κάτοψη του ίδιου χώρου [43].

Στην άποψη από τα ΒΑ, στο αριστερό άκρο της εικόνας διακρίνεται ένα κτιριακό συγκρότημα με φρουριακό χαρακτήρα, το οποίο περιλαμβάνει μνημειώδες τζαμί με θολωτή στέγη, ψηλό μιναρέ, προσκτίσματα καθώς και έναν πύργο (;) [44]. Ο Sève σημειώνει ότι πρόκειται μάλλον για το τζαμί «της αγοράς» στο κέντρο της πόλης [45].

Ο Ιταλός μηχανικός Fr. Vandeyk, στον κατάλογο των κτιρίων του Άργους που συντάσσει στα 1700, καταγράφει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα.

Στην περιγραφή της πόλης αναφέρει «ένα μικρό τζαμί στο εσωτερικό του δεύτερου περίβολου του κάστρου» [46], χωρίς όμως να διευκρινίζει την κατάσταση διατήρησής του, και στην κάτω πόλη «ένα επιβλητικό τζαμί που χρησιμοποιείται σήμερα ως κατάλυμα των Γαληνότατων Γενικών Εποπτών όταν έρχονται σε αυτό τον τόπο». Κατά τον Sève, με τον οποίο συμφωνούμε, πρόκειται και εδώ για το τζαμί στο κέντρο της πόλης [47].

Στο αρκετά λεπτομερές σχέδιο που δημοσιεύτηκε το 1713 στο έργο του Lasor a Varea και φιλοτεχνήθηκε πιθανώς από τον Vandeyk (το σχέδιο υπογράφεται με τα αρχικά VDS [48]) αποδίδεται το κάστρο και η πόλη του Άργους, από τα Α/ΒΑ.

Όπως και στο σχέδιο του Coronelli, στο αριστερό άκρο της εικόνας υπάρχει ένα επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα που περιβάλλεται από ψηλό τοίχο. Στο εσωτερικό του διακρίνονται κυπαρίσσια και άλλα δέντρα, διάφορα κτίρια, καθώς και ένα μεγάλο τζαμί με οξυκόρυφη (τετράριχτη;) στέγη και ψηλό μιναρέ. Σχετικά με την ταύτιση του τζαμιού ο Sève αναφέρει ότι πρόκειται μάλλον για τη μετέπειτα εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, λόγω της θέσης του μνημείου στη νότια άκρη της πόλης. Η ταύτιση αυτή, αν και εν μέρει δικαιολογημένη, φαίνεται ωστόσο κάπως ανακόλουθη με την ταύτιση του τζαμιού στο κείμενο του Vandeyk όπου θεωρήθηκε ότι ήταν εκείνο του κέντρου της πόλης. Άλλωστε, και στο σχέδιο του Coronelli το μοναδικό εικονιζόμενο τζαμί, που ταυτίστηκε με εκείνο «της αγοράς», βρίσκεται μάλλον προς το νότιο άκρο της πόλης. Πιστεύουμε ότι σε όλες τις παραπάνω μαρτυρίες οι ταξιδιώτες και οι καλλιτέχνες αναφέρονται μάλλον στο μεγάλο τζαμί του κέντρου της πόλης, το οποίο ήταν πιθανώς το μοναδικό εκείνη την περίοδο που δέσποζε των υπόλοιπων κτιρίων του Άργους. Αν φαίνεται ότι βρίσκεται στο νότιο άκρο του οικισμού είναι μάλλον, επειδή αποδίδεται το κεντρικό τμήμα της πόλης και αυτό από τα βορειοανατολικά.

— Περίοδος Β’ Τουρκικής κυριαρχίας (1715-1821). Από το 18ο αιώνα, οι μαρτυρίες των περιηγητών είναι πολύ περισσότερες, συνοδευόμενες συχνά από χαρακτικά και σχέδια. Η πόλη εξακολουθεί ουσιαστικά να διατηρεί τη χαλαρή οικιστική της οργάνωση και μόνο στα τέλη του ίδιου αιώνα φαίνεται να αποκτά έναν πιο πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα τζαμιά που αναφέρονται είναι τώρα συνήθως δύο.

Ο Γάλλος αββάς Μ. Fourmont [49], στα 1729, είναι ο πρώτος που απεικονίζει, έστω πολύ σχηματικά, και τα δύο μουσουλμανικά τεμένη της πόλης (εικ. 12α-β). Ως προς τη θέση τους, το τζαμί της ΝΑ συνοικίας (μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος) βρίσκεται στο πρώτο πλάνο, ενώ εκείνο «της αγοράς» βρίσκεται λίγο δεξιότερα και πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας. Και τα δύο περιβάλλονται από συστάδες σπιτιών που αποτελούσαν πιθανώς τις δύο βασικές συνοικίες της μουσουλμανικής πόλης [50]. Όλα τα σχέδια του Fourmont που δημοσιεύονται από τον Sève (πέντε συνολικά, όλα από Α/ΝΑ) αποτελούν παραλλαγές ενός κοινού προτύπου το οποίο είναι πιθανώς το σχέδιο της εικ. 12α. Σε ορισμένα από αυτά, όπως το σχέδιο της εικ. 12β, φαίνεται ότι έχει επέμβει επαγγελματίας σχεδιαστής με αποτέλεσμα τα κτίρια να έχουν αποδοθεί με κάποια προοπτική [51] (για το λόγο αυτό το τέμενος «της αγοράς» φαίνεται μικρότερο).

 

(εικ. 12α) – (εικ. 12β)

 

Ένα μόνο τζαμί στην πόλη βλέπουν δύο περιηγητές που επισκέπτονται το Άργος μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, οι οποίοι όμως ενδιαφέρονται κυρίως για τις αρχαιότητες. Ο Βρετανός ιστορικός και αρχαιολόγος R. Chandler (γύρω στα 1765-66) αναφέρει «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών, που δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» [52], ενώ ο Γάλλος μηχανικός Foucherot (1780) [53], που ήρθε στην Ελλάδα με τον Fauvel, μιλάει για ένα τζαμί «με μία αρκετά όμορφη τούρκικη Μονή» [54]. Τα στοιχεία δεν είναι αρκετά για να μπορεί να προσδιοριστεί αν πρόκειται για το ίδιο τζαμί και ποιο από τα δύο ήταν αυτό. Υποθέτουμε, όπως και ο Sève, ότι και οι δύο περιηγητές αναφέρονται πιθανότατα στο τζαμί «της αγοράς» [55].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχέδια που έχουν αποδοθεί, μάλλον εσφαλμένα, στο Γάλλο ζωγράφο L.- F. Cassas (1782), ενώ ανήκουν πιθανότατα στο γνωστό συλλέκτη, αρχαιόφιλο και μετέπειτα πρόξενο της Γαλλίας στην Αθήνα L.- F.-S. Fauvel (1780) [56]. Σε δύο από αυτά[57] απεικονίζονται και τα δύο τζαμιά της πόλης. Στο πρώτο (εικ. 13α-β), μια άποψη της πόλης από τα Δ/ΝΔ, γίνεται κατανοητή η απόσταση μεταξύ των δύο τζαμιών: το ένα βρίσκεται στη ΝΑ άκρη της πόλης (στη θέση του Αγίου Κωνσταντίνου), ενώ το άλλο αρκετά βορειότερα. Στο δεύτερο σχέδιο (εικ. 14α-β), μια άποψη από τα ΒΑ, η απόσταση αυτή φαίνεται πολύ μικρότερη (τα δύο τζαμιά βρίσκονται σχεδόν στην ίδια ευθεία) λόγω της γωνίας από την οποία φιλοτεχνήθηκε το έργο [58]. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ στο πρώτο σχέδιο (άποψη από τα Δ/ΝΔ) το τζαμί «της αγοράς» αποδίδεται χωρίς μιναρέ, στο δεύτερο εμφανίζεται με το μιναρέ του. Τί να υποθέσουμε; Κάποιο λάθος του καλλιτέχνη ή κάποια χρονολογική διαφορά μεταξύ των σχεδίων; Ξέρουμε ότι ο Fauvel πήγε στην Πελοπόννησο δύο φορές, στα 1780 και στα 1787, μήπως τα σχέδια έγιναν στη διάρκεια των δύο διαφορετικών αυτών ταξιδιών στο μεσοδιάστημα των οποίων καταστράφηκε ο μιναρές του τζαμιού; (βλ. παρακάτω).

 

(εικ. 13α) – (εικ. 13β) – (εικ. 14α) – (εικ. 14β)

 

Σε σχέδιο του Βρετανού W. Walker (1803) [59], με λεζάντα Νότια άποψη του Άργους, στην πραγματικότητα όμως από ΝΑ (εικ. 15), διακρίνουμε ένα τζαμί στην άκρη της πόλης (αριστερά): πρόκειται με βεβαιότητα για το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Το τζαμί του κέντρου της πόλης δεν εικονίζεται στο σχέδιο, είτε δεν φαίνεται από το σημείο που στεκόταν ο καλλιτέχνης είτε βρίσκεται μέσα στη συστάδα των δένδρων, δεξιότερα, και δεν διακρίνεται, επειδή έχει πλέον χάσει το μιναρέ του (βλ. παρακάτω).

Ο Βρετανός sir W. Gell (1805) [60], μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, παρέδωσε μια αρκετά λεπτομερή περιγραφή της σύγχρονης πόλης και των αρχαιοτήτων της. Σε ένα από τα σχέδιά του (εικ. 16), όπου απεικονίζεται μια άποψη του Άργους από το κάστρο της Λάρισας [61], διακρίνονται οι νότιες παρυφές της πόλης με αραιά κτίσματα και στο βάθος ο αργολικός κόλπος. Μεταξύ των κτισμάτων διακρίνεται καθαρά ένα τζαμί το οποίο περιβάλλεται από κυπαρίσσια. Λόγω της θέσης του, στη ΝΑ άκρη της πόλης, δεν μπορεί να είναι άλλο από το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

 

(εικ. 15) – (εικ. 16)

 

Στο κείμενό του ο Gell αναφέρει δύο τουλάχιστον φορές το τζαμί αυτό, τη μια για να πει ότι «το Γυμνάσιο του Κυλάραβη … βρισκόταν πιθανώς στο σημείο που καταλαμβάνει σήμερα ένα μεγάλο τζαμί με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» [62]. Τη δεύτερη φορά, αφού έχει μόλις μιλήσει για τα αρχαία μέλη που βρίσκονται ενσωματωμένα σε μια μεγάλη εκκλησία στα νότια της πόλης (ασφαλώς την Παναγία), αναφέρει ότι «ένα από τα τζαμιά [της πόλης] λέγεται ότι οικοδομήθηκε από λιθόπλινθους που έφεραν από το Ασκληπιείο της Επιδαύρου. Ίσως να βρίσκονται εκεί και μερικές επιγραφές». Σίγουρα στην κατασκευή του Αγίου Κωνσταντίνου έχουν χρησιμοποιηθεί πολλά αρχαία μέλη τα οποία ωστόσο δεν χρειαζόταν να φέρουν από την Επίδαυρο, εφόσον υπήρχαν άφθονα τριγύρω.

Ο Βρετανός αρχαιολόγος Ε. Dodwell και ο Ιταλός ζωγράφος S. Pomardi ήρθαν μαζί στο Άργος, στα 1805, ενδιαφερόμενοι κυρίως για τις αρχαιότητες της πόλης. Ο πρώτος αναφέρει απλώς την ύπαρξη δύο τζαμιών [63]. Ο δεύτερος φιλοτέχνησε μια ενδιαφέρουσα άποψη του Άργους από τη Δειράδα, προς τα ΝΑ [64]. Στο βάθος, λίγο δεξιά, μόλις διακρίνεται ο μιναρές του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας. Όπως επισημαίνει ο Sève, το γεγονός ότι δεν απεικονίζεται το τζαμί «της αγοράς», ενώ από το σημείο που βρισκόταν ο καλλιτέχνης θα έπρεπε να φαίνεται, σημαίνει ότι αυτό έχοντας χάσει πλέον το μιναρέ του δεν διακρινόταν από μακριά. Για τον ίδιο λόγο, άλλωστε, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί [65].

Ο Βρετανός αξιωματικός W. Μ. Leake (1806), ο οποίος διακρίνεται για την ακρίβεια των περιγραφών του, σε σκαρίφημα με τη θέση των αρχαιοτήτων του Άργους σημειώνει την παρουσία ενός τζαμιού στο νότιο/νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης [66]. Το τζαμί αυτό θα πρέπει λογικά να είναι ο σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος, μόνο που έχει τοποθετηθεί – μάλλον κατά λάθος – πολύ πιο κοντά στους πρόποδες της Λάρισας.

Ο ζωγράφος και ποιητής W. Haygarth (1810) αναφέρει «ένα τούρκικο τζαμί κτισμένο στη θέση ενός αρχαίου ελληνικού ναού όπου βρέθηκε δάπεδο με μωσαϊκό το οποίο αφαίρεσε ο Βελή-Πασάς. Ο Πασάς είχε κάνει ανασκαφές στην πόλη…» [67]. Το τζαμί αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, όπου πράγματι ανασκαφές του Vollgraff έφεραν στο φως τμήματα μωσαϊκών.

Σε ένα από τα σχέδια του Γερμανού αρχιτέκτονα και αρχαιολόγου Κ. Haller von Hallerstein (1811), με τίτλο Άποψη του Άργους από το δρόμο της Τριτολιτζάς [68], απεικονίζεται η πόλη του Άργους από τα Ν/ΝΔ. Δυστυχώς το κλισέ που είχε στη διάθεσή του ο Sève ήταν, όπως σημειώνει και ο ίδιος, μέτριας ποιότητας με αποτέλεσμα οι λεπτομέρειες του σχεδίου να είναι δυσανάγνωστες. Διακρίνονται, ωστόσο, στο μέσον περίπου της εικόνας η γνωστή συστάδα των δένδρων με το κεντρικό τζαμί, χωρίς μιναρέ, και δεξιότερα το τζαμί της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του.

Ο Άγγλος αρχιτέκτων και αρχαιολόγος C. R. Cockerell (1811), ο οποίος συνεργάστηκε με τον Haller von Hallerstein, φιλοτέχνησε τέσσερα σχέδια του Άργους με εξαιρετικό ενδιαφέρον [69]. Μεταξύ αυτών ένα σκαρίφημα-πανόραμα της πόλης του Άργους, σε δύο φύλλα, από τους πρόποδες της Λάρισας (από Δ/ΒΔ) [70]. Στο κέντρο του σχεδίου, στο σημείο ένωσης των δύο φύλλων, διακρίνεται η συστάδα των δένδρων με το συγκρότημα του τζαμιού «της αγοράς», ενώ στο μέσον περίπου του δεύτερου φύλλου διαγράφεται καθαρά η σιλουέτα του τζαμιού της ΝΑ συνοικίας με το μιναρέ του. Σε μια άλλη άποψη της πόλης, από τα ΝΔ και από πιο κοντά (εικ.17), διακρίνεται αριστερά η συστάδα των κυπαρισσιών με το τζαμί «της αγοράς» και δίπλα του ο μεντρεσές στεγασμένος με θολίσκους. Γύρω από το τζαμί διακρίνεται ψηλός περίβολος. Δεξιότερα φαίνεται το τζαμί της ΝΑ συνοικίας. Το τελευταίο σχέδιο του Cockerell είναι μια λεπτομέρεια του συγκροτήματος του τζαμιού «της αγοράς».

Στη λιθογραφία του Βρετανού Η. W. Williams (1817) [71], όπου απεικονίζεται μια άποψη των νότιων παρυφών του Άργους από τη Δειράδα (εικ. 18), το τζαμί που μόλις διακρίνεται είναι με βεβαιότητα ο σημερινός ναός του Αγίου Κωνσταντίνου. Βρισκόμαστε στα τελευταία χρόνια της ζωής του μνημείου ως μουσουλμανικού τεμένους. Είναι ίσως η τελευταία φορά που απεικονίζεται ο μιναρές του, σε μερικά χρόνια θα αντικατασταθεί από ένα ταπεινό καμπαναριό.

 

(εικ. 17) – (εικ. 18)

 

Μετεπαναστατικά χρόνια

 

Η τύχη του τεμένους στα χρόνια που ακολούθησαν την έναρξη του αγώνα του 1821 δεν ήταν βέβαια χωρίς περιπέτειες. Αναφέρεται ότι «ώς τζαμίον τό είχε ποιμνιοστάσιον διά τά πρόβατά του ό τότε πανίσχυρος καί παντοδύναμος στρατηγός του Αγώνος Δημ. Τσώκρης (1798-1875), αλλά κατά τό 1871, χάρις εις τάς εύγενεΐς ένεργείας τοΰ μακαρίτη Ίωάννου Ζώη, ύπολοχαγοΰ τοΰ πεζικού, καθηγιασθέν δι’ έγκαινίων μετετράπη εις χριστιανικόν ναόν, τιμώμενον έν όνόματι τών άγιων και μεγάλων βασιλέων καί ίσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ελένης. Κατά τήν παράδοσιν ή ημέρα τών έγκαινίων έορτάσθη, πανδήμως πανηγυρικώτατα καί μετά πάσης έπισημότητος» [72].

Σύμφωνα με νεότερη έρευνα [73] το τζαμί είχε μετατραπεί σε ναό του Αγίου Κωνσταντίνου νωρίτερα, άγνωστο πότε ακριβώς αλλά πάντως κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, πιθανώς πριν από το 1828, εφόσον στο σχέδιο της πόλης του Άργους που καταστρώθηκε από τον Devaud στα 1829 το μνημείο αναφέρεται ως Eglise St. Constantin [74]. Άλλωστε και ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει το μνημείο «το όποιο προ μικρού είχον οί Τούρκοι ώς προσκύνημά των» ως ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης [75]. Την άνοιξη του 1828, κατά την επιδημία πανούκλας που μάστιζε την Αργολίδα, στεγάστηκε στο μνημείο στρατιωτικό νοσοκομείο [76]. Μετά τη λήξη της επιδημίας στο Άργος, και παρά τις συνεχείς αιτήσεις των τοπικών αρχών να πάψει αυτή η χρήση του κτιρίου, ο ναός φαίνεται ότι συνέχισε να λειτουργεί ως νοσοκομείο του ιππικού για αρκετά χρόνια ακόμη [77].

Σήμερα ο ναός αποτελεί παρεκκλήσιον του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Πέτρου, λειτουργεί στη χάρη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ενώ από το 1938 έχει κηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο [78].

 

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

 

Οι μαρτυρίες των περιηγητών και η γνώση των μουσουλμανικών τεμενών του Άργους

 

Στο τελευταίο μέρος της μελέτης, θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τη συμβολή των μαρτυριών των ταξιδιωτών και άλλων γραπτών πηγών στην καλύτερη γνώση των μουσουλμανικών τεμενών της πόλης.

Σε γενικές γραμμές οι μαρτυρίες των ταξιδιωτών δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικές στο θέμα αυτό. Οι περισσότεροι περιηγητές, κυρίως εκείνοι που έρχονται στο Άργος μετά τις αρχές το 18ου αι., αναφέρονται παρεμπιπτόντως στα μουσουλμανικά μνημεία, εφόσον το κύριο ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται στις αρχαιότητες της πόλης. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες παρατηρήσεις που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες για τα μουσουλμανικά τεμένη (για τον αριθμό, τη μορφή, τη θέση, την κατάσταση διατήρησής τους), πληροφορίες που βοηθούν να ανασυνθέσουμε όχι μόνο τη ζωή των συγκεκριμένων μνημείων αλλά έως ένα βαθμό και εκείνη των ανθρώπων που κινήθηκαν γύρω τους.

 

Αριθμός τεμενών και δημογραφική διάσταση

 

Γύρω στα μέσα του 17ου αι., όπως είδαμε παραπάνω (Τσελεμπί, 1668), υπήρχαν στην κάτω πόλη δύο κεντρικά τζαμιά και δέκα περίπου συνοικιακά μεστζίτια. Το τζαμί στη θέση του μετέπειτα Αγίου Κωνσταντίνου, εάν πράγματι ταυτίζεται με εκείνο της συνοικίας Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στα δύο μεγάλα τζαμιά, μαζί με εκείνο «της αγοράς». Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η πληροφορία του Τσελεμπί ότι ένα μικρό, παλιό τζαμί βρισκόταν πάνω στο λόφο της Λάρισας για τους πιστούς της μουσουλμανικής συνοικίας που υπήρχε μέσα στο κάστρο. Ο συνολικός αυτός αριθμός των τεμενών φαίνεται αρκετά μεγάλος (είναι ο μεγαλύτερος που αναφέρεται από ταξιδιώτη), γεγονός που σημαίνει ότι κατά την Α’ Τουρκοκρατία (1463-1686) οι Οθωμανοί αποτελούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού του Άργους.

Η επόμενη μαρτυρία σχετικά με τον αριθμό των τζαμιών, στα 1700 (Vandeyk), αναφέρει δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση και τρία ήδη ερειπωμένα. Βρισκόμαστε 15 χρόνια μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Βενετούς (1686), η οποία φαίνεται ότι υπήρξε μοιραία τόσο για τα μουσουλμανικά μνημεία όσο και για την παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη. Από τα δύο τζαμιά σε καλή κατάσταση, το πρώτο είναι σίγουρα εκείνο «της αγοράς», το οποίο μετατρέπεται σε κατάλυμα επισήμων Βενετών, ενώ το δεύτερο υποθέτουμε ότι είναι ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος, που κατά πάσα πιθανότητα είχε επίσης αλλάξει χρήση. Μεταξύ των ερειπωμένων τζαμιών θα ήταν ασφαλώς εκείνο του κάστρου της Λάρισας, ενώ τα άλλα δύο τα αγνοούμε [79].

Η φυγή των Τούρκων από το Άργος, το 1686, υπήρξε μαζική. Φαίνεται μάλιστα ότι ο οθωμανικός πληθυσμός παρέμεινε έκτοτε σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, ακόμη και μετά την ανακατάληψη του Άργους από τους Τούρκους (1715) [80]. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, ότι από το δεύτερο τέταρτο του 18ου αι. όλοι οι ταξιδιώτες αναφέρουν, στην καλύτερη περίπτωση, δύο μόνο τζαμιά [Fourmont (1726), Fauvel (1780), Dodwell (1805), Haller von Hallerstein και Cockerell (1811)]. Εάν, όπως αναφέρει o Leake, το 1806 οι Οθωμανοί δεν ήσαν πάνω από 60-80 οικογένειες, η λειτουργία δύο μόνο τζαμιών φαίνεται ρεαλιστική.

 

Ταυτότητα και ταύτιση τεμενών

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι κανείς από τους ταξιδιώτες δεν αναφέρεται στην ονομασία των τζαμιών. Ωστόσο, δύο από αυτά έγινε δυνατό να ταυτιστούν χάρη στον Κατάλογο των Οθωμανικών Μνημείων στην Ελλάδα του Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri) που συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους. Το μικρό τζαμί πάνω στο κάστρο της Λάρισας, που σύμφωνα με τον Τσελεμπί χτίστηκε από τον Μεχμέτ τον Πορθητή, πράγματι στον παραπάνω κατάλογο μνημονεύεται ως, Sultan Mehmed câmii [81]. Όσο για το τζαμί «της αγοράς», στον ίδιο κατάλογο αναφέρεται ότι ονομαζόταν Çarsi inÇide câmii [82]. Δυστυχώς για το τζαμί της ΝΑ συνοικίας, το σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο, δεν μπορέσαμε να βρούμε, τουλάχιστον έως το σημερινό στάδιο της έρευνας, κάποιο διαφωτιστικό στοιχείο για την ονομασία του.

Το γεγονός ότι οι ταξιδιώτες δεν αναφέρουν ποτέ την ονομασία των τζαμιών δημιουργεί συχνά μεγάλες δυσκολίες στην ταύτισή τους. Τις περισσότερες φορές η ταύτιση γίνεται δυνατή μόνο από τα συμφραζόμενα: στην περίπτωση λ.χ., που αναφέρεται ένα τζαμί «στη θέση ενός αρχαίου ναού» (Haygarth) ή «στη θέση του Γυμνασίου του Κυλάραβη» (Gell) υποθέτουμε το σημερινό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου. Ορισμένες φορές, όμως, και αυτά τα συμφραζόμενα είναι τόσο αόριστα, ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβει κανείς για ποιο τζαμί πρόκειται, όπως λ.χ. στην περίπτωση που αναφέρεται «ένα τζαμί στη σκιά των κυπαρισσιών» (Chadler) ή «με σχολείο και κυπαρίσσια τριγύρω» (Gell), όταν ξέρουμε ότι γύρω και από τα δύο τζαμιά υπήρχαν κυπαρίσσια, ίσως μάλιστα και σχολεία. Αλλά και τα σχέδια των καλλιτεχνών – ταξιδιωτών δεν βοηθούν πάντοτε στην ταύτιση των τζαμιών, επειδή συχνά είναι ανακριβή ή ελλιπή (συχνή απεικόνιση ενός μόνο τζαμιού, Coronelli, VDS, Leake).

Τοπογραφικά προβλήματα. Η ελλιπής πληροφόρηση εκ μέρους των ταξιδιωτών όσον αφορά στα οθωμανικά κτίρια δεν δημιουργεί προβλήματα μόνο σε σχέση με την ταύτιση των τζαμιών αλλά και με την τοπογραφία τους. Έτσι, το τζαμί της αγοράς, του οποίου έχουν χαθεί πλέον τα ίχνη, είναι άγνωστο σε ποιο ακριβώς σημείο βρισκόταν. Η θέση του «κοντά στην αγορά» είναι αρκετά αόριστη, αλλά με δεδομένο ότι η περιοχή όπου ήταν συγκεντρωμένα τα περισσότερα επίσημα οθωμανικά κτίρια (οικία βοεβόδα, σχολείο, λουτρό, παζάρι, χάνι) βρισκόταν περίπου στο σημερινό κέντρο της πόλης [83] (ανατολικότερα των στρατώνων του Καποδίστρια) μπορούμε να υποθέσουμε ότι και το τζαμί της αγοράς βρισκόταν κάπου εκεί. Ο Δ. Πύρρος (1829) αναφέρει ότι δυτικά του ναού του Αγίου Δημητριού [84] «οί Τούρκοι πρό μικρού ειχον τό σχολεΐον αυτών, όλον από κυβικούς λίθους καί μάρμαρα πεποιημένον καί μέ μόλυβδον οκεπασμένον» [85].

Από αναφορές διαφόρων περιηγητών και τα σχέδια του Cockerell γνωρίζουμε ότι μεγάλο σχολείο (μεντρεσές) βρισκόταν μέσα στο συγκρότημα του τζαμιού της αγοράς. Αν πρόκειται για το ίδιο σχολείο με αυτό που περιγράφει ο Πύρρος, κάτι που φαίνεται πολύ πιθανό [86], τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κεντρικό μουσουλμανικό τέμενος βρισκόταν και αυτό δυτικά του σημερινού ναού του Αγίου Δημητρίου [87]. Άλλωστε, η θέση αυτή φαίνεται να συμφωνεί με αρκετά σχέδια περιηγητών (Cassas/Fauvel, Cockerell) όπου το τζαμί αυτό βρίσκεται στο ΒΑ τμήμα της πόλης.

Όσο για το τζαμί στη γειτονιά Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ, όπως το αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι ταυτίζεται με το τζαμί στη θέση του μετέπειτα ναού του Αγίου Κωνσταντίνου [88]. Αν η συνοικία Μπεσικλέρ/Σεμπεκλέρ είναι η ίδια με τη συνοικία του Καραμούτζα, η οποία σύμφωνα με τους Ζεγκίνη και Τσακόπουλο βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης, τότε πράγματι πρόκειται για το ίδιο τζαμί. Η ταύτιση των δύο συνοικιών υποθέτουμε ότι έχει γίνει επειδή τόσο ο Τσελεμπί όσο και οι Ζεγκίνης και Τσακόπουλος αναφέρουν αντίστοιχα ότι ήταν «μία άπό τις πλουσιότερες του ’Άργους» [89] και ότι «μέχρι τής άπελευθερώσεως εκεί βρισκόταν ή τουρκική άριστοκρατική συνοικία» [90].

 

Ιστορικά στοιχεία για τα τεμένη του Άργους

 

Το τζαμί του κάστρου της Λάρισας

Για τη μορφή του τζαμιού αυτού δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο εκτός από ότι ήταν μικρό. Πρόκειται ίσως για το παλαιότερο τζαμί εφόσον, όπως είδαμε παραπάνω, φέρει την ονομασία του Μωάμεθ του Πορθητή (1451-1481) και επομένως φαίνεται ότι οικοδομήθηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Τουρκοκρατίας (πριν από το 1481;). Το μικρό αυτό τζαμί εγκαταλείφθηκε νωρίς, πιθανότατα συγχρόνως με τη συνοικία που το πλαισίωνε, ίσως γύρω στα τέλη 17ου αι. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η εγκατάλειψη αυτή έγινε το 1686. στο τέλος της Α’ τουρκικής κυριαρχίας, όταν ο Σερασκέρης Ισμαήλ-Πασάς, μετά από την ήττα του σε μάχη με τους Βενετούς υπό τον Μοροζίνη, «άποθαρρυνθείς έγκατέλειψε τό ’Άργος καί έφυγεν εις Κόρινθον συμπαραλαβών καί όλον τόν ’Οθωμανικόν πληθυσμόν τοΰ Άργους» [91]. Κατά τις εργασίες ανοικοδόμησης του κάστρου από τους Βενετούς το τζαμί πιθανότατα ισοπεδώθηκε.

 

Το τζαμί «της αγοράς»

Σύμφωνα τον Τσελεμπί (1668), το τζαμί αυτό ήταν το επιβλητικότερο όλων, γεγονός αναμενόμενο, άλλωστε, εφόσον βρισκόταν στο κεντρικότερο σημείο της πόλης και αποτελούσε όχι μόνο το επισημότερο μωαμεθανικό τέμενος αλλά και το κατεξοχήν κτίριο σημασιοδότησης του χώρου. Σε όλα τα σχέδια, από τα πιο σχηματικά (Coronelli, Fourmont) έως το πιο ρεαλιστικό (Cockerell), απεικονίζεται με ψηλό περίβολο που περικλείει διάφορα προσκτίσματα, μεταξύ των οποίων το μεντρεσέ [92], καθώς και πολλά δέντρα.

Το γεγονός ότι το τζαμί της αγοράς ήταν χτισμένο «με τον παραδοσιακό Τρόπο», όπως αναφέρει ο Τσελεμπί, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν από τα παλαιότερα. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την ανέγερσή του, όσο και ο σχεδιασμός και η εκτέλεση του σχετικά μνημειώδους οικοδομικού του προγράμματος θα πρέπει να απαίτησαν κάποιο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η ανάγκη εξοθωμανισμού του αστικού χώρου θα πρέπει να ήταν πιεστική.

Με βάση τα παραπάνω υποθέτουμε ότι το τζαμί αυτό θα πρέπει να κτίστηκε γύρω στις αρχές του 16ου αι. Ένα στοιχείο που ενισχύει τη χρονολόγηση αυτή αποτελεί η μαρτυρία του Πύρρου ότι ο μεντρεσές του Άργους (ο οποίος βρισκόταν πιθανότατα στο ίδιο συγκρότημα με το τζαμί) ανακαινίστηκε επί Σουλτάνου Βαγιαζίτ (1481-1512) [93]. Υποθέτουμε ότι οι οικοδομικές εργασίες στο συγκρότημα τζαμιού-μεντρεσέ έγιναν συγχρόνως.

Από τα τέλη του 18ου αι. το τζαμί εμφανίζεται στα σχέδια των ταξιδιωτών χωρίς το μιναρέ του. Ο ακριβής χρόνος της απώλειας αυτής θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο διάστημα μεταξύ του 1770 και 1780, εφόσον ο τελευταίος που μιλάει για ένα τζαμί που «δεσπόζει των κτιρίων του Άργους» είναι ο Chandler (1765-66), ενώ σε ένα από τα σχέδια του Cassas/Fauvel (1780) δεν έχει πλέον μιναρέ. Στα σχέδια του Cockerell (1811) το τζαμί της αγοράς σχεδόν δεν διακρίνεται μέσα από την πυκνή συστάδα δένδρων που το περιβάλλει. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, όπως σημειώθηκε παραπάνω, πολλοί περιηγητές, από τα τέλη του 18ου αι., δεν μιλούν παρά μόνο για ένα τζαμί, τον μετέπειτα Άγιο Κωνσταντίνο. Η καταστροφή του μιναρέ μπορεί να οφείλεται σε κάποιο φυσικό φαινόμενο (σεισμό;) ή να συνδέεται με τα αιματηρά γεγονότα της αποτυχημένης εξέγερσης του 1770 (Ορλωφικά) και της αθρόας εισβολής Αλβανών που ακολούθησε με δραματικές συνέπειες για τον τόπο [94]. Εντύπωση προκαλεί, ωστόσο, το γεγονός ότι ο μιναρές δεν επισκευάστηκε ποτέ. Το στοιχείο αυτό θα πρέπει αφενός να συσχετίζεται με την εξαιρετικά ισχνή παρουσία του τουρκικού στοιχείου στην πόλη (βλ. παραπάνω) και αφετέρου να υποδηλώνει τη μικρή σημασία που έδιναν πλέον οι οθωμανικές αρχές σε θέματα με συμβολική σημασία τουλάχιστον σε δευτερεύουσες πόλεις όπως το Άργος.

Το τζαμί «της αγοράς» φαίνεται ότι καταστρέφεται ολοκληρωτικά στη διάρκεια των εκρηκτικών πρώτων χρόνων της επανάστασης, πιθανότατα μετά την αφαίρεση του μολύβδου της στέγης του, από Έλληνες επαναστάτες (υπό τον Νικηταρά) οι οποίοι, το Μάιο του 1821, «παρέλαβον καί μετήνεγκον τόν μόλυβδον επί 122 περίπου ζώων… έξ αυτών δέ έχύθησαν έν Δημητσάνη σφαΐραι» [95].

 

Το τζαμί της γειτονιάς Μπεσικλέρ – Σεμπεκλέρ. Ο μετέπειτα Άγιος Κωνσταντίνος

 

Για το τζαμί αυτό, – για τις δυσκολίες ταύτισης του οποίου μιλήσαμε παραπάνω – υπάρχει μια μακρά φιλολογία ότι κτίστηκε στα θεμέλια αρχαίου μνημείου (Gell 1805. Haygarth 1810) [96]. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις έως σήμερα ανασκαφικές έρευνες, εφόσον τα λείψανα που έχουν έρθει στο φως στον περιβάλλοντα χώρο του δεν χρονολογούνται πριν από τα υστερορωμαϊκά χρόνια (βλ. παραπάνω). Πιθανότερο φαίνεται να έχει κτιστεί στα θεμέλια παλαιοχριστιανικού ή βυζαντινού μνημείου τόσο με βάση τη μορφή του [97] όσο και τα αρχιτεκτονικά λείψανα που έχουν ανασκαφεί στο άμεσο περιβάλλον του (βλ. παραπάνω).

Όπως είδαμε παραπάνω, από την αρχιτεκτονική ανάλυση του μνημείου προέκυψε ότι στη μουσουλμανική περίοδο της ζωής του υπήρξαν δύο βασικές οικοδομικές φάσεις: η ανέγερσή του ως απλό τετράγωνο κτίριο, πιθανότατα προσευχής (μεστζίτ), και η μετασκευή του σε τζαμί με την προσθήκη θολωτής στοάς στην πρόσοψη και μιναρέ. Τα στοιχεία που διαθέτουμε για να χρονολογήσουμε τις φάσεις αυτές είναι, δυστυχώς, ελάχιστα.

Σχετικά με το τζαμί αυτό, ο Τσελεμπί, στα μέσα του 17ου αι., αναφέρει απλώς ότι είναι «σε καλή κατάσταση». Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μας, ότι πρόκειται για ένα παλιό τζαμί, το οποίο παρά την ηλικία του διατηρείται σε καλή κατάσταση. Με βάση το δεδομένο αυτό καθώς και τα στοιχεία που προέκυψαν από την τυπολογική του ανάλυση, δεν θεωρούμε αβάσιμη την άποψη ότι κτίζεται γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα [98], αν όχι νωρίτερα. Ίσως μάλιστα η ανέγερσή του σχετίζεται με τη μακρόχρονη περίοδο ηρεμίας στις σχέσεις μεταξύ Τούρκων και Βενετών (διάρκειας 150 χρόνων περίπου) η οποία σημειώνεται μετά την υπογραφή της συνθήκης του 1540.

Σχετικά με τη χρονολόγηση της μετασκευής του μνημείου σε τζαμί, ή σε μεγαλύτερο τζαμί, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε δύο υποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση, η μετασκευή του κτιρίου γίνεται πριν από τα μέσα του 17ου αι. (γύρω στα 1650;), πριν από το τέλος δηλαδή της Α’ Τουρκοκρατίας (1463-1686), όταν το οθωμανικό στοιχείο στην πόλη ήταν ακόμη ανθηρό. Στην περίπτωση αυτή ο Τσελεμπί (1668) είδε το τζαμί με μιναρέ αλλά απλώς δεν το θεωρεί άξιο λόγου να το αναφέρει [99], ενώ οι Coronelli (1687) και VDS (1700) δεν απεικονίζουν καθόλου το τζαμί πιθανώς επειδή ήταν απόκεντρο. Σύμφωνα με τη δεύτερη υπόθεση, η οποία μας φαίνεται πιθανότερη, η μετασκευή γίνεται μετά τη φάση εγκατάλειψης του μνημείου κατά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715), στην αρχή δηλαδή της Β’ τουρκικής κυριαρχίας στην πόλη (1715). Στην περίπτωση αυτή δικαιολογημένα δεν αναφέρει το μιναρέ του ο Τσελεμπί, εφόσον δεν τον είδε, ενώ οι Coronelli και VDS δεν απεικονίζουν το τζαμί, επειδή δεν ξεχώριζε ακόμη στο τοπίο της πόλης. Σε κάθε περίπτωση το 1729 το τζαμί έχει πλέον μιναρέ, εφόσον έτσι το σχεδιάζει ο Fourmont. Παραπάνω αναφερθήκαμε στην εξαιρετικά ισχνή παρουσία του οθωμανικού στοιχείου στην πόλη κατά τη διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας. Η μετασκευή του τζαμιού στην αρχή αυτής της περιόδου ίσως υποδηλώνει ακριβώς τη συγκέντρωση του συρρικνωμένου οθωμανικού πληθυσμού στο ανατολικό τμήμα της πόλης και την κατάργηση όλων των άλλων τζαμιών. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι και τα επίσημα οθωμανικά κτίρια βρίσκονται πλέον σε αυτό το τμήμα του Άργους.

Σύμφωνα με δύο σχέδια που χρονολογούνται στα 1805 (Gell, Pomardi), το τζαμί εμφανίζεται για πρώτη φορά πλαισιωμένο από μεγάλα κυπαρίσσια. Η δενδροφύτευση θα πρέπει να χρονολογείται στα τέλη του 18ου αι. και να σχετίζεται πιθανώς με κάποια διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου (στο σχέδιο του Gell διακρίνεται μια μεγάλη πλατεία βορείως του τεμένους) και όχι με την παρουσία του γνωστού μουσουλμανικού κοιμητηρίου, το οποίο πρέπει να καταλάμβανε τον ελεύθερο χώρο νοτίως του τζαμιού.

 

Συμπεράσματα

 

Από την παραπάνω αρχιτεκτονική και ιστορική διερεύνηση του μνημείου προκύπτουν ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία ωστόσο δεν δίνουν οριστικές απαντήσεις σε βασικά προβλήματα που αφορούν κυρίως στην ταύτιση και τη χρονολόγησή του.

  1. Η ονομασία του τζαμιού παραμένει άγνωστη, εφόσον δεν αναφέρεται σε καμία από τις γνωστές, σε εμένα τουλάχιστον, γραπτές πηγές. Δεν είναι μάλιστα απολύτως βέβαιο ότι το τζαμί που αναφέρει ο Τσελεμπί στη συνοικία Μπεσικλέρ ταυτίζεται με το μετέπειτα ναό του Αγίου Κωνσταντίνου [100].
  1. Ως προς τον ακριβή χρόνο ανέγερσης του τζαμιού μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν. Η απλή τυπολογία του δεν αποκλείει το μνημείο να είναι πρώιμο έργο (αρχές ή μέσα 16ου αι.) αλλά η διαχρονικότητα του απλού αυτού τύπου δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές χρονολογικό κριτήριο.
  1. Η μακρόχρονη ζωή του μνημείου δικαιολογεί απόλυτα τις διάφορες αρχιτεκτονικές επεμβάσεις (προσθήκες, επισκευές, μετασκευές) που το βοήθησαν να επιβιώσει στο χρόνο και να ανταποκριθεί στις αλλαγές χρήσης και σημασιοδότησής του. Τρεις τουλάχιστον φαίνεται ότι ήταν οι κύριες οικοδομικές φάσεις του: στην πρώτη φάση, πιθανώς γύρω στα μέσα 16ου αι., ανέγερση ενός απλού τετράγωνου κτίσματος που χρησίμευε μάλλον ως συνοικιακός χώρος προσευχής (μεστζίτ). Σε μια δεύτερη φάση το κτίριο αναβαθμίζεται σε μεγάλο τζαμί με προσθήκη μιναρέ και στοάς στην πρόσοψη. Η φάση αυτή δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν τοποθετείται στα μέσα του 17ου ή τις αρχές του 18ου αι., δηλαδή πριν ή αμέσως μετά τη Β’ Βενετοκρατία (1686-1715). Στην τελική φάση, λίγα χρόνια μετά την ελληνική επανάσταση, το τζαμί μετατρέπεται σε χριστιανικό ναό με περιορισμένες μετασκευές οι οποίες δεν έχουν αλλοιώσει ουσιαστικά την αρχική του μορφή.
  1. Η υπόθεση ότι το τζαμί κτίζεται στα θεμέλια υστερορωμαϊκού/παλαιοχριστιανικού ή πιθανότερα βυζαντινού μνημείου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ωστόσο, υπέρ της άποψης ότι κτίστηκε εξαρχής ως τζαμί συνηγορεί ο διαφορετικός προσανατολισμός του σε σχέση με εκείνον των χριστιανικών εκκλησιών: το μνημείο ακολουθεί τον άξονα ΒΔ/ΝΑ, ο τοίχος του μιχράμπ είναι δηλαδή στραμμένος προς τη Μέκκα.
  1. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να φωτιστούν πολλά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα σχετικά με την ιστορία του μνημείου θα ήταν η περαιτέρω αρχιτεκτονική μελέτη (μετά από αφαίρεση κονιαμάτων, αποτοίχιση παραθύρων, κά.) αλλά κυρίως η ανασκαφική έρευνα στα θεμέλια του μνημείου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεστζίτ=δευτερεύων χώρος προσευχής, χωρίς μιναρέ, για τις καθημερινές πέντε προσευχές εκτός Παρασκευής.

[2] Ο χώρος του μνημείου ορίζεται στα νότια από την οδό Μεσσηνίας – Αρκαδίας (πρώην Ατρέως), στα ανατολικά από την οδό Αγίου Κωνσταντίνου, στα βόρεια από τριώροφη νεόδμητη οικοδομή με έκθεση αυτοκινήτων στο ισόγειο (οικόπεδο Πούλου) και στα δυτικά από το απαλλοτριωμένο οικόπεδο Φλώρου, όπου έχουν έρθει στο φως σημαντικά χριστιανικά αρχιτεκτονικά λείψανα από την 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

[3] Ζεγκίνης 274.

[4] Από το 1937 έως το 1970 κατοικούσε εκεί η Βασιλική Δεληδημητρίου και ακολούθησε η Αικατερίνη Δεληδημητρίου έως το 1991. Έκτοτε το σπιτάκι παραμένει ακατοίκητο, εφόσον η νέα νεωκόρος, Κωνσταντίνα Δεληδημητρίου, διαμένει αλλού.

[5] Θύρα στο ίδιο ακριβώς σημείο φαίνεται ότι υπήρχε στο τζαμί του Κάτω Συντριβανιοΰ στην Αθήνα (1759), το οποίο είχε και ανάλογη κάτοψη (Τραυλός 203).

[6] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκατέρωθεν των τριών αυτών παραθύρων διακρίνονται, στις εξωτερικές όψεις των τοίχων, κάθετες ρωγμές που ξεκινούν από τη στέγη και φθάνουν λίγο χαμηλότερα από την ποδιά των παραθύρων. Στη φάση αυτή της μελέτης δεν γνωρίζουμε τους λόγους που δημιούργησαν τις ρωγμές. Ίσως οφείλονται στην ύπαρξη προγενέστερων μεγαλύτερων ανοιγμάτων που περιορίστηκαν αργότερα.

[7] Τον προσανατολισμό του μνημείου ο Τσακόπουλος (22) παραβάλλει με εκείνον της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.

[8] Μπούρας 332.

[9] Στην εξωτερική όψη του τυμπάνου διατηρούνται ίχνη γαλανού χρώματος.

[10] Ο Friedrichsthal (1834) αναφέρει ότι είδε μισή ντουζίνα λογχωτών που είχαν κρεμάσει τον εξοπλισμό τους στους τοίχους και κοιμούνταν κάτω από το θόλο, διακοσμημένο με στίχους από το κοράνι (Seve 1979,30,183).

[11] Ο Ζεγκίνης (274) αναφέρει ότι το τζαμί «ήτο έκ μολύβδου κεκαλυμμένον».

[12] Δεν αποκλείεται, όμως, η κόγχη αυτή να υπήρχε εξαρχής ως δεύτερο μιχράμπ.

[13] Δυστυχώς σε κακή κατάσταση διατήρησης.

[14] Ο Τσακόπουλος (22) αναφέρει ότι τα μανουάλια και το προσκυνητάρι προέρχονταν από την παλαιότερη, αντικατασταθείσα σκευή του ναού του Αγίου Πέτρου, όπου το δεύτερο εχρησίμευε ως αρχιερατικός θρόνος.

[15] Μπούρας 333.

[16] Πλινθοπερίκλειστο σύστημα τοιχοποιίας, τρούλλοι, ημιχώνια.

[17] Στην Προύσσα, πρώτη πρωτεύουσα των Οσμανλιδών και κοιτίδα ενός πρώιμου  αρχιτεκτονικού ρυθμού (LJnsal 5).

[18] Το μεστζίτ του Κουτσούκ Αγά μεντρεσέ στην Αμάσεια, με την ίδια ακριβώς κάτοψη (Gabriel 57), χρονολογείται στα τέλη του 15ου αι. Στην ίδια περίοδο χρονολογείται και το τζαμί Φιρύζ Αγά στην Πόλη (Goodwin, 167). Όμοια κάτοψη, αλλά με λίγο μικρότερες διαστάσεις (±12.5χ 12.5μ.) και τέσσερα παράθυρα στους πλάγιους τοίχους, έχει το τζαμί που χτίζεται στο εσωτερικό του Παρθενώνα στα τέλη του Που ή στις αρχές του 18ου αιώνα (Τραυλός 202).

[19] Gabriel 57.

[20] Δημακοπούλου・ Touchais – Divari-Valakou 10 και πίν. VI.

[21] Touchais 74, 77-78″ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. VII. Για μια σύνθεση των δεδομένων, βλ. επίσης Pierart – Touchais 13-17.

[22] Touchais – Divari-Valakou 14-16・ Μπαρακάρη-Γλένη 278 και πίν. IX. Για μια σύνθεση των δεδομένων στην Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική, βλ. επίσης Pierart – Touchais 21-25.

[23] Barakari – Pariente 165-168″ Μπαρακάρη-Γλένη 271,273-279 και πίν. Χ-ΧΙ.

[24] Barakari – Pariente 168,172-173,175″ Μπαρακάρη-Γλένη 272-273,278 και πίν. XII.

[25] Μπανάκα-Δημάκη et al. 329-333 και πίν. XIII. Μπαρακάρη-Γλένη 271-272, 278″ Μπανάκα-Δημάκη 389.

[26] Έχει εκφραστεί η άποψη ότι ανατολικότερα του ναού πρέπει να πέρναγε το ανατολικό σκέλος του αρχαίου τείχους ακολουθώντας ΒΔ κατεύθυνση (Πιτερός 188). Κατά τον Pierart (1982. 147) το τείχος πέρναγε δυτικότερα.

[27] Πιτερός 189-190 και εικ. 6.

[28] Παυσ. II 22,8. Πλούτ., Πύρ. 34,4.

[29] Πιτερός 189-190. Pierart 1982,149-15Τ του ιδίου 1998, 342, 348.

[30] Εκτεταμένο δάπεδο από ψηφιδωτό, καθώς και ένα δεύτερο, εκτεταμένο επίσης δάπεδο με πλακόστρωση από κυανές πλάκες, ανατολικότερα (Vollgraff 178-179). Στα κατάλοιπα αυτά, ορατά «εις τό όπισθεν μέρος τοΰ Δ. τοίχου του ναού» αναφέρεται ασφαλώς και ο Τσακόπουλος (21).

[31] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328 και πίν. XIV- Abadie-Reynal 397-398.

[32] Μπανάκα-Δημάκη et al. 331-332, Abadie-Reynal 399.

[33] Ανασκαφές οικοπέδων Φλώρου και Περδικάρη, Μπανάκα-Δημάκη et al. 331. Βλ. επίσης Pierart – Touchais 89-90.

[34] Οικονόμου-Laniado 407.

[35] Μπανάκα-Δημάκη et al. 328′ Abadie-Reynal 400-402.

[36] Την πληροφορία οφείλω στο Γιώργο Τσεκέ, τον οποίο και ευχαριστώ.

[37] Για μια συνθετική εικόνα βλ. Pierart – Touchais 98-100.

[38] Πλήρης και αναλυτική βιβλιογραφία για τους περιηγητές και καλλιτέχνες που επισκέφτηκαν το Άργος περιέχεται στο πολύτιμο αλλά ανέκδοτο έργο του Sève 1979, 9-59 (αντίγραφο στα αρχεία της Γαλλικής Σχολής Αθηνών), καθώς και στο Sève 1998.

[39] Sève 1979,224-227.

[40] Sève 1979,228-231.

[41] Υπάρχουν περισσότερες από μία εκδοχές του κειμένου. Η ελληνική μετάφραση του Τσελεμπί που είχα στη διάθεσή μου (Λούπης 1999) περιλαμβάνει λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αναφέρονται στη γαλλική μετάφραση που διαθέτει ο Sève (1979,224 σημ. 2 και 3). Στη μετάφραση του Sève οι συνοικίες αναφέρονται ως Σεμπεκλέρ και Κυάνυα (1979,227 και σημ. 14).

[42] Sève 1979,387-388 και πίν. Ι ίδιου 1998, εικ. 1 και εικ. εξωφύλλου.

[43] Sève 1979, πίν. II και II bis.

[44] Φαίνεται μάλλον απίθανο να πρόκειται για δεύτερο, χαμηλότερο μιναρέ.

[45] Sève 1979,387. Αξιοπερίεργο είναι ότι στην κάτοψη του Coronelli διακρίνονται δύο κτίρια που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε τζαμιά, εκείνο που σημειώνει ο Sève στο σκαρίφημα II bis, καθώς και ένα μεγαλύτερο αριστερότερα, με οκταγωνική κάτοψη και προσκτίσματα.

[46] Sève 1979,235.

[47] Sève 1979,181,234-235, 1998,423.

[48] Sève 1979, 388-389 και πίν. IV-IV bis- ιδίου 1998, 421, 423 και εικ. 3. Ο Sève (1979, 389, ίδιου, 1998,421 σημ. 42) αναρωτιέται αν τα αρχικά YDS σημαίνουν V(an) D(eyk) S(sulpsit).

[49] Sève 1979,16, 239-255, 390-394 και πίν. VI-X, LXIII, ιδίου 1993,12, 31-35, 38-39 και εικ. 1-2,6, ιδίου 1998,423 και εικ. 4-5.

[50] Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα σχέδια του Fourmont η πόλη φαίνεται να είναι μετατοπισμένη ελαφρώς νοτιότερα και τα κτίρια/σπίτια συγκεντρωμένα σε δύο πυκνότερες συνοικίες, η πρώτη στους πρόποδες της Λάρισας, λίγο βορειότερα των Θερμών, και η δεύτερη στα νοτιοανατολικά. Η οργάνωση αυτή αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στην εικόνα κατοίκησης του Άργους στην παλαιοχριστιανική και βυζαντινή εποχή, σύμφωνα με το τοπογραφικό σχέδιο που δημοσιεύεται στο Pariente – Touchais πίν. XIV.

[51] Sève 1979,392-393.

[52] Sève 1979,17,181.

[53] Sève 1979,17,181-182,256-257, ιδίου 1993,12.

[54] Ίσως να εννοεί το μεντρεσέ.

[55] Sève 1979.181-182′ ίδιου 1998,423.

[56] Sève 1979,395-397 και πίν. XIII-XV, ιδίου 1993,37,56-57 εικ. 4-5, ιδίου 1998,423,430 εικ. 6. Για την πατρότητα των σχεδίων, βλ. Sève 1998,426 addendum.

[57] Sève 1979, πίν. XV και XV bis- ιδίου 1993,57 εικ. 5α-β, ιδίου 1998,430 εικ. 6.

[58] Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Sève (1979,397), από κάποιο λάθος αντιγραφής το σχέδιο είναι αναστραμμένο (το δεξί τμήμα της πόλης βρίσκεται αριστερά). Εδώ το έχουμε επαναφέρει στη σωστή του κατεύθυνση.

[59] Sève 1979,398 και πίν. XVII, ιδίου 1998,421,431 εικ. 7.

[60] Sève 1979,19,268-278,398-400 και πίν. XVI1I-XX, ίδιου 1998,418,420-422 και εικ. 8-9.

[61] Sève 1979, πίν. XX- ιδίου 1998,432 εικ. 9.

[62] Sève 1979, 270. Επειδή στο σχέδιο του Gell δεν διακρίνεται ο μεντρεσές, ο Sève (σημ. 7) υποθέτει ότι ο συγγραφέας μπορεί, κατά λάθος, να περιγράφει το τζαμί της αγοράς, το οποίο συχνά αναφέρεται ότι περιλάμβανε και μεντρεσέ. Όμως είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το τζαμί της ΝΑ συνοικίας περιλάμβανε μεντρεσέ (Ζεγκίνης 274), πιθανότατα όχι από την ίδρυσή του, ο οποίος μπορεί να ήταν σίγουρα μικρότερος και επομένως δυσδιάκριτος.

[63] Sève 1979,280,400.

[64] Sève 1979,279,400 και πίν. XXIII, ιδίου 1998,423,432 εικ. 10.

[65] Sève 1998,423.

[66] Sève 1979,287-295 και πίν. XXIV- ιδίου 1998,433 εικ. 11.

[67] Sève 1979,298.

[68] Sève 1979,404 και πίν. XXXI・ ιδίου 1998,436 εικ. 18.

[69] Sève 1979,403Μ04 και πίν. XXVII-XXX- ιδίου 1998, 420-421,423,434-436 εικ. 14-17.

[70] Το σχέδιο αυτό, αν και πολύ ενδιαφέρον, δεν μπορούμε να αναδημοσιεύσουμε, επειδή το κλισέ που διαθέτουμε δεν είναι καλής ποιότητας.

[71] Sève 1979,406 και πίν. XXXVI- ιδίου 1998,423,437 εικ. 19.

[72] Ζεγκίνης 294.

[73] Δωροβίνης 86.

[74] Δωροβίνης, όπ. π.

[75] Sève 1979.332.

[76] Στο σχέδιο του Borroczyn (1831) αναφέρεται ως Hopital. Επιπλέον ο Δ. Περρούκας, ο οποίος είχε διοριστεί ‘Εφορος Υγείας για την περιφέρεια, σε έγγραφο του (5.6.1828), αναφέρεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο της πόλης και μάλιστα μνημονεύει το οργανωτικό μέτρο που πήρε να μεταφέρονται οι ασθενείς «εις μίαν άκραν», «εις τό Νοσοκομείον». Σε πίνακα επισυναπτόμενο στο έγγραφό του ρητά αναφέρει «Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος» (Δωροβίνης, όπ. π.). Το σχέδιο Borroczyn δημοσιεύει και ο Sève 1979, πίν. XLIII.

[77] Στα 1830, σε έγγραφα του αρχηγού του στρατού Gerard και του αξιωματικού Βαλλιάνου αναφέρονται προϋπολογισμοί «για την κατασκευή θεραπευτηρίου για τους αρρώστους του ιππικού μέσα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου». Φαίνεται ότι παρά τη λειτουργία του ως θεραπευτηρίου ο χώρος του ναού δεν επαρκούσε εφόσον πάγειο αίτημα, έως τουλάχιστον το 1831, εξακολουθούσε να είναι η ανεύρεση πρόσθετου ευρύχωρου καταλύμματος για τις ανάγκες των ασθενών στρατιωτών (Δωροβίνης 87).

[78] Με Βασιλικό Διάταγμα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 30, τεύχος Α’.

[79] Ο Τσελεμπί αναφέρει δύο τζαμιά σε συσχετισμό με τα δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) του Άργους. Το πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Pasa Camii), ενώ το δεύτερο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal Ibrahim Efendi Camii). Για τα δύο αυτά τζαμιά δεν έχουμε άλλα στοιχεία (Τσιανάκας).

[80] Πα μια επισκόπηση της σύνθεσης του πληθυσμού του Άργους, από τα μέσα του 17ου έως τα μέσα του 19ου, με βάση τις μαρτυρίες των ταξιδιωτών, βλ. Sève 1979,207-208. Στην επισκόπηση αυτή μαθαίνουμε, λ.χ., ότι το 1720 οι Τούρκοι ήταν 15-20 έναντι 300 Ελλήνων (de Pellegrin), το 1799 τα 6/8 του πληθυσμού ήταν Έλληνες (Pouqueville), το 1806 οι Τούρκοι ήσαν 60-80 οικογένειες (Leake), ενώ το 1810 οι μοναδικοί Τούρκοι ήταν ο διοικητής και οι στρατιώτες (Galt).

[81] Ayverdi 244-245.

[82] Ayverdi, όπ. π., σημ. 81. Να σημειώσουμε ότι Çarsi στα τουρκικά σημαίνει αγορά-παζάρι.

[83] Sève 1979,192-197, ιδίου 1998,424, Ζεγκίνης 274-275.

[84] Ο Πύρρος, όπως και άλλοι περιηγητές, σημειώνει ότι «τόν ναόν αυτόν πρό μικρού οί Τούρκοι είχον λουτρόν όπου έλούοντο» (Sève 1979, 332, ιδίου 1998,424).

[85] Ο Πύρρος συμπληρώνει ότι «διά τήν κατασκευήν του κτιρίου τούτου έκάησαν όλα σχεδόν τά λευκά μάρμαρα τής Άργολίδας πρός κατασκευήν λευκής ασβέστου. Τό ώραΐον αυτό κτίριον, το όποιον άνεκαίνισεν ευνούχος τις του Σουλτάν Μπαγιαζίτου, έκρήμνισαν πρό μικρού οί Άργειοι, έπαίροντες έκείθεν τόν μόλυβδον καί τά μάρμαρα αύτοϋ- σώζονται όμως έως τώρα πολλώτατα ερείπια αυτού» (Sève 1979, 333 αλλά και 196-197).

[86] Ανάλογη διήγηση για την αφαίρεση του μολυβιού της στέγης υπάρχει άλλωστε και για το τζαμί της αγοράς, βλ. προηγούμενη σημείωση.

[87] Ο ναός βρισκόταν πιθανώς στο τρίγωνο μεταξύ των οδών Αγ. Κωνσταντίνου, Καποδιστρίου καιΤημένου, βλ. εικ. 2.

[88] Βλ. επίσης Sève 1979,181 σημ. 10,227 σημ. 14, ιδίου 1998,423.

[89] Sève 1998,423 σημ. 54.

[90] «Πρός Α καί ΒΑ του ναού ήτο τό διοικητήριον, επιβλητικόν και τετράγωνον, τό μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Άλή Ναμίκ μπέη… Έναντι καί Α του ναού ήσαν καί άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα έπισήμων καί επιφανών Τούρκων». Τσακόπουλος 21. Βλ. επίσης Ζεγκίνης 274-275.

[91] Ζεγκίνης 204.

[92] Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοπόννησου (Τσιανάκας), στο Άργος υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) (βλ. παραπάνω σημ. 79) και ένας μεντρεσές (ιεροσπουδαστήριο).

[93] Βλ. παραπάνω σημ. 85.

[94] «Ούτοι κατά Φραντζήν ήσαν 60.000, κατ’ άλλους 12.000, κατά Πουκεβίλλ πιθανώτερον 20.000… Τότε ό Μωρηάς ώνομάσθη ‘κατακαϋμένος’… Εις 80.000 Έλληνες άνέρχονται τά θύματα τής μάχαιρας των Αλβανών… Κατόπιν οί Αλβανοί έπετίθεντο κατά Τούρκων» (Ζεγκίνης 210).

[95] Ζεγκίνης 225, Sève 1979,181 σημ. 10, ιδίου1998,423 και σημ. 56.

[96] Ζεγκίνης 294, σχετικά με τη μαρτυρία του Pouqueville (1799,1815).

[97] Η τετράγωνη κάτοψή του παραπέμπει στο ρυθμό των κυβόσχημων σταυροειδών εγγεγραμμένων με τρούλλο. Οι κόγχες της πρόθεσης και του διακονικού δεν ήταν απαραίτητο να εξέχουν εξωτερικά (βλ. Όμορφη Εκκλησιά Αθηνών, Ταξιάρχης Μεσαριάς Ανδρου).

[98] Η άποψη του αρχαιολόγου Πιτίδη ότι οικοδομείται στο διάστημα μεταξύ 1570 και 1600 (Τσακόπουλος 20) δεν γνωρίζουμε σε ποια στοιχεία βασίζεται. Ο Ζεγκίνης (294), στηριζόμενος ίσως στην ίδια πηγή, προτείνει ότι «εκ του ρυθμού του φαίνεται ότι είναι εν από τα αρχαιότερα μουσουλμανικά τεμένη. Εκτίσθη περί το 1570-1580».

[99] Είναι ίσως αξιοσημείωτο ότι ο Τσελεμπί (1668) μόνο για το τζαμί της αγοράς αναφέρει ότι είχε θολωτή στέγη και μιναρέ.

[100]  Σύμφωνα με την ερευνήτρια I. Scheltema, η οποία μελετά τα οθωμανικά αρχεία, ο μετέπειτα Αγ. Κωνσταντίνος κτίστηκε από τον Haci Beshir Agha, μετά το 1715, ενώ το τζαμί της αγοράς από τον Topal Osman Pasha, την ίδια περίοδο (προσωπική ανακοίνωση για την οποία την ευχαριστώ). Ωστόσο, ακόμη και αν οι ταυτίσεις αυτές είναι ορθές, δεν αποκλείεται οι παραπάνω αξιωματούχοι να επισκεύασαν απλώς παλαιότερα κτίρια τα οποία μετονομάστηκαν: το μεν Besikler Çâmii σε Beshir Agha Çâmii το δε Çarsi Çâmii σε Osman Pasha Çâmii. Στη συνέχεια τα τζαμιά διατήρησαν πιθανώς και τις δύο ονομασίες. Κάτι τέτοιο φαίνεται να δικαιολογεί την άποψη περί «πολλαπλογραφίας» του καταλόγου του Ayverdi (Σαμπανοπούλου, προσωπική ανακοίνωση).

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Abadie-Reynal, C., Un exemple de Egression du phenomene urbain: Argos aux IV’-VIF siecles ap. J.-C., στο Pariente -Touchais, 397-104.
  • Ayverdi, E.H., Avrupa’da Osmanli Mimari Eserleri- Bulgaristani Yunanistan- Arnavutluk. [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 1982.
  • Barakari-Gleni, Κ. – Pariente, A., Argos du VIIs au IF’ s. av. J.-C.: synthese des donees archeologiques, στο Pariente – Touchais, 165-178.
  • Δημακοπούλου, Κ., Ευρήματα της Πρωτοελλαδικής εποχής στο Άργος. Ανασκαφή οικοπέδου Γ. Λεμπετζή, στο Pariente – Touchais, 57-70.
  • Δωροβίνης, Β., Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της Καποδιστριαχής εποχής (1828-1833), μέρος 4ο, Αρχαιολογία 33(1989)80-88.
  • Gabriel, A., Monuments turcs de I’Anatolie, 1931-34.
  • Goodwin, G., A History of Ottoman Architecture, 1971.
  • Hillendrand, R., Islamic Architecture. Form, function and meaning, 1994.
  • Λούπης, Δ., Ελβιά Τσελεμπί Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671). Πελοπόννησος, Νησιά Ιονίου, Κρήτη, Κυκλάδες, Νησιά Ανατολικού Αιγαίου. Εισαγωγή, απόδοση από τα Τουρκικά, σημειώσεις, Αθήνα 1999.
  • Μπανάκα-Δημάκη, Α., Ρωμαϊκά ταφικά μνημεία τον Άργους, στο Pariente – Touchais, 385-395.
  • Μπανάκα-Δημάκη, A. – Παναγιωτοπούλου, A. – Οικονόμου- Laniado, A., Το Άργος κατά τη Ρωμαϊκή και Παλαιοχριστιανική περίοδο: σύνθεση των αρχαιολογικών δεδομένων, στο Pariente – Touchais, 327-336.
  • Μπαρακάρη-Γλένη, Κ., Συμβολή στη μελέτη της τοπογραφίας της αρχαίας πόλης του Άργους. Στοιχεία από την ανασκαφή στο οικόπεδο Γ. Λεμπετξή, στο Pariente – Touchais, 271-290.
  • Μπούρας, X., Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1975.
  • Οικονόμου-Laniado, A., Les cimetieres paleochretiens d’Argos, στο Pariente – Touchais, 405-416.
  • Pariente, A. – Touchais, G. (6d.J, Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και πολεοδομία. Argos et I’Argolide: Topographie el Urbanisme, Actes de la Table Ronde internationale, 28.4-1.5.1990, Athenes -Argos, EFA, Recherches Franco-Helleniques 3, 1998.
  • Pierart, M., Deux notes sur Vitineraire argien de Pausanias, BCH 106(1982)139-152.
  • Pierart, M., L ‘itineraire de Pausanias a Argos, στο Pariente – Touchais, 337-356.
  • Pierart, M. – Touchais, G., Argos. Une ville grecque de 6000 ans, Paris 1996.
  • Πιτερός, X., Συμβολή στην αργειακή τοπογραφία. Χώρος, οχυρώσεις, τοπογραφία και προβλήματα, στο Pariente – Touchais, 179-210.
  • Sève, Μ., Temoignages de voyageurs et d’artistes sur la ville et les antiques d’Argos (XVIe-XIXe siecles). These de 3e Cycle inedite, pwsentie a TUniversite de Paris X-Nanterre, 1979.
  • Sève, M., Les voyageurs franqais a Argos, Paris 1993.
  • Sève, M., L’urbanisme argien au XVIIIe et au debut du XIXe siecle d’apres les voyageurs, στο Pariente – Touchais, 417-137.
  • Touchais, G., Argos a Tepoque m0sohelladique : un habitat ou des habitats ?, στο Pariente – Touchais, 71-84.
  • Touchais, G. – Divari-Valakou, N., Argos du neolithique a Tepoque geometrique : synthese des donnies archeologiques, στο Pariente – Touchais, 9-21.
  • Τραυλός, I., Πολεοδομική έξέλιξις τών Αθηνών, Αθήναι 1960.
  • Τσακόπουλος, Τ, Συμβολαΐ εις την ιστορίαν τής εκκλησίας τής Αργολίδος, τόμ. 5,1955,20-23.
  • Τσιανάκας, Ε., 2004. Τα οθωμανικά σχολεία της τουρκοκρατούμενης Πελοποννήσου, στο 3ο Διεθνές Συνέδριο «Ιστορίας Εκπαίδευσης», 1-3 Οκτωβρίου 2004. Οργάνωση, Εργαστήριο Ιστορικού Αρχείου Νεοελληνικής και Διεθνούς Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Τμήματος
  • Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών. Πρακτικά σε ηλεκτρονική μορφή, http://www.elemedu.upatras.gr/eriande/synedria/synedrio3/praktika%2011/tsianakas.htm
  • Ζεγκίνης, I., Το Αργος διά μέσου τών αιώνων. Πύργος 1968 (1948).
  • Unsal, Β., Turkish Islamic Architecture in Seljuk and Ottoman times (1071-1923), 1959.
  • Vollgraff, W., Fouilles d’Argos. B. – Les etablissements pr0historiques de I’Aspis (suite). C. – La topographie de la ville hellenique, BCH 31 (1907) 139-184.

 

Άννα Φίλιππα-Touchais

Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008)  «Πρακτικά της ημερίδας που πραγματοποιήθηκε στις 15-11-2008 στο Άργος. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Νίκος Ξιάρχος ή Jimmy Demetral (1893-1978) – Ο Παγκόσμιος Πρωτοπαλαιστής από την ορεινή Αργολίδα


 

Στις ανατολικές υπώρειες του Αρτεμισίου, 20 χιλιόμετρα από το Άργος και σε υψόμετρο 620 μέτρων, βρίσκεται το χω­ριό Μάζι. Το χωριό ανήκει, πλέον, στον Δήμο Άργους – Μυκηνών, προηγουμένως ανήκε στον Δήμο Λυρκείας και παλαιότερα υπαγό­ταν στην Κοινότητα Καρυάς (τηλεοπτικό… Κολοκοτρωνίτσι). Κυκλωμένο από ένα μοναδικό δάσος από αριές (είδος βελανιδιάς, επιστημονικό όνομα: Quercus ilex) έχει λίγα σπίτια και ακόμα λιγότερους κατοίκους- κάπου λιγότερους από είκοσι. Στην απογραφή του 1981 είχαν καταγραφεί 56, και πάντα ήταν ένα μικρό και φτωχό χωριό.

Νίκος Ξιάρχος ή Jimmy Demetral (1893-1978)

Εκεί, λοιπόν, το 1893 γεννήθηκε ο Νίκος Ξιάρχος, ο οποίος πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια. Σε ηλικία, μάλιστα, 8 χρονών υπέφερε από ρευ­ματισμούς και για δυο χρόνια ήταν αναγκασμέ­νος να χρησιμοποιεί μπα­στούνι για να περπατήσει. Αυτό, όμως, το πρόβλημα ήταν και η αφορμή να γί­νει, μερικά χρόνια αργότερα, μεγάλος, τρανός και διάσημος. Ο Νίκος Ξιάρχος ήταν πεισματάρης. Έβαλε, λοιπόν, σκοπό του να γίνει γερός και να ξεπεράσει τα προβλήματα που του προκαλούσαν οι ρευματισμοί. Σκληραγωγήθηκε, δυνάμωσε το κορμί του, έφτιαξε σώμα γερό σαν πέτρα. Ήταν και όμορφη η κατασκευή του, έτσι σύντομα έγινε γαμπρός περιζήτητος στο χωριό.

Η συνέχεια της ιστορίας μας βρίσκει τον ήρωά μας παντρεμένο με την Σοφία Μαυροκορδοπούλου, μόλις στα 18 του. Το 1912, λίγο πριν ξεκινήσουν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ενώ η Σοφί­α έχει γεννήσει ήδη τον γιο τους Γιώργο και είναι έγκυος στην κόρη τους Ελένη, η φτώχια έσπρωξε τον Νίκο στην ξενιτιά και κίνησε να βρει την τύχη του από την άλλη μεριά του Ατλαντικού. Η συνέχεια είναι πάνω κάτω ίδια, όπως για πολλές χιλιάδες συμπατριώτες μας: Πειραι­άς, Γένοβα, υπερωκεάνιο, Έλις Άιλαντ, Νέα Υόρκη, Αμέρικα.

 

Ο Jimmy Demetral σε νεαρή ηλικία.

 

Φυσικά, οι δρόμοι της Αμερικής δεν ήσαν γεμάτοι δολάρια, να σκύψει ο φουκαράς ο μετανάστης να τα μαζέψει, να ντυθεί, να ποδεθεί, να νοικοκυρευτεί και να στείλει και το τσεκ στην οικογένεια που το περίμενε πώς και πώς. Αυτό το διαπίστωσε από την πρώτη στιγμή ο δεκαεννιάχρονος από το Μάζι της Αργολίδας και το επιβεβαίωνε καθημερινά για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν, για να βγάλει τον επιούσιο, αναγκάστηκε να κάνει όποια δουλειά του «ποδαριού» του προσφερόταν. Ήταν μέρα, που αναγκάσθηκαν, αυτός και ο συγκάτοικός του, να κόψουν στη μέση ένα βρασμένο αυγό και να το μοιρασθούν, ως μοναδικό γεύμα! Μέσα στη μιζέρια της δύσκολης καθημερινότητας, ήθελε δεν ήθελε, λησμόνησε γυναίκα και παιδιά. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση στο χωριό από τον ξενιτεμένο. Ακο­λούθησε και ο Μεγάλος Πόλεμος, τα χρόνια πέρ­ναγαν, χάθηκαν…

Μεροκαματιάρης ο Νίκος στην Αμερική και θα ήταν καταδικασμένος να βιώνει για πολύ ακόμα τις εφιαλτικές πτυχές του αμερικάνικου ονείρου αν δεν εμφανιζόταν στον δρόμο του η τύχη με την μορφή ενός παλαιότερου μετανάστη από το Στενό της Τρίπολης, ενός εύσωμου παλαιστή, που είχε δρέψει ήδη δάφνες στις αμερικάνικες παλαίστρες. Το όνομά του Bill η William Demetral (Βασίλης Δημητρέλης το κανονικό του) και δεν είχε οικογένεια. Μόλις, λοιπόν, συνάντησε τον γεροδεμένο κοντοπατριώτη, σε κάποιο στέκι ομογενών, εντυπωσιάστηκε και του πρότεινε να γίνει παλαιστής σαν κι αυτόν.

Νίκο έχεις ωραίο σώμα. Μου θυμίζεις τον εαυτό μου όταν ξεκίνησα. Θέλω να σε γυμνάσω. Θα σε κάνω πρωταθλητή και θα σε έχω αδερφό μου!

 

William Demetral

 

Φυσικά και η απάντηση ήταν ενθουσιωδώς καταφατική. Με μπόι 1.70 και βάρος 82 κιλά, με δεμένο σώμα και μεγάλη θέληση, που θέριευε από το πείσμα του να πετύχει, ο Νί­κος Ξιάρχος δεν άργησε να κάνει τους θεατές, στα στάδια της ελεύθερης πάλης, να παραμιλούν με τα επιτεύγματά του και να στοιχηματίζουν πολλά λεφτά στη δύναμη και στην μαχητικότητά του. Μόνο που δεν μιλούσε πια κανείς για τον Νίκο Ξιάρχο – αυτόν που θυμόντουσαν και περίμεναν, μάταια, πλέον, στο Μάζι – τα αμε­ρικάνικα ρινγκ αποθέω­ναν τον Young Demetral, τον Jimmy Demetral! Ναι, όσο και αν ακούγεται παράξενο, ο Νίκος – τελευταία φορά που τον αποκαλούμε έτσι – τιμώντας τον γυμναστή, φίλο και προστάτη του, που τον πήρε από τα βρώμικα σοκάκια της ανέχειας για να τον οδηγήσει στις λεωφόρους της δόξας, πήρε το όνομά του και με το όνομα Jimmy Demetral έγραψε ιστορία και δοξάστηκε από το Μαϊάμι μέχρι την Καλιφόρνια.

Σαν σίφουνας μπήκε στην ιστορία της ελευθέρας πάλης ο Jimmy Demetral και σάρωσε αντιπάλους και τίτλους. Έδωσε πάνω από δύο χιλιάδες οκτακόσιους αγώνες μέσα σε δεκαεννέα χρόνια και κατάκτησε όλους τους κορυφαίους τίτλους στο άθλημα. Έτσι, για τρία χρόνια, από το 1927 έως το 1929 κράτησε τον παγκόσμιο τίτλο στα μεσαία βάρη και από το 1930 έως το 1932 ήταν παγκόσμιος πρωταθλητής των ελαφρών βαρέων βαρών. Επίσης εμφανίστηκε στις Διεθνείς Εκθέσεις του 1933 και του 1934, όπου πάλαιψε, τέσσερις ημέρες μέσα σε μια εβδομάδα, στον «Κήπο των Πρωταθλητών».

 

O Jimmy Demetral ποζάροντας μπροστά από πίνακα που τον απεικονίζει, το 1947. Φωτογραφία: John Newhouse, Wisconsin Historical Society.

 

Αλλά οι επιτυχίες του δεν περιορίζονταν μόνο σε κλασσικούς αγώνες. Στην Αμερική, στην χώρα του παραδόξου και του στοιχήματος, ο πρωτοπαλαιστής μας έδωσε και μια σειρά «πρωτότυ­πων» αγώνων. Κορυφαίος ήταν αυτός που έδωσε με αντίπαλο μια… αρκούδα βάρους 230 κιλών, με έπαθλο 500 δολάρια, την οποία και νίκησε μέσα σε 22 λεπτά! Οι θεατές, μάλιστα, κατενθουσιασμένοι τον καλούσαν να ξαναπαλαίψει. Ο Jimmy, τότε ζή­τησε, ως έπαθλο, τα διπλά λεφτά, τα οποία του τα έδωσαν. Ξαναμπήκε, λοιπόν, στο ρινγκ και νίκησε ξανά την αρκούδα, αυτή τη φορά μέσα σε 12 λεπτά, γιατί ήταν… κουρασμένη (αυτός δεν κου­ραζόταν ποτέ!). Όταν τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι, αστειευόμενοι, αν του είπε τίποτα η αρκούδα την ώρα που πάλευαν αγκαλιασμένοι, αυτός τους απάντησε:

Κάτι μου έλεγε αλλά δεν κατάλαβα γιατί μούγκριζε!

Άλλος σπουδαίος και παράδοξος αγώνας του ήταν αυτός που έδωσε με αντιπάλους 9 σωματώδεις παίκτες των Chicago American Giants, τους οποίους κατενίκησε μέσα σε 26 λεπτά! Ενώ, μια άλλη φορά είχε τέσσερις απανωτούς αγώνες με αντιπάλους πυγμάχους τους οποίους νίκησε με μεγάλη ευκολία.

Εδώ θα πρέπει να τονισθεί ότι ήταν πολύ φίλος με τον άλλο κορυφαίο συμπατριώτη του (από το Κουτσοπόδι του Άργους), διεθνή πρωτοπαλαιστή, τον Τζιμ Λόντο, ο οποίος ήταν μικρότερος του και δόξασε κι αυτός την Ελλάδα, στην Αμερική. Σημειωτέον πως μεταξύ τους δεν πάλεψαν ποτέ!

 

Οι «άθλοι» του Jimmy Demetral.

 

Ο Νίκος Ξιάρχος, ως πρωτοπαλαιστής με το όνομα Jim Demetral, όπως είδαμε, έδρεπε στην Αμερική, τους καρ­πούς των κόπων του, θρι­αμβεύοντας. Όμως, πίσω έμειναν η γυναίκα του Σο­φία και τα δυο του παιδι­ά, που προσπαθούσαν, δύσκολα, να τα φέρουν βόλτα…

Πρώτος βρήκε τα ίχνη του ο γιός του Γιώργος, ο οποίος, μάλιστα του έμοιαζε πολύ ως προς τη δύναμη. Λέγεται ότι σήκωνε σακί 100 οκάδες με τα… δόντια! Ο Γιώρ­γος υπηρετούσε φαντά­ρος στο Ναύπλιο, από όπου έγραψε στον πατέρα του, διεκτραγωδώντας την οικονομική τους κατάσταση. Δυστυχώς, ο άτυχος νέος δεν πρόλαβε να μάθει νέα του πατέρα του γιατί πέθανε, σε ηλικία 22 ετών, από πλευρίτιδα. Τι είχε συμβεί; Διεκδικώντας το δικαίωμα να αναγνωρισθεί προστάτης της οικογένειας, κάτι που ο στρατός δεν του το αναγνώριζε, έφευγε από το στρατόπεδο και πήγαινε με τα πόδια, φυσικά, στο Μάζι, όπου εργαζόταν στα χωράφια! Όταν ξαναγυρνούσε τον περίμενε το κρατητήριο, όπου έπεφτε κουρασμένος και ιδρωμένος να κοιμηθεί στο τσιμέντο. Έτσι αρρώστησε βαριά και έσβησε πάνω στο άνθος της ηλικίας του. Η απάντηση του πατέρα του, μαζί με χρηματικό έμβασμα, έφτασε μετά τον θάνατό του.

 

O Jimmy Demetral, απόμαχος πλέον, όπως ήταν όταν ήλθε το 1963 στην Ελλάδα.

 

Τα χρόνια πέρασαν σαν νερό, τέλειωσε και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η επαφή είχε και πάλι χα­θεί, όπου, μια μέρα, κατά το 1947, πήρε το θάρρος και του έγραψε ο Κυριά­κος Γιάννος, από την Κα­ρυά, που ζούσε στο Σικά­γο, αδερφός του άνδρα της κόρης του Ελένης, Νίκου. Ο Νίκος Γιάννος σκοτώθηκε το 1944 από τους ΕΛΑΣίτες, αφήνο­ντας χήρα την γυναίκα του με ένα παιδί μωρό, την Σοφία, και ένα παιδί στην κοιλιά, την Νίκη. Μαθαίνοντας ο Jim Demetral την τραγωδία, που κτύπησε άλλη μια φορά την οικογένειά του, ένοιωσε τύψεις και από τότε άρχισε να στέλνει στην γυναίκα του και στην κόρη του, τακτικά, εμβάσματα.

Το 1963 πήγε και τον βρήκε ο γιός του αδελφού του Δημήτρη, ο Γιάν­νης, που τον ξεσήκωσε:

Μπάρμπα, σήκω να πάμε στην Ελλάδα.

Στο ταξίδι ο Jim Demetral μονολογούσε, αναφερόμενος στην γυναίκα του:

Την κατάστρεψα την κακομοίρα. Την πήρα στο λαιμό μου.

Στο Μάζι έφτασε με το αρχοντικό ταξί (την παλιά Κράισλερ) του Μιχάλα (Μιχαήλ Ιωάννου) από το Άργος. Έμεινε περί τον ένα μήνα και έκανε πολλά τραπέζια σε συγγενείς και φίλους – όσους είχαν απομείνει στη ζωή, πολλούς βοήθησε οικονομικά και σε κάποιους υποσχέθηκε να τους στείλει, για τις γεωργικές εργασίες τους, μουλάρια από την Αμερική, και πράγματι το έκανε. Πριν φύγει, επισκεύασε, από την αρχή, το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, που ήτανε έτοιμο να πέσει.

Αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του απέναντι στην οικογένειά του πήρε και μια καθοριστική για το μέλλον τους πρωτοβουλία. Τους αγόρασε στο Άργος ένα σπίτι και όλο το τετράγωνο όπου βρισκόταν κτισμένο το ακίνητο.

Από τότε ήρθε πάλι 2-3 φορές από 10 ημέρες.

Το Δεκέμβριο του 1970 πέθανε η γυναίκα του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Jim Demetral, που έμενε μόνιμα σε ξενοδοχείο στο Μάντισον του Ουϊσκόνσιν, παντρεύτηκε την γερμανίδα σοφέρ του. Παλαίμαχος, πλέον, οργάνωνε αγώνες πάλης και μοίραζε τα χρήματα σε παιδιά με ειδικές ανάγκες. Γενικά είχε μεγάλη φιλανθρωπική δράση.

Το 1978 τον συνάντησε εκεί, για τελευταία φορά, ο άντρας της εγγονής του, Φώτης Μποζιονέλος. Πέθανε εκείνη τη χρονιά.

 

Ο Jimmy Demetral στον τύπο.

 

Στο Μάντισον υπάρχει δρόμος και πλατεία στο όνομά του. Επίσης, στο όνομά του, υπάρχει και υποτροφία στο εκεί Πανεπιστήμιο. Στη διαθήκη του ήταν προς όλους τυπικός και δίκαιος – είχε φροντίσει μέχρι και τις αμοιβές των δι­κηγόρων.

Πληροφορίες για την ζωή του και φωτογραφικό υλικό – από το αρχείο της οικογένειας –  μου προσέφεραν, ευγενώς, η εγγονή του Νίκη Μποζιονέλου και ο σύζυγος της δισέγγονής του Ελένης από την εγγονή του Σοφία, Σπύρος Τότσικας. Τους ευχαριστώ. Επίσης, κάποια στοιχεία τα συνέλεξα από το διαδίκτυο.

 

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Δημοσιογράφος – Ιστορικός ερευνητής

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος του Απριλίου 2019 του περιοδικού «ΙΣΤΟΡΙΑ Εικονογραφημένη».

 

Read Full Post »

Η ιστορία του ημερολογιακού καθορισμού του Πάσχα – © Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας


 

Πάσχα, Ανάσταση, Λαμπρή: Θεωρείται η μεγα­λύτερη γιορτή του Χριστιανισμού. Ο ημερολο­γιακός καθορισμός τον Πάσχα, φαινομενικά ένα καθαρά αστρονομικό θέμα (άρα και τυπι­κό ζήτημα), έχει αναμφισβήτητα αποκτήσει μια έντονα πολιτικοποιημένη, θεολογική, μέχρι και δογματική χροιά. Μια συναρπαστική περιδιάβαση στο χρονικό, τις έριδες και τις αντιπαλότητες δύο σχεδόν χιλιετιών ανάμεσα στην ίδια την Εκκλησία. 

 

Η λέξη «Πάσχα» προέρχεται από το εβραϊκό פֶּסַח (Pesah) και σημαίνει διάβαση, πέρασμα, εις ανάμνηση της σωτηρίας των Εβραίων από το πέρασμα του τιμωρού Αγγέλου του θανάτου, της διάβασής τους από την Ερυθρά Θάλασσα, της απελευθέρωσής τους από την αιγυπτιακή αιχμα­λωσία και δουλεία, και της άφιξής τους στη γη της Επαγγελίας, τη Χαναάν (Έξοδος 12:1-18). Το γε­γονός αυτό φαίνεται να συνέβηκε μια νύχτα του μήνα Νισάν με πανσέληνο, γι’ αυτό και θεσπίστη­κε από το Μωυσή με εντολή Θεού να εορτάζεται τη 14η ημέρα του μήνα Νισάν (Λευιτικόν 23:1-8, Αριθμοί 9:1-5). Η σταθερότητα της ημερομηνίας του Νομικού Πάσχα ή Φάσκα οφείλεται στο γεγο­νός ότι το εβραϊκό ημερολόγιο, όντας σεληνιακό, εξασφαλίζει πως η μέρα αυτή βρίσκεται στο μέσο ενός μήνα, άρα είναι και πανσέληνος· σύμφωνα δε με τους ιουδαϊκούς κανόνες, το εβραϊκό Πάσχα εορτάζεται μόνο ημέρα Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή.

Το χριστιανικό Πάσχα συνδέθηκε εξ αρχής με το εβραϊκό, αφού στα συνοπτικά Ευαγγέλια ανα­φέρεται πως ο Μυστικός Δείπνος τελέστηκε την πρώτη ημέρα των αζύμων (Ματθαίος 26:17-19, Μάρκος 14:12-16, Λουκάς 22:7-15). Η ημερομη­νία της Σταύρωσης είναι αόριστη: ενώ οι Συνοπτι­κοί αναφέρουν την Παρασκευή, 15 Νισάν (Ματ­θαίος 27:62, Μάρκος 15:42, Λουκάς 23:53-54), ο Ιωάννης αναφέρει τις 14 Νισάν, επίσης Παρα­σκευή, επομένως πριν σφαχτεί το αρνί του Πάσχα (Ιωάννης 13:1, 13:29, 18:28, 19:14, 19:42). Γνω­ρίζουμε, πάντως, ότι η Ανάσταση συνέβη ημέρα Κυριακή, πάρα πολύ πρωί (Ματθαίος 28:1, Μάρ­κος 16:2, Λουκάς 24:1, Ιωάννης 20:1), οπωσ­δήποτε μετά την πανσέληνο. Δεν είμαστε βέβαιοι ούτε και για το έτος το οποίο διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του Θείου Πάθους, το πιθανότερο είναι όμως να έλαβαν χώρα τον Απρίλιο του 30 μ.Χ. ή του 33 μ.Χ., αφού τα έτη εκείνα το Πάσχα εορτά­στηκε το Σάββατο [1].

 

Η Ανάσταση του Χριστού, τοιχογραφία του Μανουήλ Πανσέληνου περί το 1300, Πρωτάτο Αγίου Όρους.

 

Οι πρώτοι Χριστιανοί ήσαν, φυσικά, Εβραί­οι και, ως τέτοιοι, γιόρταζαν το Πάσχα το καινόν επί τές του σωτηρίου Πάσχα εορτές στις 14 Νισάν, ανεξαρτήτως ημέρας. Οι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί στην Παλαιστίνη, την Αντιόχεια και τη Μικρά Ασία επέλεγαν την ημέρα αυτή για να τονίσουν τη Σταύρωση και το Πάθος, το γεγονός ότι ο Ιησούς προσφέρθηκε συμβολικά σαν άλλο πρόβατο επί σφαγή, γι’ αυτό και πάντοτε μιλούσαν για το Πά­σχα το Σταυρώσιμον.

Από την άλλη, οι ελληνίζοντες Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας και των άλλων εθνών γιόρταζαν το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την εαρινή ισημερία, τονίζοντας την Ανάσταση του Κυρίου, γι’ αυτό άλλωστε και μιλούσαν για το Πάσχα το Αναστάσιμον.

Ανάμεσα σε άλλα, ο Επίσκοπος Ευσέβιος ο Καισαρεύς (263-339) και ο Επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών) και Άγιος Ειρηναίος (130-202) αναφέρο­νται στη διένεξη που ταλάνιζε τη νεαρή Εκκλησία (ανάμεσα σε τεσσαρεσκαιδεκατίτες και σε πεντεκαιδεκίτες), ήδη από τα χρόνια του Πάπα Σίξτου Α’ (115-125). Είναι δε χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Άγιου Πολύκαρπου, Επίσκοπου της Σμύρνης, ο οποίος επισκέφθηκε τη Ρώμη στα 157/158, αλλά δεν έγινε κατορθωτό να πειστεί από τον Πάπα Ανί­κητο για την ορθότητα του εορτασμού του Πάσχα μόνο ημέρα Κυριακή, εντούτοις αποχώρησε εν ει­ρήνη.

Το ζήτημα κατά πόσον είναι ορθό να εορτάζεται το Πάσχα σε ημέρα άλλη της Κυριακής διακανο­νίστηκε με τη Σύνοδο της Αρελάτης [(Arles) 314], όπου διακηρύχθηκε πως έπρεπε να εορτάζεται ημέρα Κυριακή, uno die et uno tempore per omnem orbem (μιαν ημέρα και μιαν εποχή για όλο τον κό­σμο), έτσι οι Μικρασιάτες αναγκάστηκαν να υπα­κούσουν, αφού ο Πάπας Βίκτωρ Α’ (189-199) τους είχε αποκόψει ως αιρετικούς [2]. Μεταξύ της απόφα­σης αυτής και της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (325), προέκυψε ένα άλλο ζήτημα, όχι λιγότερο σημα­ντικό: η ημέρα εορτασμού του Πάσχα έπρεπε να είναι Κυριακή, αλλά ποια Κυριακή ακριβώς; Μια σοβαρή διαφωνία είχε προκύψει μεταξύ των Χρι­στιανών Μεσοποταμίας, Κιλικίας και Συρίας, και των Χριστιανών του υπόλοιπου κόσμου.

 

Εικόνα της Αναστάσεως, από τη Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους, Θεοφάνους του Κρητός.

 

Το Πατριαρχείο της Αντιόχειας ήταν εξαρτημένο από το εβραϊκό ημερολόγιο για τον υπολογισμό του Πάσχα, ενώ οι Σύροι πάντοτε γιόρταζαν την πρώτη Κυριακή μετά το εβραϊκό Πάσχα· επιπλέ­ον, μερικοί Επίσκοποι στη Γαλατία είχαν ορίσει τη Σταύρωση του Χριστού στις 25 Μαρτίου και την Ανάστασή Του στις 27 Μαρτίου, ενώ οι Μοντανιστές στη Φρυγία τηρούσαν το Πάσχα την Κυρια­κή κατά ή μετά τις 6 Απριλίου. Από την άλλη, οι Αλεξανδρινοί και η υπόλοιπη Ρωμαϊκή Αυτοκρα­τορία υπολόγιζαν το Πάσχα από μόνοι τους, ανε­ξάρτητα από το εβραϊκό, με αποτέλεσμα την ασυ­νεννοησία και ασυμφωνία. Σ’ αυτό φαίνεται να ευθύνονται έμμεσα και οι ίδιοι οι Εβραίοι, καθώς – κατά τα γραφόμενα του Αγίου και Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α’ του Μεγάλου (272-337) – προφα­νώς είχαν γίνει αμελείς [3] του νομου που όριζε οτι η 14η ημέρα του Νισάν δεν πρέπει να προηγείται της εαρινής ισημερίας, με αποτέλεσμα – μερικές φορές – να εορτάζονταν δύο Πάσχα ανάμεσα σε δύο εαρινές ισημερίες. Οι Αλεξανδρινοί και οι Ρωμαίοι, από την άλλη, θεωρούσαν πως το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυριακή, αμέσως μετά την εαρινή ισημερία.

Δυστυχώς δεν σώζεται το πρωτότυπο κείμενο των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας για τον καθορισμό του Πάσχα, γνωρίζουμε ωστόσο από τα γραφόμενα του Αγίου και Μεγάλου Αθανασίου (Επιστολή περί της εν Νίκαια Συνόδου) και του Αγίου Επιφανίου (Πανάριον), Επισκόπου της Σαλαμίνας, ότι αποφασίστηκαν τα εξής:

  • Το Πάσχα πρέπει να εορτάζεται την πρώτη Κυρια­κή μετά από την πανσέληνο που θα συμβεί κατά την ημέρα της εαρινής ισημερίας ή αμέσως μετά από αυτήν.
  • Εάν η πανσέληνος συμβεί ημέρα Κυριακή, τότε το Πάσχα θα εορτάζεται την επόμενη Κυριακή (δηλα­δή θα έπεται της 14ης ημέρας του μήνα Νισάν).

Ο καθορισμός, που έγινε αστρονομικά και όχι ημερολογιακά (καθ’ υπόδειξη του Επισκόπου Χωνών Αιγύπτου, Αχιλλέα Τάτιου), γράφτηκε σε όρους (και όχι κανόνες) για να μην επιδέχεται αλλαγής. Ο δεύτερος όρος βασιζόταν στον α’ κανόνα της Συνόδου της Άγκυρας (314), εξασφαλίζοντας ότι το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε με το εβραϊ­κό (και δεν θα βασιζόταν σ’ αυτό), επαναλήφθηκε δε με τον α’ κανόνα της Συνόδου της Αντιόχειας (341) [4]. Από επιστολή του Αγίου και Πάπα Λέοντος Α’ του Μεγάλου προς τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό (456), πληροφορούμαστε πως είχε αποφασιστεί να ληφθεί πρόνοια όπως οι Θεόφιλος και Κύριλλος Ά, Πατριάρχες Αλεξάνδρειας – πόλη στην οποία άκμα­ζαν η αστρονομία και οι επιστήμες – μεριμνήσουν για τον επακριβή υπολογισμό του Πάσχα και τον διαβιβάσουν στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, κάτι που έγινε γύρω στο 440 στη βάση πινάκων που είχε συντάξει λίγα χρόνια πριν ο μοναχός Αννιανός ο Αλεξανδρεύς.

Εντούτοις, λόγω γεωγραφικών και άλλων πα­ρεκκλίσεων, δεν συμφωνούσαν όλοι ως προς την ακριβή ημέρα τις εαρινής ισημερίας. Η Ρώμη αρ­χικά υπολόγιζε τους σεληνιακούς κύκλους με τον 112ετή κύκλο του Αγίου Ιππόλυτου, Επισκόπου Ρώμης (γύρω στο 200), τον οποίο αντικατέστη­σε στα τέλη του 3ου αιώνα με άλλον που εφηύρε ο Αυγουστάλιος διάρκειας 84 ετών και το 457 με τον 532ετή κύκλο του Βικτώριου της Ακουιτανίας, τοποθετώντας την ισημερία στις 25 Μαρτίου, κάτι το οποίο η Αλεξάνδρεια θεωρούσε ανακριβές, αφού από το 277 – μετά από προτροπή του πολυμαθέστατου αστρονόμου και Επισκόπου Λαοδικείας Ανατόλιου – χρησιμοποιούσε το 19ετή κύκλο του Μέτωνα, που ταύτιζε την εαρινή ισημερία με την 21η Μαρτίου. Όπως μας πληροφορεί ο Άγιος Αυ­γουστίνος Αυρήλιος (387), το αλεξανδρινό Πάσχα έπεφτε μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ το Πάσχα στη Ρώμη εορταζόταν μεταξύ 25 Μαρτίου και 21 Απριλίου.

 

Ανάσταση Κυρίου (1714-16), ελαιογραφία. Έργο του Ιταλού ζωγράφου Sebastiano Ricci (Σεμπαστιάνο Ρίτσι, 1659-1734). Dulwich Picture Gallery, Λονδίνο.

 

Ο αρχαίος αστρονόμος Μέτων (432 π.Χ.) υπο­λόγισε πως για κάθε 19 τροπικά έτη έχουμε 235 συνοδικούς μήνες της σελήνης [5]· η ανακάλυψη έκαμε τεράστια εντύπωση στους Αθηναίους, οι οποίοι και αποφάσισαν να γράψουν χρυσοις γράμμασιν, σε όλα τα δημόσια κτίρια, τον αριθμό που φανε­ρώνει την τάξη του κάθε έτους στον κύκλο του, ο οποίος όμως είχε ένα σφάλμα περίπου 0,086 ημε­ρών (2 ώρες 4 λεπτά) ανά 19ετία. Δεδομένου του σφάλματος αυτού, οι τελικοί πασχάλιοι πίνακες (computus) που συνέταξε το 525 ο Σκύθης Αββάς Διονύσιος ο Μικρός είχαν ήδη μια απόκλιση 4-5 ημερών, αν και ο κύκλος που υιοθέτησε η μία και αδιαίρετη Εκκλησία ήταν ουσιαστικά ένας συμβι­βασμός ανάμεσα σε υπολογισμούς Ρώμης και Αλεξάνδρειας. Ο Διονύσιος ήταν επίσης ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα αρίθμησης των ετών με βάση τη Γέννηση του Χριστού, ταυτίζοντας το 754 AUC (Ab Urbe Condita – Από Κτίσεως Ρώμης) με το έτος 1 (η έννοια του μηδενός δεν έφθασε στην Ευρώ­πη παρά τον 11ο αιώνα από τους Μαυριτανούς της Ισπανίας).

Στην Ανατολή το ζήτημα δεν διακανονίστηκε παρά μέχρι τον 6ο αιώνα, αφού ακόμη υπήρχαν τεταρτοκαιδεκίτες στη Συρία. Παρόμοιας υφής ζήτημα δημιουργήθηκε στη Βρετανία, όταν το 597 ο ιεραπόστολος, Αρχιεπίσκοπος και Άγιος Αυγουστίνος βρήκε τους εκεί Κέλτες να χρησιμοποιούν τον παλιό 84ετή κύκλο που η ίδια η Ρώμη είχε εγκαταλείψει. Αν και δεν ήταν τεταρτοκαιδεκίτες (αφού γιόρταζαν το Πάσχα ημέρα Κυριακή), φαίνεται πως πήραν το σύστημα αυτό από τους Μικρασιάτες, τηρώντας την παράδοση του Αγίου Ιωάννη. Το ζήτημα, τυπικά, έκλεισε με την ιρλανδική Σύ­νοδο του Mag Lene (631) και τη βρετανική Σύνο­δο του Whitby (664), με απόφαση να υιοθετηθεί ο 532ετής κύκλος που χρησιμοποιούσαν οι Γαλάτες και οι Φράγκοι ήδη από τον 5ο αιώνα, η οποία όμως δεν εφαρμόστηκε πλήρως μέχρι το 729.

Χαρακτηριστικά, ο θεολόγος Βέδας ο Αιδέσιμος (Historia ecclesiastica gentis Anglorum, 731) αναφέρει ότι συχνά στη Νορθάμπρια ενώ ο κελτοχριστιανός Βα­σιλιάς Oswiu (642-670) αρταινόταν για το Πάσχα, η ρωμαιοχριστιανή Βασίλισσα Eanfled νήστευε ακόμη για την Κυριακή των Βαΐων. Δεν ήταν παρά στα χρόνια του Καρλομάγνου (771-814) όταν όλοι πλέον υιοθέτησαν τους πασχάλιους πίνακες.

 

Βέδας ο Αιδέσιμος (Baeda ή Bede Venerabilis, Γουιρμάουθ, Σάντερλαντ 672; – Τζάροου 735 μ.Χ.). Άγγλος λόγιος και θεολόγος, άγιος της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους λογίους του Μεσαίωνα και θεμελιωτής του αγγλοσαξονικού χριστιανικού πολιτισμού. Έργο του James Doyle Penrose (1902), με τίτλο «Ο Σεβάσμιος Βέδας μεταφράζοντας το Ευαγγέλιο του Ιωάννη στο κρεβάτι του». Royal Academy Summer Exhibition.

 

Από τον 9ο μέχρι και το 15ο αιώνα, ανεξαρτή­τως δογματικών ή πολιτικών διαφορών, το Πάσχα εορταζόταν από τους Χριστιανούς την ίδια ημέρα. Εντούτοις, ήταν απλώς ζήτημα χρόνου να δημιουργηθεί πρόβλημα, αφού το ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του Πάσχα – ήταν εξ αρχής ανακριβές: επηρεασμένος από την εκστρατεία του στην Αίγυπτο, ο Ιούλιος Καίσαρας θέσπισε το ηλιακό ιουλιανό ημερολόγιο το 45 π.Χ., με τη βοήθεια του Αλεξανδρινού αστρο­νόμου Σωσιγένη, για να αντιμετωπιστεί η ημερο­λογιακή αταξία που επικρατούσε με το 355 ημερών σεληνιακό ημερολόγιο του Νουμά [6]. Για να ξεκινήσει σωστά, προστέθηκαν 90 ημέρες στο έτος 708 AUC (46 π.Χ.), το οποίο – με διάρκεια 445 ημερών έμεινε γνωστό ως annus confusionis (έτος σύγ­χυσης). Ο Ιούλιος Καίσαρας, ως pontifex maximus (αρχιερέας), κατακρίθηκε έντονα γι’ αυτή του την ενέργεια: χαρακτηριστικά, ο Κικέρωνας έλεγε πως ο παλιός του πολιτικός αντίπαλος δεν ήταν ικανοποιημένος που κυβερνούσε τον κόσμο, αλλά ήθελε να κυβερνήσει και τα άστρα.

Υπολογίστηκε πως το έτος είχε διάρκεια 365,25 ημερών και επί των ημερών του Αύγουστου Καίσαρα (8 π.Χ.) διαμορφώθηκε σε 365 ημέρες για τρία χρόνια και μια εμβόλιμη μέρα τον τέταρτο χρόνο, η δις έκτη προ των καλένδων του Μαρτίου (bis sextus, αφού τη μετρούσαν δύο φορές) [7]. Ωστόσο, υπήρχε μια διαφορά περίπου 0,0078 ημερών (11 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα), η οποία σε βάθος χρόνου έγινε ιδιαίτερα αισθητή σε σχέση με την εαρινή ισημερία: την εποχή του Χριστού συνέβαινε στις 23 Μαρτίου, το 325 στις 20/21 Μαρτίου, το 730 στις 18/19 Μαρτίου, το 1250 στις 13/14 Μαρτί­ου και το 1582 στις 10/11 Μαρτίου, προσκρούοντας έτσι στον πρώτο όρο της Συνόδου.

Ο πρώτος [8] που υπολόγισε το σφάλμα ήταν ο Βρετανός Φραγκισκανός μοναχός Ρογήρος Βάκων το 1267 (Opus Maius), αλλά ο αιφνίδιος θάνατος του Πάπα Κλήμη Δ’ τον επόμενο χρόνο πάγωσε την όποια πρωτοβουλία. Στο Βυζάντιο, η πρώτη νύξη για μεταρρύθμιση έγινε το 1324 από τον αστρο­λόγο Νικηφόρο Γρηγορά προς τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο· όπως και οι μετέπειτα προτάσεις του μοναχού Ισαάκ Αργυρού και του κανονολόγου Ματθαίου Βλάσταρη (1371), καθώς και του φιλόσοφου Γεώργιου Πλήθωνα Γεμιστού (1450), προσέκρουσε σε άγονο έδαφος από το φόβο σχίσματος. Στη Ρώμη, την Αβινιόν και το Παρίσι, ωστόσο, επικρατούσε θετική αντιμετώπιση, όπως δείχνουν και οι μεταρρυθμίσεις που προωθούσαν σύνοδοι και διάφοροι Πάπες και Γάλλοι Βασιλείς.

 

Άγαλμα του Βρετανού Φραγκισκανού μοναχού Ρότζερ Μπέικον (1220-1292) γνωστού στην Ελλάδα με το όνομα Ρογήρος Βάκων, στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Φωτογραφία του Michael Reeve.

 

Χριστόφορος Κλάβιος (1538-1612). Ιησουίτης Γερμανός μαθηματικός και αστρονόμος, που τροποποίησε την πρόταση για το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο μετά τον θάνατο του βασικού δημιουργού του, του Α. Λίλιο.

Μετά την εκλογή του Πάπα Γρηγορίου ΙΓ’ το 1572, ο οποίος είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα, ο Καλαβρός αστρονόμος Αλοΐσιος Λίλιο και ο Βαυαρός Ιησουίτης μαθηματικός Χριστόφο­ρος Κλάβιος υπέβαλαν πρόταση μεταρρύθμισης, η οποία έτυχε επεξεργασίας μεταξύ 1576-1580 από ειδική επιτροπή. Με παπική βούλλα (Inter Gravissimas, 24/02/1582), την Παρασκευή 4η Οκτωβρίου ακολούθησε η 15η Οκτωβρίου. Οι αμα­θείς χωρικοί, νομίζοντας πως τους έκλεψαν ημέ­ρες, ζητούσαν αμοιβή για τις «χαμένες» μέρες ερ­γασίας, ενώ άλλοι ζητούσαν τις μέρες τους πίσω. Το έδικτο αυτό μετατόπισε την ισημερία από τις 11 στις 21 Μαρτίου, ενώ για το Πάσχα ο χρυσός μετώνειος αριθμός αντικαταστάθηκε από την επακτή με σφάλμα περίπου μίας ημέρας ανά 20.000 χρόνια.

Η αλλαγή τέθηκε σε ισχύ άμεσα σε Ισπανία, Πορτογαλία, Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία [9] και ολόκληρη σχεδόν την Ιταλία (πλην της Τοσκάνης, όπου η αλλαγή υιοθετήθηκε το 1750/1751), και λίγο αργότερα στη Γαλλία [10] και τη Σαβοΐα (1582), τις Νότιες Κάτω Χώρες (Βέλγιο και Λουξεμβούργο) (1582/1583), την Αυστρία και τα καθολικά καντόνια της Ελβετίας (1583), τα καθολικά κρατίδια της Γερμανίας (1583-1585), τη Βοημία, τη Μοράβια και τη Σιλεσία (1584), την Ουγγαρία (1587) και την Τρανσυλβανία (1590).

Ωστόσο, το νέο αυτό ημερολόγιο αρχικά δεν υιοθέτησαν ούτε οι Διαμαρτυρόμενοι, ούτε οι Ορθόδοξοι, κυρίως λόγω αμφισβήτησης και μίσους προς τον Πάπα, αλλά και διότι το εβραϊκό Πάσχα εορταζόταν πλέον στις 15 Νισάν (30 Μαρτίου με 27 Απριλίου – παλαιότερα μεταξύ 3 Απριλίου και 1 Μαΐου), με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το πνεύμα του δεύτερου όρου της Α’ Οικουμενικής Συνόδου [11].

Σταδιακά, μέχρι το 18ο αιώνα, υιοθε­τήθηκε και από τους Προτεστάντες [π.χ. Πρωσσία (1610), Αλσατία (1648), Στρασβούργο (1682), προτεσταντικά κρατίδια Γερμανίας και Δανία/ Νορβηγία/Ισλανδία (1700), προτεσταντική Ελβε­τία και Ολλανδία (1700/1701), Ηνωμένο Βασίλειο (1752), Σουηδία/Φινλανδία (1753)11 [12], Λωρραίνη (1760), Γκριζόν (1811) κτλ], για οικονομικούς και διπλωματικούς λόγους [13]. Ωστόσο, οι γρηγοριανοί πασχάλιοι πίνακες δεν υιοθετήθηκαν παρά μετα­ξύ 1753-1845.

Στις ορθόδοξες χώρες, όμως, ο περίπλοκος υπολογισμός του Πάσχα δεν επέτρεπε την υιοθέτηση του γρηγοριανού ημερολογίου, το οποίο ωστόσο έγινε αποδεκτό ως πολιτικό, μεταξύ 1916-1923 [14]. Το Μάιο του 1923 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Δ’ συγκάλεσε Πανορθόδοξο Συνέδριο [15], όπου αποφασίστηκε η αλλαγή του ημερολογίου, με μέρα εφαρμογής την 1/14 Οκτωβρίου 1923. Εντούτοις, μόνο οι Εκκλησίες της Ελλάδας και της Ρουμανίας υλοποίησαν την απόφαση, αφού η Εκκλησία της Κύπρου θεώρησε το θέμα ανώριμο, οι Εκκλησίες Ρωσσίας και Σερβίας αποφάσισαν παραμονή στο ιουλιανό, τα Πατριαρχεία Αλεξάν­δρειας και Αντιόχειας δεν δέχθηκαν την απόφαση, ενώ το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων θεώρησε ότι η αλλαγή του ημερολογίου επέφερε και αλλαγή του πασχαλίου.

Την οριστική λύση έδωσε ένα χρόνο μετά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ’, με πρόταση αποδοχής του γρηγοριανού ημερο­λογίου και υπολογισμό του Πάσχα βάσει του ιουλιανού και ημέρα αλλαγής τις 10/23 Μαρ­τίου 1924. Έτσι, οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες [16] – με εξαίρεση τα Πατριαρχεία Ιε­ροσολύμων, Ρωσίας, Σερβίας και Γεωργίας, τις Εκκλησίες Πολωνίας και Ουκρανίας, την Αρ­χιεπισκοπή του Σινά και το Άγιο Όρος – έχουν υιοθετήσει το αναθεωρημένο ιουλιανό ημερο­λόγιο (διάρκειας 365,2422222222… ημερών) [17], το οποίο – μέχρι και το 2799 – τους επιτρέπει να συνεορτάζουν τα Χριστούγεννα με τις Δυτικές Εκκλησίες, αλλά το Πάσχα με τις λοιπές Ορθόδοξες, για να αποφευχθεί το σχίσμα λόγω παράβασης των όρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου.

Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς (1879 – 1958). Σέρβος μαθηματικός, αστρονόμος, κλιματολόγος, γεωφυσικός. Ο Μιλάνκοβιτς ασχολήθηκε με το ημερολογιακό ζήτημα και δημιούργησε ένα νέο ημερολόγιο για τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, το «Αναθεωρημένο Ιουλιανό Ημερολόγιο», που είναι σχεδόν ταυτόσημο με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, αλλά ακριβέστερο…

Εκτός από τις πιο πάνω Εκκλησίες, το ημερολόγιο του Σέρβου αστρονόμου Milutin Milankovic (Μιλουτίν Μιλάνκοβιτς) δεν υιοθέτησαν και οι σχισματικοί Παλαιοημερολογίτες, που αυτοαποκαλούνται Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (ΓΟΧ). Οι ΓΟΧ πρεσβεύουν ότι η αλλαγή του ημερολογίου είναι παράτυπη, παραβιάζει τις Συνόδους, καταπατά τις «πατρώες παραδόσεις», αναστατώνει την αρμονία και την ισορροπία του λειτουργικού έτους[18], συνιστά αναγνώριση του Πάπα, υπο­κινείται από τη Μασωνία και τις σκοτεινές δυ­νάμεις, θεωρούν δε πως το ιουλιανό ημερολόγιο είναι δοσμένο από το Θεό (!), αδιαφορώντας για το ότι θεσπίστηκε από έναν ειδωλολάτρη Ρωμαίο Αυτοκράτορα.

Ωστόσο, η όποια ημερομηνιακή διαφορά ανάμεσα στο Ορθόδοξο και το Δυτικό Πά­σχα οφείλεται σε διαφορετικό τρόπο υπο­λογισμού του και όχι σε δογματικά αίτια. Οι Δυτικοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Ουνίτες, Αγγλικα­νοί, Προτεστάντες) τηρούν τον πρώτο όρο της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, όχι όμως και το δεύ­τερο (στην ουσία δεν αθετούν το γράμμα, αλλά το πνεύμα του όρου), αφού πολλές φορές εορτά­ζουν το Πάσχα πριν ή μαζί με το Φάσκα, ενώ οι Ορθόδοξοι (βυζαντινού, σλαβικού και καυκάσιου ρυθμού) τηρούν απαρεγκλίτως το δεύτερο όρο της Συνόδου, συχνά αθετώντας τον πρώτο, λόγω κυρίως του σφάλματος 5 ημερών από τη χρήση του μετωνικού κύκλου. Μαζί με τους Ελληνορ­θόδοξους εορτάζουν οι Κύπριοι Μαρωνίτες και Λατίνοι και οι Έλληνες Αρμένιοι και Καθολικοί, ενώ μαζί με τους Διαμαρτυρόμενους οι Φινλανδοί και Εσθονοί Ορθόδοξοι.

Όσον αφορά τις Παλαιές Ανατολικές Εκκλησί­ες (Προχαλκηδόνιοι), οι Αιθίοπες, οι Ερυθραίοι και οι Κόπτες υπολογίζουν το Πάσχα με βάση το ιουλι­ανό ημερολόγιο, ενώ οι Αρμένιοι (πλην του Αρμε­νικού Πατριαρχείου της Ιερουσαλήμ), οι Ιακωβίτες (Σύροι) και η Ινδική Εκκλησία στο Μαλαμπάρ της Ινδίας με βάση το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1923, 1953 και 1956, αντίστοιχα. Οι Ασσύριοι (Χαλδαίοι), γνωστοί και ως Νεστοριανοί, χρησιμοποιούν το γρηγοριανό ημερολόγιο από το 1964.

Ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα είναι ένα σύνθετο μαθηματικό θέμα, αν και ουσιαστικά απαιτεί τις 4 πράξεις της αριθμητικής (αλγόριθμος Γκάους [19]). Εάν η εαρινή πανσέληνος συμβεί μεταξύ 21-30 Μαρτίου δεν θεωρείται πασχαλινή από τους Ορθόδοξους, οι οποίοι περιμένουν την επόμενη πανσέληνο, με αποτέλεσμα να εορτάζουν το Πάσχα 4 μέχρι και 6 εβδομάδες μετά τους Δυτικούς. Εάν η πανσέληνος συμβεί από τις 30 Μαρτίου και μετά, θεωρείται πασχαλινή από όλους, κι έτσι το Δυτικό Πάσχα συμπίπτει ή εορτάζεται μια εβδομάδα πριν (αφού ιουλιανή 22 Μαρτίου = γρηγοριανή 4 Απριλίου).

Για να έχουμε Κοινό Πάσχα, θα πρέπει η γρηγοριανή και ιουλιανή πανσέληνος να συμβούν από την Κυριακή μέχρι και την Τρίτη της ίδιας εβδομάδας, κάτι που θα λάβει χώρα για τελευταία φορά τον Απρίλη του 2698. Οι ημερομηνίες του Δυτικού Πάσχα κυμαίνονται μεταξύ 22 Μαρτίου και 25 Απριλίου, ενώ οι αντίστοιχες Ορθόδοξες είναι 4 Απριλίου με 8 Μαΐου [20]. Πιο κάτω, δίνεται πίνακας για τα προηγούμενα και τα επόμενα έτη:

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

Έτος Δυτικό

Πάσχα

Ορθόδοξο

Πάσχα

2008 23 Μαρτίου 27 Απριλίου 2013 31 Μαρτίου 5 Μαΐου 2018 1η Απριλίου 8 Απριλίου
2009 12 Απριλίου 19 Απριλίου 2014 20 Απριλίου 2019 21 Απριλίου 28 Απριλίου
2010 4 Απριλίου 2015 5 Απριλίου 12 Απριλίου 2020 12 Απριλίου 19 Απριλίου
2011 24 Απριλίου 2016 27 Μαρτίου 1η Μαΐου 2021 4 Απριλίου 2 Μαΐου
2012 8 Απριλίου 15 Απριλίου 2017 16 Απριλίου 2022 17 Απριλίου 24 Απριλίου

Η σημασία του Πάσχα για την Εκκλησία δεν είναι μόνο συμβολική (αφού μας υπενθυμίζει το Θείο Πάθος, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού), αλλά και ουσιαστική, καθώς με βάση το Πάσχα καθορίζεται το σύνολο των κινη­τών εορτών, ως εξής:

 

Α) Τριώδιο:

  • Κυριακές [του Τελώνη και του Φαρισαίου (10 Κυριακές πριν το Πάσχα), του Ασώτου Υιού (-9), της Απόκρεω (-8) και της Τυροφάγου (-7)].
  • Άλλες ημέρες [Τσικνοπέμπτη (Πέμπτη πριν την Κυριακή της Απόκρεω) και Ψυχο­σάββατο Α’ (Σάββατο πριν την Κυριακή της Απόκρεω)].

Β) Μεγάλη, Σαρακοστή

  1. Κυριακές [της Ορθοδοξίας (-6), του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (-5), της Σταυροπρο­σκύνησης (-4), του Αγίου Ιωάννου της Κλίμα- κος (-3), της Οσιας Μαρίας της Αιγυπτίας (-2) και των Βαΐων (-1)].
  2. Άλλες ημέρες [Καθαρή Δευτέρα (μετά την Κυριακή της Τυρινής), του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος (Σάββατο πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας), του Μεγάλου Κανόνος (Πέμπτη μετά την Κυριακή του Ιωάννου της Κλίμακος), του Ακάθιστου Ύμνου (Σάββατο πριν την Κυ­ριακή της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας) και Σάββατο του Λαζάρου (πριν την Κυριακή των Βαΐων ή της Ελιάς)].

Γ) Μεγάλη και Αγία Εβδομάδα: η εβδομάδα που προηγείται του Πάσχα.

Δ) Εβδομάδα της Διακαινησίμου: η εβδομάδα που έπεται του Πάσχα.

Ε) Πεντηκοστάριο:

  1. Κυριακές [του Θωμά (1 Κυριακή μετά το Πάσχα), των Μυροφόρων (+2), του Παράλυτου (+3), της Σαμαρείτιδας (+4), του Τυφλού (+5), των Αγίων 318 πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (+6), της Πεντηκοστής (+7) και των Αγίων Πάντων (+8)].
  2. Άλλες ημέρες [της Ζωοδόχου Πηγής (Παρα­σκευή μετά το Πάσχα), της Μεσοπεντηκοστής (Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παράλυτου), της Απόδοσης του Πάσχα (Τετάρτη μετά τηνΚυριακή του Τυφλού), της Αναλήψεως (η επο­μένη της Αποδόσεως), Ψυχοσάββατο Β’ (πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής) και του Αγίου Πνεύματος ή του Κατακλυσμού (Δευτέρα μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής)].

Στ) Άλλες εορτές:

Αν το Πάσχα συμβεί ανήμερα ή μετά τις 23 Απρι­λίου, η γιορτή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου εορτάζεται τη Δευτέρα του Πάσχα και του Αποστόλου Μάρκου την Τρίτη του Πάσχα (Λαμπροτρίτη), μαζί με τους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη της Μυτιλήνης.

 

Ασπασμός του Πάσχα (1850). Έργο του Tadeusz Gorecki (1825-1868). Μουσείο San Petesburgo, Málaga.

 

Το διορθωμένο ιουλιανό ημερολόγιο δεν εί­ναι τέλειο: έχει σφάλμα 2,81 sec/έτος, ωστόσο εί­ναι ακριβέστερο από το γρηγοριανό [σφάλμα 1 μέρας/3323 χρόνια (26,81 sec/έτος] και πολύ πιο ακριβές από το ιουλιανό [σφάλμα 1 ημέρας/128 χρόνια (674,81 sec/έτος), το οποίο σε βάθος χρόνου μετατοπίζει την ισημερία. Αν οι Ορθόδοξοι εξακο­λουθήσουν να υπολογίζουν το Πάσχα με το παλαιό ημερολόγιο μέχρι το έτος 14.000, τότε η εαρινή πανσέληνος θα συμβεί στις 2 Ιουλίου (!), με καθυ­στέρηση 103 ημερών, το Πάσχα θα εορταστεί την 23 Ιουλίου και ο Μάρτης δεν θα είναι πλέον μέρος της Σαρακοστής.

Τα ημερολόγια είναι ανθρώπινες επινοήσεις και, ως τέτοια, δεν διεκδικούν το αλάθητο, θα ήταν δε παράλογο να υποστηρίζουμε πως ο Θεός και οι Άγιοι ακολουθούν οποιοδήποτε ημερολόγιο!!! Μπορεί τα ουράνια φαινόμενα να μην πειθαρχούν σε κανέναν, ωστόσο οι ουρανοί εορτάζουν και αγάλλονται κάθε ημέρα και ώρα, αφού δεν περιορί­ζονται ούτε και εξαντλούνται από τους δικούς μας εορτασμούς. Όπως είπε και ο Χριστός: «άπόδοτε συν τά Καίσαρος Καίσαρι κα’ι τά τοϋ Θεοϋ τω Θεω» (Ματθαίος 22:21, Μάρκος 12:17, Λουκάς 20:25). Καλή Ανάσταση!

Επιπλέον υλικό: David Ewing Duncan (1998): Καλαντάρι – η ιστορία του ημερολογίου δια μέσου των αιώνων. Αθήνα: Εκδόσεις Ενάλιος και Ιωάννης Φάκας (2014): Πάσχα των Ορθοδόξων, Πάσχα των Ρωμαιοκαθολικών και Πάσχα των Ιου­δαίων – υπολογισμός με βάση την αστρονομία και μια εισήγηση για διόρθωση. Λευκωσία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η ασάφεια αναφορικά με το ακριβές έτος του Θείου Πάθους προέκυψε επειδή οι πρώτοι Χριστιανοί δεν ενδιαφέ­ρονταν για τη σωστή χρονολόγηση των γεγονότων, για τον απλούστατο λόγο ότι οι Απόστολοι και οι αρχικοί οπαδοί του Χριστού πίστευαν ακράδαντα στη σύντομη επιστροφή του Μεσσία, με αποτέλεσμα γι’ αυτούς ο χρόνος να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.

[2] Φαίνεται, ωστόσο, ότι ο Άγιος Ειρηναίος μεσολάβησε στην άρση του σχετικού αφορισμού, θυμίζοντας στον Πάπα Βίκτωρα την ανοχή του προκατόχου του, Ανίκητου.

[3] Αυτό πρέπει να οφείλεται κυρίως στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ. και τη Διασπορά των Εβραίων, οι οποίοι πλέον χρησιμοποιούσαν τα κατά τόπους ειδωλολατρικά ημερολόγια για να καθορίσουν το Πάσχα τους, κάτι που φαίνεται και από τους πασχάλιους πίνακες που συντάχθηκαν στη Σύνοδο της Σαρδικής (343).

[4] Στη Νίκαια θεσπίστηκε και ο Ζ’ Αποστολικός Κανόνας, ο οποίος απαγορεύει την τέλεση του Πάσχα «προ της εαρινής ισημερίας μετά Ιουδαίων» για να καταπολεμήσει τους Πρωτοπασχίτες, που γιόρταζαν το Πάσχα με τους Εβραίους και βασίζονταν σε αυτούς για τον υπολογισμό του (οι οποίοι τοποθετούσαν την εαρινή ισημερία στις 27 Μαρτίου). Ωστόσο, μερικοί Πρωτοπασχίτες επέμεναν μέχρι και τα τέλη του 4ου αιώνα, όπως βλέπουμε από κηρύγ­ματα του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

[5] Τροπικό έτος είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές διαβάσεις του Ήλιου από το ίδιο σημείο αναφοράς και της συμπλήρωσης του κύκλου των εποχών [365,24218966978 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά και 45,19 δευτερόλεπτα), με μείωση περίπου 0,531670176 δευτερόλεπτα ανά αιώνα], ενώ συνοδικός μήνας είναι το διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές φάσεις της Σελήνης [29,5305888531 μέσες ηλιακές ημέρες το 2000 (29 ημέρες, 12 ώρες, 44 λεπτά και 2,88 δευτερόλεπτα), με αύξηση περίπου 18,680544 χιλιοστοδευτερόλεπτα ανά αιώνα].

[6] Αρχικά η Ρώμη χρησιμοποιούσε το σεληνιακό ημερολόγιο του Ρωμύλου, διάρκειας 10 μηνών ή 304 ημερών. Γύρω στο 713 π.Χ. και για να προσεγγίσει το ηλιακό έτος, ο Ρωμαίος Βασιλιάς, Νουμάς Πομπίλιος, πρόσθεσε ακόμη δύο μήνες (Ιανουάριος, Φεβρουάριος).

[7] Ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος στους νεκρούς και κατά τη διάρκειά του οι Ρωμαίοι έπρεπε να κάνουν τον ηθικό απολογισμό τους και να αφιερώνονται στη μετάνοια και την εξιλέωση (Februare). Από φόβο προς τους χθόνιους θε­ούς και για αποφυγή της ασέβειας στη μνήμη των νεκρών, δεν αριθμούσαν την εμβόλιμη ημέρα και έτσι την μετρού­σαν διπλά, στις 24 Φεβρουαρίου.

[8] Προηγουμένως και άλλοι είχαν υποψιαστεί ή/και υπολογίσει ότι υπήρχε σφάλμα, όπως οι Κλαύδιος Πτολεμαίος, Αιδέσιμος Βέδας, Νότκερ ο Τραυλός, Χέρμαν ο Χωλός, Ρενιέ του Παντερμπόρν, Κόνραντ του Στρασβούργου, Ρόμπερτ Γκρόστεστ και Ιωάννης ντε Σακρομπόσκο, κανένας εκ των οποίων όμως δεν εισακούστηκε έγκαιρα, λόγω και του σκοταδισμού που επικρατούσε στην Ευρώπη.

 [9] Μεταξύ 1721-1915 στα ρωσσοκρατούμενα τμήματα των Βαλτικών χωρών βρισκόταν σε χρήση το ιουλιανό ημερολό­γιο. Η Λεττονία και η Λιθουανία το υιοθέτησαν το 1915 (κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής), ενώ η Εσθονία το 1918.

[10] Με την αλλαγή του ημερολογίου στη Γαλλία, εδραιώθηκε και η αλλαγή που είχε επιβάλει το 1564 ο Κάρολος Θ’ η πρωτοχρονιά να εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου αντί της 1ης Απριλίου. Έκτοτε, οι αστοί κορόιδευαν τους αντιδρα­στικούς που γιόρταζαν με τον παλιό τρόπο, στέλλοντάς τους δώρα και προσκλήσεις για ανύπαρκτες γιορτές, τον πρόδρομο των πρωταπριλιάτικων ψεμάτων.

[11] Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β’ ο Τρανός συγκάλεσε τρία Πανορθόδοξα Συνέ­δρια (1583, 1587 και 1593), όπου με σιγίλλια και εγκυκλίους το «νέον καλενδάριον» αναθεματίστηκε και καταδικά­στηκε ως αντικανονικό. Το γρηγοριανό ημερολόγιο αναθεματίστηκε εκ νέου από πατριαρχικό σιγίλλιο (1756) και με εγκύκλιο (1848).

[12] Η εφαρμογή του νέου ημερολογίου στη Σουηδία (και τη Φινλανδία, που μέχρι το 1809 αποτελούσε τμήμα της Σουη­δίας και μετά της Ρωσίας) υπήρξε επεισοδιακή: μεταξύ 1700-1712 ήταν μία μέρα μπροστά από το ιουλιανό ημερολό­γιο, το 1712 επανήλθε στο ιουλιανό (με ένα Φεβρουάριο 30 ημερών), ενώ μεταξύ 1740-1844 το Πάσχα υπολογιζόταν αστρονομικά.

[13] Για τους ίδιους λόγους υιοθετήθηκε και από μη χριστιανικές χώρες (Ιαπωνία: 1873, Αίγυπτος: 1875, Θαϋλάνδη:1889, Κορέα:1895, Αλβανία και Κίνα:1912, Οθωμανική Αυτοκρατορία:1917, Περσία:1925, Σοβιετική Ένωση:1922, Τουρκία:1927 κτλ). Το γρηγοριανό ημερολόγιο εφαρμόστηκε ταυτόχρονα και στις υπερπόντιες ευρωπαϊκές κτήσεις και αποικίες.

[14]Το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία το υιοθέτησαν το 1916, η Ρωσία το 1918 [γι’ αυτό και η επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης εορτάζεται στις 7/11], η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία το 1919, ενώ η Ελλάδα μόλις το 1923 (οπότε ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η επέτειος της Επανάστασης του 1821 γιορτάστηκαν ξεχωριστά, επισπεύδοντας τη μετέπειτα υιοθέτηση του κοσμικού ημερολογίου).

[15] Στο Συνέδριο αρνήθηκαν να συμμετάσχουν τα Πατριαρχεία Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, δεν προ­σκλήθηκε η Εκκλησία της Βουλγαρίας (λόγω σχίσματος με την Κωνσταντινούπολη) και δεν συμμετείχε το Πατριαρ­χείο Μόσχας (λόγω σοβιετικών αναταραχών). Του Συνεδρίου είχαν προηγηθεί εγκύκλιοι του Οικουμενικού Πατριάρ­χη Ιωακείμ Γ’ (12/06/1902 και 12/05/1904) προς τις λοιπές Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ζητώντας την άποψή τους αναφορικά με πιθανή τροποποίηση του ιουλιανού ημερολογίου.

[16] Τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας το υιοθέτησαν το 1928, ενώ το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας το 1968.

17 Η διάρκεια του είναι 365 218/900 ημέρες (αντίθετα με το γρηγοριανό που έχει διάρκεια 365 97/400 ή 365,2425 ημέ­ρες)· όσον αφορά τα επαιώνια έτη, μόνο αυτά που διαιρούνται με το 900 και αφήνουν υπόλοιπο 2xx ή 6xx θεωρού­νται δίσεκτα. Μια αξιοσημείωτη διαφορά των δύο ημερολογίων είναι ότι στο γρηγοριανό όλα τα επαιώνια έτη που δι­αιρούνται με το 400 θεωρούνται δίσεκτα: έτσι, το έτος 2800 θεωρείται δίσεκτο μόνο από το γρηγοριανό ημερολόγιο. Στο ιουλιανό όλα τα έτη που διαιρούνται με το 4 είναι δίσεκτα.

[18] Στην πολεμική τους κατά του νέου ημερολογίου προβάλλουν και τις εξής κριτικές: α) η εορτή της α’ και β’ εύρεσης της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου (24 Φεβρουαρίου) μπορεί να πέσει κατά την περίοδο της νηστείας, β) η εορτή των εν Σεβαστεία Αγίων Σαράντα Μαρτύρων (9 Μαρτίου) πέφτει κατά την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής, γ) η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (25 Μαρτίου) πέφτει πάντοτε πριν το Πάσχα, ενώ στο ιουλιανό ημερολόγιο υπάρχει περίπτωση να πέφτει την ημέρα του Πάσχα (οπότε και ονομάζεται Κύριον Πάσχα) και δ) η νηστεία της εορτής των Αγίων Αποστόλων επιδεικνύει τη μεγαλύτερη αδυναμία του νέου ημερολογίου σε συνδυασμό με το ιουλιανό πασχάλιο: ξεκινά τη Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και καταλήγει στις 29 Ιουνίου, καθώς το νέο ημερολόγιο είναι 13 ημέρες μπροστά από το παλαιό, η νηστεία αυτή είναι 13 ημέρες μικρότερη και, αναλόγως της ημερομηνίας του Πάσχα, μπορεί να ξεκινήσει στις 31 Μαΐου ή, κάποιες χρονιές, να μην τελεστεί καθόλου.

[19] Ο αλγόριθμος αυτός εφευρέθηκε από το μεγάλο Γερμανό μαθηματικό Carl Friedrich, Gauss το 1800 και τελειοποιήθηκε το 1816 και ισχύει και για τα δύο ημερολόγια. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλοι αλγόριθμοι για τον υπολογισμό της ημερομηνίας του Πάσχα

[20] Στο γρηγοριανό ημερολόγιο η συχνότερη ημερομηνία του Πάσχα είναι η 19η Απριλίου (3,87%), ενώ η σπανιότερη η 22η Μαρτίου (0,48%), με βάση τον επαναλαμβανόμενο κύκλο των 5.700.000 ετών (ο κύκλος του Μέτωνα επαναλαμ­βάνεται κάθε 532 χρόνια). Με βάση πίνακες του Πάσχα (1583-3000), υπάρχει 19,12% πιθανότητα Κοινού Πάσχα, 49,26% το Ορθόδοξο Πάσχα να ακολουθεί το Δυτικό κατά μία εβδομάδα, 0,14% δύο εβδομάδες, 1,91% τέσσερις εβδομάδες.

Αλέξανδρος – Μιχαήλ Χατζηλύρας

Ερευνητής, Μελετητής, Συγγραφέας

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ενατενίσεις», Περιοδική Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας (Κύπρος) το 2015.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Τα σήμαντρα και οι καμπάνες


 

Κάθε χριστιανική εκκλησία έχει το καμπαναριό και την καμπάνα της. Απαραίτητο και αναπόσπαστο τμήμα της λατρείας. Ναός χωρίς καμπάνα είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ακόμα και κάποια απομακρυσμένα εξωκλήσια έρημα και εγκαταλελειμμένα στις κορυφές των βουνών έχουν μια μικρή καμπάνα, που χτυπάει πότε – πότε, ακόμα και από τον αέρα. Η εισαγωγή της καμπάνας στη χριστιανική ζωή και λατρεία δεν έγινε από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Αργολίδας. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Οι Χριστιανοί στα πρώτα χρόνια της νέας θρησκείας δεν είχαν ναούς και βωμούς.  Η διάδοση και η δράση του Χριστιανισμού γινόταν με μυστικούς τρόπους και πολλές φορές οδηγούσε σε διωγμούς τόσο από τους Εβραίους όσο και από τους Ρωμαίους ως τις αρχές του 4ου αιώνα, που ο χριστιανισμός νομιμοποιήθηκε και έγινε επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.  Οι πρώτοι χριστιανοί στους  χρόνους των διωγμών συγκεντρώνονταν για τη λατρεία τους από τους ονομαζόμενους «θεοδρόμους» ή «λαοσυνάκτες», οι οποίοι γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι, καμιά φορά και με κίνδυνο της ζωής τους, και ειδοποιούσαν τους χριστιανούς για τον τόπο και την ώρα της λατρείας τους. Άλλες φορές ο ίδιος ο ιερουργός στο τέλος μιας σύναξης ενημέρωνε τους πιστούς για την επόμενη σύναξή τους.

 

Τα σήμαντρα

 

Μετά τους διωγμούς, άγνωστο πότε ακριβώς, μπήκαν σε χρήση σε ναούς και μοναστήρια τα σήμαντρα. Από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα πολλοί χριστιανοί, διωγμένοι από τους εχθρούς του χριστιανισμού, έφευγαν από τις πόλεις και τα χωριά, πήγαιναν και έστηναν καλύβες στην έρημο, μακριά από τον κόσμο, και ζούσαν αυστηρή ζωή αφιερωμένη στο Θεό μακριά ο ένας από τον άλλον. Ήταν οι πρώτοι μοναχοί. Ειδοποιούνταν για να μαζευτούν και να λατρέψουν το Θεό από κοινού με κάτι ξύλα, που τα χτυπούσαν με έναν ιδιαίτερο τρόπο, όπως γίνεται ακόμα και σήμερα στα μοναστήρια. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος με το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. θέσπισε την ανεξιθρησκία στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, σταμάτησαν οι διωγμοί των χριστιανών. Με  το τέλος των διωγμών οι χριστιανοί μπορούσαν πλέον να ειδοποιούνται με επισημότητα. Ο πρώτος τρόπος  ειδοποίησης ήταν τα σήμαντρα, που είχαν καθιερώσει οι πρώτοι μοναχοί.

Μοναχός με φορητό ξύλινο σήμαντρο.

Τα σήμαντρα είναι ιδιόφωνα μουσικά όργανα, που ανήκουν στην κατηγορία των κρουστών,  που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες παραλλαγές και διαδόθηκαν σε όλα τα ορθόδοξα χριστιανικά μοναστήρια του κόσμου. Τα πρώτα που παρουσιάσθηκαν στα μοναστήρια ήταν ξύλινα ή σιδερένια και ονομάζονταν «αγιοσίδερα». Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται από συγγραφείς της εποχής του Βυζαντίου με τις ονομασίες χειροσήμαντρο, μεγασήμαντρο και αγιοσιδηρούν. Το ξύλινο σήμαντρο ονομάζεται και τάλαντο. Το τάλαντο ή χειροσήμαντρο είναι μια ελαφριά μακρόστενη καλά πλανισμένη σανίδα με μήκος περί τα 2- 3μ., πλάτος περί τα 10 εκ., και πάχος 5 εκ., που στις άκρες μπορεί να έχει τρείς ή πέντε οπές. Οι τρεις οπές συμβολίζουν τον τριαδικό θεό, ενώ οι πέντε οπές σε σχήμα σταυρού συμβολίζουν τις ανθρώπινες αισθήσεις που πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Το μικρό ξύλινο χειροσήμαντρο ήταν φορητό. Το κρατούσαν οι περιφερόμενοι μοναχοί στο ένα χέρι και το χτυπούσαν ρυθμικά με ξύλινο σφυρί, τον κόπανο, με το άλλο χέρι. Συνήθως τα κατασκεύαζαν από ξύλο φλαμουριάς, καρυδιάς και κυρίως από σφεντάμι ή οξιά, γιατί τα ξύλα αυτά δίνουν καλύτερο ήχο. Σύμφωνα με την παράδοση το «τάλαντο» το χρησιμοποίησε πρώτος ο Νώε, για να μαζέψει τα ζώα και τα πτηνά στην Κιβωτό λίγο πριν από τον κατακλυσμό. Έτσι σήμερα η κρούση του συμβολίζει το κάλεσμα των πιστών στην «κιβωτό της σωτηρίας», που είναι η Εκκλησία, για να σωθούν από τον κατακλυσμό της αμαρτίας.

Το μεγασήμαντρο είναι μεγαλύτερο σήμαντρο που φτάνει σε μήκος και τα τέσσερα μέτρα και ονομάζεται «κόπανος». Είναι μια κρεμαστή χοντρή μακρόστενη σανίδα, που έχει και αυτή στις άκρες τρεις ή πέντε οπές, που συμβολίζουν αντίστοιχα τον τριαδικό θεό και τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις. Το χτυπούσαν με αυξομειούμενη δύναμη με έναν κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό, ώστε να παράγει διαφορετικούς ήχους με κάποιο είδος ρυθμού. Ο ήχος συμβολίζει την παρουσία του θεού στη γη και το κήρυγμα της παραβολής του τάλαντου, που έδωσε ο θεός και πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος. Το μεγασήμαντρο και το τάλαντο με την πάροδο των χρόνων αποτέλεσαν χαρακτηριστικά σύμβολα της μοναστικής ζωής στις μονές του Αγίου Όρους. Χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για τη σύναξη των μοναχών, αλλά και για να προμηνύσουν τη χαρά ή τη λύπη μέσα στο κατανυκτικό κλίμα πνευματικής ηρεμίας και αφοσίωσης της ιερής πολιτείας.

 

Μεγασήμαντρο στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας. Το μεγασήμαντρο ή κόπανος εδώ και αιώνες κρούεται ρυθμικά για να αφυπνίσει τους μοναχούς ή να τους συνάξει για την τέλεση των ιερών τους καθηκόντων. Ο ήχος του συμβολίζει την διδασκαλία την Καινής Διαθήκης, την παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού στην γη και το κήρυγμά Του, καθώς και το δοθέν τάλαντο, το οποίο πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραβολή των ταλάντων.

 

Το αγιοσίδερο είναι  ένα τεμάχιο από σίδερο και σπανιότερα από ορείχαλκο, συνήθως σε αρκετά μικρότερο μέγεθος από το ξύλινο, που το χτυπούσαν ρυθμικά με μια σφύρα ή κόπανο κατασκευασμένο από το ίδιο υλικό. Με τον ήχο του, που μπορεί να θεωρηθεί πρόδρομος της καμπάνας, συμβολίζει και υπενθυμίζει την σάλπιγγα του αγγέλου, που θα ακουστεί στη δευτέρα παρουσία και τη φωνή του θεού, που θα αποδώσει τη δίκαιη κρίση σε κάθε άνθρωπο. Το μεγασήμαντρο και το αγιοσίδερο τα κρεμούσαν οριζόντια με δυο σχοινιά ή αλυσίδες από κάποιο δένδρο ή δίπλα στην είσοδο του ναού και τα χτυπούσαν σε διάφορα σημεία, για να παράγουν αρμονικούς ήχους. Στα μοναστήρια συνήθως το ξύλινο σήμαντρο χτυπά για την ακολουθία του όρθρου και το μεταλλικό για την ακολουθία της θείας λειτουργίας.

 

Μεγάλο ξύλινο σήμαντρο

 

Τα σήμαντρα παραμένουν και σήμερα σε χρήση μαζί με τις καμπάνες και χτυπούν σε ορισμένο χρόνο, όπως ορίζει η τάξη κάθε μοναστηριού. Η ζωή των μοναχών στα μοναστήρια και οι δραστηριότητες των χιλιάδων επισκεπτών τους καθορίζονται από το χτύπημα αυτής της ξύλινης ή σιδερένιας πλάκας. Εδώ και αιώνες χτυπούν ρυθμικά με μεταλλικό ή ξύλινο σφυρί σε πολλά μοναστήρια και χρησιμοποιούνται για να αφυπνίσουν τους μοναχούς ή να τους συνάξουν για την τέλεση των ιερών καθηκόντων τους. Η εικόνα ενός μοναχού, που χτυπάει το σήμαντρο και καλεί τους πιστούς στο μοναστήρι να συμμετάσχουν στα ιερά καθήκοντα, εκφράζει έναν από τους πιο απλούς και αγνούς συμβολισμούς της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. Για πολλούς τα σήμαντρα αποτέλεσαν τα πρώτα μουσικά όργανα της βυζαντινής παράδοσης, αν και η χρήση τους περιορίζεται αποκλειστικά για θρησκευτικούς σκοπούς.

Καμπάνες στην ορθόδοξη ανατολή δεν υπήρχαν, είναι όμως γνωστές από την αρχαιότητα. Οι πρώτες αναφορές στη χρήση της καμπάνας έρχονται από την Κίνα, όπου ήταν γνωστή πολύ πριν από το 1.000 π.Χ. Υπάρχουν στοιχεία για χρήση καμπανών στην αρχαία Βαβυλωνία και Αίγυπτο, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξαν και συνεχίσουν να παίζουν στον ινδικό πολιτισμό.

 

Ασιατική καμπάνα.

 

Οι Εβραίοι στα ενδύματα των αρχιερέων τους είχαν χρυσά κουδουνάκια. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός  δίνει εντολή στο Μωυσή να κατασκευάσει στολή με καμπανάκια για τον αρχιερέα Ααρών, για να ιερουργήσει στη σκηνή του Μαρτυρίου:  «Με την ίδια μορφή θα κατασκευάσεις χρυσά ομοιώματα μικρών καρπών ροδιάς και ανάμεσά τους κωδωνίσκους χρυσούς κυκλικά στον υποδύτη. Σε κάθε χρυσό ομοίωμα καρπού και άνθους ροδιάς στο κάτω τμήμα και ολόγυρα στον υποδύτη θα αντιστοιχεί και ένας χρυσούς κώδων. Και θα ακούγεται ο ήχος των κωδώνων, όταν ο Ααρών εισέρχεται, για να λειτουργήσει στον άγιο χώρο ενώπιον του Κυρίου, και όταν εξέρχεται».  [τὸ αὐτὸ εἶδος ροΐσκους χρυσοῦς καὶ κώδωνας ἀναμέσον τούτων περικύκλῳ· παρὰ ροΐσκον χρυσοῦν κώδωνα καὶ ἄνθινον ἐπὶ τοῦ λώματος τοῦ ὑποδύτου κύκλῳ. καὶ ἔσται Ἀαρὼν ἐν τῷ λειτουργεῖν ἀκουστὴ ἡ φωνὴ αὐτοῦ, εἰσιόντι εἰς τὸ ἅγιον ἔναντι Κυρίου καὶ ἐξιόντι.] [Παλαιά Διαθήκη, «Έξοδος» κεφ. 28]. Στους λαούς της Μεσογείου από την αρχαία εποχή αναφέρεται η χρήση τεμαχίων μετάλλου, δηλαδή τα γνωστά σήμαντρα, τα οποία χτυπούσαν με μεταλλική ή ξύλινη ράβδο στις διάφορες τελετές και συναθροίσεις με σκοπό τη συγκέντρωση του λαού.

 

Οι καμπάνες στη Δύση

 

Η λέξη «καμπάνα» προέρχεται από την Καμπανία, περιοχή της νοτιοδυτικής Ιταλίας, όπου υπήρχε παραγωγή ονομαστού χαλκού από τον οποίο κατασκευάσθηκαν οι πρώτες καμπάνες. Είναι κρουστό ηχητικό όργανο με σχήμα αναποδογυρισμένου κυπέλλου φτιαγμένο συνήθως από μπρούτζο. Ένα κοίλο ακουστικό αντηχείο που κατατάσσεται στα ιδιόφωνα μουσικά όργανα. Ο ήχος του προέρχεται από το χτύπημα της εξωτερικής ή της εσωτερικής επιφάνειάς του. Το αντικείμενο που χρησιμεύει για το  χτύπημα μπορεί να είναι το γλωσσίδι, που κρέμεται μέσα στην καμπάνα, ένα σφαιρίδιο έγκλειστο στο εσωτερικό του σώματος σε μικρές καμπάνες ή μια ξεχωριστή σφύρα ή σφυρί, που χτυπάει την εξωτερική επιφάνεια της καμπάνας.

Οι πιο παλιές καμπάνες ήταν χονδροειδείς κατασκευές από μεταλλικές πλάκες συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι σημερινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας (περίπου 80% χαλκό και 20% κασσίτερο). Η αναλογία των μετάλλων και το πάχος της καμπάνας καθορίζουν τον ήχο της, ο οποίος είναι πάντα σε βυζαντινές νότες. Η άποψη ότι ίχνη από άλλα μέταλλα δίνουν στον ήχο της ειδικούς τόνους και ότι ειδικά με την προσθήκη αργύρου η καμπάνα αποκτά καλύτερο ήχο, δεν είναι επιβεβαιωμένη. Ίσως με τον τρόπο αυτό οι χύτες εκμεταλλεύονταν τους πιστούς, οι οποίοι προσέφεραν αργυρά σκεύη και κοσμήματα για την κατασκευή τους. Οι νεότερες καμπάνες κατασκευάζονται με τη μέθοδο της μεταλλοχύτευσης και υπάρχουν διάφορα μεγέθη, από μικρές διακοσμητικές καμπάνες έως καμπάνες με 5 μέτρα ύψος, οι οποίες ζυγίζουν αρκετούς τόνους. Το μέταλλο πρέπει να ριχτεί στο καλούπι όσο είναι ακόμα ρευστό σε θερμοκρασία 1.200 βαθμών κελσίου. Θα χρειαστεί να μείνει μία ημέρα στο καλούπι, για να στεγνώσει, και στη συνέχεια να τροχιστεί και να γυαλιστεί ώστε να ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία. Αν στο τέλος δοκιμαστεί και δεν έχει τον σωστό τόνο και τη σωστή νότα, καταστρέφεται και ξαναφτιάχνεται από την αρχή.

Η δημόσια χρήση της καμπάνας χρονολογείται από το μεσαίωνα, ενώ η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της για την πρόσκληση του λαού στη δημόσια λατρεία εμφανίζεται στη δύση τον 5 αιώνα μ. Χ. Συγκεκριμένα το 409 μ.Χ. ο πάπας Σαβινιανός, όταν ήταν επίσκοπος Ρώμης στις αρχές του 7ου αιώνα, καθιέρωσε τη χρήση της καμπάνας και εκτός Καμπανίας και οι καμπάνες διαδόθηκαν σε όλες τις εκκλησίες της δύσης. Το 15ο αιώνα κάποιοι μοναχοί της καθολικής εκκλησίας από το τάγμα των Καπουτσίνων εισήγαγαν το λεγόμενο «βάπτισμα των κωδώνων» πριν τις ανεβάσουν στο κωδωνοστάσιο για την αποτροπή κάθε βασκανίας. Από τότε επικράτησε η συνήθεια οι Λατίνοι ιερείς να βαπτίζουν τις καμπάνες με αγιασμένο νερό, έλαιο και άλας, να δίνουν σε καθεμιά όνομα αγίου και να τις στολίζουν με επιγραφές και άλλες διακοσμήσεις.

 

Η καμπάνα στην ορθόδοξη εκκλησία

 

Στην ορθόδοξη εκκλησία οι καμπάνες εισάγονται από τη Δύση τον 9ο αιώνα. Το 824 μ.Χ. οι Άραβες υποδούλωσαν την Κρήτη, που αποτελούσε «θέμα» της βυζαντινής αυτοκρατορίας, και στα μέσα του 9ου μ. Χ. αι. απειλούσαν με σφοδρές επιδρομές τη Δαλματία. Ο δόγης της Βενετίας Ούρσος Πατρικιανός επιτέθηκε κατά των Αράβων, τους νίκησε και κατάφερε να απαλλάξει τους Βυζαντινούς από τον κίνδυνο των επιδρομών τους. Όπως αναφέρεται από τους βυζαντινούς χρονογράφους, ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ΄ ο Πορφυρογέννητος, περιχαρής για την κατατρόπωση των Αράβων στη Δαλματία από τους Ενετούς και τον δούκα της Βενετίας Ούρσο, απένειμε στον δόγη το τιμητικό αξίωμα  του Πρωτοσπαθάριου του Βυζαντινού Θρόνου. Ο Ούρσος τότε σε ένδειξη ευγνωμοσύνης χάρισε στον αυτοκράτορα δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες οι βυζαντινοί έβλεπαν για πρώτη φορά. Οι καμπάνες αυτές κρεμάστηκαν σε ιδιαίτερο πύργο μπροστά στον νάρθηκα του ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη το 865 μ.Χ., πολύ μετά το κτίσιμο της Αγίας Σοφίας. Αγαπήθηκαν μάλιστα τόσο πολύ από το λαό, ώστε γρήγορα η χρήση τους γενικεύθηκε, εξαπλώθηκαν προοδευτικά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, στην ανατολική εκκλησία και στην ορθόδοξη  Ρωσία και από τον 9ο αιώνα συγκαταλέγονται στα ιερά σκεύη της εκκλησίας.

Οι καμπάνες αυτές της Αγίας Σοφίας χτυπούσαν για 600 περίπου χρόνια. Όταν όμως το 1453 μ.Χ. η Πόλη έπεσε, σταμάτησαν να χτυπούν και οι καμπάνες. Τις ξεκρέμασε ο κατακτητής, τις έλιωσε και τις έκανε κανόνια και βόλια. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η χρήση της καμπάνας απαγορεύθηκε, διότι κατά τους θεολόγους του Κορανίου η καμπάνα «είναι το μυστικό όργανο του διαβόλου»  και ο ήχος της ταράζει τον ύπνο των νεκρών μουσουλμάνων! Στα φοβερά εκείνα χρόνια οι σκλαβωμένοι χριστιανοί ειδοποιούνταν πάλι με μυστικό τρόπο. Παρουσιάστηκαν ξανά οι θεοδρόμοι, που τώρα ονομάζονταν «κράχτες», και τις φοβερές εκείνες νύχτες της τουρκοκρατίας έτρεχαν με κίνδυνο της ζωής τους να ειδοποιήσουν τους χριστιανούς του σκλαβωμένου γένους των Ελλήνων, για να εκκλησιαστούν και να μάθουν γράμματα. Στους ενοριακούς ναούς στα χρόνια της τουρκοκρατίας επανήλθε το σήμαντρο, λόγω της ανάγκης των πιστών να συγκεντρώνονται και να εκκλησιάζονται χωρίς κωδωνοκρουσίες.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης συνδέθηκε με τις καμπάνες στο γνωστό ιστορικό δημοτικό τραγούδι «της Αγιά-Σοφιάς», που αποτελεί  έναν  από τους πιο διαδεδομένους και συγκλονιστικούς θρήνους:

 

«Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,

σημαίνει κι η Αγιά-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,

με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες,

κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος».

 

Οι Τούρκοι κατακτητές απαγόρευσαν τις καμπάνες σε όλα τα χριστιανικά μέρη κατά τους χρόνους της σκλαβιάς, εκτός από το Άγιο Όρος, μερικά νησιά και τα Ιωάννινα, όπου ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ παραχώρησε προνόμια στους κατοίκους των 46 χωριών του Ζαγορίου της Ηπείρου, μεταξύ των οποίων ήταν η αυτοδιοίκηση και η λειτουργία μερικών εκκλησιών. Τα προνόμια αυτά έγιναν σεβαστά και κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Ιωαννίνων από τον Αλή Πασά. Οι εκκλησίες αυτές διατηρούσαν και καμπαναριά και τα χρησιμοποιούσαν ελεύθερα. Η αυτονομία αυτή ήταν που προστάτεψε και διατήρησε τις μοναδικής αρχιτεκτονικής εκκλησίες και τα υπέροχα μοναστήρια της περιόδου εκείνης μέχρι τις μέρες μας.

 

H σημασία των χτυπημάτων

 

Όταν ελευθερώθηκαν οι Έλληνες, οι καμπάνες επανήλθαν στα κωδωνοστάσια των εκκλησιών, άρχισαν να χτυπούν ξανά θριαμβευτικά και κυριάρχησαν στις πολυπληθείς πλέον πόλεις ως το δυνατότερο σε εμβέλεια μέσο πρόσκλησης των πιστών στους ιερούς ναούς. Στα χωριά ήταν το κύριο μέσο ειδοποίησης όχι μόνο για τα θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά και για κάθε σημαντικό γεγονός που απασχολούσε την τοπική κοινότητα.

Οι καμπάνες των εκκλησιών χρησιμοποιούνται κυρίως για εκκλησιαστικούς λόγους, για να σημάνουν την έναρξη κάποιας τακτικής ιερής ακολουθίας, όπως ο εσπερινός, ο όρθρος, η ιερά αγρυπνία κ.λ.π. Την παραμονή και την κυρία ημέρα μιας μεγάλης εορτής οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα, όπως χαρμόσυνα χτυπούν, όταν εορτάζει ο άγιος της ενορίας, όταν ψάλλεται η δοξολογία ή όταν επισκέπτεται την ενορία ο Επίσκοπος, για να χοροστατήσει στη λειτουργία.

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου. Δημοσιεύεται στο: «Η Αργολίδα που φεύγει», Γ. Αντωνίου, Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», Άργος, 2008.

 

Στη διάρκεια της θείας λειτουργίας έχουμε τρεις κωδωνοκρουσίες. Μία στην αρχή του όρθρου, μία στο μέσον του όρθρου αμέσως μετά την ανάγνωση του συναξαρίου και προ των καταβασιών, και η «τρίτη» λεγόμενη «καμπάνα» κατά τη δοξολογία. Υπάρχουν και κάποιοι σταθεροί «κώδικες» κωδονοκρουσιών με μικρές παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή και από ενορία σε ενορία. Έτσι, όταν γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα δεν πρόκειται να γίνει θεία λειτουργία ή τα πρωινά που ψάλλεται ο όρθρος χωρίς θεία λειτουργία, χτυπά μόνο η μία από τις καμπάνες, το λεγόμενο «μονοκάμπανο». Όταν όμως γίνεται ο εσπερινός και την άλλη μέρα ξημερώνει γιορτή και θα γίνει θεία λειτουργία, χτυπούν τουλάχιστο οι δύο από τις τρεις καμπάνες του ναού, το λεγόμενο «διπλοκάμπανο», σε πιο έντονο και χαρούμενο ρυθμό, για να «ειδοποιήσουν» με έμφαση τους πιστούς ότι αύριο ο ναός θα «λειτουργήσει». Ανήμερα του Πάσχα επιτρεπόταν να χτυπήσει όποιος και όποτε θέλει τις καμπάνες λόγω του χαρμόσυνου γεγονότος. Αυτή την ημέρα τα παιδιά μπορούσαν να δοκιμάσουν να μιμηθούν το χτύπημα της καμπάνας από τους μεγάλους. Το ίδιο επιτρεπόταν και τα Χριστούγεννα, αλλά το κρύο της εποχής συνήθως αποθάρρυνε τους επίδοξους κωδωνοκρούστες. Το χτύπημα της καμπάνας πάντως απαγορεύεται σε ώρες κοινής ησυχίας.

Οι καμπάνες όμως σημαίνουν και για κοσμικά γεγονότα, όπως για να εορταστούν εθνικές επέτειοι ή για τη σύγκληση κοινοτικών αρχών, για έκτακτα περιστατικά, όπως η φωτιά, η αναγγελία ενός θανάτου, οι φυσικές καταστροφές, ο ερχομός κάποιου σημαντικού προσώπου στην περιοχή, η επίτευξη της ειρήνης μετά από έναν πόλεμο κ.λ.π. Διαφορετικά χτυπούσαν στις χαρές και διαφορετικά στις λύπες. Όταν η καμπάνα χτυπούσε λίγες φορές, σήμαινε χαρούμενες ειδήσεις στο χωριό. Τα δυο χτυπήματα σήμαιναν τη γέννηση κοριτσιού. Όταν η καμπάνα χτυπούσε τρεις φορές, είχε γεννηθεί αγόρι. Συνήθως τότε ο πατέρας του νεογέννητου – ειδικά αν ήταν το πρώτο του παιδί – ανέβαινε στο δώμα του σπιτιού του και έριχνε τρεις τουφεκιές, γιατί πίστευε ότι ο ήχος της καμπάνας δεν ήταν τόσο δυνατός για να ακουστεί η χαρά του.

Όταν η καμπάνα χτυπούσε πολλές φορές, οι ειδήσεις δεν ήταν για καλό. Το μονότονο, αργό και λυπητερό νταν…νταν… νταν…, που επαναλαμβάνεται πέντε ή έξι φορές, ήταν για να αναγγείλει κάποιο θάνατο σε ολόκληρο το χωριό και καλούσε τους πιστούς σε συμμετοχή και συμπαράσταση. Ο συνεχής πένθιμος ήχος έφθανε στις γύρω λαγκαδιές και στα καταράχια, για να μεταφέρει σε όλους το λυπητερό γεγονός. Όλοι οι ενορίτες ξαφνιασμένοι έβγαιναν στα παράθυρα και στις αυλές, παρατούσαν τα χωράφια τους και έτρεχαν σε εκείνον που χτύπησε την καμπάνα, για να μάθουν τι έγινε. Λίγα  λεπτά αργότερα ολόκληρο το χωριό, με πρώτες τις γυναίκες, βρίσκονταν στο πλευρό εκείνου που έχασε τον άνθρωπό του. Χτυπούσαν όμως και για το σχολείο, για το κατηχητικό, για έκτακτες περιπτώσεις, για να καλέσουν τους κατοίκους σε συγκέντρωση, όταν  γινόταν κάποια κηδεία κ.α. Γενικότερα οι καμπάνες από την εμφάνισή τους είναι άρρηκτα δεμένες με την ορθοδοξία και τον ελληνισμό.

 

Ιστορικές καμπάνες

 

Τεράστιες καμπάνες κατασκευάζονταν στη Ρωσία μέχρι το 1917, οπότε με την επικράτηση της οκτωβριανής επανάστασης όλες οι καμπάνες των ναών αφαιρέθηκαν και μεταβλήθηκαν σε μέταλλα. Χαρακτηριστική του μεγέθους και της ποιότητας κατασκευής είναι η «Καμπάνα του Τσάρου», που βρίσκεται στο Κρεμλίνο της Μόσχας («Κρέμλιν» στη ρωσική γλώσσα σημαίνει κάστρο). Ένα επιβλητικό μπρούτζινο έργο που είχε ονομασθεί «Βασιλεύς των κωδώνων» και  η χύτευσή της  διήρκεσε πάνω από ένα χρόνο. Άρχισε το έτος 1733, ολοκληρώθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1735 και τοποθετήθηκε στο καμπαναριό αμέσως μόλις ολοκληρώθηκαν τα ανάγλυφά της. Έχει ύψος 6,14 μέτρων, διάμετρο 6,60 μέτρα και βάρος πάνω από 200 τόνους. Δύο χρόνια αργότερα, στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο Κρεμλίνο, η καμπάνα έσπασε καθώς κρύωσε απότομα από το πολύ νερό της κατάσβεσης και έτσι δεν ήχησε ποτέ. Το κομμάτι που έσπασε διασώζεται μέχρι σήμερα και ζυγίζει 11,5 τόνους. Το 1836 η «Καμπάνα του Τσάρου» τοποθετήθηκε σε ανάβαθρο κοντά στο καμπαναριό «Ιωάννης ο Μέγας» στην πλατεία Ιβανόφσκαγια, όπου δεσπόζει ένα κωδωνοστάσιο του 1600 με ύψος 81 μέτρα, και εκτίθεται μέχρι σήμερα ως τουριστικό αξιοθέατο.

 

Η Καμπάνα του Τσάρου, φωτογραφία του 1860. Μόσχα.

 

Η Καμπάνα του Αγίου Πέτρου του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Κατασκευάστηκε το έτος 1923 από τον Χάινριχ Ούλριχ στα Χυτήρια Κωδώνων της Απόλντα και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσίδιο που ζυγίζει 600 κιλά. Είναι η παγκοσμίως μεγαλύτερη καμπάνα του είδους της.

 

Η καμπάνα της Μονής Αγίου Παντελεήμονος. Η Μονή Αγίου Παντελεήμονος στον, Άθω είναι γνωστότερη ως Ρωσικό Μοναστήρι. Φωτ. Κώστας Ασίμης.

 

Μεγαλύτερη των Βαλκανίων θεωρείται η καμπάνα του ρωσικού μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιο Όρος, που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του καμπαναριού πάνω από την Τράπεζα. Το βάρος της είναι 13 τόνοι, η διάμετρος της 2,70 μ., η περιφέρειά της 8.71 μ., απαιτούνται δύο μοναχοί για να την κτυπήσουν και ακούγεται σε όλη τη νοτιοδυτική ακτή του Αγίου Όρους και στη γειτονική χερσόνησο της Σιθωνίας. Στον ίδιο όροφο υπάρχουν τρεις ακόμα καμπάνες βάρους 3 τόνων η κάθε μία. Στον δεύτερο όροφο υπάρχουν αρκετές καμπάνες μικρότερες συνδεδεμένες με το ρολόι του καμπαναριού και οι ρυθμικές κωδωνοκρουσίες τους δημιουργούν μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή αρμονία. Η μεγαλύτερη καμπάνα του κόσμου σήμερα βρίσκεται στην Κολωνία της Γερμανίας. Οι Κολωνέζοι την αποκαλούν Ντίκερ Πίτερ (Dicker Pitter), δηλαδή «Χοντρός Πέτρος» στα ελληνικά. Κατασκευάστηκε το 1923 και αναρτήθηκε στο νότιο καμπαναριό του καθεδρικού ναού του Αγίου Πέτρου της Κολωνίας. Ζυγίζει 24 τόνους και έχει γλωσσίδι που ζυγίζει 600 κιλά.

 

Τα καμπαναριά στον ελλαδικό χώρο

 

Από την εποχή των σημάντρων και μετέπειτα των πρώτων καμπανών προέκυψε η ανάγκη μόνιμης  σταθερής κατασκευής, όπου θα ήταν δυνατόν να αναρτηθούν. Τα παλαιότερα σήμαντρα κρέμονταν σε οποιοδήποτε σημείο περιμετρικά του ναού. Η   ανάγκη όμως να ακούγεται ο ήχος τους μακριά οδήγησε στη σκέψη να χρησιμοποιήσουν τους υπάρχοντες πλησιέστερους στους ναούς πύργους ή να κατασκευάσουν ειδικά ψηλά οικοδομήματα. Έτσι δημιουργήθηκε το καμπαναριό (< καμπάνα + αίρω = σηκώνω) ή κωδωνοτάσιο (<κώδων + ίστημι = στέκομαι), ένας μικρός πύργος, στην οροφή του οποίου είναι κρεμασμένη μία ή περισσότερες καμπάνες. Σιγά – σιγά το οικοδόμημα που στηρίζει της καμπάνες έγινε απαραίτητο στοιχείο της ναοδομίας. Αρχικά το καμπαναριό αποτέλεσε συνέχεια των αμυντικών ρωμαϊκών πύργων. Με την πάροδο των αιώνων όμως απέκτησε διαφορετική λειτουργική και καλλιτεχνική σημασία. Οι κομψές οξυκόρυφες απολήξεις του έγιναν το αρχιτεκτονικό συμπλήρωμα του ναού και προσέθεσαν ένα στοιχείο με έντονο θριαμβικό και συμβολικό χαρακτήρα.

 

Το ιστορικό καμπαναριό του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού Αγίας Φωτεινής. Το καμπαναριό έχει κτισθεί μπροστά από το Ναό Αγίας Φωτεινής της Νέας Σμύρνης και είναι αντίγραφο εκείνου της Σμύρνης στα παράλια της Μικράς Ασίας. Φωτογραφία: π. Αναστάσιος Σαλπάτας.

 

Από επιγραφές προκύπτει ότι η χρήση των πύργων – κωδωνοστασίων αρχίζει στο Βυζάντιο τον 11ο αιώνα. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 και η ίδρυση των φραγκικών κρατών στην ηπειρωτική Ελλάδα και στα νησιά θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την αποδοχή από την ορθόδοξη εκκλησία του καμπαναριού ως απαραίτητου στοιχείου του ναού. Πριν από τη φραγκική κατάκτηση οι πύργοι κατασκευάζονταν στις διάφορες μονές για άμυνα και παρατήρηση. Το στοιχείο που μετέφεραν οι Φράγκοι στην Ελλάδα και έγινε αποδεκτό από την εκκλησία είναι η καμπάνα, η οποία αντικατέστησε τα παραδοσιακά ξύλινα ή μεταλλικά σήμαντρα που χρησιμοποιούνταν ως τότε.

Η μακρόχρονη παραμονή των Φράγκων στην Ελλάδα συντέλεσε στη γενίκευση της χρήσης του καμπαναριού και στη γέννηση μορφών επηρεασμένων από τη Δύση. Η επίσημη και η λαϊκή αρχιτεκτονική, όμως, με τη φαντασία και την άμιλλα των αρχιτεκτόνων δημιούργησαν πλήθος πρωτότυπων και αξιόλογων καμπαναριών με ποικιλία σχεδίων και συνδυασμών.

 

Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους, με το παλιό καμπαναριό. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε η επιγραφή: «έργον Φραντζέσκου Λυρίτη 1868». Όμως, από καταιγίδα, στις 27 Αυγούστου του 1947, σείστηκε, έγινε επικίνδυνο και κατεδαφίστηκε το 1950. Τότε δημιουργήθηκαν στην πρόσοψη του ναού τα δύο κωδωνοστάσια, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η πληροφορία προέρχεται από την ανακοίνωση του Αρχιμανδρίτη Καλλινίκου Κορομπόκη, σημερινού Μητροπολίτη Άρτης, στο Ά Συνεδρίο Αργειακών Σπουδών, το Νοέμβριο του 2004, με τίτλο «Η Εκκλησία του Άργους τον 19ον αιώνα – Γενική θεώρηση».

 

Το καμπαναριό ή κωδωνοστάσιο είναι μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε σχήμα πύργου. Συγκεκριμένο σημείο για την ανέγερση των κωδωνοστασίων σε σχέση με το ναό δεν υπήρχε. Ούτε κανόνας για το πού έπρεπε να τοποθετηθούν. Η  συνήθης θέση πάντως του καμπαναριού είναι στην πορεία της εισόδου των πιστών στην εκκλησία. Άλλοτε είναι ενσωματωμένο στο ναό και άλλοτε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο και σπανιότερα από σίδηρο.  Τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά είναι διαλεγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμβαδίζει με τον γενικό αρχιτεκτονικό ρυθμό του κτιρίου, στο οποίο υπάγεται, αλλά και να ενισχύει τον ήχο της καμπάνας και να τον μεταφέρει όσο το δυνατό μακρύτερα. Η μορφή του ποικίλει ανάλογα με την κουλτούρα του αρχιτέκτονα και των κατασκευαστών και το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο (πέτρινο, ξύλινο, μαρμάρινο, σιδερένιο ή τσιμεντένιο).

Τα καμπαναριά διαιρούνται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τα πυργοειδή ή πυργωτά, που τα ονομάζουν και βενετσιάνικα, και τα απλά καμπαναριά, που ονομάζονται φράγκικα. Σε σχέση με το ναό μπορούν να διακριθούν σε ανεξάρτητα ή συνεχόμενα με αυτόν κτίσματα. Τα πυργωτά είναι μεμονωμένα τετράγωνα κυρίως οικοδομήματα τοποθετημένα σε μικρή απόσταση  από το ναό, κοντά στο ιερό βήμα, στο μέσον του προστώου του ναού ή εφαπτόμενα στις μακριές γωνίες ή στις πλευρές του ναού, αλλά σε αρμονική σύνθεση με το ναό. Έχουν βαριά όψη με χοντρούς τοίχους και συνήθως τρεις ή τέσσερεις ορόφους. Σε κάθε όροφο ανοίγονται μικρά παράθυρα για το φωτισμό και αερισμό του εσωτερικού, που σε περίπτωση εχθρικών επιδρομών χρησίμευαν ως πολεμίστρες. Τα απλά καμπαναριά συνδέονται άμεσα με το ναό και στηρίζονται στη στέγη του, πάνω στο προστώο ή στο νάρθηκα ή στη θέση του τρούλου του ναού. Ανεξάρτητα ή ενσωματωμένα στο περίγραμμα της εκκλησίας,  έχουν διάτρητα τοιχώματα και αποτελούν έργα τέχνης. Έχουν κτισθεί με ντόπια λαξευτή πέτρα και δίνουν μια αίσθηση μεγαλοπρέπειας και επιβλητικότητας.

Τα πιο αξιόλογα καμπαναριά στην Ελλάδα είναι εκείνα των ναών του Μιστρά, ιδιαίτερα του Αφεντικού και της Παντάνασσας με τρεις ορόφους καθέτως, κεραμοπλαστικά κοσμήματα στις όψεις τους και επάλληλα παράθυρα. Αξιόλογες μορφές βυζαντινών καμπαναριών συναντώνται στις μονές Βατοπεδίου και Πρωτάτου στο Άγιον Όρος. Η Αναγέννηση και το μπαρόκ επηρέασαν περισσότερο τις ελληνικές περιοχές που είχαν άμεση εξάρτηση από τη Δύση, όπως τα Επτάνησα, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου. Η επίδραση των δυτικών μορφών στην αρχιτεκτονική τους διαμόρφωση είναι φανερή στη Ζάκυνθο, στην Κεφαλονιά, στα Κύθηρα και στην Κέρκυρα. Ανάλογα πυργοειδή καμπαναριά συναντώνται και σε άλλες ελληνικές περιοχές, όπως η Ύδρα, οι Σπέτσες, η Τήνος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη.

 

Το καμπαναριό του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Άργους, περίπου το 1949. Ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα καμπαναριά του Άργους. Κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου.

 

Τα ψηλότερα καμπαναριά της Ελλάδος βρίσκονται στην Ζάκυνθο, στον ιερό ναό του Αγίου Διονυσίου με ύψος 40 περίπου μέτρων και με πυραμοειδή κορυφή, στην Αίγινα στον ιερό ναό του Αγίου Νεκταρίου με ύψος 42 μέτρα, στην Κατερίνη στον ιερό ναό της Αγίας Άννας, και το επιβλητικό καμπαναριό στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στο Άργος που είναι και ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα, αφού κατασκευάστηκε το 1853 με δημοτική δαπάνη επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Βώκου, και αποτελείται από ένα κατώτερο κτιστό τμήμα, που χρησίμευε ως βάση για το ανώτερο μαρμάρινο τμήμα των τριών ορόφων κατασκευασμένο με λαξευτά μαρμάρινα αρθρωτά μέλη.

 

Πηγές


 

  • Αραβαντινός Σπ. Π., «Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2004.
  • Καντιώτου Αυγουστίνου, «Ορθόδοξος Ναός», Αθήνα 1992.
  • Κουρής Σπυρίδων, «Σεισμική Συμπεριφορά Πυργωτών Κατασκευών στην Κέρκυρα», διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2010.
  • Λοΐζα Μολέσκη, «Τα Ιερά Σκεύη και Άμφια και οι Λειτουργικοί Συμβολισμοί τους», διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2007.
  • Μπάρλα Χαρίκλεια, «Μορφή και εξέλιξις των βυζαντινών κωδωνοστασίων», Αθήναι 1959.
  • Πολίτης Νικόλαος, «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού», εκδ. Εκάτη, 2005.
  • «Συμβουλή τριών επισκόπων προς τον πάπα Ιούλιον τον Τρίτον», εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Κορομηλά, εν Αθήναις 1836.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Το ζήτημα των δικαστικών καταδέσμων της κλασικής αρχαιότητας – © Ηρακλής Π. Καραμπάτος


 

Μέσα στα πλαίσια μιας προσπάθειας  προώθησης των διαφορετικών ενδιαφερόντων των διαδίκων και της τελικής επιτυχίας στη δίκη, οι διάδικοι ήταν πολύ πιθανό να προσφύγουν σε μία σειρά πρακτικών. Nιώθοντας αδύναμοι και αβοήθητοι στο να  ανταπεξέλθουν απέναντι σε αυτό το οποίο αντιλαμβάνονται ως ισχυρά υποστηρικτικά δίκτυα των αντιπάλων τους, καταφεύγουν σε μαγικές πρακτικές.  Οι δικαστικοί κατάδεσμοι μπορούν να ειδωθούν υπό το πρίσμα μίας προσπάθειας κατάκτησης νομικών πλεονεκτημάτων στη δίκη. Είναι λοιπόν μια δημοφιλής πρακτική η οποία επιβιώνει μέσα στους αιώνες και αποτελεί δηλωτικό του γεγονότος, ότι υφέρπει μία βαθιά ριζωμένη τάση προς μία μεγάλη μερίδα του αρχαϊκού και κλασικού πληθυσμού, που θέλει να πάρει – κατά κάποιον τρόπο –  τον νόμο στα χέρια του.  Ένας τρόπος αντιμετώπισης  των μαγικών αυτών πρακτικών, είναι ως εδραίωση μιας συνολικότερης δυσπιστίας απέναντι στο σύνολο του νομικού συστήματος και των συστατικών μερών του. Έτσι λοιπόν, οι διάδικοι χρησιμοποιούν τον κατάδεσμο ενάντια στους αντιδίκους και στους υποστηρικτές τους, σε μια προσπάθεια να κερδίσουν κάθε δυνατό πλεονέκτημα στο δικαστήριο. Με αυτό τον τρόπο, οι κατάδεσμοι γίνονται ανορθόδοξες και αντιστασιακές – απέναντι στο νόμο – πρακτικές, γίνονται ρητορικοί λόγοι, οι οποίοι ανταγωνίζονται τη δομή ενός πολύπλοκου και ενδεχομένως πολλές φορές ανομοιόμορφου νομικού συστήματος.

 

Εισαγωγή

 

Oι κατάδεσμοι, είναι μαγικές πρακτικές και ενέργειες που έχουν ως σκοπό να βλάψουν ή (λιγότερο πιθανό) να αποτρέψουν κάποιο κακό. Ο κατάδεσμος αποσκοπεί στο να υποτάξει το υποψήφιο θύμα στη θέληση του ατόμου που τελεί την μαγική αυτή πρακτική. Η μεθοδολογία της σύνταξης ενός καταδέσμου, απαιτεί από το συντάκτη του την ένταξη σε ένα πλαίσιο συγκεκριμένων και συστηματικών βημάτων, ούτως ώστε η μαγική αυτή πρακτική να τελεσφορήσει. Έτσι λοιπόν, υπάρχουν δύο τρόποι, δύο μορφές αν θέλετε, καταδέσμων. Το «κάρφωμα» και το «δέσιμο». Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, πως η πρακτική η οποία ακολουθήθηκε στον Ελλαδικό χώρο κατά την αρχαϊκή εποχή αλλά και την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας είναι αυτή του «δεσίματος». Αυτό, έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την πρακτική η οποία ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής αρχαιότητας. Στη Ρωμαϊκή αρχαιότητα, συναντούμε ως επί το πλείστον καταδέσμους με τη μορφή του «καρφώματος» (Defixiones) [1]. Η πρακτική την οποία ονομάζουμε κατάδεσμο, αναφέρεται ουσιαστικά στη σύνταξη μιας κατάρας σε μια μολύβδινη πινακίδα και σπανιότερα σε άλλα υλικά [2].

Η αρχαιολογική σκαπάνη, απέδειξε ότι πολλές φορές η πρακτική αυτή συνοδεύτηκε και από μαγικά είδωλα τα οποία βρέθηκαν παρακειμένως των καταδέσμων [3]. Το κείμενο του καταδέσμου τοποθετείται μαζί με τα λοιπά μαγικά αντικείμενα συνήθως σε έναν τάφο [4] ή σε ένα σημείο που θεωρείται πως συνδέεται κάπως με τον κάτω κόσμο. Οι κατάδεσµοι είναι νεκρικά ευρήµατα προερχόµενα από τάφους αώρων ή βιαιοθάνατων. Οι αδικοχαµένοι αυτοί νεκροί, ήταν το καλύτερο µέσο επίτευξης των στόχων που αναγράφονται στους καταδέσµους και αυτό γιατί πιστεύεται πως τα πνεύµατά τους ήταν πρόθυμα για οποιαδήποτε εκδίκηση, είτε δραστηριοποιούµενα αυτά τα ίδια, είτε µεταφέροντάς τα ως αγγελιαφόροι στις χθόνιες θεότητες.

Είναι εύλογο λοιπόν το γεγονός ότι πολλοί κατάδεσμοι βρέθηκαν μέσα σε πηγάδια. Αν συνδυάσουμε αυτό το γεγονός με αυτό που μόλις προαναφέρθηκε, με την επιθυμία σύνδεσης αυτής της πρακτικής με τις χθόνιες θεότητες, τις οποίες οι κατάδεσμοι επικαλούνται τις περισσότερες φορές, μπορούμε να εξάγουμε κάποια σημαντικά συμπεράσματα που σχετίζονται με το ρόλο που επιτελούν οι θεότητες αυτές στην απόδοση της δικαιοσύνης.

Η επιστήμη, έχει καταλήξει σε μία τετραμερή διάκριση αναφορικά με τους καταδέσμους. Αρχικά μπορούμε να κάνουμε λόγο για αντιπαλότητα στο θέατρο, για ερωτική αντιπαλότητα, για δικαστικές διαμάχες και τέλος για φθορές παντός τύπου [5]. Είναι ευνόητο ότι θα ασχοληθούμε περισσότερο με τις δικαστικές διαμάχες.

 

Ο κατάδεσμος της Πέλλας. ΜΙα ερωτική μαγική επωδός από μια γυναίκα για να εμποδίσει τον αγαπημένο της να παντρευτεί κάποια άλλη, γραμμένη σε φύλλο μολύβδου, χρονολογείται στον 4ο π.Χ. Βρέθηκε στην Πέλλα το 1986 και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας.

 

Κατάδεσμος από την Πέλλα, σχεδιαστική αναπαράσταση (Voutiras 1998).

 

Οι δικαστικοί κατάδεσμοι

 

«Καταδῶ Εὐάρατον καὶ ὅσοι σύνδικοι καὶ Τελεσῖνον τὸν Ἰδιῶταν

καὶ τὴν ψυχὴν καταδῶ ἰδιώτου, γλῶτταν καὶ αὐτόν[…] [6]»

 

Ο δικαστικός κατάδεσμος, σύμφωνα και με την τυπολογία την οποία προαναφέραμε, είναι μία μαγική ενέργεια που έχει σκοπό να βλάψει τον αντίδικο του συντάκτη του καταδέσμου ή τους μάρτυρες, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να καταθέσουν εναντίον του συντάκτη. Κρίνεται εποικοδομητικό να αναφερθούν μερικά νευραλγικά στοιχεία σχετιζόμενα με τους δικαστικούς καταδέσμους.

Αρχικά, οφείλουμε να αναφέρουμε, ότι ειδικά στην κλασική περίοδο οι δικαστικοί κατάδεσμοι δεν εμφορούν ούτε τη δικαιολόγηση, ούτε το όνομα του συντάκτη. Αυτό, θα γίνει λίγο αργότερα με τις λεγόμενες «προσευχές για δικαιοσύνη», τις οποίες διεξοδικά θα αναλύσουμε στη συνέχεια. Αναφορικά τώρα με την ανυπαρξία στοιχείων σχετιζόμενων με τον συντάκτη, αυτό μπορεί εύλογα να ερμηνευτεί, αν εξετάσουμε τον κατάδεσμο όχι ανεξάρτητα, αλλά ενδογενώς με την καθημερινότητα τον αρχαϊκών και κλασικών αντιλήψεων. Μπορούμε να εντοπίσουμε, ότι στις αξιώσεις του συντάκτη, είναι ήδη γνωστό ότι υπάρχει μία επιθυμία βλάβης του αντιδίκου. Είναι όμως εξίσου πιθανό, ο φόβος μίας ενδεχόμενης «ταυτοπαθητικής ποινής» [7], να αναγκάζει κατά κάποιον τρόπο τον συντάκτη να αποκρύπτει την ταυτότητα του. Είναι ξεκάθαρο, ότι κινούμαστε μέσα στη σφαίρα της λαϊκής δεισιδαιμονίας του κλασικού και αρχαϊκού κόσμου. Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη μεθοδολογία κατά τη διάρκεια της σύνταξης μίας τέτοιας πινακίδας, ενώ ταυτόχρονα, μορφολογικά, συντακτικά και λεξιλογικά, οι κατάδεσμοι είναι παρεμφερείς μεταξύ τους. Οι συντάκτες των δικαστικών καταδέσμων μάλιστα, χρησιμοποιούν κάποιες «φόρμουλες» για να εισάγουν την θεότητα όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο όλο ζήτημα. Οι περισσότεροι των ερευνητών, συμφωνούν πως αυτoί είναι τέσσερις [8].

  1. Ο τύπος του άμεσου δεσίματος.
  2. Ο τύπος του προσευχητικού καταδέσμου.
  3. Ο τύπος του επιθυμητικού καταδέσμου.
  4. Similia similibus formula [9].

Η Επιστήμη της αρχαιολογίας θεώρησε αρχικά, πως αυτό που σήμερα ονομάζεται  δικαστικός κατάδεσμος ήταν στην πραγματικότητα μια εκδικητική κατάρα. Μία κατάρα δηλαδή, η οποία συντασσόταν μετά την έκβαση της δίκης, προφανώς από τον ηττημένο διάδικο. Αυτό σήμερα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Όπως προαναφέρθηκε, οι δικαστικοί κατάδεσμοι αποσκοπούν στην αφαίρεση της ικανότητας του αντιπάλου διαδίκου από το να σκεφτεί και να μιλήσει με διαύγεια την ώρα της δίκης. Εδώ μπορεί να εξαχθεί και ένα πάρα πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Οι δικαστικοί κατάδεσμοι ασχολούνται με τις νοητικές και φωνητικές ικανότητες του θύματος. Αυτό, έρχεται σε πλήρη αντιδιαστολή με κάθε άλλο τύπο κατάρας ή κατάδεσμου. Όπως στη συνέχεια θα δούμε, ο συντάκτης του δικαστικού καταδέσμου έχει σκοπό να κατακτήσει τον νου και τη γλώσσα του αντιπάλου διαδίκου. Δεν τον απασχολούν τα συναισθήματά του ή η ικανότητα του να κινείται (όπως ενδεχομένως θα απασχολούσε τον συντάκτη ενός ερωτικού ή ακόμη και τον συντάκτη ενός καταδέσμου αθλητικής  αντιπαλότητας).

Μέσα στα πλαίσια μιας προσπάθειας  προώθησης των διαφορετικών ενδιαφερόντων των διαδίκων και της τελικής επιτυχίας στη δίκη, οι διάδικοι ήταν πολύ πιθανό να προσφύγουν σε μία σειρά πρακτικών. Οι δικαστικοί κατάδεσμοι μπορούν να ειδωθούν υπό το πρίσμα μίας προσπάθειας κατάκτησης νομικών πλεονεκτημάτων στη δίκη. Η επίκληση των θεοτήτων για την απονομή της δικαιοσύνης και της τελικής τιμωρίας κινητοποιείται στην πραγματικότητα από την απόλυτη πεποίθηση, ότι η δικαιοσύνη είναι πρώτα απ’ όλα θεόπνευστη. Είναι λοιπόν μια δημοφιλής πρακτική η οποία επιβιώνει μέσα στους αιώνες και αποτελεί δηλωτικό του γεγονότος ότι υφέρπει μία βαθιά ριζωμένη τάση προς μία μεγάλη μερίδα του αρχαϊκού και κλασικού πληθυσμού που θέλει να πάρει – κατά κάποιον τρόπο –  το νόμο στα χέρια του.

Στοχεύουν έτσι σε έναν αριθμό νομικών παραγόντων, συνήθως τον αντίπαλο διάδικο όπως επίσης και τους αυτόπτες μάρτυρες που τον υποστηρίζουν.

 

Τυπολογία δικαστικών καταδέσμων

 

Οι δικαστικοί κατάδεσμοι, ως μέρος του συνολικότερου αυτού φαινομένου της «μαγικής δέσμευσης», απασχόλησαν ιδιαιτέρως τους κλασικούς φιλολόγους και αρχαιολόγους. Για πολλά χρόνια, στην επιστήμη, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι θα ήταν σωστότερο, να αναπτυχθεί κάποιου είδους τυπολογία μέσα στο φαινόμενο των δικαστικών καταδέσμων. Αναμφίβολο είναι το γεγονός πως η προθετικότητα των συντακτών των δικαστικών καταδέσμων αποσκοπεί στην τελική τιμωρία του αντιδίκου. Αυτό όμως που εδώ έχει σημασία, είναι το μέσο, η πιο σωστά ο τρόπος μέσα από τον οποίον θα επιτευχθεί η αξίωση των συντακτών. Όπως προαναφέραμε, το σημείο που επιτίθεται ο δικαστικός κατάδεσμος είναι η γλώσσα ή το μυαλό του αντιδίκου. Έτσι λοιπόν, στη πρώτη περίπτωση είναι πλέον αποδεκτός ο όρος «φιμωτικοί»  κατάδεσμοι. Είναι ακριβώς αυτοί οι κατάδεσμοι, οι οποίοι επιτίθενται στην γλώσσα του αντιδίκου. Στην άλλη περίπτωση θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για κατάδεσμους οι οποίοι επιτίθενται στη νοητική ικανότητα του αντιδίκου.

Ένα  παράδειγμα φιμωτικού κατάδεσμου:

«Καταδέω τον Σμινδυρίδην και όσους τον υποστηρίζουν προς την Ερμή τον Εριόνιο και προς την Περσεφόνη και προς τη Λήθη. Καταδέω το νου του, τη γλώσσα του, την ψυχή του και όσα κάνει εναντίον μου σε σχέση με τη δίκη που ο Σμινδυρίδης έχει ξεκινήσει εναντίον μου». [10].

Άξιο αναφοράς, είναι το γεγονός ότι στο παρελθόν έγινε κάποια προσπάθεια  περαιτέρω διαίρεσης των δικαστικών καταδέσμων με κριτήριο τον δέκτη του κατάδεσμου. Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία, αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς τους καταδέσμους επιτίθενται εναντίον πολιτικών προσώπων.  Όπως είναι εύλογο βέβαια μια τέτοια διάκριση, δεν έχει γίνει δεκτή από την επιστήμη. Αυτό είναι απότοκο πολλών παραγόντων. Αρχικά, δεν μπορεί να γίνει μια ασφαλής αντιστοίχιση μεταξύ των ονομάτων που αναγράφονται στο κατάδεσμο και των πολιτικών προσώπων. Έπειτα, ο όρος «πολιτικοί κατάδεσμοι», αν γίνει δεκτός, τίθεται στα όρια της σφαίρας των  δικαστικών καταδέσμων [11]. Απεναντίας, μπορεί να γίνει λόγος για κατάδεσμους οι οποίοι στρέφονται εναντίον των μαρτύρων και κατάδεσμους οι οποίοι στρέφονται εναντίον των «συνδίκων». Αυτό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στους καταδέσμους της κλασικής περιόδου. Οι κατάδεσμοι αυτοί έχουν πολύ περισσότερο πληροφοριακό περιεχόμενο. Αυτό φυσικά σχετίζεται με τις αυξημένες συγκριτικά με την αρχαϊκή περίοδο γνώσεις μας για τα νομικά καθεστώτα των πόλεων.

 

Α) Κατάδεσμοι ενάντια στους μάρτυρες

Στους περισσότερους δικαστικούς καταδέσμους, ο συντάκτης επιτίθεται εναντίον των μαρτύρων. Οι μάρτυρες, απολαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της προσοχής των συντακτών των δικαστικών κατάδεσμων και αυτό φυσικά αντικατοπτρίζει και την σημαντικότητά τους στα μάτια των διαδίκων για την  έκβαση μίας υπόθεσης. Άξιο αναφοράς, είναι πως ως  μάρτυρες μπορούσαν να καταθέσουν οι Αθηναίοι άνδρες που είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα ενώ υπάρχουν αμφιβολίες για το αν θα μπορούσαν οι γυναίκες να δίνουν μαρτυρική κατάθεση. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί πως κανένας δικαστικός κατάδεσμος δεν επιτίθεται σε γυναίκα μάρτυρα. Κρίνεται εποικοδομητικό να αναφερθεί πως οι μάρτυρες καταθέτουν για ό,τι γνωρίζουν, όχι ως αυτήκοοι, άλλα ως αυτόπτες μάρτυρες.

Στην έρευνα ενός μεγάλου μέρους δικαστικών καταδέσμων, καταφέραμε να εντοπίσουμε αρκετούς οι οποίοι απευθύνονται και επιτίθενται ενάντια στους μάρτυρες. Για λόγους οικονομίας χώρου, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε ενδεικτικά έναν, ο οποίος όμως μορφολογικά συντακτικά και νοηματικά δεν διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από τους υπόλοιπους. Βρέθηκε στην περιοχή του Δαφνίου το 1866:

 

«ἈΡΟΣ Καλλ[ία]ς Εὐκτήμονος

Χαραῖς Καλλίας ἐφ’ ὑμῖν

Καλλίa[ν] μάρτυρες η δικασταί […] [12]«

 

Β) Καταδεσμοι ενάντια στους «συνδίκους»

Εντοπίσαμε κατά την έρευνα επίσης κατάδεσμους οι οποίοι επιτίθενται εναντίον των «συνδίκων». Προφανώς, οι συντάκτες των καταδέσμων αυτών, επιτίθενται εναντίων των συνδίκων των αντιδίκων. Άλλωστε, όπως παρακάτω θα δούμε, υπάρχει μια άλλη ομάδα δικαστικών καταδέσμων, η οποία επιτίθεται ευθέως απέναντι στον αντίδικο.

Για την οικονομία της εργασίας αυτής, κρίνεται σκόπιμο να παραθέσουμε κάποιους από αυτούς τους καταδέσμους. Ο πρώτος βρέθηκε το 1881 στην Αθήνα και επιτίθεται εναντίον του «Ευάρατου και των συνδίκων του».

 

» Καταδῶ Εὐάρατον καὶ ὅσοι σύνδικοι καὶ Τελεσῖνο[ν]

 Τ[ὸ]ν Ἰδιῶτα[ν] καὶ τὴν ψυχὴν καταδῶ ἰδι[ώ]το[υ],

γλῶτταν κα[ὶ] αὐτόν[…] [13]«

 

Ένας άλλος κατάδεσμος από την Αττική, καλεί τον Ερμή προσδίδοντας του το κατηγόρημα «κάτοχος»:

 

«  Ἑρμῆ κάτοχε,

κάτεχε φρενας γλῶτ[τ]αν

(τοῦ Καλλίου δέω)

 ἐναντίαν εἶναι Καλλίαν πρὸς Μικίωνα

 ὅτι ἄν εἴποι καὶ τοιαῦτα

Καλλίου συνδίκοις

 κατὰ Μικίωνος[…] [14]»

 

Άλλος ένας δικαστικός κατάδεσμος ο οποίος βρέθηκε στην οδό Πειραιώς το 1877, επικαλείται τον Ερμή και την Περσεφόνη (είναι και οι δύο χθόνιες θεότητες [15]) να επέμβουν και να βοηθήσουν τον συντάκτη του καταδέσμου:

 

«Ἑρμ[ῇ] καὶ Φερσεφ[ό]ν[ῃ ]

τήνδε ἐπιστο[λ]ὴν ἀποπέμπω

 ὁπότε ταῦτα ἐς ἀνθρώπο[υ]ς ἁμαρτωλοὺς φέρω αὐτο[ύ]ς

 Δίκη, τυχεῖν τέλο[υ]ς δίκης[…] [16]«

 

Και λίγο παρακάτω ο συντάκτης γράφει:

 

«Λυσίμαχος, Φιλοκλῆς, Δημόφιλος καὶ σύνδικοι

καὶ εἵ τις ἄλλος φίλος αὐτοῖς. [17]»

 

Γ) Κατάδεσμοι εναντίων συνηγόρων, δικαστών και αντίδικων

Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός πως από την έρευνα μας διαπιστώσαμε πως αρκετοί κατάδεσμοι επιτίθενται ενάντια στους συνηγόρους. Επίσης, σημαντικό κρίνεται ότι εντοπίστηκε κατάδεσμος, ο οποίος περιλαμβάνει στην επίθεση και τους δικαστές. Έτσι, το corpus των δικαστικών καταδέσμων, εχει μια ποικιλία αναφορικά με τους δέκτες της κατάρας. Οι συντάκτες των καταδέσμων, προσπαθούν να αποκτήσουν νομικά πλεονεκτήματα και στο βωμό της απόκτησής τους, εντάσσουν στους καταδέσμους τους και τους ίδους τους δικαστές. Εικάζω πάντως, πως η περίπτωση επίθεσης μέσω καταδέσμων στους δικαστές, ενδέχεται να είναι μια από τις περιπτώσεις σύνταξης  κατάδεσμου μετά την λήξη της δικαστικής διαμάχης και ίσως να σχετίζεται με  καταδικαστική απόφαση κατά του συντάκτη του κατάδεσμου:

 

«[…]καὶ  μετ’ ἐκείνων μηνυτῶν καὶ τῶν δικαστῶν [18]

 

Ο κατάδεσμος που θα παραθέσουμε τώρα, είναι ένας από αυτούς που εμφορούν  περισσότερο πληροφοριακό περιεχόμενο. Ο συντάκτης του κάνει λόγο για «αντίδικους», «δικαιώματα», «Δηκαστηρίωι» και «δίκαιον».

 

«Δέσποτα κάτοχε

καταδηνύω Διοκλέα ὡς τὸ(ν) ἐμὸν ἀντίδικον,

τὴν γλῶτταν καὶ τὰς φρένας καὶ τοῖς Διοκλέους βοηθοῖς

πάντας καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ καὶ τὰς μαρτυρίας καὶ τὰ δικαιώματα

 ἅπαντα τὰ παρασκευάζεται ἐπ᾽ ἐμὲ καὶ κάτεχε αὐτόν

ἅπαντα τὰ δικαιώματα Διοκλέους

 τὰ ἐπ’ ἐμὲ παρασκευάζεται

μὴ ἀνύσσαι τοὺς βοηθοὺς τοῦ Διοκλέους

 καὶ ἡττᾶσθαι Διοκλέα ἀπ’ ἐμοῦ

 ἐν παντὶ δικαστηρίῳ

καὶ μεθ’ ἓν ἀντῇ Διοκλεῖ δίκαιον. [19]»

 

Η εξέλιξη των καταδέσμων – «Προσευχές για δικαιοσύνη»

  

Σταδιακά, η πρακτική της σύνταξης δικαστικών καταδέσμων φαίνεται πως υποχωρούσε. Φυσικά είναι ιδιαίτερα πιθανό πως αυτό δε συνέβη μέσα σ’ ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Υπάρχουν στοιχεία, για μία άλλη μαγική πρακτική, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προέκταση του δικαστικού κατάδεσμου. Φυσικά, μπορεί να ειδωθεί και ως μία εντελώς ανεξάρτητη πρακτική συγκριτικά με αυτή των δικαστικών καταδέσμων [20]. Εντοπίζουμε, πάντως, κάποια κοινά στοιχεία με τους καταδέσμους. Την παρουσία αυτής της ιδιαίτερης κατηγορίας καταδέσμων  επισήμανε πρώτος ο Ολλανδός ιστορικός της αρχαίας θρησκείας Η. Versnel [21], o οποίος και πρότεινε τον όρο «προσευχές για δικαιοσύνη», για να διακρίνει αυτά τα μαγικά κείμενα από τις απλές κατάρες που δεν περιέχουν κάποια έμμεση η άμεση αιτιολόγηση [22]. Εδώ λοιπόν, έχουμε έναν κοινό παρονομαστή. Ο συντάκτης του δικαστικού καταδέσμου, όπως επίσης και ο συντάκτης μιας προσευχής για δικαιοσύνη, έχουν ως απώτερο σκοπό την απονομή της, όπως επίσης και την άρση κάποιων νομικών σφαλμάτων. Η ειδοποιός διαφορά είναι η εξής: Στην περίπτωση των «προσευχών για δικαιοσύνη» υπάρχει αιτιολόγηση ενδογενώς στο κείμενο [23]. Σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτό, στον δικαστικό κατάδεσμο οι αιτιολογήσεις δεν υπάρχουν.

Μία άλλη ειδοποιός διαφορά, είναι το ζήτημα της μορφολογίας και του ύφους που χρησιμοποιείται σε αυτά τα οι δύο είδη μαγικών πρακτικών. Όπως είδαμε στους δικαστικούς κατάδεσμους, έτσι και εδώ, υφέρπει η πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη πρέπει να προστατεύεται από τις θεότητες, γιατί η δικαιοσύνη είναι κατά βάθος θεόπνευστη και αυτός είναι και ο λόγος που μεταβάλλονται και οι διατυπώσεις. Στους καταδέσμους, τα ρήµατα που «εξαναγκάζουν» τους θεούς να υπακούσουν και να εκτελέσουν τις εντολές του καταδέσµου είναι τα: «ξορκίζω σε»   «καταδίδηµι», «καταδέω», «δέω», «καταγράφω», «ανατίθηµι».

Στις προσευχές για απονομή δικαιοσύνης, ο συντάκτης είναι ιδιαίτερα προσεκτικός απέναντι στον δέκτη αυτού του μηνύματος. Οι συντάκτες εδώ υποβιβάζουν τον εαυτό τους σε θέση εξάρτησης από τις θεότητες, θυμίζοντας τους πως είναι αδύναμοι και πως πρέπει να υπερασπιστούν ένα άτομο που βρίσκεται στην εξουσία του. Θα μπορούσαμε να δούμε τις νέες αυτές διατυπώσεις κάτω από το πρίσμα των θεωριών της ευγένειας, εκείνου του τομέα της γλωσσολογίας που σήμερα ονομάζουμε «πραγματολογία». Στους δικαστικούς κατάδεσμους αυτό είναι ένα στοιχείο που λείπει. Ο συντάκτης των δικαστικών καταδέσμων θεωρεί πως είναι υποχρέωση και καθήκον της θεότητας να βοηθήσει. Αν ο δικαστικός κατάδεσμος είναι υπενθύμιση, οι προσευχές για δικαιοσύνη είναι παράκληση. Για την οικονομία αυτού του υποκεφαλαίου θα παραθέσουμε εδώ μεταφρασμένο το κείμενο μιας «προσευχής για δικαιοσύνη».

 

«Κύριε παντοκράτωρ, εσύ με δημιούργησες, αλλά ένας κακός άνθρωπος με κατέστρεψε. Να εκδικηθείς τον θάνατο μου γρήγορα. [24]»

 

 

Χάλκινο πινακίδιο (πιπάκιον) με «προσευχή για δικαιοσύνη», από τη Λυδία (;) (Museum Helveticum 35, 1978, 241-244, αρ. εικ. 8).
Πρόκειται για ένα χάλκινο πινακίδιο των αυτοκρατορικών χρόνων. Αγοράστηκε από το Μουσείο της Γενεύης χωρίς γνωστή προέλευση, αλλά η ομοιότητα του με επιγραφές της Λυδίας δικαιολογεί την υπόθεση ότι προέρχεται από τη Λυδία (Μαιονονία;). Μια ανώνυμη γυναίκα, θύμα κλοπής, απελπισμένη από την ανικανότητα της επίγειας δικαιοσύνης, χάραξε την κατάρα της. Παραχωρώντας τα κλοπιμαία στη θεά, τα καθιστά ιδιοκτησία της θεάς κι έτσι η κλοπή τους αποκτά διαστάσεις ιεροσυλίας. Εάν η θεά δεν εισακούσει την προσευχή της γυναίκας, αυτή θα γίνει ρεζίλι (κι όχι η γυναίκα που έπεσε θύμα κλοπής):
[Αναθέτω σε σένα, Μητέρα των Θεών, όλα τα χρυσά αντικείμενα που έχασα, ώστε να τα αναζητήσεις και να τα φανερώσεις όλα και να τιμωρήσεις αυτούς που τα έχουν, πως αξίζει στη δύναμη σου, ώστε να μη γίνεις περίγελως].
(Κείμενο από ανακοίνωση του Άγγελου Χανιώτη με τίτλο «Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας παρομοίωσης»).

 

Κατάδεσμοι και λογοτεχνικές πηγές

 

Υπάρχουν πολλά λογοτεχνικά στοιχεία που δείχνουν ότι μια κακή απόδοση στο δικαστήριο από έναν ταλαντούχο ρήτορα για παράδειγμα, θα μπορούσε συχνά να οδηγήσει στην κατηγορία ότι αυτός είχε πέσει θύμα δεσμευτικών κατάδεσμων. Ο Αριστοφάνης στις «σφήκες» αναφέρει για παράδειγμα την ξαφνική παράλυση του γνωστού ομιλητή Θουκυδίδη, γιο του Μελέσιου, κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής δίκης. Ένα άλλο παράδειγμα, μας έρχεται από την ρωμαϊκή αρχαιότητα, από την όψιμη περίοδο της δημοκρατικής Ρώμης. Ο Κικέρωνας αναφέρει πως ένας αντιτιθέμενος δικηγόρος ξαφνικά ξέχασε την υπόθεση του και στη συνέχεια έχασε την αγωγή. Ο άτυχος αυτός άνδρας αργότερα ισχυρίστηκε ότι η κακή του απόδοση ήταν αποτέλεσμα μαγείας (Veneficiis et cantionibus) [25].

Στο τέλος της αρχαιότητας, οι ρήτορες συνέχισαν να κατηγορούν τη μαγεία για ξαφνικές παραλείψεις της μνήμης και των στιγμών ανεξήγητου φόβου και άγχους που αισθάνονταν κατά τη διάρκεια μίας ομιλίας τους. Ο Λιβάνιος, στην αυτοβιογραφία του μας λέει, πως σε κάποιο σημείο της ζωής του έγινε σοβαρά άρρωστος και δεν ήταν πλέον σε θέση να διαβάσει, να γράψει ή να μιλήσει ενώπιον των μαθητών του. Όλοι αυτοί κατηγορούν τους καταδέσμους (την επίδραση των δικαστικών καταδέσμων) για την κακή κατάσταση στην οποία περιήλθαν [26].

 

Νόμοι ενάντια στους καταδέσμους

 

Υπάρχουν πολύ λίγα στοιχεία αναφορικά με τη νομοθεσία ενάντια σε μαγικές πρακτικές όπως αυτή των δικαστικών καταδέσμων. Για την Αθήνα για παράδειγμα, δεν σώζεται νομοθεσία που να αφορά άμεσα οποιαδήποτε μορφή μαγείας, ενώ σε άλλες περιοχές όπως στη βόρεια ακτή της Εφέσου, υπάρχει η απαγόρευση κατά της παρασκευής επιβλαβών φαρμάκων. Αναφορικά με το όλο φάσμα των μαγικών δραστηριοτήτων όπως οι κατάρες, οι κατάδεσμοι, τα ξόρκια, ο ελληνικός νόμος είναι ανεξήγητα σιωπηλός. Φυσικά, από αυτό, δεν τεκμαίρεται πως η έλλειψη νομοθεσίας υποδηλώνει την απουσία ανησυχίας για τη μαγεία, ούτε έχουμε ένα ολόκληρο σώμα νόμου πάνω στο οποίο θα βασιστούν οι κρίσεις μας [27]. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν πολλές έμμεσες αποδείξεις ότι ορισμένοι τύποι μαγείας θεωρήθηκαν πιο επιβλαβείς από άλλους. Αυτός ο τύπος μαγείας, ο οποίος θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε ζημία της περιουσίας ή του ατόμου, ήταν σίγουρα απαγορευμένος ακόμα κι αν εμείς δεν έχουμε κάποιο σώμα νόμου που να επιβεβαιώνει την υπόθεση μας [28]. Δυστυχώς, όσες νομοθετικές ανησυχίες μπορούμε να βρούμε, συνήθως αναλώνονται και συγκλίνουν αναφορικά με τη χρήση της φαρμακείας. Μέσω της πλαγίας λογοτεχνικής κριτικής φυσικά, μπορούμε μέσα από το έργο του Πλάτωνα, τους νόμους, να βρούμε αναφορές που  σχετίζονται με μαγικές πρακτικές όπως οι κατάδεσμοι [29].

                                                                    

Από την αρχαία Ρώμη έρχεται αυτός ο κατάδεσμος (κατάρα για τους αρχαίους) που συντηρήθηκε πρόσφατα και εκτίθεται στο κοινό του Αρχαιολογικού Μουσείου του Πανεπιστημίου Johns Hopkins της Βαλτιμόρης των ΗΠΑ. Μαζί μάλιστα εκτίθεται και το καρφί από σίδηρο, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί για να στερεωθεί η πινακίδα με τον κατάδεσμο.
Η προσφάτως συντηρημένη ρωμαϊκή πινακίδα, ηλικίας 2.000 ετών, είναι μία από τις πέντε που κατέχει το πανεπιστήμιο από το 1908. Το κείμενό της αποκρυπτογραφήθηκε χάρη σε έναν μεταπτυχιακό φοιτητή του πανεπιστημίου, τον Ουίλιαμ Σέργουντ Φοξ, ο οποίος πραγματοποίησε τη μελέτη της.
(Θερμού Μαρία, εφημ. «ΒΗΜΑ», 12 Δεκεμβρίου 2011)

 

Συμπεράσματα

 

Ανεξάρτητα από τις ανθρωπολογικές συμπερασματικές προτάσεις που απορρέουν από την καταδεσμική πρακτική, υπάρχει αναμφίβολα ένα σημαντικό πληροφοριακό περιεχόμενο για την συνολική κατανόηση των αντιλήψεων των διαδίκων της κλασικής περιόδου. Ένας τρόπος αντιμετώπισης αυτών των πρακτικών, είναι ως εδραίωση μιας συνολικότερης δυσπιστίας απέναντι στο σύνολο του νομικού συστήματος και των συστατικών μερών του. Οι διάδικοι, νιώθοντας αδύναμοι και αβοήθητοι στο να  ανταπεξέλθουν απέναντι σε αυτό το οποίο αντιλαμβάνονται ως ισχυρά υποστηρικτικά δίκτυα των αντιπάλων τους, καταφεύγουν σε μαγικές πρακτικές.  Εναλλακτικά, μπορούμε να εξετάσουμε τους κατάδεσμους ως μία στρατηγική, η οποία αναπτύσσεται από τους διαδίκους στο σύνολο της τότε επικρατείας. Με αυτόν, τον δεύτερο τρόπο όμως, ο νόμος δεν είναι μία κυρίαρχη δύναμη με την οποία κάποιος πρέπει παθητικά να συμμορφωθεί, αλλά γίνεται ένα κοινωνικό δημιούργημα το οποίο μπορεί να χειραγωγηθεί στο βωμό της επίτευξης των σκοπών του συντάκτη του κατάδεσμου.

Έτσι λοιπόν, οι διάδικοι χρησιμοποιούν τον κατάδεσμο ενάντια στους αντιδίκους και στους υποστηρικτές τους σε μια προσπάθεια να κερδίσουν κάθε δυνατό πλεονέκτημα στο δικαστήριο. Με αυτό τον τρόπο οι κατάδεσμοι γίνονται ανορθόδοξες και αντιστασιακές – απέναντι στο νόμο – πρακτικές, γίνονται ρητορικοί λόγοι, οι οποίοι ανταγωνίζονται τη δομή ενός πολύπλοκου και ενδεχομένως πολλές φορές ανομοιόμορφου νομικού συστήματος. Η πρακτική των δικαστικών κατάδεσμων, δέχτηκε μεγάλα πλήγματα αρχικά από την αυξανόμενη συνοχή της ιατρικής κοινότητας της Αθήνας, η οποία αντιστάθηκε απέναντι στην θρησκευτική ιατρική. Τα έργα του Ιπποκράτη, όπως το  «Περί ἀέρωνὑδάτωντόπων», αποτελούν ύμνο στην ορθολογικότητα και θα έπρεπε να εξετάσουμε την «υποχώρηση» της πρακτικής των καταδέσμων σύμφωνα με το συνολικότερο ιστορικό συγκείμενο. Αν παρ’ όλα αυτά εξετάσουμε Βυζαντινά κείμενα, θα διαπιστώσουμε πως η πρακτική αυτή συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Μ. Ψελλού ο οποίος γράφει αναφορικά µε τα δαιµόνια ότι «κατεργάζονται τραγικά πάθη δεµένα µε λεπτό τµήµα κεριού ή µολύβδου», ενώ ο Θεόδωρος Βαλσαµών κάνει λόγο για «κηρόπλαστα ειδώλια» τα οποία έριχναν οι µάγοι στους ταφικούς θαλάµους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Aπό το ρήµα defigere που σηµαίνει καρφώνω, αλλά επίσης και παραδίδω κάποιον στις υποχθόνιες δυνάµεις.

[2] Α. Βακαλούδη, «Η εξέλιξη της μαγείας στην Αρχαία Ελλάδα», H μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα, Eπιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008, σελ.145.

[3] Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν κάνουμε λόγο για «Καταπασσαλεύσεις», όπου ουσιαστικά  αποτελούν μολύβδινα  ή κηρόπλαστα ομοιώματα του θύματος τα οποία κατατρυπούσαν με καρφιά.

[4] Η. Versnel, “Beyond Cursing:The Appeal to justice in judicial prayers”, Magica Hiera, Oxford University press, New York 1991, p.81.

[5] Ο.π., σελ. 61.

[6] Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873, σελ.52

[7] Ο ερευνητής C. Faraone πρώτος εισήγαγε αυτήν την υπόθεση, δίνοντας της τον όρο «Counter Magic».

[8] C. Faraone, The agnostic context of Early Greek Binding Spells,«Magica Hiera», Oxford University press, New York 1991, p. 5

[9] Οι δικαστικοί κατάδεσμοι, χρησιμοποιούν περισσότερο τον πρώτο και τον δεύτερο τύπο.

[10] Α. Χανιώτης, «Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας μεταφοράς», Η μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα, Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008, σελ. 52.

[11] C. Faraone, The agnostic context of Early Greek Binding Spells,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 16.

[12] Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum, Berlin 1873, σελ. 52.

[13] Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873, σελ. 52

[14] O.π.,σελ. 20

[15] Η. Versnel, Beyond Cursing:The Appeal to justice in judicial prayers,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 64

[16]Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873, σελ. 66

[17] O.π., σελ. 66

[18] Ο.π., σελ. 75

[19] Ο.π.,σελ.62

  1. 18 Βλ. Ι.Βελισσαροπούλου, Ευχές, κατάρες και δίκαιο, Αντικήνσωρ, τ.1ος, 2013.

«Τα στοιχεία που, κατά τον Versnel, διαφοροποιούν τις «δικαιοδοτικές παρακλήσεις» από τους κοινούς καταδέσμους είναι : 1. Η μνεία (κατά κανόνα) του ονόματος του αποδέκτη της κατάρας. 2. Η δικαιολόγηση της προσφυγής στον κατάδεσμο μέσω αναφοράς της αδικίας που προκλήθηκε. 3. Ορισμένες δικαιοδοτικές παρακλήσεις περιλαμβάνουν αίτημα ατιμωρησίας του δημιουργού του καταδέσμου ή την απαλλαγή του από ενδεχόμενες επενέργειες της πράξης του. 4.Μαζί με τις χθόνιες θεότητες αναφέρονται και άλλοι θεοί. 5.Στις δικαιοδοτικές παρακλήσεις επιδεικνύεται σεβασμός απέναντι στις θεότητες (κύριος, δέσποινα ή ακόμα φίλος). 6. Περιλαμβάνουν παρακλητικές εκφράσεις όπως ἱκετεύω, βοήθει μοι, βοήθησον αὐτῷ, κλπ. 7. Τέλος, καθοριστικό στοιχείο των δικαιοδοτικών παρακλήσεων είναι το αίτημα του παρακαλούντος προς τους θεούς να τιμωρήσουν (κολάζειν) τον ένοχο και η επέμβασή τους να οδηγήσει στην απονομή της δικαιοσύνης».

[21] Η. Versnel, Beyond Cursing:The Appeal to justice in judicial prayers,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 61

[22] Α. Χανιώτης, Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας μεταφοράς,που βρίσκεται στον συλλογικό τόμο «Η μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα», Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008, σελ. 63

[23] O.π., σελ. 63

[24] Ο.π., σελ. 66

[25] C. Faraone, The agnostic context of Early Greek Binding Spells,«Magica Hiera»,Oxford University press, New York 1991, p. 16

[26] O.π., σελ. 16

[27] D. Collins, Magic in the ancient Greek World,Blackwell publishing,Oxford 2008, p. 135

[28] O.π., σελ. 135

[29] Ο.π., σελ. 139

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βακαλούδη Α., «Η εξέλιξη της μαγείας στην Αρχαία Ελλάδα», που βρίσκεται στον συλλογικό τόμο «H μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα», Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008.
  • Βελισσαροπούλου Ι., «Ευχές, κατάρες και δίκαιο», Αντικήνσωρ, τ.1ος, 2013.
  • Collins D., «Magic in the ancient Greek World», Blackwell publishing, Oxford 2008.
  • Corpus inscriptionum Atticarum, consilio et auctoritate, Academiae Litterarum Regiae Borussicae,Vol.4, Apud G. Reimerum ,Berlin 1873.
  • Versnel Η., “Beyond Cursing: The Appeal to justice in judicial prayers”,«Magica Hiera», Oxford University press, New York 1991.
  • Χανιώτης Α., «Σαν την άδικη κατάρα. Η αρχαιολογία μιας μεταφοράς», που βρίσκεται στον συλλογικό τόμο Η μαγεία στην Αρχαία Ελλάδα, Επιστήμης κοινωνία, Αθήνα 2008.

© Ηρακλής Καραμπάτος, 2018.

 Μεταπτυχιακός φοιτητής νομικής

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα του «εκ Μολάων επιφανούς πολιτικού ανδρός» Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου – © Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας


 

 

Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ στην πολιτική ζωή της χώρας άρχισαν να διακρίνονται νέες μορφές συλλογικής οργάνωσης και λειτουργίας, καθώς και κυρίαρχοι συνασπισμοί που διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, στη βάση εύθραυστων ισορροπιών. Ένα πρόσθετο προσδιοριστικό στοιχείο της ελληνικής πραγματικότητας της εποχής συνδεόταν με την ανανέωση σε επίπεδο κοινωνικής οργάνωσης, αντιπροσώπευσης, σε επίπεδο διοίκησης και κρατικής, θεσμικής λειτουργίας. Σταδιακά και ειδικά κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα άρχισαν να αναδεικνύονται νέες συσπειρώσεις και νέα πρόσωπα που ανέπτυσσαν δυναμική δραστηριότητα, επιφέροντας υπολογίσιμες αλλαγές στο κοινωνικό, πολιτισμικό, πολιτικό πεδίο. Μεταξύ αυτών των νέων, δυναμικών, δραστήριων προσωπικοτήτων με την πολύπλευρη δράση συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικός Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος.

 

Στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής και ειδικά από το 1864 έως το 1870, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και προβληματισμού βρέθηκαν θέματα όπως το πολιτειακό ζήτημα, η εκ νέου κατανομή της εξουσίας, η οριοθέτηση της λειτουργίας του θρόνου, οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί. Οι νέες, ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις που βαθμιαία άρχιζαν να εδραιώνονται στο εσωτερικό της χώρας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1870-1880, έδειχναν να προσανατολίζονται προς τα θεσμικά, πολιτικά πρότυπα των εκσυγχρονισμένων ευρωπαϊκών κρατών [1]. Παράλληλα, άρχιζαν να επικεντρώνονται σε συστηματικές προσπάθειες ανασυγκρότησης του κράτους, στον εξορθολογισμό της διοίκησης και της δημοσιονομικής λειτουργίας καθώς και στη χάραξη μιας εν πολλοίς ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Στο πλαίσιο βραχύβιων κυβερνητικών σχημάτων, ο μονάρχης επιδείκνυε μια ιδιαίτερη στάση επιχειρώντας να προσαρμοστεί στις συνθήκες αλλά και να τις προσαρμόσει στις επιδιώξεις του. Από το 1867 τα αδιέξοδα, τα σύνθετα προβλήματα και οι ποικίλες δυσχέρειες της κυβερνητικής πολιτικής οδήγησαν σε μια πολιτειακή κρίση που κορυφώθηκε κατά τα έτη 1874-1875, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις [2]. Από το 1875, συνθήκες όπως η διατύπωση της «αρχής της δεδηλωμένης», η σταδιακή όξυνση των σχέσεων στην προσπάθεια διευθέτησης του λεγόμενου «ανατολικού ζητήματος» και οι γενικότερες προκλήσεις που κλήθηκε να διαχειριστεί η κεντρική κυβερνητική αρχή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, ενίσχυσαν τη συγκρότηση σταθερότερων κυβερνητικών σχημάτων. Από το 1881 έως το 1895 ο προσανατολισμός και οι πρακτικές των επικρατέστερων συνασπισμών προσδιορίζονταν από την εσωτερική πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα και τις αυξημένες ανάγκες ανασυγκρότησης καθώς και από μια ιδιόμορφη εξωτερική πολιτική. Στο επίκεντρο του ανταγωνισμού τους βρέθηκε η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, ένα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα υψηλού κόστους, απέναντι σε πιο μετριοπαθείς και συντηρητικούς σχεδιασμούς.

Οι πιέσεις σε επίπεδο εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής σταδιακά εντείνονταν, υποχρεώνοντας (ειδικά από τις αρχές της δεκαετίας του 1890) τόσο τον μονάρχη όσο και τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις του κράτους σε έναν επαναπροσδιορισμό της θέσης τους [3]. Ωστόσο, οι εσωτερικές δυσχέρειες και τα δυσεπίλυτα προβλήματα σε συνδυασμό με την κλιμάκωση του ανταγωνισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν τη χώρα στην πολεμική εμπλοκή του 1897. Η αποτυχία σε επίπεδο πολεμικών επιχειρήσεων, το οικονομικό αδιέξοδο, οι ευρύτεροι μετασχηματισμοί ενίσχυσαν την αβεβαιότητα, τη διάσπαση των πολιτικών, κομματικών συσπειρώσεων, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο αστάθειας.

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Φωτογραφία από τον διαδικτυακό τόπο «Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος».

Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος (1852 ή 1854-1923) [4] καταγόταν από την επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Σύμφωνα με μια αναφορά γεννήθηκε στους Μολάους Λακωνίας. Προερχόταν από πολυμελή και επιφανή οικογένεια πολιτικών της περιοχής. Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Γυμνάσιο της Σπάρτης. Στη συνέχεια φοίτησε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας. Κατά τα έτη 1871-1872 καταγράφεται μεταξύ των εκεί σπουδαστών με πατρίδα τη Λακωνία [5]. Κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του βοηθούσε τον πατέρα του Νικόλαο, ως συνεργάτης του στο πολιτικό έργο του. Αφού αναγορεύθηκε διδάκτωρ της νομικής μετέβη στη Γερμανία, όπου και παρέμεινε για διάστημα τριών ετών προκειμένου να ολοκληρώσει τη μετεκπαίδευσή του. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα επιδόθηκε στη δημοσιογραφική εργασία. Ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του άρχισε να αναπτύσσει πιο δυναμική συμμετοχή στα κοινά.

Νικόλαος Παπαμιχαλόπουλος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο «Σκόκος Κωνσταντίνος, Εθνικόν Ημερολόγιον …, Αθήνα, 1889 σ. 388.

Το οικογενειακό περιβάλλον, η καταγωγή και ειδικά η πολιτική δραστηριότητα του πατέρα του, Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου, φαίνεται ότι επηρέασαν καθοριστικά και την πορεία του Κωνσταντίνου. Ο Νικόλαος [6] Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε κατά το 1827 στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας και απεβίωσε το 1888 στην Αθήνα. Αν και δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές, ξεχώρισε από νεαρή ηλικία για τη συμμετοχή του στα κοινά, τη ρητορική δεινότητά του και πολιτεύθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στην περιοχή του. Κατά τα τελευταία έτη της οθωνικής περιόδου αναδείχθηκε επανειλημμένα βουλευτής και εκτιμάται ότι ανέπτυξε μετριοπαθή, αντιοθωνική δράση. Κατά την κρίσιμη, μεταβατική εποχή που ακολούθησε, εκλέχθηκε μέλος της εθνοσυνέλευσης του 1862 και διετέλεσε πρόεδρός της. Κατά την περίοδο βασιλείας του Γεωργίου Α΄ εξακολουθούσε να εκλέγεται βουλευτής ενώ κατά το 1879 διετέλεσε και πρόεδρος της βουλής. Εκτός από τη δυναμική παρουσία του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, εντυπωσιακή υπήρξε και η θητεία του σε υπουργικές θέσεις. Από το 1871 έως το 1886, στο πλαίσιο διαδοχικών κυβερνητικών σχημάτων, διετέλεσε οκτώ φορές επικεφαλής διαφορετικών υπουργείων, γεγονός που καταδεικνύει την εμπιστοσύνη του πολιτικού κόσμου της εποχής προς το πρόσωπό του. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος συνεργάστηκε από νωρίς με τον πατέρα του. Καταγράφεται ότι, κατά το διάστημα που φοιτούσε στη νομική σχολή στην Αθήνα, δραστηριοποιήθηκε ως βοηθός του, λαμβάνοντας έτσι «τα πρώτα διδάγματα της ευθύτητος εν τη πολιτική και της αφοσιώσεως εις την υπηρεσίαν των δημοσίων πραγμάτων» [7].

Αναφορικά με τη γενικότερη πολιτική πορεία του Κωνσταντίνου, διαπιστώνεται ότι η δημοτικότητά του στην περιοχή καταγωγής του υπήρξε σημαντική. Μέσα από την πραγμάτευση και μελέτη των σχετικών διαθέσιμων καταγραφών, προκύπτει ότι από το 1865 έως το 1922 υπηρέτησε οκτώ φορές ως βουλευτής [8]. Κατά την ΙΑ΄ κοινοβουλευτική περίοδο (από τις 4 Ιανουαρίου 1887 έως τις 17 Αυγούστου 1890) ανέλαβε καθήκοντα από τις 3 Νοεμβρίου 1888, στη θέση του Νικόλαου Παπαμιχαλόπουλου. Επισημαίνεται ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του (τον Αύγουστο του 1888) και στο πλαίσιο συμπληρωματικής βουλευτικής εκλογής που έλαβε χώρα, προτάθηκε και εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, αντιπολιτευόμενος «παρά την δριμείαν καταδίωξιν της τρικουπικής κυβερνήσεως» [9]. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1888 τα πρακτικά της εν λόγω βουλευτικής εκλογής διαβιβάστηκαν στη βουλή. Σε συνεδρίαση που έλαβε χώρα στις 3 Νοεμβρίου 1888 το σώμα «παρεδέχθη, μη αντιλέξαντος ουδενός» ως έγκυρη τη συμπληρωματική εκλογή Λακωνίας. Νόμιμος βουλευτής αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, καθώς συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων [10]. Τόσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου όσο και της επόμενης (από τις 14 Οκτωβρίου 1890 έως τις 12 Μαρτίου 1892) υπηρέτησε ως βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Λακωνίας. Από το 1892 έως το 1910 αναδείχθηκε τέσσερις φορές βουλευτής της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Ειδικότερα, υπήρξε μέλος της εθνικής αντιπροσωπείας κατά τις ακόλουθες κοινοβουλευτικές περιόδους: από τις 3 Μαΐου 1892 έως τις 20 Φεβρουαρίου 1895, από τις 16 Απριλίου 1895 έως τις 9 Δεκεμβρίου 1898, από τις 7 Φεβρουαρίου 1899 έως τις 19 Σεπτεμβρίου 1902, από τις 26 Μαρτίου 1906 έως τις 25 Μαρτίου 1910. Στη συνέχεια εκλέχθηκε και πάλι βουλευτής Λακωνίας, υπηρετώντας δύο φορές (από τις 6 Δεκεμβρίου 1915 έως τις 30 Ιουνίου 1917 και  από την 1 Νοεμβρίου 1920 έως τις 21 Σεπτεμβρίου 1922). Συμπεραίνεται ότι η ενεργός πολιτική δράση του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, καθώς από την ηλικία των τριάντα πέντε ετών έως τον θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής. Διαπιστώνεται επίσης ότι η δημοτικότητά του υπήρξε μεγάλη στην επαρχία της Επιδαύρου Λιμηράς, στον τόπο καταγωγής του. Στο πλαίσιο μιας ενδιαφέρουσας αποτίμησης της πολιτικής πορείας του, κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου (1895), στον τύπο της εποχής αναφέρεται σχετικά: «Ως βουλευτής ο κ. Παπαμιχαλόπουλος είναι γνωστός. Ευπρέπεια ύφους έκτακτος˙ γνώσις των ζητημάτων ακριβής και σαφής υπαγορεύουσα την έκφρασιν γνωμών πεφωτισμένων, προσκόλλησις και αφοσίωσις εις το καθήκον. Αι αγορεύσεις του περί στρατού [11] κατέστησαν αυτόν γνωστόν μεν ως μελετητήν των ζητημάτων και ρήτορα, ιδιαιτέρως δε προσφιλή εις τον στρατόν. Επί παντός ενδιαφέροντος εις τον τόπον ζητήματος έλαβε τον λόγον εν τη Βουλή, πάντοτε δε ηκούσθη η γνώμη του μετά προσοχής και εκτιμήσεως παρά των συναδέλφων του και του κοινού, και ετήρησε την δυνατήν δι’ Έλληνα πολιτευόμενον ανεξαρτησίαν φρονήματος» [12]. Ειδικά για την πορεία του στο πλαίσιο της μακράς κοινοβουλευτικής θητείας του σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Τι δε παρέχει ο κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος εις τους συμπολίτας του παρ’ ων απολαμβάνει ουχί αγάπης πλέον αλλ’ αληθούς λατρείας, ελάβομεν άλλοτε αφορμήν να γράψωμεν, δυνάμεθα δε να συγκεφαλαιώσωμεν την οικογενειακήν και πολιτικήν εργασίαν του κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλου εις ολίγας ταύτας λέξεις: Εργασία αδιάκοπος υπέρ των συμπολιτών του». Υπογραμμίζεται ότι ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την ενίσχυση του εθνικού στόλου [13]. Ως βουλευτής εκτιμάται ότι για κάποιο χρονικό διάστημα συμπορεύθηκε με τον Λεωνίδα Δεληγεώργη (αδελφό του Επαμεινώνδα) [14]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του, αν και προερχόταν από πολιτική οικογένεια με εδραιωμένη πολιτική ισχύ, φαίνεται ότι επέλεξε να ενταχθεί σε πιο ανεξάρτητα και προοδευτικά για την εποχή σχήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι κατά το 1890 εκλέχθηκε βουλευτής του νομού Λακωνίας, ως μέλος ενός μικρού, ανεξάρτητου πολιτικού, κομματικού συνασπισμού [15]. Εκτός από τον προοδευτικό προσανατολισμό του, η πορεία του στην πολιτική ζωή του τόπου προσδιορίστηκε και από το οικογενειακό περιβάλλον του. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά την προπαρασκευή της μεγάλης εκλογικής αναμέτρησης του 1895, ο Κωνσταντίνος δεν ήταν σίγουρος για τη συμμετοχή του. Στον τύπο της εποχής σημειώνεται ότι στο άκουσμα αυτής της είδησης «ηγέρθη κατά της ιδέας ταύτης αληθής επανάστασις» [16] καθώς η δημοτικότητά του στην περιοχή της Λακωνίας υπήρξε διαχρονικά σημαντική. Τελικά αποφάσισε να λάβει μέρος, δημιουργώντας ένα τοπικό συνδυασμό «μετά του αρχαίου συναγωνιστού του πατρός του κ. Πάϊκου Ρίτσου», αποδεχόμενος το αίτημα των κατοίκων της περιοχής του, κερδίζοντας την εκλογική νίκη. Επιπρόσθετα, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη της βιομηχανίας, του εμπορίου και της σχετικής νομοθεσίας καταδεικνύεται και από σχετική αγόρευσή [17] του στη βουλή που έλαβε χώρα κατά το 1894.

Στο πολιτικό πεδίο, εκτός από τη μακρά κοινοβουλευτική θητεία του, ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ανέλαβε και καθήκοντα υπουργού. Σε μια εσωτερική πολιτική κρίση που κορυφώθηκε κατά τον Φεβρουάριο του 1892, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αναζητώντας μια πιο ικανοποιητική σύνθεση στο κυβερνητικό σχήμα, ουσιαστικά προχώρησε στην αποπομπή της κυβέρνησης του Θεόδωρου Δηλιγιάννη. Δεδομένου ότι οι επιλογές του ήταν λίγες και τα περιθώρια συνεργασίας του με τις επικρατούσες πολιτικές δυνάμεις της εποχής περιορισμένα, ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο που αποδέχθηκε την πρόταση. Το συγκεκριμένο, μεταβατικό, κυβερνητικό σχήμα ανέλαβε την εξουσία στις 14 Φεβρουαρίου 1892 και παρά τη βραχύβια πορεία του γνώρισε μεταβολές [18]. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος τοποθετήθηκε στη θέση του υπουργού παιδείας και εκκλησιαστικών [19]. Στο πλαίσιο της υπουργικής θητείας [20] του εκτιμάται ότι διακρίθηκε, επιδεικνύοντας ξεχωριστές διοικητικές ικανότητες. Η μεταβατική κυβέρνηση που σχηματίστηκε ύστερα από την επεισοδιακή αποπομπή του Θεόδωρου Δηλιγιάννη προχώρησε στην προκήρυξη βουλευτικών εκλογών, οι οποίες διενεργήθηκαν στις αρχές Μαΐου του 1892.

Το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου για την εκπαίδευση, την ιστορία, τη γεωγραφία υπήρξε έντονο και εκφράστηκε και μετά το τέλος της υπουργικής θητείας του. Κατά το 1894 επιλέχθηκε ως μέλος μιας κριτικής επιτροπής που ασχολήθηκε με την αξιολόγηση διδακτικών εγχειριδίων γεωγραφίας, τα οποία προορίζονταν για τα δημοτικά σχολεία και τα γυμνάσια [21]. Στη βάση της εν λόγω διαγωνιστικής διαδικασίας και κρίσης των διδακτικών βιβλίων, κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκαν σχετικές εκθέσεις του. Η διενέργεια του διαγωνισμού φαίνεται ότι προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις στο δημόσιο πεδίο. Την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε ένα πόνημα του Δημήτριου Παπαθεοδώρου, που απευθυνόταν προς το υπουργείο εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως και στρεφόταν εναντίον των κριτών των διδακτικών εγχειριδίων της ιστορίας και της γεωγραφίας [22]. Ο προβληματισμός και ο έντονος δημόσιος διάλογος αναφορικά με τις διαδικασίες επιλογής και διάθεσης των διδακτικών βιβλίων απασχολούσε την κοινή γνώμη της εποχής ήδη από την οθωνική περίοδο [23].

Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 1909 η έλευση του Ελευθέριου Βενιζέλου συνεισέφερε στην αποκατάσταση της ισορροπίας και στην προώθηση εθνικών θεμάτων σημασίας. Εξελίξεις όπως η ανάδυση και η εδραίωση του συνασπισμού του, η συνταγματική αναθεώρηση, ενθάρρυναν τη σταδιακή επικράτηση ανανεωμένων συσπειρώσεων που εξέφραζαν τις νέες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές δυνάμεις [24]. Για άλλη μια φορά, η ανάγκη υλοποίησης βασικών στόχων της εσωτερικής και της εξωτερικής πολιτικής, οι επιμέρους ιδιαίτερες συνθήκες και οι ευρύτερες συγκυρίες υποχρέωσαν το ελληνικό κράτος να εμπλακεί σε πολεμικές προπαρασκευές και διεργασίες. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποδείχθηκαν κερδοφόροι για το ελληνικό κράτος, εφόσον συνέβαλαν στη σημαντική επέκταση της επικράτειάς του. Ωστόσο, μετά το 1915 άρχισε να διαφαίνεται η προβληματική συνύπαρξη Ελευθέριου Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου [25]. Οι εξελίξεις οδήγησαν σε νέα κρίση, σε διαιρέσεις και αντιπαραθέσεις που δεν ευνόησαν τις κρίσιμες επιχειρήσεις και τη διευθέτηση σημαντικών θεμάτων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, καταλήγοντας στη Μικρασιατική καταστροφή που εγκαινίασε μια νέα εποχή.

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος κατέλαβε σημαντικές θέσεις και κρατικά αξιώματα και κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Συνεργάστηκε στενά με τον Ελευθέριο Βενιζέλο καθώς κατά τα έτη 1910-1911 υπηρέτησε ως νομάρχης Αττικοβοιωτίας [26]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο κρίσιμων μετασχηματισμών στο πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό πεδίο κατά τις 8 Αυγούστου 1910 διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για την ανάδειξη της πρώτης αναθεωρητικής βουλής [27]. Τα λεγόμενα παλαιά κόμματα διατήρησαν την πλειοψηφία. Ωστόσο, ο Ελευθέριος Βενιζέλος εκλέχθηκε πρώτος στην Αττικοβοιωτία, με υπολογίσιμο ποσοστό. Ανέλαβε την εξουσία στις 6 Οκτωβρίου 1910. Προκειμένου να εδραιώσει τη θέση του ενθάρρυνε τη διεξαγωγή νέων εκλογών που έλαβαν χώρα στις 18 Νοεμβρίου 1910. Οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν, σηματοδοτώντας μεταξύ άλλων μια σημαντική ανανέωση του πολιτικού δυναμικού της χώρας. Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος διορίστηκε νομάρχης στην ίδια περιφέρεια επιρροής του Ελευθέριου Βενιζέλου καταδεικνύει τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη που είχε καλλιεργηθεί μεταξύ των δύο ανδρών.

Σημειώνεται ότι μετά το 1899, στη βάση μιας ανασυγκρότησης της διοικητικής οργάνωσης και λειτουργίας της χώρας, η θέση του νομάρχη ενισχύθηκε σημαντικά [28]. Πλαισιωμένος και από άλλα στελέχη δεν αποτελούσε απλώς διοικητικό όργανο αλλά και εποπτικό μέσο για την κεντρική κυβερνητική αρχή. Επιπρόσθετα, ο Κωνσταντίνος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο και στο έργο της στρατιωτικής προπαρασκευής κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων. Καταγράφεται ότι πρωτοστάτησε στην «Πανελλήνια Ένωση» της Αμερικής κατά το 1912 [29]. Η αξιοσημείωτη μεταναστευτική κίνηση που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1902-1922 προς το εξωτερικό προβλημάτισε την ελληνική κυβέρνηση της εποχής. Στο πλαίσιο ενίσχυσης της βενιζελικής παράταξης αλλά και υποστήριξης των εθελοντών που θα λάμβαναν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, οργανώθηκαν ποικίλες εκδηλώσεις, συλλογικότητες και συγκεντρώσεις. Στις ΗΠΑ η οργάνωση «Πανελλήνιος Ένωσις» [30] δραστηριοποιήθηκε έντονα ώστε η ομογένεια να ενισχύσει το πολεμικό εγχείρημα των ετών 1912-1913, καθώς η επιστράτευση συγκέντρωσε και πολλούς εθελοντές από το εξωτερικό.

Τονίζεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μετά το 1833 έως και τις τελευταίες δεκαετίες της περιόδου, η κοινωνική πραγματικότητα [31] στο ελληνικό κράτος προσδιορίστηκε από ορισμένα ευδιάκριτα στοιχεία. Η παραγωγική, οικονομική δυναμική εξακολουθούσε να εδράζεται εν πολλοίς στον πρωτογενή τομέα. Η πορεία της αστικοποίησης κατά τα δυτικά πρότυπα διαφοροποιήθηκε, ανάλογα με την επιμέρους μορφολογία και ιδιαιτερότητα των κυριότερων οικιστικών κέντρων. Η δημογραφική, πληθυσμιακή δυναμική και αύξηση, αισθητή ιδιαίτερα μετά το 1870, διαφοροποιήθηκε επίσης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Οι ιδεολογικοί, πνευματικοί, πολιτισμικοί προσανατολισμοί σταδιακά άρχισαν να μεταβάλλονται υπό την επίδραση ποικίλων, τοπικών και ευρύτερων, τάσεων και ζητημάτων, όπως του φιλελευθερισμού, του εθνικισμού, της γλωσσικής ανασυγκρότησης, της θρησκευτικής οργάνωσης, των σχέσεων με την ελληνική αρχαιότητα και τη Δύση. Στη βάση των εν λόγω πολυσυνθέτων μετασχηματισμών, μια νέα κοινωνική ομάδα [32] δείχνει να αναδύεται, αποτελούμενη από πολίτες που προσδιορίζονται από ένα συγκεκριμένο, ανεπτυγμένο μορφωτικό υπόβαθρο καθώς και από μια διάθεση δυναμικής συμμετοχής στα κοινά και ειδικά στο πολιτικό πεδίο. Ο Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας σημαντικής, πολυσχιδούς παρουσίας.

Το έντονο ενδιαφέρον του για τα κοινά και τη συμμετοχή στο δημόσιο βίο δεν εξαντλήθηκε στο πολιτικό πεδίο, καθώς ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα και σε άλλους τομείς. Πρωτοστάτησε στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας και διετέλεσε μέλος της κεντρικής επιτροπής της καθώς και πρόεδρός της [33]. Παράλληλα, λάμβανε ενεργά μέρος στις εργασίες της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος [34]. Επίσης, κατά το 1873 καταγράφεται ως τακτικό και ενεργό μέλος του αρχαιότερου πολιτιστικού συλλόγου της Αθήνας, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» [35]. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε φιλότεχνος, ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών, γεγονός που καταδεικνύεται και μέσα από τη συμμετοχή του στην «εν Αθήναις Εταιρεία των Φιλοτέχνων». Κατά τα 1898, καταγράφεται ότι υπήρξε μέλος του νέου διοικητικού συμβουλίου του συλλόγου [36] που συστάθηκε με σκοπό την προστασία και την ανάδειξη των καλών τεχνών στη χώρα. Κατά το 1898 ο σύλλογος ουσιαστικά ανασυγκροτήθηκε και μετονομάστηκε σε εταιρεία [37]. Επισημαίνεται ότι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ειδικά κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου πολιτικά πρόσωπα κύρους πρωτοστατούσαν στη συγκρότηση ποικίλων συλλόγων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού χαρακτήρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι εργασίες, η πορεία και η εξέλιξη των εν λόγω συλλογικοτήτων προσδιορίζονταν καθοριστικά από τη συμμετοχή τους [38].

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα και για την υποστήριξη της αθλητικής δραστηριότητας, λαμβάνοντας μέρος σε ένα από τα σημαντικότερα αθλητικά σωματεία της Αθήνας. Υπήρξε μέλος του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου από το 1893 και διετέλεσε πρόεδρός του επί σειρά ετών (1900-1912, 1914-1924) [39]. Επίσης, υπήρξε μέλος του «Ομίλου των Ποδηλατών» που έδρευε στην Αθήνα [40]. Επιπρόσθετα, έλαβε μέρος και στην επιτροπή «προς παρασκευή αθλητών» [41] των Ολυμπιακών Αγώνων που διεξήχθησαν κατά το 1896. Στις διαθέσιμες πηγές καταγράφεται επίσης και η ενασχόλησή του με θέματα προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας [42]. Στα τέλη του 1901 στο πλαίσιο ανακαλύψεων γεωλογικού, αρχαιολογικού χαρακτήρα που έλαβαν χώρα στα όρια Γορτυνίας-Μεγαλόπολης, οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν με τη συνδρομή του εν λόγω «επιφανούς και φιλομαθεστάτου πολιτευτού» [43].

Το ενδιαφέρον του για την ιστορία εκδηλώθηκε έντονα από τα τελευταία έτη των σπουδών του, μέσα από τη συγγραφή και έκδοση ποικίλων έργων. Κατά το 1873 η ιστορική πραγματεία του «Οδυσσεύς Ανδρούτσος», που αναγνώσθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», εκδόθηκε από το τυπογραφείο του «Παρθενώνος». Πρόκειται για έργο που έτυχε καλής υποδοχής [44]. Ως τελειόφοιτος της νομικής συνέγραψε την ιστορική πραγματεία «Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821» που κυκλοφόρησε το 1874 στην Αθήνα και διατέθηκε από τον βιβλιοπώλη Β. Ν. Νάκη. Πρόκειται για έργο που το αφιέρωσε στη νεολαία της Ελλάδας. Στα προλεγόμενα της έκδοσης σημείωνε: «Αδελφή Νεότης, την σελίδαν ταύτην της λαμπράς ιστορίας Μεγάλης Πατρίδος αφιερών εις Σε, εύχομαι ίνα δυνηθώμεν και ημείς συνεχίζοντας το έργον των ημετέρων προγόνων, να διαπράξωμεν αντάξια εκείνων και ευτυχήσωμεν να ίδωμεν περαιούμενον το μέγα της Ελληνικής ενότητος σχέδιον» [45]. Την ίδια εποχή (1874) καταγράφεται ως εκδότης του ιστορικού διηγήματος «Έλλην πειρατής» του Στέφανου Ξένου, που κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο των αδελφών Βαρβαρίγου. Τον Δεκέμβριο του 1880, στην Αθήνα, με την ιδιότητα του «διδάκτορος τα νομικά» ολοκλήρωσε το έργο του «Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις». Το πόνημά του επικεντρωνόταν στην πραγμάτευση ζητημάτων δικαιοσύνης στην αρχαία ελληνική ιστορία [46] και κυκλοφόρησε κατά το 1881 από το τυπογραφείο του «Παρνασσού».

Κατά το 1883 ο Κωνσταντίνος μετέβη στο Μόναχο, προκειμένου να μετεκπαιδευτεί. Με αφορμή την παραμονή στην περιοχή που τον εντυπωσίασε και  την επέτειο της πεντηκονταετηρίδας από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, στις 25 Ιανουαρίου 1883 ολοκλήρωσε το έργο [47] του «Παρά του τάφου του Βασιλέως Όθωνος: εν δάκρυ ευγνωμοσύνης», που κυκλοφόρησε κατά το ίδιο έτος. Πρόκειται  για έργο που αφιέρωσε στον αδερφό του Αλέξανδρο.

Όπως αναφέρθηκε στα προηγούμενα, ο Κωνσταντίνος ανέπτυξε δυναμική δραστηριότητα στην κοινωνική, πολιτιστική ζωή, στο δημόσιο βίο της εποχής του. Κατά το 1893, ένα μακροσκελές σύγγραμμά του κυκλοφόρησε στην Αθήνα. Επρόκειτο για κείμενο που εκφώνησε στις αρχές του έτους, στην εταιρεία «Ελληνισμός» [48], με τον τίτλο «Οι χίλιοι Πλαταιείς εν Μαραθώνι». Με αφορμή τη δραστήρια συμμετοχή του στο έργο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδας, κατά το 1900 εκδόθηκε στην Αθήνα ένα κείμενο απολογιστικού χαρακτήρα με τίτλο «Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως». Ο συντάκτης εξιστορούσε τα όσα συνέβησαν στο πλαίσιο της σχετικής εορτής στην οποία ο Κωνσταντίνος έλαβε μέρος ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και μέλος της επιτροπής «επί της αναστηλώσεως μνημείου της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης». Απευθυνόταν προς τον πρόεδρο της εταιρείας Ιωάννη Μ. Μπόταση [49]. Ο Κωνσταντίνος εξακολουθούσε να εκδηλώνει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας έως το τέλος της ζωής του. Κατά το 1919 δημοσιεύτηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο Ι. Βάρτσου) η μονογραφία του «Το Βυζάντιον» που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Κατά το 1920 κυκλοφόρησε επίσης στην Αθήνα, από το ίδιο τυπογραφείο, το έργο του «Η Κωνσταντινούπολις ελληνική επί 2.577 έτη».

Κωνσταντίνος Ν. Παπαμιχαλόπουλος, «Περιήγησις εις τον Πόντον», 1903.

Ενδιαφέρθηκε επίσης για τη γεωγραφία και τις περιηγήσεις [50], στοιχείο που αναδεικνύεται μέσα από το συγγραφικό έργο του.  Αναφορικά με αυτή την κατηγορία πονημάτων του, κατά το 1882 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα (εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού») το έργο του «Απ’ Αθηνών εις Βώλον. Εντυπώσεις». Επρόκειτο ουσιαστικά για μια ανατύπωση αποσπάσματος από τον έκτο τόμο του περιοδικού «Παρνασσός».  Κατά το ίδιο έτος δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το περιηγητικό έργο του «Εις τον Αδριατικόν κόλπον: Σημειώσεις ταξιδιού». Το 1903 δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το πόνημά του «Περιήγησις εις τον Πόντον» (εκ του τυπογραφείου «Κράτους»). Κατά το 1911 εκδόθηκε στην Αθήνα (από το τυπογραφείο «Εστία» και την Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία) το έργο «Αι ελληνικαί νήσοι» που συνέγραψε μαζί με τον Γ. Ι. Κρίτσα. Τέλος, κατά το 1919 κυκλοφόρησε στην Αθήνα (από το εθνικό τυπογραφείο) μια έκδοση που αναφερόταν στη σύσταση της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας (Ελληνική Γεωγραφική Εταιρεία: Ιστορικόν σημείωμα, διασάφησις, επίκλησις, καταστατικόν).

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος δεν επιδόθηκε μόνο στη συγγραφή ιστορικών μελετών αλλά και στη δημοσιογραφική εργασία. Μετά το 1883, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ύστερα από την ολοκλήρωση της μετεκπαίδευσής του στο Μόναχο, ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη και διευθυντή της «Επιθεωρήσεως» [51]. Η έκδοση διαμορφώθηκε με προτροπή του πατέρα του. Εκτιμάται ότι το έντυπο προσδιορίστηκε από μετριοπαθή λόγο, κόσμιο ύφος και σεβασμό προς τους πολιτικούς αντιπάλους, σε μία εποχή διάχυτης πολιτικής έντασης και αντιπαραθέσεων. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι κείμενά του δημοσιεύονταν σε ποικίλες περιοδικές εκδόσεις της εποχής. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μελέτες του «Άρειος Πάγος, παρακμή και τέλος» (Παρνασσός, σύγγραμμα περιοδικόν, τ. Ε΄, Αθήνα 1881, σ. 50-60), «Άρειος Πάγος» (Εστία, αρ. 267, έτος ΣΤ΄, τ. 11ος, Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1881). Δηλωτικό της στενής συνεργασίας που είχε αναπτύξει με τον πατέρα του Νικόλαο αλλά και του έντονου ενδιαφέροντός του για την επικαιρότητα της εποχής και τα κοινά είναι το έργο του «Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον». Η έκδοση περιλάμβανε μία συγκεντρωτική ανατύπωση τριών εκ των οκτώ επιστολών του Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου που είχαν δημοσιευθεί στις εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τον μεγάλο σεισμό που έπληξε το νησί της Χίου στις 22 Μαρτίου/3 Απριλίου 1881. Ο ίδιος έσπευσε στην περιοχή για να εκτιμήσει το μέγεθος της καταστροφής, να συνειδητοποιήσει τις ανάγκες των κατοίκων και να προχωρήσει στις σχετικές εισηγήσεις προς τον πατέρα του, ο οποίος εκείνη την εποχή υπηρετούσε ως υπουργός των εσωτερικών. Το πόνημα αφιερώθηκε σε όσους ήταν πρόθυμοι να συνδράμουν «υπέρ των εκ του σεισμού της Χίου θυμάτων» [52] και κυκλοφόρησε από το τυπογραφείο του «Εθνικού Πνεύματος».

Υπογραμμίζεται ότι ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος ενδιαφέρθηκε έντονα και για θρησκευτικά [53], γλωσσικά [54], πολιτισμικά ζητήματα. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα το γλωσσικό ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, εκφράζοντας ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτισμικές ανησυχίες, σχετικούς προβληματισμούς αλλά και μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας της εποχής [55]. Χαρακτηριστική υπήρξε η αγόρευσή [56] του στη βουλή κατά το 1902, αναφορικά με το γλωσσικό ζήτημα και τις μεταφράσεις του Ευαγγελίου, με αφορμή τα «Ευαγγελικά» και τη σοβαρή πολιτική κρίση που εκδηλώθηκε και συνδέθηκε με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης. Κατά το 1906 δημοσιεύθηκε η μονογραφία του «Αι τρεις εικόνες της Παναγίας υπό του Αποστόλου Λουκά», η οποία ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος. Την ίδια χρονιά μερίμνησε για τη δημοσίευση του έργου «Ανάμνησις εκ της ερήμου του Σινά: απόσπασμα εκ του φιλολογικού και κοινωνικού ημερολογίου της δεσποινίδος Χατζηαράπη, του έτους 1906». Η μονογραφία που ολοκληρώθηκε κατά το ίδιο έτος κυκλοφόρησε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του «Κράτους». Ύστερα από δύο χρόνια, κατά το 1908, κυκλοφόρησε στην Αθήνα μια έκδοσή του, ταξιδιωτικού περιεχομένου, με τίτλο «Πρόχειρος περιγραφή του όρους Σινά». Κατά το 1917 εκδόθηκε μια συλλογή με τίτλο «Ανέκδοτα έγγραφα και επιγραφαί της εν τω Όρει Σινά Μονής» (τυπογραφείο Π. Δ. Σακελλαρίου). Τέλος, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του (κατά το 1932), με φροντίδα του Αρχιεπισκόπου Σινά Πορφυρίου Γ΄ δημοσιεύθηκε στην Αθήνα η έκδοσή του «Η μονή του όρους Σινά»,

Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος υπήρξε ένας διακεκριμένος πολιτικός της εποχής του. Συνεχίζοντας την πολιτική πορεία του πατέρα του, διακρίθηκε για την ευρυμάθεια, τη μετριοπάθεια, τη ρητορική δεινότητά του. Αντιπροσώπευσε επάξια και επανειλημμένα την ιδιαίτερη πατρίδα του στο κοινοβουλευτικό πεδίο, όπου κέρδισε τον σεβασμό, την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συναδέλφων του. Παράλληλα, υπηρετώντας και σε άλλες σημαντικές θέσεις κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων για την κατοπινή πορεία και εξέλιξη του κράτους, προσέφερε σημαντικό έργο για την προώθηση θεμάτων εθνικής σημασίας. Η κοινωνική δραστηριότητά του υπήρξε έντονη καθώς έλαβε μέρος σε πληθώρα συλλογικοτήτων, συλλόγων, σωματείων της εποχής. Μέσα από τη συγγραφική, δημοσιογραφική εργασία του κληροδότησε ενδιαφέρουσες μελέτες και αξιόλογα συγγράμματα. Στο πλαίσιο της πολιτικής αλλά και της κοινωνικής δραστηριότητάς του επέδειξε ένα προοδευτικό, ανεξάρτητο πνεύμα, παραμένοντας αφοσιωμένος στην πρόοδο του εντός και εκτός των συνόρων ελληνισμού.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νίκη Μαρωνίτη, «Η εποχή του Γεωργίου Α΄. Πολιτική ανανέωση και αλυτρωτισμός», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[2] Ό. π., σ. 13-14.

[3] Ό. π., σ. 24-27.

[4] Β. Κ. Τσαγγάρης, Εθνικόν Λεύκωμα, Η Βουλή των Ελλήνων της ΙΗ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1908, σ. 81-82˙ Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)˙ «Ο Κ. Παπαμιχαλόπουλος εν Αμερική», Το Άστυ, τεύχος 44, Αθήνα 20 Ιουλίου 1886, σ. 7.

[5] Ευθύμιος Καστόρχης, Τα κατά την ΙΓ΄ Πρυτανείαν του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1873, σ. 81.

[6] Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008, επιστημονική επιμέλεια Αντώνης Μακρυδημήτρης, Ίδρυμα της Βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σ. 256-258.

[7] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[8] Μητρώο πληρεξουσίων, Γερουσιαστών και Βουλευτών 1822-1935, Βουλή των Ελλήνων, Αθήνα 1986, σ. 146-147, 262-263.

[9] Εφημερίδα «Τεγέα, φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[10] Πρακτικά των συνεδριάσεων της Βουλής της Γ΄ συνόδου της  ΙΑ΄ βουλευτικής περιόδου, Αθήνα 1888, σ. 25, 605, 271.

[11] Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εγχειρίδιον βολής των πυροβόλων ερανισθέν προς χρήσιν των υπαξιωματικών του Πυροβολικού της ξηράς και της θαλάσσης, Αθήνα 1889˙ Αγόρευσις Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς περί στρατιωτικής αστυνομίας και στρατού εν γένει κατά την συνεδρίασιν της 4 Ιανουαρίου 1895, Αθήνα 1895.

[12] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[13] Βλ. σχετικά Εκθέσεις επί των Ναυτικών Νομοσχεδίων των υποβληθέντων εις την Βουλήν κατά την Β΄ Σύνοδον της ΙΔ΄ περιόδου και παρατηρήσεις περί του Πολεμικού και Εμπορικού Ναυτικού, υπό Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Μέλους της Επιτροπής επί των Ναυτικών, Αθήνα 1896.

[14] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[15] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895).

[16] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[17] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις επί του σταφιδικού νομοσχεδίου κατά την συνεδρίασιν της 11 Φεβρουαρίου 1894, Αθήνα (χ. ε.) 1894.

[18] Σοφία Μπελόκα, Πολιτικά πρόσωπα της Αρκαδίας: Κωνσταντίνος Π. Κωνσταντόπουλος (1832-1910), Αθήνα 2018, σ. 40-41.

[19] Τρύφων Ευαγγελίδης, Τα μετά τον Όθωνα ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α΄(1862-1898), Αθήνα 1898, σ. 684˙ Κωνσταντίνος Τσουκαλάς-Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Οι πολιτικές εξελίξεις από το 1881 ως το 1895», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Αθήνα 1977, σ. 14-39.

[20] Β. Κ. Τσαγγάρης, ό. π., σ. 82.

[21] Βλ. σχετικά Διαγωνισμός των διδακτικών βιβλίων, Εκθέσεις Κωνσταντίνου Ν. Παπαμιχαλόπουλου εισηγητού της ΣΤ΄ επιτροπείας επί των γεωγραφιών των δημοτικών σχολείων και της Β΄ τάξεως των γυμνασίων, Αθήνα 1894.

[22] Βλ. Δημήτριος Παπαθεοδώρου, Καταγγελία προς το υπουργείον των εκκλησιαστικών και της δημοσίας εκπαιδεύσεως κατά των κριτών των διδακτικών βιβλίων της ιστορίας και γεωγραφίας Σ. Π. Λάμπρου, Ν. Γ. Πολίτου και Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Αθήνα 1894.

[23] Σοφία Μπελόκα, Η πόλη της Τρίπολης 1828-1862: Διοικητική, δημογραφική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αθήνα 2017, σ. 683-684.

[24] Γιώργος Μαυρογορδάτος, «Οι πολιτικές εξελίξεις. Από το Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 9-11.

[25] Ό. π., σ. 18-30.

[26] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[27] Γιώργος Μαυρογορδάτος, ό. π., σ. 11-12˙ Ηλίας Νικολακόπουλος, «Οι εκλογές 1910-1920. Ελευθέριος Βενιζέλος: Από το θρίαμβο στην ήττα», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 31-32.

[28] Ήβη Μαυρομουστακάτου, «Πολιτικοί θεσμοί. Η οργάνωση της διοίκησης 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 50.

[29] Τρύφων Ευαγγελίδης, ό. π., σ. 312.

[30] Αλέξανδρος Κιτροέφ, «Οι Έλληνες στις ΗΠΑ 1909-1922», Ιστορία του Νέο Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 6ος, Η εθνική ολοκλήρωση 1909-1922. Από το κίνημα στο Γουδί ως τη Μικρασιατική καταστροφή, Αθήνα 2003, σ. 324, 327-328.

[31] Βασίλης Φίλιας, «Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 448-454˙ Κωνσταντίνος Δημαράς, «Η κληρονομιά των περασμένων, οι νέες πραγματικότητες, οι νέες ανάγκες», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα 1977, σ. 455-484.

[32] Κωνσταντίνος Δημαράς, ό. π., σ. 461-466.

[33] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, «Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος και η ανάπτυξη της γεωγραφίας στην Ελλάδα», Πρακτικά, 9ο Πανελλήνιο Γεωγραφικό Συνέδριο, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα, 4-6 Νοεμβρίου 2010 (www.gisc.gr, προσπελάσιμο: 29 Νοεμβρίου 2018), σ. 313-314.

[34] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1900.

[35] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ιστορική πραγματεία αναγνωσθείσα εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω «Παρνασσώ» τη 25η Φεβρουαρίου 1873, Αθήνα 1873.

[36] Καταστατικόν της εν Αθήναις Εταιρείας των Φιλοτέχνων, Αθήνα, 19 Σεπτεμβρίου 1898.

[37] Ό. π., σ. 234, 240.

[38] Ευθυμία Μαυρομιχάλη, «Οι καλλιτεχνικοί σύλλογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)», Μνήμων, τόμος 23ος, Αθήνα 2001, σ, 221-267 και ειδικότερα σ. 230.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, Αθλητισμός και όψεις της αστικής κοινωνικότητας. Γυμναστικά και αθλητικά σωματεία (1870-1922), Αθήνα 1997, σ. 248.

[39] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218˙ Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Τα αναμνηστικά γραμματόσημα. Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την συνεδρίασιν της 15 Ιουλίου 1895, Αθήνα 1896.

[40] Καταστατικόν του Ομίλου των Ποδηλατών, τυπογραφείο Παρασκευά Λεώνη, Αθήνα 1891.

[41] Χριστίνα Κουλούρη, ό. π., σ. 218.

[42] Βλ. ενδεικτικά, Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Βουλευτού Επιδαύρου Λιμηράς, Αγόρευσις εν τη Βουλή κατά την Συνεδρίαν της 7 Φεβρουαρίου 1896 υπέρ του Π. Καββαδία, Γενικού Εφόρου Αρχαιοτήτων και Μουσείων εις απάντησιν του κ. Σπυρίδωνος Στάη, Αθήνα 1896.

[43] Τάκης Κανδηλώρος, Αρκαδική Επετηρίς, τεύχος πρώτο, Αθήνα 1903, σ. 155-156.

[44] Βλ. Αναστάσιος Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Η΄, Αθήνα 1876, σ. 126.

[45] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήνα 1874, σ. 6-1.

[46] Βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Ο Άρειος Πάγος εν ταις αρχαίαις Αθήναις, Αθήνα, εκ του τυπογραφείου του «Παρνασσού», 1881, σ. 5-15. Ο συγγραφέας αφιέρωσε το έργο του στον Νικόλαο Ι. Δημαρά, υφηγητή του ρωμαϊκού δικαίου στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

[47] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Παρά τον τάφον του βασιλέως Όθωνος. Εν δάκρυ ευγνωμοσύνης, τύποις Γ. Δρουγουλίνου, Λειψία 1883, σ. 5-6.

[48] Η εταιρεία ιδρύθηκε νόμιμα κατά τα 1892, εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια ποικίλων κοινωνικοοικονομικών ομάδων της ελληνικής κοινωνίας της εποχής αναφορικά με κυβερνητικές, διοικητικές, δημοσιονομικές επιλογές και πρακτικές. Βλ. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Ελληνική Ιστορία, Η συγκρότηση του ελληνικού κράτους 1821-1897 (http://www.ime.gr/chronos/12/gr/ 1833_1897/foreign_policy/language/04.html, προσπελάσιμο: 30 Νοεμβρίου 2018)˙ Κωνσταντίνος Βεργόπουλος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄, Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ως τα 1913, σ. 36-37.

[49] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου και Κ. Ν. Ράδου, Έκθεσις περί της εν Άστρει πανηγυρικής αναστηλώσεως πλακός αναμνηστικής της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Αθήνα 1900, σ. 3-6.

[50] Ευαγγελία Γεωργιτσογιάννη, ό. π., σ. 316-317.

[51] Εφημερίδα «Τεγέα», φ. 8 (25 Μαρτίου 1895)

[52] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Εκ των ερειπίων της Χίου. Ημερολόγιον, ανατύπωσις εκ της «Εφημερίδος», Αθήνα 1881, σ. 6-8.

[53] Σε ένα από τα δημοσιευμένα έργα του, στα προλεγόμενα τονίζεται «η βαθεία, η πεφωτισμένη, η ανυπόκριτος του συγγραφέως ευσέβεια» καθώς και η πολυμάθειά του, η ορθή κρίση του. Βλ. σχετικά Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Περιήγησις εις τον Πόντον, Αθήνα 1903, σ. 9-10.

[54] Κωνσταντίνος Κασίνης, «Η μετάφραση ως καταλύτης της δημιουργίας εθνικής φιλολογίας», Ο ελληνισμός στον 19ο αιώνα: Ιδεολογικές και αισθητικές αναζητήσεις, επιμέλεια Παντελής Βουτούρης-Γιώργος Γεωργής, Αθήνα 2006, σ. 156.

[55] Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σχεδιασμός-διεύθυνση έκδοσης Βασίλης Παναγιωτόπουλος, τόμος 5ος, Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του Ελληνισμού, Αθήνα 2003, σ. 179-186.

[56] Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Αγόρευσις εν τη βουλή κατά την συνεδρίασιν της 29 Ιανουαρίου 1902: περί μεταφράσεων του Ευαγγελίου και περί του γλωσσικού ζητήματος, (χ. τ., χ. ε.), 1902.

 

© Σοφία Μπελόκα, Δρ Ιστορίας

 Φεβρουάριος 2019

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Περί της κατάταξης του Δήμου Ερμιόνης (1834 -1914) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

O Δήμος Ερμιόνης σχηματίστηκε σύμφωνα με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου – 10ης Μαΐου 1834 (Φ.Ε.Κ. 19/Α/20.5.1834) «Περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Κατατάχθηκε στην Γ’ κατηγορία με πληθυσμό «χιλίους εβδομήκοντα εννέα (1.079) κατοίκους» και έδρα την Ερμιόνη. Ο δημότης του ονομάστηκε Ερμιονεύς. Στον Δήμο Ερμιόνης ανήκαν, επίσης, το Θερμήσι, το Πλέπι, η Σαμπάριζα, το Μετόχι και η Μονή των Αγίων Αναργύρων, ενώ η σφραγίδα του Δήμου ήταν κυκλική χωρίς έμβλημα.

«Κατά βιβλιάριον έντυπον φέρον ημερομηνίαν 28 Δεκεμβρίου 1836» και υπογραφή «του επί των Εσωτερικών Γραμματέως Δρόσου Μανσόλα κατά την Επικράτειαν Διοικήσεως Δήμοι εν όλω τετρακόσιοι εξήκοντα οκτώ (468). Ο ολικός ούτος των Δήμων αριθμός διηρήτο κατ’ Επαρχίας και Νομούς κατά τον επόμενον πίνακα και έφερον τα ονόματα, άτινα εισί σημειωμένα εν τη αρμοδία σελίδι». [1]

Ο Νομός Αργολίδος είχε πέντε (5) επαρχίες:

α) Ναυπλίας (9 δήμοι),

β) Άργους (15 δήμοι),

γ) Τροιζηνίας (4 δήμοι),

δ) Σπετσών και Ερμιονίδος (4 δήμοι) και

ε) Ύδρας (1 δήμος).

Σύνολο: τριάκοντα τρεις (33) δήμοι.

Με το Β.Δ. της 12ης Ιανουαρίου 1837 ο αριθμός των τετρακοσίων εξήντα οκτώ (468) δήμων της Ελλάδας περιορίστηκε σε διακοσίους εξήκοντα πέντε (265).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το Β.Δ. της 24ης Δεκεμβρίου 1841 (5 Ιανουαρίου 1842), το οποίο δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, [2] τμήμα του Δήμου Διδύμων (Δίδυμο, Καρακάσι, Τσουκαλιά, Λουκαΐτι, Σαλάντι, Καψοσπίτι, η Μονή του Προδρόμου/Σταϋλια) συγχωνεύθηκε στον Δήμο Ερμιόνης, ενώ οι δήμοι του Νομού Αργολίδος μειώθηκαν από τριάντα τρεις (33) σε είκοσι οκτώ (28). [3]

Μετά τη συγχώνευση και την προσθήκη του νέου τμήματος, όπως ήταν φυσικό, ο πληθυσμός του νέου Δήμου αυξήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τον νόμο, έπρεπε ο Δήμος να αλλάξει τάξη και να καταταγεί από την Γ΄ στη Β΄, καθώς υπερέβαινε τους δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους. Η νέα κατάταξη του δήμου, αν και δεν βρίσκεται πουθενά δημοσιευμένη, φαίνεται πως έγινε. Στο υπ’ αριθμ. 1486/10 Μαρτίου 1851 έγγραφο του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κωνσταντίνου Ράδου προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, όπου αναφέρονται τα αποτελέσματα των εκλογών (1851), αναγράφεται η φράση «του άρτι προβιβασθέντος Δήμου Ερμιόνης». [4]

Με το Β.Δ. της 29ης Ιουλίου 1866 (εν Κερκύρα), Φ.Ε.Κ.60/29 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του δήμου Ερμιόνης εις δήμους Διδύμων και Ερμιόνης» ανασυστάθηκε ο Δήμος των Διδύμων και απέσπασε από τον Δήμο Ερμιόνης το τμήμα που είχε συγχωνευθεί σ’ αυτόν το 1841.  Έδρα του μεν Δήμου Διδύμων ορίστηκε η κωμόπολη Δίδυμοι του δε Δήμου Ερμιόνης η κωμόπολη Ερμιόνη (Καστρί), όπως αναφέρεται.

«Αμφότεροι δε κατατάσσονται εις την Γ΄ τάξιν ως έχοντες πληθυσμόν ο μεν δήμος Διδύμων ψυχών χιλίων ενενήκοντα έξη (1.096), ο δε της Ερμιόνης ψυχών χιλίων τετρακοσίων εξήκοντα πέντε (1.465).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το υπ’ αριθμ.480/15 Ιουλίου 1870 έγγραφό του «περί προβιβασμού του δήμου Ερμιόνης εις την Βα  τάξιν [5] προς τον Έπαρχον Σπετσών ο δήμαρχος Ερμιόνης Γεώργιος Καραγιάννης αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Ο δήμος Ερμιόνης και μετά τον ανασχηματισμόν του δήμου Διδύμων έπρεπε να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του [6] ως έχων ψυχάς περισσοτέρας των δύο χιλιάδων (2.000). Απορούμεν πώς (έγινε;) το λάθος τούτο με τον πληθυσμόν» και αναφέρονται «εις το διάταγμα ψυχαί (δήθεν) χίλιαι τετρακόσιαι εξήκοντα πέντε (1.465) εξ ού βεβαίως και υπεβιβάσθη η τάξις του δήμου από την Βαν  εις την Γην  τάξιν».

Στη συνέχεια ζητεί άμεσα τον προβιβασμό του Δήμου στην επόμενη τάξη, αφού έχει δύο χιλιάδες έντεκα κατοίκους (2.011) και καλύπτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του από 27 Δεκεμβρίου 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» νόμου.

Στις 10 Ιανουαρίου 1871 και ενώ το θέμα δεν είχε προωθηθεί από τον Έπαρχο, ακολουθεί το υπ’ αριθμ. 9 έγγραφο του δημάρχου Ερμιόνης Γεωργίου Καραγιάννη προς το Υπουργείο Εσωτερικών για τον όσο το δυνατόν ταχύτερο προβιβασμό του Δήμου. Ο Δήμαρχος διαμαρτύρεται, μάλιστα, προς τον Υπουργό ότι ενώ έχει ενημερώσει τον Έπαρχο για την προαγωγή του Δήμου σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει το θέμα και ούτε έχει λάβει κάποια απάντηση. Παρακαλεί δε τον Υπουργό να μεριμνήσει ώστε να αποκατασταθεί η αδικία, αφού ο δήμος πληροί όλες τις προϋποθέσεις του προβιβασμού του.

Στο ίδιο έγγραφο το οποίο φέρει αριθ. πρωτ. 2390/22 Ιανουαρίου 1871 (προς το Υπουργείο των Εσωτερικών) υπάρχουν τρεις διευκρινιστικές διαδοχικές σημειώσεις, μάλλον του Υπουργού, αναφερόμενες στον πληθυσμό του Δήμου Ερμιόνης κατά τις επίμαχες χρονολογίες (1861 και 1870).[7]

Με το Β.Δ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1871 (Φ.Ε.Κ.6/1872) ο δήμος Ερμιόνης προβιβάζεται στη Βα τάξη «ως έχων πληθυσμόν δύο χιλιάδας εκατόν έντεκα (2.111) κατοίκους κατά τον επίσημον πίνακα του πληθυσμού των Δήμων του Κράτους δημοσιευθέντα εις το υπ’ αριθμ. 23 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως».[8]

Τρεις μήνες νωρίτερα με το Β.Δ. της 5ης Ιουνίου 1871 (Φ.Ε.Κ.47, σελ.331) είχε καθοριστεί και το έμβλημα της σφραγίδας του Δήμου, επιλεχθέν από τον αρχαιολόγο Π. Ευστρατιάδη. [9]  Η σφραγίδα είχε κυκλικό σχήμα, με «άνδρα άγοντα βουν» στο κέντρο και περιμετρικά τις λέξεις «Δήμος Ερμιόνης».

Η Ερμιόνη παρέμεινε ως Δήμος μέχρι το 1914, καθώς αναβλήθηκαν οι δημοτικές εκλογές του 1912 λόγω της κήρυξης των Βαλκανικών Πολέμων. Ήδη, είχε ψηφιστεί ο νέος νόμος ΔΝΖ΄(4057) της 14ης Φεβρουαρίου 1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων».

Σύμφωνα λοιπόν με το Β.Δ. που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.282/31 Αυγούστου 1912 §4 «Περί αναγνωρίσεως δήμων και κοινοτήτων εν τω Νομώ Αργολίδος και Κορινθίας» αναγνωρίστηκε η Ερμιόνη ως Κοινότητα «έχουσα υπέρ τους τριακοσίους (300) κατοίκους και σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως».

Με το ίδιο Φ.Ε.Κ.§6 «Περί προσαρτήσεως εις τον δήμον και τας κοινότητας του νομού Αργολίδος και Κορινθίας συνοικισμών του νομού τούτου» προσαρτήθηκαν στην Κοινότητα Ερμιόνης «ο συνοικισμός Θερμησία (πρώην Δήμου Ερμιόνης) και η Μονή των Αγίων Αναργύρων (πρώην Δήμου Ερμιόνης)».

Αξιοσημείωτο είναι πως το ανωτέρω Β.Δ. φέρει την υπογραφή του Υπουργού των Εσωτερικών Εμμανουήλ Ρέπουλη από το Κρανίδι. Η Ερμιόνη ως Κοινότητα διατηρήθηκε μέχρι και το έτος 1994.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34, αρ. 928.

[2] Γ.Α.Κ. Οθωνικό αρχείο Υπουργείο Εσωτερικών, Φ.102.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34 «Δήμοι Αργολιδοκορινθίας τεσσαράκοντα πέντε (45) (28 και 17)».

[4] Γ.Α.Κ. «Αρχείο Γραμματείας Εσωτερικών», Φακ. 1411 (Η φράση αυτή, κατά τη γνώμη μας, δεν θα μπορούσε να σημαίνει άλλο παρά «τον προβιβασμόν» του δήμου στην επόμενη τάξη, εκτός αν εννοούσε, πράγμα απίθανο, αποκλειστικά τη γεωγραφική του επέκταση).

[5] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», Φακ. 1596, Περίοδος Γεωργίου Α’.

[6] Η φράση του εγγράφου έπρεπε «να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του» νομίζω πως ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψή μας ότι ο Δήμος Ερμιόνης από το 1850 – 1866 ανήκε στη Β΄ τάξη.

[7] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», φακ.1596, Περίοδος Γεωργίου Α΄.

[8] Θεοδόσης Απ. Γκάτσος – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης: «Ποιος ήταν ο Δήμαρχος Ιωάννης Γεωργ. Οικονόμου;», Άρθρο στο περιοδικό «στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» τεύχ. 22, Μάρτιος 2018.

[9] Αρχαιολογική Εταιρεία, αρχ. Π.Ε. αριθμ. Πρωτ. Γ.Ε. αρχαιοτήτων 943.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »