Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Η αρχόντισσα του Άργους Αγγελική Νικ. Περρούκα (1756-1836) – Ηλίας Γιαννικόπουλος, Μνημοσύνη, τόμ. 17 (2006-2009), Εν Αθήναις.


 

Από την έρευνα και μελέτη του πλουσιότατου σε ανέκδοτο ιστορικό υλικό Αρχείου της οικογένειας Περρούκα του Άργους,[1] συνάγονται ενδιαφέροντα στοιχεία για όψεις του καθ΄ ημέραν κοινωνικού, οικονομικού και πολιτιστικού βίου του λαού μας στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της Β’ Τουρκοκρατίας και αργότερα. Φυσικά, πολλά από αυτά τα στοιχεία αφορούν την ευρύτερη οικογένεια Περρούκα,[2] η οποία διέπρεψε στα πολιτικά πράγματα της περιοχής Άργους και ολόκληρης της Πελοποννήσου, τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα, δεδομένου ότι μέλη της αποτελούσαν επί πολλές δεκαετίες την προυχοντική οικογένεια της πόλης και του βιλαετίου Άργους, με ευρύτερες διασυνδέσεις σε όλη την Πελοπόννησο.

Στην παρούσα εργασία θα παρουσιάσουμε στοιχεία για τη σύζυγο του Νικολάου Περρούκα Αγγελική, μια δυναμική γυναίκα και μια ισχυρή προσωπικότητα, που έζησε βίο μακρό και ταραχώδη, όχι μόνο ως αρχόντισσα του Άργους, αλλά και ως θύμα των μεταβολών της τύχης και της γενικής ανατροπής των πραγμάτων που έφερε η Επανάσταση και τα μετέπειτα γεγονότα.

Σίγουρα, η ζωή της την γέμισε με κάθε είδους βιώματα. Έπαιξε ασφαλώς πρωτεύοντα ρόλο στην ανατροφή των παιδιών της. Πολλούς εξέχοντες Τούρκους και Έλληνες γνώρισε από κοντά, υποδέχτηκε και φιλοξένησε. Έζησε στη σκιά πολυάσχολων και δυναμικών ανδρών. Συμπαραστάθηκε στο δύσκολο έργο του συζύγου και των τέκνων της κατά τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων. Πολλές φροντίδες και σκοτούρες τους μοιράστηκε, και πολλές  συμβουλές ασφαλώς έδωσε με συζυγική και μητρική αγάπη. Συμμερίστηκε τις πίκρες και τις απογοητεύσεις τους και χάρηκε για τις προόδους και τις επιτυχίες τους. Και ως κυρία του οίκου της είχε όλη τη φροντίδα του σπιτιού και της ευρύτερης οικογένειας, επικουρούμενη ασφαλώς από υπηρέτες και βοηθούς.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Είχε την τύχη να χαρεί σύζυγο και γιο προεστούς του Άργους, σύζυγο και γιο βεκίλη στην Κωνσταντινούπολη, κουνιάδο και γιο εμπόρους στην Πάτρα. Είχε την ευκαιρία να συμπεθερέψει με πλούσιες και αρχοντικές οικογένειες (Ζαΐμηδες, Σεβαστούς, Βλάσηδες) και να συνάψει κουμπαριές με επιφανείς Αργείτες και προκρίτους άλλων χωριών. Χάρηκε τους γάμους των παιδιών της, Ευδοκίας, Ευγενίας και Ιωάννη.

Δυστυχώς, η μοίρα τής επεφύλαξε και πολλές τραγικές στιγμές, πολλά βάσανα, ξενιτιές, στενοχώριες, θανάτους προσφιλών προσώπων. Μέσα σε λίγα χρόνια, την περίοδο ακμής, τιμής και δόξας της οικογένειας διαδέχτηκε η πλήρης παρακμή, η απότομη πτώση, η φτώχεια, σχεδόν η αθλιότητα. Το 1821 η γη ταράχτηκε κάτω από τα πόδια της. Η οικογένεια έχασε την εξουσία που είχε στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και την επιρροή που ασκούσε σε Τούρκους και Ρωμιούς. Η Αγγελική πήρε το δρόμο της φυγής και της αναζήτησης ασφάλειας σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου μακριά από το Άργος, για να επιβιώσει η ίδια και για να σώσει από την αρπαγή όσα από τα υπάρχοντα της οικογένειας μπορούσε. Τον Οκτώβριο του 1821 νεκροστόλισε πρόωρα το γιο της Ιωάννη, που είχε σαπίσει στα μπουντρούμια της Τριπολιτσάς από τη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση. Το 1822 έχασε τον άντρα της και τους δύο κουνιάδους της, Σωτήρη και Αποστόλη. Το 1823 μάλλον έχασε το φιλάσθενο γαμπρό της Χριστόδουλο, το «δοτόρο ιατροφιλόσοφο». Το 1824 έχασε πρόωρα και το γιό της Χαραλάμπη, που είχε διατελέσει για λίγο Υπουργός Οικονομικών κατά το 1823. Το 1826 έθαψε την κόρη της Ευγενία.

Όμως δεν ήταν μόνο ο Χάρος που την πίκρανε. Το ίδιο έκανε και η ξενιτιά, κυρίως του μόνου εναπομείναντος γιου της Δημητρίου, ο οποίος από το 1813 διέμενε μονίμως στη Βασιλεύουσα ως βεκίλης της Πελοποννήσου στην Υψηλή Πύλη και ο οποίος μετά την έκρηξη της Επανάστασης δεν ήλθε στην Ελλάδα, όπως τόσοι άλλοι, αλλά διέμενε σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, κυρίως για λόγους υγείας, αλλά και υπερασπίζοντας τις εθνικές υποθέσεις από διπλωματικής και πολιτικής πλευράς, γιατί είχε πολλές ικανότητες και μεγάλη μόρφωση.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Όψεις καθημερινότητας στην ιδιωτική ζωή του Βεκίλη Δημητρίου Περρούκα στην Κωνσταντινούπολη (1813-1821) – Ηλίας Γιαννικόπουλος | Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνέδριου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος Γ’, Αθήνα, 2021.


 

Ι. Μία από τις επιφανέστερες οικογένειες της Πελοποννήσου κατά τη διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η αρχοντική οικογένεια Περρούκα του Άργους.[1] Κατά τις παραμονές της Επαναστάσεως βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ο κλάδος του Νικολάου Περρούκα, προεστού της πόλης και της επαρχίας. Από τον γάμο του με την Αγγελική Σιλιβέργου ο Νικόλαος Περρούκας απέκτησε πέντε παιδιά, τρία άρρενα και δύο θήλεα: τον Ιωάννη, τον Δημήτριο, τον Χαραλάμπη, την Ευδοκία και την Ευγενία. Από τα άρρενα τέκνα ο Δημήτριος και ο Χαραλάμπης παρέμειναν άγαμοι, ενώ ο Ιωάννης νυμφεύθηκε την Ελένη Βλάση, κόρη του εμπόρου του Άργους Θεοδωράκη Βλάση, χωρίς να αποκτήσουν τέκνα. Ως εκ τούτου ο κλάδος του Νικολάου Περρούκα εντελώς εξέλιπε. Μπορεί η οικογένεια Νικολάου Περρούκα να μην άφησε απογόνους, άφησε όμως για τους επιγιγνομένους ένα από τα πλουσιότερα διασωθέντα ελληνικά Αρχεία.[2] Το Αρχείο αυτό αποτελεί πλουσιότατη πηγή πληροφοριών για την προεπαναστατική και μετεπαναστατική εποχή και αποτελεί την αποκλειστική πρωτογενή πηγή για την παρούσα μελέτη.

ΙI. Τα έγγραφα που αναφέρονται στην εν γένει βεκιλική θητεία του Δημητρίου Περρούκα στην Οθωμανική πρωτεύουσα είναι αποκλειστικά και μόνον επιστολές από και προς αυτόν. Ανέρχονται σε τετρακόσια (400) περίπου, είναι καθ’ ολοκληρίαν ανέκδοτα και βρίσκονται διάσπαρτα στο Αρχείο. Η πρώτη χρονολογικά επιστολή που σώζεται είναι του Δημητρίου Περρούκα προς τον πατέρα του Νικόλαο και έχει αποσταλεί από τη Βασιλεύουσα στις 8 Δεκεμβρίου 1813 (45449).[3] Η τελευταία προεπαναστατική επιστολή του Δημητρίου από την Πόλη είναι της 22ας Δεκεμβρίου 1820 (45506). Ωστόσο, η τελευταία χρονολογικά επιστολή της μεταξύ των Περρουκαίων προεπαναστατικής αλληλογραφίας είναι του Ιωάννη από την Τριπολιτσά προς τον Δημήτριο στις 6 Μαρτίου 1821, την οποία όμως ο Δημήτριος μετά την βεβιασμένη αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη έλαβε στην Ύδρα στις 11 Απριλίου 1821, όταν ήδη είχε εκραγεί στον Μοριά η ελληνική Επανάσταση (46292).

Από απόψεως ποσοτικής, οι περισσότερες επιστολές είναι του έτους 1818 (90 επιστολές), και ακολουθούν τα έτη 1817 (85 επιστολές), 1816 (80 επιστολές), 1815 (47 επιστολές), 1819 (43 επιστολές) και 1820 (40 επιστολές), με πολύ λιγότερες για τα υπόλοιπα έτη. Συχνότεροι αλληλογράφοι του Δημητρίου είναι τα αδέλφια του Ιωάννης (με 67 επιστολές) και Χαραλάμπης (με 66 επιστολές), ο θείος του Σωτήριος (με 26 επιστολές), ο πατέρας του Νικόλαος (με 11 επιστολές) και ο γαμβρός του Χριστόδουλος Σεβαστός (με 10 επιστολές).

Άλλοι επιστολογράφοι του είναι η αδελφή του Ευδοκία και ο σύζυγός της Δημητράκης Ζαΐμης, ο θείος του Απόστολος, ο συμπέθερός του Θεοδωράκης Βλάσης και διάφοροι άλλοι (Δημ. Κριεζής, Χατζηνικόλαος Σέκερης, Γεώργιος Βάρβογλης, Μιχ. Ιατρός, Σταματέλος Αντωνόπουλος, Λιμπέρης Γιαννoυκόπουλος, οι προεστώτες του Μιστρά Κοπανίτσας και Κρεββατάς κ. ά.), καθώς και διάφοροι Τούρκοι (Ησούφ και Ζουλφικάρ μπέηδες, Φεϊζουλάς Λέλες κ.ά.).

Από την πλευρά του, ο Δημήτριος αποστέλλει προς διάφορους παραλήπτες 127 επιστολές, τη μεγάλη πλειονότητα των οποίων στον αδελφό του Ιωάννη (105 επιστολές). Είναι άξιο απορίας ότι δεν έχει διασωθεί ούτε μία επιστολή του Δημητρίου προς οιονδήποτε κατά το 1814, ενώ κατά το έτος 1813 σώζεται μία και μοναδική προς τον πατέρα του, κάτι που μας οδηγεί στο  συμπέρασμα ότι μερικές από τις επιστολές που αντηλλάγησαν δεν έχουν σωθεί. Αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι πολλές επιστολές δεν ανευρίσκονται στο Αρχείο, μολονότι μνημονεύονται σε άλλες επιστολές ως αποσταλείσες.

Η αλληλογραφία του Δημητρίου με τους συγγενείς του ήταν πυκνή. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν σωθεί τρεις επιστολές του Δημητρίου προς τον αδελφό του Ιωάννη γραμμένες την ίδια ακριβώς ημέρα, μία φορά στις 12 Φεβρουαρίου 1816 (45612, 45613, 45357), άλλη στις 28 Ιουνίου 1816 (45607, 45371/2, 45606), ίσως και άλλοτε. Ήταν επίσης αναλυτική. Έτσι, και τα δύο μέρη είχαν κατά το μέτρο του δυνατού πλήρη γνώση των διατρεχόντων στην Κωνσταντινούπολη και στον Μοριά, σχετικά με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, ακόμα και στις παραμικρότερες  λεπτομέρειες.

Το πλήθος των επιστολών εύκολα εξηγείται, αν ληφθεί υπόψιν ότι η αλληλογραφία αποτελούσε τότε τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονταν σε διαφορετικούς και μεμακρυσμένους τόπους. Η διακίνηση της αλληλογραφίας δεν διεξαγόταν, βέβαια, από κάποια κρατική υπηρεσία, που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια και την τακτικότητα της μεταφοράς και της διανομής, αλλά γινόταν με ειδικούς ιδιωτικούς ταχυδρόμους («τατάρηδες») ή, κατά παράκληση, από αξιόπιστους ταξιδιώτες, φίλους, συγγενείς, συμπατριώτες και άλλους, που μετέβαιναν για κάποιο λόγο στον τόπο διαμονής των παραληπτών.[4]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Στην περίπτωση του Δημητρίου Περρούκα είναι πολύ συνηθισμένο να αποστέλλονται γράμματα από την Πόλη προς το Άργος, και αντιστρόφως, με Τούρκους άρχοντες, αλλά και με τους ιδιωτικούς «τατάρηδες» των πασάδων, των μπέηδων και άλλων Τούρκων αξιωματούχων, ακόμα και με το ταχυδρομείο της τουρκικής αυλής![5] Τα γράμματα αποστέλλονταν είτε ανοικτά είτε κλειστά και ενίοτε βουλωμένα με βουλοκέρι. Πολλές φορές και τα κλειστά έφθαναν ανοιγμένα και πολλές φορές καπνισμένα για απολύμανση από τυχόν λοιμώδεις νόσους (17311/12 της 28ης Σεπτεμβρίου 1814). (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Νεοφώτιστοι» στην Πελοπόννησο την περίοδο της Επανάστασης και κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια: θρησκευτικές, δημογραφικές και κοινωνικο – οικονομικές διαστάσεις του ζητήματος (πρόδρομη δημοσίευση)[1] – Γιώργος Β. Νικολάου[2]


 

Είναι πολύ γνωστό στην ελληνική και στη διεθνή ιστοριογραφία το φαινόμενο των εξισλαμισμών, της μετα­στροφής δηλαδή χριστιανών ή ατόμων άλλου θρησκεύματος στο ισλάμ, που παρατηρείται σε περιοχές όπου επικράτησε το ισλάμ μετά τον 7° μ. X. αι.· φαινόμενο, πολυδιάστατο, το οποίο εντάσσεται στο γενικότερο διαχρο­νικό ζήτημα των θρησκευτικών μεταστροφών[3]. Αντίθετα, δεν είναι πολύ γνωστό και δεν έχει μελετηθεί εξίσου το αντίστροφο φαινόμενο των μεταστροφών στον χριστιανισμό μουσουλμάνων, το οποίο, αν και – όπως έχει δείξει η έρευνα – δεν πήρε τόσο μεγάλη έκταση, όσο αυτό των εξισλαμισμών, παρατηρείται τόσο σε περιοχές που πέρασαν από την αραβική κυριαρχία σε μία άλλη πολιτική κατάσταση (π. χ. στην ιβηρική χερσόνησο με την Reconquista, μετά τον 12° αι.) ή στα Βαλκάνια μετά τη σταδιακή αποχώρηση των Οθωμανών Τούρκων από αυτά[4].  Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ανακοίνωσή μας, στην οποία θα εξετάσουμε το ζήτημα των νεοφώτιστων, όπως χαρακτηρίζονται τα άτομα που βαπτίζονται και ασπάζονται την χριστιανική πίστη.

Θα εστιάσουμε στην Πελοπόννησο στα χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, γιατί εκεί αυτές οι μεταστροφές πήραν μεγαλύτερη έκταση, προκειμένου να εξετάσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν, καθώς και τις θρησκευτικές, δημογραφικές, κοινωνικοοικονομικές και νομικές διαστάσεις τους.

Με την έναρξη του Αγώνα της ανεξαρτησίας οι μουσουλμάνοι της Πελοποννήσου – οι οποίοι ανέρχονταν στο 10 με 15% περίπου του συνολικού πληθυσμού της – βρέθηκαν σε δεινή θέση. Για δεύτερη φορά μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από το Βενετούς, στο γύρισμα του 17ου προς τον 18 αι. ο μουσουλμανικός πληθυσμός της βρέθηκε από τη θέση του κυρίαρχου στη θέση του καταδιωκόμενου. Πολλοί άμαχοι εξοντώθηκαν, άλλοι αιχμαλω­τίστηκαν και ανταλλάχθηκαν αργότερα με Έλληνες αιχμαλώτους, άλλοι έφυγαν για τη Μ. Ασία, ύστερα από τις συνθήκες παράδοσης των κάστρων, ενώ άλλοι παρέμειναν στη χώρα και εκχριστιανίστηκαν[5].

 

Ελληνορδόδοξος ιερωμένος και μουσουλμάνος, 1819;. Η φιγούρα στα δεξιά είναι ο Μεχμέτ Αγά Σαλάμ, εκπρόσωπος του Μεγάλου Βεζίρη στην Αθήνα. Louis Dupré, «Voyage A Athènes et A Constantinople», Paris, 1825.

 

Τα ερωτήματα που θέτει στον ερευνητή αυτό το γεγονός είναι πολλά. Για παράδειγμα, ποιοι ήταν οι λόγοι που ώθησαν αυτά τα άτομα να απαρνηθούν τη μουσουλμανική τους πίστη και να αποδεχθούν τη χριστιανική. Επρόκειτο για μία ελεύθερη επιλογή ή για μία ενέργεια που έγινε κάτω από την πίεση της δεινής θέσης στην οποία βρέθηκαν οι μουσουλμάνοι μετά την έκρηξη της Επανάστασης; Υπάρχει σχέση αυτών των εκχριστιανισμών με τους εξισλαμισμούς που είχαν προηγηθεί στην Πελοπόννησο την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας; Ποιες ήταν οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου; Θα προσπαθήσουμε στον χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας να δώσουμε απάντηση σ’ αυτά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Βελή πασάς στη Βλαχία: προεπαναστατικά σχέδια απελευθερώσεως στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Κατά τα έτη 1810-1812 ο γιος του Αλή Πασά, Βελής, μορά βαλισής της Πελοποννήσου από το 1806-1807 θα εκστρατεύσει δύο φορές στη Βλαχία κατόπιν εντολής του πατέρα του, Αλή Πασά, προκειμένου να λάβει μέρος στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο που είχε ξαναρχίσει μετά από ένα σύντομο διάλειμμα το 1808. Στην πραγματι­κότητα η συμμετοχή αυτή του Βελή στον πόλεμο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των διαρκών πιέσεων του Σουλτάνου προς τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε ήδη υποχρεωθεί μία φορά να στείλει τον πρωτότοκο γιο του Μουχτάρ, χωρίς όμως καμία επιτυχία. Καθώς φαίνεται λοιπόν ότι ήταν αδύνατον να το αποφύγει, το 1810 θα ορ­γανώσει τον στρατό του και θα φύγει για τη Βλαχία το ίδιο έτος.

Για την εκστρατεία αυτή, ωστόσο ο Βελής έπρεπε να συγκεντρώσει στρατό και εφόδια, κάτι που σήμαινε βαριά φορολογία,[1] χρηματική και σε είδος (τρόφιμα[2]), για όλους. Έτσι θα αρχίσει μία περίοδος συνεχούς επιβάρυνσης των πληθυσμών της Πελοποννήσου (προεστών και αγιάνηδων, χωρικών και αγάδων), η οποία θα χειροτερεύσει μετά και τη δεύτερη εκστρατεία του Βελή το 1811.[3]

Σε αυτό το διάστημα, ο καζάς του Άργους για παράδειγμα, θα αναγκαστεί να πληρώσει σχεδόν τα διπλάσια (1810) ή και τετραπλάσια (1811) χρήματα.[4] Το δε 1812, από όλη την Πελοπόννησο δίνονται 200.000 γρόσια σε φόρους, από τους οποίους οι 50.000 είναι από το Άργος[5] – με αποτέλεσμα οι πληθυσμοί να αρχίσουν να εγκαταλείπουν τα χωριά τους και να καταφεύγουν στα γύρω νησιά και ιδίως στην Ύδρα.[6] Αντίστοιχα δύσκολη θα είναι και η κατάσταση για τους τούρκους αγάδες και μπέηδες. Υπήρχαν πολλοί λοιπόν παραπονούμενοι από όλη τη διοίκηση του Βελή πασά και, από το 1810 και έως το 1812, η κατάσταση είχε χειροτερέψει για τους περισσότερους Πελοποννήσιους, Τούρ­κους και Έλληνες, θέτοντας ζήτημα τρόπου αλλαγής της ή αντικατάστασης του δυνάστη.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Amand Freiherr «Griechenland in Wort und Bild», Lipsie, 1882.

 

Κατά την επικρατούσα ιστοριογραφία λοιπόν, τα χρόνια της απουσίας του Βελή πασά στη Βλαχία βρήκαν ευκαι­ρία οι δυσαρεστημένοι να οργανώσουν διάφορα σχέδια αντίδρασης, ένα εκ των οποίων αφορούσε και το ενδεχό­μενο δημιουργίας ενός αυτόνομου κρατιδίου υπό τον Ναπολέοντα από μια ελληνοτουρκική συμμαχία προκρίτων και αγιάννηδων.[7] Τα άλλα, αφορούσαν μία αντίδραση του Αλή Φαρμάκη, τον οποίο και κατατρόπωσε ο Βελής σε μία από τις επιστροφές του από τη Βλαχία, και μία των Βαρδουνιωτών, τους οποίους επίσης κατέπνιξε ο Βελής. Όλα τα παραπάνω τοποθετούνται λοιπόν σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Άλλωστε έμοιαζε λογικό: τα δύο τρία πρώτα χρόνια οι πελοποννήσιοι πρόκριτοι και αγιάννηδες υποφέρουν, ενώ από τον τέταρτο που φεύγει ο Βελής στο εξωτερικό οργανώνουν κινήματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Μάρκος Ρενιέρης και ο «Spectateur de l’Orient» – Οι απόψεις του για τον ελληνισμό | Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, «Ο Ερανιστής», τόμος 30, Αθήνα, 2021


 

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897) Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Πνεύμα προικισμένο καί γόνιμο, ὁ Μάρκος Ρενιέρης (Τεργέστη 1815 – Ἀθήνα 1897) διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴ διάπλαση τῆς νεοελληνικῆς ἐθνικῆς ἰδεολογίας καθὼς ἀποδείχθηκε δεινὸς γνώστης τῶν πολιτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ζητημάτων τοῦ καιροῦ του. Ἡ διαδρομή του διακρίνεται γιὰ τὴν ἰδιοτυπία της καθὼς ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὸ φαινόμενο τῆς ἰδεολογικῆς οἰκοδόμησης ἑνὸς ἔθνους ξεκίνησε ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στὴ Βενετία. Μὲ τὸ ὅραμα τῆς πολιτικῆς ἑνοποίησης τοῦ κατακερματισμένου ἰταλικοῦ ἔθνους ζυμώθηκε μὲ τὶς ἰδέες τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ τοῦ φιλελευθερισμοῦ.

Ἔχοντας τὸ πνευματικὸ αὐτὸ ὑπόβαθρο ἐγκαθίσταται τὸ καλοκαίρι τοῦ 1835 στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ πορεία τῆς ἐνσωμάτωσής του στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα ἀποτελεῖ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον κεφάλαιο.

Ἐνστερνιζόμενος τὶς προσδοκίες τοῦ νέου κράτους, ἐντάσσεται στὴν τροχιὰ τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ ἐξελίσσεται σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς βασικοὺς πρωταγωνιστές. Ἀποκτᾶ ἐπιπρόσθετο κοινωνικὸ κύρος νυμφευόμενος τὴν Ἀνδρομάχη Ζαΐμη, κόρη τοῦ πρόκριτου Ἀνδρέα Ζαΐμη καὶ τῆς Ἑλένης Δεληγιάννη καὶ ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδας Θρασύβουλου Ζαΐμη, προπάππου τῆς Λουκίας Δρούλια. Γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μ. Ρενιέρη ἡ Λουκία πάντοτε ἔδειχνε ἕνα εὐδιάκριτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἐνασχόλησή μου ἐδῶ μὲ τὴ δημοσιογραφική του δραστηριότητα ἂς θεωρηθεῖ ὅτι συμβολίζει μία ἀπότιση τιμῆς στὴν ἀγαπητὴ συνάδελφο καὶ φίλη.

Tὸ 1853, ἐνῶ ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη, στοὺς κόλπους τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκδηλώνονται πολιτικὲς ζυμώσεις καὶ διχαστικὲς ἐντάσεις. Μὲ τὰ πύρινα ἄρθρα τῆς ἐφημερίδας Αἰών, ἡ ρωσόφιλη παράταξη κέρδιζε τὶς ἐντυπώσεις. Eὕρισκε ἀνταπόκριση σὲ ὅσους θεωροῦσαν τὴ Ρωσία προστάτιδα τῆς ὀρθόδοξης πίστης προσλαμβάνοντας ἀκόμη καὶ συναισθηματικὲς διαστάσεις. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ τεταμένο πολιτικὸ κλίμα πρωτοκυκλοφόρησε στὶς 26 Αὐγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1853 τὸ γαλλόφωνο περιοδικὸ Le Spectateur de l’Orient (Ὁ Θεατὴς τῆς Ἀνατολῆς).

Γιὰ τὸ ἐκδοτικὸ αὐτὸ ἐγχείρημα ἀποφασιστικὰ κινητοποιήθηκε μία ὁμάδα ἔγκριτων διανοητῶν καὶ πανεπιστημιακῶν μὲ πολύπλευρη δράση. Στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ τους, πρόκειται γιὰ πρόσωπα ὁρισμένα ἐκ τῶν ὁποίων εἶχαν ὡς ἑτερόχθονες βιώσει λίγα χρόνια πρωτύτερα τὴν ἀπόλυση ἀπὸ δημόσιες θέσεις. Διαμορφωμένοι πνευματικὰ στὴν εὐρυχωρία τῆς ἑλληνικῆς διασπορᾶς, μετεβλήθησαν στὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ σὲ στρατευμένους διανοούμενους τοὺς ὁποίους διακρίνει μία συλλογικὴ πολιτικὴ ταυτότητα. Εἶναι οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβής, Ἰ. Σοῦτσος, Γ. Α. Βασιλείου, Ν. Δραγούμης καὶ Μ. Ρενιέρης.

Ἀπὸ αὐτούς, οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ν. Δραγούμης καὶ Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβὴς εἶχαν τὸ 1850 κυκλοφορήσει τὸ περιοδικὸ Πανδώρα, γεγονὸς ποὺ δικαιολογεῖ τὴν παρατηρούμενη συνάφεια τῶν δύο ἐντύπων. Ἡ χρονικὴ σύμπτωση τῆς κυκλοφορίας τοῦ περιοδικοῦ μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου δὲν εἶναι τυχαία, καθόσον κίνητρο τῶν ἐκδοτῶν του ἦταν νὰ μὴν παραμείνουν ἀμέτοχοι σὲ οὐσιώδεις πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ ν’ ἀκουστεῖ ἡ φωνή τους σχετικὰ μὲ τὴ διαμόρφωση τοῦ ἐξωτερικοῦ προσανατολισμοῦ τῆς χώρας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Άγιοι Θεόδωροι και το σπίτι του Θ. Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο – Μια πρόταση του Χρ. Πιτερού


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού,  αρχαιολόγου, μέλους του Δ.Σ. Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας, πρώην αναπληρωτή Δ/ντή της Δ. ΕΠΚΑ, πτυχιούχου Κλασσικής Φιλολογίας ΕΠΚΑ, Αρχαιολογίας και Τέχνης ΑΠΘ και Επίτιμου  Προϊστάμενου αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και αρχαιογνωστικής έρευνας  με θέμα:

«Οι Άγιοι Θεόδωροι και το σπίτι του Θ. Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο»

 

Το Ναύπλιο, η πρώτη πρωτεύουσα της Ελεύθερης πατρίδας μας, κατά το τρέχον έτος 2022, εορτάζει την διακοσιοστή επέτειο της απελευθέρωσής της (30η Νοεμβρίου 1822), όταν ο Στάικος Σταϊκόπουλος μέσα στη νύχτα με τα παλληκάρια του και το Δ. Μοσχονησιώτη κατέλαβε το απόρθητο Παλαμήδι με ρεσάλτο, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση της πόλης και την οριστική επικράτηση της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο Ναύπλιο ο ατρόμητος πρωταγωνιστής της Ελευθερίας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, η μοναδική, στρατηγική μεγαλοφυΐα του ’21, που αγωνίστηκε μέχρι τέλους και κατά των προσκυνημένων ως την έλευση του Κυβερνήτη, αποθεώθηκε με τον έφιππο ανδριάντα του, που στήθηκε στο χώρο που προορίζονταν για την εκτέλεση του με την καρμανιόλα στο ομώνυμο πάρκο που καλπάζει θριαμβευτικά με το άλογό του προς την Ελευθερία, ποδοπατώντας τα τούρκικα λάβαρα και με σπινθηροβόλο βλέμμα και ανυψωμένο το δεξιό χέρι, όπως ο Ρωμαίος αυτοκράτορας και φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος, κάτω από το φρούριο της Ελευθερίας, το Παλαμήδι.

Η μνήμη του παραμένει ζωντανή στις ψυχές των Ελλήνων, η σωζόμενη πραγματική φυλακή του στο Παλαμήδι στον προμαχώνα του Μιλτιάδη βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση. Αλλά και η σωζόμενη μικρή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, που έκτισε μετά την απελευθέρωση δίπλα στο σπίτι του, στην αρχή της οδού Καλαμάτας, στην περιοχή της Γλυκειάς, αποτελούν μνημεία της ιστορικής μνήμης της πολυτάραχης ζωής του.

 

Το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, πριν το 1960, όταν η περιοχή ήταν ανοικοδόμητη.

 

Στην περιοχή λοιπόν του Κιουλ-Τεπέ, όπου βρισκόταν το κτήμα του, δίπλα στο σπίτι του, όπου κατοικούσε, έκτισε μία μικρή, ταπεινή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, διαστάσεων 10×5,50μ., η οποία σώζεται μέχρι σήμερα, δίπλα στην οδό Άργους.

 

Το κτήμα στην περιοχή Κιουλ-Τεπέ, σήμερα οδός Καλαμάτας, αριθ. 4.

 

Όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του ο Θ. Κολοκοτρώνης:

 

«Είδα την πατρίδα μου ελεύθερη, είδα εκείνο που ποθούσα και εγώ και ο πατέρας μου και όλη η γενεά μου, καθώς και όλοι οι Έλληνες. Αποφάσισα να πάω εις ένα περιβόλι, όπου είχα έξω από το Ανάπλι. Επήγα, εκάθισα και επερνούσα τον καιρό μου καλλιεργώντας, και ευχαριστιόμουν να βλέπω να προοδεύουν τα μικρά δένδρα όπου εφύτευσα. Εκεί ήλθαν τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου (1833) και με πήρε ο Κλεώπας μοίραρχος με σαράντα χωροφύλακες και με επήγε στο Ιτς Καλέ και με παρέδωσε στο φρούραρχο και μ’ έβαλαν έξι μήνες μυστική φυλακή χωρίς να δω άνθρωπο». 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά –  Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος – Γράφει ο Γιώργος  Γιαννούσης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ανακοίνωση του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά – Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος».

 

Όταν ο Βασιλιάς Όθωνας, αποφάσισε το 1834 να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδος από το  Ναύπλιο στην Αθήνα, που ήταν τότε  μια σχεδόν έρημη  και κατεστραμμένη  από τους Τούρκους  κωμόπολη, ο Πειραιάς ήταν ένας έρημος τόπος  που δεν είχε  ούτε καν ένα χωματόδρομο  που να τον ενώνει με την Αθήνα.

Ο πατέρας του Όθωνα, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας  Λουδοβίκος ο Α’, ήταν λάτρης της ιστορίας των αρχαίων  Αθηνών και  δική του επιλογή ήταν  η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νέου κράτους  και επίνειο της να γίνει ο Πειραιάς. Έτσι μαζί με την ανοικοδόμηση της Αθήνας, άρχισε να δημιουργείται και ο νέος Πειραιάς.

Το 1834 ιδρύεται  ένα υποτυπώδες  τελωνείο και  ένα υπολιμεναρχείο που υπάγεται στο λιμεναρχείο της Ύδρας.  Πρώτος  λιμενάρχης  τοποθετήθηκε  ο Γάλλος  Μπατίν, μέχρι τότε λιμενάρχης Ναυπλίου.

Κυριάκος Σερφιώτης

Ας σημειωθεί πως το 1835 ο Πειραιάς έχει 300 κατοίκους. Το  1836, ένα χρόνο μετά, γίνεται Δήμος και επίσημα ονομάζεται και πάλι Πειραιάς, από  Πόρτο – Λεόνε που λεγόταν μέχρι τότε.  Δυο επιπλέον στοιχεία για την αρχική κατάσταση του Πειραιά: α) Γίνεται  η πρώτη  επίσημη   απογραφή και έχει  1011  κατοίκους, β) Πρώτος Δήμαρχος της γίνεται ο Κυριάκος Σερφιώτης.

Το 1836  κατασκευάζεται η οδός   Αθηνών – Πειραιώς, που ενώνει τη νέα  πρωτεύουσα με το λιμάνι της και αρχίζουν να γίνονται τα αναγκαία έργα υποδομής  σε οικόπεδα που οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά  πωλούν  η δωρίζουν στο δημόσιο. Ο  Πειραιάς  αποκτά το πρώτο του σχολείο, νοσοκομείο,  δημόσια κτήρια, όπως το λοιμοκαθαρτήριο, εκκλησίες, αποθήκες κ.α. κύρια  με  δωρεές ευεργετών.  Φυσικά κατασκευάζονται  νέες  οικίες και καταστήματα, που θα  μετατρέψουν  τον έρημο τόπο σε μια νέα πόλη, μ’ ένα λιμάνι που η κίνηση του  συνεχώς  μεγαλώνει.

Οι πρώτοι οικιστές που δημιούργησαν το νέο Πειραιά  ήταν κυρίως νησιώτες:  Υδραίοι, Αιγινείτες, Κουλουριώτες (Σαλαμίνα),  Κρητικοί και από την Πελοπόννησο, οι Μανιάτες και οι  Αργείτες.

Από τους  πρώτους και σπουδαιότερους   οικιστές ήταν  οι Αργείοι, Αφοί Γεώργιος και Σωτήριος Θεοδώρου Ρετσίνας ή  Ρετσινόπουλος και ο Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος.

 

Ο νεογέννητος Πειραιάς σε μια λιθογραφία που τυπώθηκε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1857. Η αγαπημένη θέση των περιηγητών ήταν ο λόφος με τις αρχαίες πέτρες της Ηετιώνειας. Απέναντί τους είχαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης και στο βάθος, στα βόρεια, το «Χωρίον Μελετοπούλου, τον Ελαιώνα και τους λόφους της Αθήνας με δεσπόζουσα την Ακρόπολη. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Είχε σημασία η διαφορετική γλώσσα; Οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι (Αρβανίτες) στην Ελληνική Επανάσταση – Λάμπρος Μπαλτσιώτης[1]


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία προσπάθεια προσέγγισης του πώς βίωναν τη διαφορετική γλώσσα και εθνότητα ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού αυτοί που «πήραν τα όπλα» κατά την Επανάσταση του 1821. Τα έγγραφα και τα κείμενα που χρησιμοποιήσαμε περιορίζονται ουσιαστικά σε όσα γράφτηκαν μέχρι και τη δεκα­ετία του 1840, καθώς όσο προχωράμε στον 19° αιώνα φαίνεται ότι μεταβάλλονται οι προσλήψεις για τις διαφορετικές γλωσσοπολιτισμικές ομάδες, κάτι που αντανακλάται και σε όσους έγραφαν για τις προηγηθείσες χρονικές περιόδους. Καθώς από ένα χρονικό σημείο και πέρα τα εδάφη που διεξάγονταν οι ένοπλες συγκρούσεις, τουλάχιστον οι χερσαίες, περιορίστηκαν στη σημερινή νοτιότερη Ελλάδα, το πληθυσμιακό βάρος όσων αναφέρονταν ως Αλβανοί σε λόγιες μορφές της γλώσσας και Αρβανίτες στις καθομιλούμενες αυξήθηκε.[2]

Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυ­σμού των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον πρώτο ελληνικό κράτος είχε ως μητρική γλώσσα τα αρβανίτικα, δηλαδή μία αλβανική γλώσσα που είχε εξελιχθεί για αρκετούς αιώνες χωρίς σημαντική επίδραση από τις εξελίξεις της γλώσσας στις συμπαγείς περιοχές αλβανοφωνίας των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για εξέλιξη τοσκικών ιδιωμάτων που είναι αρκετά κοντά στην τσάμικη υποδιάλεκτο.[3] Είναι μάλλον αδύνατον να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια το πόσοι ακριβώς ήταν οι αλβανόφωνοι και τι ποσοστό του πληθυσμού αποτελούσαν. Οι υπολογισμοί δεν σχετίζονται μόνο με τα μειωμένης αξιοπιστίας στατιστικά δεδομένα, αλλά και με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1821-1830, αλλά και στη συνέχεια. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είτε σφαγιάζονται είτε αποχωρούν,[4] νέοι πληθυσμοί ορθοδόξων εγκαθίστανται ως πρόσφυγες, και αργότερα ως μετανάστες, ενώ την επαύριον της παύσης των εχθροπραξιών ένα νέο κύμα μετανάστευσης ξεκινά από το νέο κράτος κυρίως προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπολογισμοί δυσχεραίνονται ακόμη περισσότερο από το γε­γονός ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα σε κάποιες περιοχές, ειδικά στη δυτική Πελοπόννησο αλλά και αλλού, είχε αρχίσει η γλωσσική μετατόπιση από τα αρβανίτικα στα ελληνικά. Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πρώιμης γλωσσικής μετατόπισης συνιστούν οι μουσουλμάνοι Λαλιώτες.

 

Γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου – 1890 – του Γερμανού γεωλόγου και γεωγράφου Alfred Philippson (1864-1953). Η αλβανοφωνία σημειώνεται με κόκκινο.

 

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 19ου αιώνα αρκετές από τις περιοχές αλβανοφωνίας παραμένουν ιδιαίτερα συμπαγείς και καλύπτουν μεγάλες περιοχές του μετέπειτα κράτους. Σε μερικές από αυτές αρκετοί άρρενες ενήλικες εξακολουθούν να αγνοούν τα ελληνικά όχι μόνο τις δε­καετίες που εξετάζουμε αλλά σε ορισμένους οικισμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.[5] Τα αρβανίτικα άλλωστε θα συνεχίσουν να αποτελούν τη lingua franca [Κοινή γλώσσα ή διάλεκτο] (langue vehiculaire) σε πολλές περιοχές της χώρας ή τη γλώσσα που εξακολουθούσε να έχει ειδική λειτουργία στους ενόπλους και στο ναυτικό.[6] Οι αλβανόφωνοι κάτοικοι των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον νέο κράτος υπερβαίνουν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αγγίζουν το ένα τέταρτο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ανταλλαγή αιχμαλώτων στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας – Η περίπτωση των χαρεμιών του Μόρα Βαλισί (Mora Valisi) Άχμετ Χουρσίτ πασά (Ahmed Hurşid Paşa) – Μαρία Ανεμοδουρά[1]


 

Τα πολεμικά ήθη κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αποτελούν μια από τις λιγότερο φωτισμένες πτυχές του αγώνα της ανεξαρτησίας. Η ιστορική έρευνα επικεντρώθηκε, εν πολλοίς, στην προσέγγιση του θέματος αυτού μέσα από στερεοτυπικά δεδομένα, άμεσα συνδεδεμένα με το σύστημα αξιών του κλεφταρματολισμού, εστιάζοντας στις πολεμικές αξίες της «ανδρειοσύνης» της «παλικαριάς», της «μπέσας», ως κυρίαρχες του κόσμο των όπλων. Η Επανάσταση εγκολπώνεται τα παλαιά ήθη του κόσμου των όπλων, ωστόσο διαμορφώνει και νέα, προσπαθώντας μέσα από παλινδρομήσεις και αρχετυπικές συμπεριφορές νικητών-νικημένων να προβάλει σε επίπεδο κεντρικής ηγεσίας το νεοτερικό πρόταγμα της, όσον αφορά το δίκαιο του πολέμου. Ο αγώνας της ανεξαρτησίας εμπεριέχει πολεμικά γεγονότα μεγάλης συγκρουσιακής έντασης, με θύματα εμπολέμους και αιματηρές σφαγές και δηώσεις περιοχών, με χιλιάδες αμάχους νεκρούς και αιχμαλώτους. Στη δίνη αυτής της μεγάλης ανατροπής, οι αιχμάλωτοι των μαχών, των δηώσεων και των επιδρομών, άμαχος πληθυσμός και συλληφθέντες στρατιώτες του εχθρού, βιώνουν κατά κανόνα ακραία βία, πόνο, κακουχίες και όσοι εξ αυτών δεν σφαγιαστούν εξ αρχής, την διαρκή αγωνία της επόμενης στιγμής, ενώ για πολύ λίγους το τέλος αυτής της τραγικής περιπέτειας οδηγεί στη διάσωση και την απελευθέρωση.

Η απελευθέρωση αιχμαλώτων καταγράφεται ως πρακτική από την ύστερη αρχαιότητα, έχει πολύ περιορισμένο χαρακτήρα, λόγω των αναγκών σε δούλους των αρχαίων κοινωνιών, τις οποίες ικανοποιούσαν εν πολλοίς οι εξανδραποδισμένοι πληθυσμοί κατά την διάρκεια των αλώσεων πόλεων και ευρύτερων περιοχών.[2] Στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούν στην εξαγορά των αιχμαλώτων με την καταβολή λύτρων. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σπανίζουν οι αναφορές σε επανάκτηση των αιχμαλώτων πολέμου, λόγω του έντονα δουλοκτητικού χαρακτήρα της ρωμαϊκής κοινωνίας. Το γεγονός ότι ο αιχμάλωτος αποκτούσε το status του δούλου εμπόδιζε την πολιτειακή του αποκατάσταση ως ελεύθερου ανθρώπου με την απελευθέρωσή του, εμπόδιο το οποίο έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με τον θεσμό του postliminium,[3] που επέτρεπε στον αιχμάλωτο να ανακτήσει πολιτειακό status, που είχε πριν την αιχμαλωσία.[4] Κατά τη βυζαντινή περίοδο, υπό το πρίσμα της χριστιανικής φιλανθρωπίας, που διέπει εν γένει τις θρησκείες της Βίβλου, η εξαγορά των αιχμαλώτων αναδεικνύεται σε κρατική υπόθεση και η ανταλλαγή των αιχμαλώτων καθίσταται συνήθης πρακτική, κυρίως των νομοθετικών παρεμβάσεων των Αυτοκρατόρων, Θεοδοσίου, Ονωρίου και κυρίως του Ιουστινιανού.[5] Πέρα από τις αυτοκρατορικές παρεμβάσεις και τις επίσημες διπλωματικές πρωτοβουλίες, καταγράφονται σημαντικές πρωτοβουλίες ιδιωτών και επισκόπων για την απελευθέρωση αιχμαλώτων, όπως αυτή του επισκόπου Σεργιουπόλεως, Κάνδιδος, το 540 μ.Χ., για την εξαγορά δώδεκα χιλιάδων κατοίκων της πόλης Σούρα, που είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Σασανίδη βασιλιά Χοσρόη, την οποία αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος.[6]

Κατά την περίοδο των βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων καταγράφονται ανταλλαγές αιχμαλώτων σε βυζαντινές και αραβικές πηγές, όπως τα χρονικά του al-Maqrīzī, (του 15ου αιώνα) όπου αναφέρονται δεκατρείς ανταλλαγές αιχμαλώτων πολέμου μεταξύ των ετών 805 έως 946 μ.Χ.[7] Η ισλαμική παράδοση εστιάζει το ενδιαφέρον της στους μη-μουσουλμάνους αιχμαλώτους, καθώς το Κοράνι προβλέπει την απελευθέρωση και την εξαγορά των αιχμαλώτων πολέμου του εχθρού που είχαν αιχμαλωτισθεί από μουσουλμάνους. Πάντως η πρακτική της εξαγοράς – ανταλλαγής δεν μαρτυρείται πριν τον έβδομο αιώνα στις ισλαμικές πηγές.

Στην Ιβηρική χερσόνησο, πεδίο πολεμικής αντιπαράθεσης μεταξύ Αράβων και Χριστιανών, η ανταλλαγή και η εξαγορά των αιχμαλώτων αποτελεί παγιοποιημένη πρακτική, που καταγράφεται στα νομοθετήματα του ύστερου μεσαίωνα, όπως τα καταλανικά και πορτογαλικά Fueros (Δικαιοδοσίες) του 12ου αιώνα και ο Κώδικας του Αλφόνσο της Καστίλης του 13ου αιώνα.[8] Στην οθωμανική περίοδο, οι συχνοί πόλεμοι και η πειρατεία, όχι μόνο τροφοδοτούσαν με αιχμαλώτους και σκλάβους τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της βορείου Αφρικής, αλλά είχαν διαμορφώσει και μια οικονομία της αιχμαλωσίας που περιελάμβανε και συναλλαγές για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων στις πειρατικές εστίες της Μεσογείου και στην οθωμανο-αψβουργική μεθόριο, η οποία αποτελούσε τρόπο βιοπορισμού για τις τοπικές κοινωνίες.

 

Εμπόριο σκλάβων στην Κωνσταντινούπολη, έργου του Sir William Allan (1782-1850). National Galleries of Scotland.

 

Η κατάκτηση της Τριπολιτσάς, γεγονός μείζονος σημασίας, που εδραιώνει την Επανάσταση στον Μοριά ήδη από το πρώτο έτος της, αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα πιο αιματηρά γεγονότα της, λόγω της σφαγής χιλιάδων αμάχων, μουσουλμάνων και Εβραίων, που ακολούθησε, δεδομένου ότι με το ξέσπασμα της Επανάστασης είχε ζητήσει καταφύγιο εντός της πόλης μεγάλος αριθμός μη χριστιανών κατοίκων από ολόκληρη την Πελοπόννησο. Πέρα από την ανηλεή σφαγή, οι επαναστατικές δυνάμεις συλλαμβάνουν και μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, τους οποίους ο Φιλήμονας υπολογίζει σε 8.000 χιλιάδες. Για τους επίσημους αιχμαλώτους – γυναίκες των χαρεμιών,[9] αξιωματούχους και μέλη της ακολουθίας του Βαλή του Μοριά, Άχμετ Χουρσίτ πασά[10] (Mora Valisi, Ahmed Hurşid Paşa) – ίσχυσε εξ αρχής διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με το πλήθος των ανώνυμων αιχμαλώτων που ζούσε και εργαζόταν σε άθλιες συνθήκες και συχνά πέθαινε από τις κακουχίες και τις επιδημίες που είχαν ξεσπάσει στην πόλη. Οι πρώτοι φαίνεται ότι εξ αρχής προσέβλεπαν στους Ευρωπαίους Φιλέλληνες, που συνεργάζονταν με την Επαναστατική Διοίκηση και διακατέχονταν από τις νεωτερικές, περί δικαίου αντιλήψεις, όσον αφορά την αντιμετώπιση των αιχμαλώτων, αλλά και στον Δημήτριο Υψηλάντη, λόγω του κύρους που θεωρούσαν ότι απολάμβανε ως εκπρόσωπος της Αρχής, από τις συγκεχυμένες πληροφορίες που έφταναν στο περιβάλλον τους.[11] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ομοεθνείς πρόσφυγες και ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας – 190 έτη από τις πρώτες απόπειρες εφαρμογής προνοιακών δημόσιων πολιτικών στο σύγχρονο ελληνικό κράτος – Νίκος Σπ. Ζέρβας


 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα προσφυγικά ρεύματα – Το προσφυγικό ζήτημα κατά την καποδιστριακή περίοδο – Η προσφυγική πολιτική του Καποδίστρια – Οι αντιδράσεις του γηγενούς πληθυσμού της Πελοποννήσου απέναντι στην καποδιστριακή προσφυγική πολιτική – Το προσφυγικό ζήτημα στη μετα-καποδιστριακή περίοδο.

  

 Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα κατέστησε την ελληνική επικράτεια ως τόπο υποδοχής ομοεθνών προσφύγων. Το υποτυπώδες σε οργάνωση και υποδομές ελληνικό κρατίδιο κλήθηκε να διαχειριστεί τα προσφυγικά ρεύματα, που συνέρεαν στα απελευθερωμένα εδάφη του καθόλη τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ωστόσο, εξαιτίας των πενιχρών, έως και παντελώς ανύπαρκτων, ανθρωπίνων και κυρίως υλικών πόρων, τα πρώτα ψήγματα της κρατικής μέριμνας για τους ξεριζωμένους κατοίκους διαφόρων επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εντοπίζονται μόλις κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1820, οπόταν κυβερνητικά καθήκοντα ανέλαβε ο Κερκυραίος πολιτικός και διπλωμάτης, Ιωάννης Καποδίστριας. Κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής κυβερνητικής περιόδου διαμορφώθηκε το πρώτο οργανωμένο σχέδιο για την εγκατάσταση και την ένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή δεκάδων χιλιάδων προσφύγων.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

Πράγματι, από την έναρξη της θητείας του ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για την επίλυση του σοβαρού προσφυγικού ζητήματος. Μέσω μιας σειράς κρατικών πρωτοβουλιών και παρόλη την έλλειψη των απαραιτήτων πόρων προσπάθησε να αποκαταστήσει τους ομοεθνείς ξεριζωμένους και ιδιαίτερα εκείνους, που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο λόγω των εύφορων εδαφών της. Οι περισσότερες όμως από τις εν λόγω πρωτοβουλίες παρέμειναν απλά σχέδια δημόσιας πολιτικής – και όχι πράξεις – εξαιτίας, μεταξύ άλλων, και των σθεναρών αντιδράσεων των αυτοχθόνων κατοίκων του ελληνικού κρατιδίου. Από την εποχή εκείνη, άλλωστε, στα ελαττώματα ενός σεβαστού μέρους του ελληνικού λαού συγκαταλέγονταν η ατομική ή οικογενειακή μεροληψία, ο τοπικιστικός χαρακτήρας των κατοίκων διαφόρων περιοχών της χώρας, όπως επίσης και οι διαιρέσεις και οι αμοιβαίες έχθρες, που προκαλούνταν από την ανομοιογενή κοινωνική σύνθεση.[1]

Παρά ταύτα, όπως προεκτέθηκε, οι πρώτες απόπειρες για την εφαρμογή μιας συντονισμένης προσφυγικής πολιτικής πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα 1828-1831, καίτοι το ίδιο ζήτημα απασχολούσε τους Έλληνες εξεγερμένους ήδη από τους πρώτους μήνες του αγώνα της ανεξαρτησίας.

 

ΙΙ. Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα

προσφυγικά ρεύματα

 

Αναμφίβολα, η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα την άνοιξη του 1821 αποτέλεσε μία κοσμογονία τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Για τη μοναρχική και πλήρως απολυταρχική Ευρώπη της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα η εθνεγερσία και η αμφισβήτηση της σουλτανικής εξουσίας επί των ελληνικών επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε όχι μόνο έκπληξη, αλλά επιπροσθέτως και απειλή για έναν ευρύτερο ξεσηκωμό των καταπιεσμένων ευρωπαϊκών λαών. Από την άλλη, για τους υποτελείς για 400 περίπου έτη στην Υψηλή Πύλη κατοίκους της ελληνικής επικρατείας, το σχεδόν ταυτόχρονο ξέσπασμα του αγώνα της ανεξαρτησίας στις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας και στην Πελοπόννησο ήταν μία μοναδική ευκαιρία για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Για το λόγο αυτό, καθόλη την άνοιξη του 1821 ο εθνικοαπελευθερωτικός ξεσηκωμός επεκτάθηκε στα εδάφη του Ολύμπου, της Μακεδονίας, της Θεσσαλομαγνησίας και της Εύβοιας,[2] με τους Έλληνες κατοίκους τους να διεκδικούν επίσης την ανεξαρτησία τους. Αντιστοίχως και οι νησιώτες, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τους κατοίκους της Χίου, της Σάμου, των Ψαρών και της Κάσου, ακολούθησαν το παράδειγμα εκείνων των νησιών του Αργοσαρωνικού, επιδιώκοντας την απελευθέρωση των γενετειρών τους. Παρόλο τον ενθουσιασμό τους, πάντως, η έλλειψη υλικών πόρων και πολλώ δε μάλλον η μεγάλη απόσταση που τους χώριζε από το επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, την Πελοπόννησο, είχε ως συνέπειες αφ’ ενός την άμεση κατάπνιξη των κινημάτων τους, αφ’ ετέρου τα φρικώδη αντίποινα, στα οποία επιδόθηκε η οθωμανική πλευρά εναντίον των γηγενών πληθυσμών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »