Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναυτικό’

Ρώσοι ναυτικοί στη μάχη του Ναυαρίνου – Γκριγκόρι Λ. Αρς


 

Πριν από 180 χρόνια, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, στα ελληνικά παράλια έλαβε χώρα μία φημισμένη ναυμαχία, η ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία απετέλεσε όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες ναυμαχίες της εποχής των ιστιοφόρων, αλλά και καθοριστική σελίδα στην ιστορία διεθνών σχέσεων της δεκαετίας του ’20 του 19ου αι., στην οποία δεσπόζουσα θέση κατείχε το Ελληνικό Ζήτημα.

Το Μάρτιο του 1821 στην Ελλάδα ξέσπασε εξέγερση ενάντια στον οθωμανικό ζυγό, που δέσποζε επί 400 χρόνια. Αρχικά τα αντιδραστικά καθεστώτα της Ευρώπης αντιμετώπισαν την προοπτική ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που γεννιόταν μέσα στη φλόγα πολέμου, με απροκάλυπτη εχθρότητα. Η ευρύτερη, ωστόσο, κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Αμερικής στήριξε την Ελληνική Επανάσταση. Σε πολλές χώρες αναπτύχθηκε έντονο φιλελληνικό κίνημα. Φιλέλληνες υπήρξαν ο Μπάϋρον, ο Γκαίτε, ο Πούσκιν, ο Ουγκώ και πολλές άλλες εξέχουσες προσωπικότητες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πίεση που άσκουσε η κοινή γνώμη, καθώς και η συνειδητοποίηση του αναπότρεπτου ως προς τις αλλαγές στη διεθνή σκηνή, που γέννησε ο αγώνας των Ελλήνων, οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής να επιδιώκουν τη διπλωματική πλέον ρύθμιση του Ελληνικού Ζητήματος. Στις 6 Ιουλίου του 1827 οι εκπρόσωποι της Ρωσίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας υπέγραψαν στο Λονδίνο Σύμβαση που προέβλεπε  τη διακοπή των εχθροπραξιών στην Ελλάδα και τη δημιουργία ενιαίου ελληνικού κράτους, υποτελούς στο Σουλτάνο. Κατόπιν επιμονής της Ρωσίας, η οποία είχε έρθει επανειλημμένα σε αντιπαράθεση και σύγκρουση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και η οποία τηρούσε και την πιο αποφασιστική στάση, στη Σύμβαση του Λονδίνου ενσωματώθηκε μυστικό άρθρο που προέβλεπε ότι, σε περίπτωση που ένα εκ των μερών δε συμμορφωθεί στους όρους ανακωχής και συμφιλίωσης (όπως προέβλεπε η Σύμβαση), τότε «οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εφαρμόσουν από κοινού μέτρα για την εκπλήρωση της Σύμβασης». [1]

 

Η ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ελαιογραφία, 1831, του Γάλλου ζωγράφου Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ. (Ambroise Louis Garneray 1783-1857).

 

Αποτέλεσμα της ρήτρας αυτής υπήρξε η εμφάνιση στα ελληνική παράλια στις αρχές Οκτωβρίου 1827 της συμμαχικής άγγλο-ρώσο-γαλλικής ναυτικής μοίρας. Κατόπιν επιμονής του Ρώσου επιτετραμμένου στο Λονδίνο Χ.Α. Λήβεν, στις από κοινού οδηγίες προς τους τρεις συμμαχικούς ναυάρχους περιλήφθηκε το εξής σημαντικό εδάφιο: «Σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους της Πύλης της διαμεσολάβησης και της εκεχειρίας σε διάστημα μηνός, οι μοίρες των τριών συμμαχικών Δυνάμεων θα πρέπει να πλησιάσουν τις ακτές της Ελλάδος και από κοινού να αναχαιτίσουν οποιαδήποτε βοήθεια, μέσω θαλάσσης, εκ μέρους τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων, αποφεύγοντας, παράλληλα, συμμετοχή σε πολεμικές συρράξεις». [2] Ωστόσο η λήψη οποιωνδήποτε καταναγκαστικών μέτρων απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις, στο έδαφος της Ελλάδος, χωρίς την προσφυγή σε πολεμική σύρραξη, απεδείχθη αδύνατη.

Η είδηση για τη Σύμβαση του Λονδίνου έγινε δεκτή στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη για το λαό της στιγμή. Το 1824 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ κατάφερε να προσελκύσει με το μέρος του, στις ένοπλες αντιπαραθέσεις του, τον υποτελή του πασά της Αιγύπτου Μωχάμεντ Αλή, ο οποίος διέθετε καλά εξοπλισμένο και εκπαιδευμένο, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, στρατό. Μετά από επίμονη ηρωική πάλη, στα χέρια του κατακτητή έπεσαν το Μεσολόγγι και η Ακρόπολη – σημαντικές βάσεις του ένοπλου αγώνα των εξεγερθέντων. Αναζωογονημένοι από αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες, η Υψηλή Πύλη απέρριψε την Ιουλιανή Σύμβαση του Λονδίνου.

Το φθινόπωρο του 1827 ο επικεφαλής του τουρκοαιγυπτιακού στόλου Ιμπραήμ πασάς προέβη στην προετοιμασία νέων πολεμικών συρράξεων, ώστε να καταπνίξει και τις τελευταίες εστίες αντίστασης των Ελλήνων στην ενδοχώρα και τις νήσους. Με αυτό το στόχο, στο Ναυαρίνο συγκεντρώθηκαν μεγάλες θαλάσσιες και χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις. Ο στρατός του Ιμπραήμ συνέχιζε ασύστολα να ξεκληρίζει το Μοριά, ενώ ο ίδιος ο Ιμπραήμ εξακολουθούσε να αγνοεί το τελεσίγραφο που του έστειλαν οι αρχηγοί των τριών συμμαχικών στόλων. Τότε οι τρεις σύμμαχοι αποφάσισαν να οδηγήσουν τις μοίρες τους στον κόλπο του Ναυαρίνου, ώστε με την παρουσία τους να ακινητοποιήσουν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο και να εμποδίσουν τις εχθροπραξίες κατά των Ελλήνων. Αγκυροβολημένος στον κόλπο του Ναυαρίνου, άρτια προετοιμασμένος, ο στόλος του Σουλτάνου αποτελούσε μεγάλη στρατιωτική απειλή. Αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, είκοσι φρεγάτες και πάνω από σαράντα γαλέτες, βρίκια και μεταγωγικά, ενώ διέθετε πάνω από 2.000 πυροβόλα. Πέραν αυτού, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος ήταν αγκυροβολημένος μέσα στον κόλπο σε σχήμα πετάλου, τα δύο άκρα του οποίου στηρίζονταν στα δύο πυροβολεία που βρίσκονταν το ένα στο φρούριο του Ναυαρίνου και το άλλο στο νότιο άκρο της νήσου Σφακτηρίας. Ο αγγλικός στόλος αποτελούνταν από τρεις ναυαρχίδες, τέσσερις φρεγάτες, μία γαλέτα και τρία βρίκια με 472 πυροβόλα. Αρχηγός του αγγλικού στόλου ήταν ο έμπειρος και αποφασιστικός θαλασσόλυκος και συμμαχητής του Νέλσωνα ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτων. Επικεφαλής της γαλλικής μοίρας, που αποτελείτο από τρεις ναυαρχίδες, δύο φρεγάτες, δύο γαλέτες με 362 πυροβόλα, ήταν ο αντιναύαρχος Ερρίκος Δεριγνύ.

Ο διοικητής του πλοίου Αζόφ, Μιχαήλ Πετρόβιτς Λάζαρεφ.

Ο ρωσικός στόλος αποτελούνταν από τέσσερις ναυαρχίδες [«Αζόφ», «Ιεζεκιήλ», «Αλέξανδρος Νέβσκι» με 74 κανόνια έκαστη και «Γκανγκούτ» με 84 κανόνια] και τέσσερις φρεγάτες: «Κωνσταντίνος», «Προβόρνι» (= επιδέξιος), «Κάστωρ», «Έλενα». Η ρωσική μοίρα διέθετε 466 πυροβόλα και 3764 άνδρες. Επικεφαλής της ρωσικής μοίρας η ναυαρχίδα «Αζόφ», όπου επέβαινε ο αντιναύαρχος Λογγίνος Χέϋδεν και η οποία κυβερνείτο από τον διακεκριμένο Ρώσο θαλασσοπόρο και επιστήμονα Μ. Π. Λάζαρεβ. Συνολικά η συμμαχική μοίρα αριθμούσε 26 πλοία: 10 ναυαρχίες, 10 φρεγάτες, 6 γαλέτες και βρίκια με 1300 πυροβόλα. Ο αρχηγός της αγγλικής μοίρας ναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον, ως ανώτερος ιεραρχικά, υπήρξε ο αρχηγός του συμμαχικού στόλου.

Η συμμαχική μοίρα ήταν αισθητά υποδεέστερη του τουρκοαιγυπτιακού στόλου ως προς τον αριθμό των κανονιών και των πλοίων, αλλά υπερίσχυε ως προς τη στρατιωτική εξάσκηση και την πειθαρχία. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία αποτελούσαν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, οι σημαίες των οποίων είχαν στεφανωθεί με νίκη σε πολλές ναυμαχίες.

Στους κόλπους των συμμαχικών ναυτών παρατηρούνταν έντονες φιλελληνικές διαθέσεις. Αυτό αφορούσε, κατά κύριο λόγο, τους Ρώσους ναυτικούς, δεδομένου ότι το ρωσικό και ελληνικό λαό συνέδεαν, κατά τη διάρκεια αιώνων, ισχυροί δεσμοί φιλίας. Κάτι τέτοιο πιστοποιούν και οι σημειώσεις του ανθυπολογαχού Αλεξάντρ Ρικατσέβ, που έλαβε μέρος στην εποποιία του Ναυαρίνου. Πριν τον απόπλου του ρωσικού στόλου από την Κρονστάνδη, όταν δεν ήταν ακόμη γνωστός ο προορισμός του, ο Ρικατσέβ έγραφε στο ημερολόγιό του: «Δεδομένου ότι ο καθένας επιθυμεί να βοηθά τους Έλληνες, καθίσταται κατανοητό το ότι περισσότερο απ΄ όλα ονειρευόμαστε τη Μεσόγειο. Κάτι τέτοιο θα ήταν η κορύφωση της ευτυχίας και όλη η νεολαία μας από την εποχή της εκστρατείας του Σενιάβιν, διαρκώς ονειρεύεται αυτή την καταπληκτική εκστρατεία». [3]

Στις 13.00 το μεσημέρι της 8ης/20ης Οκτωβρίου 1827 ο συμμαχικός στόλος, παραταγμένος σε δύο στήλες, – εκ δεξιών η αγγλική και η γαλλική μοίρα, εξ αριστερών η ρωσική – άρχισε να εισχωρεί στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να αγκυροβολήσει απέναντι από τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Η εντολή του Κόδριγκτον,  που εδόθη αμέσως πριν την είσοδο των συμμάχων στον κόλπο, είχε ως εξής: «Κανένα κανόνι του συμμαχικού στόλου δε θα πρέπει να πυροβολήσει αν δεν δοθεί προηγουμένως σήμα, και κάτι τέτοιο μόνο σε περίπτωση που ανάψει πυρ από τον τουρκικό στόλο». [4] Και πράγματι, ένα τουρκικό μεταγωγικό άνοιξε πυρ εναντίον μιας λέμβου, στην οποία επέβαινε Άγγλος υποπλοίαρχος, απεσταλμένος του Άγγλου κυβερνήτη του πολεμικού «Ντάρτμουθ». Ο Άγγλος υποπλοίαρχος Φιτσρόυ και μερικοί ακόμη άνδρες της λέμβου πυροβολήθηκαν, με αποτέλεσμα τα αγγλικά και γαλλικά πλοία να ανταποδώσουν το πυρ. Οι μεμονωμένες τουφεκιές εξελίχθηκαν σε κανονιοβολισμούς και η μάχη γενικεύθηκε.

Η σύγκρουση διεξήχθη σε μικρές αποστάσεις και ξεχώρισε για το σκληρό και καταστροφικό χαρακτήρα της. Γύρω στα 100 πολεμικά πλοία με μερικές χιλιάδες πλήρωμα μάχονταν σε έναν ιδιαίτερα στενό, ουσιαστικά κλειστό, κόλπο. Σύμφωνα με την περιγραφή του συγχρόνου των γεγονότων αξιωματικού Βλαντίμιρ Μπρονέβσκι, «η μάχη, που διεξήχθη σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο και σε ένα κλίμα, σχεδόν απελπισίας, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, παρά η πιο αιματηρή, ολέθρια και αποφασιστική. Οι δύο στόλοι, που μάχονταν σχεδόν σώμα με σώμα, μοιάζανε με δύο λυσσασμένου μονομάχους, που αναζητούσαν όχι ζωή και νίκη, παρά θάνατο ολέθριο, αλλά ένδοξο. Ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί δεν μπορούσαν πλέον να ξεφύγουν από την απόλυτη τελική καταστροφή: η παραμικρή αποτυχία στην κίνηση ή στον πυροβολισμό θα συνοδεύονταν από βέβαιο θάνατο». [5]

Τα πυρά που εκτόξευαν τα ρωσικά πολεμικά πλοία ήταν εύστοχα και ισχυρά. Ιδιαίτερα εύστοχα και αποτελεσματικά λειτούργησαν οι πυροβολητές της ναυαρχίδας «Αζόφ». Μαχόμενοι, ταυτόχρονα, με πέντε εχθρικά πλοία, βούλιαξαν δύο μεγάλες φρεγάτες και γαλέτες, επέφεραν σοβαρές ζημιές σε εχθρική ναυαρχίδα με 80 κανόνια, που έπεσε στα αβαθή και εξερράγη. Επίσης, μεγάλες ζημιές υπέστη, η δικάταρτη φρεγάτα, στην οποία επέβαινε ο αρχηγός της τουρκικής μοίρας Ταχήρ.

Λογγίνος Χέυδεν (Логин Петрович Гейден, Λόγκιν Πετρόβιτς Γκέιντεν, 1772 – 1850). Ρώσος ναύαρχος, ολλανδικής καταγωγής. Διοικητής του ρωσικού στόλου στο Ναβαρίνο, παρέμεινε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα συνεργαζόμενος με τον Κυβερνήτη Καποδίστρια. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Levilly.

Όλοι οι Ρώσοι ναυτικοί, από το ναύαρχο μέχρι το ναύτη, επέδειξαν στη μάχη γενναιότητα, πίστη στο υπηρεσιακό καθήκον, πολεμική μαεστρία. «Δε βρίσκω επαρκείς εκφράσεις  – έγγραφε ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά της 12ης/24ης Οκτωβρίου 1827 προς τον Αυτοκράτορα Νικόλαο τον Α΄- για να περιγράψω στη Μεγαλειότητά σας την ανδρεία, την ευψυχία και το ζήλο των καπετάνιων, των αξιωματικών και των χαμηλότερων ιεραρχικά, που τους χαρακτήρισε κατά τη διάρκεια της αιματηρής αυτής μάχης. Μάχονταν ως λέοντες εναντίον ενός πολυάριθμου, ισχυρού και πείσμονα εχθρού». [6] Μεταξύ αυτών που ξεχώρισαν στη μάχη ήταν ο ανθυπολοχαγός Πάβελ Ναχίμωβ, ο αρχικελευστής Βλαντίμιρ Κορνίλωβ και ο δόκιμος Βλαντίμιρ Ιστόμιν. Για αυτούς τους ένδοξους Ρώσους ναυάρχους, ήρωες της άμυνας της Σεβαστούπολης (1854-1855), η μάχη του Ναυαρίνου απετέλεσε το βάπτισμα του πυρός.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, που διήρκησε τέσσερις ώρες περίπου, η ρωσική μοίρα εξολόθρευσε τη δεξιά πτέρυγα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου. Με την ίδια επιτυχία μάχονταν εναντίον της αριστερής πτέρυγας του εχθρού η αγγλική και γαλλική μοίρα.

Τα πληρώματα του συμμαχικού στόλου λειτούργησαν στη μάχη σε πνεύμα αλληλεγγύης και ομοψυχίας και την κρίσιμη στιγμή παρείχαν ο ένας στον άλλο τη βοήθεια που χρειάζονταν. Παραδείγματα τέτοιας ομοψυχίας αναφέρει ο Λογγίνος Χέϋδεν στην αναφορά του στο Νικόλαο τον Α΄ της 13ης/25ης Νοεμβρίου 1827. Ο Λα-Μπρετονιέρ, κυβερνήτης του γαλλικού πλοίου «Μπρεσλάβλ», βλέποντας ότι η ναυαρχίδα «Αζόφ» βάλλεται από έντονα πυρά, αμέσως έκοψε το παλαμάρι του πλοίου του και κατέλαβε θέση μεταξύ του «Αζόφ» και του αγγλικού πλοίου «Αλβιών», δεχόμενος, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέρος των πυρών πάνω του. Από την πλευρά του το «Αζόφ», αν και ήταν περικυκλωμένο από εχθρικά πλοία, κατηύθυνε τα πυρά 14 πυροβόλων του εναντίον αιγυπτιακού πολεμικού πλοίου 80 κανονιών, από το οποίο βάλλονταν η αγγλική ναυαρχίδα «Ασία», με αποτέλεσμα σε σύντομο χρονικό διάστημα το εχθρικό πλοίο να ανατιναχθεί στον αέρα. [7] «Κανένας στόλος στον κόσμο – διατυπώνει στην αναφορά του μετά το πέρας της ναυμαχίας ο Κόδριγκτον – δεν επέδειξε σε τέτοιο βαθμό τέτοια απόλυτη ομοψυχία, τέτοια πλήρη ομοφωνία, με τις οποίες ήταν διαποτισμένες οι μοίρες των τριών συμμαχικών δυνάμεων σε μία τόσο αιματηρή μάχη». [8]

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έληξε με σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό του στόλου του Σουλτάνου. Μερικά από τα καράβια τους, που απώλεσαν τη μαχητική τους ικανότητα, ήδη οι Τούρκοι τα ανατίναξαν την επόμενη ημέρα. Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν από την απειλητική  αρμάδα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου που αριθμούσε πάνω από 60 πλοία, άθικτη παρέμεινε μια φρεγάτα και δεκαπέντε πλοιάρια. Οι ανθρώπινες απώλειες των Τουρκοαιγυπτίων ανήλθαν σε 6 χιλ. νεκρούς και 4 χιλ. τραυματίες.

Οι απώλειες των συμμάχων ανέρχονταν σε 750 άτομα νεκρούς και τραυματίες [Άγγλοι – 74 νεκροί, 206 τραυματίες, Γάλλοι – 46 νεκροί, 128 τραυματίες, Ρώσοι – 59 νεκροί, 139 τραυματίες]. [9]

Ο συμμαχικές στόλος δεν έχασε ούτε ένα πλοίο, αλλά αρκετά πλοία, ιδίως οι ναυαρχίδες, είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές. Από τα ρωσικά πολεμικά, ιδιαίτερες ζημιές υπέστη η ναυαρχίδα «Αζόφ», η οποία μετά τη μάχη αριθμούσε 153 οπές, εκ των οποίων επτά υποβρύχιες. Τα δε κατάρτια της είχαν χτυπηθεί τόσο πολύ, ώστε με δυσκολία το πλήρωμά της κατόρθωσε να ανεβάσει τα ιστία της.

Ο αντίκτυπος από την κανονιοβροντή στον κόλπο του Ναυαρίνου σύντομα διαδόθηκε σε Ελλάδα και σε ολόκληρη της Ευρώπη. Η είδηση για τη νίκη στο Ναυαρίνο ενέπνευσε κύμα χαράς και ανακούφισης σε Έλληνες και Φιλέλληνες. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη αναγνώρισε στο Ναυαρίνο το θρίαμβο του φιλελληνισμού.

Οι αντιδράσεις των κυβερνήσεων των συμμάχων ήταν ποικίλες. Στην Αγία Πετρούπολη εξολοκλήρου επικρότησαν τις ενέργειες του Χέυδεν ως συμβαδίζουσες με τη Σύμβαση του Λονδίνου και ανταποκρινόμενες στην εφαρμογή αυτής. Στο Λονδίνο θεωρήθηκε ότι ο Κόδριγκτον παραβίασε τις εντολές που είχε. Ο Άγγλος μονάρχης στο λόγο του της 29ης Ιανουαρίου 1828 χαρακτήρισε το Ναυαρίνο «ατυχές συμβάν» και εξέφρασε τη λύπη του για τη σύρραξη του βρετανικού στόλου με «τη ναυτική δύναμη του παλαιού συμμάχου». [10] Μετά από μερικούς μήνες ο Εδουάρδος Κόδριγκτον απομακρύνθηκε από το αξίωμά του.

Για την Υψηλή Πύλη και τη στρατιωτική ηγεσία της, το Ναυαρίνο απετέλεσε αναπάντεχο και δυνατό πλήγμα. Ο Ιμπραήμ, που υπολόγιζε σε καταστροφή του συμμαχικού στόλου στον κόλπο του Ναυαρίνου, εκφράστηκε με λύπη μετά τη Ναυμαχία ως εξής: «Ποιός μπορούσε να ξέρει ότι τα πλοία τους είναι σιδερένια, το δε πλήρωμά τους πραγματικοί διάβολοι». [11]

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου απετέλεσε αξιοσημείωτο στρατιωτικό-πολιτικό γεγονός, που διαδραμάτισε θετικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση του Αγώνα των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Κυριολεκτικά έσωσε τους Έλληνες από την απειλή του αφανισμού και τους επέτρεψε να επανακτήσουν τις δυνάμεις τους, για τους δε εχθρούς τους υπήρχε σημαντική στρατιωτική και πολιτική ήττα.

Στη βιβλιογραφία, ιδίως στη δυτικοευρωπαϊκή, υπάρχουν απόλυτες εκτιμήσεις για τη σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου. Ο Άγγλος ιστορικός Richard Clogg, στην εισαγωγή της ενδιαφέρουσα μονογραφίας του για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, γράφει ότι «η συντριβή του αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο τον Οκτώβριο του 1827 από τον ενωμένο άγγλο-ρώσο-γαλλικό στόλο σε τελική ανάλυση εξασφάλισε την επιτυχία του ελληνικού ζητήματος». [12]

Αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα των πληρωμάτων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, που πολέμησαν στο Ναυαρίνο, και τις επιτηδευμένες και αποφασιστικές ενέργειες των συμμαχικών ναυάρχων, εκτιμώ την ως άνω κρίση ως υπερβολή. Στην πραγματικότητα, ούτε από στρατιωτικής ούτε από πολιτικής άποψης, η ναυμαχία του Ναυαρίνου δε διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην έκβαση του ελληνικού πολέμου για ανεξαρτησία. Από στρατιωτικής άποψης η ναυμαχία αναμφίβολα βελτίωσε τη θέση των Ελλήνων, αλλά και μετά από αυτή το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδος εξακολουθούσε να παραμένει στα χέρια των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων. Μόλις το φθινόπωρο του 1828, μετά την απόβαση γαλλικού εκστρατευτικού σώματος στο Μοριά, τα στρατεύματα των κατακτητών εγκατέλειψαν τη χερσόνησο της Πελοποννήσου. Η απόβαση, ωστόσο, του σώματος του Μαιζόν πραγματοποιήθηκε μετά την έναρξη του ρώσο-τουρκικού πολέμου των ετών 1828-1829 και υπήρξε άμεσο αποτέλεσμα αυτού.

Αξιοσημείωτο, εξάλλου, είναι να λαμβάνεται υπόψη ότι μετά το Ναυαρίνο και μέχρι την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου η Πύλη διέθετε αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να προβεί σε νέες προσπάθειες πλήρους κατάπνιξης της εξέγερσης των Ελλήνων. Και μετά το Ναυαρίνο η Πύλη αρνείτο να αναγνωρίσει στους Έλληνες οποιαδήποτε μορφή αυτονομίας. Ο Σουλτάνος ο Μαχμούτ ο Β΄ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει τους Έλληνες αγωνιστές ως «εξεγερθέντες ραγιάδες». Το μοναδικό, στο οποίο συμφωνούσε ο Σουλτάνος, ήταν να παράσχει αμνηστία και άλλες «μεγαλοψυχίες», σε περίπτωση που οι Έλληνες καταθέσουν τα όπλα και ομολογήσουν την ενοχή τους. [13] Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι τότε, τη δεκαετία του ΄20 του 19ου αι., η Πύλη υποχρεούτο, κατόπιν ήττας της σε πολέμους, να παραχωρεί στις Δυνάμεις κατεχόμενες από αυτή εκτάσεις, ουδέποτε, ωστόσο, μέχρι τότε είχε συμφωνήσει να αναγνωρίσει διεθνώς την αυτονομία ή ανεξαρτησία υπόδουλού της λαού. Τα μάθημα του Ναυαρίνου δε στάθηκε επαρκές για να σπάσει αυτό το ιδιάζον ψυχολογικό κατεστημένο, αυτό το εμπόδιο. Από τις Δυνάμεις που υπέγραψαν τη Σύμβαση του Λονδίνου απαιτούνταν νέες, ακόμη πιο αποφασιστικές ενέργειες. Η Αγγλία, ωστόσο, και η Γαλλία απέφευγαν τέτοιου είδους ενέργειες. Μόνο η Ρωσία εξακολουθούσε να καταλαμβάνει αποφασιστική στάση.

Τον Απρίλιο του 1828 ξεκίνησε νέος ρώσο-τουρκικός πόλεμος. Αν και το Ελληνικό Ζήτημα παρέμενε σημαντικό, αλλά δεν απετέλεσε το μοναδικό λόγο ξεσπάσματος του πολέμου, η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο επέφερε τη διπλωματική του διευθέτηση. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Ειρήνης της Ανδριανούπολης της 2ης/14ης Σεπτεμβρίου 1829, η Πύλη υποχρεούνταν να αναγνωρίσει την αυτονομία της Ελλάδος, σε δε μισό χρόνο την ίδια την ανεξαρτησία της. «Με τον τρόπο αυτό – σύμφωνα με τον επιφανή Έλληνα ιστορικό Α. Βακαλόπουλο, – ο ρωσοτουρκικός πόλεμος, που δημιούργησε τέτοια ανησυχία στην πολιτική ατμόσφαιρα της Ευρώπης, έλυσε, σαν το σπαθί το γόρδιο δεσμό,  τις ατελείωτες διαπραγματεύσεις και υποκίνησε της απελευθέρωση της Ελλάδας». [14] Αυτή η διατύπωση δε μειώνει την ιστορική σημασία της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, στην οποία ανήκει σημαίνων ρόλος στην υπόθεση της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ωστόσο, παρά το σημαντικό ρόλο της εξωτερικής βοήθειας, η απελευθέρωση αυτή υπήρξε πριν απ’  όλα έργο των ίδιων των Ελλήνων.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάρτενς, Φ.Ο., Συλλογή συνθηκών και συμβάσεων, συναφθεισών μεταξύ Ρωσίας και ξένων Δυνάμεων, Αγία Πετρούπολη 1895, τ. ΧΙ, σ. 361.

[2] Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας κατά τον 19ο – αρχές του 20 ου αι., Μόσχα 1992, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV), σ. 153.

[3] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 4.

[4] Στο ίδιο, σ. 58.

[5] Μπρονέβσκι Β., Η ναυμαχία του Ναυαρίνου της 8ης Οκτωβρίου 1827. Πολεμικό περιοδικό 1829. № 3, σ. 31.

[6] Λάζαρεβ, Μ.Π., Τεκμήρια, Μόσχα 1952, τ. 1, σ. 323.

[7] ΒΠΡ, Σειρά ΙΙ, τ. VII (XV).

[8] Αντριένκο, Β.Γ., Πριν και μετά το Ναυαρίνο, Μόσχα 2002, σ. 162.

[9] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 295.

[10] Memoir of the life of Admiral Sir Edward Codrington. L., 1873. Vol. 2. P. 178-179.

[11] Ρικατσέβ, Α.Π., Έτος εκστρατείας Ναυαρίνου. 1827 και 1828. Κρονστάνδη 1877, σ. 75.

[12] Clogg R. The Movement for Greek Independence. 1770-1821. A collection of documents. London and Bastingstoke, 1976. P. XXIII.

[13] Νοβιτσέβ, Α.Ν., Ιστορία της Τουρκίας, Λένινγκραντ 1968, τ. ΙΙ, Μέρος Ι, σ. 159.

[14] Βακαλόπουλου Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1988, τ. Η΄, σ. 502.

 

Γκριγκόρι Λ. Αρς,

Διδάκτωρ Ιστορικών Επιστημών,

Ινστιτούτο Σλαβικών Σπουδών Ακαδημίας Επιστημών Ρωσικής Ομοσπονδίας 

 23 Οκτωβρίου 2007, Κρατική Βιβλιοθήκη της Ρωσίας, Επιστημονική ημερίδα με θέμα «Ναυαρίνο: 180 χρόνια από τη Ναυμαχία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Άστιγξ Αμπνεϊ  Φραγκίσκος   – Frank Abney Hastings (1794-1828)


 

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Άγγλος στρατιωτικός και φιλέλληνας, γιος του στρατηγού Καρόλου Άστιγξ. Λόγω του χαρακτήρα του και της μεγάλης του κλίσης στα ναυτικά, εισήλθε στο ναυτικό από παιδί, λαμβάνοντας μάλιστα μέρος στη μεγάλη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ σε ηλικία μόλις 12 ετών. Το 1819, έχοντας τον βαθμό του πλοιάρχου, αναγκάστηκε να απομακρυνθεί από το στρατό για πειθαρχικό παράπτωμα (μετά από έναν απρόσεκτο ατυχή χειρισμό του στην πορεία του πλοίου που διοικούσε, συγκρούστηκε με τον ναύαρχό του) και έφυγε στο Παρίσι.

Τάχθηκε αμέσως υπέρ του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία και τον Απρίλιο του 1822 έφτασε στην Ύδρα. Κατατάχθηκε στο ναυτικό, αφού προηγουμένως είχε έρθει σε επαφή με το ναύαρχο Τομπάζη και τον Μαυροκορδάτο, κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων για τις ναυτικές γνώσεις και τις ικανότητες του. Λίγο μετά την κατάταξή του ανέλαβε την διοίκηση της πολεμικής κορβέτας « Θεμιστοκλής». Έλαβε μέρος σε όλες σχεδόν τις ναυτικές επιχειρήσεις της εποχής και κυρίως στην εκστρατεία της Κρήτης.

 

Frank Abney Hastings, λιθογραφία, Karl Krazeisen.

 

Ήταν ο εμπνευστής της αναδιοργάνωσης του επαναστατικού ναυτικού και τον εξοπλισμό του με ατμοκίνητα πλοία. Μετά από εισήγησή του η οποία έγινε δεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση, μετέβη στην Αγγλία προκειμένου να επιβλέψει την ναυπήγηση του πλοίου «Καρτερία» το 1825, του οποίου υπήρξε κυβερνήτης. Ο ίδιος συνέβαλλε στην ναυπήγηση, προσφέροντας 5.000 λίρες από την προσωπική του περιουσία. Μάλιστα θα προετοιμάσει το πλοίο αγοράζοντας με δικά του χρήματα τα ναυτιλιακά όργανα και τούς χάρτες και μετά από πολλές ατυχίες και ένα περιπετειώδες ταξίδι, το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο του ελληνικού στόλου, μπήκε στο λιμάνι του Ναυπλίου την 1η Σεπτεμβρίου 1826.

Ο Άστιγξ ως κυβερνήτης του Βρετανικού Ναυτικού. Προσωπογραφία από την βιβλιοθήκη Φίνλεϋ. Δημοσιεύεται στο «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Αθήνα, 1928.

Η πρώτη αποστολή του ήταν η υποστήριξη του Γόρδωνα στο λιμάνι του Πειραιά. Το πλήρωμα της « Καρτερίας» αποτελούσαν γενναίοι ναυτικοί τους οποίους είχε επιλέξει ο ίδιος. Στο πλοίο επέβαινε και ο Αμερικανός γιατρός Σαμουήλ Χάου, ενθουσιώδης Φιλέλληνας, θαυμαστής του Άστιγξ και αργότερα βιογράφος του. Το «Καρτερία» έλαβε μέρος στον Αγώνα με πολλές επιτυχείς ενέργειες.

Η πρώτη αξιοσημείωτη επιτυχία του πλοίου ήταν η σημαντική συμμετοχή του στον αποκλεισμό της Ερέτριας τον χειμώνα του 1827 και στον βομβαρδισμό του Ωροπού με κύριο σκοπό την λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους. Στον Ωροπό, η «Καρτερία» κυρίευσε δύο εχθρικά φορτηγά γεμάτα με εφόδια.

Την άνοιξη του 1827 η «Καρτερία» βομβάρδισε το Νιόκαστρο, οχυρό του Μεσολογγίου και την Ναύπακτο, ενώ τον Απρίλιο με μια τολμηρή καταδρομή, εισήλθε στον Παγασητικό κόλπο και έκαψε 8 εχθρικά δικάταρτα φορτηγά.

Από τα σημαντικότερα κατορθώματα του Άστιγξ, ήταν η είσοδός της μοίρας που διοικούσε, τον Σεπτέμβριο του 1827,  στον Κορινθιακό κόλπο δια μέσου των τρομερών πυροβολείων του Ρίου και του Αντίρριου. Η «Καρτερία» πέτυχε την σημαντικότερη επιτυχία της σε όλο τον πόλεμο βυθίζοντας στον κόλπο της Ιτέας την Τουρκική ναυαρχίδα και καταστρέφοντας 9 από τα 11 Τουρκικά πλοία.

Τον Μάρτιο του 1828 οργάνωσε, από κοινού με τον αρχηγό των χερσαίων στρατευμάτων, στρατηγό Τσώρτς τον κανονιοβολισμό του Αιτωλικού, προπύργιου του Μεσολογγίου. Μετά από προστριβές και διαφωνίες των δύο αξιωματικών, επικράτησε τελικά  η λογική και το συμφέρον της πατρίδας. Η τελική επίθεση από θάλασσα αποφασίστηκε να γίνει στις 11 Μαΐου 1828. Όμως και πάλι λόγω κακού συντονισμού και έλλειψης πειθαρχίας σε ορισμένα τμήματα του στρατού ξηράς, οι ναύτες ξεκίνησαν νωρίτερα την τελική έφοδο.

Σε αυτή την κρίσιμη επίθεση, ο Άστιγξ εγκατέλειψε την ασφάλεια του πλοίου του και έλαβε μέρος αυτοπροσώπως, οδηγώντας την επίθεση από την πρώτη γραμμή. Όρθιος, πάνω σε ένα μικρό σκάφος (εφόλκιο), ενθάρρυνε τους ναύτες του, φωνάζοντας με όλη την δύναμη της φωνής του «Εμπρός» ενώ οι ναύτες ενθουσιασμένοι τον ζητωκραύγαζαν.  Δυστυχώς, την ώρα που πλησίαζε στην ακτή, μία οβίδα από ένα Τουρκικό πυροβόλο έπληξε το σκάφος. Τρεις ναύτες σκοτώθηκαν. Ο Άστιγξ μαζί με άλλους είκοσι στρατιώτες του πληγώθηκε στον βραχίονα. Αναγκάζονται να τον αποσύρουν αναίσθητο από την μάχη.

Άστιγξ Αμπνεϊ Φραγκίσκος

Στην « Καρτερία» ο Άστιγξ συνέρχεται και λέει: Δεν είναι τίποτε και ελπίζω να επανέλθω εις το στρατόπεδον εντός δέκα ημερών. Δυστυχώς ο γιατρός του σκάφους είχε μετατεθεί και ο αντικαταστάτης του δεν είχε φτάσει ακόμη. Ο αρχίατρος Γυέτ, που κλήθηκε από το ελληνικό στρατόπεδο, χωρίς να γνωρίζει την σοβαρότητα του τραύματος απεφάνθη ότι δεν υπήρχαν λόγοι υπερβολικής ανησυχίας. Όταν τέλος ο Γυέτ είδε το τραύμα, διέταξε την άμεση μεταφορά του Άστιγξ στη Ζάκυνθο, όπου υπήρχαν περισσότερα μέσα, προκειμένου να αποκόψουν το πληγωμένο χέρι επειδή υπήρχε σοβαρός κίνδυνος γάγγραινας. Παρά τους αφόρητους πόνους του ο Άστιγξ και συναισθανόμενος την τραγική του κατάσταση, έγραψε την διαθήκη του, και όρισε τον πλοίαρχο και αντιπλοίαρχο στη διοίκηση της « Καρτερίας». Μεταφερόμενος προς την Ζάκυνθο, πέθανε στις 20 Μαΐου 1828  από τέτανο. Ήταν μόλις 34 ετών. Η σορός του παρέμεινε για λίγο στο Λοιμοκαθαρτήριο του νησιού.

Με εντολή του Καποδίστρια, μεταφέρθηκε και τοπο­θετήθηκε βαλσαμωμένος στην κρύπτη της Εκκλησίας του Ορφανοτροφείου της Αίγινας. Η κηδεία του έγινε με μεγάλες τιμές τον επόμενο χρόνο στον Πόρο, όπου μεταφέρθηκε με την «Καρτερία», στην οποία επέ­βαινε ο Ιωάννης Καποδίστριας και με την συνο­δεία μοίρας πολεμικών πλοίων. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Σπυρίδων Τρικού­πης. Αργότερα το 1861, τα οστά του Άστιγξ μετακομίστηκαν στον ναύσταθμο του Πόρου, όπου και στήθηκε μνημείο προς τιμήν του.

  

Πηγές


  • Κωνσταντίνος Ράδος, «Ο Άστιγξ και το έργον του εν Ελλάδι», Ναυτική Επιθεώρησις, Εν Αθήναις, 1928.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 2ος, Αθήνα, 1930. 
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Φιλέλληνες», τεύχος 277, 17 Μαρτίου 2005.

 

Read Full Post »

Σιώκος Αθανάσιος (Θάνος, 1897-1935)


 

Αθανάσιος Σιώκος

Αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού από το Ναύπλιο [1] και θύμα του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935 [2]. Υπήρξε Αντιπλοίαρχος- Αρχιεπιστολέας και στο χώρο της δολοφονίας του, στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, όπου και κατοικούσε, υπάρχει επιτύμβια πλάκα, στην οποία αναγράφεται το εξής κείμενο: «Νόμοις Πατρίδος Πειθόμενος Ευγενής Ανήρ Τήδε Κείται Πεσών Υψηλόν Παράδειγμα Πασίν Αντιπλοίαρχος Β Ναυτικού ΑΘΑΝΑΣΙΩ Χ ΣΙΩΚΩ ΑΡΧΙΕΠΙΣΤΟΛΕΙ Β ΝΑΥΣΤΑΘΜΟΥ ΠΕΣΟΝΤΙ ΩΔΕ ΤΗ 1ΜΑΡΤΙΟΥ 1935. Οι ενόπλοις Αυτού Συνάδελφοι ΑΝΕΘΗΚΑΝ».

Την ημέρα που εξερράγη το κίνημα ειδοποιήθηκε ότι στασιαστές αξιωματικοί έφθασαν στο Ναύσταθμο για να τον καταλάβουν. Αμέσως έδωσε το σήμα του συναγερμού και με το πιστόλι στο χέρι, έσπευσε στον αστυνομικό σταθμό. Εκεί βρήκε τρεις στασιαστές αξιωματικούς, οι οποίοι τον πυροβόλησαν, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρός από τις σφαίρες τους.

Πήρε μέρος στους Πολέμους 1917-1918 και στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Διετέλεσε συντάκτης της «Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας» του 1930.

Υπήρξε Διοικητής μοίρας αντιτορπιλικών και ανθυποβρυχιακών έργων, ενώ το 1919 έφερε στο Ναύσταθμο κατ΄ εντολή της υπηρεσίας του τα γερμανικά υπερτηλεβόλα ΡΥΡ από το Κίελο, ενώ δίδαξε Πυροβολική στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων της Νορβηγίας. Το 1924, βραβεύθηκε για τη μελέτη του  «Η νήσος Ελιγολάνδη» από την Βασιλική Ναυτική Ακαδημία  της Νορβηγίας και το 1930 βραβεύθηκε  από το  Βασιλικό Ναυτικό της Ελλάδας για  το έργο του «Μαθήματα Εξωτερικής Βλητικής και Πυρίτιδων».

Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις πολλές από τις οποίες είχαν σχέση με το πυροβολικό. Χρημάτισε καθηγητής στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στην έδρα πυροβολικής τα έτη 1921,1923,1931 και 1932.

Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επί του Θωρηκτού «Γεώργιος Αβέρωφ» καθώς και στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επί του Θωρηκτού «Ύδρα» και του αντιτορπιλικού «Ασπίς» και ως κυβερνήτης του τορπιλοβόλου «Αρέθουσα». Επίσης διετέλεσε κυβερνήτης του επίτακτου «Αρχιπέλαγος» και του τορπιλοβόλου «Σμύρνη». Διευθυντής Πυροβολικού του Ναυστάθμου Σαλαμίνας και κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Πάνθηρ» το 1934.

Νυμφεύθηκε την Αγγελική Πεζοπούλου, κόρη του καθηγητή ιατρικής Νικολάου Κ. Πεζόπουλου,  και απέκτησε δύο παιδιά: το Χρήστο Σιώκο, Μάχιμο Αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού μέχρι και το 1948 και στη συνέχεια – μετά από σπουδές στο Στάνφορντ-  ηλεκτρολόγο – μηχανολόγο και Γενικό Διευθυντή της Καναδικής Τηλεόρασης και την Καίτη Λιακοπούλου, Φιλόλογο, σύζυγο του ιατρού  χειρουργού Κεφαλής και Τραχήλου Αντωνίου Λιακόπουλου. 

Απέκτησε τρία εγγόνια  τον Θάνο Σιώκο κάτοικο Καναδά και τους Τάσο και Θάνο Λιακόπουλο κατοίκους Αθηνών. Πατέρας του αείμνηστου ήρωα ήταν ο Χρήστος Σιώκος, δικηγόρος Ναυπλίου και μητέρα του η Αικατερίνη Οικονομοπούλου εκ Συκιάς Κορινθίας. Δρόμοι στην Αθήνα, στην Καλλιθέα και στο Ναύπλιο έχουν το όνομά του.

 

Υποσημειώσεις


[1] Στον ιστότοπο «aetogenia» αναφέρεται  ότι γεννήθηκε στο Κιάτο το 1897 και ήταν Ναυπλιακής καταγωγής.

[2] Οι πολιτικές εξελίξεις του 1935, καθώς και των επόμενων χρόνων, σημαδεύτηκαν από το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, με πρωταγωνιστές από τη μια τους βενιζελικούς αξιωματικούς και από την άλλη την αντιβενιζελική κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη. Το Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 απέβλεπε στην αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας. Πίσω από το στόχο αυτό βρισκόταν η επιθυμία των απότακτων βενιζελικών αξιωματικών να ξαναγυρίσουν στο στράτευμα και να προχωρήσουν σε ριζικές εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων, καθώς και η επιδίωξη των πολιτικών της ίδιας παράταξης να επανέλθουν στην εξουσία.

 

Πηγές


 

Read Full Post »

Τα πυρπολικά – Η πλωτή βόμβα 


 

Την ιδέα της δημιουργίας πλωτών εμπρηστικών βομβών, δηλαδή πυρπολικών, με στόχο τον εμπρησμό εχθρικών πολεμικών πλοίων, φαίνεται ότι πρώτοι την υλοποίησαν στη νεότερη εποχή οι Ολλανδοί, όταν στις αρχές του 17ου αιώνα κατά τη ναυμαχία των Ντάουνς (Downs), στα ανοικτά της Δουνκέρκης, καταναυμάχησαν έναν πολυπληθή αλλά δυσκίνητο ισπανικό στόλο. Έκτοτε και άλλοι ναυτικοί λαοί, όπως οι Άγγλοι, χρησιμοποίησαν πυρπολικά εναντίον εχθρών τους, στις θαλάσσιες πολεμικές τους περιπέτειες. Σε εξαιρετικά επιδέξιους όμως κατασκευαστές και χειριστές του τρομερού αυτού όπλου, εξελίχθη­καν οι Έλληνες ναυτικοί κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης. Τα πυρπολικά του ελληνικού στόλου έγιναν πραγματικά φρικτός εφιάλτης των κυβερνητών των μεγάλων οθωμανικών πλοίων, τα οποία στην ουσία ήταν πλωτά φρούρια.

Πριν από την ελληνική Επανάσταση, οι Ρώσοι, τον Ιούνιο του 1770, με μία τολμηρή και καλά οργανωμένη επιχείρηση πυρπολικών κατάφεραν να κατακάψουν μέσα σε λίγες ώρες τον πολυάριθμο οθωμανικό στόλο, που θέλοντας ν’ αποφύγει το μικρό αλλά εξαιρετικά επιθετικό ρωσικό στόλο, ναυλοχούσε στριμωγμένος στα ήσυχα νερά του Τσεσμέ. Οι Έλληνες ναυτικοί, που υπηρετούσαν τότε στα ρωσικά πλοία, ποτέ δεν ξέχασαν την τρομερή και καταστρεπτική δράση των πυρπολικών. Έτσι αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης κατασκεύασαν τα πρώτα πυρπολικά και πολύ γρήγορα εξελίχθηκαν σε επιδέξιους κατασκευαστές και χειριστές τους.

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821, σχέδιο του Καρλ Κρατσάιζεν.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ορλάνδο, την ιδέα για τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού πυρπολικού στη δυτική Ελλάδα είχε ο Σπετσιώτης θαλασσόλυ­κος Γεώργιος Μυργιαλής, ενώ στην Ανατολή τα πρώτα πυρπολικά δημιούργησε ο Γιάννης Δημουλίτσας, γνωστός με το προσωνύμιο Πατατούκος, σε συνεργασία με το Ρώσο Ιβάν Αφανάσιεβ.

Η ιδέα του Μυργιαλή είχε οικτρή αποτυχία αφού το πυρπολικό που δημιουργήθηκε στον Κορινθιακό κόλπο και οδηγήθηκε από τον Γεώργιο Παξινό κατά των οθωμανικών πλοίων που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της Ναυπάκτου απέτυχε στο σκοπό του και κάηκε άσκοπα, ενώ προηγουμένως βάρκες του οθωμανικού ναυτικού το τράβηξαν μακριά από τα πολεμικά πλοία. Ο άτυχος κυβερνήτης του αιχμαλωτίστηκε από τις ίδιες αυτές βάρκες και φονεύτηκε με φρικτό τρόπο (ανασκολοπίστηκε και στη συνέχεια ρίχτηκε στην πυρά ενώ ήταν ακόμη ζωντανός).

Αντίθετα, τα πυρπολικά του Πατατούκου είχαν καλύτερη τύχη και ένα από αυτά στα τέλη Μαΐου 1821 κατέκαψε στην Ερεσό της Λέσβου ένα μεγάλο οθωμανικό δίκροτο εντυπωσιάζοντας με το απόλυτα καταστρεπτικό του αποτέλεσμα Έλληνες και Οθωμανούς. Έκτοτε, τα πυρπολικά ή «μπουρλό­τα», όπως συνήθιζαν να τα αποκαλούν οι Έλληνες ναυτικοί, μεταβλήθηκαν στο κύριο επιθετικό όπλο του ελληνικού στόλου κατά του αντίστοιχου οθωμανικού.

Τους πλοιάρχους των πυρπολικών τους επέλεγαν οι κοινότητες των Ψαρών, των Σπετσών και της Ύδρας. Αυτοί, δε, συγκροτούσαν τα πληρώματά τους από τους ικανότερους και τολμηρότερους Έλληνες ναυτικούς. Ήταν όλοι τους εθελοντές σ’ αυτήν την εξαιρετικά επικίνδυνη υπηρεσία. Συνολικά οι τολμηροί αυτοί ναυτικοί ήταν λιγότεροι από 500.

Όπως μας πληροφορεί ο ναύαρχος Νικόδημος, πυρπολητής και ο ίδιος, στα πυρπολικά υπήρχε εκούσια πειθαρχία, αλλά και ευταξία και αλληλοσεβασμός. Αποτέλεσμα αυτού του αλληλοσεβασμού ήταν οι πλοίαρχοι να αποκαλούν και να θεωρούν τους άνδρες των πληρωμάτων τους «συντρόφους». Τα πυρπολικά, κατά τις επιθέσεις τους εναντίον εχθρικών πλοίων, ακολουθούσαν πάντα πλοία συνοδείας για τη διάσωση των πληρωμάτων.

Η τακτική των πυρπολητών ήταν απλή. Είτε έκαναν νυχτερινές αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε μεγάλα αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία των Οθωμανών είτε στις ναυμαχίες, με τόλμη και δεξιοτεχνία, έφερναν σε ευνοϊκή θέση σε σχέση με τον εχθρικό στόλο το πυρπολικό τους και στη συνέχεια επέλεγαν το στόχο τους μεταξύ των μεγαλύτερων πολεμικών πλοίων του εχθρού. Με κατάλληλους χειρισμούς και ουριοδρομία προσπαθούσαν να αποφύγουν τα πυρά των αντιπάλων τους και να αγκιστρώσουν γερά το «μπουρλότο» τους πάνω στο πλοίο-θήραμα. Οι Οθωμανοί ναύτες προσπαθούσαν να τους απωθήσουν με καταιγισμό βλημάτων κάθε είδους πυροβόλων όπλων ή με βάρκες που έστελναν εναντίον τους και οι οποίες με γάντζους που έριχναν στο πυρπολικό προσπαθούσαν να το σύρουν με σκοινιά μακριά από το στόχο τους.

Οι ναύτες των πυρπολικών, συνήθως με εξαιρετική ψυχραιμία, αντιμετώπιζαν πάνω στην πλωτή βόμβα τους – που μερικές φορές ονόμαζαν «ηφαίστειο»- αυτές τις επικίνδυνες καταστάσεις και προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους και ν’ απομακρύνουν τις εχθρικές βάρκες με άφθονες βολές από τα τρομπόνια τους, που αποκαλούσαν «τρομπονιές».

 

Ο Κανάρης πυρπολεί τούρκικο πλοίο, λιθογραφία, 1901.

 

Όταν τελικά στερέωναν γερά το πυρπολικό τους πάνω στο εχθρικό πλοίο και το πυροδοτούσαν, τα πληρώματα έφευγαν με τη σκαμπαβία που είχαν δεμένη στα πλευρά του πυρπολικού τους, ακολουθούμεθα μερικές φορές από εχθρικές βάρκες. Συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι πυρπολητές, μέχρι να μπουν κάτω από την προστασία του πλοίου συνοδείας, έδιναν πραγματικές μάχες με τα πληρώματα των εχθρικών πλοιαρίων που τους ακλουθούσαν. Για το λόγο αυτό, οι σκαμπαβίες όχι σπάνια ήταν εξοπλισμένες και με ένα κανόνι.

Όταν οι πυρπολητές πετύχαιναν την αποστολή τους, οι φλόγες από το «μπουρλότο» τύλιγαν το εχθρικό πλοίο, ενώ τα εμπρηστικά βλήματα από τα «βουτσιά» έπεφταν σαν πύρινη βροχή πάνω στα ξάρτια και το κατάστρωμα του. Οι φλόγες από τις «τρούμπες» τύλιγαν το ξύλινο σώμα του πλοίου και οι καπνοί από τα καιγόμενα ξύλα και κάθε είδους αντικείμενα έκοβαν την ανάσα και τύφλωναν τα πληρώματα, τους πεζοναύτες και τους στρατιώτες που επέβαιναν στο πυρπολούμενο πλοίο. Οι εκρήξεις από το «μπουρλότο» αλλά και από τα πυρομαχικά του πλοίου-θηράματος προκαλούσαν τρόμο και στη συνέχεια μέχρι παραφροσύνης πανικό σε όλους τους επιβάτες του. Όταν τελικά οι φλόγες έφταναν στην αποθήκη πυρομαχικών του, ακλουθούσε μια ισχυρότατη έκρηξη και τα πάντα, κατακερματισμένα, τινάζονταν στον αέρα.

 

Κατασκευή

 

Σε πυρπολικά οι Έλληνες μετασκεύαζαν πλοία που αιχμαλώτιζαν και κρατούσαν ως λεία πολέμου, αλλά και παλιά, μικρά, ευέλικτα και ευκολοκυβέρνητα ελληνικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυρίως οι ναυτικές κοινότητες της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών αγόραζαν από τους πλοιοκτήτες τους είτε με χρήματα είτε με ομόλογα.

Η αξία ενός παλιού ιστιοφόρου για τη μετατροπή του σε πυρπολικό κυμαινόταν ανάμεσα σε τριάντα και εκατό χιλιάδες γρόσια. Η προετοιμασία και η μετασκευή ενός πλοίου σε πυρπολικό ήταν πραγματικά επίπονη εργασία που απαιτούσε ειδικές γνώσεις και δεξιοτεχνία.

Άνοιγαν στο κατάστρωμα του πλοίου τετράγωνα ανοίγματα μήκους πλευράς0,65 μ., που ονόμαζαν «ρούμπους». Κάτω από τους «ρούμπους» ετοίμαζαν με σανίδια μέσα στον κοραδούρο ειδικές θήκες που ονόμαζαν «μίνες της φωτιάς» και «μίνες της μπαρού­της».

Στις «μίνες της φωτιάς» τοποθετούσαν μια εξαιρετικά εμπρηστική ύλη αποτελούμενη από θείο, νίτρο και πυρίτιδα. Την ύλη αυτή έπλαθαν σε βόλους δημιουργώντας σφαιρικά εμπρηστικά βλήματα. Πάνω από τους βόλους τοποθετούσαν φρύγανα και άλλα εύφλεκτα υλικά. Στις «μίνες της μπαρούτης» στερέωναν ημιβάρελα που ονόμαζαν «βουτσιά», μέσα στα οποία τοποθετούσαν μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας. Ειδικότερα, γύρω από το πρωραίο κατάρτι άνοιγαν τέσσερις ρούμπους όπου σφήνωναν ισάριθμα βαρέλια με κλίση προς τα εμπρός. Τα βαρέλια αυτά τα γέμιζαν μέχρις ενός σημείου με πυρίτιδα. Στη συνέχεια τοποθετούσαν ένα ξύλινο διάφραγμα και πάνω από το διάφραγμα τοποθετούσαν μερικές δεκάδες ευμεγέθη εμπρηστικά βλήματα.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Αριστερά και δεξιά του πυροβόλου της πλώρης τοποθετούσαν τις «τρούμπες» που αποτελούσαν επινόημα του Πατατούκου. Ήταν οι τρούμπες τμήματα κορμών μεγάλων δέντρων μήκους μεγαλύτερου του ενός μέτρου που έφεραν μέχρι ενός σημείου του μήκους τους κοίλωμα διαμέτρου 12 ως15 εκατοστά. Το κοίλωμα αυτό το γέμιζαν με την ίδια εμπρηστική ύλη με την οποία κατασκεύαζαν τα εμπρηστικά βλήματα και την κατάλληλη στιγμή το πυροδοτούσαν με αποτέλεσμα οι «τρούμπες» να εκτοξεύουν τεράστιες φλόγες.

Τελικά οι φλογοβόλες αυτές συσκευές αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές κατά τον εμπρησμό μεγάλων οθωμανικών πλοίων από τα πυρπολικά. Οι εσωτερικές πλευρές του πυρπολικού αλείφονταν ολόκληρες με θείο, οινόπνευμα και πίσσα, ενώ σε διάφορα σημεία του τοποθετούσαν δέματα φρύγανων και δαδιών, ασκιά με πίσσα, βαρέλια με ρετσίνι και θειάφι, αλλά και δοχεία με οινόπνευμα και νέφτι.

Για την πυροδότηση του πυρπολικού κατασκεύαζαν με καρφιά και σανίδια ένα τετράγωνο λούκι στο υπόστρωμα, το οποίο ξεκινούσε από το ένα πορτέλο της πρύμνης, προχωρούσε μέχρι την πλώρη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της μιας πλευράς του πυρπολικού και στη συνέχεια γύριζε προς την πρύμνη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της άλλης πλευράς του, για να καταλήξει στο άλλο πορτέλο της πρύμνης -αν βέβαια υπήρχε και δεύτερο πορτέλο στην πρύμνη του πυρ­πολικού.

Κάθετα προς το λούκι αυτό κατασκεύαζαν άλλα βραχύτερα λούκια που οδηγούσαν στις μίνες της φωτιάς και εκείνες της μπαρούτης. Όλα αυτά τα λούκια τα γέμιζαν με πυρίτιδα για την πυροδότηση του «μπουρλότου» την κατάλληλη στιγμή. Στα πλαϊνά τοιχώματα του πλοίου άνοιγαν θυρίδες που ονόμαζαν «μπουκαπόρτες» για την κυκλοφορία του αέρα, όταν θα πυροδοτούσαν το πυρπολικό, και την ταχύτερη μετάδοση της φωτιάς. «Μπουκαπόρτες» ονόμαζαν επίσης και τα σκεπάσματα που κάλυπταν τα ανοίγματα των «ρούμπων». Όταν ταξίδευε το πυρπολικό, όλες οι «μπουκα­πόρτες» ήταν κλειστές για να μην επηρεάζονται από τη θαλασσινή υγρασία οι εύφλεκτες ύλες που μετέφερε. Όταν όμως το πυρπολικό βρισκόταν σε επίθεση, όλες οι «μπουκαπόρτες» του ήταν ανοιχτές.

Μέσο διαφυγής του πληρώματος του πυρπολικού αποτελούσε η σκαμπαβία του, την οποία σε περίπτωση επίθεσης εξαρτούσαν από ένα σκοινί που ήταν στερεωμένο σε όλο το μήκος τής μη βαλλόμενης πλευράς του πυρπολικού. Όταν κατάφερναν οι πυρπολητές να προσδέσουν γερά το πυρπολικό τους σ’ ένα από τα εχθρικά πολεμικά πλοία, τότε έφερναν τη σκαμπαβία στην πρύμνη του πυρπολικού τους και έμπαιναν όλοι μέσα σ’ αυτή. Τελευταίος έμπαινε ο πλοίαρχος, ο οποίος με τον πυρσό (μίτζα) ή τη χουλιάρα με τ΄ αναμμένα κάρβουνα πυροδοτούσε την πυρίτιδα που βρισκόταν μέσα στα λούκια. Στη συνέχεια και ενώ το πυρπολικό και ο στόχος του τυλίγονταν στις φλόγες και συγκλονίζονταν από τις εκρήξεις, οι πυρπολητές με δυνατή κωπηλασία απομακρύνονταν με κατεύθυνση προς το πλοίο υποστήριξης του πυρπολικού τους, ναυμαχώντας πολλές φορές με τις εχθρικές βάρκες που με μανία τους καταδίωκαν μέχρι να πλησιάσουν προς το πλοίο προστασίας που τις υποδεχόταν με άφθονες κανονιές.

Νίκος Βασιλάτος

Ιστορικός – συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


  • Αλεξανδρής Κ., Αι ναυτικαί επιχειρήσεις 1821-1824, Ναυτική Επιθεώρησις, 1930.
  • Cohen Jean, Tableau de la Grèce en 1825, Paris 1826.
  • Λαζαρόπουλος I., To πολεμικόν ναυτικόν της Ελλάδος, Ναυτική Επιβεώρησις, 1936.
  • Νικόδημος Κωνσταντίνος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, Αθήνησι 1862.
  • Ορλάνδος Av., Ναυτικά, ήτοι Ιστορία των κατά του υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδος αγώνα πεπραγμένου υπό των τριών ναυτικών νήσων, εν Αθήναις 1869.
  • Rados C. Ν., La marine Grecque pendant la guerre de l’  indépendance, Athènes 1907.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

Read Full Post »

Σαχτούρης Δ. Γεώργιος (1783-1841):ο αντιναύαρχος της Ύδρας


 

Γεώργιος Σαχτούρης

Διακεκριμένος ναυμάχος του Αγώνα του 1821, ο Γεώργιος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 13 Μαΐου 1783, γιος του Δημητρίου Πολύγκαιρου και της Μαρίας Νικολάου Γκίτζα. Η περιπετειώδης νεανική του ηλικία συμπίπτει με την περίοδο της θεαματικής εξέλιξης του νησιού του στον τομέα της ναυτιλίας και του εμπορίου και με τα τεράστια κέρδη που, λόγω του γεγονότος αυτού, συσσωρεύτηκαν στα χέρια των Υδραίων ναυτεμπόρων. Ο πατέρας του, Δημήτρης, εξαίρετος καραβομαραγκός της εποχής, λέγεται ότι έλαβε το προσωνύμιο Σαχτούρης, το οποίο επικράτησε τελικά και ως οικογενειακό επίθετο, από ένα μεγάλο δίστηλο σκαρί 8 τόνων που κατασκεύασε πρώτος στην Ύδρα, μιμούμενος παρόμοια ιστιοφόρα που χρησιμοποιούσαν οι Ιταλοί και που ονόμαζαν σαχτούρια.

Ο Γεώργιος Σαχτούρης από μικρή ηλικία υπηρέτησε σαν τζόβενο (νεαρός μούτσος), για να εξε­λιχθεί αργότερα σε πλοίαρχος. Πολύ νέος παντρεύτηκε την επίσης Υδραία Πανούργια Δημ. Γκιώνη, με την οποία απέκτησε εφτά παιδιά: Μαρία, Δη­μήτριο, Σταμάτιο, Νικόλαο, Μιλτιάδη, Κωνσταντίνο και Θεμιστοκλή.

Το 1819 ο Σαχτούρης είναι ήδη πλοιοκτήτης και καπετάνιος ενός ολοκαίνουργιου βριγαντίνου, της περίφημης «Αθηνάς», που κατασκευάστηκε στο Μαντράκι της Ύδρας. Με το πλοίο του αυτό μεγαλούργησε στον Αγώνα. Λίγες μόνο ημέρες μετά την κήρυξη της Επανάστασης στην Ύδρα, στις 22 Απριλίου 1821, ο Σαχτούρης ακολουθεί τον Γιακουμάκη Τομπάζη, αρχηγό της υδραίικης ναυτικής μοίρας, που μαζί με την ψαριανή και τη Σπετσιώτικη εκπλέουν για την απελευθέρωση της Χίου και της Σάμου.

Γεώργιος Σαχτούρης, Pouqueville, 1840.

Η ατυχούς έκβασης ελληνική αυτή αποστολή αμαυρώθηκε από το τραγικό γεγονός της σύλληψης και λαφυραγωγίας από τα πλοία των Υδραίων Γ. Σαχτούρη και Λ. Πινότση διερχόμενου τουρκικού βρικιού, γεμάτου προσκυνητές και Τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι κατεσφάγησαν με εντολή των δύο πλοιάρχων. Αργότερα η βέβηλη αυτή, διεθνώς κατακριτέα, πράξη θα αποδοθεί από τους υπευθύνους σε κίνηση αντεκδίκησης για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και τη σφαγή των Ελλήνων ναυτών του οθωμανικού στόλου στο Μούρτο, οι περισσότεροι από τους οποί­ους ήσαν Υδραίοι.

Το Φεβρουάριο του 1822 ο Σαχτούρης έλαβε μέρος στη ναυμαχία των Πατρών υπό τις εντολές του Ανδρέα Μιαούλη και λίγο αργότερα συνετέλεσε με τη δράση του στη λύση του αποκλεισμού του Μεσολογγίου από τουρκική μοίρα η οποία αναγκάστηκε να καταφύγει στα Δαρδανέλια.

Η δράση της υδραίικης ναυτικής μοίρας την οποία διηύθυνε συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1823, με ουσιαστικότερη παρουσία του Σαχτούρη από το 1824 και εξής, όπως πλήρως τεκμηριώνεται μέσω του ημερολογίου του πλοίου του «Αθηνά», στο οποίο αναγράφονται και σχολιάζονται από τον ίδιο τα ναυτικά γεγονότα και οι ναυμαχίες εκείνων των χρό­νων.

Ο Γ. Σαχτούρης συμμετείχε στην εκστρατεία της Κάσου (Ιούνιος 1824), ενώ τον ίδιο μήνα, αμέσως μετά την καταστροφή των Ψαρών (21 Ιουνίου 1824), πήρε μέρος στην αναποτελεσματική επιχείρηση για την ανακατάληψη τους.

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

Αποφασιστική υπήρξε και η συμβολή του στη ναυμαχία της Μυκάλης (5 Αυγούστου 1824), ενώ οι πολεμικές του ικανότητες α­ναδείχθηκαν ιδιαίτερα στην περίφημη ναυμαχία του Γέροντα (29 Αυγούστου 1824). Ο Σαχτούρης μαζί με τους Ν. Αποστόλη και Γ. Ανδρούτσο καταναυμαχεί στις 23 Μαΐου 1825 τον τουρκικό στόλο στη ναυμαχία του Καφηρέα και αργότερα συμμετέχει στην εκστρατεία υπέρ του Με­σολογγίου.

 

Γεώργιος Σαχτούρης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η νικηφόρα δράση του συνεχίζεται το 1826 με τη συμμετοχή του στη ναυμαχία της Σάμου και της Μυτιλήνης, καθώς και στις άκαρπες προσπάθειες ανεφοδιασμού των αποκλεισμένων του Μεσολογγίου. Το 1827 συμμετέχει στην τολμηρή επιχείρηση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων υπό τον Κόχραν στην Αλεξάνδρεια για την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου, ενώ στη συνέχεια δρα, και πάλι υπό τον Κόχραν, στις επιχειρήσεις του Βασιλαδίου, έξω από το Μεσολόγγι.

Γεώργιος Σαχτούρης, Grossi, Νέος Αριστοφάνης.

Η νικηφόρα ολοκλήρωση του ελληνικού ναυτικού Αγώνα και η έλευση του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια σήμαναν τη διοικητική αναδιοργάνωση των ναυτικών πραγμάτων. Στο πλαίσιο αυτό ο κυβερνήτης αναθέτει στον Σαχτούρη την αρχηγία της ναυτικής μοίρας των μεσσηνιακών παραλίων με στόχο την παρεμπόδιση ανεφοδιασμού των φρουρίων Μεθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου και αργότερα τον αποκλεισμό της θαλάσσιας περιοχής από τον Αμβρακικό έως την Κρήτη.

Πιστός θεματοφύλακας της πολιτικής Καποδίστρια, ο «…ήπιος Σαχτούρης» – κατά τον Σπετσιώτη ιστορικό Α. Χατζή-Αναργύρου στα «Σπετσιωτικά» του – συγκρούστηκε επανειλημμένα με τους αντιπάλους του Κυβερνήτη. Παρ’ όλ’ αυτά, αναγκασμένος εκ των πραγμάτων, έλαβε μέρος υπό τις εντολές του Α. Μιαούλη στην καταστροφή του ελληνικού στόλου στον Πόρο, τον Ιούλιο του 1831.

Ο Γ. Σαχτούρης διετέλεσε μέλος της Ναυτικής Υπηρεσίας (1830) και της Επιτροπής Ναυτικών Καταλόγων (1833), μαζί με τους Γ. Ανδρούτσο και Α. Ν. Αποστόλη. Στα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πήρε το βαθμό του αντιναυάρχου και τοποθετήθηκε ως διευθυντής του Ναυστάθμου στον Πόρο, όπου υπηρέτησε μέχρι το θάνατό του. Πέθανε στην Ύδρα στις 30 Ιανουαρίου 1841 και ενταφιάσθηκε στο ναό της Υπαπαντής.

 

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Τομπάζης Ιάκωβος ή Γιακουμάκης (1782-1829): ο ναύαρχος της Ύδρας το πρώτο έτος της Επανάστασης


 

Ιάκωβος Τομπάζης, ξυλογραφία, Πανδώρα (1854-1855) σ. 12. «Πανδέκτης», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.

Φιλικός και ναύαρχος της Ύδρας μόνο κατά το πρώτο έτος της Επανάστασης, ο Ιάκωβος ή Γιακου­μάκης Τομπάζης αποτελεί – όπως και ο αδελφός του Μανώλης- σημαντική προσωπικότητα του ναυ­τικού αγώνα του Εικοσιένα. Η οικογένεια Τομπάζη ή Τουμπάζη, από τις αρ­χαιότερες της Ύδρας, εγκαταστάθηκε στο νησί το 1668, προερχόμενη από τα Βουρλά της επαρχίας Σμύρνης. Το αρχικό επίθετο της οικογένειας ήταν Γιακουμάκη και ο τελευταίος που το έφερε (μέχρι το 1816) ήταν ο προεστός Νικόλαος Γιακουμάκης, πατέρας των δύο αδελφών Ιακώβου (1782-1829) και Μανώλη (1784-1831). Το επώνυμο Τουμπάζης προήλθε από ένα είδος πλοίου των αδελφών, που ονομαζόταν τουμπάζι, σύμφωνα με τη γνωστή συνήθεια και άλλων οικογενειών της Ύδρας. Τα δύο αδέλφια έλαβαν τα εγκύκλια γράμματα στην Ύδρα, αλλά από μικρή ηλικία ακολούθησαν το ναυτικό βίο.

Κατά τον Αναστάσιο Γούδα και οι δύο ήταν «λίαν φιλομαθείς, φιλόκαλοι και περίερ­γοι», παρατηρητικοί και προοδευτικοί και «προηγούντο εις πάσας επί το βέλτιον μεταρρυθμίσεις, είτε των υδραϊκών πλοίων είτε του είδους του βίου εί­τε του καλλωπισμού των οικιών και των ενδυμά­των».

Ως χαρακτήρες ήταν διαφορετικοί. Ο μεν Μανώλης (ο οποίος στις 23 Απριλίου 1823 διορίστηκε αρμοστής της Κρήτης) διακρινόταν για τη δραστη­ριότητα και το επιχειρηματικό του πνεύμα, προσό­ντα χάρη στα οποία αποκτήθηκε το μεγαλύτερο μέ­ρος της περιουσίας τους, ενώ ο Ιάκωβος ήταν πρά­ος, υπομονετικός και υπεύθυνος, αλλά δεν διέθετε ηγετικές ικανότητες. Κατά τα πολλά τους ταξίδια και τη συναναστροφή τους με μορφωμένους Ευρω­παίους είχαν γνωρίσει το δυτικό πολιτισμό και έ­χαιραν της εκτιμήσεως πολλών φιλελλήνων, οι ο­ποίοι επισκέπτονταν τότε την Ελλάδα και μάλιστα φιλοξενούνταν στο σπίτι τους. Ο Ιάκωβος επίσης είχε πολύ καλές για την εποχή του γνώσεις στη ναυτική και ναυπηγική τέχνη, όπως διαπιστώνεται από τα χειρόγραφά του.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Ο Ιάκωβος είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από το 1818 και είχε συνεργασία με τους πρωτεργάτες της Επανάστασης, όπως διαπιστώνεται από τη σω­ζόμενη αλληλογραφία του με τους Αλέξανδρο Υψηλάντη, Παναγιώτη Μπόταση, Γρηγόριο Δικαίο – Παπαφλέσσα, Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κ.ά. Από τη στιγμή που στην Ύδρα κηρύχθηκε η Επανάσταση, ο Ιάκωβος -όπως και ο αδελφός του- ένωσε τις δυνάμεις του και διέθεσε τα πλοία της οικογένειας στον κοινό αγώνα. Με απόφαση όλων των Υδραίων πλοιάρχων ορίστηκε αρχηγός του υδραίικου στόλου και στις 28 Απριλίου πάνω στη ναυαρχίδα του «Θεμιστοκλής» ορκίστηκε «εις την ελευθερίαν και εις την μέλλουσαν του Έθνους ανέγερσιν, παρόντων των αξιότιμων καπεταναίων της πατρίδος Ύδρας». Ακολούθησε η επιχείρηση εξέ­γερσης της Χίου, η οποία όμως δεν είχε το αναμε­νόμενο αποτέλεσμα.

Ένα μήνα αργότερα ο ναύαρ­χος Τομπάζης βρισκόταν μαζί με τις μοίρες των άλλων δύο ναυτικών νησιών στο βορειοανατολικό Αιγαίο για να εμποδίσει ενδεχόμενο απόπλου του τουρκικού στόλου από τα Δαρδανέλια. Στις αναμε­τρήσεις αυτές με τα εχθρικά και καθ’ όλα ισχυρότε­ρα πλοία διαπιστώθηκε η αδυναμία των μικρών ελ­ληνικών και τότε -πάλι στη ναυαρχίδα του Το­μπάζη «Θεμιστοκλής»- αποφασίστηκε για πρώτη φορά η χρήση των πυρπολικών, που είχε τα γνωστά θετικά αποτελέσματα. Η επιτυχής επίθεση του Ψαριανού Παπανικολή τη νύχτα της 27ης Μαΐου 1821 στην Ερεσό αποτελεί το πρώτο ναυτικό κατόρθωμα του Αγώνα που ενθάρρυνε τον ενωμένο ελληνικό στόλο τόσο ώστε την επομένη έτρεψε σε φυγή τον έντρομο τουρκικό.

Η εκδικητική μανία των Τούρκων στράφηκε στις Κυδωνίες και στη γνωστή καταστροφή της πόλης τον Ιούνιο, όπου έσπευσε ο Τομπάζης για να σώσει τον άμαχο πληθυσμό της. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου συμμετείχε στη ναυ­τική εκστρατεία διάσωσης της Σάμου, όπου ο οθω­μανικός στόλος επιχείρησε την πολιορκία του επα­ναστατημένου νησιού. Το φθινόπωρο θα συμμετά­σχει στις επιχειρήσεις στα δυτικά παράλια της Πε­λοποννήσου και στον Κορινθιακό κόλπο, ενώ στο εξής την ηγεσία του υδραίικου στόλου θα αναλάβει ο Μιαούλης, με τον οποίο ο Ιάκωβος Τομπάζης εί­χε συγγενικούς δεσμούς, αφού η κόρη του είχε πα­ντρευτεί τον πρωτότοκο γιο του Μιαούλη, τον Δη­μήτρη. Ο Τομπάζης έκτοτε θα συμβάλει με κάθε τρόπο στον Αγώνα, διακρινόμενος για τη νηφαλιότητα, την πραότητα και την ηρεμία του χαρακτήρα του. Απεβίωσε το 1829 στην Ύδρα.

Κωνσταντίνα Αδαμοπούλου – Παύλου

Αννίτα Πρασσά

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

 

Read Full Post »

Περιπέτειες Κρανιδιωτών ναυτικών στη θάλασσα των Κυθήρων (Τέλη 18ου αι.)


 

Στο Τοπικό Αρχείο Κυθήρων σώζονται δέσμες εγγράφων με γενικό τίτλο «Prove di Fortuna e Processi sopra li Naufraggi», οι οποίες ανήκουν χρονικά στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα στην περίοδο 1767-1792 [1]. Πρόκειται για ανέκδοτο υλικό, πλούσιο σε ειδήσεις για τη ναυ­τιλιακή κίνηση στην περιοχή των Κυθήρων. Γενικότερα όμως παρέχει άφθονες πληροφορίες για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί στα ταξίδια τους. Ανάλογα έγγραφα υπάρχουν και σε άλλα αρχεία των βενετο­κρατούμενων εκείνη την περίοδο νησιών, καθώς και στην ίδια τη Βενετία [2]. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά κάθε καπετάνιος ή ιδιοκτήτης πλοίου που ναυάγησε ή έπαθε ζημιές, ήταν υποχρεωμένος μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες να παρουσιασθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του τόπου όπου συνέβη το ατύχη­μα και σε περίπτωση που βρισκόταν στο εξωτερικό, στις προξενικές αρχές, για να αναφέρει τις ζημιές που έπαθε το ίδιο το πλοίο ή το φορτίο του (ναυάγιο, βλάβη, πυρκαγιά), καθώς και τα αίτια που τις προξένησαν (καιρι­κές συνθήκες, πειρατές ή κουρσάροι).

 

Κύθηρα

 

Η «Prova di Fortuna» ονομαζόταν και «Processo sopra il Naufraggio» γιατί η αρμόδια αρχή ήταν υποχρεωμένη να κρατήσει πρακτικά (δικογραφία) για τα αίτια του ατυχήματος βάση ερω­τηματολογίου που έθετε υπόψη του καπετάνιου και των μελών του πληρώμα­τος, κυρίως σε περίπτωση αμφιβολιών. Στα πρακτικά καταγράφονταν ακόμα αναλυτικά το είδος και το βάρος του φορτίου που μετέφερε το πλοίο, όπως επίσης και ο αριθμός των προσώπων που επέβαιναν σε αυτό. Επισυνάπτον­ταν, τέλος, οποιεσδήποτε πληροφορίες που θα διαφώτιζαν την υπόθεση [3]. Αφού ολοκληρωνόταν η παραπάνω διαδικασία, η αρμόδια υπηρεσία του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα ήταν υποχρεωμένη να βοηθήσει το πλήρωμα του πλοίου να συνεχίσει το ταξίδι του, εισπράττοντας βέβαια το ανάλογο χρηματικό ποσό[4].

Από τις «Prove di Fortuna» που σώζονται στο Τοπικό Αρχείο Κυθή­ρων επέλεξα ενδεικτικά τρεις υποθέσεις, τις οποίες θεώρησα αντιπροσωπευ­τικές αλλά και ιστορικά χρήσιμες και ενδιαφέρουσες, γιατί είχαν τρία κοινά σημεία. Πρώτο, τα πλοία που αναφέρονται σε αυτές αναχώρησαν από το ίδιο λιμάνι, τα Χανιά. Δεύτερο, μετέφεραν και τα τρία κατά κύριο λόγο σαπούνι και τρίτο, είχαν καπετάνιους και πλήρωμα από το Κρανίδι. Ας εξετάσουμε λοιπόν αναλυτικά αυτά τα τρία επεισόδια που συνέβησαν στη θάλασσα των Κυθήρων.

Επεισόδιο πρώτο: Μια βάρκα από το Κρανίδι με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μιχάλη του Κωσταντή, μετέφερε 29 κιβώτια σαπούνι και κά­στανα από τα Χανιά στη Σμύρνη. Το εμπόρευμα ανήκε σε Χανιώτη Τούρκο έμπορο. Εκτός από το πλήρωμα το οποίο ήταν συνολικά πέντε ναυτικοί, στο πλοίο επέβαιναν και δύο ταξιδιώτες, ένας Γάλλος ναυτικός και ένας Τούρκος. Η βάρκα ξεκίνησε από τα Χανιά στις 14 Μαρτίου του 1780, αλλά εξαιτίας του δυνατού βορείου ανέμου αναγκάστηκε την επομένη ημέρα να προσορμισθεί στην περιοχή Άγιος Νικόλαος του Αυλέμονα Κυθήρων. Στην προσπάθειά της όμως να εισέλθει στον όρμο έσπασε το τιμόνι. Από το τράνταγμα του φορτίου η βάρκα θα βυθιζόταν, αν δεν την βοηθούσε ένα άλλο βενετικό πλοίο που είχε αράξει πριν από ήμερες στο ίδιο λιμάνι.

Στη συνέχεια το εμπόρευμα της βάρκας φορτώθηκε στο βενετικό πλοίο γιατί εκείνη βυθίστηκε σχεδόν ολόκληρη. Ο καραβοκύρης όμως της βάρκας δεν παρουσιάστηκε εγκαίρως για να συνταχθεί η «Prova di Fortuna» επειδή ισχυριζόταν ότι το εμπόρευμα ήταν κλεμμένο. Με διαταγή όμως του Προ­βλεπτή και Καστελάνου των Κυθήρων Pietro Marcello [5] αποφασίστηκε να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία. Την επομένη ημέρα η βάρκα τραβήχτηκε έξω και εκλέχτηκαν δύο εκτιμητές κατάλληλοι για να υπολογίσουν το εμπό­ρευμά της, το οποίο, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας ανερχόταν σε 450 πιάστρα. Ύστερα από δύο ημέρες, στις 17 Μαρτίου του 1780, η βάρκα απέπλευσε από τα Κύθηρα για να συνεχίσει προφανώς το ταξίδι της [6].

 

Views in the Seven Ionian Islands, Edward Lear, London 1863. The castle of Kythera and Kapsali and the Kytherian peasants. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Επεισόδιο δεύτερο: Το δεύτερο πλοίο ήταν μια σακολέβα [7] από το Κρανίδι, με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μανώλη Φούτα. Το καράβι ξεκίνησε από τα Χανιά στις 30 Δεκεμβρίου 1780 ημέρα Σάββατο με φορτίο 12 κιβώτια σαπούνι, λεμόνια και κάστανα, για λογαριασμό του ίδιου του καραβοκύρη, με προορισμό το Ναύπλιο. Το πλήρωμα αποτελούσαν 8 ναυτικοί και 4 Τούρκοι επιβάτες. Ξημερώνοντας η Κυριακή και αφού είχε αφήσει τα Κύθηρα, το πλοίο προσπαθώντας να περάσει το ακρωτήριο του San Angelo (Μαλέας)[8] έχασε από δυνατό βόρειο άνεμο έναν ναυτικό και τη φελούκα του [9]. Τελικά προσάραξε στην Αγία Πελαγία, collegata per fianco nella sabionera χωρίς σπουδαίες ζημιές. Ακολουθήθηκε και σ’ αυτήν την περίπτωση η προβλεπό­μενη από τους νόμους διαδικασία.

Η αξία των εμπορευμάτων εκτιμήθηκε σε 300 πιάστρα. Όμως σε επιστολή του συνημμένη στην «Prova di Fortuna» στις 21 Μαρτίου ο Βενετός υποπρόξενος (vice console) στα Χανιά, Luca Corner[10], αναφέρει ότι κάποιος Τούρκος από τα Χανιά, ονομαζόμενος Οσμάν Αγάς, συμπλοιοκτήτης του καραβοκύρη Μανώλη Φούτα, ισχυριζό­ταν ότι είχε φορτώσει στο πλοίο σαπούνι, από το οποίο κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων, όταν εκείνο αναγκάστηκε να προσαράξει στα Κύθηρα, εν γνώσει του καραβοκύρη. Έτσι ο υποπρόξενος ζητά από τον Προβλεπτή και Καστελάνο των Κυθήρων, Pietro Marcello να διερευνήσει την υπόθεση με τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί ο Τούρκος έμπορος και για έναν επιπρόσθετο λόγο: οι Τούρκοι ήταν υπεροπτικοί απέναντι στους Βενετούς εμπόρους στο λιμάνι των Χανίων και για την ειρηνική διεξαγωγή του εμπορίου έπρεπε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να τους ενοχλήσει. Στην απάντησή του ο Καστελάνος των Κυθήρων βεβαιώνει ότι από το σαπούνι που μετέφερε ο Κρανιδιώτης καπετάνιος δεν κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων αλλά το σαπούνι δόθηκε σε 50 περίπου πρόσωπα, που χρειάστηκαν για να ανελκύσουν το πλοίο. Έτσι στη δεύτερη επιστολή του στις 24 Μαΐου 1781 ο Βενετός υποπρόξενος παραδέχτηκε ότι ο Τούρκος έλεγε ψέματα και ότι τελικά ο καραβοκύρης δεν σφετερίστηκε τα χρήματα [11].

Επεισόδιο τρίτο: Χρονολογείται δώδεκα περίπου χρόνια αργότερα από τα άλλα δύο, στις 29 Απριλίου 1792. Πρόκειται ξανά για μία σακολέβα από τα Χανιά, ονομαζόμενη Beata Vergine, με τούρκικη σημαία και καπετά­νιο τον Κρανιδιώτη Λουκά Λέκκα. Είχε φορτίο 145 κιβώτια σαπούνι και πλήρωμα επτά ναυτικούς και έναν έμπορο από τα Γιάννενα. Από τις υπο­γραφές του πληρώματος μαθαίνουμε ότι εκτός από τον καραβοκύρη, Κρανι­διώτες ήταν οι τέσσερις από τους επτά ναυτικούς. Το πλοίο ξεκίνησε από τα Χανιά στις 10 Απριλίου με προορισμό την Άρτα. Στη διαδρομή προς τα Κύθηρα, επειδή καταδιωκόταν από μία μαλτέζικη γαλεότα, προσπάθησε να κρυφτεί στα νησάκια Κόφες (σημ. Κοφινίδια), αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί έπεσε επάνω σε ένα άλλο πλοίο, το όποιο σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του πληρώματος θεωρήθηκε πειρατικό, επειδή δεν διακρινόταν η σημαία του.

Ο καραβοκύρης για να αποφύγει τα πυρά του πειρατικού πλοίου αναγ­κάστηκε να αγκυροβολήσει στον όρμο των Μυρτιδιών, πιστεύοντας ότι σ’ αυτό το μέρος θα ήταν ασφαλής. Όμως μετά από ελάχιστη ώρα είδε να τους πλησιάζουν δύο βάρκες αρματωμένες οι οποίες θεώρησε ότι ανήκαν στο πειρατικό πλοίο. Έτσι αναγκάστηκε να εγκατάλειψη το καράβι και να κατέβη στο νησί ο ίδιος και το πλήρωμα έκτος από τον έμπορο, ένα ναυτικό και το μούτσο που παρέμειναν σ’ αυτό. Οι υποτιθέμενοι πειρατές αφού έκοψαν την άγκυρα του πλοίου το οδήγησαν μέχρι το δικό τους, τελικά όμως το εγκατέλειψαν στην τύχη του. Τότε όλοι συνειδητοποίησαν ότι το εχθρικό πλοίο δεν ήταν πειρατικό, όπως αρχικά πίστευαν αλλά γαλλική φρεγάτα, που προφανώς ασκούσε πειρατεία.

Σ’ αυτό το σημείο ο καπετάνιος μαζί με το πλήρωμα (εκτός από τα τρία προαναφερθέντα πρόσωπα) αναχώρησε με τα πόδια για το Καψάλι απ’ όπου θα έπαιρνε βοήθεια για να διασώσει ότι μπορούσε. Όσοι όμως είχαν μείνει μέσα στο πλοίο κατά τη διάρκεια της νύχτας προσπάθησαν να αγκυροβολήσουν, αλλά ο άνεμος δεν τούς το επέ­τρεψε και αναγκάστηκαν να πετάξουν στη θάλασσα 28 κιβώτια σαπούνι. Καθώς είχαν καταστραφεί τα πανιά, το πλοίο αφέθηκε μόνο του στον άνεμο, ο οποίος τους οδήγησε στις ακτές της Κορώνης, όπου παρέμειναν τέσσερις ημέρες. Κατόπιν γύρισαν πίσω στα Κύθηρα και αγκυροβόλησαν στην ακτή που βρίσκεται ανάμεσα στα Μυρτίδια και το Μελιδόνι και εκεί συναντήθη­καν με τον καπετάνιο και το υπόλοιπο πλήρωμα, οι οποίοι είχαν έλθει στο μεταξύ για να περισυλλέξουν την κομμένη άγκυρα. Η ατυχία τους όμως συνεχίστηκε, γιατί κατά την επιστροφή τους στο Καψάλι, απ’ όπου θα προ­μηθεύονταν καινούργια πανιά, έπεσαν επάνω σ’ ένα βράχο, ο οποίος στάθη­κε αιτία ν’ ανοίξει ρωγμή στο πλοίο. Στην περίπτωση αυτή ο Προβλεπτής και Καστελάνος των Κυθήρων, Antonio Dandolo[12], ρώτησε ξεχωριστά όλους τους επιβάτες του πλοίου για να βεβαιωθεί και να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα του ατυχήματος. Από την κατάθεση του εμπόρου έγινε γνωστό ότι είχε ναυλώσει το πλοίο προς 192,2 πιάστρα και είχε επενδύσει στο φορτίο του άλλα 600 πιάστρα [13].

 

A Series of Twelve Views in the Mediterranean Grecian Archipelago Bosphorus and the Black Sea, Cospatrick Baillie Hamilton, London 1857. View of the Kapsali bay ant the castle of Kythera. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Αυτά τα τρία επεισόδια δεν είναι βέβαια μοναδικά, γιατί τέτοιου είδους κινδύνους αντιμετώπιζαν όλοι οι ναυτικοί στα ταξίδια τους επί αιώνες. Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ότι για πρώτη φορά μπορούμε να παρακολουθήσουμε από κοντά το ταξίδι ενός πλοίου όχι στην αρχή του (εξασφάλιση φορτίου, συγκρότηση πληρώματος, επισκευές και ανεφοδιασμός), ούτε στο τέλος του (απολογισμός, κατανομή δηλαδή των κερδών και των ζημιών) [14], αλλά κατά τη διάρκεια της πορείας του. Πληροφορίες γι’ αυτό το στάδιο του ταξιδιού σώζονται κυρίως από περιγραφές ταξιδιωτών και όχι από τους ίδιους τους ναυτικούς [15]. Ένα στοιχείο που χρειάζεται να επισημανθεί είναι ότι τα κύρια αίτια των ατυχημάτων ήταν ο δυνατός άνεμος, αλλά και οι πειρατικές επιδρομές, που συνήθως σημειώνονταν στην περιοχή των Κυθήρων.

Οι συνθήκες ναυ­σιπλοΐας στη θάλασσα της νότιας Πελοποννήσου, κυρίως στο στενό Κυθήρων – Κάβο Μαληά, ήταν δύσκολες σε όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, όπως συνάγεται τόσο από τις αφηγήσεις ταξιδιωτών όσο και από τα πολλά ναυάγια που συνέβαιναν στην περιοχή, εξαιτίας των δυνατών ανέμων και των θαλασσίων ρευμάτων. Παράλληλα ολόκληρη η περιοχή ανάμεσα στη νότια Πελοπόννησο και την Κρήτη αποτελούσε χώρο κατάλληλο για λεία ή επιδρομή των πειρατών και των κουρσάρων, επειδή ήταν υποχρεωτικό πέ­ρασμα για όσα πλοία ταξίδευαν προς τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσο­γείου. Επιπλέον οι πειρατές επιδίωκαν τη σύγκρουση στην συγκεκριμένη περιοχή, επειδή η επιχείρηση, χάρη στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, συνή­θως θα είχε επιτυχία [16].

 

Χάρτης

 

Όμως από τις «Prove di Fortuna» μπορούμε να εξάγουμε και άλλα στοιχεία όπως για τον τύπο, την προέλευση και τη σημαία των πλοίων, την αξία, το είδος και την ποσότητα του φορτίου, τον αριθμό και την καταγωγή των πληρωμάτων και τα λιμάνια, για τα οποία προορίζονταν τα εμπορεύμα­τα. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω επεισόδια, τα τρία πλοία που αναφέρον­ται ήταν μικρού εκτοπίσματος (βάρκα και δύο σακολέβες). Το ένα είχε τούρ­κικη σημαία, ενώ στα άλλα δύο αυτή δεν σημειώνεται. Τα πληρώματά τους αριθμούσαν από 5 έως 8 ναύτες και το βασικό εμπόρευμα που μετέφεραν, εκτός από τα κάστανα και τα λεμόνια, ήταν το σαπούνι, που προερχόταν από τις σαπουνοποιΐες των Χανιών. Η συνολική αξία του φορτίου των πλοίων σε πιάστρα ήταν 400 (μαζί με το πλοίο), 300 και 792,2 αντίστοιχα.

Τόπος αναχωρήσεως και των τριών πλοίων ήταν τα Χανιά. Η εμπορική ανάπτυξη της περιοχής αυτής συνδέεται με τη ραγδαία επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας. Η αύξηση της παραγωγής λαδιού με τη σειρά της δημιούρ­γησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της βιομηχανίας σαπουνιού. Όπως είναι γνωστό στα τέλη του 18ου αι. ανθούσε η σαπουνοποιΐα στην Κρήτη. Μεγάλες ποσότητες σαπουνιού εξάγονταν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στη Χίο, στη Θεσσαλονίκη και στην Αίγυπτο. Ειδικότερα η Κων­σταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη απορροφούσαν το 73% των εξαγωγών του κρητικού σαπουνιού την περίοδο 1782-1788[17].

Τόποι προορισμού των πλοίων ήταν τρία σημαντικά λιμάνια της Ανα­τολικής Μεσογείου αυτή την περίοδο. Είδαμε ότι στη Σμύρνη, που αναφέρε­ται ως τόπος προορισμού στο πρώτο επεισόδιο, έφθαναν μεγάλες ποσότητες κρητικού σαπουνιού και είναι γνωστό ότι ήταν ένα από τα εμπορικότερα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [18]. Η κίνηση επίσης στο λιμάνι του Ναυπλίου, το οποίο αποτελεί τόπο προορισμού στο δεύτερο επεισόδιο, ήταν σταθερή σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Το Ναύπλιο μαζί με το λιμάνι της Πάτρας ήταν από τα σημαντικότερα εξαγωγικά κέντρα σιταριού στην Πελοπόννησο [19]. Στο τρίτο επεισόδιο ως τόπος προορισμού αναφέρεται η Άρτα, η οποία υπήρξε ονομαστή σκάλα διακινήσεως προϊόντων σε ολό­κληρο το 18ο αιώνα. Εξάλλου από το 1702 υπήρχε εκεί γαλλικό προξενείο για να ελέγχει τις ναυτιλιακές δραστηριότητες και να προστατεύει το γαλλι­κό εμπόριο [20].

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Ένα τελευταίο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι η καταγωγή των πληρωμάτων, το Κρανίδι στην προκειμένη περίπτωση. Η καταγωγή σπουδαίων ναυτικών από την περιοχή αυτή της Πελοποννήσου αποτελούσε παράδοση ισάξια με άλλων ναυτικών περιοχών[21]. Δύο μεγάλες οικογένειες εφοπλιστών, του Γκίνη και του Χατζηαναργύρου κατάγονταν από το Κρανί­δι [22]. Είναι γνωστό επίσης ότι οι ναυτικοί του τόπου κατά τον 19ο αι. έχτισαν το ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου [23]. Η δράση των Κρανιδιωτών ναυτικών πρέπει να ενταχθεί στην ευρύτερη ανάπτυξη της ελληνικής ναυτι­λίας που σημειώνεται αυτή την περίοδο. Εξάλλου η αποκατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με τη Βενετία μετά το 1765 έδωσε νέα ώθηση στη ναυτιλιακή κίνηση των λιμανιών τόσο των βενετοκρατούμενων όσο και των τουρκοκρατούμενων περιοχών [24].

 

Αγγελική Πανοπούλου

Ανακοίνωση στο Δ’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990) 

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Τοπικό Αρχείο Κυθήρων, Κατάστιχα Βενετικής Καγκελαρίας, 75 άρ. 20 (477), [στο εξής: Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ.]. Για το Αρχείο Κυθήρων βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Les archives vénitiennes de Cythére. Un fonds historique négli-sé, Byzantinische Forschungen 5 (1977), σσ. 249-252 (= Βενετική παρουσία στα Κύθηρα. Αρχειακές Μαρτυρίες, Αθήνα 1991, αρ. Β’).

[2] Για τις «Prove di Fortuna» που υπάρχουν στο Αρχείο της Κεφαλονιάς, βλ. G. Ζ a c c h é, «Prove di Fortuna»: Una inedite fonte per lo studio della navigazione commerciale nelle acque di Cefalonia nel XVIII secolo, Πρακτικά του E’ Διεθνούς Πανιωνίου Συνεδρίου, τ. 1, Αργοστόλι 1989, σ. 155. Του ίδιου, «Prove di Fortuna», fonti inedite per lo studio dei rischi della navigazione mercantile (XVI-XVIII secolo): il caso di Cefalonia, Studi Vene­ziani 15 (1988), σσ. 253-270, όπου και βιβλιογραφία για ανάλογα έγγραφα που σώζονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. «Prove di Fortuna» σώζονται και στο Κρατικό Αρ­χείο της Ραγούζας (σημ. Dubrovnic). Βλ. J. L u e t i c, «Prove di fortuna», di navi veneziane a Ragusa, Bolletino dell’ Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano 2 (1960), σσ. 215-221.

[3] Zacché, «Prove di Fortuna», Una inedite fonte, ο.π., σσ. 156-157. Για την πρα­κτική της συντάξεως της «Prove di Fortuna», τόσο στις βενετοκρατούμενες περιοχές όσο και στις τουρκοκρατούμενες, βλ. Δ. Γκόφα, Η φόρτωσις επί του καταστρώματος. Ιστορικά. Συμβολή εις την Ιστορίαν του εθιμικού ναυτικού δικαίου της Μεσογείου ιδία δε του ελληνικού, Αθήναι 1965, σσ. 116-117. Ο Γ. Κωνσταντινίδης, Καράβια, καπετάνιοι και συντροφοναύται, 1800-1830, Αθήνα 1954, σ. 54 ορίζει ως εξής την «Prova di Fortuna»: «ήτο πιστοποιητικόν εκδιδόμενον παρά κοινότητος ή άλλης αρχής, προς τον πλοίαρχον σκάφους ναυαγήσαντος ή υποστάντος αβαρίαν ή ζημίας». Η «Prova di For­tuna» ήταν έγγραφο ανάλογο με τη σημερινή «διαμαρτυρία». Βλ. Α. I. Τζαμτζή, Ναυτικοί, καράβια και λιμάνια, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, έκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 119.

[4] Σε κάθε «Prova di Fortuna» αναγράφεται κατάλογος των εξόδων του πλοίου για την ανέλκυσή του και την παραμονή του στο λιμάνι (πληρωμή εργατών, εκτιμητών της αξίας του φορτίου, κ.λπ.). Υπήρχαν μάλιστα σύμφωνα με τα έγγραφα ειδικοί για την ανέλκυση πλοίων, οι recuperadori.

[5] Τα Κύθηρα διοικούσε Προβλεπτής και Καστελάνος (Provveditor e Castellari), βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Επτάνησα, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτι­κή Αθηνών, τ. 10, Αθήνα 1974, σ. 220. Ο Pietro Marcello διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1778-1780 (C. Hopf, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Βερολίνο 1873, σ. 413).

[6] Γ.Α.Κ., T.A.K., δέσμη άρ. 13 [1780]: «Processo per il Naufragio di una barca Cragnidiota a saccoleva del caravochiro Micali di Constantin».

[7] Γι’ αυτό τον τύπο πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σσ. 115 και 140. Βλ. επίσης Σ. Φ. Αργυρού, Η πειρατεία από το 1500 π.Χ. έως το 1860. Ιστορία και Θρύλος, Αθήνα 21963, σ. 172 σημ. 16.

[8] Το ακρωτήριο Μαλέας ονομαζόταν από τους δυτικούς περιηγητές San Angelo, βλ. ΜΕΕ, τ. ΣΤ’, σ. 576 (λ. Μαλέας) και Ε. A r m a ο, In giro per il mar Egeo con Vincenzo Coronelli. Note di Tipologia, Toponomastica e Storia Medievali, dinasti e famiglie italiane in Levante, Φλωρεντία 1951, σ. 325.

[9] Για τον τύπο του πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σ. 157.

[10] Ερρ. Μοάτσου, Το βενετικόν προξενείον Κρήτης επί Τουρκοκρατίας. Ανέκδοτα έγγραφα (1672-1682), Θησαυρίσματα 6 (1969), σσ. 238-243. Βενετός πρόξενος στα Χανιά εγκαθίσταται μετά το 1765, όταν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις της Βενετίας με την Τουρκία. Βλ. σχετικά Γιολάντας Τριανταφυλλίδου- Baladie, Το εμπόριο και η οικονομία της Κρήτης (1669-1795), Ηράκλειο 1988, σ. 73. Στοιχεία για τον υποπρόξενο Luca Corner υπάρχουν και στις δύο παραπάνω μελέτες.

[11] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη άρ. 14 [1780]: «Processo per Naufragio della barca patro-neggiata da Manoli Futa Cragnidioto con carico di sapone alle rive di Santa Pelagia con suporte lettere del vice console Veneto di Canea».

[12] Ο Antonio Dandolo διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1790-1792 (Hopf, ό.π., σ. 413).

[13] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη αρ. 22 [1792]: «Prova di Fortuna del carabochiro Luca Lecca di Giorgachi da Cranidi del sacoleva con bandiera ottomana nominatola Beata Vergine, ut intus».

[14] Β. Κρεμμυδά, Ελληνική Ναυτιλία 1776-1835, τ. 2. Οι Μηχανισμοί, Αθήνα 1986, σσ. 62-63.

[15] Ο.π., σ. 62 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σσ. 81-84.

[16] Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρό­νους της τουρκοκρατίας 1390-1358, Αθήνα 1985, σ. 327 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σ. 86-88.

[17] Τριανταφυλλίδου-Baladié, ο.π., σσ. 133-166, ειδικότερα τη σ. 139. Β. Κρεμμυδά, Οι σαπουνοποιΐες της Κρήτης στο 18ο αιώνα, Αθήνα 1974, σ. 59 και Yo­lande Triantafyllidou, L’ industrie du savon en Crète au XVIII siècle: aspects écono­miques et sociaux, Études Balkaniques 11/4 (1975), σσ. 75-87.

[18] Για τα προϊόντα που εισάγονται και εξάγονται από το λιμάνι της Σμύρνης βλ. Elena Frangakis-Syrett, The commerce ofSmyrna in the Eighteenth Century (1700-1820), Αθήνα 1992, σσ. 189-247.

[19] Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792) (με βάση τα γαλλικά αρχεία), Αθήνα 1972, σσ. 21-25.

[20] Σ. Βορείου (=Σ. Μάξιμου), Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον XVIII αιώνα, Αθήνα 1940, σ. 10 και Γ. Α. Σιορόκα, Το γαλλικό προξενείο της Άρτας (1702-1789), Ιωάννινα 1981, σ. 37-55.

[21] Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, Το Κρανίδι, κομμάτια από την χαμένη ιστορία του, Κόρινθος 1980, σσ. 19-20 και Marina Petronoti, The organization of production and labour at Kranidi (1821-1900), Actes du He Collogue International d’ Histoi­re, Économies Méditerranéennes Équilibres et Intercommunications XHIe-XIXe siècles, τ. 2, Αθήνα 1986, σσ. 266-267 και σσ. 273-274.

[22] Β. Κρεμμυδά, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, τ. Α’ Χατζηπαναγιώτης – Πολίτης, Αθήνα 1973, σ. 143 σημ. 1 και σ. 144 σημ. 5.

[23] (Ντιάνας Αντωνακάτου – Τ. Μαύρου), Αργολίδος περιήγησις, Έκδοσις Νομού Αργολίδος 1973, σ. 144-145 και Καρανικόλα, ο.π., σ. 43 – 45.

[24] Γ. Λεονταρίτη, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων 1981, σσ. 37-52. (Πρώτη δημοσίευση στον τόμο Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 29 – 42).

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.   

  

Read Full Post »

Older Posts »