Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Κουκλοθέατρο, Το θέατρο της Εμψύχωσης, Πειραματισμοί με Άψυχους Πρωταγωνιστές. 2ο Συνέδριο, Ναύπλιο – Άργος 7, 8, και 9 Οκτωβρίου 2010.


 

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου συνδιοργανώνει με το Δήμο του Άργους και την ευγενική χορηγία του Δήμου Ναυπλιέων το 2ο Συνέδριο Κουκλοθεάτρου με θέμα Κουκλοθέατρο, Το θέατρο της Εμψύχωσης, Πειραματισμοί με Άψυχους Πρωταγωνιστές στις 7, 8 και 9 Οκτωβρίου 2010. Το συνέδριο περιλαμβάνει ομιλίες από Παιδαγωγούς, Θεατρολóγους, Κοινωνικούς Ανθρωπολóγους και Εικαστικούς, καθώς επίσης εργαστήρια και παραστάσεις με αντικείμενο το θέατρο της εμψύχωσης.

Απευθύνεται κατά κύριο λόγο σε φοιτητές, εκπαιδευτικούς και καλλιτέχνες, αλλά είναι ανοικτό και σε κάθε ενδιαφερόμενο. Σκοπός του συνεδρίου είναι η συζήτηση, ο προβληματισμός και η ανάδειξη της τέχνης του Κουκλοθεάτρου ως σύγχρονης τέχνης με σημαντική ιστορία και ακόμη σημαντικότερο μέλλον.

Οι εργασίες του Συνεδρίου θα ξεκινήσουν την Πέμπτη 7 Οκτωβρίου στις 16.30 με ομιλίες στην αίθουσα «Λήδας Τασοπούλου», στα διδακτήρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών (οδός Βασιλέως Γεωργίου Β´ και Ηρακλέους στο Ναύπλιο). Στον ίδιο χώρο, την Παρασκευή 8 Οκτωβρίου (πρωί – απόγευμα) και το Σάββατο 9 Οκτωβρίου (πρωί) προσφέρονται εργαστήρια από τους Χρίστο Αυτσίδη, Απόστολο Μαγουλιώτη και Στάθη Μαρκόπουλο. Τα βράδια της Παρασκευής και του Σαββάτου (ώρα 19.00-20.00) οι καλλιτέχνες θα δώσουν παραστάσεις στη Παιδική Νεανική Βιβλιοθήκη του Δήμου Άργους.

Η είσοδος είναι ελεύθερη για όλες τις δραστηριότητες του Συνεδρίου και χορηγούνται βεβαιώσεις στους συμμετέχοντες. Τη διοργάνωση του Συνεδρίου έχουν αναλάβει: η Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και η Εμμανουέλα Βογιατζάκη – Κρουκóβσκι, Εικαστικóς, μέλος ΕΕΔΙΠ του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Πληροφορίες:  27520 – 96129, 127, 130, 131, Fax : 27520 96128.

Read Full Post »

Φυλακή του Κολοκοτρώνη


 

Ο Αρχαιολόγος – ερευνητής Χρήστος Πιτερός, στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα, VII (2009) του Δήμου Ναυπλιέων» μεταξύ άλλων αναφέρεται στην φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη με τεκμηριωμένες θέσεις και απόψεις. Την θέση αυτή του Χρ. Πιτερού ενισχύει και ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του « Η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα 1986». Το εν λόγω απόσπασμα παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου του Χρ. Πιτερού.

  

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Μετά τη δίκη και την καταδίκη του Θ. Κολοκοτρώνη και του Δ. Πλαπούτα στο Βουλευτικό για εσχάτη προδοσία στις 26 Μαΐου 1834, από το καθεστώς της Αντιβασιλείας, οι δυο αγωνιστές της ελευθερίας φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Το πρόβλημα της φυλακής του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι έχει πάρει σήμερα μυθολογικές διαστάσεις. Τα πλήθη των επισκεπτών σύμφωνα με τις αναρτημένες πινακίδες, επισκέπτονται και βλέπουν ως φυλακή του Κολοκοτρώνη ένα θεοσκότεινο βαθύ μπουντρούμι – αποθήκη χωρίς διαμορφωμένο δάπεδο, όπου διατηρείται ανέπαφος ο επικλινής φυσικός βράχος με μια μικρή πυλίδα διαστ. 1.05 X 0,69 μ. από την οποία μπορεί να εισέλθει κανείς μόνο σκυφτός, στον κεντρικό προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αμέσως στη νότια πλευρά της ομώνυμης εκκλησίας.

Η καθιερωμένη αυτή άποψη είναι ατεκμηρίωτη, δημιούργημα λαϊκής φαντασίας και άγνοιας κατά την μεταπολεμική περίοδο και προφανώς πρόκειται για χαρακτηριστική ιστορική πλάνη, λαμβάνοντας υπόψη το σκοτεινό και παντελώς ακατάλληλο του χώρου για φυλακή χωρίς κανένα άνοιγμα για στοιχειώδη φωτισμό, απαραίτητο για την επιβίωση ενός ανθρώπου, συγκρίνοντάς τον μάλιστα και με τις σωζόμενες φυλακές καταδίκων βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη που διαθέτουν κανονικές πόρτες και φεγγίτες. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του αναφέρεται συνοπτικά στη φυλάκισή του στο Παλαμήδι μετά την καταδίκη του χωρίς καμιά περιγραφή της φυλακής.

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, είσοδος υποτιθέμενης φυλακής Θ. Κολοκοτρώνη.

Το ιστορικό αυτό κενό έρχεται να φωτίσει η καθοριστική μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα στην δημοσιευμένη μελέτη της Δρος της Νεοελληνικής Ιστορίας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη στον παρόντα τόμο των Ναυπλιακών Αναλέκτων, η οποία αναφέρεται στην αλληλογραφία της Μπεττίνας φον Σαβινύ, κόρης του Φρίντριχ Κάρλ φον Σαβινύ, καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, η οποία έγινε σύζυγος του Κων/νου Σχοινά (1801-1857), Υπουργού Δικαιοσύνης κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας του Όθωνα και αργότερα πρώτου Πρύτανη του Πανεπιστήμιου, και έζησε την περίοδο αυτή στο Ναύπλιο.

 

Προμαχώνας Αγίου Ανδρέου, κατεβαίνοντας στην υποτιθέμενη φυλακή Θ. Κολοκοτρώνη.

Σε μια επιστολή της η Μπεττίνα φον Σαβινύ αναφέρεται σε μια επίσκεψη της στο Παλαμήδι στις 14 Φεβρουαρίου 1835, στη φυλακή όπου βρισκόταν φυλακισμένος ο Κολοκοτρώνης για τον οποίο  αναφέρει: «Κάθεται σ’ ένα σπιτάκι στη μέση μιας αυλής, η οποία περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους, τα κανόνια στις πολεμίστρες εδώ είναι γεμάτα» και συνεχίζει για την περιοχή του χώρου όπου βρισκόταν η φυλακή του Κολοκοτρώνη «Από παντού έχεις την πιο ωραία θέα προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά, την πεδιάδα κ.λ.π. Δηλαδή βρίσκεσαι στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου».

Συνεχίζοντας την περιήγησή της στο Παλαμήδι, μετά την επίσκεψή της στη φυλακή του Κολοκοτρώνη, αναφέρεται στη συνέχεια και στην επίσκεψή της στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα.  

«Σε μια αυλή του φρουρίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, την οποία δυστυχώς δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε, διότι ο κλειδοκράτορας δεν ήταν επάνω στο Παλαμήδι. Στις άλλες πλευρές αυτής της αυλής βρίσκονται φυλακές που είναι αρκετά γεμάτες με στρατιώτες, Έλληνες όπως και Γερμανούς. Μερικοί ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Πολλοί από τους φυλακισμένους περπάταγαν πέρα δώθε στην αυλή.»

Οι φυλακές αυτές βρίσκονταν στις καμάρες του προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπως και οι αντίστοιχες φυλακές στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Δ. Πλαπούτας, δεν ήταν φυλακισμένοι στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, αλλά σε άλλον προμαχώνα. Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι ο επισκέπτης μετά την είσοδο στο Παλαμήδι συναντά τον προμαχώνα του Μιλτιάδη, ο οποίος την εποχή αυτή είχε διαμορφωθεί ήδη σε φυλακή βαρυποινιτών, από όπου μάλιστα έχει κανείς την πιο ωραία θέα από το Παλαμήδι προς τη θάλασσα, τα μακρινά βουνά και την πεδιάδα και βρίσκεται στο πιο γραφικό και φανταστικό περιβάλλον του κόσμου, όπως αναφέρει συγκεκριμένα η Μπεττίνα φον Σαβινύ, γίνεται φανερό ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, εξωτερικά του οποίου ο επισκέπτης βλέπει το μοναδικό πανόραμα του αργολικού πεδίου και της θάλασσας.

 

Παλαμήδι. Προμαχώνας Μιλτιάδη, φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη.

Με βάση την σημαντική πληροφορία της παραπάνω επίσημης επισκέπτριας στα 1835 στο Παλαμήδι, σύμφωνα με την οποία ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν φυλακισμένος σ’ ένα μικρό σπιτάκι στη μέση μιας αυλής που περιβάλλεται από ψηλούς τοίχους προσπαθήσαμε να επισημάνουμε τη φυλακή αυτή. Σε πρόσφατη επίσκεψή μας στις φυλακές βαρυποινιτών στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, μέσα στον ισόγειο χώρο των φυλακών, σε ξεχωριστή πλακόστρωτη αυλή, με ψηλούς τοίχους περιμετρικά, σώζονται ακόμα οι τοίχοι ενός μικρού, ανεξάρτητου ισόγειου κτίσματος-φυλακής, εσωτερικών διαστάσεων3,60 Χ 2,50μ. περίπου, με πόρτα 2,50 X 0,90μ. ένα παράθυρο 0,6 0X 1μ. και πλακόστρωτη αυλή διαστάσεων 4X3,90 μ. Εξωτερικά της μικρής αυτής φυλακής στην αυλή υπάρχει ένα κτιστό πεζούλι για να κάθεται ο εκάστοτε φυλακισμένος τις ατέλειωτες ώρες, όταν βγαίνει στην αυλή. (εικ. 7)

Γίνεται φανερό από τα παραπάνω, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη ότι στις φυλακές του Μιλτιάδη δεν υπάρχει καμμία άλλη ξεχωριστή φυλακή με αυλή, ότι πρόκειται για τη φυλακή του αγωνιστή της ελευθερίας Θ. Κολοκοτρώνη. Η ξεχωριστή αυτή μικρή, μοναδική φυλακή με δική της αυλή στον προμαχώνα του Μιλτιάδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την ταύτιση αυτή.

Ο χώρος αυτός της φυλακής, δημιουργεί έντονη συναισθηματική φόρτιση και συγκίνηση στον επισκέπτη, όταν αναλογίζεται ότι το μικρό αυτό σπιτάκι ήταν η φυλακή του πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι. Με την ταύτιση της φυλακής του Κολοκοτρώνη για την οποία κατά την άποψή μας τουλάχιστον δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολιών, είναι καιρός να αποκατασταθεί η αλήθεια για την φυλακή του Θ. Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι, να απομακρυνθούν οι πινακίδες που υποδεικνύουν ανιστόρητα, ως φυλακή του Κολοκοτρώνη, ένα βαθύ μπουντρούμι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Ανδρέα.

Είναι ευχής έργον το Υπουργείο Πολιτισμού και η αρμόδια 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων να εκπονήσουν μελέτες και να συντηρηθούν στη συνέχεια η φυλακή του Κολοκοτρώνη και όλες οι φυλακές των βαρυποινιτών που διατηρούνται σε καλή κατάσταση στον προμαχώνα του Μιλτιάδη.

Τα σωζόμενα κτίρια των φυλακών του Μιλτιάδη είναι σημαντικά, εκτός από το ότι είναι μνημεία, αλλά και διότι συνδέονται άμεσα με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους. Άλλωστε πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι είναι οι μόνες σωζόμενες φυλακές βαρυποινιτών στο Ναύπλιο. Οι φυλακές της Ακροναυπλίας κατεδαφίστηκαν, ως γνωστόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για λόγους τουριστικής «αξιοποίησης».

Για τον πρωταγωνιστή της ελευθερίας, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, εκτός από την αποθέωσή του με τον χάλκινο ανδριάντα στο ομώνυμο πάρκο όπου εικονίζεται έφιππος να οδηγεί και να δείχνει το δρόμο που οφείλει να βαδίσει το Ελεύθερο Ελληνικό Έθνος, υπάρχουν δυο σημαντικοί χώροι που συνδέονται στενά με την προσωπική του ζωή. Ο ένας χώρος είναι η σωζόμενη φυλακή στο Παλαμήδι, όπου φυλακίσθηκε αλλά στη συνέχεια απελευθερώθηκε πανηγυρικά και πρέπει να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια για το χώρο της φυλάκισής του το συντομότερο δυνατόν.

Η φυλακή του Κολοκοτρώνη στο Παλαμήδι σήμερα έχει λάβει θρυλικές διαστάσεις από τους επισκέπτες. Ακόμα και ο θρύλος για τα 999 σκαλιά του Παλαμηδιού, συνδέεται με τον Θ. Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με προφορική λαϊκή παράδοση, το χιλιοστό σκαλοπάτι το έσπασε το άλογο του Κολοκοτρώνη.

 

Το απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Φωτιάδη είναι το πιο κάτω…

 

« Το Παλαμήδι, όπου κλείσανε όλους όσους πιάσανε, το φύλαγε δυνατή βαυαρέζικη φρουρά. Σ’ αυτό, καθώς είπαμε πρωτύτερα, βρίσκονταν κι ο Κολοκοτρώνης κι ο Πλαπούτας. Αν ανέβεις τώρα ως εκεί πάνω, εξόν που ή ματιά σου θα χαρεί ν’ απλώνεται πράσινος από τη μια ο αργίτικος κάμπος και γαλάζιος από την άλλη ο αργίτικος κόρφος, θα σου δείξουν μια τρύπα ανοιγμένη στο βράχο, δίχως να παίρνει φως από πουθενά, πως τάχατες εκεί μέσα είχανε φυλακισμένο τον Κολοκοτρώνη.

Για να κατέβεις σ’ αυτή πρέπει ν’ ανάψεις κερί κι αυτό κάποιος θα σου το δώσει που θα πάρει βέβαια φιλοδώρημα. Κάτι τέτοιο φαντάζομαι να σκαρφίστηκε πριν από χρόνια ποιος ξέρει ποιος από τους φύλακες κι από τότες έμεινε η μηχανή. Σ’ εμάς όμως δε μας χρειάζεται μια τέτοια απάτη, για να συμπονέσουμε από τη μια το Γέρο κι από την άλλη να μισήσουμε τους ξένους που τον μάντρωσαν στο Παλαμήδι. Αυτοί σκαρφίστηκαν άλλα για να τον παιδέψουν».

   

Πηγές


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.
  • Δημήτρης Φωτιάδης, « Η δίκη του Κολοκοτρώνη» , έκδοση ενάτη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Καρούζου – Παπασπυρίδη Σέμνη  (1898 – 8 Δεκεμβρίου 1994)


 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.

Η Σέμνη Καρούζου  γεννήθηκε στην Τρίπολη. Ήταν αρχαιολόγος και υπήρξε η πρώτη γυναίκα έφορος αγγείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ονομαζόταν Πολυσέμνη Παπασπυρίδη και ήταν παντρεμένη με τον αρχαιολόγο και ακαδημαϊκό Χρήστο Καρούζο (1900 – 1977).

Στην αρχαιολογική υπηρεσία εισήχθη το 1921. Στην Κρήτη, όταν μετατέθηκε το 1924, συνδέθηκε φιλικά με το Ν. Καζαντζάκη, τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού και το Δημήτρη Μητρόπουλο. Στην Ερέτρια ήταν η επόμενη μετάθεσή της όπου μελέτησε τον αρχαιολογικό χώρο και συνέταξε ένα ευρετήριο των εκθεμάτων του μουσείου, εγχειρίδιο που στα χρόνια του πολέμου αποδείχτηκε πολυτιμότατο γιατί βοήθησε στην ανεύρεση των αρχαίων μετά τον ενταφιασμό τους για προστασία από τους κατακτητές.

Μετά από τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου επέστρεψε στην Ελλάδα στα 1930 και προβιβάστηκε σε Έφορο. Μετατέθηκε στο Βόλο κι αργότερα στο δικό μας τόπο, την Αργολίδα, την οποία αγάπησε. Το βιβλίο της για το Ναύπλιο είναι ένα αξεπέραστο δείγμα αυτής της αγάπης, αλλά και της επιστημονικής της κατάρτισης.

Συμμετείχε σε ανασκαφές εδώ και ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη διάσωση των παραδοσιακών και ιστορικών κτισμάτων της πόλης του Ναυπλίου.

 

Σέμνη Καρούζου. Δημοσιεύεται στο Λεύκωμα της Εκατονταετηρίδος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1937.

 

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή κι ο σύζυγός της ήταν οι μόνοι Έλληνες αρχαιολόγοι που παραιτήθηκαν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών. Στην διάρκεια του πολέμου του ΄40 εργάστηκε εντατικά για τον ενταφιασμό των αρχαίων του Εθνικού Μουσείου. Το τεράστιο έργο που κατάφερε να φέρει σε πέρας μαζί με το σύζυγό της, ήταν η επανέκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (1964), ενός από τα πλουσιότερα μουσεία του κόσμου, μετά από τον πόλεμο. Ένα τιτάνιο έργο, μια και έπρεπε να ξαναβρούν τη θέση τους στις μισοκατεστραμμένες αίθουσες τα αναρίθμητα έργα που είχαν ταφεί για προστασία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις αναμορφωμένες αίθουσές τους με τη νέα αισθητική αντίληψη όλοι κατάλαβαν τότε ότι τα έργα έπαιρναν μια νέα διάσταση. Και μόνο γι’ αυτή της την προσφορά θα άξιζε η Καρούζου την ευγνωμοσύνη όλου του κόσμου.

Με τη Χούντα των Συνταγματαρχών, έγινε persona non grata (ανεπιθύμητο πρόσωπο) απομακρύνθηκε από το Αρχαιολογικό Μουσείο και βρέθηκε σε εξορία για μικρό χρονικό διάστημα.

Εξέδωσε συνολικά 18 αυτοτελή έργα, δημοσίευσε 110 μελέτες κι έγραψε σειρά κριτικών βιβλίων, μεταφράσεων και άρθρων σε εφημερίδες. Μετά τη δικτατορία έγινε πρόεδρος του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Μεγάλου Μυθολογικού Λεξικού. Αξίζει να προσέξουμε τι γράφει γι’ αυτή ένας μεγάλος συνάδελφός της, ο Μανόλης Ανδρόνικος:

«Όταν πριν από μερικά χρόνια ένας καλοπροαίρετος δημοσιογράφος, σε κάποιο δημοσίευμά του που αναφερόταν στο πρόσωπό μου, με χαρακτήρισε ως το μέγιστο Έλληνα αρχαιολόγο, ένιωσα ντροπή και ταραχή για το λάθος του. Όταν υπάρχει μια Σέμνη Καρούζου, σκέφθηκα, πως μπορούν να το αγνοούν;»

Και καταλήγει στο άρθρο του στις 9.4.89 στο Βήμα ο Ανδρόνικος: «Και η αγάπη, ο απέραντος σεβασμός, η ευγνωμοσύνη όλων μας για την προσφορά της στην επιστήμη και στον τόπο είναι το μικρό μας ευχαριστώ στη μεγάλη κυρία της οικογένειάς μας».

Συνέγραψε οδηγούς για το Εθνικό Μουσείο και άλλα έργα. Υπήρξε αντιπρόεδρος (1975-1977) της «Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας».

Η Σέμνη Καρούζου (το γένος Παπασπυρίδη) έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 96 ετών, στις 8 Δεκεμβρίου 1994, έχοντας καταφέρει να διαγράψει σπουδαία πορεία στο επιστημονικό πεδίο όπου δραστηριοποιήθηκε επί πολλές δεκαετίες (χρόνος υπηρεσίας 1921-1964).

Ενδεικτικά έργα:

  • National Museum: Illustrated Guide to the Museum, Εκδοτική Αθηνών, 2000.
  • Εθνικό Μουσείο: Γενικός οδηγός, Εκδοτική Αθηνών, 1999.
  • Museo Nazionale: Guida illustrata del museo, Εκδοτική Αθηνών, 1996.
  • Περίπατοι στην Ιταλία, εκδ. Ερμής, 1983.
  • Το Ναύπλιο, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.
  • Αγγεία του αναγορούντος (1963)

 

Πηγές


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, Άργος 1994.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 4, σ. 320), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ

Read Full Post »

Ο Κόσμος της εργασίας: Όψεις, Χρόνοι, Χώροι


 

«Ήτο Σεπτέμβριος του έτους 1889, ολόκληρον δε το Άργος ευρίσκετο επί ποδός. Πανταχού σταφυλαί, τρυγήτριαι, αγωγιάται, όνοι. Ιδίως οι αγωγιάται κατασκονισμένοι, εν συμφυρμώ και αταξία διαγκωνιζόμενοι, άδοντες, ανά χείρας φέροντες άρτον και τυρόν αντί ράβρου ή πράσου, τρώγοντες και συγχρόνως τους όνους ωθούντες, έσπευδον μεταφέροντες το ιερόν φορτίον εις τα καπηλεία. Τότε και ο αγωγιάτης Σωτήρος Μαρίνος δια τριών (αριθ. 3) όνων, μετεκόμιζε τας σταφυλάς του Αλεξ. Μαρίκου επί συμπεφωνημένω ημερομισθίω δραχ. 1 λ. 50 δι’ έκαστον όνον εκάστην ημέραν»[1].

 

Η διερεύνηση των συνθηκών και των συγκυριών που επέτρεψαν σε έναν κόσμο να μετατρέπει το φυσικό του περιβάλλον και να διαμορφώνει ένα νέο ανθρωπογενές, απαντά σε γενικότερα ερωτήματα οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνιών, εξηγεί μηχανισμούς και σχέσεις, επιφυλάσσει εκπλήξεις ως προς τις διαμορφωμένες αντιλήψεις σχετικές με την κοινωνική διάρθρωση, τη σχέση των φύλων, την παραγωγική διαδικασία. Ο κόσμος της εργασίας, ακριβώς επειδή έχει τη δυνατότητα να μεταλλάσσει το  περιβάλλον του μέσω της εργασίας, δημιουργεί οριοθετήσεις στο χρόνο και το χώρο με τρόπο ώστε να γίνονται κατανοητές στις συνιστώσες του οι παραγωγικές σχέσεις, οι κοινωνικές σχέσεις και οι χωροταξικές κατασκευές.

Δεν είναι τυχαίο πως η κατασκευή κατοικίας ακολουθεί μια συγκεκριμένη τυπολογία άμεσα συνδεδεμένη με την οπτική μιας επαγγελματικής και κοινωνικής κατηγορίας. Οι σχέσεις των φύλων επίσης ανατρέπονται στη διάρκεια συγκεκριμένων συγκυριών αποκαλύπτοντας νέες δυνατότητες λειτουργίας του κόσμου της εργασίας από την άποψη, αυτή τη φορά, του φύλου. Και στο σημείο αυτό δεν είναι τυχαίο ότι, για παράδειγμα, η κατανομή της εργατικής δύναμης δεν γίνεται με τρόπο τυχαίο αλλά ακολουθεί ιδιαίτερους κανόνες άμεσα διαμορφωμένους από την συσσωρευμένη εργασιακή εμπειρία και την συγκεκριμένη οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας. Από την άποψη αυτή, η οργανωμένη βιομηχανική παραγωγή στην Αργολίδα (κονσερβοποιεία, υφαντουργεία), είναι γένους θηλυκού.   

 

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο Μακαρονοποιείας. Άργος, δεκαετία του ’50.

 

Τέλος, θα πρέπει να γίνει περισσότερο κατανοητή σε μας η διαδικασία ανταλλαγών, ένας ιδιαίτερος διάλογος μέσα στο χρόνο, μεταξύ του αγροτικού και του αστικού χώρου, του χωριού και της πόλης. Και οι δυο αποτελούν σημαντικούς οικονομικούς και πολιτισμικούς χώρους για τη διαμόρφωση της κοινωνικής ιστορίας του κόσμου της εργασίας στην Αργολίδα.

Και οι δυο συμμετέχουν ακόμα και σήμερα σε μια σχέση που αλληλοκαθορίζει τη δυναμική της μιας και την εξέλιξη της άλλης. Ο αγροτικός κόσμος, παρά τη «φυσιολογική» του τάση για σταθερότητα, ανοίγεται στον αστικό είτε λόγω των οικονομικών συναλλαγών, είτε λόγω της αναζήτησης νέων τρόπων διασύνδεσής του με το νέο περιβάλλον και το αντίστροφο. Ο αστικός κόσμος αδυνατεί να ανταποκριθεί ανάγκες των μελών του χωρίς την άμεση εμπορική-οικονομική συναλλαγή με τον αγροτικό αλλά και τη διαμόρφωση ενός φαντασιακού δρόμου της επιστροφής στη φύση και τις ρίζες.

 «Η εξευτελιστική τιμή εις ην επλήρωσαν την υπ’ αυτών αγορασθείσαν ντομάταν τα διάφορα εργοστάσια Κονσερβών της περιφερείας Άργους – Ναυπλίας άτινα εξεμεταλεύθησαν κατά τον πλέον αναίσχυντον τρόπον την σημειωθήσαν υπερπαραγωγήν εις βάρος των κόπων, αγώνων και ιδρώτος του βιοπαλαίοντος Αγρότου, έθεσεν επί τάπητος την και άλλοτε μελετηθείσαν ίδρυσιν ενός μετοχικού Εργοστασίου Κονσερβών με μετόχους τους ίδιους παραγωγούς των οποίων την εσοδείαν θα επεξεργάζεται το εν λόγω εργοστάσιον και δίδει εις την κατανάλωσιν με κέρδος υπέρ των παραγωγών όλων των κερδών τα οποία επιτυγχάνουν σήμερον τα εργοστάσια και οι διάφοροι μεσάζοντες»[2].

 

«Όταν φέρναν το νερό» 


 

Οι αγροτικές κοινωνίες τις περιοχής βρέθηκαν μετά τον πόλεμο αντιμέτωπες με εντονότερο από πριν το πρόβλημα της επιβίωσης. Για τις κοινωνίες αυτές και ιδιαίτερα για τις ορεινές περιοχές, το πρόβλημα ήταν ακόμα πιο έντονο. Ο μικρός κλήρος δεν μπορούσε να απαντήσει ικανοποιητικά στις ανάγκες των κατοίκων και των οικογενειών λόγω της ισχνής απόδοσής του.

Η αγροτική οικονομία χαρακτηριζόταν από τη δανειακή υπερχρέωση ενδυναμωμένη από την ανεπίσημη τοκογλυφία και την επίσημη των τραπεζών. Αποτέλεσμα της ασφυκτικής αυτής κατάστασης, ήταν η διαρκής αναζήτηση νέων πόρων. Μια θέση στο δημόσιο ή στην τοπική βιομηχανία-βιοτεχνία αποτελούσαν δυο σημαντικές λύσεις για την οικογένεια. Η εξωτερική και η εσωτερική μετανάστευση αποτέλεσαν δυο άλλους δρόμους απορρόφησης ενός σημαντικού μέρους του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού. Οι κτηνοτροφικοί πληθυσμοί, αρχίζουν επίσης με έντονους ρυθμούς μετά τον πόλεμο, να αναζητούν τοποθεσίες μονιμότερης εγκατάστασης προς τον Αργολικό κάμπο, ώστε να δίνεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης συνδυασμένων οικονομικών πόρων.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις στην Αργολίδα είναι αυτή της μετακίνησης του αγροτοκτηνοτροφικού πληθυσμού από την Κοινότητα Βρουστίου προς το Κουτσοπόδι. Η σταδιακή εγκατάσταση σε περισσότερο πεδινές τοποθεσίες θα δημιουργήσει, με ενδιάμεσους οικισμούς, τη σημερινή Κοινότητα των Σταθέικων. Η μετακίνηση αυτή είναι αρκετά ενδιαφέρουσα για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι η τακτική υποχρέωση προσφοράς εργασίας, (θεσμός εθελοντικής εργασίας) από τα μέλη της κοινότητας. Ο θεσμός αυτός δημιουργείται από την ίδια τη δομή της αγροτικής οικονομίας και ιδιαίτερα από την έλλειψη επάρκειας εργατικών χεριών.

Δημιουργείται επίσης από την ανάγκη κοινής αντιμετώπισης του προβλήματος των υποδομών (δρόμοι, ύδρευση, ιδιαίτερες συνθήκες αγροτικής παραγωγής, κτλ). Οι υποδομές αυτές στάθηκαν απαραίτητες για τη μόνιμη εγκατάσταση των μελών της κοινότητας και την ανάπτυξή της. Η εθελοντική εργασία στον αγροτικό χώρο και η μαθητεία στον αστικό εργασιακό χώρο αποτέλεσαν δυο σημαντικούς μηχανισμούς εργασιακής ενσωμάτωσης και δημιουργίας κοινωνικής και επαγγελματικής ταυτότητας. Σημειώνω πως η εθελοντική εργασία αποτελεί θεσμό που εξακολουθούσε να υφίσταται και στη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 στον αγροτικό χώρο. Παράδειγμα αποτελεί, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση των μελών της κοινότητας να δημιουργούν οργανωμένες ομάδες πυρόσβεσης.

Οι κάτοικοι των Σταθέικων αντιμετωπίζουν ένα σοβαρότατο πρόβλημα νερού σε όλη τη διάρκεια της μετακίνησης και εγκατάστασής τους ήδη από τη δεκαετία του ‘30. Έπρεπε να βρεθεί λύση για την ύδρευση της κοινότητας.  Οι μέχρι τότε τεχνικές αποθήκευσης του βρόχινου νερού δε μπορούσαν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες. Στα 1960 αρχίζει το έργο μεταφοράς του νερού από την πηγή «Κλίμα» στην Κοινότητα Σταθέικων. Πρόεδρος της Κοινότητας ένας άνθρωπος της προόδου : ο Παναγιώτης Μπέλλος ή Πανομπέλλος. Η επιχείρηση θα διαρκέσει αρκετούς μήνες και η εθελοντική εργασία των μελών της κοινότητας θα προσλάβει επικές σχεδόν διαστάσεις λόγω της σημασίας του έργου και της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στην κατασκευή του. Στην περίπτωση του δικτύου ύδρευσης των Σταθέικων, η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών δημιουργεί ένα άλλο πλαίσιο ανάγνωσης της γυναικείας εργασίας, όχι ως συμπληρωματικής της ανδρικής ή της οικογενειακής, αλλά ως μηχανισμό κοινωνικού προσδιορισμού της θέσης της μέσα στην αγροτική κοινωνία.

Είναι ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα που έχουμε, για τη μορφή και τη λειτουργία της εθελοντικής εργασίας στην Αργολίδα. Για αιώνες αυτός ο τύπος εργασίας, θα αποτελεί ένα σημαντικό μηχανισμό εμπέδωσης της κοινοτικής αλληλεγγύης αλλά και της επίλυσης του προβλήματος έλλειψης εργατικών χεριών.

 

 

Κατασκευή του αστικού χώρου και εργοστασιακή εργασία


  

Αντίθετη φαίνεται να είναι η δομή της γυναικείας εργασίας στον υπό διαμόρφωση βιοτεχνικό και βιομηχανικό ιστό της Αργολίδας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Θα δούμε στη συνέχεια ορισμένα στοιχεία για το θέμα αυτό αφού προηγουμένως σκιαγραφήσουμε τον βιοτεχνικό και βιομηχανικό ιστό της Αργολίδας.

Οι παραγωγικές διαδικασίες είναι άμεσα συνδεδεμένες με τους χώρους στους οποίους αναπτύσσονται. Η αγροτική παραγωγή, για παράδειγμα, καθορίζει και τον τύπο της βιομηχανίας που θα αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή, ιδιαίτερα του Ναυπλίου, όπως είναι η κονσερβοποιία.  Ταυτόχρονα, όπως και σε ολόκληρη τη χώρα, η εσωτερική μετανάστευση αλλάζει τη δημογραφική εικόνα της Αργολίδας προς όφελος των διαμορφούμενων αστικών χώρων.

 

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

 

Η διάσταση αυτή είναι σημαντική για την κατανόηση φαινομένων όπως η εσωτερική μετανάστευση και η διαμόρφωση του εργατικού δυναμικού κατά περιοχή. Θα αναφέρω για παράδειγμα το γεγονός ότι μια σειρά από επιχειρήσεις που εγκαθίστανται στην περιφέρεια των πόλεων βρίσκονται σταδιακά στο κέντρο σχεδόν του αστικού ιστού. Είναι κλασική η περίπτωση της οδού Πειραιώς που συνδέει τον Πειραιά με την Αθήνα. Στα αστικά κέντρα της Αργολίδας παρουσιάζεται[3], τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, το ίδιο φαινόμενο όπως στις περιπτώσεις των βιομηχανιών ψύχους Λέκκα και Καράμπελα ή ακόμα της Βιομηχανίας Αεριούχων ποτών «Παλίρροια», η οποία τελικά δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει ξανά στη δεκαετία του ’90 λόγω των αντιδράσεων των περιοίκων[4]. 

Σχετικά με τον τύπο των δραστηριοτήτων, μερικά στοιχεία είναι ενδεικτικά του επιχειρηματικού προσώπου που διαμορφώνει το κάθε αστικό κέντρο. Στον εμποροβιομηχανικό οδηγό του 1950 αναφέρεται ότι ο συνολικός πληθυσμός της Αργολιδοκορινθίας είναι 250.000 κάτοικοι και ότι «εκ των βιομηχανιών σπουδαιοτέρα είναι η της ηλεκτροπαραγωγής εις τα μεγαλείτερα κέντρα, τα εργοστάσια κονσερβών, κηπουρικών και λαχανικών προϊόντων του Ναυπλίου και της Αργολίδος, (…), υφαντουργεία εις το Άργος, ως καί τινα ελαιουργεία και μακαρονοποιεία».

Διαγράφεται έτσι, το επαγγελματικό προφίλ των περιοχών με τις εξειδικεύσεις τους και θα αναφερθούμε εδώ αποκλειστικά στο βιοτεχνικό – βιομηχανικό τομέα. Σε σχέση με το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα[5], σημαντικές αλλαγές έχουν γίνει στο επίπεδο της βιοτεχνικής και βιομηχανικής παραγωγής στη μεταπολεμική περίοδο.

  • Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή του καταγράφονται οκτώ επιχειρήσεις στην κατηγορία «Βιομηχανίαι Κονσερβών» : «ΑΒΕΚ» (Μπολάτι), «Δήμητρα» (Κούτσι), «Κύκνος» (Δαλαμανάρα), «Μηναίος Κ.» (Ναύπλιο), «Μηναίος Κ. Υιοί» (Ασίνη), «Ξυλινάς Ιωάννης» (Κοφίνι), «Πελαργός» (Ναύπλιο), «Φίλης Ανας.-Κ.» (Ασίνη).
  • Τρεις  επιχειρήσεις στην κατηγορία «Ποτοποιεία – Αεριούχα» : Αφοι Καρώνη, Κουικόγλου Τρύφων, Πλατής Δημ.
  • Μία υφαντουργική επιχείρηση (Αφοι Γκούμα) και δυο  Σαπωνοποιίες (Τόμπρας Μενελ., Καλογερόπουλος Δ.).

Το Ναύπλιο θα αρχίσει σταδιακά, μετά από μια σοβαρή τάση αποβιομηχάνισης ιδιαίτερα λόγω της μεταφοράς του «Κύκνου», να διαμορφώνει μια νέα πολιτική και προσανατολίζεται περισσότερο προς τις υπηρεσίες και τον τουρισμό.

Το Άργος διαθέτει ένα περισσότερο βιομηχανικό προφίλ. Οι επαγγελματικές καταγραφές όμως είναι σημαντικές σε σχέση με εκείνες του Ναυπλίου γιατί επιτρέπουν να δημιουργηθεί ένας συσχετισμός μεταξύ νέων και παραδοσιακών επαγγελμάτων τα οποία επιβιώνουν ακόμα και στη δεκαετία του ’70 και παράλληλα μας παρουσιάζουν τη γεωγραφία των συναλλαγών της πόλης με τον αγροτικό χώρο.

Για παράδειγμα, στη δεκαετία του ‘50 καταγράφονται τέσσερα  συνεργεία αυτοκινήτων, έξι  καρροποιεία  και τρία σαγματοποιεία. Παράλληλα, φαίνεται μια βιομηχανική υποδομή περισσότερο διευρυμένη από άλλες περιοχές και πολυδιάστατη σε ότι αφορά το παραγόμενο προϊόν. Περιληπτικά οι επιχειρήσεις είναι οι παρακάτω :

  • Αρκετά μηχανουργεία που δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα στον τομέα των κατασκευών (π.χ. μηχανές εσωτερικής καύσης) μεταξύ των οποίων του Λουκά Τζηβελή (Κορίνθου), Ανδρ. Τσεκέ (Δαναού), κ.α.
  • Δυο  εργοστάσια ζυμαρικών (Μπιτσαξής – Τσεκρέκος, Μπουλαμάκης Γ).
  • Δυο  Βυρσοδεψεία (Βόγλης Γ., Χειλαδάκης Κ.)
  • Δυο  Ποτοποιίες (Μαυράκης Β., Οικονόμου Χρ.)
  • Ένα εργοστάσιο αεριούχων ποτών (Αφοι Σκαρπίδη)
  • Δυο Εκκοκκιστήρια βάμβακος (Σαραντόπουλος Ηλ.- Μπόμπος Κ., Τσαγκούρης – Κολύβας)
  • Δυο Βιομηχανίες πάγου (Καράμπελας, Λέκκας)
  • Οκτώ υφαντουργικές βιομηχανίες : «Αργολίς» Γκότσης – Παπαδάκης – Μποβόπουλος, Λαλουκιώτης – Σούπας, Αφοι Μαρίνου, Αθ. Μπόνης, Νάσκος – Ρουσόπουλος – Σκλήρης, Αφοι Παζιώτα, Ρόκας – Τζωρτζόπουλος – Κεληδήνος, Υψηλάντης – Λούκας.

Η υφαντουργία θα αποτελέσει μέχρι και τη δεκαετία του ‘90 την αιχμή του δόρατος της αργειακής βιομηχανίας. Η ύπαρξη μιας σημαντικής εργασιακής εμπειρίας στην υφαντουργία (ασχολίες στα πλαίσια της οικιακής οικονομίας), έδωσε τη δυνατότητα μιας άμεσης πρόσβασης σε εξειδικευμένη εργατική δύναμη που της επέτρεψε να αναπτυχθεί ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα.

Δεν μπόρεσε όμως να αναπτύξει παραγωγικές στρατηγικές που θα της επέτρεπαν να διατηρήσει τη θέση της σε ένα νέο καταμερισμό της εργασίας. Υπήρξε θύμα του ανταγωνισμού και της παγκοσμιοποίησης των οικονομικών συναλλαγών με αποτέλεσμα, τα εργοστάσια να κλείνουν το ένα μετά το άλλο ή, τα ελάχιστα που έμειναν και μετατράπηκαν σε βιοτεχνίες, να διατηρούν κάποια δραστηριότητα μόνο με το «φασόν». Παρά το πρόβλημα αυτό, παραμένει μια βιοτεχνική και βιομηχανική περιοχή ενώ παρατηρούνται  νέες εξειδικεύσεις (οινοποιία, μηχανολογικές κατασκευές, κλπ) με σοβαρές προοπτικές εξέλιξης.

 

Μεταλλεία

 

Σε μια άλλη περιοχή της Αργολίδας, την ευρύτερη περιοχή της Ερμιονίδας και του Κρανιδίου,  θα διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα οι ταρσανάδες και η ναυπηγοεπισκευαστική τους δραστηριότητα καθώς επίσης οι μύλοι και τα ελαιοτριβεία. Φαίνεται επίσης να υπάρχει μια εμβρυώδης βιοτεχνία σαπωνοποιίας χωρίς όμως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εξέλιξης. Υπογραμμίζω πάντως πως οι δραστηριότητες του ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα (π.χ. στα Ναυπηγεία Κοιλάδας οι Μπασιμακόπουλος, Λέκκας, κ.α) ήταν σημαντικές για την περιοχή και διατηρούνται μέχρι και σήμερα.

Σημαντική επίσης φαίνεται πως ήταν και μια προσπάθεια στον τομέα της εξόρυξης και των μεταλλείων στην περιοχή της Ερμιονίδας ήδη από το 1905. Το 1926 αποκτά την ιδιοκτησία των μεταλλείων ο Πρ. Μποδοσάκης. Μετά τον πόλεμο του ’40 τα μεταλλεία εκσυγχρονίζονται αλλά τελικά οι στοές τους θα κλείσουν το 1978[6]. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται στην περιοχή μια μεγαλύτερη εξειδίκευση και ένας εντονότερος προσανατολισμός προς τον τουρισμό.

 

 

 Παράλληλα στοιχεία – Α. Γυναικεία εργασία


  

«Η πολλάς εκατοντάδας οικογενειών εκτρέφουσα αγαθή υφαντουργία ανυψώθη εις επίζηλον σημείον. Εξ αυτής τρέφεται κόσμος πολύς χορηγούσης εργασίαν εις απόρους και φιλέργους γυναίκας, οιαί είσιν αι επαρχιώτιδες και δη  αι Αργείαι. Υφαντουργεία και βαφεία ατμοκίνητα και άλλα δια των προχείρων μέσων λειτουργούντα  δίδουσι ζωήν εις τον πεινώντα κόσμον και στολίζουσι το Άργος. Πρόοδος, πρόοδος αληθής, πρόοδος πραγματική»[7].

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Ακολουθώντας τη ροή της εσωτερικής μετανάστευσης ο γυναικείος πληθυσμός των πόλεων (Ναύπλιο, Άργος), αποτελεί τη μεγάλη δεξαμενή εργατικής δύναμης στις μονάδες παραγωγής της κονσερβοποιίας της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου και στα υφαντουργικά κυρίως εργοστάσια του Άργους.

Από την άποψη του μεγέθους, η γυναικεία εργατική δύναμη είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν των ανδρών στους συγκεκριμένους κλάδους παραγωγής και ακολουθεί στην Αργολίδα την ίδια πορεία διαμόρφωσης που ακολουθεί και στην υπόλοιπη χώρα. Η γυναικεία εργασία αποτελεί ένα σημαντικό οικονομικό μέγεθος για την παραγωγική διαδικασία. Ήταν κατά πολύ φθηνότερη από την ανδρική και λειτουργούσε υποβοηθητικά για τον οικογενειακό προϋπολογισμό ή τη βοήθεια που προσέφερε σε όσους έμεναν στο χωριό. Τη θεωρούσαν πιο πειθαρχημένη και κινητική μιας και η γυναίκα «μετακινούνταν συχνά από το ένα επάγγελμα στο άλλο, γεγονός που οφειλόταν στις στρατηγικές επιβίωσης των εργατικών οικογενειών»[8], καθώς επίσης και λιγότερο επιρρεπής στο «να δημιουργεί προβλήματα στην εργοδοσία (απεργίες, κ.τ.ό)»[9]. Στο Άργος πάντως αναφέρεται ήδη στα 1933 μια μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση εργατριών[10].

 

Β. Μαθητεία


 

 Ταυτόχρονα με την εθελοντική εργασία στον αγροτικό χώρο, ο θεσμός της μαθητείας θα αποτελέσει ένα σημαντικότατο μηχανισμό κοινωνικής και εργασιακής ενσωμάτωσης. Πρόκειται για έναν ιστορικό θεσμό στα πλαίσια της εργασίας με την ευρύτερη έννοιά της αλλά και με την εξειδικευμένη (κλάδοι παραγωγής, οικονομικές δραστηριότητες, κτλ). Ήδη στις μεσαιωνικές συντεχνίες η μαθητεία αποτελεί στάδιο της εσωτερικής ιεράρχησης και απαραίτητο βήμα για την ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινότητα. Στη σύγχρονη εποχή η λογική της μαθητείας παραμένει η ίδια παρά τις δυσκολίες που, ανάλογα με τις εποχές, αντιμετωπίζει ο θεσμός σχετικά με τη «διαθεσιμότητα» των επαγγελματιών, τις αποδοχές, κτλ.

Ραφείο Παναγιώτη Αθανασάκου, Άργος δεκαετία 1960.

Η προφορική ιστορία των εργασιακών σχέσεων μας παρέχει αρκετές πληροφορίες για τον τρόπο οργάνωσης του θεσμού της μαθητείας. Ένας από τους καλύτερους παντελονάδες της Αργολίδας, όπως θεωρείται από συναδέλφους του κλάδου του, ο κ. Παναγιώτης Αθανασάκος, μου εξηγούσε πως η τετραετής μαθητεία του στο εμποροραφείο του Κων. Θεοδωρόπουλου (θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα της μεταπολεμικής περιόδου), ακολουθούσε συγκεκριμένα στάδια εκμάθησης και η καλύτερη μέθοδος για «να προοδέψει κανείς» ήταν να κοιτάζει από μόνος του κινήσεις και τεχνικές των καλφάδων, ώστε να μαθαίνει την τέχνη. Ο μισθός ήταν ανύπαρκτος, όπως ανύπαρκτο ήταν και το ωράριο εργασίας.

Βεβαίως, ο θεσμός θα επενδυθεί και ιδεολογικά ανάλογα με τις αξίες που επικρατούν σε κάποια περίοδο. Σε κύριο άρθρο με τίτλο : «Εργοδόται και μαθητευόμενοι», η Ασπίς του Άργους (27 Μαΐου 1962), αναδεικνύει με τον καλύτερο ίσως τρόπο την επικρατούσα ιδεολογία για το θεσμό της μαθητείας, «…οι εργαζόμενοι ανήλικοι» σημειώνει ο συντάκτης του άρθρου, «ενώ εκλιπαρούν την πρόσληψιν δια την εκμάθησιν μιας τέχνης, κατόπιν με τας διαφόρους υπέρ αυτών προστασίας, μεταβάλλονται εις αναιδείς και ουχί με διάθεσιν εργασίας, διότι ενώ αυτοί προστατεύονται αφ’ ενός και αφ’ ετέρου δύνανται οποτεδήποτε να εγκαταλείψουν την εργασίαν των, δεν προστατεύεται ο εργοδότης ο οποίος ούτε να τους εκδιώξη δύναται ούτε καν να τους επιπλήξη ή να τους υποδείξη καλλιτέραν απόδοσιν και επίδοσιν». Όμως παρά τις δυσκολίες, ο θεσμός εξακολουθεί να λειτουργεί γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία του.

 

 

Γ. Μέσα και έξω


 

Μια σημαντική διάκριση του χώρου που οργανώνει την εργασία και δια μέσου αυτής τις κοινωνικές σχέσεις, αφορά στις δραστηριότητες που γίνονται «μέσα» σε εργασιακούς χώρους και σε εκείνες που επιτελούνται «έξω» από αυτούς. Η διάκριση επιδρά στη διαμόρφωση κωδίκων συμπεριφοράς τόσο σε επαγγελματικό όσο και κοινωνικό επίπεδο. Γι’ αυτό και η μελέτη της εργοστασιακής εργασίας με όρους πολιτισμικούς, ιδιαίτερα για τις περιόδους έντονης μετανάστευσης, μας αποκαλύπτει την ψυχολογική ένταση που προκαλούσε το νέο είδος εργασίας, η βιομηχανική πειθαρχία και ο «μέσα» χώρος, στους νέους εργαζόμενους. «Η εργοστασιακή εργασία ερχόταν συχνά σε αντίθεση με τα πολιτισμικά πρότυπα συμπεριφοράς αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι είχαν συνηθίσει από την αγροτική ζωή τους να ελέγχουν το χρόνο της ημέρας τους, να έχουν την ανεξαρτησία τους…»[11].

Κατάστημα Τροφίμων και Τυροκομικών προϊόντων, Αφοί Ν. Πετρόπουλοι, Άργος 1956.

Παρ’ ότι χαρακτηρίζει περισσότερο τις μεσογειακές κοινωνίες και άρα, η διάσταση των κλιματολογικών συνθηκών διαδραματίζει το δικό της ρόλο, στην πάροδο του χρόνου διαμορφώνεται μια συγκεκριμένη επαγγελματική νοοτροπία που θέτει στο επίκεντρό της τη δημόσια θέα ως αναπόσπαστο κομμάτι της επαγγελματικής δραστηριότητας. Ακόμα και στις περιπτώσεις επαγγελματικών δραστηριοτήτων που δεν επιτελούνται σε αίθριο χώρο (παρά την ύπαρξη επαγγελματικής στέγης), ο «μέσα» χώρος γίνεται απόλυτα ορατός : η τζαμαρία ενός κουρείου θέτει ταυτόχρονα το όριο μεταξύ του «μέσα» επαγγελματικού χώρου και της «έξω» πραγματικότητας επιτρέποντας στη δεύτερη την απόλυτα ορατή ανάγνωση του πρώτου. Το πόσο σημαντική ήταν η κοινωνική αυτή διάσταση της εργασίας μέχρι και τη δεκαετία του ‘70, αποδεικνύεται και από την αντίστροφη σημερινή πρακτική της «κάλυψης των ορατών σημείων» ενός επαγγελματικού χώρου. Η πρακτική αυτή είναι περισσότερο αστική και ιδιωτική και χαρακτηρίζει τις κοινωνίες καπιταλιστικής ανάπτυξης ιδιαίτερα κατά την περίοδο της ανόδου των αστικών στρωμάτων. 

Η κοινωνική σύνθεση και οι μεταβολές της ακολουθώντας μακροχρόνιες διαδικασίες διαμόρφωσης, επιδρούν μεταξύ άλλων στις επαγγελματικές πρακτικές αλλά και στις χωροθετήσεις. Σημαδεύουν δηλαδή το χώρο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως για παράδειγμα η αρχιτεκτονική και η δόμηση του χώρου.

Στους ιστούς των μεγάλων πολεοδομικών συγκροτημάτων η χωροθέτηση, πραγματική και συμβολική, γίνεται ακόμα και με το διαχωρισμό μεταξύ εργατικών, μικροαστικών και μεγαλοαστικών συνοικιών. Στα μικρότερα πολεοδομικά συγκροτήματα, στις επαρχιακές δηλαδή πόλεις, η διαφοροποίηση αυτή είναι λιγότερο έντονη αλλά καθρεπτίζεται επίσης στο είδος και τη μορφή της κατοικίας καθώς επίσης και στους τρόπους με τους οποίους οργανώνονται τα μέρη του πολεοδομικού ιστού.

 

 

Δ. Ιστορία της εργασίας και Τοπική Αυτοδιοίκηση


 

Η έρευνα για τον κόσμο της εργασίας διαθέτει επίσης μια σημαντική διάσταση ως προς την ίδια την ιστορία των επαγγελμάτων. Όπως ήδη σημείωσα, μπορεί η λογική της επαγγελματικής κινητικότητας να ακολουθεί τα μεταναστευτικά ρεύματα και τις τεχνολογικές εξέλιξης, δεν αλλάζει όμως ριζικά το περιεχόμενό της. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως ακόμα και σήμερα μπορεί κανείς να παρατηρήσει επαγγέλματα που ήδη υπάρχουν ή που ξαφνικά αναβιώνουν και χαρακτηρίζουν προ-καπιταλιστικές ή προ-βιομηχανικές περιόδους.

Ταυτόχρονα, διαμορφώνεται ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται οι κοινωνικές και οι εργασιακές σχέσεις, οι πολιτισμικές αντιστάσεις ή διαφοροποιήσεις, το επίπεδο του τεχνικού πολιτισμού και ο βαθμός αφομοίωσής του, οι τρόποι με τους οποίους νοούνται οι χώροι και σημαδεύονται με εργασιακούς και κοινωνικούς συμβολισμούς. Σε κάθε περίπτωση, ο κόσμος της εργασίας είναι εκείνος που καθορίζει το ανθρωπογενές περιβάλλον και το μεταλλάσσει με τις δραστηριότητές του. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται μια συγκεκριμένη ταυτότητα η οποία χαρακτηρίζει ένα πλήθος ενεργειών και δράσεων.

Μιλήσαμε για τη σημασία του θεσμού της μαθητείας, αλλά ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που πρέπει να διερευνηθεί είναι η εκπαίδευση σε σχολές που οργανώνουν οι επαγγελματίες ή οι βιομήχανοι. Στα 1962, για παράδειγμα, διαβάζουμε σε μια ανακοίνωση της επιχείρησης «Αφοι Λεπτοκαρύδη Ο.Ε» :

«Προς τους γονείς και κηδεμόνας της περιφερείας μας γνωρίζομεν ότι : Διαπιστωθείσης της τεραστίας επιτυχίας του τμήματός μας Κοπτικής και Ραπτικής και αποδειχθέντος του σημαντικού έργου του επιτευχθέντος υπό της Σχολής μας από πάσης πλευράς, αποφασίσαμεν την πρόσληψιν και νέων μαθητριών, βέβαιοι όντες ότι προσφέρομεν εις τα συμφέροντά σας και το μέλλον των παιδιών σας ό,τι ουδείς άλλος ηδυνήθη μέχρι σήμερον.

Εξασφαλίζομεν εκμάθησιν αρίστην εις διάστημα διετίας αναλαμβάνοντες την πλήρη θεωρητικήν και πρακτικήν κατάρτισιν των μαθητριών. Παρέχομεν στέγην και τροφήν δωρεάν, υπέχοντες την ευθύνην δια την εν γένει καλήν διαβίωσίν των και την αγωγήν των» (1962).

Τα στοιχεία αυτά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής ιστορίας και ένα σημαντικό μέρος της έρευνας για την εθνική ιστορία του κόσμου της εργασίας. Η καταγραφή τους δεν αποτελεί ένα απλό ενθύμιο μέσα στο χρόνο, αλλά μια δύσκολη πορεία αυτογνωσίας απαραίτητης για τη διαφύλαξη των κοινωνικών δεσμών και την εξέλιξη της ίδιας της κοινωνίας. Στις σύγχρονες κοινωνίες έχουν γίνει τεράστια βήματα προς την κατεύθυνση της μελέτης και της διαφύλαξης των ιστορικών εμπειριών των τοπικών κοινωνιών. Ας ελπίσουμε πως και στη χώρα μας οι τοπικές κοινωνίες και οι υπεύθυνοι τοπικοί άρχοντες θα θεωρήσουν επίσης ως πρωταρχικό βήμα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξή τους, τη γνώση, το σεβασμό και το διάλογο με το παρελθόν τους.

 

Γεώργιος Κόνδης

Δρ. Κοινωνιολογίας  

 

Υποσημειώσεις


[1] Χρήστου Καραγιάννη, Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1900, Άργος, 1900.

[2] Ασπίς του Άργους, 11 Οκτωβρίου 1936.

[3] Το πρόβλημα υφίσταται ακόμη και σήμερα δημιουργώντας εντονότατα προβλήματα στον οικιστικό αστικό ιστό, αλλά και με σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Το Επιμελητήριο Αργολίδας έχει ήδη ασχοληθεί με το θέμα και μια πρώτη παρουσίαση έγινε στα πλαίσια της διοργάνωσης της έκθεσης «Αργολίδα 2005». Όμως, στο θέμα της δημιουργίας βιομηχανικών πάρκων η Αργολίδα γνωρίζει απελπιστικά μεγάλη καθυστέρηση.

[4] Σχετική παρουσίαση του θέματος γίνεται σε άλλες σελίδες του χριστουγεννιάτικου ένθετου της «Αργολίδας».

[5] Μια σχετική σύγκριση μπορεί να γίνει στο επίπεδο των επαγγελμάτων σύμφωνα με τις υπάρχουσες καταγραφές. Για παράδειγμα, με τον κατάλογο των επαγγελματιών του Άργους που αναδημοσιεύει το περιοδικό «Ελλέβορος» στο αφιέρωμά του για το Άργος, τ. 11, 1994. Βρίσκουμε κάποια συνέχεια σε ορισμένα επαγγέλματα (Γ. Βόγλης, Βυρσοδέψης, 1905 και 1950), αλλά παράλληλα και πολλές αλλαγές σχετικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες.

[6] Ο Στ. Δαμαλίτης έγραψε ένα σημαντικό κείμενο για την ιστορία των μεταλλείων με πολλές πληροφορίες (Εφ. «Αργολίδα», Νοέμβριος, 2001), καθώς και ένα οδοιπορικό στα μεταλλεία μαζί με το δημοσιογράφο Γ. Αντωνίου (Εφ. «Αργολίδα», 6-7 Ιουλίου 2002). Οι φωτογραφίες που διέσωσαν στη μνήμη μας το χώρο των μεταλλείων ανήκουν στο φωτογράφο της Ερμιονίδας, όπως τον αποκαλούν, Στέφανο Αλεξανδρίδη. Είναι τιμή για ένα τόπο να διαθέτει τέτοιους ανθρώπους, που μόνο με την αγάπη τους διέσωσαν και διασώζουν ακόμα τις ιστορικές μας μνήμες. 

[7] Δαναός, 4 Φεβρουαρίου 1896.

[8] Για μια σύντομη αλλά εξαιρετική ανάλυση της γυναικείας εργασίας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, στο : Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. 1900-1922. Οι απαρχές, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, σ. 96-101.

[9] Ό.π., σ.97.

[10] Ανάλυση της σχετικής ειδησεογραφίας γίνεται από το Βασίλη Δωροβίνη σε άρθρο του με τίτλο «Συμβολή στην Ιστορία του συνδικαλιστικού κινήματος στην Αργολίδα. Η απεργία του 1933 στο Άργος», εφ. «Θάρρος», 10-17 Ιουλίου 1984.

[11] Ιστορία της Ελλάδας…, ό.π., σ.101.

Read Full Post »

Θρήνοι για την πόλη του Ναυπλίου


 

Ναυπλιακού λαού φωνή εκ βαθέων στα παιχνίδια της μοίρας του.

 

Αν διεξέλθουμε τους μεγάλους σταθμούς της μακράς Ιστορίας του Ναυπλίου δύσκολα θα ξεχωρίσουμε ευτυχισμένες στιγμές από τις πολλές δραματικές. Γνώρισε το Ναύπλιο στη μακραίωνη, πολυκύμαντη και περιπετειώδη του πορεία πολλά και αλλεπάλληλα στάδια ακμής και παρακμής. Και οι τρικυμιώδεις αναδιπλώσεις της Ναυπλιακής Ιστορίας αποτελούν δραματικό πολύπτυχο, που όποια πτυχή του πιάσουμε και σηκώσουμε θα βρούμε τιμές και μεγαλεία, αλλά και δυστυχίες και συμφορές και σφαγές και κατατρεγμούς και εξανδραποδισμούς.

Τα τελευταία μάλιστα σε τέτοια εναλλαγή, ένταση και συχνότητα, ώστε κάθε ευτυχισμένη περίοδος του Ναυπλιακού λαού να μην αποτελεί παρά το μικρό ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της τελευταίας και της επομένης συμφοράς. Και αυτό χαρακτήριζε όλο σχεδόν το χρονικό φάσμα από την Φραγκοκρατία μέχρι την Επανάσταση του 1821. Κυρίως όμως σχετιζόταν με τις τέσσερις διαδοχικές περιόδους κατοχής από Τούρκους ή Ενετούς και τους πολέμους μεταξύ των δύο αυτών κατακτητών.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Την πρώτη δηλαδή Ενετοκρατία (1440-1540), ακολούθως την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1687) και στη συνέχεια την δευτέρα Ενετοκρατία (1687-1715) και τέλος την δευτέρα Τουρκοκρατία (1715-1822), οπότε η ιστορική πόλις, η πανέμορφη αρχόντισσα του Αργολικού και όλου του Μοριά, απαλλάχθηκε διά παντός από τη βία και την παρουσία των δύο αυτών κατακτητών. Ιδιαίτερα επώδυνες και δυσβάσταχτες για τον πολυπαθή Ναυπλιακό λαό ήταν οι στιγμές που το Ναύπλιο άλλαζε δυνάστη, από τον τελευταίο δηλαδή στον επόμενο κατακτητή, είτε με συνθήκη, είτε εξ εφόδου, μετά σκληρή πάντοτε πολιορκία.

Ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, τον Τούρκο και τον Βενετσιάνο, ασχέτως του ποιος εξ αυτών ήταν κάθε φορά ο επιτιθέμενος και ποιος ο υπερασπιζόμενος τα τείχη του Ναυπλίου, η ιστορική πόλις προσπαθούσε ως οχυρό, ως φρούριο ισχυρό και ένδοξο, να περισώσει το κύρος της και την τιμή της, αρνούμενη να παραδοθεί, όπως κατέγραψε η λαϊκή Μούσα:

 

– Ανάπλι δώσε τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου!

– Πώς να τα δώσω τα κλειδιά, πώς να τα παραδώσω,

πού ‘γώ ‘μ’ Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο·

στην Πόλη και στη Βενετιά μ’ έχουν ζωγραφισμένο!  [1] 

 

Και συνέχιζε παραβάλλοντας το ισχυρό της κάστρο με τα λιγότερο σημαντικά του Νιόκαστρου, της Κορώνης και της Καλαμάτας:

– Τί γάρ και είμαι Νιόκαστρο, Μεθώνη και Κορώνη

και Καλαμάτα ξέφραγη με τις συκιές φραγμένη; … 2 

 

Και αυτά μεν βάζει ο ανώνυμος λαϊκός ποιητής να αναφωνεί το δύσμοιρο και περήφανο, άλλα πάντως απρόσωπο Ναύπλιο. Τη μήνη όμως, τα έκτροπα, τη σκληρότητα και την εκδικητική μανία του νέου κατακτητή, τα δεινά, τις κακουχίες και τις συμφορές, τις ένοιωθε κάθε φορά μέσα κατάβαθα ο πολυπαθής Ναυπλιακός λαός. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η πόλις έπεφτε στα χέρια των Τούρκων, αφού συνήθως η Βενετσιάνικη κατοχή ήταν ηπιώτερη από την τουρκική3.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Πιστεύεται, ιδιαίτερα για την πρώτη Ενετοκρατία, ότι οι κάτοικοι της ωραίας πόλεως κατά την εκατονταετή πρώτη κατοχή των Ενετών, από το 1440 μέχρι το 1540, άρχισαν με την πάροδο του χρόνου σιγά-σιγά να προσαρμόζoνται, να συμβιβάζoνται να εργάζoνται, να φορολογούνται, να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες δια­βιώσεως και εν πάση περιπτώσει να μην αισθάνoνται τόσο βαρύ τον ξένο ζυγό4. Δεν αμφισβητείται βέβαια και σ’ αυτή την περίοδο η στυγνή εκμετάλλευση, άλλα ούτε και η ήπια συμπεριφορά των Ενετών, στα πλαίσια φυσικά της δικής τους γενικώτερης πολιτικής. Υπήρχε μάλιστα τότε και μακρά περίοδος ειρήνης στον αργολικό χώρο.

Και αν δημιουργούνται ταραχές μεταξύ Ενετών του Ναυπλίου και Τούρκων του παρακειμένου Άργους, αυτές τοποθετούνται στην τελευταία τριετία της ενετικής κατοχής, στο διάστημα δηλαδή 1537-1540. Πρόκειται για τη συνεχή τριετή πολιορκία της πόλεως που κατέληξε σε παράδοση στους Τούρκους διά διαπραγματεύσεων. Στην σκληρή αυτή πολιορκία υπέφερε τα πάνδεινα ταλαιπωρούμενος ο Ναυπλιακός λαός. Δεν ήταν μόνον η διάρκεια της πολιορκίας, η πείνα και οι στερήσεις, ούτε οι ανελέητοι βομβαρδισμοί πού σκορπούσαν καθημερινά τον όλεθρο στην πόλη και στους κατοίκους, αλλά ήταν και η εξάπλωση των ασθενειών από τη στιγμή πού οι Τούρκοι έκοψαν τη βασική υδροδότηση της πόλεως για να εκβιάσουν την παράδοση, με αποκορύφωμα την επιδημία της πανώλης πού εξαπλώθηκε ταχύτατα και σε δύο χρόνια, 1538-1539, αποδεκάτισε το ήμισυ σχεδόν του πληθυσμού5.

Την επιδημία της πανώλης ακολούθησε τελική συμφορά: Η παράδοση του Ναυπλίου στους Τούρκους6 με διαπραγματεύσεις, η αποχώρηση έτσι των Ευρωπαίων χριστιανών και η εγκατάσταση των αλλοθρήσκων Οθω­μανών, πού δημιούργησαν θλιβερές εικόνες, αφού οι περισσότεροι των κατοίκων για να αποφύγουν την τουρκική δουλεία αναχώρησαν με τους Ενετούς, για να καταφύγουν σε άλλες ασφαλείς Ενετικές κτήσεις7. Όταν δύο αντίπαλοι συγκρούoνται σε ξένο τόπο, πληρώνει ο τόπος τα επίχειρα της κακίας των μαχόμενων.

Οι μισοί των κατοίκων πέθαναν, όπως είπαμε, από τις κακουχίες και την πανώλη και από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκπατρίσθησαν για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Μεταξύ αυτών και ο πρωτοπαπάς του Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός8, ο οποίος συνέθεσε και αφιέρωσε «θρηνητικόν Κανόνα εις τον πικρόν χωρισμόν της ελεεινής πό­λεως Ναυπλίου9». Χαρακτηριστική η ακροστιχίς: ο πρωτοπαπάς συγκλαίει Ναυπλιέοις ο Μαλαξός. Το κείμενο του Κανόνος διασώθηκε σε ειδικόν κώδικα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων, πού είναι αυτόγραφος του Μαλαξού10.

Μέσα στις εννέα Ωδές του διεκτραγωδείται η δεινή θέση των κατοίκων: Λαός ευκελής των Ναυπλών νυνί ταλαίπωρος γενόμενος, δεύτε άπαντες, γέροντες, νέοι, νήπια, Άνδρες, γυναίκες και τέκνα, και αλλήλων Θρηνήσωμεν την δυστυχίαν την δεινήν και τον πικρόν χωρισμόν11.

Προη­γουμένως όμως ο ίδιος διερωτάται: ποίον κλαυθμόν ποίαν ωδήν δακρυκίνητον και ποίον θρήνων μέλισμα νυν εξηχήσωμεν, Ναυπλιέων οι δήμοι, τη νυν αποδημία και τη στερήσει υμών12…. Σε άλλα σημεία του Κανόνος, εκτός των κατοίκων, συγκλαίει και συνταράσσεται η μητέρα-πόλις, το Ναύπλιον, για τον αποχωρισμό των τέκνων της: Συσσαλεύεται άπασα πόλις Ναυπλίου και στένει τη νυν αποδημία των γεννημάτων αυτής13 Λαόν τον οικείον – πόλις Ναυπλιέων δακρυχέουσα, ανακαλείται και προσφθέγγεται. «μη επιλήθησθε μητρώων των σπλάγχνων, τέκνα μου, και των τροφείων και τον θάλψεων»14.

 

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Εφεξής συμπάσχει το Ναύπλιο μετά της λοιπής Πελοποννήσου υπό την δυσβάστακτη τουρκική κυριαρχία. Αλλά οι Ενετοί θα επανέλθουν και θα δημιουργηθούν και πάλι αναστατώσεις και συμφορές, τόσο όταν θα εγκατασταθούν νικητές το 1687, όσον και όταν αποχωρήσουν ηττημένοι το 1715. Το 1687 οι Τούρκοι αποχωρώντας δεν άφησαν λίθον επί λίθου, ενώ το 1715 νικητές και ηττημένοι, Τούρκοι και Ενετοί, συναγωνίζονταν πως θα ξεθεμελιώσουν τον τόπο λεηλατώντας, καταστρέφοντας και σφάζοντας.

Εκπλήρωσε και πάλι το Ναύπλιο και υπέφεραν γη και άνθρωποι. Όσο για την δευτέρα αυτή ενετική κυριαρχία, 1687-1715, ερχόμενοι το 1687 οι Ενετοί ως ελευθερωτές υπόσχονταν να διώξουν τους δυνάστες Τούρκους και να ελευθερώσουν τον Μοριά. Αλλά οι Ενετοί του 1687-1715 δεν ήσαν οι Ενετοί της πρώτης Ενετοκρατίας 1440-1540. Ετέθησαν τότε τρομερά διλήμματα για τους κατοίκους. Οι Ενετοί απαιτούσαν να συνεισφέρουν και να συμπολεμήσουν οι υπήκοοί τους εναντίον των επερχομένων Τούρκων, ενώ ο επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων Μεγάλος Βεζίρης Αλή Κιουμουρτζή, πιστεύοντας ότι οι Έλληνες είχαν αρχίσει να μη συμπαθούν τους καταπιεστές Ενετούς, κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες για να μεταβά­λει την παθητικότητά τους σε ενεργό συμμετοχή τους εναντίον των Ενετών. Και φαίνεται ότι προ των επαπειλουμένων νέων δοκιμασιών πολλοί από την υπόλοιπη Πελοπόννησο συνέπραξαν με τον Μεγάλο Βεζίρη, κατά τους γνωτούς ελαφρούς υπολογισμούς15. Στο ισχυρά όμως ωχυρωμένο Ναύπλιο, έδρα του Ενετού Προνοητού και της στρατιωτικής ηγεσίας του Μοριά, οι κάτοικοι είτε αμέσως, είτε εμμέσως βρέθηκαν εκ των πραγμάτων στο πλευρό των αμυνομένων Ενετών και πρόβαλαν σθεναρά αντίσταση στους επιτιθεμένους με εκδικητική μανία Τούρκους. Και πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όταν τον Ιούλιο του 1715 η πόλις κυριεύθη­κε16.

Συμφορά, σφαγές και αιχμαλωσίες. Βιαιότητες και κατατρεγμοί. Κλαυθμός και οδυρμός. Τον πόνο του Ναυπλίου μετέβαλαν τότε επώνυμοι και ανώνυμοι στιχουργοί σε θρήνο. Δύο εξ αυτών είναι οι πιο γνωστοί: Ο Κεφαλλονίτης Πέτρος Κατσαΐτης και ο Γιαννιώτης Μάνθος Ιωάννου. Αμφότεροι ήσαν τότε εγκατεστημένοι στο Ναύπλιο και αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Και οι δύο κατώρθωσαν να δραπετεύσουν και να συνθέσουν ο μεν Κατσαΐτης τον «Κλαυθμό Πελοποννήσου προς Ελλάδα», ο δε Μάνθος Ιωάννου την «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως». Και στα δύο αυτά τα μακρόσυρτα ποιήματα γίνεται εκτενής αναφορά στην συμφορά του Ναυπλίου το 1715.

Ο Κατσαΐτης μέσα σε 3.000 περίπου γραφικούς στίχους αναφέρεται στα γεγονότα όπως τα έζησε, όχι όμως ως ιστορικός, αλλά με ένα ξέσπασμα ψυχής, ένα ατελείωτο θρήνο17. Είναι ένας διδακτικός θρήνος με πολύ ενδιαφέρον. Έζησε ο Κατσαΐτης από κοντά τα γεγονότα, αλλά δεν τα αφηγείται ο ίδιος. Βρήκε πρωτότυπο τρόπο εκθέσεως, ένα είδος λογοτεχνικής σκηνοθεσίας. Προσωποποιημένη δηλαδή η Πελοπόννησος επάνω σε ένα βουνό συζητεί με την επίσης προσωποποιημένη Ελλάδα. Μεταξύ των άλλων λεπτομερώς εκτίθενται η πολιορκία και η άλωσις του Ναυπλίου, με αναφορά στον καθόλου βίο της πόλεως προ της συμφοράς. Ο ποιητής έχει ευχέρεια στο λόγο του, λόγο δημώδη με μερικές μόνο παρεκκλίσεις προς τη λογία μορφή εκφράσεως. Η προσωποποιημένη Πελοπόννησος διεκτραγω­δεί την κατάσταση της με λεπτομερή περιγραφή:

 

Στις είκοσι κι οκτώ του Ιουνίου

ξιπλώθη εις τον Κάμπον τ’ Αναπλίου

τ’ αρίφνητο και φοβερό φουσάτο

εγέμισε τον τόπο άνω κάτω…

Διεξήχθη σφοδρή και πεισματώδης μάχη προ των επάλξεων του Ναυπλίου, την άμυνα του οποίου σθεναρά κρατούσαν Ενετοί και Έλληνες, αλλά με την ισχυρή έφοδο του εχθρού τα τείχη γκρεμίστηκαν. Τ’ Ανάπλι κυριεύθηκε. Και ακολούθησε σφαγή άγρια και ανελέητη.

 

Εγιόμισαν οι στράτες φονευμένους

και τα πατάρια απονεκρωμένους.

Τις εκκλησιές τσ’ ευπρεπισμένες

τσ’ εγδύσαν και αφήκαν κουρσεμένες

τους τάφους εξανάσκαψαν να βρούσι

και έβγαλαν τους νεκρούς όπου βρωμούσι.

 

Η Πελοπόννησος θρηνεί στην συνέχεια το Ναύπλιο, το μονάκριβο παιδί της, το φώς των ομματιών της, ψυχή της ίδιας της ψυχής, και καρ­διά της. Στίχοι με λόγια τρυφερά, μοιρολόγι πραγματικό.

 

Ανάπλι, ωχ, ωϊμέ, η ψυχή μου βγαίνει,

Ανάπλι, όνομα χαριτωμένο,

και πως εγίνηκες δυστυχισμένο.

Ανάπλι πάντα θέλω να σε κλαίγω

και πικρολόγια να σε λέγω.

Και πως μπορεί η γλώσσα μου ν’ αρχίση,

τα μάτια να μη τρέχουνε σαν βρύση,

να χύνω δάκρυα από την καρδιά μου

να κλαίγω εσέν κι εμέ την συμφορά μου.

 

Τέλος, με την αναδρομή στη χαμένη δόξα του Ναυπλίου, στις γυναίκες, στις νεάνιδες με την καταστόλιστη παρουσία τους, ευγενικές όπως λέ­γει, κι αγγελοκαμωμένες, η μητέρα Πελοπόννησος μεταβάλλει το πονεμένο μοιρολόγι σε προσευχή και ικεσία προς τον μεγαλοδύναμο Θεό:

Μέγας και φοβερός είν’ ο θυμός σου,

μα μεγαλύτερο το έλεος σου.

Ο Μάνθος Ιωάννου τώρα που συνελήφθη κι αυτός αιχμάλωτος και μεταφερόταν στα στρατόπεδα, από όπου κάποια στιγμή δραπέτευσε, συνέθεσε θρήνο με τίτλο, όπως είπαμε «Συμφορά και αιχμαλωσία Μορέως»18. Υπήρξε πράγματι συμφορά. Πρωτόγονη και πρωτόγνωρη σε ένταση και βία, σε σφαγές και κατατρεγμούς. Ο μακρόσυρτος θρήνος του Μάνθου σε ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, κυκλοφορούσε τυπωμένος στη σύγχρονη γενεά, σαν μοιρολόγι παρηγοριάς.

Λιγότερο όμως ποιητικός από τον «Κλαυθμό» του Κατσαΐτη ο στίχος του Μάνθου Ιωάν­νου είναι περισσότερο ρεαλιστικός. Δεν προβάλλει τους στοχασμούς του ποιητή. Αφηγείται. Φωτίζει τα γεγονότα με ρεαλιστική ζωντάνια, πού κρα­τάει σε ένταση και αγωνία την προσοχή του αναγνώστη. Ο Κατσαΐτης στο θρήνο του μοιρολογεί, συγκινεί και παρηγορεί. Ο Μάνθος Ιωάννου συνε­γείρει, συγκλονίζει και συναρπάζει, αφηγούμενος και φωτίζοντας τα γεγο­νότα. Ιδού μία σχετική περικοπή:

 

Την ίδια μέρα μπήκανε στ’ Ανάπλι με τη βία, 

τότε να ιδής πώς άρπαζαν γυναίκας και παιδία.

Σάββατο ημέρα πάρθηκε κι ήταν κοντά στο γέμα

πού μέσ’ στ’ Ανάπλι έτρεχε ωσάν ποτάμι το αίμα.

Τότε να ιδής τόσα κορμιά των χριστιανών κομμένα

και να μην εγνωρίζωνται, στο αίμα τυλιγμένα.

 

Ο Μάνθος κάνει λόγο για αίμα, για αδιάκριτη σφαγή ανδρών και γυναικών, αλλά και αρπαγή παιδιών και κορασίδων:

 

Οι μάνες να φλογίζονται, να καίγετ’ η καρδιά τους

Καθώς αρπάζαν τα παιδιά από την αγκαλιά τους.

Να βλέπης τ’ άλλα τα παιδιά στις στράτες πού περνούσαν

οι Τούρκοι με τα πόδια τους πώς τα τζαλοπατούσαν.

Κι οι κορασίδες οι εύμορφες όπου ήταν φυλαμένες,

και σήμερα να τις θωρής γυμνές και σκλαβωμένες,

όπου ποτέ δεν έβγαιναν μήτε στο παραθύρι,

τώρα ξυπόλητες γυρνούν στην τέντα του Βεζίρη.

Να βλέπης μάτια Χριστιανών να τρέχουν σαν την βρύση

καθώς τους διαμοιράζασι σ’ ανατολή και δύση.

Κλάψετε όλος ο Μοριάς, τ’ Ανάπλι το καημένο

σε μίαν ώρα έμεινε ωσάν χαρατζωμένο.

Κλάψετε σεις οι ιερείς, τραβάτε τα μαλλιά σας

τι εχάσατε τις εκκλησιές κι όλα τα ιερά σας.

Εικόνες οι ευγενικές, παλαιές ιστορημένες

και σήμερα τις θεωρείς στις στράτες τζακισμένες.

 

Στον αβάσταχτο πόνο για τις τρομερές σφαγές, τον όλεθρο και τη συμφορά του Ναυπλίου καλεί ο ποιητής να συμμετάσχουν τη φύση, τα δέντρα, τις πέτρες, τα βουνά, τα ποτάμια, τις πηγές, τα πουλιά, και τα αστέρια:

«Κι σεις πέτρες ραγίσετε, δέντρα να ξηρανθήτε,

βουνά και όρη κλάψετε και όλα λυπηθήτε,

βρύσες μην τρέξετε νερό, ποτάμια ξεραθήτε,

και περιβόλια εύμορφα το Μάη μην ανθήτε.

Ω Ήλιε κρύψε σου το φώς, αστέρια θαμπωθήτε,

και σεις πουλιά του ουρανού πάψτε να κελαδήτε».

Και εδώ, όπως λέει ο σύγχρονός μας ποιητής,

σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν και οι καμπάνες,

σωπαίνει κι ο μικρός ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του.

Μα πάν’ στη πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει.

Μονάχος και αβοήθητος. Της λευτεριάς ταμένος…19

Τη ρωμιοσύνη μην τη κλαις· εκεί πού πάει να σκύψη,

με τον σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο,

να τη! Πετιέται από ξαρχής και αντρειεύει και θεριεύει,

και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»20.

 

 Φθάνουμε έτσι στο τέλος της μακράς αυτής αναδρομής, στο Νοέμβρη του 1822, όταν ανήμερα του Αγίου Ανδρέου τ’ Ανάπλι παραδόθηκε. Τη φορά αυτή στον λεύτερο πια λαό του.

 

Ελένη Κυριακοπούλου, Νομικός – Επίτ. Δ/ντρια  Υπουργ. Οικονομικών.

Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήναι, 2006.

 

 

 

 

Υποσημειώσεις:


 

[1] Δημ. Πετροπούλου, Ιστορικά δημοτικά τραγούδια της Πελοποννήσου, «Πελοποννησιακά», τ. Α’ (1956), σ. 174, 178.

2 Αυτόθι, σ. 177.

3 Θάνου Δ. Κριμπά, Η Ενετοκρατουμένη Πελοπόννησος, «Πελοποννη­σιακά», τ. Α’ (1956), σ. 325. Βλ. κ. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, εκδ. Β’, Αθήναι 1950, σσ. 85 κ.έπ.

4 Βλ. Παπαρηγοπούλου, Ιστορ. Ελλ. Έθν., τ. 5, σ. 608. Πρβλ. Daru, Histoire de la république de Venise, 1853, τ. 5, σ. 143-148, M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ αν.

5 Αθαν. Κονδύλη, Ο λοιμός (πανώλη) του Ναυπλίου (Άνοιξη 1538 – Κα­λοκαίρι 1539) κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλεως από τους Τούρκους (1537-1540), «Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών», Τρίπολις 2000, τ. 3ος , σ. 209 κ.έπ. Πρβλ. D. Ρ an ζ ac, La peste dans l’Empire Ottoman, 1700-1850, Editions Peeters, Louvain 1985, σσ. 221-225. Βλ. κ. Κ. Κωστή, Στον καιρό της πανώλης, Ηράκλειο 1995, σσ. 159-160.

6 Για την πολιορκία του Ναυπλίου (1537-1540) από τους Τούρκους βλ. Δω­ροθέου Μονεμβασίας Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, σ. 442. P. Paruta, Degli istorici delle cose veneziane i quali hanno scritto per publico decreto, Βενετία 1718, tomo 3, libro 8, σ. 707. M. Λαμπρυνίδου, ενθ’ άν. σσ. 80-81, πρβλ. Αθαν. Κονδύλη, ενθ’ άν., σ. 209 κ.επ.

7 Βλ. ενδεικτικώς Μαριάνας Κολυβά-Καραλέκα – Ερρίκου Μούτσου, Αποκα­τάσταση Ναυπλιωτών και Μονεμβασιωτών προσφύγων στην Κρήτη το 1548, Byzanti­nisch-Neugriechische Jahrbücher 22 (1983), σ. 375-452.

8 Περί του βίου και των έργων αυτού, βλ. Κ. Δ. Μέρτζιου, Περί Νικολάου Μαλαξού, Πρωτοπαπά Ναυπλίου, Εφημερίου Ελληνικής Κοινότητας Βενετίας, περιοδ. «Στάχυς», τχ. 6-7, σσ. 69 κ.έπ., Ιούλιος-Δεκέμβριος 1966, Βιέννη, έκδ. Ι. Μη­τροπόλεως Αυστρίας». Πέτρου Πετρή, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, «Πελοποννησιακά», τ. 3-4 (1960), σσ. 348 κ.έπ., όπου και σχετ. βιβλιογραφία.

9 Ο «θρηνητικός Κανών» εδημοσιεύθη από τον Πέτρο Πετρή εις Επετηρίδα Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 8-9, 1958-1959 (1961), σσ. 57 κ.έπ. Μνεία του Κανόνος αυτού κάμνει και ο Ε. Legrand, Bibliograpjie Hellenique … aux XV-XVI siècles, τομ. 1, Paris 1885, σ. 305.

10 Συγκεκριμένα, στον υπ.’ αρ’ 369 (φ. 80′-86ν) ελληνικό κώδικα αυτής. Αντίγραφο του πρωτοτύπου και αυτογράφου αυτού κώδικος, μετά μικρών τίνων παραλλαγών, αποτελεί ο υπ.’ αρ’ 917 (φ. 139-142) κώδιξ της εν Αθήναις Εθνικής Βιβλιοθήκης.

11 Ωδή Ζ’, φ. 84, στχ. 57-59.

12 Ωδή Α’, φ. 80, στχ. 9-10.

13 Ωδή Δ’, φ. 82, στχ. 30-31.

14 Ωδή Θ’,φ. 86, στχ. 89-91.

15 Βλ. ενδεικτικώς Αλέξη Μάλλιαρη, Η τουρκική εισβολή στη βενετική Πελοπόννησο (1715) και η στάση του πληθυσμού έναντι Βενετών και Τούρκων, Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολις 24-29 Σεπτ. 2000, τ. 3ος , σ. 424.

16 Βλ. Μιχ. Σακελλαρίου, Η ανάκτησις της Πελοποννήσου υπό των Τούρκων έν έτει 1715, «Ελληνικά», τ. Θ’ (1936) σσ. 221-240. Πρβλ. Ευτυχίας Λιάτα, Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715), Μνήμων 5 (1975), σ. 101-156. Κων/νου Βακαλοπούλου, Νέες ειδήσεις για την πτώση του Ναυπλίου (1715), Θησαυρίσματα 16 (1979), σ. 269-277.

17 Εμ. Κριαρά, Κατσαΐτης, «Ιφιγένεια», «Θυέστης», «Κλαθμός Πελοπον­νήσου», Αθήνα 1950. Ανάλυση του ποιήματος βλ. υπό Τ. Αθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τ. Α’, Αθήναι 1969, σσ. 208-220.

18 Το ποίημα εξεδόθη το 1875 στη Βενετία και έκτοτε επανειλημμένως. Βλ. Ε. Legrand, Bibliothèque Grecque Vulgaire, τ. III, Paris 1881, σσ. 280 κ.έπ. Για τον στιχουργό βλ. Δ. Μ. Μ ιχαηλίδη, Ο Ηπειρώτης ποιητής Μάνθος Ιωάννου και το έργον του, «Ηπειρωτική εστία», ετ. ΙΗ’ (1969), σσ. 598 κ.έπ. Τ. Α. Γριτσοπούλου, Σημειώσεις περί Μάνθου Ιωάννου, «Πελοποννησιακά», τ. Ζ’ (1969-70), σσ. 393-395.

19 Γιάννη Ρίτσου, 18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, τραγ. 17, «Ο Ταμένος».

20 Γιάννη Ρίτσου, ενθ’ άν., τραγ. 18, «Η Ρωμιοσύνη».

Read Full Post »

Λιαλιάτσης Πάνος (1936-2025)


 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

Ο Πάνος Λιαλιάτσης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1936. Περάτωσε το γυμνάσιο Ναυπλίου το 1955 και πέτυχε στη Θεολογική και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφτηκε στην πρώτη, την οποία περάτωσε το 1961 ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Παράλληλα, παρακολου­θούσε τα μαθήματα της Φιλοσοφικής. Πέτυχε στις εξετάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης το 1962 και εργάστηκε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου από το 1962 μέχρι το 1972, που προσλήφθηκε στην επαγγελματι­κή εκπαίδευση (Δημόσια κατωτέρα τεχνική σχολή Άργους και τεχνικό και επαγγελματικό λύκειο Ναυπλίου). Το 1992 συνταξιοδοτήθηκε από τη μέση Εκπαίδευση. Το 1963 πήρε υποτροφία της Καθολικής Εκ­κλησίας και παρακολούθησε μαθήματα Βυζα­ντινής Φιλολογίας στο Καθολικό Ινστιτούτο, στο Παρίσι και στη Σορβόννη, τα οποία διέκοψε λόγω ασθενείας.

Ως μαθητής γυμνασίου δημοσίευσε ποιήμα­τα (1952-1955) στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» και σε άλλες εφημερίδες του Ναυ­πλίου και του Άργους. Τα πρωτόλεια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Σπίτι του παιδιού» που διηύθυνε ο δημοσιογράφος Άγγελος Μεταξάς την περίοδο εκείνη. Ως φοιτητής δημοσίευσε ποιήματα στη «Φι­λολογική Βραδυνή» που διηύθυνε ο Μπάμπης Κλάρας.

Εμφανίστηκε επίσημα στα Γράμματα το 1965 με την ποιητική συλλογή «Ο Φράχτης» που απέσπασε ενθαρρυντικές κριτικές. Το 1985 δημοσίευσε τον «Κύ­κλο της αγρύπνιας» και το 1991 τη «Χαρμολύπη», που απέσπασε το βραβείο ποίησης της Ελληνι­κής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Τέλος, το 1995 δημοσίευσε την ολιγοσέλιδη συλλογή «Της Ογδόης ημέρας» με ποιήματα φιλοκαλικά.

Δοκίμια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στον τοπικό Τύπο (1962-2014) στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στη «Νέα Εστία», στην «Επο­πτεία», στη «Σύναξη» και σε άλλα λογοτεχνικά φύλλα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης εξέδωσε το 1972 τον «Πιπιά» του Αντ. Λεκόπουλου – Αναπλιώτη, την «Αργολική Λογοτεχνία 1830 – 1993» (1994) και άλλες ελάσσονες μελέτες: Το κάψιμο του Ιού­δα, Η Ασίνη ως ποιητικό σύμβολο

Άλλα έργα του είναι η «Ναυπλιακή Ανθολογία» (1969), το «Ναύπλιο» (τουριστικός οδηγός), κ.ά. Μετέφρασε από τα Γαλλικά το βιβλίο του Et. Trocmé «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» και του Jean Danielou «Αγία Γραφή και Λειτουργία» και άλλα δοκίμια.

Το 2002 εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ελλέβορος», «Τα Ποιήματα 1965- 1995», τα οποία το 2014 επανεκδόθηκαν με την προσθήκη δύο ποιημάτων και με τον νέο τίτλο «Λυρικό Ημερολόγιο» από τις εκδόσεις της «Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού».

Ο Πάνος Λιαλιάτσης πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, λόγων, έργων, ιδεών την 25η Απριλίου 2025. Η εξόδιος ακολουθία ετελέσθη το Σάββατο 26 Απριλίου, στις 11 το πρωί, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, Πρόνοιας, Ναυπλίου. Η ταφή έγινε στη γενέτειρά του, την Ασίνη.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

Το άρθρο που παραθέτουμε γράφτηκε από τον Henri Tonnet, διδάκτορα της Κλασικής Φιλολογίας  και Nέας Ελληνικής Φιλολογίας, στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Παρισιού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 3/6/2003.

 

Πάνος Λιαλιάτσης: «Τα ποιήματα 1965-1995», Εκδόσεις «Ελλέβορος», Άργος, 2002.

 

Με τη συλλογή «Tα ποιήματα» που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία επί 30 χρόνια και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των «Ποιημάτων», στο «Bραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης».

Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή –μερικές φορές κρυστάλλινη– ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες».

Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη.

Tο πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Eλευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής»(βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Mερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Aυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία –και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής– στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Aλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Aκόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Aγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση –την ψευδαίσθηση;– μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π.Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Aνάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Eλένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς.

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Τρικούπη  Σοφία (1838-1916)

 


 

Σοφία Τρικούπη

Κόρη του Σπυρίδωνα και της Αικατερίνης Τρικούπη και αδελφή του Χαρίλαου Τρικούπη. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1838. Μεγάλωσε και μορφώθηκε στην αγγλική πρωτεύουσα και συναναστράφηκε τον κύκλο των επιφανών πολιτικών, καθηγητών και ευγενών ανδρών που είχε η οικογένεια. Με ευρύτητα καλλιέργειας και ισχυρό πνεύμα, έγινε κοινωνός των ιδεών και των σκέψεων του μεγάλου αδελφού της , για τον οποίο αισθανόταν αληθινό θαυμασμό, αφοσίωση και λατρεία.

Μετά το θάνατο των γονέων της, η ζωή της δόθηκε αμέριστα στην λατρεία  και την υπηρεσία του Χαρίλαου Τρικούπη. Το σπίτι της υπήρξε το κέντρο των ανώτερων διπλωματικών, πολιτικών και κοινωνικών συγκεντρώσεων. Οι αίθουσες στο σπίτι της Σοφίας Τρικούπη ήταν αυτές που έφεραν σε επικοινωνία την Ελλάδα με την Ευρώπη. Δεν υπήρχε μέλος  ηγεμονικής οικογένειας, δεν  υπήρχε επίσημος ή  επιφανής ξένος διερχόμενος από την Αθήνα, ο οποίος να μην επιζητούσε να επισκεφθεί τη Σοφία Τρικούπη, είτε όπως αρχικά συνέβαινε παρευρισκόταν  ο αδελφός της, είτε όχι. Είναι  ίσως  μοναδικό το παράδειγμα στην ιστορία  γυναίκας με τέτοιο εξαιρετικό χαρακτήρα.

Αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της, στη λατρεία και αφοσίωση του μεγάλου αδελφού της και στεκόταν στο πλευρό του σ’ όλη του τη ζωή , προσπαθώντας να τον απαλλάξει απ’ όλες τις μικροστενοχώριες και τις ενοχλήσεις που ήταν συνυφασμένες  με τη ζωή ενός πολιτικού.

Εξαιρετική φυσιογνωμία της νεώτερης Ελλάδας, η Σοφία Τρικούπη υπήρξε όπως γράφτηκε: « η ιδεώδης κόρη, αλλά και η ιδεώδης αδελφή, διανύσασα όλον τον βίον αυτής με μίαν ιδέαν, μίαν πίστιν, ένα αίσθημα προς τον μεγάλον αδελφόν της». Η ζωή της  Σοφίας Τρικούπη , αναπόσπαστη από την ύπαρξη του Χαρίλαου Τρικούπη, έληξε ουσιαστικά με το θάνατο του αδελφού της (1896) στις  Κάννες. Κλείσθηκε έκτοτε στο σπίτι της ζώντας με την ανάμνηση εκείνου. Απεβίωσε μετά από σύντομη ασθένεια το 1916 σε ηλικία 78 ετών, διατηρώντας μέχρι τελευταίας στιγμής όλη τη διαύγεια της ισχυρής διανοίας της.

Ο Φρέντι Γερμανός το 1992 εξέδωσε  το ιστορικό μυθιστόρημα «Γυναίκα από βελούδο», το οποίο αναφέρεται στη ζωή της Σοφίας Τρικούπη. Η  «Γυναίκα από βελούδο»,  πέρασε το 1985 κι από την ελληνική τηλεόραση, με τη μορφή του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ. Το σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Φρέντυ Γερμανός, επιλέγοντας τη Νίκη Τριανταφυλλίδη για το ρόλο της Σοφίας Τρικούπη και τον Αντώνη Αντωνίου γι’ αυτόν του Δηλιγιάννη.

Στην περίληψη του βιβλίου διαβάζουμε:

«Η ζωή της Σοφίας Τρικούπη, της «γυναίκας από βελούδο», μοιάζει με σενάριο – όπως άλλωστε συμβαίνει με τη ζωή κάθε μεγάλης ντίβας. Μεγαλωμένη στους ανθισμένους κήπους του Μπάκινγχαμ, κάτω απ’ το στοργικό βλέμμα της βασίλισσας Βικτώριας, γνώρισε πολύ νωρίς όλα τα διάσημα ονόματα του αιώνα της, τον Βίσμαρκ, τον Ντισραέλι, τον Τέννυσον, τον Κάιζερ, τον τσάρο Νικόλαο – ακόμα και τον Ανδρέα Κάλβο, που ζούσε τότε στην Αγγλία. Αργότερα, στην Αθήνα του 1880, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο αιχμηρές συμπληγάδες – την αφοσίωσή της για τον αδερφό της, τον Χαρίλαο Τρικούπη, και τον έρωτά της για τον ανελέητο αντίπαλό του, τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη.* Το βελούδο όμως δεν ξέφτισε. Ήταν πάντα η περήφανη ντίβα. Την πολιορκούσαν όλοι οι διάσημοι εραστές της εποχής, από τον Γεώργιο τον Α´ μέχρι τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Όμως εκείνη έμεινε πιστή ως το τέλος της ζωής της στον μεγάλο έρωτα – «τον πικρό έρωτα», όπως συνήθιζε να λέει στα γεράματά της».

* Η Λύντια Τρίχα στο βιβλίο της, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια βιογραφική περιήγηση», σελ, 183, σημειώνει: Από τα σωζόμενα έγγραφα και τις οικογενειακές αναμνήσεις καθίσταται σαφές ότι ο  Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο Χαρίλαος Τρικούπης και η Σοφία Τρικούπη, κατά την δεκαετία του 1860 είχαν θερμές φιλικές σχέσεις που αργότερα διαλύθηκαν. Δεν υπάρχει όμως καμία απολύτως ένδειξη για το φημολογούμενο ειδύλλιο μεταξύ Σοφίας και Δηλιγιάννη, που αποτέλεσε πριν από μερικά χρόνια και θέμα μυθιστορήματος.          

  

Πηγές

 


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Τρικούπη  Αικατερίνη (1800-1871)


 

Η Αικατερίνη Τρικούπη γύρω στα 1860.

Αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του Χαρίλαου και της Σοφίας Τρικούπη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1800. Καταγόταν από τη μητέρα της από την ηγεμονική οικογένεια των Καρατζά και από τον πατέρα της από την οικογένεια των Μαυροκορδάτων. Η Αικατερίνη ήταν κόρη του εγγονού του πρώτου πρίγκιπα Μαυροκορδάτου. Ο πατέρας της Νικόλαος (1744-1818), ο παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, υπήρξε λόγιος και υψηλόβαθμος αξιωματούχος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ενώ η μητέρα της Σμαράγδα  ήταν κόρη του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.

Όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση η Αικατερίνη ζούσε στην Κωνσταντινούπολη με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της. Κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου είδε το σπίτι της να παραβιάζεται και τον αδελφό του πατέρα της ανασκολοπισμένο. Κατόρθωσε να γλυτώσει τη σύλληψη καταφεύγοντας στο σπίτι ενός Άγγλου ιερέα. Με τη βοήθεια του ιερέα αυτού, του αδελφού της Αλέξανδρου αλλά και του Σπυρίδωνα Τρικούπη, κατάφερε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη,  μαζί με την μητέρα και την αδελφή της, και να φτάσει στο Ναύπλιο τον Οκτώβριο του 1825.

 

Πορτραίτο της Αικατερίνης Τρικούπη (12 Φεβρουαρίου 1861, Λονδίνο) αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του πρωθυπουργού και ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του επίσης πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη και της Σοφίας Τρικούπη. Έργο του Γάλλου φωτογράφου Camille Silvy (1834-1910).

 

Τον Ιανουάριο του 1826 παντρεύεται στο Ναύπλιο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, γάμο συμφωνημένο από τον αδελφό της και τον Τρικούπη όσο εκείνη βρισκόταν ακόμη στην Πόλη. Θα αποκτήσουν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα* και ο Όθων**, σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος, μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία.

Η Αικατερίνη, μεγαλοπρεπής στο παράστημα, έκτακτης μόρφωσης, προσηνής και ευχάριστη στους τρόπους, ήταν υπόδειγμα γυναίκας επιφανούς, μητέρας και συζύγου μοναδικής. Στις αυλές του Παρισιού και του Λονδίνου, όπου ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν πρεσβευτής, είχε καταλάβει λόγω των χαρισμάτων της εξαιρετική θέση. Πέθανε στην Αίγινα, όταν πνίγηκε ενώ κολυμπούσε στην παραλία μπροστά από το σπίτι τους, σε ηλικία 71 ετών, στις 15 Ιουλίου 1871.

Υποσημειώσεις


 

* Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

 

Πηγές

 


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Ο Λαμαρτίνος στο Ναύπλιο του 1832


 

Ο Αλφόνσος Λαμαρτίνος (Alphonse de Lamartine 1790 – 1869), γνωστός από το έργο του «Ποιητικοί Στοχασμοί» , έργο  που θεωρήθηκε ορόσημο του ρομαντισμού, το 1832 πραγματοποίησε ένα ταξίδι αναψυχής στην Ανατολή, με βασικούς σταθμούς την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Συρία και τον Λίβανο. Τότε, η πολύ πρόσφατα απελευθερωμένη Ελλάδα παρουσιάζει εικόνα ερήμωσης και καταστροφής. Αυτήν την Ελλάδα θα δει ο ποιητής και θα την αποτυπώσει στο ημερολόγιο καταστρώματος που κρατάει, αρχίζοντας από τις  ακτές του Ναυαρίνου, όπου φτάνει στις 6 Αυγούστου. Οι ταξιδιωτικές εξιστορήσεις του εκδόθηκαν σχεδόν αμέσως,  το 1835, σε τετράτομο έργο με τον τίτλο,  «Souvenirs impressions, pensées et paysages pendant un voyage en Orient (1832-1833) ou notes d’un voyageur, par M. Alphonse de Lamartine, membre de l’Académie Française En quatre volumes Paris Librairie de Charls Gosselin, Librairie de Furne, 1835», κυρίως για οικονομικούς λόγους. Το έργο γνωρίζει τεράστια επιτυχία, το 1841 παίρνει τον οριστικό τίτλο  «Voyage en Orient», και ως το 1868 τυπώνεται πάνω από δεκαπέντε φορές. Ας δούμε τη γράφει  ο Λαμαρτίνος για την Αργολίδα και ειδικότερα για το Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1832. 

 

 

Alphonse de Lamartine - Πίνακας του Decaisne (1839).

[…] Μπαίνουμε σ’ έναν ευρύχωρο κόλπο, είναι ο Αργολικός κόλπος· έχουμε τον άνεμο πίσω μας και τρέχουμε γρήγορα σαν γλάροι που πετούν· τα βράχια, τα βουνά, τα νησιά των δύο παραλιών φεύγουν μπροστά μας σαν σκοτεινά σύννεφα. Νυχτώνει· διακρίνουμε κιόλας τον βυθό του κόλπου, μολονότι έχει δέκα λεύγες βάθος· τα κατάρτια τριών στόλων που είναι αγκυροβολημένοι μπροστά στο Ναύπλιο διαγράφονται σαν χειμωνιάτικο δάσος με φόντο τον ουρανό και την πεδιάδα του Άργους.

Σε λίγο σκοτεινιάζει εντελώς· ανάβουν φωτιές στις πλαγιές των βουνών και στα δάση όπου οι Έλληνες βοσκοί φυλάνε τα κοπάδια τους· τα πλοία ρίχνουν τον βραδινό κανονιοβολισμό. Βλέπουμε διαδοχικά τη λάμψη από τις μπουκαπόρτες των εξήντα αραγμένων σκαφών, όμοια με τους δρόμους μιας μεγαλούπολης η οποία φωτίζεται από τα φανάρια της· μπαίνουμε σ’ αυτόν τον λαβύρινθο των πλοίων και ρίχνουμε άγκυρα αργά τη νύχτα κοντά σ’ ένα μικρό φρούριο που προστατεύει τον όρμο του Ναυπλίου, απέναντι από την πόλη, κάτω από τη σκιά του κάστρου του Παλαμηδιού.

 

9 Αυγούστου 1832

Σηκώνομαι με την ανατολή του ήλιου για να δω επιτέλους από κοντά τον Αργολικό κόλπο, το Άργος, το Ναύπλιο, τη σημερινή πρωτεύουσα της Ελλάδας. Τέλεια απογοήτευση: το Ναύπλιο είναι μια άθλια κωμόπολη, χτισμένη στο άκρο ενός βαθιού και στενού κόλπου, πάνω σε μια λουρίδα γης πεσμένη από τα ψηλά βουνά που δεσπόζουν σε όλη την ακτή· τα σπίτια δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό· έχουν το σχήμα των πιο κοινών χωριάτικων κατοικιών της Γαλλίας ή της Σαβοΐας.

Τα περισσότερα είναι κατεστραμμένα και οι τοίχοι τους, γκρεμισμένοι από τις κανονιές του τελευταίου πολέμου, βρίσκονται ακόμα σωριασμένοι καταμεσής του δρόμου. Στην παραλία υψώνονται δυο-τρία καινούργια σπίτια, βαμμένα με χτυπητά χρώματα, ενώ μερικά καφενεία και ξύλινα μαγαζιά είναι χτι­σμένα πάνω σε πασσάλους που προχωρούν μέσα στη θάλασσα: αυτά τα πλωτά καφενεία και οι εξέδρες είναι κατειλημμένα από μερικές εκατοντάδες Έλληνες που φορούν τις πιο επιτηδευμένες αλλά και τις πιο βρόμικες φορεσιές· καθισμένοι ή ξαπλωμένοι στα σανίδια ή πάνω στην άμμο σχηματίζουν διάφορες γραφικές ομάδες.

 

 

Οι φυσιογνωμίες είναι ωραίες, αλλά θλιμμένες και άγριες· το βάρος της αργίας φαίνεται σε κάθε τους στάση. Η τεμπελιά των Ναπολιτάνων είναι γλυκιά, ήσυχη και εύθυμη: είναι η νωχέλεια της ευτυχίας· η τεμπελιά αυτών των Ελλήνων είναι βαριά, δύσθυμη, σκυθρωπή· είναι ένα ελάττωμα που αυτοτιμωρείται. Αποστρέφουμε το βλέμμα μας από το Ναύπλιο, για να θαυμάσουμε το όμορφο κάστρο του Παλαμηδιού· κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το βουνό που υψώνεται πάνω από την πόλη· τα τείχη με τις επάλξεις είναι σαν τη δαντελωτή επιφάνεια ενός φυσικού βράχου.

Πού είναι όμως το Άργος; Ένας απέραντος κάμπος, άγονος και γυμνός, σπαρμένος με έλη, απλώνεται και στρογγυλεύει στο βάθος του κόλπου, περιτριγυρισμένος από γκρίζες οροσειρές. Στο βάθος του κάμπου, σε απόσταση δύο λευγών περίπου προς το εσωτερικό, διακρίνουμε ένα ύψωμα που έχει στην κορφή του μερικά οχυρωματικά τείχη και προστατεύει με τη σκιά του μια γκρεμισμένη κωμόπολη: αυτό είναι το Άργος.

Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο τάφος του Αγαμέμνονα. Τι με ενδιαφέρει όμως ο Αγαμέμνων και το βασίλειό του; Αυτές οι ιστορικές και πολιτικές παρελθοντολογίες έχασαν το ενδιαφέρον του καινούργιου και του αληθινού. Το μόνο που θα ‘θελα να δω είναι μια κοιλάδα της Αρκαδίας· προτιμώ ένα δέντρο, μια πηγή στα ριζά του βράχου, μια ροδοδάφνη στην όχθη ενός ποταμού, κάτω από την γκρεμισμένη καμάρα μιας γέφυρας σκεπασμένης με κληματσίδες, παρά το μνημείο κάποιου κλασικού βασιλείου που δεν ανακαλεί πια τίποτα στον νου μου, εξόν από την πλήξη την οποία μου έδωσε στα παιδικά μου χρόνια.

 

10 Αυγούστου 1832

Περάσαμε δύο μέρες στο Ναύπλιο· η Τζούλια [η κόρη του] με ανησυχεί πάλι. Θα μείνω λίγες μέρες ακόμα εδώ ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Μένουμε στη στεριά, στο δωμάτιο ενός άθλιου πανδοχείου, απέναντι από έναν ελληνικό στρατώνα. Οι στρατιώτες είναι όλη μέρα ξαπλωμένοι κάτω από τη σκιά των ξεχαρβαλωμένων τοίχων, μέσα στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης· οι φορεσιές τους είναι πλούσιες και γραφικές· στα χαρακτηριστικά τους έχουν αποτυπωθεί η αθλιότητα, η απελπισία και όλα τα άγρια πάθη που ανάβει και συδαυλίζει στις άγριες ψυχές ο εμφύλιος πόλεμος. Αυτόν τον καιρό στον Μοριά βασιλεύει τέλεια αναρχία.

Οι φατρίες αλληλοεξοντώνονται συνεχώς και ακούμε τις τουφεκιές των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων, που πολεμούν από την άλλη πλευρά του κόλπου ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα. Κάθε φορά όπου έρχεται ταχυδρομείο από τα βουνά, μαθαίνουμε για μια πυρκαγιά σε κάποια πόλη, για τη λεηλασία μιας πεδιάδας, για τη σφαγή ενός πληθυσμού από τη μια ή την άλλη μερίδα που καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα. Δεν μπορείς να βγεις από το Ναύπλιο χωρίς να κινδυνέψεις να φας καμιά τουφεκιά.

Ο πρίγκιπας Καρατζάς* έχει την καλοσύνη να μου παραχωρήσει μια συνοδεία από τα παλικάρια του για να πάω να επισκεφτώ τον τάφο του Αγαμέμνονα, και ο στρατηγός Κορμπέ,** που διοικεί τα γαλλικά στρατεύματα, βάζει κι αυτός ένα δικό του στρατιωτικό απόσπασμα· αρνούμαι· δεν θα ‘θελα, από ένα κενό ενδιαφέρον για κάποιο αξιοθέατο, να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή μερικών ανθρώπων, είναι κάτι που δεν θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου.

 

12 Αυγούστου 1832 

Η Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. François Marie Joseph Estourmel.

Σήμερα το πρωί παρακολούθησα μια συνεδρίαση του ελληνικού κοινοβουλίου.*** Η αίθουσα είναι ένα ξύλινο υπόστεγο· οι τοίχοι και η στέγη είναι φτιαγμένα από σανίδες έλατου που χάσκουν· οι βουλευτές κάθονται σε ψηλούς πάγκους, ολόγυρα σ’ ένα αλώνι από άμμο, και μιλούν από τη θέση τους. Καθόμαστε πάνω σ’ έναν σωρό από πέτρες στην είσοδο της αίθουσας, για να τους δούμε που θα ‘ρχονται. Καταφθάνουν ο ένας ύστερα από τον άλλον, καβάλα στο άλογο, και με συνοδεία μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αρχηγού. Ο βουλευτής ξεπεζεύει, ενώ τα παλικάρια του, αρματωμένα με θαυμάσια όπλα, μαζεύονται λίγο πιο πέρα σ’ έναν μικρό χώρο που περιβάλλει την αίθουσα.

Αυτός ο χώρος μοιάζει με στρατόπεδο ή με καραβάνι. Το ύφος των βουλευτών είναι αρειμάνιο και αγέρωχο· μιλούν δίχως να μπερδεύουν τα λόγια τους, χωρίς διακοπές, με φωνή συγκινημένη αλλά σταθερή, μετρημένη και αρμονική. Δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα τα άγρια, απωθητικά πρόσωπα που είδαμε στους δρόμους του Ναυπλίου· είναι οι αρχηγοί ενός ηρωικού λαού, οι οποίοι κρατούν ακόμα στο χέρι το τουφέκι ή το σπαθί που χρησιμοποίησαν λίγο νωρίτερα για να τον απελευθερώσουν, και τώρα συζητούν όλοι μαζί για να βρουν τον τρόπο που θα εξασφαλίσει την εδραίωση της ελευθερίας τους. Το κοινοβούλιό τους είναι πολεμικό συμβούλιο.

Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τίποτα πιο απλό και συνάμα πιο επιβλητικό από το θέαμα αυτού του οπλισμένου έθνους που συζητάει πάνω στα ερείπια της πατρίδας του, κάτω από έναν σανιδένιο θόλο ο οποίος υψώνεται καταμεσής στα χωράφια, ενώ οι στρατιώτες γυαλίζουν τα άρματά τους στην είσοδο αυτής της συγκλήτου και τα άλογα χλιμιντρίζουν ανυπομονώντας να ξαναπάρουν τα μονοπάτια των βουνών. Ανάμεσα στους αρχηγούς συναντάς θαυμάσια πρόσωπα, ωραία, έξυπνα, ηρωικά: είναι οι βουνίσιοι. Αναγνωρίζεις εύκολα τους Έλληνες νησιώτες εμπόρους από τα θηλυπρεπέστερα χαρακτηριστικά τους, από την καπατσοσύνη που εκφράζει η φυσιογνωμία τους. Το εμπόριο και το καθισιό μέσα στις πόλεις αφαίρεσαν από το πρόσωπό τους κάθε ευγένεια και δύναμη, για να αποτυπώσουν τη σφραγίδα της χυδαίας επιτηδειότητας και της πονηριάς που τους χαρακτηρίζει.

 

13 Αυγούστου 1832

Όμορφη γιορτή που έδωσε στο πλοίο του ο ναύαρχος Χόθαμ, κυβερνήτης του αγγλικού στόλου στον όρμο του Ναυπλίου· μας ξεναγεί στο καράβι του με τα τρία καταστρώματα, το Σαιν-Βενσάν, και δίνει εντολή στα πληρώματα να αναπαραστήσουν μια ναυμαχία. Να βλέπεις ένα πλοίο με χίλιους εξακόσιους άντρες, και μάλιστα την ώρα της μάχης, είναι το αριστούργημα της ανθρώπινης νοημοσύνης.

Εξαίρετος άνθρωπος, στο πρόσωπο και τους τρόπους του σμίγουν σ’ ένα σπάνιο συνταίριασμα η ευγένεια του παλαιού πολεμιστή και η καλοσυνάτη γλυκύτητα του φιλόσοφου, κοινό χαρακτηριστικό των ωραίων αντρικών φυσιογνωμιών της αγγλικής αριστοκρατίας. Προσφέρεται να μας δώσει ένα από τα πολεμικά του σκάφη για να μας συνοδέψει ως τη Σμύρνη. Αρνούμαι και ζητώ αυτή την εξυπηρέτηση από τον ναύαρχο Υγκόν, κυβερνήτη του γαλλικού στόλου.

Συμφωνεί να μας δώσει το μπρίκι το Πνεύμα που το κυβερνάει ο πλοίαρχος Κουνέο ντ’ Ορνάνο· δεν θα μας συνοδέψει όμως πάρα μόνο ως τη Ρόδο. Δειπνώ στο σπίτι του κυρίου Ρουέν, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Ελλάδα· παραλίγο να την είχα εγώ αυτή τη θέση την εποχή της Παλινόρθωσης. Με συγχαίρει που δεν την πήρα. Ο κύριος Ρουέν, που έζησε στο Ναύπλιο όλες τις κακές ημέρες της ελληνικής αναρχίας, λαχταράει να απαλλαγεί από αυτή τη θέση. Παρηγοριέται για τις αυστηρές συνθήκες της εξορίας του με το να υποδέχεται τους συμπατριώτες του και να εκπροσωπεί, με τέλεια άνεση και εγκαρδιότητα, την υψηλή προστασία της Γαλλίας προς μία χώρα που πρέπει να την αγαπάς για το παρελθόν και για το μέλλον της[…].

 

Υποσημειώσεις


 

* Επιφανής οικογένεια Φαναριωτών. Εδώ πρόκειται μάλλον για τον Κωνσταντίνο Καρατζά, γιο του Ιωάννη, που είχε σταλεί από τον πατέρα του με πολεμοφόδια στο Ναυαρίνο. Απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της Συνέλευσης της Επιδαύρου, έφυγε από την Ελλάδα, όπου ξαναγύρισε μετά την απελευθέρωση.

** Ο Γκυγιώμ Κορμπέ (1779-1842) ακολούθησε τον στρατηγό Μαιζών στην Πελοπόννησο και έγινε διοικητής του Ναυαρίνου, της Μεσσηνίας και του Ναυπλίου. Το 1831 ανέλαβε την αρχηγία των γαλλικών στρατευμάτων της Πελοποννήσου και το 1832, λίγο μετά τη διέλευση του Λαμαρτίνου από το Ναύπλιο, επέστρεψε στη Γαλλία.

*** Ο Γάλλος κόμης d’ Estourmel (Εστουρμέλ), ο οποίος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1832, στο βιβλίο του Journal d’un voyage en Orient, Paris, 1844, αναφέρεται στην Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας, που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. Ο περιηγητής έφτασε πολύ κοντά στο σημείο των συνεδριάσεων και γράφει: «Υπάρχει κάτι παράξενο και γραφικό σ΄ αυτή τη σύναξη των εκπροσώπων του ελληνικού λαού κάτω από ένα υπόστεγο στο ύπαιθρο, τόσο κοντά στην πρωτεύουσα του Αγαμέμνονα. Παρακολουθώ τις συνεδριάσεις. Δεν καταλαβαίνω βέβαια αυτά που λένε οι αξιότιμοι βουλευτές…. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τις ωραίες ενδυμασίες τους και υιοθέτησαν τα φράγκικα ρούχα».  

 

Πηγές


  • «Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα – Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ», Μετάφραση: Μέντζου Βάσω, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1990.
  • Lamartine Alphonse de, «Voyage en Orient», Paris, 1855.
  • Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Estourmel Joseph de (Comte), «Journal d’un voyage en Orient», Paris, 1844.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »