Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχιτεκτονική’

Τα ανάκτορα του Όθωνα –  Νίκος Βατόπουλος, Δημοσιογράφος στην «Καθημερινή» – Συγγραφέας


 

Τα πρώτα ανάκτορα στο έδαφος του νέου ελληνικού βασιλείου έφεραν εξαρχής ευδιάκριτο συμβολισμό. Ως το πιο μεγάλο, με διαφορά, και επιβλητικό κτίριο της Αθήνας, τα ανάκτορα του Όθωνα σηματοδότησαν τη ρήξη με το προνεωτερικό οθωμανικό παρελθόν με τρόπο απόλυτο και ευκρινή. Η δε, τελική, χωροθέτησή τους στην κορυφή της τότε πλατείας Μουσών και αργότερα Συντάγματος δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τη μορφή της εξουσίας αλλά και τη νέα γεωγραφία της πόλης.

 

Η επιλογή της θέσης των ανακτόρων

 

Η παλιά Αθήνα, συστάδες οικιών, καταστημάτων και εκκλησιών από την Ερμού και κάτω, προς την Πλάκα, το Μοναστηράκι, του Ψυρρή και την οδό Αθηνάς, ήταν η πόλη που συνέχιζε πάνω σε έναν οικείο, λίγο-πολύ, καμβά δρόμων και λειτουργιών. Τα νέα σπίτια, τα νέα μαγαζιά, οι διανοίξεις των νέων δρόμων εκσυγχρόνιζαν σταδιακά και επεξέτειναν τον παλαιό ιστό. Παράγωνα οικόπεδα, απουσία υποδομών, παράγκες και αρχοντικά, ελεύθερα ζώα, μικροπωλητές, μια ατμόσφαιρα πολίχνης.

Αλλά από την πλατεία Μουσών και πάνω, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Άλλωστε, οι φιλοδοξίες για τη νέα πρωτεύουσα ήταν η δημιουργία ενός παντελώς καινοτόμου αστικού κέντρου, που θα καθρέφτιζε τον προσανατολισμό του νεαρού βασιλείου με κατεύθυνση τις αξίες και τις πρακτικές του προηγμένου κόσμου της δεκαετίας του 1830 (που συμβολικά ταυτίζεται με τις απαρχές της Νεωτερικής εποχής και την εμπέδωση μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων μετά τον Ναπολέοντα).

Σε μια νοητή γραμμή, τα ανάκτορα του Όθωνος συναντούσαν την Πύλη του Αδριανού, ένα προγενέστερο όριο της ρωμαϊκής Αθήνας, που συνέδεε αλλά και αντιπαρέθετε τη νέα με την παλιά πόλη.

Απέναντι στα μνημεία της κλασικής Αθήνας, της πόλης του Θησέα, η Αθήνα του Αδριανού με τα δημόσια έργα και τις ρωμαϊκές επαύλεις στο παριλίσσιο τοπίο έδινε άνοιγμα στις νεωτερικές ιδέες περί αστικής ζωής στον 2ο αι. μ.Χ. Με τον ίδιο τρόπο, η νέα Αθήνα του Όθωνα αντίκριζε την παλιά πόλη. Οι διορατικοί μπορούσαν να φανταστούν τα χρόνια που έμελλε να έρθουν.

 

Τα βασιλικά ανάκτορα (Κτίριο της Βουλής). Δημοσιεύθηκε στο «The Illustrated London News», 8 Ιουλίου 1843.

 

Η επιλογή της κορυφής της πλατείας Μουσών, σε ύψωμα, για την ανέγερση των ανακτόρων ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς αβέβαιων και αμήχανων επιλογών από το 1833 έως το 1835.

Από τον Κλεάνθη και τον Σάουμπερτ, οι οποίοι είχαν αρχικά προτείνει τον χώρο της μετέπειτα πλατείας Ομονοίας, έως τον Λέο φον Κλέντσε, που είχε κινηθεί προς τον Κεραμεικό, τα ανάκτορα περιφέρονταν ως ιδέα αλλά και ως μορφή.

Ο μεγάλος αρχιτέκτων του γερμανικού κλασικισμού Καρλ Σίνκελ είχε προτείνει την ανέγερση των ανακτόρων στην Ακρόπολη, σαν μια ακροβασία αρχιτεκτονικής σκηνογραφίας. Όμως όπως εν τέλει αποδείχθηκε, στην περίπτωση των Αθηνών χρειαζόταν μια σωστή δοσολογία ιδεαλισμού και πραγματισμού. Οι αλλαγές των αποφάσεων για τη χωροθέτηση των ανακτόρων ενισχύονταν από διαρκείς φημολογίες και είχαν παρασύρει κάποιους αστούς να αγοράσουν γη πλησίον της μετέπειτα πλατείας Ομονοίας, εκεί όπου σήμερα είναι η οδός Πειραιώς και η πλατεία Κουμουνδούρου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833 – Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής – Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά


 

Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε Διοικητικό κέντρο, και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, η συνθηκολόγηση των Τούρκων, που κατέληξε στην αποχώρηση τους, το είχε μετατρέψει σε ασφαλές καταφύγιο.[1] Στοιχεία προσδιοριστικά της οικιστικής του φυσιογνωμίας μας προσφέρουν οι ξένοι ταξιδιώτες που το επισκέφθηκαν και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής.

Οι περιγραφές που ακολουθούν περιορίζονται στο Ναύπλιο, χωρίς αναφορά ή σύγκριση με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, οι όποιες βρίσκονταν στην ίδια η σε χειρότερη κατάσταση, και το παρουσιάζουν σαν μια πόλη με μέτρια κτίσματα, σοκάκια, χαλάσματα και ρυπαρότητα. Το 1823, ο συνοδοιπόρος του λόρδου Byron, M. Schilizzi, περιγράφει το Ναύπλιο[2] σαν «μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη[3] και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρο. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα».

 

Η περιοχή της Χουρμαδιάς του Ναυπλίου και το Μπούρτζι, 1841. Ακουαρέλα σε χαρτί, έργο του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονιρότ (Pierre Bonirote, 1811-1891).

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντάει «παντού τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[4] Το 1827 ο Ν. Δραγούμης επισημαίνει ότι το Ναύπλιο «πόλις όλως τουρκική τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και παντί αρρύθμους».[5]

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Το 1833 τέλος, όταν φθάνει ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία, παρά τα μέτρα που εφάρμοσε ο Καποδίστριας, η κατάσταση του Ναυπλίου δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, όπως φαίνεται από την περιγραφή που δίνει ο Maurer: «λιθόστρωμα η πόλις δεν είχε. Δρομάκια στενά, απ’ όπου αμάξι δεν χωρούσε να περάσει. Η  κεντρική πλατεία, η πλατεία των Πλατανιών, γεμάτη πέτρες και χώματα από τα γκρεμισμένα σπίτια»… «Η τάφρος γύρω από τα τείχη είχε μεταβληθεί σ’ ένα έλος με απαίσιες αναθυμιάσεις, κι ωστόσο κατοικούσαν εκεί μέσα άνθρωποι μαζί με γουρούνια»[6].

Διαφορετική είναι η περιγραφή του Άγγλου κληρικού Waddinghton, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1823-24.[7] Αυτός αποφεύγοντας τις επιμέρους περιγραφές, επισημαίνει τα πλεονεκτήματα εκείνα που θα επέτρεπαν την οικιστική βελτίωση της πόλεως. Κατά τη γνώμη του, το Ναύπλιο ήταν α) η πιο καλοχτισμένη πόλη της Ελλάδας, δεδομένου ότι κατοικήθηκε αποκλειστικά από Τούρκους και β) είχε υποστεί τις λιγότερες καταστροφές από τον πόλεμο, διατηρώντας το μεγαλύτερο τμήμα της σε καλή κατάσταση. Βέβαια τα πλεονεκτήματα αυτά είναι σχετικά και σε σχέση με την κατάσταση των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων, προς τις όποιες συγκρινόμενο το Ναύπλιο, είχε τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το ρωμαϊκό ωδείο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου


 

Στο νότιο τμήμα του Ασκληπιείου της Επιδαύρου βρίσκεται το συγκρότημα του Τελετουργικού Εστιατορίου («Γυμνασίου») που απαρτίζεται από το κυρίως κτήριο του Τελετουργικού Εστιατορίου, το μνημειώδες Πρόπυλό του – που στους ρωμαϊκούς χρόνους μετατράπηκε σε ναό της Υγείας – και το ρωμαϊκό ωδείο. Θεωρείται πολύ πιθανό πως στο Εστιατόριο πραγματοποιούνταν τελετουργικά γεύματα κατά τις εορτές του Ασκληπιού, στα οποία, σύμφωνα με τις λατρευτικές δοξασίες, συμμετείχε ο θεός για να δώσει δύναμη και υγεία στους πιστούς.

 

Το συγκρότημα του Τελετουργικού Εστιατορίου από νότια. Φωτογραφία: Διάζωμα.

 

Το ρωμαϊκό ωδείο σε σχέση με το τελετουργικό εστιατόριο. Φωτογραφία: Διάζωμα.

 

Το Τελετουργικό Εστιατόριο (τέλη 4ου ή αρχές 3ου π.Χ. αιώνα) αποτελείτο από μια εσωτερική περίστυλη αυλή με δωρική κιονοστοιχία, γύρω από την οποία ήταν διατεταγμένες αίθουσες διαφόρων μεγεθών. Στα τέλη του 2ου ή στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα, κατασκευάστηκε ένα ωδείο εντός της περίστυλης αυλής. Λόγοι οικονομίας (υλικού και εργασίας) οδήγησαν στην επιλογή αυτής της θέσης: το ωδείο ενσωμάτωσε στην τοιχοποιία του ολόκληρη τη βόρεια, τη δυτική και τμήματα της ανατολικής κιονοστοιχίας της αυλής, καθώς και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη του αρχικού κτιρίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ένα μνημείο για την Μπετίνα – Όπως το σχεδίασε ο Σταμάτης Κλεάνθης. Όλγα Φουντουλάκη, Δρ Ιστορίας Αρχιτεκτονικής


 

Το ταφικό μνημείο για τη νεαρή Bettina von Savigny-Σχινά (1805-1835) σχεδιάστηκε αρχικά από τον Σταμάτη Κλεάνθη, εκτελέστηκε όμως με παραλλαγές και σήμερα βρίσκεται στο A’ Νεκροταφείο Αθηνών. Εκείνο το πρώτο σχέδιο του μνημείου, ένα από τα ελάχιστα που φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του αρχιτέκτονα, αλλά και την ιστορία της Μπετίνα, που μόλις ένα χρόνο έζησε στην Ελλάδα, παρουσιάζουμε εδώ.

 

Η Bettina von Savigny σε ηλικία περίπου 15 χρόνων. Σκίτσο από το τετράδιο σχεδίων που κατείχε η ίδια. Σώζεται στην Πανεπιστημιακή και Κρατική Βιβλιοθήκη της γερμανικής πόλης Münster.

Η Bettina von Savigny-Σχινά ήταν κόρη του διαπρεπούς Γερμανού νομομα­θούς και συνιδρυτή της «Ιστορικής Σχο­λής» Νομικών Σπουδών Friedrich Carl von Savigny (Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινύ, 1779-1861). Παντρεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου 1834 τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857), ιστορικό και πολιτικό από το φανάρι της Κωνσταντινούπολης, που διετέλεσε υπουργός στην πρώτη αντιβασιλεία του Όθωνα, αργότερα έγι­νε πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και προς το τέλος της ζωής του υπηρέτησε την πατρίδα του ως πρέσβης στο Μόναχο, τη Βιέννη και το Βερολίνο (1849-1854). Η Μπετίνα ήρθε στην Ελ­λάδα το 1834, πέθανε όμως μέσα σε ένα χρόνο και τάφηκε στην Αθήνα. Ο Σταμάτης Κλεάνθης ετοίμασε ένα σχέδιο για το ταφικό της μνημείο. Το μνημείο, που παρουσιάζει διαφορές από το αρχικό σχέδιο, βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Το σχέδιο του Κλεάνθη για το μνημείο της Μπετίνα δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

 

Η ιστορία της Bettina von Savigny-Σχινά

 

Η Elisabeth (Bettina)[1] von Savigny γεννήθηκε στο Παρίσι το 1805. Ήταν η μοναδική κόρη του Friedrich Carl von Savigny. Στον φιλικό και συγγενικό κύ­κλο του von Savigny απαντούν διάσημα ονόματα της εποχής εκείνης, όπως του συγγραφέα Clemens Brentano και του ποιητή Ludwig Tieck, του αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel, του ιστορικού Leopold von Ranke των αδελφών Humboldt, οι οποίοι ήταν συχνοί επισκέ­πτες στο σπίτι του στο Βερολίνο. Έτσι γνωρίστηκε η Bettina, τότε 19 χρόνων, με τον Κωνσταντίνο Σχινά,[2] που ήταν μαθητής του πατέρα της και ερχόταν στο σπίτι τους. Ο Σχινάς ήρθε στην Ελλάδα το 1828. Επί Καποδίστρια διορίστηκε πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών και τον Οκτώβριο 1833 υπουργός Δικαιοσύ­νης, ως έμπιστος του Ludwig von Mau­rer, μέλους της Αντιβασιλείας.

 

Friedrich Carl von Savigny, έργο του Γερμανού ζωγράφου Franz Krüge, 1855. Η λιθογραφία που παρουσιάζουμε εδώ είναι του Paul Rohrbach, 1862.

 

Όντας υπουργός παντρεύτηκε την Bettina von Savigny στην Αγκόνα της Ιταλίας στις 27 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1834 σύμφω­να με το ορθόδοξο τυπικό στο σπίτι του Έλληνα πρόξενου Δημήτρη Δουρούπη.[3] Έτσι η Μπετίνα εγκατέλειψε το Βερολί­νο για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα με τον άνδρα που γνώρισε και αγάπησε στην πρωσική πρωτεύουσα.

Ο Σχινάς και η γυναίκα του εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Ναύπλιο. Όταν επήλθε ανοιχτή ρήξη στους κόλπους της Αντιβασιλείας και ο Maurer ανακλήθηκε, ο Σχινάς απολύθηκε από την κυβέρνηση και κατέβαλε προσπάθειες να επαναδιοριστεί. Στα τέλη Μαρτίου 1835, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους στην Αθήνα, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε εκεί και προσπάθησε να οργανώσει τη ζωή και το σπίτι του στη νέα πόλη.

 

Κωνσταντίνος Σχινάς, λιθογραφία, 1853.

 

Αρχικά σκέφτονταν να κτίσουν δικό τους σπίτι στην Αθήνα. Μαζί με τους Σταμάτη Κλεάνθη, Georg Christian Gropius και Karl Wilhelm von Heideek, γύριζαν την πόλη επί τρεις ημέρες με το πολεοδομικό σχέδιο στο χέρι για να βρουν κατάλληλο οικόπεδο.[4] Ύστερα όμως η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε και η οικογένεια Σχινά ενδιαφερόταν μόνο να αγοράσει ένα έτοιμο σπίτι ή να νοικιάσει μια κατάλληλη οικία, γιατί αυτή στην οποία διέμεναν ήταν μακριά από την πόλη.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πιτίδης Νίκος (1927-1995)


 

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός Νίκος Πιτίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1927. Ακολούθησε τους γονείς του, τη δασκάλα Ελένη και το φιλόλογο – αρχαιολόγο Μιχάλη, στο Άργος, όπου κι εγκαταστάθηκε μόνιμα. Ο πατέρας του διετέλεσε Έφορος Αρχαιοτήτων Ανατολικής Πελοποννήσου με πλούσιο ανασκαφικό έργο στην Αργολίδα. Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά στη μελέτη του «Τζαμιού του Άργους» («Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος»  ή και «Βασιλικόν Νοσοκομείον»), το οποίο κατόρθωσε ν’ ανακηρυχτεί, το 1938, ιστορικό διατηρητέο μνημείο.

Ο αρχιτέκτονας μηχανικός Νίκος Πιτίδης.

Ο Νίκος έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και τραυματίστηκε στο θώρακα, στη διάρκεια μάχης του ΕΛΑΣ κατά των Γερμανών. Αποφοίτησε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπου διετέλεσε βοηθός του καθηγητή Αναστασίου Ορλάνδου. Στα χρόνια του Εμφυλίου φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Γιάρο, στον Αϊ Στράτη, στη Μακρόνησο και στην Ακροναυπλία. Αποφυλακίστηκε οριστικά το 1958 και εργάστηκε στην Αργολίδα. Παντρεύτηκε τη Στάσα (Αναστασία) η οποία υπήρξε γι’ αυτόν ουσιαστικό στήριγμα στη ζωή και στο έργο του. Απέκτησε δύο παιδιά το Μιχάλη και τη Λέλα.

Με μεγάλες δυσκολίες δημιούργησε ένα επίγειο παράδεισο στο Γιαλάσι της Παλιάς Επιδαύρου. Γι’ αυτό του το έργο τιμήθηκε από το Δήμαρχο Επιδαύρου (Α. Λιμνιάτη) και το Νομάρχη Αργολίδας (Α. Σαλεσιώτη) ως «αναμορφωτής του Γιαλασιού», του οποίου η κεντρική οδός ονομάστηκε «Οδός Νικολάου Πιτίδη». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Διεπιστημονικές προσεγγίσεις – Αποκατάσταση και Ανάδειξη ναϊδρίου Αγίων Θεοδώρων Ναυπλίου


 

Ο Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης Ναυπλίου, το τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και ο Δήμος Ναυπλιέων οργανώνουν ημερίδα με τίτλο «Αποκατάσταση και Ανάδειξη ναϊδρίου Αγίων Θεοδώρων Ναυπλίου – Διεπιστημονικές προσεγγίσεις», την Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022 στο Βουλευτικό Ναυπλίου (16:00-21:00).

Σκοπός της ημερίδας είναι η ενημέρωση, η ανταλλαγή τεκμηριωμένων απόψεων, η αλληλεπίδραση μεταξύ διαφορετικών ειδικοτήτων επιστημόνων και της τοπικής κοινωνίας σε επίκαιρα θέματα αποκατάστασης και ανάδειξης με επίκεντρο το συγκεκριμένο έργο.

 

Το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, πριν το 1960, όταν η περιοχή ήταν ανοικοδόμητη.

 

Ο ναός των Αγίων Θεοδώρων βρίσκεται βόρεια της νέας πόλης του Ναυπλίου, στην περιοχή «Νέο Βυζάντιο» ή «Κιουλτεπέ», πλησίον της κεντρικής οδού Ναυπλίου- Άργους, στην οδό Καλαμάτας. Πρόκειται για μικρών διαστάσεων μονόχωρο, δρομικό ναό με δίρριχτη κερμοσκεπή στέγη και ημικυκλική αψίδα ιερού. Το ναΐδριο δεν είναι κηρυγμένο μνημείο, όμως αποτελεί σημαντικό ιστορικό τεκμήριο της νεότερης ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου αλλά και της Ελλάδας γενικότερα δεδομένου ότι τεκμηριωμένα συνδέεται με έναν από τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821, τον Θ. Κολοκοτρώνη, επομένως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη συλλογική ιστορική μνήμη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα Τελωνεία του Ναυπλίου και η διαχρονική τους εξέλιξη – Χρήστος Πιτερός


 

Το παλιό τελωνείο (περιβάλλεται από τους δρόμους Μπουμπουλίνας, Μπλέσση και Όθωνος) διαστάσεων 25×15 μ. είναι ένα βαρύ ισόγειο κτίριο, με την κύρια πρόσοψη προς βορράν, με εμφανή συμμετρία με μία κεντρική, τριπλή, καμαρωτή στοά με ισχυρούς πεσσούς 1,40×0,70 μ., που απηχεί την Ενετική Αποθήκη του Στόλου (1713) αλλά και με εμφανή νεοκλασικά χαρακτηριστικά. Η στοά και τα θυρώματα, πόρτες και παράθυρα αλλά και η απόληξη της οροφής έχουν κατασκευασθεί από πωρολίθους. Το κτίριο φέρει ανοίγματα στις τρεις πλευρές, την κύρια βόρεια, τη δυτική με την κεντρική πόρτα που έχει μετατραπεί σε παράθυρο και δύο εκατέρωθεν συμμετρικά παράθυρα, καθώς και από τη νότια μακρά πλευρά με μία μεγάλη πόρτα και παράθυρα (εικ. 1,2,3).

 

Εικ. 1. Βόρεια κύρια πρόσοψη τελωνείου.

 

Εικ. 2. Δυτική πλευρά τελωνείου.

 

Εικ. 3. Νότια πλευρά τελωνείου.

 

Πάνω από τη δυτική πλευρά υπάρχει επιμήκης κορνίζα, όπου παλιότερα έφερε την επιγραφή: «Τελωνείο-Douane» (=τελωνείο).  Για το μνημείο αυτό έχουν εκφρασθεί διάφορες υποθετικές απόψεις, ενώ ο αρχιτέκτονας του κτιρίου λανθάνει.  Η άποψη ότι στο κτίριο αυτό λειτούργησε το πρώτο τελωνείο το 1832, όπως αναγράφεται σε αναρτημένη πινακίδα στην είσοδο του κτιρίου είναι εσφαλμένη.

 

Το λιμάνι και το παλιό Τελωνείο Ναυπλίου στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, περ. 1915.

 

Η Σ. Καρούζου[1] κάνει διεξοδική αναφορά για το τελωνείο με τα νεοκλασικά χαρακτηριστικά χωρίς τεκμηρίωση, όπως επισημαίνει, και μόνο για συναισθηματικούς λόγους συσχετίζει το κτίριο με τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, συγκρίνοντας την κύρια πρόσοψη με το γνωστό έργο του, το Παλάτι της Δουκίσης Πλακεντίας (Βυζαντινό Μουσείο). Την άποψη της Σ. Καρούζου για τον Στ. Κλεάνθη επανέλαβε η καθηγήτρια Μ. Καρδαμίτση[2] στην σχετική ανακοίνωσή της το 2012 στο συμπόσιο για τη Ναυπλιακή Επανάσταση. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Fichti Art – Πολιτιστικά και εκπαιδευτικά δρώμενα. Φίχτια, Μυκήνες 29,30,31 Ιουλίου, 1 Αυγούστου 2022


 

Το Fichti Art είναι ένας νέος πολιτιστικός θεσμός που ξεκίνησε το 2021 από μία πολυεθνική δημιουργική ομάδα καλλιτεχνών και πολιτιστικών ακτιβιστών με έδρα τα Φίχτια Αργολίδας, για να προσφέρει χώρο και χρόνο έκφρασης τόσο σε καλλιτέχνες διεθνούς αναγνώρισης όσο και σε τοπικές δημιουργικές δυνάμεις, με μία κεντρική κάθε φορά δράση, σε συνομιλία με το περιβάλλον και την ιστορία της περιοχής των Φιχτίων – Μυκηνών, με ελεύθερη συμμετοχή του κοινού.

Το Ficthi Art 2022 έχει ως κεντρική ιδέα την αξιοποίηση και την «επανάχρηση»  μέσω εικαστικών, μουσικών, παραστατικών και αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων ορισμένων εμβληματικών εγκαταλειμμένων χώρων ή χώρων που προορίζονται για άλλη χρήση της περιοχής των Φιχτίων και των Μυκηνών.

 

Fichti Art 2022 – Πολιτιστικά και εκπαιδευτικά δρώμενα

 

Η φετινή διοργάνωση δίνει έμφαση στον κλασικό, παραδοσιακό και σύγχρονο πολιτισμό της Μεσογείου, που αναδεικνύεται μέσα από ήχους και εικόνες και συνδέει καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, εικαστικούς και ερμηνευτές.

Το Ficthi Art 2022 είναι αφιερωμένο στον πρόσφατα χαμένο μουσικό και φίλο Γιάννη Νόνη έναν καλλιτέχνη και δάσκαλο που έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του στα πολιτιστικά δρώμενα της περιοχής κι όχι μόνο και που συνετέλεσε στη φετινή διοργάνωση με τον ενθουσιασμό και τις γνώσεις του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χάνσεν Χριστιανός (Christian Hansen, 1803-1883)


 

Χάνσεν Χριστιανός (Christian Hansen, 1803-1883)

Ο Δανός Χριστιανός Χάνσεν σπούδασε στην Αρχιτεκτονική Σχολή της Ακαδημίας Κα­λών Τεχνών της Κοπεγχάγης. Το 1829, έπειτα από διαγωνισμό, κέρδισε μια υπο­τροφία, η οποία του παρείχε τη δυνατότητα να επισκεφτεί καλλιτεχνικά κέντρα της Γερμανίας και της Ιταλίας. Το 1831 έφτασε στη Ρώμη και αφιέρωσε δύο χρόνια στη μελέτη της αρχαίας ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής.

Το 1833, μετά από αίτηση προς την Ακαδημία Καλών Τεχνών, η υποτροφία του παρατάθηκε για λίγους μήνες με σκοπό να εκπληρώσει τη μεγάλη του επιθυμία, να επισκεφθεί την Ελλάδα αναζητώντας την τέχνη στο λίκνο της. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η νεοκλασική οικία Δημητρίου Τσώκρη στο Άργος – Χρήστος Ι. Πιτερός


 

Τσώκρης Δημήτριος (1796-1875)

Ο Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875) υπήρξε κορυφαία στρατιωτική φυσιογνωμία του Άργους, καπετάνιος, στρατηγός κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και βουλευτής με συνεχή ενεργό δράση κατά τον 19ο αι.[1] Η μοναδική νεοκλασική μνημειακή οικία Δ. Τσώκρη (Εικόνες 1, 2), η παλαιότερη της πόλης, είναι κτισμένη στα δυτικά του Άργους (Ο.Τ. 87), στο Λιέπουρ μαχαλά, μέσα σε κήπο που δεν σώζεται, στη διασταύρωση των οδών Καραντζά αρ. 6 και Ηρακλέους, που αποτελούσε την κύρια οδό επικοινωνίας Κορίνθου, Άργους, Τριπολιτσάς κατά την Τουρκοκρατία.[2] Ο Λιέπουρ μαχαλέ(ας) ήταν η μεγαλύτερη συνοικία του Άργους, γνωστή και ως Αρβανιτιά. Μέχρι πρόσφατα ήταν γνωστός ως μαχαλάς «των λαγωών» από την αλβανική λέξη λιέπουρ, που σημαίνει το λαγό, διότι κατά μίαν υποθετική άποψη στον μαχαλά αυτό κατέβαιναν τη νύχτα οι λαγοί από τον γειτονικό λόφο του Προφήτη Ηλία.[3] Ωστόσο ο συνοικισμός Λιέπουρ μαχαλάς έλαβε το όνομα το πιθανότερο από τον αρχηγό Λιέπουρ της ισχυρότερης φάρας των Αλβανών, που κατοικούσαν στην περιοχή[4] αυτή από το 1770.

 

Εικόνα 1. Γενική άποψη οικίας Δ. Τσώκρη (1930) από νότια. Εικόνα 2. Γενική άποψη οικίας Δ. Τσώκρη, υπάρχουσα κατάσταση από νοτιοανατολικά. Εικόνα 3. Κατόψεις ισογείου 1 και ορόφου 2, κατά Π. Ξηνταρόπουλο.

 

Ο άμεσος περιβάλλων χώρος της οικίας Δ. Τσώκρη με το σωζόμενο χαρακτηριστικό μανδρότοιχο και την χαρακτηριστική υστερονεοκλασική μνημειακή αυλόπορτα στη νότια κύρια πρόσοψη έχει οικοπεδοποιηθεί και ανοικοδομηθεί με διώροφες κατοικίες από σκυρόδεμα, που περικλείουν ασφυκτικά την νεοκλασική οικία (Χάρτης 1). Ιδιαίτερα η νοτιοδυτική μεγάλη διώροφη οικία (Εικόνα 2) κτισμένη σε απόσταση μόλις 2,27 μ. (Χάρτης 1) έχει βάναυσα κακοποιήσει το λαμπρό νεοκλασικό κτίριο και αποκρύπτει πλήρως την όψη της δυτικής κύριας πτέρυγας της οικίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »