Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Μαριούπολη στα τέλη του 18ου και τον 19ο αιώνα – Ιρίνα Πονομαριόβα


 

Οι Έλληνες που διέμεναν στην περιοχή της Αζοφικής θάλασσας, ίδρυσαν τη Μαριούπολη. Σήμερα οι Έλληνες, ως προς την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού του Νομού του Ντονέτσκ, καταλαμβάνουν την τρίτη θέση (1,6%) μετά τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πανουκρανικής απογραφής πληθυσμού, το 2001, 78.000 άτομα δήλωσαν ελληνική καταγωγή.

Οι Έλληνες της Αζοφικής ανήκαν σε δύο υποομάδες, τους «Ρουμέους» [Ρωμιούς] που ήταν ελληνόφωνοι και των οποίων η γλώσσα διακρίνεται σε πέντε διαλέκτους που ανήκουν στην ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, και τους «Ουρούμους» που ήταν τουρκόφωνοι και στο περιβάλλον τους οι ιστορικοί ερευνητές ανακάλυψαν τέσσερις διαλέκτους των τουρκικών γλωσσών της αλταϊκής γλωσσικής οικογένειας. Οι εκπρόσωποι και των δύο υποομάδων αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, όμως στη διάρκεια της ιστορικής τους διαδρομής κάθε υποομάδα ζούσε χωριστά από την άλλη και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα δεν κρατούσαν μεταξύ τους σχεδόν καμία επαφή. Η ορθοδοξία, ωστόσο, ήταν ο συνδετικός κρίκος των Ρουμέων και των Ουρούμων.

 

Άποψη της πόλης της Μαριούπολης από την προβλήτα. Πηγή: Κεντρικό Κρατικό Αρχείο Ταινιών, Φωτογραφιών και Ηχογραφήσεων του Γ. Σ. Πσενίτσνιι, αρχ. σειρά ar.2-77418(1).

 

Οι Έλληνες της ουκρανικής Αζοφικής είναι απόγονοι των μεταναστών μετοίκων που προέρχονταν από τα χωριά της Κριμαίας. Μετά την κατάληψη της Κάφας από τους Οθωμανούς το 1475, το Χανάτο της Κριμαίας διατήρησε μεν την ελευθερία στην εσωτερική διοίκηση αλλά την επικυριαρχία την είχαν οι Οθωμανοί. Από τα τέλη του 15ου αιώνα η Κάφα έγινε σαντζάκι ενώ τον 17ο και τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως εγιαλέτι με διοικητή τον μπεηλέρμπεη της Κάφας. Το εγιαλέτι του κριμαϊκού Χανάτου υποδιαιρείτο στους καζάδες του Κερτς, του Σουγκντάκ και του Μενκούμπ, και τα καϊμακαμλίκια του Μπαχτσισαράι, του Aκμπεχέτ και του Kαρασουμπαζάρ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι Έλληνες ζούσαν ξεχωριστά, σε διαφορετικά χωριά, και επικοινωνούσαν μεταξύ τους αποκλειστικά για τις οικονομικές συναλλαγές τους. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η οικονομική ανάπτυξη της Μαριούπολης τον 19ο αιώνα – Σβετλάνα Νοβικοβά


 

Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά των πόλεων-λιμανιών της Αζοφικής θάλασσας και της παρευξείνιας ζώνης ήταν η πολυεθνοτική σύνθεση του πληθυσμού, ο οποίος αποτελείτο από Έλληνες, Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς, Εβραίους, Βούλγαρους κ.ά. Σήμερα οι Έλληνες δεν αποτε­λούν πλέον την πολυπληθέστερη εθνοτική κοινότητα στην περιοχή, αλλά διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή του τόπου.

Κατά την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε σημα­ντικά το ενδιαφέρον των ερευνητών για την ιστορία των ελληνικών κοι­νοτήτων που βρίσκονται στη Ρωσία και την Ουκρανία καθώς και για τις δραστηριότητές τους. Ένας σημαντικός αριθμός μελετών είναι αφιερωμέ­νος σε πτυχές της ιστορίας των Ελλήνων της Μαριούπολης. Μεταξύ αυ­τών θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τις έρευνες των Άννα Γεντιό, Μαργαρίτας Αραντζιόνι, Νατάλια Μπατσάκ, Λαρίσσα Γιακούμποβα, Σ. Καλοέροβ, Ρ. Σαένκο, καθώς και της υπογράφουσας. Λείπει, ωστόσο, μια διεξοδικότερη μελέτη των οικονομικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων της Μαριούπολης, μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις-λιμάνια της Αζοφικής κατά τον 19ο αιώνα. Η μελέτη αυτή θα μπορούσε να φωτίσει τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης της ελληνικής διασποράς.

 

Οδός Τοργόβαγια, Μαριούπολη. Πηγή: ΜΤΙΜ.

 

Η πολυεθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της πόλης διαμορφώθηκε στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα υπό την επιρροή της εξωτερι­κής και της εσωτερικής πολιτικής της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Πληθυσμιακά η ελληνική κοινότητα ήταν η μεγαλύτερη στην πόλη έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Η εγκατάσταση Ελλήνων στα εδάφη της μετέπειτα Μαριούπολης και στις γύρω από αυτήν περιοχές ήταν άμεσο αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής αυτοκρατορίας στην Αζοφική μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774. Το σχέδιο του εποικισμού είχε σκοπό την υπεράσπιση των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εφαρμογή του «ελληνικού σχεδίου» είχε ως συνέπεια την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774, με την οποία η βόρεια Αζο­φική εντάχθηκε στη Ρωσική αυτοκρατορία. Η ρωσική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να προχωρήσει στην όσο το δυνατόν ταχύτερη ανάπτυξη αυτής της περιοχής, την οποία επέβαλλαν όχι μόνο στρατηγικοί αλλά και οικονομι­κοί και δημογραφικοί παράγοντες.

Το πρώτο βήμα στην υλοποίηση του «ελληνικού σχεδίου» ήταν η εγκατάσταση στο Ταγανρόγ των Ελλήνων ναυτικών που πολέμησαν στο πλευρό της Ρωσίας. Το δεύτερο βήμα ήταν η μετεγκατάσταση των χρι­στιανών της Κριμαίας, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, στα εδάφη της υπό διαμόρφωση Περιφερειακής Διοίκησης (Ουέζντ) της Μαριούπολης καθώς και εντός της πόλης. Διαβάστε τη συνέχεια »

Οι Έλληνες της Αζοφικής 18ος – Αρχές 20ού αιώνα. Νέες προσεγγίσεις στην ιστορία των Ελλήνων της νότιας Ρωσίας


 

Συλλογικό έργο. Έκδοση: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) – Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Νοέμβριος 2015.

Επιμέλεια: Ευρυδίκη Σιφναίου, Τζελίνα Χαρλαύτη.

 

Σύνοψη του βιβλίου

 

Στα σύνορα Ρωσίας και Ουκρανίας σήμερα, οι πόλεις-λιμάνια της Αζοφικής στη διάρκεια της περιόδου 1774-1917 είχαν αλματώδη οικονομική και κοι­νωνική ανάπτυξη. Η δημιουργία πόλεων στις έρημες στέπες, αποτέλεσμα της αποικιοποίησης της περιοχής από την αυτοκρατορική Ρωσία, προσέλκυσαν πληθυσμούς από το Ιόνιο και το Αιγαίο, που εγκαταστάθηκαν εκεί και ανέλαβαν το εξωτερικό εμπόριο και τη ναυτιλία της περιοχής.

Η αλυσίδα των πόλεων, το Ταγανρόγ, το «βασίλειο των Ελλήνων» και γενέθλια πόλη του Τσέχωφ, το Ροστόβ πάνω στον «ήρεμο Ντον», στη χώρα των Κοζάκων, η Μαριούπολη, η πόλη των Ελλήνων από την Κριμαία και το Μπερντιάνσκ, αποτέλεσαν εύρωστες παροικίες Κεφαλλήνων, Ιθακήσιων, Μυκονιατών, Σαντορινιών, Ψαριανών και Χιωτών. Ακόμη και ο Γεώργιος Σουρής, στα 17 του χρόνια, τον Ιούλιο του 1870, μετέβη στην Αζοφική για να μαθητεύσει κοντά σε ένα θείο του έμπορο, Χιώτη: «Πώς σ’ ενθυμούμαι, ω Αζόφ και Τάναϊ, ακόμη! / κάθε ημέρα κίνησις και νέο πανηγύρι· / από σιτάρι κι’ άχυρο εστρώνοντο οι δρόμοι, / και έτρεχαν οι έμποροι, και έτρεχαν κι’ οι χοίροι», γράφει για το Ταγανρόγ.

 

Οι Έλληνες της Αζοφικής 18ος – Αρχές 20ού αιώνα

 

Στον πρόλογο του τόμου, γράφει ο Ομότιμος Καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης:

 

Οι μελέτες του παρόντος τόμου, προϊόντα πολύχρονης έρευνας βασισμένης σε πρωτογενές αναξιοποίητο υλικό των ρωσικών και των ουκρανικών αρχείων, είναι αποτέλεσμα μιας πρωτοποριακής συνεργασίας Ρώσων, Ουκρανών και Ελλήνων ιστορικών, και αναδεικνύουν την πολύτιμη συνεισφορά των Ελλήνων στην ευμάρεια των πόλεων και στη σύνδεση της περιοχής με τη Δυτική Ευρώπη και το διεθνές εμπόριο. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο Κριμαϊκός πόλεμος, η Ελληνική εμπλοκή και το «Υπουργείο Κατοχής» – Ιωάννης Β. Δασκαρόλης


 

Ο Τσάρος Νικόλαος Α’ (1796-1855). Λιθογραφία, Robert Theer, 1840.

Στα μισά του 19ου αιώνα το «Ανατολικό ζήτημα» βρισκόταν σε έξαρση καθώς είχε ενταθεί η αντιπαλότητα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας. Ο διαχρονικός γεωπολιτικός στόχος της Ρωσίας ήταν η έξοδος στην Ανατολική Μεσόγειο θάλασσα και βασικό εμπόδιο  αποτελούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία την εξιστορούμενη εποχή ταλανίζεται από ενδογενή δομικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα (χαρακτηριζόταν εύγλωττα στην διεθνή διπλωματική γλώσσα ως «ο Μεγάλος Ασθενής»). Σύμφωνα με το σχέδιο του Τσάρου Νικολάου Α’ όπως αυτός το ανέλυσε το 1853 στον Βρετανό πρεσβευτή στην Μόσχα Seimour, μετά την ολοσχερή ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα ιδρύονταν δύο ανεξάρτητα κράτη στα Βαλκάνια (Σερβία, Βουλγαρία), η Ρωσία θα προσαρτούσε τον Βόσπορο, η Αυστρία τα Δαρδανέλια και η Αγγλία θα προσαρτούσε την Αίγυπτο και την Κρήτη. Οι υπερδυνάμεις της εποχής Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Πρωσία αντιμετώπιζαν αρνητικά τις Ρωσικές επιδιώξεις τις οποίες θεωρούσαν ανταγωνιστικές σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο και προσπαθούσαν να τις ματαιώσουν υποστηρίζοντας την ακεραιότητα της παρηκμασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Οι αφορμές για την όξυνση των Ρωσο-τουρκικών σχέσεων και η έναρξη του Κριμαϊκού πολέμου

 

Το ζήτημα της κυριότητας του ναού του Πανάγιου Τάφου στους Άγιους Τόπους αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών της Ιερουσαλήμ για πάνω από τρεις αιώνες. Θεωρητικώς ο ναός βρισκόταν κάτω από την κυριότητα και των δύο κοινοτήτων, αυτό όμως δεν μείωνε τον ανταγωνισμό τους για να διεκδικήσουν τον ναό επικαλούμενοι αλληλοαναιρούμενα φιρμάνια του εκάστοτε Οθωμανού Σουλτάνου που είχαν εκδοθεί αιώνες πριν και κατά κανόνα ήταν προϊόν χρηματικής εξαγοράς. Ο θρησκευτικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία στον ναό του Πανάγιου Τάφου είχε διεθνείς πολιτικές προεκτάσεις, με τους Γάλλους, ειδικά μετά την ανάδειξη του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Γ’ σε Αυτοκράτορα, να στηρίζουν με έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δραστηριότητα τα δικαιώματα των Καθολικών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους Ρώσους αντίστοιχα των Ορθοδόξων.

Η κλιμάκωση του διπλωματικού αυτού ανταγωνισμού επήλθε στις 28 Ιανουαρίου 1852, όταν ο πρέσβης της Γαλλίας Valette εξασφάλισε ένα Σουλτανικό φιρμάνι από τον Ρεσίτ Πασά που ικανοποιούσε τις Γαλλικές αξιώσεις σχετικά με τον Πανάγιο Τάφο. Αυτό όμως εξόργισε την Ρωσία η οποία εκμεταλλευόμενη την ανάδειξη του Ρεούφ πασά που την ευνοούσε, επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση από την Πύλη νέου «Χάττι Σερίφ» τον Μάρτιο του 1852 που αναιρούσε το προηγούμενο φιρμάνι και ευνοούσε εκ νέου τους Ορθοδόξους. Διαβάστε τη συνέχεια »

Το Σύγγρειο Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης (Συγγρού)


 

Το σχολείο Θηλέων στα τέλη του 19ου αιώνα και τα πρώτα χρόνια της νέας 10ετίας του 20ου αιώνα στεγαζόταν, καθώς φαίνεται, σε δημοτικό κτήριο που βρισκόταν στην ίδια θέση όπου στη συνέχεια οικοδομήθηκε το Σχολείο του Συγγρού για να στεγαστεί εκεί, από το έτος 1904, το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης.

Η απόφαση της κατασκευής του πάρθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1900 από το Εποπτικό Συμβούλιο του Νομού Αργολίδας, το οποίο στην 37η πράξη του §2 αναφέρει προς τον Υπουργό επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως να ενεργήσουν για την κατασκευή διδακτηρίου στην Ερμιόνη γιατί «το υπάρχον δημοτικόν διδακτήριον του Σχολείου Θηλέων όπερ κείται εν θέσει καταληφθησομένη υπό του νέου διδακτηρίου, δεν δύναται να μετασκευασθή ούτως ώστε να επαρκέση εις τας ανάγκας του 2/ταξίου Σχολείου Θηλέων».[1]

Μετά την έκδοση δύο υπουργικών αποφάσεων για τη διενέργεια των μειοδοτικών δημοπρασιών που δημοσιεύτηκαν η πρώτη (υπ’ αρ. 19605/24-10-1900) στο Φ.Ε.Κ. 331/28 Οκτωβρίου 1900 και κατέστη άγονη, η δε δεύτερη (υπ’ αρ. 23373/4-12-1900) στο Φ.Ε.Κ. 385/8 Δεκεμβρίου 1900 επί υπουργίας Σ. Στάη. Τα κείμενα και των δύο δημοπρασιών είναι ακριβώς τα ίδια και αποτελούνται από 6 άρθρα. Η δεύτερη δημοπρασία, όπως και η πρώτη, «διενεργήθη» στο Ναύπλιο από 12-14 Ιανουαρίου. Την άνοιξη του ίδιου έτους ξεκίνησαν οι εργασίες οικοδόμησης του διδακτηρίου σύμφωνα με τα σχέδια του Δημητρίου Καλλία (1859-1939) μηχανικού του Υπουργείου των Εσωτερικών.

 

Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης. Σήμερα στο σχολείο στεγάζεται το Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης.

 

Ο Δημ. Καλλίας με καταγωγή από τη Χαλκίδα μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή των Τεχνών, όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό Πολυτεχνείο, ως πολιτικός μηχανικός συνέχισε τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε τέσσερις (4) τύπους διδακτηρίων (Τ/Α΄6/τάξιο, Τ/Β΄4/τάξιο, Τ/Γ΄2/τάξιο, Τ/Δ΄ μονοτάξιο) ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ναύπλιο, υδατογραφίες του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύονται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Στο Ναύπλιο ο Ζαν Νικολά Μακάρ αφιερώνει τρεις υδατογραφίες από τις οποίες στην πρώτη, κατεβαίνοντας προς τη  Λέρνη, όπου διακρίνονται ένας βοσκός με το κοπάδι του και στο βάθος το Μπούρτζι, η πόλη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι· στη δεύτερη, η πόλη αποτυπώνεται από τα τείχη της Τίρυνθας και διακρίνονται τα έλη της Γλυκιάς, το λιμάνι με πλοία, το Μπούρτζι και τα κάστρα τ’ Αναπλιού· στην Τρίτη υδατογραφία η οπτική γωνία, «απέναντι από τη Λέρνη», αποτυπώνει ενδιαφέροντα στοιχεία αρχιτεκτονικής, όπως οικίες με «ξυλόπηκτη τοιχοποιία» στον όροφο, κεραμιδοσκεπές και χορτοσκεπές. Σημαντικά είναι τα πρόσωπα και οι ενδυμασίες τους, ενώ διακρίνεται καθαρά ο τρούλος της Αγίας Σοφίας. Ίσως πρόκειται για τη σημερινή οδό Ζυγομαλά με οπτική τον αργολικό κόλπο και τη Λέρνη.

 

Ναύπλιο. Κατεβαίνοντας προς τη Λέρνη, διακρίνονται ένας βοσκός με το κοπάδι του και στο βάθος το Μπούρτζι, η πόλη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ναύπλιο. Η πόλη αποτυπώνεται από τα τείχη της Τίρυνθας και διακρίνονται τα έλη της Γλυκιάς, το λιμάνι με πλοία, το Μπούρτζι και τα κάστρα τ’ Αναπλιού. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ναύπλιο. Αποτυπώνονται ενδιαφέροντα στοιχεία αρχιτεκτονικής, όπως οικίες με «ξυλόπηκτη τοιχοποιία» στον όροφο, κεραμιδοσκεπές και χορτοσκεπές. Σημαντικά είναι τα πρόσωπα και οι ενδυμασίες τους, ενώ διακρίνεται καθαρά ο τρούλος της Αγίας Σοφίας. Ίσως πρόκειται για τη σημερινή οδό Ζυγομαλά με οπτική τον αργολικό κόλπο και τη Λέρνη. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά.

 Ο Νικολά Μακάρ συνταξιδεύει με γιατρούς, νοσηλευτικό και στρατιωτικό προσωπικό που θα ενταχθούν σε αντίστοιχες μονάδες στην Πελοπόννησο. Στις 13 Δεκεμβρίου 1828 το πλοίο φτάνει στο Ναυαρίνο και ο Μακάρ είναι ενθουσιασμένος που φτάνει στην Ελλάδα.  Μια εβδομάδα αργότερα από την άφιξή του, ο Νικολά Μακάρ θα εγκατασταθεί στην Πάτρα μαζί με μια ομάδα του «Υγειονομικού» (γιατροί, νοσοκόμοι και διαχειριστές), καθώς και ένα συνεργείο εξειδικευμένων τεχνιτών στην επισκευή πλοίων του γαλλικού ναυτικού.

 Ο Ζαν Νικολά Μακάρ εκμεταλλεύεται τις υπηρεσιακές μετακινήσεις του για να επισκεφθεί την Πελοπόννησο και την Αθήνα, να μιλήσει με τους κατοίκους και να καταγράψει σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή, τα πρόσωπα και τους τόπους.

 Δεν ξεχνάμε πως ο Μακάρ είναι στρατιωτικός και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο μεταξύ των αποστολών που του έχουν ανατεθεί για τις καταγραφές του. Γι’ αυτό και οι σημειώσεις του φαίνονται αποσπασματικές αλλά συμπληρώνονται από τη ζωγραφική που αποτελεί τη μεγάλη του αγάπη. Έτσι, ταξιδεύει σημειώνει και κυρίως ζωγραφίζει. Οι υδατογραφίες του (aquarelles) αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών καθώς και σημαντικό τεκμήριο της περιηγητικής ζωγραφικής.

 Από το Ναυαρίνο έως την Αθήνα, ο Μακάρ διατηρεί ένα ημερολόγιο με σημειώσεις για τους τόπους και τους ανθρώπους, όπως επίσης και για τις προσωπικότητες που συναντούσε (π.χ. Καποδίστριας, Κολοκοτρώνης…). Είναι πιθανό αρκετές από αυτές να έχουν χαθεί.

 Τα ταξίδια του πραγματοποιούνται σε τρεις μεγάλες διαδρομές είτε δια θαλάσσης, είτε μέσω των χερσαίων υφιστάμενων διαδρομών. Κατά τη διάρκεια των εσωτερικών αυτών ταξιδιών, εκτός από το Ναυαρίνο και την Πάτρα, επισκέπτεται τη Γαστούνη, τον Πύργο την Ολυμπία, τη Φιγαλεία (Βάσσες), τα Φιλιατρά, την Κυπαρισσία, τη Μεσσήνη, τη Μεθώνη, την Καλαμάτα, την Καρύταινα, τη Μεγαλόπολη, την Τρίπολη, το Άργος, το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, την Αθήνα.

 

Το «Καποδιστριακό» Σχολείο Αρρένων Ερμιόνης


 

Ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα της απρόσκοπτης λειτουργίας της εκπαίδευσης κατά την καποδιστριακή περίοδο ήταν και η αντιμετώπιση των στεγαστικών αναγκών, που πολλές φορές αποτελούσαν τροχοπέδη στη σύσταση και λειτουργία των αλληλοδιδακτικών σχολείων.

Στην επαρχία του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα) οι δημογέροντες και πρόκριτοι των τριών δήμων Κρανιδίου, Διδύμου και Ερμιόνης, υπέβαλαν εγγράφως το σχετικό με τη στέγαση των σχολείων αίτημα στον «Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», Νικόλαο Χρυσόγελο. Επιπλέον, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως αρκετοί κάτοικοι και των τριών δήμων στήριζαν την προσπάθεια αυτή με ποικίλους τρόπους.

Στο Κρανίδι οι εργασίες οικοδόμησης νέου διδακτηρίου για τη στέγαση της «Αλληλοδιδακτικής Σχολής» ξεκίνησαν κατά το διάστημα Αυγούστου – Οκτωβρίου 1829 και ολοκληρώθηκαν στις αρχές Φεβρουαρίου 1830, ενώ εκκρεμούσε η διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου.[1] Έτσι ένα νέο διδακτήριο δημιουργήθηκε στο Κρανίδι που αριθμούσε τότε τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιους δεκατρείς (4.813) κατοίκους με οκτακόσιες εξήντα τρεις (863) οικογένειες.

Στο Δίδυμο για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της Ελληνοαλληλοδιδακτικής Σχολής εκδήλωσε ενδιαφέρον η τοπική δημογεροντία. Με έγγραφό της τον Οκτώβριο του 1829 ζητούσε από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Κωνσταντίνο Ράδο να παραχωρηθεί για τον σκοπό αυτό «το ευρισκόμενον εις το χωρίον… οσπίτιον εθνικόν ως απερριμένον και παρ’ ουδενός περιποιούμενον κινδυνεύει μετ’ ολίγον να εξοντωθεί». Μέχρι τότε χρησίμευε ως αποθήκη για τη συγκέντρωση των καρπών από τους ενοικιαστές αυτού.[2]

Με το υπ’ αριθμ. 3744/25 Οκτωβρίου 1829 έγγραφο του Έκτακτου Επιτρόπου προς την κυβέρνηση για την παραχώρηση της οικίας, ο Κυβερνήτης παραχώρησε το εθνικό οίκημα που ζητήθηκε «κείμενον εν τω χωρίω άνευ τινός χρήσεως δια να χρησιμεύσει ως σχολείον ελληνοαλληλοδιδακτικόν προς εκπαίδευσιν των τέκνων των», όπως ανέφερε ο επίτροπος.[3]

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Αργότερα, τον Οκτώβριο του 1830, ο Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Πελοποννήσου Ιωάννης Κοκκώνης ανέφερε στην έκθεσή του ότι το οίκημα αυτό, «είναι αρκετόν εις τους εντοπίους μαθητάς»,[4] καθώς παρά το μικρό μέγεθος είχε χωρητικότητα πενήντα (50) μαθητών.

Στην Ερμιόνη τη στέγαση της Αλληλοδιδακτικής Σχολής ανέλαβε, μετά από πρόταση των εφόρων, η τοπική δημογεροντία που με το υπ’ αριθμ. 40/19 Δεκεμβρίου 1829 έγγραφό της γνωστοποίησε προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδας ότι «εν τη κωμοπόλει ταύτη ευρίσκεται εν οίκημα του Οθωμανού Αλή Μπαρδουνιώτη[5] και είναι εις κατάστασιν να χρησιμεύση εις την υπηρεσίαν αυτήν, αν η Αυτού Εξοχότης ευαρεστηθή και διατάξη δια του ανήκοντος να μας δοθή».

Οι Δημογέροντες

Λογοθέτης Ράδος

Α. Μπουκουβάλας

Μάλιστα, συνοδευτικά με το έγγραφο υπήρχε και κατάσταση τριάντα οκτώ (38) πολιτών της Ερμιόνης που «κατέβαλεν έκαστος κατά την δύναμίν του» τον οβολό του. Έτσι, συγκεντρώθηκαν αρχικά, χίλια οκτακόσια τριάντα πέντε (1.835) γρόσια. Την προθυμία των κατοίκων της Ερμιόνης «να ανεγείρωσιν εν τη εαυτών» σχολή τόνιζε με την υπ’ αριθμ. 4306/21 Δεκεμβρίου 1829 αναφορά του ο έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας Κωνσταντίνος Ράδος «Προς την επί της Παιδείας και των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν της Κυβερνήσεως».

Είκοσι πέντε ημέρες αργότερα η Δημογεροντία της Ερμιόνης με το υπ’ αριθμ. 55/13 Ιανουαρίου έγγραφό της και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε με το υπ’ αριθμ. 4432 έγγραφο του επιτρόπου, ευχαριστεί την Αυτού Εξοχότητα, τον Κυβερνήτη, ο οποίος «εδέχθη ευαρέστως την αίτησιν και παραχωρεί χάριν της νεολαίας μας το εθνικόν οσπίτιον του Αλή Μπαρδουνιώτη δια να μας χρησιμεύση ως σχολείον Αλληλοδιδακτικόν».[6]

 

Το «Καποδιστριακό» Σχολείο Αρρένων Ερμιόνης. Το Καποδιστριακό Σχολείο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το σπίτι του Αλή Μπουρδουνιώτη. Στα χρόνια του Καποδίστρια και συγκεκριμένα το 1831 μετατράπηκε σε σχολικό κτίριο με προσφορές των κατοίκων της Ερμιόνης. Στέγασε για πάνω από 100 χρόνια το δημοτικό σχολείο της πόλης μας.

 

Για άγνωστους λόγους η οικία αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε άμεσα ως σχολείο, αλλά, καθώς φαίνεται, κατεδαφίστηκε και στη θέση της ξεκίνησε η ανέγερση του διδακτηρίου «εκ θεμελίων».[7] Διαβάστε τη συνέχεια »

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)


 

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)

O Ζαν Νικολά Μακάρ γεννήθηκε το 1786 στην Σαρλεβίλ των Αρδεννών (Charleville – Ardennes). Ο πατέρας του ήταν κατασκευαστής λαβών για μαστίγια. Το 1800 πηγαίνει στο Παρίσι και διαμένει στη γιαγιά του καθώς έχει εγγραφεί και φοιτά στη Σχολή Διοικήσεως των Στρατιωτικών Επιτρόπων (πρόκειται για την Υπηρεσία Διαχείρισης του Στρατού ή αλλιώς Επιμελητεία). Το 1805 λαμβάνει τη διαταγή να παρουσιαστεί στο Στρασβούργο υπό τις διαταγές του Πιερ Φρανσουά Ντιφρέσν (Pierre Francois Dufressne), που υπηρετεί στο Στρατηγείο της Α.Ε. του Πρίγκηπα του Νεσατέλ (Νeuchatel), στρατηγού Αλέξανδρου Μπερτιέ (Alexandre Berthier), Υπουργού Ενόπλων Δυνάμεων, Αρχιστράτηγου της μεγάλης στρατιάς του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄. Λόγω αυτής της θέσης, συμμετέχει σε όλες τις ναπολεόντειες εκστρατείες για τις οποίες καταγράφει τα γεγονότα στις σημειώσεις του: 1805 (Ουλμ & Αούστερλιτζ), 1806 (Αυστρία), 1807-1808 Πρωσία & Πολωνία, 1809-1810 Γερμανία, 1812 Ρωσία, 1813 Σαξονία, 1814 Γαλλία. Στη συνέχεια και κατά τις περιόδους:

  • 1823-1824 υπηρετεί στη στρατιά των Πυρηναίων.
  • 1825-1827 υπηρετεί στο στρατό κατοχής της Ισπανίας.
  • 1828-1831 συμμετέχει στο Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά ως Διαχειριστής.
  • 1831-1832 βρίσκεται στο Βέλγιο.
  • Το 1835 παντρεύεται στη Μπουγιόν (Bullion) σε ηλικία 49 ετών την Φρανσουάζ Σχολαστίκ Φουκάρ (Francoise Scholastique Foucart) 24 ετών, με την οποία θα έχει δυο κόρες.
  • Τελειώνει τη στρατιωτική του καριέρα στη στρατιά του Βορρά, στη Ρουέν (Rouen) με το βαθμό του Συνταγματάρχη και στις 10 Απριλίου 1848 συνταξιοδοτείται.
  • Τιμήθηκε με τους τίτλους: Ιππότης (1823), Ιππότης του Βασιλικού Στρατιωτικού Τάγματος του Αγ. Φερδινάνδου (1827) με διαταγή του Βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάνδου VII, Αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής (1833).

Διαβάστε τη συνέχεια »

Η Ε.Π.Ο.Ν.  στην Αργοναυπλία


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Η Ε.Π.Ο.Ν. στην Αργοναυπλία»

 

Πριν 79  χρονιά ιδρύθηκε  στις 23 Φλεβάρη  1943, η Ε.Π.Ο.Ν., δηλ. «Η Ενιαία  Πανελλαδική  Οργάνωση  Νέων», στο σπίτι του  παλαίμαχου  σοσιαλιστή  Παναγή  Δημητράτου[1], στην οδό Δουκίσσης  Πλακεντίας 3, στους Αμπελοκήπους. Με πρωτοβουλία και οργάνωση της  Κ.Ε του Εθνικού  Απελευθερωτικού  Μετώπου  Νέων (Ε.Α.Μ.Ν.)  συνήλθε στην Αθήνα  πανελλαδική  σύσκεψη, με τους αντιπροσώπους του Ε.Α.Μ.Ν. από αρκετές περιφέρειες της χώρας και  συμμετοχή   25 αντιπροσώπων από 10   ακόμη  οργανώσεις  νέων, όπως, η αγροτική νεολαία Ελλάδος, η ενιαία  μαθητική νεολαία,  η ένωση νέων αγωνιστών Ρούμελης, ο Θεσσαλικός ιερός  λόχος, η φιλική εταιρεία νέων, και άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. Την Ε.Α.Μ.Ν  όπως και τις περισσότερες  από  τις οργανώσεις  νεολαίας που συμμετείχαν στην ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν.  τις είχε δημιουργήσει και οργανώσει  το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Ε.Α.Μ.

Μια από αυτές τις οργανώσεις  ήταν η  Ε.Α.Μ.Ν. Πελοποννήσου η οποία είχε  οργανωθεί  και  στην Αργολίδα. Με την ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν. όλες οι  παραπάνω οργανώσεις νεολαίας  αυτοδιαλύθηκαν και συγχωνεύτηκαν στις γραμμές της Ε.Π.Ο.Ν.   Στο  ιδρυτικό της κείμενο η Ε.Π.Ο.Ν. αυτοπροσδιορίστηκε ως «οργάνωση Εθνικοαπελευθερωτική, αντιφασιστική – προοδευτική, αντιπολεμική – φιλειρηνική».

Βασικοί σκοποί της ήταν:

– Η Εθνική απελευθέρωση, η πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδος, που θα επιτυγχάνετο, με καθημερινό και αδιάκοπο αγώνα.

– Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της νέας  γενιάς στη ζωή, στη μόρφωση και στον πολιτισμό.

– Η εξολόθρευση  του φασισμού, τόσο στα χρόνια της κατοχής  όσο και μετά, με όποια μορφή κι’ αν αυτός παρουσιαζόταν.

– Τον αγώνα κατά των ιμπεριαλιστικών πολέμων και την κατοχύρωση της ειρήνης με βάση την αυτοδιάθεση των λαών και νεολαίων  και την αδελφική συνεργασία τους.

– Τέλος, την ανοικοδόμηση της  Ελλάδος από τα ερείπια  του πολέμου προς  το συμφέρον  και την ευημερία  ολόκληρου του λαού της.

Η Ε.Π.Ο.Ν υπήρξε η κορυφαία  μαζική  νεολαιίστικη  οργάνωση της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης  εναντίον των κατακτητών του φασισμού, του ναζισμού και των οργάνων τους.  Συσπείρωσε πανελλαδικά, μέσα σε λίγους μήνες, περισσότερους από 600.000  νέους και νέες, ενώ  περίπου 30.000 έως 35.000  από αυτούς  εντάχθηκαν  στον Ε.Λ.Α.Σ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), και άλλοι τόσοι στον εφεδρικό Ε.Λ.Α.Σ στις μεγάλες πόλεις. Από αυτούς 1300 Επονίτες αντάρτες έδωσαν την ζωή τους πολεμώντας τους κατακτητές, ενώ άγνωστος είναι ο αριθμός  των νεκρών  και αγνοουμένων που έχασαν την ζωή  τους στις διαδηλώσεις, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στα μπουντρούμια  των κρατητηρίων όταν  πιάστηκαν  και βασανίστηκαν από τις αρχές κατοχής  και τους  δωσίλογους συνεργάτες τους.

 

Χαρακτικό του Τάσσου από αντιστασιακό λεύκωμα ΕΑΜ-ΕΠΟΝ (1943).

 

Η Ε.Π.Ο.Ν.  δημιούργησε  ένα  μοναδικό  πολιτιστικό κίνημα σε όλους τους τομείς στα γράμματα και στις τέχνες, όπως εκδόσεις, θέατρο κ.α. και δεν  είναι τυχαίο ότι στην  Ε.Π.Ο.Ν.  συμμετείχαν οι περισσότεροι νεοέλληνες λογοτέχνες και καλλιτέχνες όπως  ο Μίκης Θεοδωράκης  ο  Μάνος   Χατζηδάκης  η Αρβελέρ  ο Γιάννης Ξενάκης  και πάρα πολλοί άλλοι που σφράγισαν με το έργο τους την μεταπολεμική Ελλάδα. Διαβάστε τη συνέχεια »

Επίδαυρος, υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 Στην Επίδαυρο αποτυπώνει τη δεξαμενή στο Ιερό [του Απόλλωνα Μαλεάτα] και το λιμάνι της Επιδαύρου έχοντας στο βάθος τα βουνά των Μεθάνων. Το Μαύρο χρώμα των βουνών παραπέμπει στο ηφαίστειο των Μεθάνων.  

 

Επίδαυρος, υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier. Στην Επίδαυρο αποτυπώνει τη δεξαμενή στο Ιερό [του Απόλλωνα Μαλεάτα] και το λιμάνι της Επιδαύρου έχοντας στο βάθος τα βουνά των Μεθάνων. Το Μαύρο χρώμα των βουνών παραπέμπει στο ηφαίστειο των Μεθάνων.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. Διαβάστε τη συνέχεια »