Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Φιλἐλληνες’ Category

Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα – Η Αγαπημένη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

«Ιωάννη, δεν ξέχασα ποτέ τον όρκο που κάναμε μαζί εκείνη την οδυνηρή ώρα της ζωής μας… Τον τήρησα, στην ουσία. Η αθέτησή μου ήταν αναγκαστική. Το ξέρεις. Ήταν ακόμη μια θυσία για σένα. Αν δεν δεχόμουν να παντρευτώ τον εξάδελφο της αυτοκράτειρας, θα σου προκαλούσα προβλήματα στο ύψιστο και υπεύθυνο αξίωμα που σου προσέφερε ο τσάρος. Ήταν μια αναγνώριση της αξίας σου. Η τιμή ήταν για εκείνον, που την αξιοποίησε για το καλό της χώρας του… Για μένα όμως ήταν μεγάλη θυσία!..», έγραφε η Ρωξάνδρα σε ένα από τα «σκόρπια φύλλα» του ημερολογίου της. Ο όρκος που είχαν πάρει, τη στιγμή που αποφάσιζαν να μη δικαιώσουν την αγάπη και την απέραντη εκτίμηση που τους συνέδεε με ένα γάμο, γιατί εκείνος είχε αποφασίσει να αφιερώσει όλες του τις ενέργειες για την απελευθέρωση και την ανοικοδόμηση της Ελλάδας, ήταν να αφιερώσουν τη ζωή τους «στη μόρφωση των Ελληνοπαίδων και στην απελευθέρωση της Πατρίδας». [1]

Ρωξάνδρα Στούρτζα.

Κόρη του Σκαρλάτου Στούρτζα, πάμπλουτου Έλληνα από το Ιάσιο της Μολδαβίας, και της Σουλτάνας Μουρούζη, κόρης του ηγεμόνα της Μολδαβίας, πρίγκιπα Κωνσταντίνου Μουρούζη, η Ρωξάνδρα γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 22 Οκτωβρίου 1786. Σύντομα ο Σκαρλάτος Στούρτζας αποφάσισε να εγκαταλείψει το Ιάσιο και να εγκατασταθεί στη Λευκορωσία, σε πύργο που έκτισε για την πολυμελή οικογένειά του, μέσα σε τεράστια εδαφική έκταση. Όταν τα πέντε του παιδιά μεγάλωσαν αρκετά, εγκαταστάθηκε οριστικά στην Πετρούπολη, ώστε να μπορέσουν να τελειοποιήσουν τις σπουδές τους. Ο ίδιος διορίστηκε στη θέση του συμβούλου Επικράτειας στην Αυλή του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Α’. Όταν η Ρωξάνδρα έκλεισε τα 19 της χρόνια, ο πατέρας της τη σύστησε στην αυτοκρατορική Αυλή του Αλεξάνδρου και της Γερμανίδας συζύγου του Ελισάβετ. Η συγκροτημένη προσωπικότητά της και η ευγένεια του χαρακτήρα της κέρδισαν αμέσως την εκτίμηση όλων των αυλικών. «Στους υψηλούς κύκλους της Αυτοκρατορικής Αυλής… Πρίγκιπες και Δούκες και αξιωματούχοι και σοφοί ζητούσαν τη γνώμη της και τη φιλία της… Έλεγαν ότι κατείχε ένα μυστηριώδες κλειδί, που άνοιγε όλων τις καρδιές και ότι η εμπιστοσύνη που ενέπνεε επάξια τη δικαίωνε στην εκτίμηση όλων…», έγραφε ο κατά πέντε χρόνια νεότερος αδελφός της Αλέξανδρος στις αναμνήσεις του για την αδελφή του Ρωξάνδρα. Η κόμισσα Λίβεν (Lieven) επισήμανε αμέσως την αξία της Ρωξάνδρας και εισηγήθηκε να προσληφθεί ως κυρία επί των τιμών στα ανάκτορα.

Ο Κωνσταντίνος Μουρούζης, ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας και παππούς της Ρωξάνδρας Στούρτζα. Ελαιογραφία, έργο της Ελένης Προσαλέντη, 1904. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατόπιν προσκλήσεως του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου, ο οποίος εκτιμούσε τις σπάνιες διπλωματικές του ικανότητες, έφτασε το 1809, για πρώτη φορά στην Πετρούπολη, ο Κερκυραίος κόμης Ιωάννης Καποδίστριας. Ο τσάρος τον διόρισε αμέσως στο υπουργείο Εξωτερικών. Την ίδια χρονιά, ο Καποδίστριας γνώρισε τη Ρωξάνδρα. Η οικογένεια Στούρτζα παρέθετε, στο μέγαρό τους στην Πετρούπολη, δύο επίσημα γεύματα την εβδομάδα, στα οποία συχνά παραβρισκόταν και ο Καποδίστριας. Το ίδιο συχνά φιλοξενούνταν και στους ξενώνες του μεγάρου μαζί με άλλους φιλοξενούμενους. Η Ρω­ξάνδρα ερωτεύθηκε αμέσως το νεαρό Έλληνα διπλωμάτη με τη μελαγχολική έκφραση και την απόμακρη συμπεριφορά. Τον θεωρούσε όμως τόσο ανώτερό της, ώστε δεν τόλμησε ποτέ να του εκφράσει τα συναισθήματά της. «Ο κόμης Καποδίστριας», έγραφε στα Απομνημονεύματά της, [2] «ανήκει στους σπάνιους ανθρώπους, των οποίων η γνωριμία σημειώνει σταθμό στη ζωή εκείνων που τον γνωρίζουν». [3] Επί τρία ολόκληρα χρόνια οι δύο νέοι έκαναν μακρές συζητήσεις και γνωρίζονταν όλο και καλύτερα. Η σχέση τους όμως δεν ξεπέρασε τα όρια μιας βαθιάς φιλίας και μιας ακόμη βαθύτερης αλληλοεκτίμησης. Ο νεαρός Καποδίστριας είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στην Ελλάδα, όπως φαίνεται από ένα γράμμα προς τον πατέρα του, όπου γράφει ότι δεν θα ήθελε να ζήσει και να πεθάνει στη Ρωσία, αλλά να υπηρετήσει τα συμφέροντα της πατρίδας του. Το Σεπτέμβριο του 1811 ο Καποδίστριας διορίστηκε στη ρωσική πρεσβεία στη Βιέννη και το Μάρτιο του 1812 διευθυντής της Γραμματείας του Διπλωματικού Τμήματος στο Βουκουρέστι. Μετά τη μάχη της Λιψίας τον Οκτώβριο του 1813, ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας και του ανέθεσε να λύσει το πρόβλημα της πολιτικής ενοποίησης της Ελβετίας, ένα πρόβλημα που δεν είχαν κατορθώσει να λύσουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι διπλωμάτες. [4]

Ρωξάνδρα Στούρτζα – Edling Λιθογραφία. Από την συλλογή του Πρίγκιπος Anatole Gagarine

Μετά την αναχώρηση του Καποδίστρια από την Πετρούπολη, η Ρωξάνδρα ένιωθε «απέραντη μοναξιά… Εκείνος, ο Ένας, ο Μόνος είναι τόσο μακριά μου…» έγραφε στα Απομνημονεύματά της. Ένιωθε την ανάγκη να φύγει από την πνιγηρή ατμόσφαιρα της Αυλής, να ταξιδέψει στην Ευρώπη, να Βρεθεί κοντύτερα στον αγαπημένο της, να τον ιδεί ακόμη μία φορά. Σύντομα ο πόθος της πραγματοποιήθηκε, όταν συνόδευσε την αυτοκράτειρα Ελισάβετ στο ταξίδι της στη Γερμανία για να συναντήσει την οικογένειά της. Στην πόλη Brouchsal η Ρωξάνδρα έλαβε το πρώτο γράμμα από τον Καποδίστρια, έπειτα από το μακρόχρονο χωρισμό τους, θα ακολουθούσαν και άλλα. Το φθινόπωρο του 1814 θα άρχιζε στη Βιέννη το Συνέδριο για την τύχη της μεταναπολεόντειας Ευρώπης. Εκεί, της είχε γράψει, θα τη συναντούσε. Η Ρω­ξάνδρα έφτασε πρώτη στη Βιέννη, όπου συναντήθηκε με τους γονείς της. Στο μέγαρο της οικογένειας Στούρτζα τη συνάντησε ο Καποδίστριας. Εκεί γράφτηκε ο δραματικός επίλογος της ανεκπλήρωτης αγάπης τους: η συμφωνία τους να μείνουν πάντα φίλοι, να συνεχίσουν τους αγώνες τους για την απελευθέρωση της πατρίδας και για τη μόρφωση των Ελληνοπαίδων, να προετοιμάσουν το μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό που θα επάνδρωνε το ελληνικό κράτος μετά την απελευθέρωση. Εκείνος τη βεβαίωσε ότι δεν θα παντρευόταν ποτέ καμία άλλη γυναίκα, γιατί πίστευε ότι έπρεπε μόνος να βαδίσει το δρόμο «της προσφοράς και της θυσίας προς την Πατρίδα», έγραφε η Ρωξάνδρα στα Απο­μνημονεύματά της. [5] Εκείνη όμως έπρεπε να παντρευτεί. «Απόφαση αβάσταχτης θυσίας» από τη δική της πλευρά. Παντρεύτηκε τον κόμητα Εντλινγκ (Edling), εξάδελφο της τσαρίνας, υπουργό των Εξωτερικών στην Αυλή της Βαϊμάρης, έναν άνθρωπο που δεν αγάπησε ποτέ της. Έπεισε το σύζυ­γό της να εγκατασταθούν στη Λευκορωσία, όπου βρίσκονταν τα πατρικά της κτήματα, μακριά από την Πετρούπολη, τη γεμάτη με τις αναμνήσεις του αγαπημένου της Ιωάννη.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, μεγάλος πλατωνικός έρωτας της Ρωξάνδρας. Προσωπογραφία από το Ρώσο ζωγράφο Orest . A. Kiprenski (1782-1836), Ρώμη 1819.

Όσο διάστημα έμενε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Ρωξάνδρα συνεργάστηκε με τον Καποδίστρια, δημιουργικά και αποτελεσματικά, για την πραγμάτωση του όρκου τους που αφορούσε την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων. Η Ρωξάνδρα έγινε από τα ενεργά και δραστήρια μέλη της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης, την οποία είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας το 1815, με κύριο στόχο την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων και την απελευθέρωση της πατρίδας με τη διεθνοποίηση του ελληνικού προβλήματος, που οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες προσπαθούσαν να παραμερίσουν για να μη συγκρουστούν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Ρωξάνδρα έγινε η στοργική μητέρα όλων των Ελλήνων που σπούδαζαν με χορηγίες του Καποδίστρια και της «Φιλομούσου Εταιρείας» σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Το μέγαρό της στη Βαϊμάρη έγινε κέντρο συγκέντρωσης των Ελλήνων σπουδαστών. Φρόντιζε για τη διαμονή τους και τις σπουδές τους, για την υγεία τους και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους. Ενδεικτικό παράδειγμα της δραστηριότητας αυτής είναι η ιστορία του σπουδαστή Ιωάννη Παπαδόπουλου. Όταν ο νέος μετέφρασε από τα γερμανικά στα ελληνικά το έργο του Γκέτε Ιφιγένεια η εν Ταύροις, το 1818, η Ρωξάνδρα χορήγησε την έκδο­σή του, και όταν τον επόμενο χρόνο ο νέος αρρώστησε από φυματίωση, τον φρόντισε και του παρείχε όλα τα μέσα θεραπείας. Ο θάνατός του τη συγκλόνισε σαν μητέρα, εκείνη που δεν βίωσε ποτέ τη μητρότητα σε προσωπικό επίπεδο. [6]

 

Στούρτζα Ρωξάνδρα (1786-1844)

 

Μετά το γάμο της, με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, ο τσάρος Αλέξανδρος παραχώρησε στη Ρωξάνδρα Στούρτζα – Εντλινγκ δέκα χιλιάδες ρωσικές δεκατίνες (100 χιλιάδες στρέμματα) «ερήμου και ακάρπου» γης, πέρα από τις κοιλάδες του Δνείπερου ποταμού, στη Βεσσαραβία, όπου κατοικούσαν νομάδες λαοί και σκηνίτες Τάρταροι σε πρωτόγονες συνθήκες ζωής, ως «ανταμοιβήν των υψηλών υπηρεσιών της στην αυτοκρατορικήν Αυλήν». Σε αυτή την άγονη έκταση, στην οποία προστέθηκαν ακόμη 60 χιλιάδες στρέμματα, τα οποία ο τσάρος είχε παραχωρήσει στον αδελφό της Αλέξανδρο και τα οποία η ίδια είχε αγοράσει, αφιέρωσε η Ρωξάνδρα τις ενέργειές της και μετέτρεψε «τον πόνο της καρδιάς της… σε έργο αγάπης για τους συνανθρώπους της…», έγραφε ο αδελφός της. Πράγματι, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, «η μεγαλεπήβολος εκείνη ψυχή» μετέτρεψε την άγονη εκείνη γη σε ένα εύφορο και προσοδοφόρο κτήμα, γνωστό με το όνομα Μανζύριο. Τεράστιες φυτείες με οπωροφόρα δένδρα, αμπελώνες, λαχανόκηποι, καλλιέργειες με σιτάρια και όσπρια, μελισσοκομεία, λιβάδια, όπου έβοσκαν χιλιάδες αιγοπρόβατα και αγελάδες, άλλαξαν το πρόσωπο της έρημης εκείνης γης. «Εκχέρσωσε ακαλλιέργητες εκτάσεις, έφερε νερό στην ακατοίκητη περιοχή, έκτισε κατοικίες στις κοιλάδες, ανάμεσα στους λόφους, και εγκατέστησε στις εκτάσεις αυτές πλήθος από οικογένειες εργατών, που τους πλήρωνε, γεωργούς, κτηνοτρόφους, φυτοκόμους, ποιμένες, εργάτες, οικοδόμους, τεχνίτες και άλλους παντοίας φυλής και γλώσσης κατοίκους και την ανέδειξεν καλήν αποικία», έγραφε για τη Ρωξάνδρα ο βιογράφος του αδελφού της Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων. [7] Μέσα σ’ αυτή την αποικία, η Ρωξάνδρα έκτισε ορθόδοξο ναό για τον εκκλησιασμό των οικογενειών του κτήματος και των κατοίκων από τα γύρω χωριά της Βεσσαραβίας. Νοσοκομείο με γιατρούς και φαρμακείο, στο οποίο νοσηλεύονταν δωρεάν οι ένοικοι του Μανζυρίου και οι περίοικοι, σχολείο, όπου φοιτούσαν δωρεάν αγόρια και κορίτσια, ξενώνα, πτωχοκομείο και γηροκομείο, όλα ανοικτά για ασθενείς, ανάπηρους και πτωχούς.

Μια διαφορετική απεικόνιση του Ιωάννη Καποδίστρια. Από τις σπάνιες φορές που εικονίζεται ολόσωμος. Δημοσιεύεται στο έντυπο της έκθεσης της Βουλής των Ελλήνων, με τίτλο «Ιωάννης Καποδίστριας, η πορεία του στο χρόνο», 2016.

Όταν η ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε, η Ρωξάνδρα περίμενε με αγωνία τα γράμματα του Ιωάννη και του αδελφού της που την πληροφορούσαν για τις εξελίξεις. Όταν, περί τα μέσα του 1822, η είδηση ότι πρόσφυγες από την Ελλάδα είχαν αρχίσει να καταφθάνουν στην Οδησσό έφτασε στο Μανζύριο, η Ρωξάνδρα δεν δίστασε στιγμή. Εγκαταστάθηκε στην Οδησσό και οργάνωσε την περίθαλψη των προσφύγων. Με τη βοήθεια του αδελφού της Αλεξάνδρου, η Ρωξάνδρα μεθόδευσε το γιγάντιο έργο της διατροφής των προσφύγων με κρέατα και τρόφιμα που έρχονταν από το κτήμα της. Φρόντιζε για τη διαμονή τους, την εξεύρεση εργασίας για τους δυναμένους να εργαστούν, την περίθαλψη των γερόντων και την εκπαίδευση των παιδιών. Με φλογερά γράμματα επιχειρούσε να κινητοποιήσει τις υψηλές γνωριμίες της για συμπαράσταση στον αγώνα των Ελλήνων. Με την πρωτοβουλία του υπουργού της Παιδείας διενεργήθη έρανος, ο οποίος απέδωσε ένα εκατομμύριο ρούβλια για τη μονιμότερη περίθαλψη των προσφύγων και την εξαγορά από τη φοβερή αιχμαλωσία στην Αίγυπτο χιλιάδων Ελλήνων, κυρίως Χιωτών και Κρητικών. Με την προτροπή της Ρωξάνδρας, οι κυρίες της ανώτερης τάξης στη Μόσχα ίδρυσαν την «Ευεργετικήν Εταιρείαν», την προεδρία της οποίας ανέλαβε η ίδια. Η Εταιρεία συγκέντρωσε σημαντικά ποσά, με χα οποία έκτισαν ορφανοτροφείο για τα ορφανά Ελληνόπουλα σε προάστιο της Μόσχας. Μέσα στο χώρο του ορφανοτροφείου λειτουργούσε σχολείο για την εκπαίδευση των ορφανών. [8] Με δική της χορηγία και τη συμπαράσταση της «Ευεργετικής Εταιρείας» χτίσθηκε γυναικείο μοναστήρι, κοντά στον ελληνορθόδοξο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Μόσχα, μέσα στο οποίο λειτουργούσε παρθεναγωγείο για τις κόρες των ορθοδόξων ιερέων, Ελλήνων και Ρώσων. Τα κορίτσια αυτά θα παντρεύονταν όσους από τους σπουδαστές των Εκκλησιαστικών Φροντιστηρίων της Οδησσού θα ακολουθούσαν το ιερατικό στάδιο. Με δική της πρωτοβουλία χτίστηκε σε προάστιο της Οδησσού, σε έκταση 100 στρεμμάτων, που η ίδια είχε αγοράσει, κοιμητήριο, στο οποίο ενταφιάστηκε και η ίδια, όταν πέθανε στις 16 Ιανουάριου 1844.

Εμπνευσμένη από το θάρρος του Καποδίστρια, ο οποίος τον προηγούμενο χρόνο είχε συμπαρασταθεί στα θύματα της πανούκλας, που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ είχαν μεταδώσει στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Σαρωνικού, η Ρωξάνδρα έμεινε κοντά στους κατοίκους του Μανζυρίου, όταν ξέσπασε και εκεί πανούκλα το 1829. Την ίδια γενναία στάση έδειξε και όταν ξέσπασε επιδημία χολέρας στην Οδησσό. Με την παρουσία της και την ενθάρρυν­σή της, μα πάνω απ’ όλα με την οργάνωση συνεργείου περιθάλψεως των ασθενών και την ενημέρωση, η Ρωξάνδρα κατάφερε να εμψυχώσει τον κόσμο να αντιμετωπίσει την επιδημία. «Σε ολόκληρη την περιοχή του Μανζυρίου και σε όλη την επαρχία της Οδησσού, το όνομα της κόμισσας Ρωξάνδρας Στούρτζα – Εντλινγκ βρισκόταν στα χείλη όλων των ανθρώπων. Το πρόφεραν με αγάπη αληθινή, με σεβασμό και με το αίσθημα της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας» γράφουν οι βιογράφοι της. [9]

Λίγους μήνες πριν από το θάνατό της, που διαισθανόταν να έρχεται, η Ρωξάνδρα έγραψε μια σύντομη βιογραφία της μητέρας της (Vie de ma mere) και ελάχιστα σκόρπια σημειώματα. Σε κάποιο από αυτά σημείωσε με τρεμάμενο χέρι: «Ιωάννη! Δεν υπήρξες ποτέ εραστής μου!.. Τώρα, όμως, που η ζωή μου τελειώνει, μπορώ να σου ειπώ: Είσαι ο μοναδικός Άνδρας, που αγάπησα βαθιά και αιώνια. Ποτέ δεν αγάπησα άλλον, σε όλη μου τη ζωή!..». [10]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα. Ιστορική Βιογραφία, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002, σ. 404.

[2] Memoires de la Comtesse R. Edling, Μόσχα 1888.

[3] Περισσότερα για τα όσα γράφει η Ρωξ. Στούρτζα για τον Καποδίστρια, Βλ. Ελένης Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας- Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, Ιστορική Βιογραφία, ό.π., σ. 82 κ.ε.

[4] Για 10 τεράστιο διπλωματικό έργο του Καποδίστρια στη Βιέννη, στο Βουκουρέστι και στην Ελβετία, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο Άνθρωπος- ο Διπλωμάτης (1800-1828), Αθήνα 2001, σ. 39 κ.ε.

[5] Για λεπτομέρειες, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στούρτζα, ό.π., σ. 130-180.

[6] Για την τεράστια προσφορά του Καποδίστρια και της Ρωζάνδρας Στούρτζα προς τους Έλληνες σπουδαστές, βλ. Ελένης Ε. Κούκου, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, Α’ : Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήνα 1958.

[7] Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας-Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 403.

[8] Όσα από αυτά τα παιδιά είχαν έφεση στα γράμματα αποστέλλονταν αργότερα στην Ελληνοεμπορική Σχολή Οδησσού.

[9] Βλ. Ελένη Ε. Κούκου, Ιωάννης Α. Καποδίστριας – Ρωξάνδρα Σ. Στρούτζα, ό.π., σ. 411.

[10] Στο ίδιο, σ. 628.

 

Δρ. Μαρία Αναστασοπούλου

Καθηγήτρια Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας

Πανεπιστημίου Αθηνών και Μέριλαντ.

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Γυναίκες φιλέλληνες», τεύχος 228, 18 Μαρτίου 2004.

 

Read Full Post »

Μάγερ Ιωάννης Ιάκωβος (17981826)


 

Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ. Συλλεκτική σειρά γραμματοσήμων των ΕΛΤΑ, αφιερωμένων σε επιφανείς δημοσιογράφους, 2015.

Ο Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ (Johann Jacob Meyer) ήταν Ελβετός φιλέλληνας, ήρωας της Επανάστασης του 1821 και πρωτοπόρος του ελληνικού Τύπου. Γεννήθηκε στη Ζυρίχη, σπούδασε φαρμακευτική και κατόπιν ιατρική στο Φράιμπουργκ αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Με τη βοήθεια του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βέρνης έφτασε στην επαναστατημένη Ελλάδα. Τον Μάρτιο του 1822 έλαβε μέρος στη ναυμαχία του Κορινθιακού. Εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, έγινε ορθόδοξος και παντρεύτηκε την Αλτάνα Ιγγλέση.   Συνδέθηκε στενά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο όταν ήταν εκεί (1824) ως «γενικός διευθυντής» της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας. Για ένα διάστημα υπήρξε μέλος της τριμελούς επιτροπής του Μεσολογγίου.

Το 1824 τυπώνει την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά» στο πιεστήριο που έφερε ο Στάνχοπ από την Αγγλία, με τυπογράφο τον Θεσσαλονικέα Δημήτριο Μεστανέ ή Μεσθενέα.  Η εφημερίδα εκδιδόταν μέχρι το 1826, οπότε και καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Στο ίδιο πιεστήριο είχε τυπωθεί το 1825 ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού.

 

Προσωπογραφία του Ιωάννη Ιακώβου Μάγερ, με φόντο την εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά».

 

Διορίστηκε το 1824 μέλος της Τριμελούς Διευθύνουσας Επιτροπής του Μεσολογγίου, αγωνιζόμενος μέχρι τέλους για τη σωτηρία της πόλης και των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Οι ανταποκρίσεις του Μάγερ που δημοσιεύθηκαν στις ευρωπαϊκές εφημερίδες προσέφεραν τα μέγιστα στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Πολέμησε γενναία και έπεσε κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου κοντά στη θέση Αρμυράκι. Μαζί του σφαγιάστηκαν η γυναίκα και τα δύο παιδιά τους. Το πτώμα μετέφεραν στην πόλη Μεσολογγίτες αιχμάλωτοι και ο τάφος του βρίσκεται στο Μεσολόγγι στον «Κήπο των Ηρώων».

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η έξοδος του Μεσολογγίου», τεύχος 180, 10 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα: Ξαναδιαβάζοντας τον DanielJohann Elster και τις άλλες πηγές | Νίκος Κανελλόπουλος – Νίκος Τόμπρος, Πρακτικά Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου με θέμα: «Ο διεθνής περίγυρος και ο Φιλελληνισμός κατά την Ελληνική Επανάσταση», Αθήνα, 14-15 Οκτωβρίου 2016.


 

Ο στρατηγός Normann (Karl Friedrich Leberecht Graf von Normann-Ehrenfels 1784–1822), διοικητής του τακτικού στρατεύματος (Σύνταγμα, Τάγμα Φιλελλήνων, Επτανήσιοι).

Την εντονότερη έκφραση του Φιλελληνισμού, που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα των Ελλήνων για την απελευθέρωσή τους από τους Οθωμανούς, απετέλεσε η πολεμική δράση που ανέπτυξαν Ευρωπαίοι εθελοντές – κυρίως αξιωματικοί – στο πλευρό των επαναστατών. Στο πλαίσιο της δράσης αυτής συγκροτήθηκε τάγμα Φιλελλήνων, που ακολούθησε – τον Ιούνιο του 1822- τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στην εκστρατεία του στην Ήπειρο προς ενίσχυση των Σουλιωτών. Στις 4 Ιουλίου 1822 το εν λόγω τάγμα συγκρούστηκε στο χωριό Πέτα με υπέρτερες αριθμητικά εχθρικές δυνάμεις. Στη μάχη που ακολούθησε οι περισσότεροι από τους Φιλέλληνες περικυκλώθηκαν από τους Οθωμανούς με αποτέλεσμα να φονευθούν όλοι πλην ενός.

Η παρούσα ανακοίνωση σκοπό έχει να αναλύσει τη στρατιωτική επιχείρηση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα, μέσα από τα στοιχεία που παραθέτει στο ημερολόγιό του ένας από τους ελάχιστους επιζώντες Φιλέλληνες, ο ιατρός του τάγματος Daniel–Johann Elster. Παράλληλα συγκρίνονται οι πληροφορίες του Elster με ό,τι αναφέρουν για τη συγκεκριμένη μάχη οι ελληνικές πηγές (π.χ. απομνημονεύματα), προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπιστία τους. Με βάση τέλος τις πηγές αποτιμώνται εκ νέου τόσο οι συνθήκες της εκστρατείας στην Ήπειρο και η πολιτική που ακολούθησε η ελληνική ηγεσία, όσο και οι συνθήκες που οδήγησαν τους Φιλέλληνες στην ήττα.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα

Read Full Post »

Φόλγκραφ Βίλχελμ (Carl Wilhelm Vollgraff 1876-1967)


 

Carl Wilhelm Vollgraff (1876-1967). Φωτογραφία: Antonius van der Stok (Leiden) (1862-1941).

Ο Carl Wilhelm Vollgraff γεννήθηκε στο Χάαρλεμ (Haarlem) στις 5/6/1876 και πέθανε στο Zeist της Ολλανδίας στις 20/10/1967, είναι Ολλανδός ελληνιστής και αρχαιολόγος. Ήταν γιος του λατινιστή Jean- Christophe Vollgraff. Άρχισε τις σπουδές του στα κλασσικά γράμματα στις Βρυξέλλες και συνέχισε διαδοχικά στην Ουτρέχτη, στο Γκέντινγκεν και το Βερολίνο υπό την επίβλεψη του κορυφαίου ερμηνευτή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του «ιστορικού θετικισμού» Ούλριχ Μέλεντορφ Βιλαμόβιτς (Ulrich von Wilamowitz-Mðllendorff). Υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του το 1901 με ένα δοκίμιο αφιερωμένο στον Οβίδιο.

Οι αρχαιολογικές έρευνες του όμως, ήταν αυτές που τον έκαναν γνωστό τόσο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όσο και στην Ελλάδα. Σε ηλικία 25 ετών γίνεται δεκτός στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα και αμέσως αρχίζει τις ανασκαφές του, το 1902, στο Άργος όπου ανακαλύπτει σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα.

Η πρώτη περίοδος των ανασκαφών αρχίζει στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902) και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912.   Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους  και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς. Ιστορικά είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος.

Σε συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930, διαβάζουμε:

«Εἶνε ἤδη 54 ἐτῶν, τό δέ ἐκτάκτως ἀνθηρόν πρόσωπόν του δέν φανερώνει ὅτι φέρει τό βάρος πλέον τοῦ  ἠμισεως αἰῶνος. Τό πρῶτον φῶς εἶδεν εἷς τήν πόλιν Χάρλαντ τῆς Ὀλλανδίας τό 1876, κειμένην πλησίον της μεγαλιτέρας πόλεως τῆς Ὀλλανδίας, τοῦ Ἀμστερδάμ.

Τάς σπουδᾶς τοῦ ἐπεράτωσεν εἷς τήν πρωτεύουσαν τοῦ Βελγίου, τάς Βρυξέλλας, καί μετά πάροδον ὀλίγου χρόνου, εἷς ἡλικίαν 32 ἐτῶν, ἀνηγορεύθη καθηγητής εἷς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐτρέχτης (Ὀλλανδίας). 

Τάς ἀρχαιολογικᾶς τοῦ ἔρευνας ὅμως, αἴτινες τόν κατέστησαν διάσημον τόσον εἷς τήν ἰδιαιτέραν τοῦ πατρίδα, ὅσον καί εἷς τήν Ἑλλάδα. Εἷς ἡλικίαν 25 ἐτῶν γίνεται δεκτός ‘ὡς ἑταῖρος εἷς τήν ἕν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν Γαλλικήν Ἀρχαολογικήν Σχολήν, καί ἀμέσως ἀπό τοῦ ἑπομένου ἔτους 1902, ἀρχίζει τάς ἱστορικᾶς τοῦ ἀνασκαφᾶς εἷς τους γύρωθεν τῆς πολεῶς μᾶς ἀρχαιλογικούς τόπους του, γέμοντας ἀπό πλουσιώτατα λείψανα τοῦ ἀρχαίου Ἐλλινικοῦ πολιτισμοῦ. 

Καί πρίν ἤ ἄρχισω τάς ἀνασκαφᾶς εἷς τήν πόλιν τοῦ Ἄργους, μᾶς λέγει ὅ κ. Βολλγκράφ εἰσερχόμενος εἰς τό θέμα, προηγουμένως περιηγήθην καί ἐμελέτησα τάς ἀρχαιότητας τῆς Ἰταλίας καί ὁλόκληρού της ὑπολοίπου Ἑλλάδος, διά νά καταλήξω εἷς τό Ἄργος ὅπου καί ἐσχημάτισα  τήν πεποίθησιν ὅτι κρύπτονται εἷς τους κόλπους τοῦ ἄπειρα λείψανα τῆς ἀρχαίας πόλεως τοῦ Ἄργους, κτισθείσης κατά τήν Β’ Ἑλλαδικήν, λεγομένην, ἔποχην, περίπου δήλ. κατά τό 2000, π.Χ.

Καί πράγματι, συνεχίζει ὅ κ. Βολλγκράφ, δέν ἤπατηδην εἷς τάς προβλέψεις μου καί τάς πεποιθήσεις μου.

Κατά τά ἑπτά ἔτη καθ’ ἅ  περιοδικῶς παρέμεινα εἷς τό Ἄργος καί ἐνήργησα ἀνασκαφᾶς (1902, 1903, 1904, 1906, 1912, 1928, 1930),  ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως πλουσίων κειμηλίων τοῦ μοναδικοῦ εἷς κάλλος ἀρχαίου πολιτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἤσθανθην τάς ὥραιοτερας συγκινήσεις ποῦ εἶνε δυνατόν νά δοκιμάση ἕνας ἀρχαιοδίφης. Δί’ ἠμᾶς, τούς ἀρχαιολόγους, ἤ ἀνακάλυψις ἕνος οἱουδήποτε ἀγάλματος δέν ἔχει τήν ἀξίαν ἔκεινην ποῦ ἀποδίδει τό κοινόν, διότι ἕξ αὐτῶν βρίθουν τά μουσεῖα – μεγαλυτέραν, μεγίστην  δέ  σπουδαιότητα ἔχει δί ἠμᾶς  ἤ εὕρεσις τῶν στοιχείων ἐκείνων, ἐπιγραφῶν κ.λ.π. – ποῦ θά μᾶς καθοδηγήσουν εἷς  τήν μελέτην τῆς Ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς Ἱστορίας τῆς τέχνης – τῆς τέχνης ἐκείνης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ποῦ παρέδωσεν εἰς τόν αἰώνιον θαυμασμόν ὁλοκλήρου του κόσμου καλλιτεχνήματα ἀνυπερβλήτου κάλλους καί ἀφθάστου ὡραιότητος, ἀκριβείας, λεπτότητος καί κομψότητος… Καί πράγματι, τοιαῦτα στοιχεῖο εὕρηκα ἄφθονα εἷς τό Ἄργος, πολύ περισσότερα  ἄφ’ ὅσα ἠδυνάμην νά φαντασθῶ».

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Το 1903 έγινε δεκτός ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Από το 1905 ως το 1908 άσκησε τα καθήκοντα του επιμελητή στο Ιστορικό μουσείο γεγονός που αποτέλεσε την πρώτη επαφή του με τη ρωμαϊκή αρχαιολογία. Το 1908 έλαβε την έδρα της Αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Groningue (Γκρόνινγκεν) θέση που κατείχε μέχρι το 1917.

Ο Vollgraff ασχολήθηκε με την «πινακίδα Τολσουμ», ένα κομμάτι ξύλου που έφερε μια επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής που ανακαλύφθηκε το 1914 και το  1917 δημοσίευσε την έρευνά του πάνω σε αυτό που μέχρι σήμερα θεωρείται η αρχαιότερη αλφαβητική επιγραφή των Κάτω Χωρών. Το 1917 επέστρεψε στην Ουτρέχτη μετά την προαγωγή του στο τοπικό πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε την καριέρα του φθάνοντας στο βαθμό του ομότιμου καθηγητή το 1946. Κατά την περίοδο μεταξύ του 1917 και 1923 έγινε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας των τεχνών και των επιστημών της Ολλανδίας.

Το 1929 ανακάλυψε κάτω από τον καθεδρικό της Ουτρέχτης θραύσματα ψαμμόλιθου που σκέπαζαν έναν μεσαιωνικό τάφο. Ο Vollgraff αποκρυπτογράφησε τις επιγραφές που υπήρχαν σ’ αυτά τα θραύσματα και οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ουτρέχτη, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ήταν Albiola , αλλά αυτή η ερμηνεία δέχθηκε αρκετή κριτική που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας. Διεξήγε ανασκαφές αρχαιολογικές ανασκαφές στην πλατεία του καθεδρικού της Ουτρέχτης μεταξύ του 1933 και του 1935 και βρήκε ίχνη του ρωμαϊκού κάστρου και μιας εκκλησίας της Καρολίνειας περιόδου.

Παντρεύτηκε πρώτη φορά το 1904 την Marie von Hoblin και  δεύτερη φορά την αρχαιολόγο Anna Roes το 1947.

 

Αναφορές του Vollgraff για το Άργος (μορφή pdf):

  1.  Vollgraff Carl Wilhelm. Inhumation en terre sacrée dans l’Antiquité grecque (à propos d’une inscription d’Argos). In: Mémoires présentés par divers savants à l’Académie des inscriptions et belles-lettres de l’Institut de France. Première série, Sujets divers d’érudition. Tome 14, 2e partie, 1951. pp. 315-396. Inhumation en terre sacrée dans l_Antiquité grecque (à propos d_une inscription d_Argos)
  2. Vollgraff W. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s. In: L’antiquité classique, Tome 14, fasc. 1, 1945. pp. 5-28. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s
  3. Vollgraff Wilhelm. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 49 année, N. 1, 1905. pp. 10-11. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904
  4. Vollgraff Wilhelm. Les fouilles d’Argos. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 50 année, N. 8, 1906. pp. 493-495. Les fouilles d’Argos
  5. Vollgraff Wilhelm. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 76 année, N. 2, 1932. p. 154. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930
  6. Vollgraff Wilhelm. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 82, 1958. pp. 516-570. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos
  7. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 81, 1957. pp. 475-477. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos)
  8. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In – Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403.
  9. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 44, 1920. pp. 219-226. Fouilles d’Argos
  10. Vollgraff Wilhelm. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 37, 1913. pp. 279-308. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos)
  11. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 34, 1910. pp. 330-354. Inscriptions d’Argos
  12. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 445-466. Inscriptions d’Argos
  13. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 171-200. Inscriptions d’Argos
  14. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 31, 1907. pp. 139-184. Fouilles d’Argos.
  15. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 30, 1906. pp. 5-45. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis
  16. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 29, 1905. p. 318. Note sur une inscription d’Argos
  17. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 420-429. Inscriptions d’Argos
  18. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 364-399. Fouilles d’Argos
  19. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 27, 1903. pp. 260-279. Inscriptions d’Argos

Βιογραφία του Vollgraff (Ολλανδικά): J.C. Kamerbeek, «biographie de C.W. Vollgraff».

 

Πηγές


 

  • Jan Coenraad Kamerbeek et J.C. Kamerbeek, « biographie de C.W. Vollgraff », Jaarboek van de KNAW, 1967-1968, Amsterdam,‎ 1968, p. 346-354.
  • «Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff», Βασίλης Κ. Δωροβίνης. «Στα βήματα του  Wilhelm Vollgraff – Εκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.
  • Εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.
  • http://www.persee.fr – Υπηρεσία υποστήριξης έρευνας η αποστολή της οποίας είναι η ψηφιακή αξιοποίηση της επιστημονικής κληρονομιάς. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Read Full Post »

Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821. Ιωάννης Α. Παπαδριανός.  Βαλκανικά Σύμμεικτα, τόμος 11 (1999-2000)-Περιοδική έκδοση του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου


 

Η απόφαση των Ελλήνων να πάρουν το 1821 τα όπλα εναντίον των Τούρκων συγκίνησε βαθιά τις ψυχές και των άλλων βαλκανικών λαών, οι οποίοι στέναζαν και αυτοί κάτω από τον ίδιο σκληρό ζυγό της δουλείας. Για τον λόγο αυτόν η εξέγερση των Ελλήνων μετατράπηκε σε πόλο έλξης, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκαν όλες οι προοδευτικές δυνάμεις της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο παμβαλκανικός χαρακτήρας του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος φαίνεται κυρίους στη συμμετοχή σ’ αυτόν πολλών Βαλκάνιων εθελοντών, μεταξύ των οποίων αρκετοί κατάγονταν από το Μαυροβούνιο [1].

Ήδη από την αρχή της εισηγήσεώς [2] μας οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, ενώ για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς εθελοντές υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, για τους εθελοντές από τα Βαλκάνια, που συμμετείχαν στους αγώνες για την απελευθέρωση της Ελλάδας, έχουν γραφτεί πολύ λίγα [3]. Η διαφορά των κοινωνικών συστημάτων και η καχυποψία, που επικράτησαν ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσαν τη βασική αιτία για την καθυστέρηση της διαβαλκανικής έρευνας. Τα τελευταία όμως χρόνια άρχισαν σιγά-σιγά να έρχονται στην επιφάνεια πολύτιμες αρχειακές πηγές, οι οποίες μας βοηθούν να καθορίσουμε, κατά το δυνατόν, την έκταση της συμμετοχής των Βαλκάνιων εθελοντών στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα των υπηρεσιών τους προς αυτήν. Αρκετοί από τους παραπάνω εθελοντές κατάγονταν από το Μαυροβούνιο, πρόσφεραν δε και αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι εθελοντές, πολύτιμες υπηρεσίες στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Με τους Μαυροβούνιους ακριβώς εθελοντές, που πολέμησαν στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων στα 1821, προτιθέμεθα να ασχοληθούμε στην παρούσα ανακοίνωση. Επειδή όμως τα χρονικά όρια μιας εισήγησης είναι περιορισμένα, θα αναγκασθούμε εδώ να εξετάσουμε μόνο ορισμένους από τους εθελοντές αυτούς· προηγούμενος όμως, ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε μερικές γενικές  διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα:

1) Τα Μαυροβουνιώτικα σώματα, στα οποία περιλαμβάνονταν και άλλοι Βαλκάνιοι, και κυρίως Σέρβοι, στην αρχή βρίσκονταν κάτω από τη γενική αρχηγία Έλληνα οπλαρχηγού. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και την ανάδειξη ηγετικών ικανοτήτων των στελεχών τους τα παραπάνω σώματα απέκτησαν αυτοτέλεια δράσης και κίνησης και συνεργάζονταν κατά τρόπο ισότιμο με τα ελληνικά σώματα [4].

2) Πολλοί Μαυροβούνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ήδη από τα μέσα του 1824, κατέλαβαν ανώτερα ή ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα χάρη στις πολεμικές τους αρετές, την εμπειρία και τα διοικητικά τους προσόντα [5].

3) Ορισμένοι από τους Μαυροβούνιους εθελοντές εξελληνίστηκαν πέρα ως πέρα, έμαθαν την ελληνική γλώσσα, πολιτογραφήθηκαν Έλληνες και συνήθισαν γρήγορα στον ελληνικό τρόπο σκέψεως και ζωής. Επίσης, αρκετοί από τους απογόνους των εθελοντών αυτών θα ακολουθήσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία των πατέρων τους και θα διακριθούν στα διάφορα πεδία των μαχών [6].

4) Οι περισσότεροι από τους Μαυροβούνιους μαχητές, θέλοντας κυρίως να εξασφαλίσουν τους συγγενείς τους που εξακολουθούσαν να ζουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους από τυχόν τουρκικά αντίποινα, μετέβαλλαν αμέσως μετά την ενεργό συμμετοχή τους στον Ελληνικό αγώνα, το επώνυμό τους. Γι’ αυτό και στα σωζόμενα έγγραφα αναγράφεται μόνο το βαφτιστικό τους όνομα, στο οποίο προστίθεται, ως επώνυμο, το όνομα της εθνικότητας ή της πόλης της καταγωγής τους [7].

5) Η συμμετοχή των Μαυροβουνίων εθελοντών, όπως και των άλλων Βαλκάνιων, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπαγορευόταν από διαφόρους λόγους. Άλλοι πίστευαν ότι ο αγώνας των Ελλήνων θα είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση και της δίκης τους πατρίδας και άλλοι νόμιζαν ότι έφθασε η αποφασιστική στιγμή για την οριστική μονομαχία «υπέρ πίστεως και πατρίδας». Ορισμένοι, πάλι, πήραν μέρος στον Αγώνα υπακούοντας στην επαναστατική τους ορμή· τέλος, υπήρχαν και εθελοντές που προσχώρησαν στην Ελληνική Επανάσταση κάτω από την πίεση ποικίλων περιστατικών [8].

Έπειτα από τις γενικές αυτές διαπιστώσεις, ας δούμε ορισμένους από τους Μαυροβούνιους συναγωνιστές των Ελλήνων επαναστατών στα 1821. Διευκρινίζουμε δε εδώ ότι, κατά την παράθεση των ονοματεπωνύμων, θα ακολουθηθεί η αλφαβητική – ελληνική – σειρά.

Συγκεκριμένα:

Μαυροβουνιώτης Βάσος (1797-1847). Μαυροβουνιώτης οπλαρχηγός κατά τους χρόνους του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και σπουδαίος στρατιωτικός παράγοντας κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα με σημαντική πολιτική επιρροή Γεννήθηκε στο Πετροπαύλιτς του Μαυροβούνιου το έτος 1797 και γύρω στα 1817, μαζί με σημαντικό αριθμό συγγενών του, κατέφυγε στη Μικρά Ασία για να αποφύγει διώξεις των τουρκικών αρχών της πατρίδας του. Δυστυχώς, τα στοιχεία, που διαθέτουμε για τη δράση του στη Μικρά Ασία, είναι ελάχιστα. Το πιθανότερο είναι να είχε εργαστεί ως επιστάτης σε κτήματα Οθωμανού γαιοκτήμονα ή σε κάποια τουρκική στρατιωτική υπηρεσία. Το 1820 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία, κυνηγημένος για αξιέπαινη πράξη. Κατέφυγε τότε στην Αθήνα και εντάχτηκε ως μπαϊρακτάρης στον στρατό του «σιλιχτάρη» (διοικητή) της πόλης Μπαμπά πασά, ο οποίος ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή που είχε αποστατήσει από την Υψηλή Πύλη [9].

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Κατά την επαναστατική περίοδο 1821-1827, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης [10] έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο. Αφού καθιερώθηκε κατά το πρώτο έτος του Αγώνα (1821), μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Κριεζώτη, ως στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή της νήσου Εύβοιας, πήρε μέρος σε αιματηρές μάχες εναντίον του Ομέρ πασά της επαρχίας Καρυστίας, όπως στα Στύρα όπου τραυματίστηκε, στις Πετριές και στο Κάδι, ενώ κατά το δεύτερο έτος της Επανάστασης (1822) αντιμετώπισε επιτυχώς τους Τούρκους στρατιωτικούς Ομέρ μπέη, Τζαχαρτζή – Αλή πασά και Σανδή – Ντίμπα στα Πολιτικά, στα Βρυσάκια, στα Βλαχοχώρια, στη Βάθεια και πάλιν στα Στύρα (12 Ιανουάριου 1822).

Το έτος 1823, έχοντας ήδη πάρει τους βαθμούς του πεντακοσιάρχου και κατόπιν του χιλιάρχου, αμύνθηκε με γενναιότητα στην τοποθεσία Πύργος του Καστροβαλά, η οποία βρισκόταν στο γνωστό λιμάνι της Κύμης, εναντίον του Γεπτσάραγα [11]. Επίσης το ίδιο έτος εξεστράτευσε με 300 άντρες του και με πλοία Ψαριανά εναντίον της σπουδαίας για την Επανάσταση νήσου της Θάσου· εκεί, μολονότι υπήρχε αρκετός τουρκικός στρατός, κατέστρεψε ολοκληρωτικά σχεδόν το οθωμανικό στοιχείο της νήσου [12]. Κατά τη διάρκεια δε του επόμενου χρόνου (1824), οπότε και ανέβηκε στο αξίωμα του στρατηγού [13], μεταφέρθηκε με το σώμα του στην Ύδρα και ανέλαβε τη φύλαξή της νήσου αυτής, η οποία παρείχε στον Αγώνα τα περισσότερα και καλύτερα πλοία.

Αλλά η δραστηριότητα του Μαυροβουνιώτη στρατηγού θα συνεχιστεί και κατά τα επόμενα χρόνια [14]. Έτσι, το 1825, με διαταγή της κυβέρνησης προωθείται στην Πελοπόννησο και παίρνει μέρος στις μάχες του Νεοκάστρου (15/27 Μαρτίου) και του Κρεμμυδιού εναντίον του Ιμπραήμ πασά, ο οποίος απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Μετά την καταστροφή δε των ελληνικών δυνάμεων στο Κρεμμύδι (17/19 Απριλίου), επανήλθε στη Στερεά Ελλάδα και διατάχτηκε να επιτεθεί εναντίον των Σαλώνων (Άμφισσας). Εδώ πολιόρκησε στενά τους Τούρκους, αλλά, λόγω ελλείψεως τροφίμων, αναγκάστηκε να μεταβεί στη θέση Φουντάνα, όπου και επέφερε μεγάλη καταστροφή στον εχθρό πολεμώντας σαν πραγματικός ήρωας. Επίσης, κατά το ίδιο έτος διεξήγε με επιτυχία πολεμικές επιχειρήσεις στις Θερμοπύλες και στη Ρούσσα εναντίον του Κεχαγιάμπεη [15].

Τον επόμενο χρόνο (1826), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία εναντίον του μακρινού Λιβάνου, η οποία, εκτός από τολμηρή, ήταν ταυτόχρονα και αυθαίρετη αφού δεν είχε την έγκριση της Προσωρινής Διοίκησης της επαναστατημένης Ελλάδας. Συγκεκριμένα, ο εγκαταστημένος από το 1820 στον Λίβανο έμπορος Χατζή Στάθης Ρέζης, που είχε στενές σχέσεις με τον εμίρη της περιοχής Μπεσίρ και ο οποίος είχε παρουσιαστεί στο Βουλευτικό Σώμα ισχυριζόμενος ότι διερμήνευε τις γνώμες των προυχόντων του Λιβάνου, είχε προτείνει στις 25 Οκτωβρίου του 1824 συμμαχία της χώρας εκείνης με την Ελλάδα με αντικειμενικούς σκοπούς την απελευθέρωση του Λιβάνου και της Κύπρου από την τουρκική σκλαβιά· μια τέτοια δε συμμαχία, τόνιζε ο Ρεζής, θα δημιουργούσε σοβαρό αντιπερισπασμό στις δυνάμεις του σουλτάνου και του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, ο οποίος είχε στείλει τον θετό γιο τον Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο με εντολή να καταπνίξει με κάθε τρόπο την επανάσταση. Το Βουλευτικό Σώμα δέχτηκε την πρόταση και ενέκρινε ως αντιπροσώπους του τον Χατζή Στάθη Ρέζη, τον Αντώνιο Τζούνη και τον Κύπριο αγωνιστή Χαράλαμπο Μάλη. Αλλά και το Εκτελεστικό Σώμα, αν και κάπως αργά, με έγγραφό του της 13ης Ιουλίου του 1825 ενέκρινε την παραπάνω απόφαση και ζήτησε από τον Ρεζή να συνοδεύσει και να καθοδηγήσει, ως γνώστης προσώπων και πραγμάτων, τους Έλληνες απεσταλμένους. Τον Τζούνη δε, ο οποίος αρνήθηκε τελικά να συμμετάσχει στην αποστολή, τον αντικατέστησε ο Γρηγόριος Δενδρινός, επίσκοπος Ευδοκιάδος. Όλους λοιπόν αυτούς η Προσωρινή Διοίκηση τους εφοδιάζει με έγγραφα προς τον εμίρη Μπεσίρ, προς τους φυλάρχους, τους ιερωμένους και τους προκρίτους του Λιβάνου, για να συνεννοηθούν μαζί τους για τους τρόπους της συνεργασίας των δύο τόσο απομακρυσμένων χωρών [16]. Αλλά και μια άλλη παράλληλη κίνηση παρατηρείται τότε που προερχόταν από ορισμένους Κύπριους πρόσφυγες, οι οποίοι, εμφορούμενοι από θερμό πατριωτισμό, φθάνουν ως τη σύλληψη σχεδίων που, υλοποιούμενα, θα είχαν απρόβλεπτες συνέπειες για την Κύπρο και την επαναστατημένη Ελλάδα γενικότερα [17].

Τα σχέδια όμως των εκστρατειών εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου γίνονταν σε μια περίοδο που η Προσωρινή Διοίκηση είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότερα εσωτερικά προβλήματα, όπως ήταν η θανάσιμη απειλή του Ιμπραΐμ στην Πελοπόννησο και οι συντονισμένες επιχειρήσεις του Κιουταχή πασά στη Στερεά Ελλάδα που έτειναν στην κατάπνιξη της επανάστασης στην περιοχή. Γι’ αυτό και τα εν λόγω σχέδια εγκαταλείφθηκαν από την Προσωρινή Διοίκηση. Οι συζητούμενες, ωστόσο, επιχειρήσεις έγιναν γνωστές σ’ ένα κύκλο τολμηρών στρατιωτικών, όπως του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου και του Νικόλαου Κριεζώτη, οι οποίοι έβλεπαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να τους φέρει όχι μόνο πολεμική δόξα, αλλά και σημαντικά υλικά κέρδη. Οι κινήσεις όμως αυτές των στρατιωτικών, αν και ήταν μυστικές, δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές από τον Κύπριο πατριώτη Χαράλαμπο Μάλη, ο οποίος επιθυμούσε η εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου και της Κύπρου να πραγματοποιηθεί υπό τον έλεγχο των επισήμων πολιτικιών αρχών και όχι να πάρει τη μορφή ιδιωτικής επιχείρησης και με ιδιοτελείς σκοπούς· γι’ αυτό και έσπευσε να ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση. Έτσι, με αναφορά του της 29ης Ιανουάριου 1826 προς το Βουλευτικό Σώμα κατήγγειλε τις ύποπτες κινήσεις των στρατιωτικών και ζήτησε να ληφθούν μέτρα εναντίον των πρωταγωνιστών των κινήσεων αυτών [18].

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν είχε πληροφορίες για τις παραπάνω μυστικές ζυμώσεις, ζητεί από το Βουλευτικό Σώμα να καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να εμποδιστεί το παράτολμο εγχείρημα των στρατιωτικών. Με το ίδιο δε πνεύμα γράφει και προς τους προκρίτους των νησιών Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, καθώς και στην ψυχή του Αγώνα Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που επηρέαζε αποφασιστικά τους στρατιωτικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης και οι ομοϊδεάτες του εμμένουν στα σχέδιά τους και αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την πραγματοποίησή τους. Ως τόπος συγκέντρωσης ορίζεται η νήσος Κέα (Τζια), στην οποία, κατά το χρονικό διάστημα από τον Δεκέμβριο του 1825 ως το Φεβρουάριο του 1826, συρρέουν διάφοροι οπλοφόροι υπό την αρχηγία του Βάσου Μαυροβουνιώτη, του Χατζή Μιχάλη Ταλιάνου, του Νικολάου Κριεζώτη, του Σταύρου Λιακόπουλου και του Χατζή Στεφάν ή Βούλγαρη που συνολικά θα ξεπεράσουν τους 2.000 άνδρες. Οι οπλοφόροι όπως αυτοί, επειδή δεν βοηθούνταν από την κυβέρνηση, αναγκάζονταν πολλές φορές να καταπιέζουν τους κατοίκους της περιοχής για να τους προμηθεύσουν τρόφιμα [19].

Τέλος, κατά το τέλος Φεβρουάριου, το σώμα των οπλοφόρων αναχώρησε με 14 καράβια, στις αρχές δε Μαρτίου έφτασε στις ακτές της Συρίας έξω από τη Βηρυτό, όπου έκαμε απόβαση και κατέλαβε έναν ακρινό παραθαλάσσιο πύργο και μερικά σπίτια· απ’ εκεί ήλθε σε επαφή με τον εμίρη Μπεσίρ, αλλά αυτός ζήτησε από τους οπλαρχηγούς τα πληρεξούσιά τους γράμματα, τα οποία βέβαια αυτοί δεν διέθεταν. Διατάχτηκαν λοιπόν να αναχωρήσουν, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προτού συγκεντρωθούν και επιτεθούν εναντίον τους οι Άραβες. Έτσι αναγκάστηκαν, στις 25 Μαρτίου, να φύγουν άπρακτοι και να παραιτηθούν από μια τολμηρή επιχείρηση σε ξένη χώρα σε εποχή, κατά την οποία η παρουσία και η συνδρομή τους στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι που περνούσε αγωνιώδεις στιγμές θα ήταν ανεκτίμητη. Κατά την επιστροφή τους, προσέγγισαν στην Κύπρο, όπου τρομοκράτησαν τους Τούρκους κατοίκους του νησιού, έπιασαν κατόπιν στα παράλια της Κιλικίας ένα αυστριακό καράβι και, τέλος, μέσω της νήσου Άνδρου ξαναγύρισαν στην επαναστατημένη Ελλάδα [20].

Μετά την επιστροφή από το Λίβανο, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα διακριθεί στη μάχη στη θέση «Λυκόραμα», απέναντι από τα νησιά Πεταλιοί [21]. Στη θέση αυτή θα φθάσει στις 5 Απριλίου του 1826 ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος με 800 περίπου άνδρες και με τρία πολεμικά πλοία και μαζί με τον Νικ. Κριεζώτη και Χατζή Μιχάλη Ταλιάνο θα σώσει τους Έλληνες από τον ασφυκτικό τουρκικό κλοιό, που είχε σχηματιστεί γύρω από αυτούς [22]. Κατά τους υπόλοιπους δε μήνες του 1826 ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα λάβει ενεργό μέρος σε τρεις μάχες στα Λιόσια της Αττικής εναντίον του σιλιχτάρη και κατόπιν σε δύο μάχες στο Χαϊδάρι και την Ελευσίνα εναντίον του Ρούμελη – Βαλεσί Κιουταχή πασά, όπου θα εκτιμηθούν από την ελληνική κυβέρνηση δεόντως τα στρατιωτικά του προσόντα [23]. Αλλά και κατά το επόμενο έτος (1827) ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα πολεμήσει με πείσμα εναντίον Κιουταχή πασά και κυρίως στο Καματερό και στη Λιάτανη [24].

Κατά τους εμφυλίους πολέμους (1824-1825), ο Βάσος Μαυροβουνιώτης συστοιχήθηκε, όπως άλλωστε και η συντριπτική πλειοψηφία των μη Πελοποννησίων οπλαρχηγών, με την πλευρά των λεγομένων κυβερνητικών, επικεφαλής των οποίων βρισκόταν η οικογένεια των Κουντουριωτών. Από πολιτική δε άποψη ήταν ενταγμένος στο Γαλλικό κόμμα του Ιωάννη Κωλέττη, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια ανεξαρτησία κινήσεων, καθώς, με τον αδελφοποιτό του Νικόλαο Κριεζώτη και ορισμένους άλλους μεγαλοκαπετάνιους της Ανατολικής Στερεός, είχαν συμπήξει ξεχωριστή στρατιωτικοπολιτική ομάδα μέσα στους κόλπους του Γαλλικού κόμματος [25].

Κατά τη διάρκεια της Καποδιστριακής περιόδου, ο Βάσος Μαυροβουνιώτης εντάχτηκε στον νέο στρατιωτικό οργανισμό του Κυβερνήτη, δηλαδή στις χιλιαρχίες και ανέλαβε τη διοίκηση της ΣΤ’ Χιλιαρχίας. Σαν διοικητής δε της χιλιαρχίας αυτής πολέμησε σε μια σειρά ολόκληρη μαχών για την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας· συγκεκριμένα, στο Στεβενίκο και Λιβαδειά κατά του Ομέρ πασά της Καρύστου, στην πολιορκία της ακρόπολης της Άμφισσας εναντίον του Μεχμέτ – Ντέβολη, στο Μαρτίνο της Λιβαδειάς εναντίον του Μαγιούτ πασά και, τέλος, στη Λιθάδα της Εύβοιας κατά του Ομέρ πασά. Αλλά και τον επόμενο χρόνο (1829), έδωσε δύο σκληρές μάχες κατά του «σιλιχτάρη» στα Χάσια της Αττικής (Άγιος Ιωάννης), τερματίζοντας έτσι μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία με συμμετοχή σε τριανταέξι περίπου μάχες, πολιορκίες και εκστρατείες [26].

Η Οθωμανική περίοδος υπήρξε η πιο ευνοϊκή για τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο Μαυροβουνιώτης πολέμαρχος ήταν ένας από τους λίγους ατάκτους αξιωματικούς της προηγούμενης περιόδου που κατόρθωσαν να ενταχθούν στον νέο Οθωνικό στρατό. Η σταδιοδρομία του υπήρξε εντυπωσιακή: μέλος της επιτροπής που είχε σαν σκοπό να εξετάσει τις εκδουλεύσεις που παρείχαν και τη διαγωγή που επέδειξαν κατά την Επανάσταση οι αξιωματικοί των ατάκτων σωμάτων (1833)· συνταγματάρχης – επιθεωρητής Αττικής και Βοιωτίας (1834)· αρχηγός της Οροφυλακής Φθιώτιδας (1836)· υποστράτηγος (1843) και βασιλικός υπασπιστής (1846) [27].

Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης υπήρξε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της περιόδου που έζησε. Ο φυγάς του Μαυροβούνιου και της Μικρός Ασίας ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα και, χωρίς να ανήκει στα παλαιά μεγάλα αρματολικά τζάκια, κατόρθωσε, στηριγμένος μόνο στα προσόντα του [28], να ανέβει στις υψηλές βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας και να παίξει σημαντικό ρόλο στην κοινωνία της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Πέθανε σχετικά νέος στις 9 Ιουνίου 1847, από πνευμονία [29].

Σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του Μαυροβουνιώτη πολέμαρχου, γνωρίζουμε ότι παντρεύτηκε μια από τις πιο διάσημες γυναίκες της εποχής την Ελέγκω (Ελένη) Μαυροβουνιώτη, το γένος Ιωαννίτη [30], και απέκτησε μαζί της τέσσερις γιους: τον Γεώργιο, τον Τιμολέοντα, τον Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο. Από τους γιους της Ελέγκως και του Βάσου Μαυροβουνιώτη θα αναδειχτεί κυρίως ο Τιμολέων, ο οποίος, εκτός από τα άλλα, θα διακριθεί και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 [31].

Μαυροβουνιώτης Ράντος. Αδελφός του Βάσου. Πολέμησε ηρωικά επί τρία έτη εναντίον των Τούρκων στη νήσο Εύβοια- το τέταρτο δε έτος της επανάστασης στο νησί Ψαρά, όπου έδειξε απαράμιλλη ανδρεία. Συγκεκριμένα, στις 21 Ιουνίου του 1824 ισχυρός τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στο νησί με σκοπό να το καταστρέφει. Ο Ράντος Μαυροβουνιώτης, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κασσανδρινό είχε αναλάβει την άμυνα του νησιού, στη θέση Φτελιό απέκρουσε τρεις ισχυρές τουρκικές επιθέσεις, αλλά το απόγευμα άρχισαν να τον περικυκλώνουν οι εχθροί και γι’ αυτό αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο φρούριο του νησιού. Εδώ διεξήχτηκε άγρια πάλη και τελικά, όταν ο Ράντος είδε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχτηκε στον αέρα μαζί με τους συμπολεμιστές του παρασύροντας στον θάνατο και 3000 Τούρκους [32].

Μοντενεγρίνος Τζωάννος. Διακρίθηκε κυρίως κατά τις πολιορκίες πόλεων σημαντική δε ήταν η συμβολή του κατά την πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) σπουδαίου στρατηγικού κέντρου της Πελοποννήσου. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, η ελληνική αυτή ψυχή της επανάστασης, επαινεί την ειλικρίνεια και την παρρησία, με την οποία εξέφραζε τις απόψεις του ο Μαυροβουνιώτης αγωνιστής [33].

Ουïτζ (De Wintz) Μαυροβουνιώτης στρατηγός που είχε πολεμήσει υπό τις σημαίες του Μεγάλου Ναπολέοντος. Ευρισκόμενος στο Λονδίνο, επιδίωξε, σε συνεργασία με ορισμένους Άγγλους και Κύπριους εξόριστους, να καταρτίσει στρατιωτικό σώμα από 2.000 εθελοντές ή μισθοφόρους Ευρωπαίους και να κατέλθει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για να πολεμήσει εναντίον των Τούρκων (1823-1824). Προς τον σκοπό αυτόν επιχείρησε να συνάψει ελληνικό ή κυπριακό δάνειο στο Λονδίνο, αλλά ήλθε σε αντίθεση με την ελληνική επαναστατική επιτροπή που έδρευε στην αγγλική πρωτεύουσα [34]. Τον Αύγουστο του 1824 έστειλε τον γιο του στην Ελλάδα, για να επιτύχει την έγκριση της Ελληνικής Κυβερνήσεως για το επιδιωκόμενο δάνειο, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Ουΐτζ είχε επίσης αποστείλει μέσω του Άγγλου συνταγματάρχη Delaways στην Ελλάδα το από 12 Σεπτεμβρίου 1823 πολεμικό σχέδιο ιδίας εμπνεύσεως, το οποίο απέβλεπε στην απελευθέρωση της Ελλάδας. Από τα έγγραφα, που απευθύνει ο Μαυροβούνιος αυτός στρατηγός προς την Ελληνική Διοίκηση, φαίνεται ο θερμός φιλελληνισμός του [35].

Τζούροβιτς Γρηγόριος, οπλαρχηγός. Υπηρέτησε την ελληνική επανάσταση έχοντας υπό τις οδηγίες του επίλεκτη ομάδα στρατιωτών. Με αναφορά του που υποβάλλει, την 1η Νοεμβρίου 1828 από τον Πόρο, προς τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, εκθέτει τις υπηρεσίες, που πρόσφερε στον Αγώνα, και ζητεί ανάλογη εργασία. Επίσης, συνυποβάλλει βεβαίωση του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, Γενικού Γραμματέα της Ελληνικής Διοίκησης, στην οποία τονίζεται η συναίσθηση του καθήκοντος που διείπε πάντοτε τις πράξεις του Μαυροβουνιώτη εθελοντή [36]. Αλλά δεν ήταν μόνο το στρατιωτικό στάδιο που διακρίθηκε ο Γρηγόριος Τζούροβιτς· εξίσου άξιος φάνηκε και κατά τη διπλωματική αποστολή που του ανέθεσε η διοίκηση του Αγώνα στα 1824 να μεταβεί στο Μαυροβούνιο και να συζητήσει με τον αρχηγό της χώρας Πέτρο Α΄ Πέτροβιτς Νιέγκος ζητήματα κοινής ελληνομαυροβουνιώτικης δράσης κατά των Τούρκων [37].

Ας ανακεφαλαιώσουμε: Οι Μαυροβουνιώτες εθελοντές στην Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 αποτελούν τρανότατο δείγμα της διαβαλκανικής συνεργασίας κατά τους νεότερους χρόνους. Οι στενές όμως ελληνομαυροβουνιώτικες σχέσεις δεν θα σταματήσουν εδώ, αλλά θα συνεχισθούν και κατά τους επόμενους χρόνους, για να φτάσουν και πάλι στο ύψιστο σημείο τους το 1912, με τη σύμπηξη της άρρηκτης βαλκανικής συμμαχίας.

Παραθέτουμε εδώ σε μορφή pdf, κατά τρόπο ενδεικτικό, ορισμένα μόνο από τα έγγραφα τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη σύνταξη της παρούσας εργασίας μας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Joanis Papadrianos, «Grcki ustanak 1821. godine i Crnogorci», Istonjski zapisi 3 (1996).

[2] Οι βασικές αρχές του θέματος αυτού αποτέλεσαν εισήγηση στο Ά Ελληνομαυροβουνιώτικο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Μαυροβούνιο τον Μάιο του 1997 στα σέρβικα. Το κείμενο δίνεται εδώ στην ελληνική γλώσσα.

[3] E. Πρωτοψάλτης, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες κατά την επανάσταση του 1821», A’. Ελληνοσερβικό Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979. σ. 65.

[4] Βλ. Σπ. Λουκάτου. «Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βόσνιοι μαχητές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας», Α’,  Ελληνοσερβικό  Συμπόσιο, Πρακτικά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 105-106.

[5] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βάσου Μαυροβουνιώτη, ο οποίος από νωρίς τιμήθηκε με το αξίωμα του χιλίαρχου (βλ. Αβ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, Αθήναι 1876, passim).

[6] Αναφέρουμε εδώ, ενδεικτικό, τον Τιμολέοντα Βάσο, γιο του Βάσου του Μαυροβουνιώτη. Ο οποίος, εκτός από τα άλλα, διακρίθηκε και κατά την Κρητική Επανάσταση του 1897 (βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 109).

[7] Οι εξαιρέσεις που Μαυροβούνιοι μαχητές διατήρησαν τα πατρωνυμικά τους επίθετα, όπως των Ιωάννη Ράντοβιτς και Γρηγορίου Τζούροβιτς, είναι σπάνιες [βλ. Πρωτοψάλτη, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι φιλέλληνες», σ. 79-80).

[8] Nικολάι Τυντόρωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821. Η περίπτωση των Βουλγάρων, Αθήνα 1982, σ. 67.

[9] Βλ. λεπτομέρειες- Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 15-16.

[10] Εδώ ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θρήνησε τον θάνατο ενός από τους πιο γενναίους οπλαρχηγούς του Αγώνα, του Ηλία Μαυρομιχάλη που επονομαζόταν Μπεϊζαντέν (βλ. Χρυσολόγη, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 16-18).

[11] Ο ηρωισμός και γενικά οι στρατιωτικές ικανότητες, που επέδειξε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις στη νήσο Εύβοια, φαίνεται ολοκάθαρα από μια βεβαίωση που του χορήγησε ο Άρειος Πάγος (το Ανώτατο Δικαστήριο) στις 5 Φεβρουάριου του 1823. (βλ. στο υπ’ αριθμό/έγγραφο στο τέλος του άρθρου μας).

[12] Βλ. Χρυσυλόγη, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 20. Πρβλ. και Στέφανος Π. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσος», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (εκδοτική Αθηνών), τ. 6, Αθήνα χ. χρ., σ. 91.

[13] To terminus ante quem της αναδείξεως του Βάσου Μαυροβουνιώτη στο αξίωμα του στρατηγού πρέπει να είναι η 23η Σεπτεμβρίου 1824, όπως καταφαίνεται από ένα έγγραφο που φέρνει την ημερομηνία αυτή [βλ. Δουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 127].

[14] Μολονότι η κυβέρνηση εξακολουθούσε να μην πληρώνει τους οφειλομένους μισθούς σ’ αυτόν και στους άνδρες του (βλ. στο υπ’ αριθμό 2 ντοκουμέντο στο τέλος της εργασίας μας).

[15] Οι τελευταίες αυτές νίκες του Βάσου Μαυροβουνιώτη βεβαιώνονται από μια επίσημη έκθεση, την οποία συνέταξε στις 20 Οκτωβρίου του 1825 στο στρατόπεδο των Σαλώνων ο συμπολεμιστής του Μαυροβουνιώτη στρατηγού Νικόλαος Κριεζώτης (βλ. στο υπ’ αριθμό 3 ντοκουμέντο στο τέλος του άρθρου μας).

[16] Βλ. Ε. Πρωτοψάλτη, «Αυθαίρετος εκστρατεία των Ελλήνων εις Λίβανον», Αθηνά 58 (1954), σ. 243 κ. ε. Σπ. Λουκάτος, «Προσπάθειαι ελληνο-συρολιβανικής συμμαχίας κατά την Ελλην. Εξανάστασιν (1822-1828)», Μνημοσύνη 3 (1970-1971), σ. 328 κ.ε.

[17] Ε. Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος εις τον Αγώνα τον 1821, Αθήναι 1971, σ. 75 κ.ε. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλυς, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 7, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 538.

[18] Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», 262-263. Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539.

[19] Την εκστρατεία εναντίον του Λιβάνου εξετάζει διεξοδικά και ο βιογράφος του Βάσου Μαυροβουνιώτη AB. Ν. Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 32-38. Η εξέταση όμως σε πολλά σημεία της αγγίζει τα όρια του ιστορικού διηγήματος και τούτο, γιατί ο βιογράφος του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου δεν διαθέτει αξιόπιστα τεκμήρια.

[20]  Πρωτοψάλτης, «Αυθαίρετος εκστρατεία», σ. 273-274: Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. 7, σ. 539-540.

[21] Οι Πεταλιοί είναι σύμπλεγμα από μικρά νησιά στο νοτιοδυτικό άκρο της μεγαλονήσου Εύβοιας.

[22] Βλ. Βακαλοπούλου, Ιστορία, τ. 7, σ. 530-531, όπου και η υπόλοιπη βιβλιογραφία.

[23]  Όπως κυρίως φαίνεται από το υπ’ αριθμό 4 έγγραφο που δημοσιεύεται στο τέλος της μελέτης μας.

[24] Χρυσολόγης, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 59 κ.ε. Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 91.

[25] Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, ως οπαδός της παράταξης των κυβερνητικών – Κουντουριωτών και του Γαλλικού κόμματος, συνεργάστηκε στενά με έναν άλλο σπουδαίο Βαλκάνιο εθελοντή, τον Χατζή Χρήστο Ντάγκοβιτς (βλ. Ιωάννη Α. Παπαδριανού, Η Ελληνική Παλιγγενεσία του 1821 και η βαλκανική της διάσταση. Κομοτηνή 1996, σ. 40, σημ. 16).

[26] Χρυσολόγης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, σ. 66 κ.ε.

[27] Παπαγεωργίου, «Μαυροβουνιώτης Βάσσος», σ. 92

[28] Η φιλοπατρία, η ανδρεία και η πειθαρχία προς τους ανώτερους του ήταν τα προσόντα που διέκριναν τον Βάσο Μαυροβουνιώτη. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα σώζεται σειρά ολόκληρη εγγράφων της Ελληνικής διοίκησης, στα οποία τονίζονται τα παραπάνω προσόντα του Μαυροβουνιώτη πολεμάρχου [βλ. Λουκάτου, «Σέρβοι και Μαυροβούνιοι μαχητές», σ. 138 κ.ε.].

[29] Την τελευταία ημέρα του θανάτου του, τον επισκέφτηκε ο βασιλέας Όθων και τον ρώτησε αν έχει να εκφράσει κάποια επιθυμία για την οικογένεια του. «Η μόνη μου επιθυμία», απάντησε ο Βάσος Μαυροβουνιώτης, «είναι τα παιδιά μου να σας δουν να εισέρχεστε στην Κωνσταντινούπολη» (βλ. Χρυσολόγου, Βάσος Μαυροβουνιώτης, σ. 64).

[30] Η Ελέγκω είχε φήμη καλλονής «… έλαμπε από ομορφιά και ήταν γεμάτη από χαρίσματα» και είχε γοητεύσει και τον γνωστό ποιητή Π. Σούτσο. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης θα παντρευτεί αργότερα για Δεύτερη φορά την Υδραία Μπίλλιω, από την οποία θα αποκτήσει και μια κόρη, την Πέτρα. Παρόλα αυτά η Ελέγκω αντιμετωπιζόταν και τότε ως Ελέγκω Βάσου Μαυροβουνιώτη και, μετά τον θάνατο του συζύγου της Βάσου, ως η χήρα του (βλ. Δημητρίου Π. Πασχάλη, Η Άνδρος κατά την Επανάσταση του 1821 Αθήναι 1930, σ. 73 κ.ε.).

[31]  Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. παραπάνω, σ. 246, σημ. 5.

[32] Βλ. σχετικά στο υπ’ αριθμό 5 ντοκουμέντο που Δημοσιεύεται στο τέλος της εργασίας μας.

[33] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη, Εκτελεστικόν Σώμα, 27 Απριλίου 1823.

[34] Πρωτοψάλτης, Η Κύπρος, α. 18 κ.ε.

[35] Ιστορικόν Αρχείον Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, έκδοση Ε. Πρωτοψάλτη, τ. 3, Αθήναι 1968,0.394-396,925

[36] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθμ. 7 και 8.

[37] Σπ. Λουκάτος, Σχέσεις Ελλήνων μετά Σέρβων και Μαυροβουνίων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν (1823-1826), Θεσσαλονίκη 1970, σ. 119.

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Γάλλος φιλέλληνας François Graillard  (εξελ. όν. Φραγκίσκος Γραλλιάρδος) και το μεγαλειώδες σχέδιό του για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της μεταπελευθερατικής Ελλάδας


 

Α) Εισαγωγή

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ (François Graillard) γεννήθηκε στη Dizon της Γαλλίας την 23η Αυγούστου 1792. [1] Ο πατέρας του ήταν Συνταγματάρχης του Γαλλικού Αυτοκρατορικού Στράτου και ευνοούμενος του Μεγάλου Ναπολέοντα. [2]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την αγά­πη του προς τα γράμματα και ο πατέρας του έχοντας οικονομική άνεση έδωσε στο γιο του μια σπάνια για την εποχή του μόρφωση. Για το λόγο αυτό ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση κατατάχτηκε ως εθελον­τής στο Γαλλικό Στρατό και διακρίθηκε ως πολέμαρχος στους Ναπολεόντειους πο­λέμους της τελευταίας περιόδου και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά παράλληλα υπήρξε ένας διανοούμενος στοχαστής με γερούς και μεγάλους πνευματικούς ορίζοντες. [3]

Πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ελλάδας μελέτησε την Ελληνική Ιστορία και τα ήθη και έθιμα του λαού μας, γνώρισε από κοντά τα προτερήματα και τα ελαττώματα της φυλής και ζυμώθηκε με τους αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821 με δεσμούς τέτοιους, ώστε και μετά τη λήξη του Αγώνα να παραμείνει στη χώρα μας και να συμμερισθεί με το λαό μας τη φτώχεια που τον έδερνε, αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου οι οικογενειακές του περ­γαμηνές θα του εξασφάλιζαν μίαν άνετη ζωή. [4] Διεισδυτικός, στοχαστής και ορα­ματιστής συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώδες σχέδιο, με το οποίο πίστευε ότι ο ελληνικός λαός, με μεθοδική οργάνωση και αξιοποίηση των πλουτοπαραγω­γικών πηγών της χώρας του, θα μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει και ακόμη να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό. [5]

Αντίθετα προς τις απόψεις του Όθωνα και του περιβάλλοντός του, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ είχε αν­τιληφθεί ότι οι Έλληνες της δεκαετίας του 1830, ύστερα από τη δραματική περίο­δο που είχε προηγηθεί, είχαν ανάγκη από μακρά περίοδο ειρήνης και ησυχίας για να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα και να ανοικοδομήσουν τα καπνίζοντα ακόμη ερείπια της χώρας τους. [6] Για τον Γκραγιάρ κάθε προσπάθεια για άσκοπες πολε­μικές προετοιμασίες στην κρίσιμη εκείνη για τον Ελληνισμό περίοδο, ως διέξο­δος στα μεγάλα και άλυτα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, αποτελούσε άπατη και προδοσία σε βάρος του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος φιλέλληνας, υστέρα από επίπονες μελέτες του ελληνικού προβλήματος όπως ο ίδιος το είχε ζήσει στο διάστημα τής 15χρονης παραμονής του στη χώρα μας, συνέταξε και υπέβαλε στον Όθωνα με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του ένα μεγαλόπνοο σχέδιο – μία αναλυτική οικονομικοτεχνική μελέτη – με το οποίο, όπως πίστευε, θα επιτυγχανόταν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και ή πνευματική και πολι­τιστική άνοδος του ελληνικού λαού. [7]

Αλλά για το σχέδιο Γκραγιάρ θα μιλήσουμε διεξοδικότερα στο τρίτο μέρος αυτής της εργασίας, αφού κάνουμε πρώτα μία σύντομη σκιαγράφηση της προσωπι­κότητάς του.

 

Β)  Σύντομη βιογραφική παρουσίαση του Φραγκίσκου Γκραγιάρ

 

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ μετά την αποπεράτωση των σπουδών του και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη εθελοντής στη Γαλλική Εθνοφυλακή την 15η Μαΐου 1812. Μετά από δύο μήνες προβιβάζεται σε δεκανέα και έπειτα από τρεις μήνες σε Λοχία. Στις αρχές του 1813 προβιβάζεται σε Ανθυπασπιστή και την 29η Σε­πτεμβρίου 1813 σε Ανθυπολοχαγό.[8]

Έλαβε μέρος ως Αξιωματικός του Γαλλικού Στράτου στις διάφορες μάχες των Ναπολεόντειων πολέμων της τελευταίας περιό­δου και διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στη μάχη της Λειψίας (1813) τραυματίστηκε σοβαρά και συνελήφθη αιχμάλωτος. Μετά την αποθεραπεία του διέφυγε την αιχμαλωσία, επανήλθε στο γαλλικό στράτευμα (18 – 14) και συνέχισε να πολεμάει μέχρι την οριστική πτώ­ση τού Μεγάλου Ναπολέοντα.[9]

Ακολουθεί μία περίοδος διωγμών κατά του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, αποτάσσεται από το Γαλλικό Στρατό και φυλακίζεται ως οπα­δός της επανάστασης, αποκαθίσταται και αποτάσσεται άλλες δύο φορές ως το 1820. [10] Οι διώξεις αυτές έπεισαν τον Φραγκίσκο Γκραγιάρ, ότι δεν είχε πια μέλ­λον στο Γαλλικό Στρατό. Η  βαθειά του προσήλωση στις ιδέες της Γαλλικής Επα­νάστασης και το δράμα του για μια ανθρωπινότερη ζωή και έναν κόσμο δικαιότερο, τον έκαναν να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να κατέλθει στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Συμμετείχε στην πρώτη αποστολή των Γάλλων φιλελλήλων που ήλθαν στην Ελλάδα, την 8/20 Νοεμβρίου του 1821 αποβιβάζεται με άλλους Γάλλους φι­λέλληνες στην Καλαμάτα. [11]

Έζησε από κοντά ολόκληρο το δράμα του υπέρ Ανε­ξαρτησίας Αγώνα του ελληνικού λαού και έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτόν, δέ­χτηκε πολλαπλά τραύματα στη διάρκειά του, τιμήθηκε με σειρά μεταλλίων και παρασήμων και προβιβάστηκε επανειλημμένα «έπ’ ανδραγαθία» στους διάφορους βαθμούς για το θάρρος και την ανδρεία που επέδειξε σε κρίσιμες με τους Τούρκους μάχες και συμπλοκές.

Αναλυτικότερα, συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και διακρίθηκε στη μάχη της Κορίνθου. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, όπου ανδραγάθησε, τραυματίστηκε και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμά­λωτος. Με τα υπολείμματα των φιλελληνικών εθελοντικών σωμάτων και τα υπο­χωρούντα ελληνικά τμήματα κλείνεται στο Μεσολόγγι και έλαβε μέρος ως υπε­ρασπιστής του στην επιτυχή άμυνα της πόλης κατά τη διάρκεια της πρώτης πο­λιορκίας της από τους Τούρκους. [12] Διακρίθηκε στην ορμητική καταδίωξη των Τούρκων προς το Αγρίνιο και τον Αχελώο, μετά την αποτυχία τους να εκπορθή­σουν με έφοδο το Μεσολόγγι. Στις αψιμαχίες με τους Τούρκους στην κοίτη του Αχε­λώου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες και παραλίγο να χά­σει το αριστερό πόδι του. Η συμφορά του Πέτα, την οποία έζησε σε όλη της την τραγικότητα, τον έπεισε ότι η ανάμιξη των πολιτικών στη διοίκηση του στρατού και η εκπόνηση από αυτούς σχεδίων πολεμικών επιχειρήσεων οδηγούσαν την επα­νάσταση σε αναδίπλωση και μπορούσε να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Για το λόγο αυτό, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ, στις εμφύλιες έριδες, που όσον εξαρτιόταν από αυτόν προσπαθούσε να τις αποτρέψει, πήρε το μέρος των στρατιωτικών και συμμάχησε μαζί τους, γιατί πίστευε ότι, όσο διαρ­κούσε ο Αγώνας, ο λαός είχε εμπιστοσύνη μόνο στους φυσικούς του ηγέτες, τους στρατιωτικούς.

Κατά τον Γκραγιάρ, μόνον οι στρατιωτικοί μπορούσαν να οδηγή­σουν στην ολοκλήρωση των στόχων της Επανάστασης και στην τελική νίκη. Συν­δέθηκε με στενή φιλία με όλους τους σημαίνοντες Έλληνες στρατιωτικούς και κυ­ρίως με τον Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Υψηλάντη. [13] Ο τελευταίος ανέθεσε στον Γκραγιάρ την οργάνωση των πρώτων ταγμάτων του Τακτικού Ελληνικού Στρατού. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το ήθος τη μόρφωση και τις ικανό­τητες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ και του ανέθεσε εμπιστευτικής φύσεως αποστολές στην Ευρώπη.

Με εντολή του Δημητρίου Υψηλάντη ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και ο συμπα­τριώτης του Louis Stanislaw Daniel, το φθινόπωρο του 1823, αναχωρούν για τη Γαλλία με σκοπό να ενεργοποιήσουν τους φιλελληνικούς συλλόγους της Ευρώπης, με σαφείς οδηγίες όπως, εκτός από την οικονομική ενίσχυση που παρείχαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις των χωρών τους για να αλλάξουν στάση και τακτική έναντι του ελληνικού προβλήματος. [14] Ο Δημή­τριος Υψηλάντης, μετά την απογοήτευσή του από τη ρωσική πολιτική στο ελλη­νικό πρόβλημα, στράφηκε προς τη Γαλλία και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τους δύο Γάλλους φιλέλληνες, οι οποίοι κατά τη μετάβασή τους στη Γαλλία ήρθαν σε επαφή και επικοινωνία με ανώτατους κρατικούς φορείς της γαλλικής πολιτικής ζωής και τους ενημέρωσαν για την πορεία και τους σκοπούς της Ελληνικής Επα­νάστασης.

Οι Graillard και Daniel επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1824 και ενημέρωσαν το Δημήτριο Υψηλάντη για τις επαφές τους στη Γαλλία και για τα αποτελέσματα των ενεργειών τους. Φαίνεται ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έμεινε ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα των ενεργειών των δύο φιλελλήνων και τους ξανάστειλε αμέσως στη Γαλλία με νέες εντολές. [15]

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, στρα­τιωτικός ολκής με πολιτική σκέψη και διπλωματική ενόραση, αντιλαμβανόταν ότι με τις τοπικές στρατιωτικές τους επιτυχίες οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν μπο­ρούσαν να γονατίσουν το μεγάλο γίγαντα και ότι χρειαζόταν περισσότερο από κάθε τι άλλο η διπλωματική στήριξη του Ελληνικού Αγώνα από τις Ευρωπαϊκές Δυ­νάμεις. Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, με κέντρο το πρόσφορο Παρίσι και τη Γαλ­λία γενικότερα, θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της φιλότουρκης πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και θα μπορούσε αποφασιστικά να συμβάλει στην αίσια λύση του ελληνικού προβλήματος.[16]

Η αρχή έγινε από τη Γαλλία και τα αποτελέσματα υπήρξαν θετικά και άμεσα. Πρώτη η κοινή γνώμη της Γαλλίας έδειξε τη δυναμική της παρουσία και επέβαλε στη γαλλική κυβέρνηση να αλλάξει πολιτικούς προσανατολισμούς ως προς το ελληνικό ζήτημα. Αποκορύ­φωμα των διπλωματικών αλλαγών, που συντελέστηκαν στη Γαλλία και στη λοιπή Ευρώπη, είναι η μετά τρία χρόνια αργότερα ευρωπαϊκή δυναμική, που εκδηλώ­θηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) και υλοποιήθηκε με τη Ναυ­μαχία του Ναυαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827).[17]

Η αποστολή, λοιπόν, των Grail­lard και Daniel υπήρξε επιτυχής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το έργο του Γκραγιάρ και τον προσέλαβε αρχικά υπασπιστή του και αργότερα επιτελάρχη του στον αγώνα του ενάντια στον Ιμπραήμ και στην εκστρατεία απελευθέρωσης της Ανατολικής Ελλάδας το 1829. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ως υπασπιστής του Δη­μητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στη μάχη των Μύλων την 13η Ιουνίου 1825 και επέδειξε ανδρεία και θάρρος, δέχτηκε πολλαπλά τραύματα και ανδραγάθησε πολε­μώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητές μέχρις ότου οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. [18] Για τα ανδραγαθήματά του στη μάχη των Μύλων, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, με πρόταση του Δημητρίου Υψηλάντη προς το Εκτελεστικό, προβιβάστηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη έπ’ ανδραγαθία. Τέ­λος, ως επιτελάρχης του Δημητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ανατολικής Ελλάδας και πολέμησε στη μάχη των Θηβών (21 Μαΐου 1829) και είχε την τύχη να λάβει μέρος στην τελευταία νικηφόρο μάχη του Αγώνα, στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829).[19]

Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο Γκραγιάρ, με πρό­ταση του Δημητρίου Υψηλάντη, δια του υπ’ αριθ. 79 Διατάγματος της 25ης Μαΐου του 1832, διορίζεται Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος, δηλαδή Αρχη­γός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και επιδίδεται στην αναδιοργάνωση του Στρατού. [20] Η ανάδειξη του Γκραγιάρ στο ύπατο στρατιωτικό αξίωμα συνέπεσε με τη φοβερή τραγωδία του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη δολοφονία του Κυβερ­νήτη και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την πειθαρχία μέχρι τέλους και να κρατήσει το στράτευμα μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες. [21]

Μετά την άφιξη του Όθωνα προσλήφθηκε ως υπασπιστής του, αλλά τέσσερις μήνες αργότερα, με την ίδρυση της Ελληνικής Χωροφυλακής, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ το Μάιο του 1833 αναλαμβάνει Αρχηγός του νεοσύστατου Σώμα­τος της Χωροφυλακής.[22]

Κατά γενική ομολογία, ως Αρχηγός Χωροφυλακής ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ προσέφερε μία από τις σπουδαιότερες υπηρεσίες που προσέφερε ποτέ ένας ξένος στον τόπο μας. Ο Γκραγιάρ, γνώστης της οργανωτικής διάρ­θρωσης και της λειτουργικότητας της Γαλλικής Χωροφυλακής και γνωρίζοντας την ιδιοσυστασία και την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων της εκρηκτικής εκείνης περιόδου, θέλησε να οργανώσει ένα σώμα ασφαλείας με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της μεταπελευθερωτικής ελληνικής κοινωνίας. [23]

 

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930). Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930).
Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

 

Για το λόγο αυτό έλαβε ως πρότυπό του τη Γαλλική Χω­ροφυλακή, μελέτησε τούς Οργανισμούς και Κανονισμούς της Γαλλικής Χωροφυλα­κής και τους μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα, αφού προσάρμοσε πολλές διατάξεις του στην ελληνική πραγματικότητα. [24]  Δεν αποδέχτηκε όμως ο Γκραγιάρ αβασά­νιστα την εντολή που του είχε δοθεί. Για να αναλάβει, έθεσε δύο απαράβατους όρους, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από την Αντιβασιλεία. Ο πρώτος όρος αφορούσε την επιλογή των στελεχών της Χωροφυλα­κής η οποία έγινε προσωπικά από αυτόν τον ίδιο ανάμεσα στους διαπρεπέστερους αγωνιστές της επαναστάσεως του 1821, που είχαν όμως διακριθεί για την εντιμότατα και το ήθος τους στη διάρκεια του Αγώνα. Ο δεύτερος όρος αφορούσε τη μη ανάμιξη του στρατού και της πο­λιτικής στο έργο της Χωροφυλακής. Ο ίδιος ο Γκραγιάρ έκανε την εγκατάσταση των υπηρεσιών Χωροφυλακής στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και τα χωριά, ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους από απόψεως πληθυσμιακής, οικονομικής και της γεω­γραφικής τους θέσης. Γνώριζε προσωπικά τους ανθρώπους που επέλεγε και τους τόπους που εγκαθιστούσε τις υπηρεσίες Χωροφυλακής από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[25]

Το έργο του Γκραγιάρ στην οργάνωση της Χωροφυλακής εξετιμήθη από δικούς μας και ξένους. [26] Ο σύγχρονος του Γκραγιάρ Γάλλος κοι­νωνιολόγος Gustav Eiphthal (Γουσταύος Εϊκάλ) γράφει για τον Γκραγιάρ και το σώμα της Χωροφυλακής: «Ο Γκραγιάρ είναι σήμερα Αρχηγός του Σώματος της Χωροφυλακής, το οποίο αυτός εξ ολοκλήρου διέπλασε. Είναι δε το σώμα τούτο ο επιτυχέστερος των στρατιωτικών οργανισμών της Ελλάδος».[27]

Δυστυχώς, οι όροι που είχε θέσει ο Γκραγιάρ στην Αντιβασιλεία, για τη μη ανάμιξη του στρατού και της πολιτικής στο έργο της Χωροφυλακής, παραβιαζόντουσαν με διάφορα προσχή­ματα. Όταν δε ο Γκραγιάρ ζήτησε την αύξηση της οργανικής δύναμης της Χω­ροφυλακής για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της και η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημά του με το πρόσχημα της έλλειψης πιστώσεων, υπέβαλε αμέσως την παραί­τησή του. [28] Την 13η Ιανουαρίου 1835, ο Γκραγιάρ αντικαθίσταται στην αρχηγία της Χωροφυλακής από το Βαυαρό Αντισυνταγματάρχη Μαξιμιλανό Ρόσνερ.

Ο Γκραγιάρ, μετά την παραίτησή του από την αρχηγία της Χωροφυλακής, έπεσε σε δυσμένεια και ανακοινώθηκε προσχηματικά ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα για λό­γους υγείας. Λίγο αργότερα όμως ανακλήθηκε στην ενέργεια και υπηρέτησε σε διά­φορες υπηρεσίες του στρατεύματος (Φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, Φρούραρχος Μεσολογγίου, Προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών, Πρόεδρος του Συμ­βουλίου για την αναθεώρηση του Στρατού κτλ.).

Την 19η Φεβρουαρίου του 1848 ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ διορίζεται για δεύτερη φορά Αρχηγός Χωροφυλακής, αλλά παρέμεινε για πολύ λίγους μήνες στη θέση αυτή, γιατί ήρθε αμέσως σε ρήξη με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που επέμεναν να επεμβαίνουν στο έργο της Χωροφυλακής. Ωστόσο, όμως, ο Γκραγιάρ δεν παραιτήθηκε αυτή τη φορά, αλλά οι εναντιούμενοι στο έργο του, για να τον εξουδετερώσουν, εισηγήθηκαν στην Κυ­βέρνηση την κατάργηση του Αρχηγείου Χωροφυλακής και την υπαγωγή του Σώ­ματος απευθείας στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Έτσι, το σώμα της Χωροφυλακής έμεινε ακέφαλο και ο Αρχηγός του χωρίς θέση. Αυτά παθαίνουν όσοι πονούν αληθινά αυτόν τον τόπο και δεν γίνονται πιόνια της πολιτικής και των κάθε είδους κυκλωμάτων. Έπειτα από λίγο ο Γκραγιάρ μετατάσσεται στο στράτευμα και την 19η Μαΐου 1854 προβιβάζεται σε υποστράτηγο, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα περιέρχεται σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας πραγματικά για λόγους υγείας αυτή τη φορά.[29]

Απεβίωσε σχεδόν λησμονημένος την 9η Μαΐου 1863 και καθώς είχε παραμείνει άγαμος, άφησε κληρονόμο τής μικρής του περιουσίας τον τέως Δήμαρχο Αθηναί­ων Ιωάννη Κόνιαρη.[30]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε προσκολλημένος στους γαλλικούς πολιτικούς κύκλους της Αθήνας, αλλά παντού και πάντοτε ασκούσε την επιρροή του για το καλό της δεύτερης θετής πατρίδας του της Ελλάδας και των αγαπημένων του Ελ­λήνων. Είναι εκείνος που επισκέφθηκε το Γάλλο Στρατηγό Μαιζώνα στη Μεσση­νία και τον παρακάλεσε να εμποδίσει τον Ιμπραήμ να ερημώσει την Πελοπόννησο, όπως σκόπευε, κατά την αποχώρησή του και να φανεί και ο ίδιος γενναιόδωρος προς τους χειμαζομένους πληθυσμούς της περιοχής, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τις μακροχρόνιες δηώσεις του Ιμπραήμ.[31]

Πάντοτε δε ενεργούσε κατευναστι­κά στη Γαλλική Πρεσβεία της Αθήνας σε περιόδους κρίσεως των εθνικών μας θεμάτων και οξύνσεως των σχέσεων των δύο χωρών. Είχε τη δύναμη να επιβάλλε­ται και να κατευνάζει τον οξύθυμο Γάλλο Πρεσβευτή Piscatory. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν έγραψε κανένα βιβλίο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, άλλα τους στοχασμούς του, τις ιδέες του και την αγάπη του προς την Ελλάδα και τους Έλληνες τα ανιχνεύουμε μέσα από τις εκατοντάδες χειρόγραφά του, που διασώ­θηκαν και βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στα Αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Από αυτά, ο φάκελος I του Οθωνικού Υπουργείου Στρατιωτικών και οι φάκελοι Αστυνομία – Χωροφυλακή του Οθωνικού Υπουργείου Εσωτερικών των Γενικών Αρχείων του Κράτους πε­ριέχουν εκατοντάδες χειρόγραφα του Γκραγιάρ, στα οποία περιλαμβάνεται το ορ­γανωτικό διάγραμμα των υπηρεσιών Χωροφυλακής με παρατηρήσεις, σχόλια και επεξηγηματικά στοιχεία, με τα οποία δικαιολογούνται πλήρως οι λόγοι που επέ­βαλαν την ίδρυση της κάθε υπηρεσίας Χωροφυλακής.

Οι προσωπικές του αναφορές ως Αρχηγού Χωροφυλακής προς τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εσωτερικών είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Οι Κανονιστικές Διαταγές, τα μνημόνια οδηγιών και οι γενικές κατευθύνσεις που εξέδιδε προσωπικά ο Γκραγιάρ προς τους διοικη­τές των νεοϊδρυομένων υπηρεσιών, αποτελούν τους αψευδείς μάρτυρες της πνευματικής του συγκρότησης, της εκφραστικής του δυναμικότητας, της ορθής κρίσης του, της ικανότητας επιλογής των συνεργατών του, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους και των ηγετικών του προσόντων γενικότερα.[32]

 

Γ)   Ανάλυση του σχεδίου Γκραγιάρ «περί των τρόπων της αναπτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού»

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε ένας ιδεαλιστής ελληνολάτρης και είναι ο πρώτος ξένος που αποποιήθηκε τον τίτλο του «φιλέλληνα», έχοντας υπόψη του τα μπουλούκια των ξένων που είχαν εισρεύσει στη χώρα μας προς αναζήτηση τύχης με την ευκαιρία της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί από αυτούς ήσαν ξένοι πράκτορες και πουλούσαν εκδούλευση στους αγωνιζόμενους για την ελευθερία τους Έλληνες, αντλούντες πληροφορίες από αυτούς για να τις μεταβιβάσουν με αμοιβή στους Τούρκους. Άλλοι πάλιν ήσαν έτοιμοι να αλλάξουν στρατόπεδο ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Όλος αυτός ο συρφετός των διαφόρων επιδιώξεων τιτλοφορήθηκε από τους αφελείς Έλληνες «Φιλελληνισμός» και οι διάφοροι τυχοδιώκτες της Δύσης τιτλοφορήθηκαν «Φιλέλληνες». Αυτά τα είχε ζήσει από κοντά ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και για το λόγο αυτό θεωρούσε τον τίτλο του φιλέλληνα ως υβριστικό.[33]

Ο ίδιος είχε γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και αντιλαμβανόταν ότι τα στενά εδαφικά όρια, μέσα στα οποία είχαν περιορίσει το νεοσύστατο κράτος οι Με­γάλες Δυνάμεις, δεν ήσαν βιώσιμα και έπρεπε οπωσδήποτε να επεκταθούν για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να ζήσει και να δημιουργήσει. Όπως όμως είχαν δια­μορφωθεί τα πράγματα δεν υπήρχε διέξοδος με τις άσκοπες πολεμικές προετοιμα­σίες σε μια εποχή μάλιστα που η Δύση κόπτονταν για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[34]

Εκείνο λοιπόν που έπρεπε να γίνει στη φάση αυτή ήταν η οργάνωση της διοίκησης και η οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώ­ρας.[35] Αν αυτό επιτυγχανόταν, θα μπορούσε να οργανωθεί ένας αξιόμαχος στρα­τός που θα ήταν σε θέση να αντιπαραταχθεί με τον υπέρτερο αριθμητικά αλλά κα­κώς οργανωμένο τουρκικό στρατό. Ο Γκραγιάρ λοιπόν οραματίστηκε ένα μικρό αλ­λά καλά οργανωμένο στράτευμα που θα αντιπαρέθετε τη σύγχρονη πολεμική τακτι­κή στην αριθμητική δύναμη του εχθρού. Ήθελε δηλαδή, τηρουμένων των αναλογι­ών, να μεταβάλει την Οθωνική Ελλάδα σε ένα υπερσύγχρονο μικροσκοπικό κρά­τος που θα μπορούσε να αντιπαραταχθεί στον Οθωμανικό γίγαντα, όπως αντιπα­ρατάσσεται σήμερα το μικρό αλλά καλά οργανωμένο κράτος του Ισραήλ απέναντι στον Αραβικό Γίγαντα. Για το λόγο αυτό συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώ­δες σχέδιο – υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο βασιλιά Όθωνα την 9η Απριλίου 1835 με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του. [36] Με το μακροσκελές του υπόμνημα – το όλον 58 σελίδες – ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπεδείκνυε στο νεαρό ηγεμόνα τους τρόπους ενεργείας και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για να επιτευχθεί η ταχεία οργάνωση της διοίκησης και η επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονο­μίας.

Από την ανάλυση του υπομνήματος προκύπτουν πολλά και ωφέλιμα στοιχεία και εξάγονται χρήσιμα ιστορικά συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα και τις δυνατότητες που είχαν οι Έλληνες να εξέλθουν από το φάσμα της οικονομικής καχεξίας και να ακολουθήσουν την ανο­δική πορεία των Ευρωπαϊκών λαών. Από το ίδιο το υπόμνημα ή μάλλον από την αριστοτεχνική αυτή οικονομικοτεχνική μελέτη σκιαγραφείται η προσωπικότητα, το ήθος, η συγκρότηση, η προβλεπτικότητα και προνοητικότητα του συντάκτη και τον αναδεικνύουν σε στοχαστή και μεταρρυθμιστή των ελληνικών πολιτικών πραγμά­των της εποχής του, αφού πολλοί από τους σχεδιασμούς και τις υποδείξεις του πραγματοποιούνται ή μελετώνται με καθυστέρηση ενός και μισού αιώνα.[37]

Εκεί­νο που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι, ενώ το περιεχόμενο του υπομνήματος είναι πλούσιο και πολύ ενδιαφέρον από κάθε πλευρά, ο Γκραγιάρ του έδωσε ένα μετριοπαθή τίτλο, που σε ελεύθερη Απόδοση μεταφράζεται: «Περί των τρόπων της ανα­πτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού». Στην αρχή του υπομνήματος ο Γκραγιάρ αναφέρεται στους λόγους που τον ώθησαν στη σύνταξή του, κάμνοντας μία σύντομη αναδρομή στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, για να προχωρή­σει στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και να εξηγήσει τις επιδράσεις που δέχτηκαν οι Έλληνες από τη μακροχρόνια τουρκική καταπίεση και τυραννία. Δικαιολογεί το δυσδιοίκητο, το καχύποπτο και το ανυπότακτο του νεοέλληνα. Μας δίνει τη δομή και τη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας στις παραμονές του Αγώνα κατά τά­ξεις και γεωγραφικά διαμερίσματα.

Κατά τον Γκραγιάρ, άλλη είναι η κοινωνική συγκρότηση στην Πελοπόννησο, την οποία χαρακτηρίζει συντηρητική, με τους προεστώτες κυρίαρχους και τον απλό λαό καταδυναστευόμενο, τη συγκρίνει με το αυταρχικό καθεστώς της Τσαρικής Ρωσίας. Άλλη είναι η κοινωνική δομή στα νησιά, στα οποία διακρίνει τρεις τά­ξεις, τους προεστώτες, τους αστούς και το λαό, προσομοιάζει την κοινωνική συγ­κρότηση των νησιών με αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας. Περισσότερο προοδευτική κοινωνική συγκρότηση διακρίνει στη Ρούμελη (με τον όρο Ρούμελη εννοεί από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι και τη Θράκη) με διαμορφωμένη την αστική τάξη. Εμπόριο, βιομηχανία (υποτυπώδη), τέχνες – γράμματα, συνεταιριστικό και συνερ­γατικό πνεύμα, πολεμική αριστοκρατία είναι το σήμα κατατεθέν της νέας τάξης πραγμάτων στην Ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Ισχύς των προεστώτων στη Ρούμελη εί­ναι σκιώδης. Τη φιλελεύθερη κοινωνική δομή της Ρούμελης ο Γκραγιάρ τη συγ­κρίνει με αυτήν της Γαλλίας. Με βαθειά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση εξε­τάζει τις διάφορες τάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του Αγώνα και τις επιδράσεις που άσκησαν οι διάφορες προσωπικότητες στο ανώνυμο πλήθος των αγω­νιστών. Μέσα στο καμίνι του Αγώνα ανιχνεύονται οι πρώτες τάσεις συγκρότησης της νεοελληνικής κοινωνίας. Κύριο χαρακτηριστικό η εξασθένηση της ισχύος των προεστών και των προυχόντων, άνοδος των αστών – διανοουμένων πολιτικών -, έμπο­ρων – μεταπρατών και της πολεμικής αριστοκρατίας των στρατιωτικών, των καπε­τάνιων του Αγώνα.

Η μη απόλυτη επικράτηση της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο οφείλεται στην έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού των πολεμικών επιχει­ρήσεων, αφού κάθε πολεμικός αρχηγός και οπλαρχηγός ενεργούσε κατά τον τρόπο που αυτός έκρινε σωστό. Διαπιστώνει την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης στις απελευθερούμενες από τους Τούρκους περιοχές. Ο ανταγωνισμός για την επικράτηση όχι μόνον ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ακόμη και ανάμεσα στις διάφορες φατρίες της ίδιας τάξης οδήγησαν σε πολιτικές συμμαχίες ανίερες και ζημίωσαν ανεπανόρ­θωτα την επανάσταση. Ο αγώνας του ελληνικού λαού είχε ως αφετηρία την απο­τίναξη της τουρκικής δεσποτείας με βάση το πνεύμα φιλελευθερισμού που είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα. Μας κάνει σκιαγράφηση της προσωπικότητας των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών και επισημαίνει τα λάθη και τις αδυναμίες τους. Περισσότερο αναλυτικός είναι στους Δημήτριο Υψη­λάντη, Μαυροκορδάτο, Κωλέττη και στον Ιωάννη Καποδίστρια. Διαπιστώνει ότι η επανάσταση θα είχε επιτύχει στους στόχους της αν μέσα από τον Αγώνα αναδυό­ταν επιβλητική προσωπικότητα κοινής αποδοχής για να κατευθύνει και συντονίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στο έργο της διοίκησης που ποτέ δεν λειτούργησε μεθοδευμένα και αποδοτικά.

Για τον Καποδίστρια παραδέχεται ότι εφόσον τηρούσε τις ισορροπίες ανάμεσα στο φιλελευθερισμό που εξέφραζαν οι πολλοί και το δεσποτισμό που εξέφραζαν οι ολίγοι, η διοίκησή του ήταν άψογη και ετύγχανε της γενικής αποδοχές. Ακόμη επισημαίνει τις επιδράσεις που ασκούσαν οι διάφορες προσωπικότητες προς το ανώ­νυμο πλήθος, με αποτέλεσμα στενά ατομικά συμφέροντα ορισμένων ατόμων να παρουσιάζονται στο λαό ως εθνική υπόθεση. Οι ολέθριες αυτές τάσεις διαμορφώθη­καν κατά τη διάρκεια του Αγώνα και συνετάραξαν για ολόκληρες δεκαετίες τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα. Οι τάσεις αυτές, εξηγεί, οδήγησαν στη δολοφονία του Καποδίστρια και στον εμφύλιο πόλεμο. Με θάρρος και παρρησία ασκεί έντονη κρι­τική στο έργο της Αντιβασιλείας και δε διστάζει να καταγγείλει τις αυθαιρεσίες και τα σφάλματά της. Για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, υποδεικνύει στον Όθωνα τους σωστούς τρόπους ενεργείας για το καλό του ίδιου του βασιλιά, όπως τονίζει, και των υπηκόων του.

Το υπόμνημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο φυσικές ενότητες. Στην πρώ­τη ενότητα περιλαμβάνονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων στην περίοδο της τουρκοκρατίας, για τις διάφορες φάσεις του Αγώνα και τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκειά του και μετά την επιτυχή λήξη του. Το δεύτερο μέρος σε συσχετισμό με τις επισημάνσεις του πρώ­του μέρους είναι το κυρίως υπόμνημα, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα και υπο­δεικνύει στο νεαρό ηγεμόνα τα πρέποντα. Το τι πρέπει δηλαδή να κάνει: «…Δια να αναλάβει η Ελλάς εκ νέου εις τον πολιτισμόν του μέλλοντος την θέσιν του πρω­τοπόρου την οποίαν είχεν διατηρήσει επί τόσον μακρόν χρόνον εις την αρχαιότητα και το όνομα του Όθωνος, προφερόμενον με αγάπην και σεβασμόν παρά πάντων, θά καθίστατο ο πρώτος άμα και Ένδοξος κρίκος της αλύσου προς μίαν νέαν εποχήν δια την ανθρωπότητα…».

Από το παρατιθέμενο απόσπασμα διαφαίνεται η ακρά­δαντα πίστη του Γκραγιάρ ότι η νέα Ελλάδα είχε τις δυνατότητες να αναπτυχθεί οικονομικά, διοικητικά και πολιτιστικά και να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στον αν­θρώπινο πολιτισμό. Αλλά αυτό θα αποτελούσε μία ευχή ενός οραματιστή εάν τα υποδεικνυόμενα μέτρα δεν ημπορούσαν να υλοποιηθούν. Οι υποδείξεις όμως του Γκραγιάρ ήταν καλομελετημένες και μπορούσαν να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Ο Γκραγιάρ υποδεικνύει στον Όθωνα να ρίξει όλο το βάρος των ενεργειών του στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας – βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, στην οργάνωση της δημοσίας διοίκησης και των οργανισμών. Όλα αυτά προϋποθέτουν μακρά περίοδο ειρήνης και εσωτερικής ασφάλειας για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να αναπτύξει τις δημιουργικές δυνά­μεις του και να ακολουθήσει την τροχιά των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Η φιλοσοφία του υπομνήματος Γκραγιάρ στόχευε να αποτρέψει τον Όθωνα από τον ολισθηρό κατήφορο της φιλοπόλεμης τάσης του αυλικού περιβάλλοντος που τον ωθούσε σε εξωπραγματικές επιδιώξεις, τη λύση δηλαδή του ελληνικού προβλήμα­τος με την εμπλοκή της ανοργάνωτης πολεμικά χώρας σε πολεμικές περιπέτειες.

Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε σε ορισμένα βαθυστόχαστα σημεία του υπομνή­ματος Γκραγιάρ, τα οποία προκαλούν το θαυμασμό και την έκπληξή μας για την πρωτοτυπία των ιδεών και τη διεισδυτικότητα του πνεύματος Γκραγιάρ στην υφή και στην ουσία των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων της εποχής του. Για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας με παράλληλη ανάπτυξη οικιακής βιοτεχνίας και βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, υποδεικνύει τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε βιώσιμες οικιστικές μονάδες με τη δημιουργία είδους αγροτοπόλεων. Την οργάνωση και την εξειδίκευση σε όλους τους τομείς της οικονομίας με τη μετάκληση Ελλήνων εκ του εξωτερικού ή και αλ­λοδαπών. Υπαινίσσεται τη δυσφορία και την άρνηση των πλουσίων Ελλήνων της διασποράς για επενδύσεις στην πατρίδα τους. Υποδεικνύει τη δημιουργία Κεντρι­κής Τράπεζας στην πρωτεύουσα με παραρτήματα στους νομούς και στις επαρχίες για τη δανειοδότηση των αγροτών, των επαγγελματοβιοτεχνών και όλων των πα­ραγωγικών επενδύσεων. Ακόμη υποδεικνύει την ίδρυση Πανεπιστημίου και Σχολής Καλών Τεχνών με παράλληλη ίδρυση επαγγελματικών σχολείων στις επαρ­χίες, θεωρεί την εξειδίκευση ως τον ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Κρίνει απαραίτητο τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συ­στήματος και τη δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Για τη διάθεση των γεωργικών και λοιπών εγχώριων προϊόντων και την ποιοτική τους βελτίωση υποδεικνύει την καλλιέργεια του συνεταιριστικού και συνεργατικού πνεύματος. Α­κόμη και για τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο έκανε πρόβλεψη οΦραγκίσκος Γκρα­γιάρ, γιατί τον θεωρούσε ως το κύτταρο της δημοκρατίας και από ό,τι εγνώριζε, η λειτουργία του δεν είχε τεθεί σε σωστές βάσεις.

Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ για τη λύση του ελληνικού προβλήματος δεν βρήκαν απήχηση στους πολεμοκάπηλους της διεφθαρ­μένης αυλής του Όθωνα, που ωθούσαν αυτόν τον ίδιο στην καταστροφή και τον ελληνικό λαό στην οικονομική εξαθλίωση και την εθνική του ταπείνωση, αφού κάθε άστοχη ενέργεια του ηγεμόνα του σε αυτόν ξεσπούσαν τα βάρη. Μπορούμε με βε­βαιότητα να υποθέσουμε, ότι το υπόμνημα Γκραγιάρ δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια του Όθωνα. Αλλά και να περιερχόταν δεν θα είχε διαφορετική τύχη: Ο Όθωνας βασανιζόταν από συμπλέγματα κατωτερότητας λόγο της γνωστής διανοητικής του κατάστασης. Επειδή δε αδυνατούσε να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση για να επιτύ­χει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την κατά τρόπο αποδοτικό λειτουρ­γικότητα της κρατικής μηχανής, παρουσίαζε τον εαυτό του εις τούς υπηκόους του ως επεξεργαζόμενος την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [38] Μέσα λοιπόν σε αυτό το αρρωστημένο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στο Παλάτι, το υπόμνη­μα Γκραγιάρ δεν είχε καμμία απολύτως θέση. [39] Ωστόσο, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν απογοητεύεται και δεν τα βάζει κάτω, αλλά αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες.

Το 1837 ηγείται μιας κίνησης που αποσκοπούσε στη συνένωση όλων των πο­λιτικών δυνάμεων με στόχο και πάλι την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Συγχώνευσις» και παρέμεναν αξεδιάλυ­τοι οι στόχοι και ο σκοπός της ίδρυσής της, ακόμη και μέχρι τα τελευταία χρόνια. [40]  Οι λόγοι αυτής της ασάφειας οφείλονται στο γεγονός ότι η κίνηση αυτή αποσκοπού­σε στη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων με ηγέτη το Βασιλιά Όθωνα. Άλλα μια τέτοια κίνηση από τα υπεύθυνα για την κακοδαιμονία της χώρας κόμ­ματα και το συνυπεύθυνο τους βασιλιά κάθε άλλο παρά ευμενή απήχηση μπορούσε να έχει στα λαϊκά στρώματα και στον τύπο της εποχής.[41]

Μόνον ο συσχετισμός του υπομνήματος Γκραγιάρ του 1835 προς το βασιλιά Όθωνα και η κίνηση της «Συγχώνευσις» του ιδίου του έτους 1837 ξεδιαλύνουν τα πράγματα, γιατί εμπνευστής και των δύο κινήσεων είναι οΦραγκίσκος Γκραγιάρ με κοινό στόχο την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, που είχε ζήσει έντονα τη μακροχρόνια ελληνική τραγωδία, όταν απέτυχε να πείσει τον Όθωνα να αφήσει τους ακροβατισμούς και να ακολουθήσει το σωστό δρόμο, οραματίστηκε τη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ως μοναδική διέξοδο στο αδιέξοδο της αντιπαλότητας των Ανακτόρων και των κομματικών φατριών, που είχαν δημιουργήσει εκείνη την ασφυ­κτική κατάσταση.[42]

Ο Γκραγιάρ ηγήθηκε μιας ευρύτατης κίνησης με στόχο ένα είδος οικουμενικής κυβέρνησης για τη λύση των εκρηκτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Φυσικά η κίνηση Γκραγιάρ δεν έγινε κατανοητή από τις πο­λιτικές δυνάμεις της εποχής του. Ωστόσο, οι ιδέες του επεκράτησαν αργότερα με τη δημιουργία οικουμενικών κυβερνήσεων, σε κρίσιμες φάσεις του εθνικού μας βίου. Και από την άποψη αυτή ο τίτλος του οραματιστή και του ελληνολάτρη ανήκει δι­καιωματικά στο Μεγάλο Φιλέλληνα Φραγκίσκο Γκραγιάρ.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ψ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός Χωροφυλακής.

[2] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΓΚΡΑΓΙΑΡ 1792 – 1863, Ο Πρώτος Αρ­χηγός της Ελληνικής Χωροφυλακής», Επιθεώρηση Χωροφυλακής, τόμος 9ος / 1978, σελ. 319-321.

[3] Χαρίκλειας Γ. Δημακοπούλου «Ο ΣΑΙΝΣΙΜΟΝΙΣΤΗΣ FRANCOIS GRAILLARD», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τό­μος 22ος, Αθήναι 1979, σελ. 368. «…Δεν εξετιμήθη ειμή ως στρατιώτης, ως επαγγελ­ματίας πολεμιστής, ενώ έκρυβεν ολόκληρον κόσμον ιδεών, νέων και ριζοσπαστικών δια την εποχήν του και ίσως δια μόνον δι’ αυτήν ως ιδεολόγος, ως στοχαστής, ως πολιτικός αναλυτής, ως εισηγητής μεταρρυθμίσεων, αι οποίαι απέβλεπον εις το μεγαλείον, την προκοπήν και την ακτινοβολίαν της Ελλάδος».

[4] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[5] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό .π., σελ. 390 – 391.

[6] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό. π., σελ. 386.

[7] Αρχείον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τής Ελλάδος, αριθμός κωδικός 284.

[8] Φύλλον Μητρώου του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, της υπηρεσίας αρχείων του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας.

[9] Εφημ. «Παλιγγενεσία», φύλλο 141 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 4 και εφημ. «Ραδαμάνθυς», φύλλο 17 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 2 «Λόγος Επιτάφιος, επί του τάφου του Γάλλου φιλέλληνος και Στρατηγού Γραλλιάρδου» υπό  I. Κόνιαρη.

[10] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[11] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου,   ό. π., σελ. 369, υποσ. 3.

[12] Ναπολέοντα Σταμ. Δοκανάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΓΛΟΣ (1789- 1868)», Ιωάννινα 1987, σελ. 109, υποσ. 9, όπου γίνεται σύντομη βιογραφία του Φραγκίσκου Γκραγιάρ.

[13] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 372.

[14] Αρχείον Μαυροκορδάτου, τεύχος 111, εν Αθήναις 1968, σελ. 531-533 (έγγρ. 831) και σελ. 543-545 (έγγρ. 839).

[15] Διον. Καραβία,   τόμος 1  (1971), τεύχος Β, σελ. 187 – 189 και 191 – 197.

[16] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 21-28, Ιστορική Ανασκόπησις των Γεγονότων και Συμβάντων τα οποία οδήγησαν εις την Ναυμαχίαν του Ναυαρίνου.

[17] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», ό. π., σελ. 24-27.

[18] Ε λ. Γ. Πρεβελάκη: «Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», εν Αθήναις 1950, σελ. 60, 84 και 115.

[19] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ.  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ. .

[20] Ναπολέοντα Σταμ. Δονακάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΧΑΧΟΠΟΥΛΟΣ 1789-1868», Ιωάννινα 1987, σελ. 109-110, υποσ. 9.

[21] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ (1833 -1933», τεύχος Α’ (1821 -1835), «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ», Αθήναι 1931, σελ. 48.

[22] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ανέκδοτο Ιστορικό Λεύκωμα για τα 150 Χρόνια της Ελληνικής Χωροφυλακής, Αθήνα 1983.

[23] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός της Ελληνικής Χωροφυλακής.

[24] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Οθωνικό αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών – Αστυνομία -Χωροφυλακή, φάκελλοι 1 -10.

[25] Χρήστου Ρέππα: «Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ» (1833 -1834), περιοδικό «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», τεύχος 154 (Οκτώβριος 1982), σελ. 739 έως 742.

[26] Τ. Α. Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού. ό. π., σελ. 95: «Η ίδρυση της Χωροφυλακής αποδείχτηκε πιο επιτυχής…….».

[27] G. Eichthal: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ­ΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821», επιμ. ΑΘ. Χ. Παπαδοπούλου, εν Αθήναις 1974, σελ. 39 και ιδίου   «Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1833-1835», έπιμ. Γ. Τ. Μίρκου, έν Αθήναις 1968, σελ. 36.

[28] Ν.  Σ.  Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ – Ιστορικαί σελίδες», τόμος Α’, Αθήναι 1960, σελ. 81.

[29] Διάταγμα της 19ης και 22ας Μαΐου 1854, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φυλ. 15 της 5 Ιουνίου 1854, σελ. 77-78.

[30] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 378.

[31] Ιστορικά  Αρχεία Αρχηγείου  Χωροφυλακής»,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχηγός Χωροφυλακής.

[32] Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκ. 10 – ¡90 – Όθων. Αρχ. Υπουργείου Εσωτερικών.

[33] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ.

[34] I.   Α.   Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού ,   ό. π., σελ. 33 και 217.

[35] Χαρίκλειας   Γ.   Δ η μ α κ ο π ο ύ λ ο υ ,   ό. π., σελ. 392.

[36] Το υπόμνημα Γκραγιάρ είχε καταγραφεί από τον αείμνηστο καθηγητή Σπύρο Λάμπρο και είναι ταξιθετημένο στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελ­λάδος, άριθ. Κώδικα 284.

[37] Δυστυχώς, οι ιδέες του Γκραγιάρ για εξειδίκευση στο γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα, ακόμη και στο βιοτεχνικό, ναυτιλιακό και εμπορικό τομέα, άργησαν πολύ να πραγματοποιηθούν στη χώρα μας. Ακόμη, η δημιουργία αγροτοπόλεων, που εισηγήθηκε, για τη συγκράτηση των αγροτικών πληθυσμών στην ύπαιθρο, μόνον προς το τέλος τής 10ετίας του 1960 συζητήθηκε στην ελληνική Βουλή, χωρίς να υλοποιηθεί.

[38] Σπ. Β. Μαρκεζίνη:«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑ­ΔΟΣ», τόμος πρώτος, Αθήναι 1966, σελ. 208.

[39] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ», σελ. 40-90, τόμος ΙΓ’ Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους Εκδοτικής Αθήναι Α.Ε., Αθήναι 1977.

[40] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ -Οθωνική περίοδος 1833-1843», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθή­να 1982, σελ. 198-199.

[41] Έφημ. «ΑΘΗΝΑ», τόμοι 1837 και 1838.

[42] Ναπολέοντος Σταμ. Δοκανάρη : «ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ AΣMA ΤΟΥ ΟΘΩΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ», περιοδικόν «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 325 – 326 / Μάιος – Ιούνιος 1979, σελίδες 387 – 396, βλέπε σελ. 388 «…Η πολιτική που ακολούθησε ο Όθωνας για την υλοποίηση των σκοπών της Μεγάλης Ιδέας ήταν καθόλα λανθασμένη…..».

Ναπολέοντας  Σταμ. Δοκανάρης

Φιλόλογος – Ιστορικός

Ηπειρωτική Εστία (Μηνιαία Επιθεώρησις Εν Ιωαννίνοις), Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 1990, τεύχη, 453-454-455.

Διαβάστε ακόμη:

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837.

Read Full Post »

Έβερετ Έντουαρντ  (1794-1865)


  

Έντουαρντ Εβερετ

Έντουαρντ Έβερετ  (Edward Everett). Αμερικανός πολιτικός, διάσημος ρήτορας, κλασικός φιλόλογος και γνωστός φιλέλληνας. Γεννήθηκε στη Βοστώνη το 1794. Σπούδασε θεολογία στις ΗΠΑ και κλασική φιλολογία στη Γερμανία, ταξίδεψε στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και την Τουρκία. 

 Διετέλεσε διευθυντής του περιοδικού «North American Review», μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ από το 1825 μέχρι το 1835. Στη συνέχεια έγινε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης (1835-1839) και πρέσβης των ΗΠΑ στο Λονδίνο (1841-1845). Τον επόμενο χρόνο εξελέγη πρόεδρος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και προσωρινά αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική. Το 1852, επί προεδρίας Μίλαρντ Φίλμορ, έγινε υπουργός Εσωτερικών και τον επόμενο χρόνο εξελέγη γερουσιαστής.

 Ένθερμος φιλέλληνας, ο Έβερετ τάχθηκε υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης και της ανάγκης να υποστηριχτεί επίσημα, ενώ συμμετείχε σε οργανώσεις πολιτών για την οικονομική και πολιτική στήριξη των Ελλήνων, συγκεκριμένα ως γραμματέας της Ελληνικής Επιτροπής της Βοστώνης.    

Στις 25 Μαΐου 1821, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πρόεδρος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και πολιτικός – στρατιωτικός αρχηγός της Μάνης, απηύθυνε στους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών έκκληση βοήθειας. Είναι η πρώτη γνωστή επικοινωνία των Ελλήνων με την Αμερική, ο λαός της οποίας ανταποκρίθηκε άμεσα. Για την αποστολή της έκκλησης αυτής μεσολάβησαν οι Έλληνες της παρισινής παροικίας Αδαμ. Κοραής, Α. Βογορίδης, Ν. Πίκκολος και ο γιατρός και απεσταλμένος των Ελλήνων στρατηγών Πέτρος Ηπίτης, οι οποίοι απευθύνθηκαν στον Έντουαρντ Έβερετ που γνώριζε καλά την επικρατούσα κατάσταση, αφού το 1819 είχε επισκεφθεί την Ελλάδα κατά τη διάρκεια περιοδείας του στην Ευρώπη.

Η δημοσίευση της έκκλησης καθώς και της μετάφρασης του Προσωρινού Συντάγματος της Επιδαύρου, 12 Ιανουαρίου 1822,  στο περιοδικό «The North American Review», που εκδιδόταν στη Βοστώνη (1819-1823), είχε σημαντικά αποτελέσματα στη φιλελληνική κινητοποίηση που ολοένα αυξανόταν και μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε (James Monroe, 1758-1831) στο ετήσιο διάγγελμά του το Δεκέμβριο του 1822 αναφέρθηκε στην Ελληνική Επανάσταση υποστηρίζοντας την αυτοδιάθεση των λαών.

Έντουαρντ Εβερετ

Ο Έντουαρντ Έβερετ είναι ο πρώτος γνωστός Αμερικανός που συνδύαζε το λόγιο ενδιαφέρον για την αρχαιότητα και συγχρόνως διέθετε εκείνη την παιδεία που τον κατηύθυνε στη μελέτη της μεσαιωνικής και νεότερης Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία συναναστράφηκε Έλληνες, ενώ επεδίωξε να γνωρίσει επιφανείς προσωπικότητες, μεταξύ άλλων και τον Κοραή. Αμέσως μόλις έφτασε στην Ευρώπη συναντήθηκε με τον Βύρωνα, το έργο του οποίου γνώριζε ήδη και ασχολήθηκε με την εκμάθηση της νεοελληνικής γλώσσας.

Ο Έβερετ το 1818 είχε συναντηθεί με τον Αδαμάντιο Κοραή, μετά από μεσολάβηση του Τζέφφερσον, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τον Κοραή, όταν βρισκόταν στο Παρίσι. Ο Κοραής δέχτηκε με ευχαρίστηση τον Έβερετ, καθώς έτρεφε αισθήματα εμπιστοσύνης προς τους φιλελεύθερους Αμερικανούς δημοκράτες. Ο Έβερετ παρουσίασε την συνάντησή του με τον Κοραή σε κείμενο που δημοσίευσε το 1859 στην εφημερίδα « New York Ledger» και αναδημοσίευσε στο βιβλίο του «The Mount Vernon Papers».   Πέθανε στη γενέτειρά του το 1865.

Στο ταξίδι του, τον Απρίλιο του 1819 στην Ελλάδα, συντροφιά  με τον Θήοντορ Λάυμαν (Theodore Lyman 1792 – 1849), συγγραφέα, Δήμαρχο της Βοστώνης και γνωστό φιλάνθρωπο, επισκέφτηκε και την Πελοπόννησο. Από την Ελευσίνα έφτασε στην Κόρινθο, όπου και συναντήθηκε με τον Κιαμήλ Μπέη της Κορίνθου, συνέχισε προς το Άργος και την Τρίπολη με κατάληξη του ταξιδιού του τη Σπάρτη.    

Στις σελίδες του ημερολογίου του αναφέρει:

8 Μαΐου

« Πήραμε τον δρόμο της Νεμέας για το Άργος. ( Υπήρχε εκεί ναός του Δία, δωρικού ρυθμού, του 4ου π.Χ. αιώνα). Ίχνος από την πόλη της Νεμέας δεν σώζεται, εκτός από τρεις δωρικούς στύλους του ναού της και τα ερείπια ενός άλλου ναού ή κτιρίου εκεί κοντά. Γύρω από τους τρεις όρθιους στύλους υπάρχει ένας ολόκληρος σωρός από ερείπια, αλλά το υπόλοιπο της πεδιάδας εκεί είναι τελείως άδειο.

Από τη Νεμέα προχωρήσαμε στο Χαρβάτι, ένα χωριό κοντά στην αρχαία πόλη των Μυκηνών. Ο Θησαυρός του Ατρέα ή ο τάφος του Αγαμέμνονα που συναντούμε εδώ είναι σίγουρα ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της αρ­χαιότητας. Η πέτρα πάνω από την είσοδο είναι επιβλη­τική. Πλάι σε αυτόν τον τάφο βρίσκεται ένας άλλος, που έχει εν μέρει ανασκαφεί. Η Πύλη των Λεόντων με απο­γοήτευσε. Την περίμενα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Σχεδόν μου φαινόταν σαν έργο κάποιας μεταγενέστερης εποχής, που μιμούνταν την αρχαία τέχνη.

Αντί να πάμε απευθείας στο Άργος, στείλαμε τις α­ποσκευές μας, και εμείς λοξοδρομήσαμε προς την Τίρυν­θα, τα αρχαιότερα τείχη που σώζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σωστά τα ονομάζουν κυκλώπεια, αφού διαφέ­ρουν πολύ από την πολυγωνική τειχοποιία. Ο κάμπος του Άργους καλλιεργείται λαμπρά. Η θέα του κόλπου και του Ναυπλίου είναι εξαίσια.

Στο Άργος δεν μπορούσαμε να βρούμε κατάλυμα μέσα στην πόλη, γιατί στο παρελθόν κάποιος ξένος τους είχε φέρει πανούκλα. Θα πρέπει να είχαν περάσει δύο ή τρεις μήνες από τότε που είχαν πα­νούκλα εκεί. Κάποιοι Άγγλοι περιηγητές, που πέρασαν ένα δεκαπενθήμερο πριν από εμάς, φοβούνταν να έρθουν στο Άργος και η καραντίνα στην Πάτρα μόλις είχε τελειώσει για όσους έρχονταν από εκεί. Υποχρεωθήκαμε να σταματήσουμε στο λιμάνι και εκεί να βγούμε από ένα δωμάτιο που μας είχε παραχωρηθεί από κάποιον ντόπιο αξιωματικό, ο οποίος, με το που μπήκαμε στο δωμάτιο, απομάκρυνε όλα μας τα στρωσίδια και έτσι αναγκαστή­καμε να κοιμηθούμε σε έναν ανοιχτό διάδρομο. Αντέγρα­ψα μια μεγάλη επιγραφή στον περίβολο.

 

Πηγές


  • Edward Everett, «Σελίδες ημερολογίου 1819», Εισαγωγή –Μετάφραση-Σχόλια, Άντεια Φραντζή, Το Βήμα περιηγήσεις, 2010.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Older Posts »