Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Άποψη του Ναυπλίου, Th. du Moncel, 1845

 

Άποψη του Ναυπλίου, επιχρωματισμένη λιθογραφία. Σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel, δημοσιεύεται στο λεύκωμα Excursion par terre d’ Athènes à Nauplie … Παρίσι, 1845.

 

Άποψη του Ναυπλίου, επιχρωματισμένη λιθογραφία. Σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel, δημοσιεύεται  στο λεύκωμα Excursion par terre dAthènes à Nauplie … Παρίσι, 1845. Το λεύκωμα μεγάλων διαστάσεων, 43 Χ 60 εκ. περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, καθώς και κείμενα του ιδίου.

Η Αφροδίτη Κουρία στο έργο της «Το Ναύπλιο τον Περιηγητών», Αθήνα, 2007, σημειώνει: Στον πίνακα αναγνωρίζουμε εύκολα τα διάφορα φρούρια, καθώς και τους δύο μεγάλους προμαχώνες που προεκτείνονται μέσα στη θάλασσα από τη βόρεια πλευρά. Αυτή η μακριά υπόλευκη γραμμή που εκτείνεται στη βάση του φρουρίου του Παλαμηδιού, είναι ένα υδραγωγείο που εφοδιάζει με νερό την πόλη. Τέλος, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, ως ιδιομορφία του τοπίου, αυτές τις μεγάλες καλαμιές που φυτρώνουν ως τη θάλασσα».

 

Read Full Post »

Η «Γενιά του’30» στην αναζήτηση της ελληνικότητας


 

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο διοργανώνει την έκθεση «Η Γενιά του’30 στην αναζήτηση της ελληνικότητας», με στόχο να επισημάνει τις διαφοροποιήσεις της ελληνικής τέχνης τη δεκαετία 1930-1940.

Πορτρέτο κυρίας, Ν. Κοντόπουλος

Αυτή την περίοδο τα προβλήματα γίνονται ανθρωποκεντρικά, αλλάζουν μορφή και οι καλλιτέχνες αναζητούν στην παράδοση, αξίες που γίνονται πρότυπα. Ανακαλύπτουν το συμβολικό κόσμο της βυζαντινής ζωγραφικής και την αφαιρετικότητα των εικόνων της, τη διακοσμητικότητα της λαϊκής τέχνης και τη γεωμετρική υφή των μορφών της καθώς και την αρμονία και ισορροπία της κλασικής τέχνης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι καλλιτέχνες μελετούν το ελληνικό τοπίο, ανακαλύπτουν το Αιγαίο και τα ελληνικά νησιά, αναζητούν στη λιτότητα το απολλώνιο πνεύμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, σπουδάζουν τη βυζαντινή τέχνη και προβάλλουν τη λαϊκή τέχνη. Σε αυτήν την παράδοση ψάχνουν να διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους, την «ελληνικότητά τους» συμπαρατάσσοντας ή διαχωρίζοντας στοιχεία από την σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη.

Βασικό  γνώρισμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της περιόδου αυτής είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και το σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές.

Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με την δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. 

 

Άγιοι Σαράντα, Φώτης Κόντογλου

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη ), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα: Διαμαντής Διαμαντόπουλος, Σπύρος Βασιλείου, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και οι νεότεροι Γιάννης Μόραλης και Νίκος Νικολάου.

 

Επίδαυρος, Κ. Παρθένης

 

Για την Γενιά του ’30, παράδοση και Μοντερνισμός, λειτούργησαν, σαν αμφίδρομοι καταλύτες. Καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου.

 

Ν. Εγγονόπουλος. Μακέτα σκηνικών για το έργο «Καίσαρ και Κλεοπάτρα».

 

Η έκθεση αντιπροσωπεύεται από πίνακες των: Κ. Παρθένη, Γ. Γουναρόπουλου, Γ. Μπουζιάνη, Θ.Τριανταφυλλίδη, Ν. Νικολάου, Γ. Τσαρούχη, Θεόφιλου, Σ. Βασιλείου,  Ν. Χατηκυριάκου–Γκίκα, Α. Αστεριάδη, Γ. Μόραλη, Α. Κοντόπουλου, Γ. Στέρη. Ν. Εγγονόπουλου και γλυπτά του Μ. Τόμπρου και της  Μπ. Ραφτοπούλου.

 

Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

Σιδηράς Μεραρχίας 23

Διάρκεια έκθεσης:  25 Μαΐου –15 Οκτωβρίου 2012

Read Full Post »

Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, υφ’ ενός Ναυπλίεως


 

Τίτλος: Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, Yφ’ ενός Ναυπλίεως.   

Συγγραφέας: Ανώνυμος

Εκδότης: Εκ του Τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου

Τόπος: Εν Αθήναις

Ημερομηνία έκδοσης:1862

Περιγραφή: Ιστορία της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862

Μέγεθος:53,7 ΜΒ

Αποθήκευση Έγγραφου: Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως

 

Read Full Post »

Ταξίδια του νερού – Μια παράσταση για μικρούς και μεγάλους με αρχαίους μύθους από την Αργολίδα


 

Για την άνοιξη 2012 δημιουργήσαμε μία παράσταση η οποία στοχεύει στην ευαισθητοποίηση των παιδιών και των νέων σε θέματα παραδόσεων και γνωριμίας με την ελληνική μυθολογία. Το έργο, το οποίο δημιουργήθηκε από το Θίασο Ωκύπους, είναι ένα ταξίδι στην Αργολίδα με θεματικό άξονα μύθους που σχετίζονται με το νερό.

Σάββατο 12 και Κυριακή 13 Μαΐου 2012, 8:30 μ.μ. Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου, Σιδηράς Μεραρχίας 23.

Η Ήρα κέρδισε την πόλη του Άργους από τον Ποσειδώνα με κριτές τους τρεις ποταμούς (τον Ίναχο, τον Κηφισό και τον Αστερίωνα) γι’αυτό ο Ποσειδώνας τους τιμώρησε με ξηρασία. Ο Δαναός, επειδή τα ποτάμια ξεράθηκαν, έστειλε την κόρη του Αμυμώνη να αναζητήσει νερό. Ο ίδιος ο θεός Ποσειδώνας την οδήγησε στην πηγή της Λέρνας και αυτή, από ευγνωμοσύνη, δέχτηκε να ζευγαρώσει μαζί του και έτσι γεννήθηκε ο Ναύπλιος. Γιός του Ναυπλίου ήταν ο γενναίος πολεμιστής Παλαμήδης που προσέφερε σπουδαίες επινοήσεις στους ανθρώπους. Τέλος, παρουσιάζεται ο μύθος του Περσέα που ίδρυσε την πόλη των Μυκηνών, η οποία πήρε αυτό το όνομα επειδή όταν αυτός δίψασε, φύτρωσε ένα μανιτάρι (μύκης), απ’ το οποίο έτρεξε νερό για να πιει.

 

Ταξίδια του νερού

 

Συντελεστές:

Θεατρική προσαρμογή κειμένου: Ιλιάνα Παζαρζή

Μεταφράσεις από τα Αρχαία Ελληνικά: Δέσποινα Νικηφοράκη

Σκηνοθεσία: Θίασος Ωκύπους/Αθηνά Στούρνα

Σκηνογραφία, κοστούμια: Αθηνά Στούρνα

Φωτισμοί: Άγγελος Γουναράς

Μουσικές συνθέσεις: Mariana Kútulas-Vrsalović

Βοηθός σκηνογράφος-ενδυματολόγος: Μυρτώ Κοσμοπούλου

Επινοούν, ερμηνεύουν και παίζουν μουσική:

Αλέξανδρος Βαμβούκος,

Σάββας Κοβλακάς,

Mariana Kútulas-Vrsalović,

Federico Nieto-El’Gazi,

 Ιλιάνα Παζαρζή

Στη δημιουργία και την εκτέλεση των μουσικών κομματιών της έναρξης και της λήξης συμμετέχουν μαθητές από το Μουσικό Γυμνάσιο Αργολίδας, οι οποίοι θα παίξουν ζωντανά την Κυριακή 13 Μαϊου. Είσοδος Ελεύθερη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Σιώκος Αθανάσιος (Θάνος, 1897-1935)


 

Αθανάσιος Σιώκος

Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού από το Ναύπλιο [1] και θύμα του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 [2]. Υπήρξε Αντιπλοίαρχος- Αρχιεπιστολέας και στο χώρο της δολοφονίας του, στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, όπου και κατοικούσε, υπάρχει επιτύμβια πλάκα, στην οποία αναγράφεται το εξής κείμενο: «Νόμοις Πατρίδος Πειθόμενος Ευγενής Ανήρ Τήδε Κείται Πεσών Υψηλόν Παράδειγμα Πασίν Αντιπλοίαρχος Β Ναυτικού ΑΘΑΝΑΣΙΩ Χ ΣΙΩΚΩ ΑΡΧΙΕΠΙΣΤΟΛΕΙ Β ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ ΠΕΣΟΝΤΙ ΩΔΕ ΤΗ 1ΜΑΡΤΙΟΥ 1935. Οι ενόπλοις Αυτού Συνάδελφοι ΑΝΕΘΗΚΑΝ».

Την ημέρα που εξερράγη το κίνημα ειδοποιήθηκε ότι στασιαστές αξιωματικοί έφθασαν στο Ναύσταθμο για να τον καταλάβουν. Αμέσως έδωσε το σήμα του συναγερμού και με το πιστόλι στο χέρι, έσπευσε στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί βρήκε τρεις στασιαστές αξιωματικούς, οι οποίοι τον πυροβόλησαν, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός από τις σφαίρες τους.

Πήρε μέρος στους Πολέμους 1917-1918 και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Διετέλεσε συντάκτης της «Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας» του 1930.

Υπήρξε Διοικητής μοίρας αντιτορπιλικών και ανθυποβρυχιακών έργων, ενώ το 1919 έφερε στο Ναύσταθμο κατ΄ εντολή της υπηρεσίας του τα γερμανικά υπερτηλεβόλα ΡΥΡ από το Κίελο, ενώ δίδαξε Πυροβολική στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων της Νορβηγίας. Το 1924, βραβεύθηκε για τη μελέτη του  «Η νήσος Ελιγολάνδη» από την Βασιλική Ναυτική Ακαδημία  της Νορβηγίας και το 1930 βραβεύθηκε  από το  Βασιλικό Ναυτικό της Ελλάδας για  το έργο του «Μαθήματα Εξωτερικής Βλητικής και Πυρίτιδων».

Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις πολλές από τις οποίες είχαν σχέση με το πυροβολικό. Χρημάτισε καθηγητής στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην έδρα πυροβολικής τα έτη 1921,1923,1931 και 1932.

Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επί του Θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» καθώς και στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επί του Θωρηκτού «Ύδρα» και του αντιτορπιλικού «Ασπίς» και ως κυβερνήτης του τορπιλοβόλου «Αρέθουσα». Επίσης διετέλεσε κυβερνήτης του επίτακτου «Αρχιπέλαγος» και του τορπιλοβόλου «Σμύρνη». Διευθυντής Πυροβολικού του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Πάνθηρ» το 1934.

Νυμφεύθηκε την Αγγελική Πεζοπούλου, κόρη του καθηγητή ιατρικής Νικολάου Κ. Πεζόπουλου,  και απέκτησε δύο παιδιά: το Χρήστο Σιώκο, Μάχιμο Αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού μέχρι και το 1948 και στη συνέχεια – μετά από σπουδές στο Στάνφορντ-  ηλεκτρολόγο – μηχανολόγο και Γενικό Διευθυντή της Καναδικής Τηλεόρασης και την Καίτη Λιακοπούλου, Φιλόλογο, σύζυγο του ιατρού  χειρουργού Κεφαλής και Τραχήλου Αντωνίου Λιακόπουλου. 

Απέκτησε τρία εγγόνια  τον Θάνο Σιώκο κάτοικο Καναδά και τους Τάσο και Θάνο Λιακόπουλο κατοίκους Αθηνών. Πατέρας του αείμνηστου ήρωα ήταν ο Χρήστος Σιώκος, δικηγόρος Ναυπλίου και μητέρα του η Αικατερίνη Οικονομοπούλου εκ Συκιάς Κορινθίας. Δρόμοι στην Αθήνα, στην Καλλιθέα και στο Ναύπλιο έχουν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


[1] Στον ιστότοπο «aetogenia» αναφέρεται  ότι γεννήθηκε στο Κιάτο το 1897 και ήταν Ναυπλιακής καταγωγής.

[2] Οι πολιτικές εξελίξεις του 1935, καθώς και των επόμενων χρόνων, σημαδεύτηκαν από το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, με πρωταγωνιστές από τη μια τους βενιζελικούς αξιωματικούς και από την άλλη την αντιβενιζελική κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη. Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 απέβλεπε στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από το στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.

 

Πηγές


 

Read Full Post »

Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21


 

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Πα­λατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύ­στρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πό­ρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.

Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυ­αρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!

Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.

Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.

Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

 

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.

 

Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα

 

Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγι­να και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλα­δικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.

 

Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.

 

Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.

 

Αποτίμηση των σχεδίων

 

Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντε­λής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυ­τοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν  δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπε­ράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν  δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.

Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.

 

Η σειρά με τις λιθογραφίες

 

Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάι­ζεν»[2].

Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσ­δήποτε ο Peter von Hess.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.

Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
  • Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μα­κρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδη­μος και μια άποψη της Αίγινας.
  • Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
  • Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυ­ρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
  • Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπε­τάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικά­ρια του».
  • Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρε­γάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρ­τερία»».

Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

 

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).

 

Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιά­σματα».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.

 

Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρο­μαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φω­τοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογρα­φία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντα­σία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].

 

Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν

 

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:

 

«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ απο­τίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγρά­φου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.

Μετά τον θάνατον του Κρα­τσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, με­τά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνα­τόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύνα­ται να είναι μόνον το Μουσείον Αθη­νών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρι­σθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσι­σα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύ­ναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».

 

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνι­στή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.

Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.

Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρ­τί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάι­ζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν  στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες. 

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.

[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.

[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνι­κής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέ­λεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.

[4] Βλ. Υποσ. 1.

 

Βιβλιογραφία


  • «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερ­σίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθή­κης, 1971.
  • Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικο­σιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πε­ντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρε­βελάκης.
  • «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπο­γραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρε­βελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνι­κής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανο­μοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
  • «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πο­λιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

   

Read Full Post »

Σταυριανός Ιωάννης (1804-1887)


  

Ιωάννης Σταυριανός. Προσωπογραφία, λάδι σε καμβά, 140 επί 80 που ανήκει στον Ιουστίνο Σταυριανό, απόγονο του ήρωα.

Ο Ιωάννης Σταυριανός ήταν ευκατάστατος έμπορος από τη Λόφου της επαρχίας Λεμεσού. Γεννημένος το 1804 έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Λεμεσό και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτης εμπορικού πλοίου ανέπτυξε πλούσια εμπορική δραστηριότητα με την Αίγυπτο. Παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης μυήθηκε στην Αλεξάνδρεια στη Φιλική Εταιρεία.

Με την έναρξη του αγώνα του 1821 στην Πελοπόννησο, έπλευσε στην Ελλάδα επικεφαλής ομάδας Κυπρίων Αγωνιστών [i], την οποία χρηματοδότησε ο ίδιος. Το 1825, επειδή εξαντλήθηκαν τα οικονομικά του, κατατάχτηκε μαζί με τους συντρόφους του στο στρατόπεδο του τακτικού στρατού. Η σημαντική για την εποχή μόρφωσή του συνέτεινε στην ανέλιξή του από υπαξιωματικό σε αξιωματικό.

Έλαβε μέρος σ’ όλες τις μάχες που έγιναν γύρω από την Αθήνα του 1826-27 με αρχηγό τον Καραϊσκάκη [ii]. Συνελήφθη αιχμάλωτος κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων και τον διέσωσε από την εκτέλεση ο αρχηγός της έφιππης σωματοφυλακής του Κιουταχή Χουσέιν Ντούλλας, που άγνωστο πότε τον άφησε ελεύθερο. Μετά την απελευθέρωση εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στις τάξεις της Ελληνικής Χωροφυλακής.

Το 1862 υπηρετώντας στην Αργολίδα πρωτοστάτησε στη Ναυπλιακή Επανάσταση, που υπήρξε η απαρχή της έξωσης του Όθωνα.  Συνυπογράφει με τους Σωματάρχες της φρουράς της Ναυπλίας Έκθεση Προς τους εξοχώτατους Κυρίους Πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, όπου για να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρεξηγήσεις και προσπάθειες δυσφήμησης δηλώνεται ο σκοπός της Επανάστασης και οι αιτίες που την προκάλεσαν. Η Έκθεση παραδόθηκε στους προξενικούς πράκτορες της Γαλλίας και της Αυστρίας στο Ναύπλιο. Την έκθεση αυτή εκτός από τους Σωματάρχες της φρουράς και τον αρχηγό των στρατιωτικών δυνάμεων Ναυπλίας Αρτέμη Μίχου υπογράφουν επίσης Η επί της ασφαλείας επιτροπή και το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων.

Ο Σταυριανός στέλνει επίσης μία επιστολή στις 9 Φεβρουαρίου 1862 απ’ το Ναύπλιο προς τον αντισυνταγματάρχη, επιθεωρητή της Χωροφυλακής Δ. Κουτσογιαννόπουλο, στην οποία περιγράφει τη μάχη στην Άρια. Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο υπ’ άρ. 6 φύλλο της εφημερίδας Συνταγματικός Έλλην στις 13 Φεβρουαρίου 1862. Η συμμετοχή του Σταυριανού στη Ναυπλιακή Επανάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να τεθεί σε αργία δι’ ασυμβίβαστον προς το επάγγελμα του αξιωμα­τικού διαγωγήν μαζί με άλλους 17 πρωτεργάτες του κινήματος (Φ.Ε.Κ  αρ. 27/18-5-1862) .

Με το ίδιο διάταγμα ορίστηκε η Αίγινα σαν τόπος διαμονής των περισσότερων από τους αξιωματικούς αυτούς. Από τον τύπο της εποχής μαθαίνουμε τη συμπάθεια και τη θέρμη με τις οποίες υποδέχτηκε ο λαός της Αίγινας τους εκτοπισμένους αξιωματικούς και ιδιαίτερα το Σταυριανό: Των πάντων δε την συμπάθειαν συνεκίνησεν ο αντιμοίραρχος Σταυριανός, φέρων μεθ’ εαυτού κόρην δεκαεπταετή, παραλυτικήν συγκινούσαν δια την θέσιν της και τούς λίθους αυτούς (Εφημερίδα Αιών. αρ. φύλ. 2033 της 20ής Μαΐου 1862).

Στο ίδιο φύλλο του Αιώνος δημοσιεύεται μια έντονη διαμαρτυρία των εκτοπισμένων αξιωματικών της φρουράς της Ναυπλίας από την Αίγινα με ημερομηνία 16 Μαΐου 1862 σχετικά με μία πράξιν, που συντάχτηκε από μερικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού δι’ ης απεκάλεσαν παραβάτας των όρων της στρα­τιωτικής τιμής, όλους τους κατά την Ναυπλιακήν επανάστασιν ευρεθέντας συνα­δέλφους των, παρά την αμνηστία που είχε δοθεί. Στην πράξη αυτή ο τύπος είχε δώσει ευρύτατη δημοσιότητα τον προηγούμενο Απρίλιο. Παρόμοια διαμαρτυρία των εκτοπισμένων στη Σκόπελο και στη Σκιάθο είχε δημοσιευτεί λίγο νωρίτερα, στις 13 Μαΐου 1862. Το θέμα έλαβε μεγάλη έκταση από τον ευνοϊκά διατεθειμένο προς τους εκτοπισμένους τύπο τόσο στην Αθήνα όσο και στην επαρχία (Βλ. εφημερίδες Αθηνά, αρ. φύλ. 3054, 23 Μαΐου 1862 και 3056, 30 Μαΐου 1862, Φως, 19 και 23 Μαΐου 1862, η Φωνή του Λαού. στη Λαμία κ.τ.λ.).

Σε λιγότερο από ένα μήνα μετά την έξωση του Όθωνα οι διωχθέντες αξιωματικοί επανήλθαν στην ενεργό υπηρεσία, αλλά ο Σταυριανός δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτούς. Φαίνεται πως μόνος του προτίμησε την αποστρατεία, ήταν ήδη άλλωστε 59 ετών. Το Μάιο του επόμενου χρόνου η Προσωρινή Κυβέρνηση απένειμε στον απόστρατο αντιμοίραρχο Ιωάννη Σταυριανό το βαθμό του ταγματάρχη και την αντίστοιχη σύνταξη. (Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου…»).

Έγραψε απομνημονεύματα με τον τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία». Πέθανε σε ηλικία 83 χρόνων, στις 2 Μαρτίου 1887 και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Προτομή Ιωάννη Σταυριανού που βρίσκεται στη γενέτειρα του ήρωα Λόφου, της επαρχίας Λεμεσού. Το έργο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Θεόδουλος Θεοδούλου. Εγκαινιάστηκε το 1998 από τον πρώην πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη. Χρηματοδοτήθηκε από το Σύνδεσμο Αποδήμων Λόφου.

 

Το 1998, με πρωτοβουλία του Συνδέσμου Αποδήμων Λόφου, έγινε κατορθωτή η ανακομιδή των οστών του Ιωάννη Σταυριανού από την Αθήνα στη γενέτειρά του Λόφου, τα οποία έχουν τοποθετηθεί σε οστεοφυλάκιο. Στα χέρια των τελευταίων απογόνων του βρίσκονται αρκετά κειμήλια όπως τα όπλα του, η στρατιωτική στολή του, διάφορα έγγραφα του αγώνα και τα χειρόγραφα των απομνημονευμάτων του.

 

Άκης Θεοδώρου

Φιλόλογος

 

Υποσημειώσεις


[i] Είναι ιστορικό γεγονός ότι πολλοί Κύπριοι μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία. Ο αριθμός των Κυπρίων αγωνιστών που έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Από τα διάφορα έγγραφα ή πηγές που σώζονται, μαρτυρείται η επώνυμη συμμετοχή 500 περίπου Κυπρίων, ενώ γίνεται επίσης αναφορά σε ομάδες Κυπρίων που έδρασαν κάτω από διάφορους αρχηγούς ή αυτόνομα. Χαρακτηριστική είναι η σημαία ομάδας Κυπρίων που σώζεται στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας πάνω στην οποία αναγράφεται με ανορθογραφίες «Σημαία Ελληνική Πάτρης Κύπρου». Οι αναφορές αυτές επιτρέπουν σε κάποιους μελετητές να υπολογίζουν την κυπριακή συμμετοχή σε 1000 περίπου αγωνιστές. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι περιηγητές υπολογίζουν τον αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της Κύπρου σε 80 με 100 χιλιάδες, τότε αριθμητικά η συμμετοχή της Κύπρου, ανάλογα με τον πληθυσμό της, είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

[ii] Στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη Ελληνική Ιστορία», που κυκλοφόρησε το 1982 από την Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, ο Σταυριανός περιγράφει με λεπτομέρειες τις μάχες των Αθηνών το 1826-1927 και την πολιορκία της Ακρόπολης. Αναφέρεται μάλιστα με σαφήνεια στο θάνατο του Καραϊσκάκη: «o τραυματισμός του Καραΐσκου εγένετο όχι πολύ μακράν από εμέ και του συντρόφου μου … Τούρκοι από τη μάνδρα δεν εξήλθαν και όχι μόνον αυτήν την φοράν αλλ’ εικοσάκις προσβάλαμε την μάνδραν αυτήν. Οι Έλληνες ήσαν πάρα πολύ πλησίον της μάνδρας και ο Καραΐσκος ήτο εδώθεν της μάνδρας προς Πειραιάν. Ο Τούρκος που ευρέθη; Η φήμη εκυκλοφόρησεν αμέσως διά την δολοφονίαν και ήτο αλάνθαστος. Ο άραψ σεΐζης του Καραΐσκου, όστις παρακολουθεί τον Καραΐσκο, είδεν και ωφεληθείς από την περίσταση εφιππεύει και λιποταχτεί προς τους Τούρκους…».

  

Πηγές


  • Χειρόγραφο Ιωάννη Σταυριανού.
  • Ελένη Αγγελομάτη Τσουγκαράκη, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα


 

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον

καιρόν χαμένη και σβησμένη»

 Μακρυγιάννης

 

Όθωνας

Μ’ αυτά τα θερμά λόγια υποδέχτηκε στο Ναύπλιο ο στρατηγός Μακρυγιάννης το Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, ο οποίος γεμάτος με ελληνικά γράμματα, ολίγον βαρήκοος και εμφανώς βραδύγλωσσος, 17ετής, ερχόταν στην Ελλάδα έχοντας ήδη παραλάβει συμβολικώς το Ελληνικό Στέμμα στο Μόναχο. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή έβγαινε από μια περίοδο μεγάλης εσωτερικής αναταραχής και ακυβερνησίας, η οποία ακολούθησε τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Η επίσημη ανακοίνωση της τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής του Βασιλείου της Ελλάδος» των Ζαΐμη, Κωλέττη και Μετα­ξά, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τις ελπίδες που είχε εναποθέσει η πατρίδα στο νεαρό Βαυαρό.

 

«Τέλος πάντων, η θεία πρόνοια έφερεν εις τους κόλπους της πατρίδος τον κοινόν σωτήρα των Ελλήνων. Η Α. Μεγαλειότης και Βασιλεύς της Ελλάδος καθώς και η σεβαστή Αντιβασιλεία σήμερον την 30ην Ιανουαρίου κατά τάς ευχάς όλου του έθνους, κατευοδώθησαν αισίως εις τον λιμένα του Ναυπλίου… Έχει ήδη η πατρίς εις τας αγκάλας της τον πολυπόθητον αρχηγόν της· έχει τον μέγα προστάτην της ελευθερίας της· έχει πάσα τάξις των πολιτών την βεβαίαν άγκυραν των δικαίων ελπίδων της. Η δεκάτη ογδόη ημέρα του Ιανουαρίου είναι ημέ­ρα αναγεννήσεως διά το έθνος, ημέρα φέρουσα τον αειθαλή στέφανον των πολυετών και πολυπόνων αγώνων του. Ας δοξάσωμεν μικροί και με­γάλοι τον Ύψιστον ευχόμενοι εκ βάθους καρδίας υπέρ του Ανακτος… και τον βασιλικόν θρόνον εις αιώνας ακλόνητον».

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η εφημερίδα «Αθηνά», στο φύλλο του Σαββάτου της 31ης Ιανουαρίου 1833, έδωσε πλήρες ρεπορτάζ για την άφιξη. Το παραθέτουμε σχεδόν αυτούσιο, καθότι δίνει με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο το κλίμα των ημερών, ένα κλίμα που πολύ γρήγορα θα άλλαζε υπό το φως μιας αυταρχικής και αλαζονικής βαυαρικής αντιβασιλείας.

«30 Ιανουαρίου,

Σήμερον μετά την μεσημβρίαν προσορμίσθησαν ευτυχώς εις τον λι­μένα μας τα συμμαχικά πλοία φέροντα την A.M. τον Βασιλέα της Ελλάδος… συγχρόνως δε και πλοία φορτηγά τα οποία μετέφερον τρεις ημίσειας χιλιάδας βαυαρών στρατευμάτων. Ο λαός του Ναυπλίου υπεροπλίσθη χαράς και αγαλλιάσεως βλέπων τέλος πάντων εν τω μέσω του τον πολυπόθητον βασιλέα. Αφού άραξαν όλα τα πλοία οι εν αυτοίς στρατιώται και λοιποί ενσκεπασθέντες την κεφαλήν αφώναξαν τρις το ούρα. Το εις τα παράλια επισορευμένον και ενθουσιασμένον πλήθος επανέλαβε κατόπιν πολλάκις το Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι εξοχότατοι κόμης του Αρμανσμπεργκ και ο Σύμβου­λος της Επικρατείας κύριος Μάουερ… απέβησαν εις την πόλιν μας α­γνώριστοι και επήγαν προς παρατήρησιν των οίκων των ετοιμασμένων διά την εξοχότητά του. Το εσπέρας έγινεν φωτοχυσία εις όλην την πόλην και διάφορα επι­γράμματα δεικνύοντα την προς την Αυτού Μεγαλειότητα ειλικρινή α­γάπη… εφαίνοντο κολλημένα εις διάφορα μέρη της πόλεως. Η πόλις μας είχεν στολισθεί επί δύο ημέρες με δάφνας και μυρσίνας».

19

«Καμμιά αποβίβασις ούτε στρατευμάτων ούτω άλ­λων σκευών δεν έγινεν σήμερον. Μόνον δε τα μέ­λη της Αντιβασιλείας εξήλθον των πλοίων και πε­ριήλθαν διάφορα μέρη της πόλεως. Απόψε πάλι έ­γινε φωτοχυσία…».

20

«Τα μέλη της προσωρινής κυβερνήσεως διευθύνθησαν σήμερον πριν της μεσημβρίας εις την φρεγάταν Μαδαγασκάρ όπου διαμένει η βασιλική αρχή. Ο ειρημένος κ. Σ. Τρικούπης ιστάμενος εδηλοποιούσε το όνομα και το αξίωμα ενός εκάστου εις τα μέλη της Αντιβασιλείας… εις την τρίτην δε ώραν μετά την μεσημβρίαν, υπήγαν ωσαύτως και εις προσκύνησιν της Α.Μ.».

 

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Αυτό ήταν εν ολίγοις το πρώτο ημερολόγιο της άφιξης του Όθωνα και των Βαυαρών στην Ελλάδα. Ωστόσο η «Αθηνά», στις ειδήσεις της 18ης Ιανουαρίου, περνάει με λίγες γραμμές και την πολιτική ένταση των ημερών, η οποία παρά τις φωτοχυσίες και τις λαμπρές υποδοχές δεν είναι καθόλου εύκολο να αποκρύβει.

«Πριν ακόμη πλησιάσωσι τα πλοία εις τον λιμέ­να της πόλεώς μας η προσωρινή κυβέρνησις έστει­λε δε επίτηδες εις την βασιλικήν αρχήν την έκθεσιν των τελευταίων θλιβερών συμβάντων του Άργους, τα οποία λέγουσιν έφερον πολλήν βαρυθυμίαν εις την Αυτού Μεγαλειότητα και εις την Αντιβασιλείαν η δε Αντιβασιλεία απάντησεν ότι θέ­λει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη προχω­ρήσει το κακόν περαιτέρω και διά να παύσωσι τα δεινά της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι κάτοικοι του Λε­ωνιδίου έδωσαν αναφοράν εις την Βασιλικήν Αρχήν… εναντίον του Δ. Καλλέργη διά τας κατα­χρήσεις του εις εκείνην την πόλιν».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Είναι φανερό από το πρώτο αυτό ρεπορτάζ πως η Αντιβασιλεία εισερχόταν, ήδη από τη στιγμή της άφιξής της, στο κλίμα μιας εσωτερικής διαμάχης, η οποία φρόντιζε μάλιστα εξ αρχής να εντάξει τη νέα εξουσία σε ένα πλαίσιο εσωτερικού ανταγωνισμού. Η Αντιβασιλεία ήταν υποχρεωμένη να δημιουργήσει συμμαχίες και να εμπλακεί στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθούσε να επιβάλει τη δική της εξουσία, και μάλιστα με τρόπο που θα την έφερνε γρήγορα σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, των αγωνιστών και της κοινής γνώμης.

 

Η άφιξη στην Αθήνα

 

Η βαυαρική Αντιβασιλεία -με μόνη εξαίρεση φυσικά τον Όθωνα και αργότερα την Αμαλία που έμοιαζαν ενθουσιασμένοι από τον καινούργιο τόπο- ποτέ δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα της νέας Ελλάδας. Η εμμονή στη γερμανική αρχαιολατρία δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να συνδυαστεί με την εικόνα μιας φτωχής Αθήνας που μόλις γινόταν πρωτεύουσα. Η Χριστιάνα Λιτ, μια Δανέζα που έζησε στην Αυλή εκείνη την εποχή, δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της βαυαρικής απο­στροφής απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αμαλία

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να συνηθίσουμε σι­γά σιγά σ’ αυτού του είδους τη φυσική ομορφιά, που είναι κάτι το τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που εννοούμε ομορφιά στον τόπο μου.

Νόμιζα ότι στο νοτιά θα έβρισκα άφθονη βλάστηση με τροπικά φυτά κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έπεσα πολύ έξω. Ο Υμηττός, αυτός ο κολοσσός, απλώνεται κάτω από το λαμπερό ήλιο μη έχοντας καθόλου βλάστηση από τη μεριά που βλέπει προς την Αθήνα. Τα χωράφια είναι κατάξερα και το χώμα θεόστεγνο από τη ζέστη. Οι ελαιώνες, μ’ εκείνους τους ροζιασμένους κορμούς και τα σταχτιά φύλλα, δεν έχουν ίχνος δροσεράδας. Οι αμπελώνες είναι γεμάτοι από τη σκόνη που στροβιλίζεται στους χωματόδρομους. Μια θέα απελπιστική. Και να σκεφτεί κανείς ότι σ’ αυτό το χώρο κάποτε μια ολόκληρη πολιτεία βρισκόταν στην ακμή της. Αθήνα, το λίκνο της τέχνης και της επιστήμης. Είναι τόσο καταθλιπτικό να σκάφτεται κανείς πώς ήταν εκείνη την εποχή και πώς είναι τώρα».[1]

Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να αποδώσει κανείς τη μετατροπή ενός φιλελεύθερου πολιτικού, όπως ο Αρμανσπεργκ, σε έναν ιδιοτελή και αυταρχικό ηγεμόνα, σ’ αυτή τη βαθιά αποστροφή -το μίσος σχεδόν- απέναντι στην εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. Η βαυαρική Αντιβασιλεία ήρθε στην Ελλάδα με την προφανή ιδέα της επιβολής του «πολιτισμού» πάνω σχεδόν σε μια «άθλια φυλή ληστών».

Ένας ολόκληρος κόσμος θεσμών, συμπεριφορών και διαφορετικών στάσεων απέναντι στη ζωή, ο κόσμος της Ελλάδας που έβγαινε από την οθωμανική περίοδο και κουβαλούσε ακόμη τις δικές του αιώνιες σταθερές, θα ερχόταν αμέσως σε σύγκρουση με τη στρεβλή αρχαιολατρική εικόνα που είχε κατασκευάσει για την Ελλάδα ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα.

Αν σ’ αυτή τη σύγκρουση προστεθεί και ο βορειοευρωπαϊκός πολιτικός συντηρητισμός, τότε εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει τη μανιασμένη αντίδραση της βαυαρικής Αντιβασιλείας απέναντι σε κάθε τι που θυμίζει τη σύγχρονη Ελλάδα του 1833.

 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Peter von Hess, «Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο», Ελαιογραφία, 1835. Εδώ ο Όθωνας συνοδευόμενος από το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας. Μόναχο.

 

Το βασιλικό ζεύγος ήταν όμως η εξαίρεση, καθώς, υπό την επίδραση κυρίως της Αμαλίας, ποτέ δεν ταυτίστηκε απολύτως με την απέχθεια και τη φιλαυτία του αυλικού περιβάλλοντος. Ο Όθωνας και η Αμαλία προσπάθησαν να συνομιλήσουν με τα δεδομένα που βρήκαν απέναντί τους, να αγαπήσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ο «ελέω θεού μο­νάρχης» παρασύρθηκε εν τέλει σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση -μιαν εκτροπή από τις πεποιθήσεις του. Και τάφηκε εν τέλει στο Μόναχο, φορώντας ως γνωστόν τη φουστανέλα.

Αυτή η εχθρότητα ωστόσο της πρώτης βασιλικής αυλής της Ελλάδας σφράγισε μοιραία και όλες τις κατοπινές. Και ο διχασμός που επρόκειτο αργότερα να έρθει, είχε και πάλι κάτι από εκείνη την πρώτη πικρή εμπειρία δύο κόσμων τόσο διαφορετικών που τους είχαν ενώσει οι αναγκαιότητες της Ιστορίας.

 

Απόστολος Διαμαντής

Ιστορικός

 

Υποσημείωση


[1] Χριστιάνα Λιτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Όθων Η Αυτού…μικρότης;», τεύχος 13, 13 Ιανουαρίου 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Κατσικογιάννης Χρήστος (;- περ. 1890)


 

Στρατιωτικός. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε. Ήταν γιος του στρατηγού Ευστάθιου Κατσικογιάννη* ή Κατσικοστάθη. Ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, έγινε κι αυτός αξιωματικός του στρατού. Το 1862, έλαβε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση ως ένας εκ των σωματαρχών της φρουράς του Ναυπλίου και συνυπέγραψε επιστολή των επαναστατών προς τις Μεγάλες Δυνάμεις με την οποία ήθελαν οι επαναστάτες να εξηγήσουν τα αίτια και τους σκοπούς της Επανάστασης.

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

Μετά την κάθοδο των βασιλικών στρατευμάτων με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν, ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ως στρατοπεδάρχης της Άρειας Ναυπλίου, αντιστάθηκε σθεναρά. Στις 8 Φεβρουαρίου – μετά την νίκη των επαναστατών- εξέδωσε ημερησία διαταγή με την οποία συγχαίρει τους στρατιώτες του αλλά και θρηνεί για το αδελφικό αίμα που χύθηκε κατά την φονική μάχη.

Την 1η Μαρτίου 1862, το Ναύπλιο βρίσκεται σε οικτρή θέση. Έχει ήδη αρχίσει η πολιορκία της πόλης και των φρουρίων του Ναυπλίου. Ο Αρχηγός Αρτέμης Μίχου συγκαλεί συμβούλιο και ζητά την γνώμη του, αφού πρώτα διαβάζει το τελεσίγραφο του Χαν με το οποίο τους καλεί « όπως εντός 24 ωρών δηλώση, αν η φρουρά και οι πολίται υποτάσσονται άνευ ουδεμιάς συνθηκολογήσεως», και καταθέτει την προσωπική του γνώμη. «…πάσαν περαιτέρω ενέργειαν θεωρώ ματαίαν και ότι άνευ ελπίδος προς ευόδωσιν του σκοπού της επαναστάσεως είναι αμάρτημα να επιμένωμεν εις περαιτέρω δεινά και χύσιν αδελφικού αίματος και προτείνω να ζητηθή γενική αμνηστία».

Τη γνώμη του Αρχηγού ασπάστηκαν όλοι οι παρόντες, εκτός από τον Δ. Γρίβα, τον Θρ. Μάνο, τον Ν. Σμόλεντς, τον Χρ. Γρίβα, τον Αλ. Πραΐδη, τον Γ. Πετιμεζά και βεβαίως τον Χρήστο Κατσικογιάννη. Θεώρησαν ότι είναι νωρίς ακόμη να καταλήξουν σε τέτοια απόφαση και, επειδή δεν μπόρεσαν να πείσουν τους άλλους, αποχώρησαν από το συμβούλιο αγανακτισμένοι.

Ο Όθωνας υπέγραψε μερική αμνηστία στις 8 Μαρτίου 1862. Απ’ αυτήν εξαιρούντο 19 στρατιωτικοί και πολιτικοί μεταξύ των οποίων και ο Χρήστος κατσικογιάννης.

Στις 6 Απριλίου, συνυπέγραψε την απόφαση της εθελουσίας εξορίας, η οποία κατέληγε:«Αποφαινόμεθα: Υποβάλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει ». Στις 10 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, μετά την θεία λειτουργία, οι εξαιρεθέντες από την αμνηστία, επιβιβάστηκαν στα δύο ξένα πλοία που είχαν σταλεί γι’ αυτόν τον σκοπό και ακολούθησαν τον δρόμο της εξορίας. 

Ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ο Αντωνόπουλος, ο Στέλβαχ, ο Μπότσαρης, ο Τριτάκης, ο Γραμματικόπουλος, ο Μάνος, ο Πραΐδης και ο Γρίβας επιβιβάστηκαν στο Αγγλικό πλοίο « Κάστωρ». Τούτο προκύπτει από ευχαριστήρια επιστολή των πιο πάνω προς τον πλοίαρχο. (Ε.Λ.Ι.Α. Αρχείο Οικογένειας Κατσικογιάννη, Φάκελος 1, υποφάκελος 1.3. έγγραφα:45-59).

Μετά την έξωση του Όθωνα έλαβε μέρος στην Β’ Εθνοσυνέλευση και διορίστηκε από αυτήν, ως πληρεξούσιος στην επιτροπή για τη μελέτη του ορθού αριθμού του στρατού. Αναμίχτηκε στα πολιτικά πράγματα της περιόδου και τιμήθηκε με πολλά μετάλλια. Το 1865 ο Χρήστος Κατσικογιάννης διετέλεσε Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας.

 

Υποσημείωση


* Κατσικογιάννης Ευστάθιος (1793-1836). Ο Ευστάθιος Κατσικογιάννης ή Κατσικοστάθης υπήρξε πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου τον οποίο ακολούθησε μαζί με τα αδέλφια του στις αρχές του αγώνα. Πολέμησε στο πλευρό του στη Γραβιά, στα Βασιλικά, στην Άμφισσα και συμμετείχε σε μάχες στην Εύβοια, στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Κατά την Επανάσταση συντηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα. Προήχθη σε στρατηγό το 1822 και χιλίαρχο το 1828. Μετά την Επανάσταση εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1835 ήταν αντισυνταγματάρχης και έφτασε στο βαθμό του συνταγματάρχη. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1836 φέρων τον βαθμό του Συνταγματάρχη στην Εθνοφυλακή της Βασιλικής Φάλαγγας.

 

Πηγές


  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

Πραΐδης Αλέξανδρος (1834 – 12/10/1866)


 

Αλέξανδρος Πραΐδης

Στρατιωτικός. Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1834 στη Σύρο*. Ήταν γιος του Μακεδόνα στην καταγωγή Γεωργίου Πραΐδη, αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Το καλοκαίρι του 1852 τελείωσε – μεταξύ των αρίστων μαθητών της τάξης του – το «Γυμνάσιο των Αθηνών». Η αγάπη του για το στρατό και η επιθυμία του να γίνει αξιωματικός ήταν τόση ώστε παρά τις δυσκολίες και τις συνεχείς αιτήσεις του πατέρα του το 1852 και 1853 προς τον υπουργό των Στρατιωτικών για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων, αποδεχόμενος να καταβάλλει το ½ των διδάκτρων, δεν τον απέτρεψαν από το στόχο του. Τελικά, με το από 12 Ιανουαρίου του 1854 βασιλικό διάταγμα του Όθωνα «κατατάσσεται εις την Στρατιωτικήν Σχολήν Ευελπίδων ».

Στις 10 Νοεμβρίου του 1857, μετά τετραετή φοίτηση, εξήλθε πρώτος με τον βαθμό του Ανθυπασπιστή Μηχανικού και τοποθετήθηκε σε μια από τις 10 Στρατιωτικές Διευθύνσεις Μηχανικού που λειτουργούσαν στις πρωτεύουσες των νομών και ασχολούνταν με δημόσια και στρατιωτικά έργα. Στις 10 Αυγούστου 1859 μετατάχθηκε στο πυροβολικό και τοποθετήθηκε στη μοναδική τότε Μοίρα Πυροβολικού. Τον Δεκέμβριο του 1859 έγινε Ανθυπολοχαγός και στις 10 Σεπτεμβρίου 1860 διορίστηκε ως καθηγητής της τοπογραφίας και των καταμετρήσεων, στην Σχολή Ευελπίδων.

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1861 πήρε φύλλο πορείας για το Ναύπλιο και ανέλαβε  Υπασπιστής του Οπλοστασίου. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση από την φρουρά της πόλης και η οποία κατέληξε σε αιματηρή σύγκρουση μεταξύ των βασιλικών στρατευμάτων του στρατηγού Χαν και των επαναστατών πολιτικών και στρατιωτικών, με σκοπό την «κατάπτωσιν του ισχύοντος κυβερνητικού συστήματος».

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, εμφορούμενος από αντιδυναστικές ιδέες και υπηρετώντας στο Οπλοστάσιο, υπήρξε πρωτεργάτης της αντιοθωνικής κίνησης και στενός συνεργάτης του αρχηγού της επανάστασης Αρτέμη Μίχου. Έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες και τραυματίστηκε δυο φορές.

«Στην πολιορκία του Μύλου Ταμπακόπουλου από τα βασιλικά στρατεύματα, οι υπερασπιστές του εξακολουθούν να αμύνονται και μετά την απώλεια της Άρειας. Ύστερα όμως από τον τραυματισμό του διοικητή τους Αλέξανδρου Πραΐδη και μπροστά στον κίνδυνο να περικυκλωθούν, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη θέση. Υποχωρώντας τακτικά προς το Ναύπλιο προσβάλλονται από νέα τμήματα κυβερνητικών. Μερικοί από αυτούς αιχμαλωτίζονται. Οι περισσότεροι, φέρνοντας στα χέρια τον τραυματισμένο Πραΐδη, ρίχνονται στη θάλασσα και κατορθώνουν να φτάσουν το μεσημέρι στην πόλη, ενώ οι βασιλικοί πυρπολούν τον Μύλο». ( Αναστ. Γούναρης. Η Ναυπλιακή Επανάσταση/ 1 Φεβρουαρίου-8 Απριλίου 1862)

Αλέξανδρος Πραΐδης

Μετά την επικράτηση των Οθωνικών, κάποιοι εκ των επαναστατών πήραν αμνηστία, όχι όμως και ο Πραΐδης, ο οποίος επέλεξε τον δρόμο της αυτοεξορίας, μαζί με άλλους πρωτεργάτες της επανάστασης που κι αυτοί είχαν εξαιρεθεί. Στις 8 Απριλίου 1862, ημέρα Κυριακή του Πάσχα, επιβιβάστηκε  σε ένα από τα δύο ξένα πλοία – που είχαν σταλεί γι’ αυτό τον σκοπό – και έφτασε στην Σμύρνη, όπου και παρέμεινε μέχρι την έξωση του Όθωνα, την 12η του Οκτώβρη 1962. Λίγες μέρες αργότερα επαναπατρίστηκε και επανήλθε στο στράτευμα. Με διαταγή του Υπουργού των Στρατιωτικών, τοποθετήθηκε Διοικητής του 4ου Λόχου του Τάγματος Πυροβολικού. Αργότερα διετέλεσε διοικητής της «Πανεπιστημιακής Φάλαγγος» μέχρι τη διάλυσή της το 1864.

Στις 14 Ιουνίου 1866 ανέλαβε καθήκοντα Υπασπιστή του Υπουργού Στρατιωτικών. Μετά όμως από μικρό διάστημα, στις 21 Αυγούστου,  ξέσπασε η Κρητική επανάσταση από τον Κρητικό λαό που ποτέ δεν είχε αποδεχτεί την υποδούλωση και την κατοχή του νησιού από τους Βενετούς και τους Τούρκους και κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα.

Ο Πραΐδης, πάντα δραστήριος και αγωνιστής, έμαθε ότι ο αδελφός του Υπουργού Στρατιωτικών, ταγματάρχης του Γενικού επιτελείου Ιωάννης Ζυμβρακάκης ετοιμαζόταν να κατέβει στην Κρήτη για να λάβει μέρος στον αγώνα, ζήτησε από τον Υπουργό Χαράλαμπο Ζυμβρακάκη την άδεια να ενταχθεί κι αυτός στο Σώμα εθελοντών του αδελφού του. Ο Υπουργός έκανε αποδεκτό το αίτημά του. Το εθελοντικό Σώμα, αποτελούμενο από 275 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, επιστήμονες και φοιτητές, αναχώρησε στα τέλη Σεπτεμβρίου 1866 με το ατμόπλοιο «Πανελλήνιον» και με Κυβερνήτη τον Ν. Σαχτούρη και έφτασε στην περιοχή των Σφακίων το πρωί της 1ης Οκτωβρίου.

Στις δυτικές επαρχίες της Κρήτης που είχαν επαναστατήσει, ο γενικός αρχηγός των Τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων Μουσταφά πασάς, επικεφαλής 45.000 ανδρών, είχε αρχίσει τις επιχειρήσεις κατά του Σελίνου, των χωριών της Κυδωνίας και της επαρχίας Αποκορώνου. Έκαψε και λεηλάτησε 90 περίπου χωριά. Ο Ταγματάρχης Ζυμβρακάκης, που βρισκόταν στο Λουτρό Σφακίων, μόλις έμαθε ότι ο Μουσταφά πασάς μπήκε στην επαρχία Αποκορώνου, μετακινήθηκε αμέσως με το Σώμα των εθελοντών του για να συναντήσει τα Κρητικά Σώματα, στο Βαφέ, όπου το βράδυ της 3ης Οκτωβρίου βρήκε 280 άνδρες με 4 αρχηγούς.

Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου ο Μουσταφά πασάς, μετά την κατάληψη του χωριού Βάμος και της Μονής καρύδι, άρχισε να προελαύνει κατά των εθελοντών, οι οποίοι κατείχαν τις μεταξύ Μποσνέρου και Αλικάμπου θέσεις. Η υπεροχή του εχθρού ήταν συντριπτική. Σε σύσκεψη που έγινε στο στρατόπεδο των Ελλήνων, οι μεν εθελοντές του Ζυμβρακάκη επέμεναν να δοθεί η μάχη μέχρις εσχάτων στο Βαφέ, οι δε Κρητικοί καπετάνιοι πρότειναν να αποσυρθούν όλοι και να αμυνθούν στα νότια υψώματα του Βαφέ.

Αν και η γνώμη των Κρητών ήταν ορθή, επικράτησε η γνώμη των πρώτων, με την οποία συμφώνησε και ο Ζυμβρακάκης και τα τμήματα κατέλαβαν τις θέσεις τους, χωρίς να κρατήσουν εφεδρείες, λόγω του μικρού αριθμού των μαχητών.

Όταν τα στρατεύματα του Μουσταφά πασά έφτασαν, επακολούθησε μια άγρια φονική μάχη, η οποία κατέληξε σε νίκη των Τουρκοαιγυπτίων. Ο Υπολοχαγός Πραΐδης, επικεφαλής ενός τμήματος εθελοντών, υπερασπιζόταν τους αριστερά από το Βαφέ λοφίσκους μαζί με απόσπασμα Κρητικών υπό τον οπλαρχηγό Κριάρη. Μαχόμενος γενναία αφού απέκρουσε έξι αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις και μη δεχόμενος να υποχωρήσει, έπεσε ηρωικά. Μαζί του σκοτώθηκαν άλλοι 16 εθελοντές. Κανείς δεν γνωρίζει πού, πότε και από ποιους θάφτηκε.

Ο Αλέξανδρος Πραΐδης, ο παρά πάντων αγαπώμενος και θαυμαζόμενος νέος, με το παράδειγμά του, έδειξε ότι είναι υπέρτατη τιμή να πεθαίνεις για την Πατρίδα.

 

 Υποσημείωση


* Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών (Πανδέκτης) αναφέρει  ότι γεννήθηκε στην Αθήνα ενώ, το Εθνικόν Ημερολόγιον Βρετού του 1868, στο Ναύπλιο.

  

Πηγές


  • Νικόλαος Φωτιάδης Αντιστράτηγος ε.α., «Ο θάνατος του Μακεδόνα Υπολοχαγού Αλέξανδρου Πραΐδης κατά την μάχη στο Βαφέ Κρήτης», περιοδικό «Τολμών», Τριμηνιαία έκδοση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ειδικών Δυνάμεων, τεύχος 8, 2003.
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »