Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831) – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier


 

Κυκλοφόρησε η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», μια έκδοση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», έρχεται να πιστοποιήσει τον πλούτο των πηγών που παραμένουν άγνωστες ακόμη για την εποχή εκείνη.

Μετά από επίπονη και μακρόχρονη ερευνητική προσπάθεια, πραγματοποιήθηκε μια πρώτη γαλλική έκδοση της μελέτης που στηρίζεται σε ένα άγνωστο αρχείο και αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart). Πρόκειται για στρατιωτικό που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1828-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνεντέρ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή του ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison).

Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J.N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία επέτρεψε τη γνωριμία του Γ.Κόνδη με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για την έκδοση του αρχείου.

 

Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 υπάρχουν τρία «ξεχασμένα» που σημάδεψαν την πορεία της όπως και την πορεία του ανεξάρτητου νέου ελληνικού κράτους: η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή και η αντίστοιχη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά. Το σημαντικό έργο του γαλλικού στρατού και των Γάλλων επιστημόνων παρέμεινε ξεχασμένο και μόνο το 2011/2017 παρουσιάζονται οι δυο τόμοι ενός εξαιρετικού έργου με τίτλο «Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά – 1829-1838», φωτίζοντας πληθώρα πτυχών της γαλλικής παρουσίας στην ανεξάρτητη Ελλάδα με ένα πλούσιο υλικό χαρτών, εικόνων και κειμένων.

 

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα

 

Προηγουμένως, το 1971, στην εισαγωγή ενός άλλου σημαντικού έργου με τίτλο «Η ελεύθερη Ελλάς και η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως. Το λεύκωμα Πεϋτιέ», ο επιμελητής της έκδοσης Στέλιος Α. Παπαδόπουλος σημειώνει:

 

Η Επιστημονική Αποστολή, παρά τη σημασία του έργου της, λησμονήθηκε⸱ ενδεικτικό το γεγονός ότι σε μια μόνο γενική ιστορία της Ελλάδος γίνεται μνεία της. Η σχεδόν πλήρης έλλειψη μελετών για την ιστορία της επιστημονικής σπουδής της Χώρας δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία της συνολικής αποτιμήσεως της προσφοράς της. Ανάλογη ήταν και η τύχη του ανέκδοτου υλικού. Και υλικό δεν συγκεντρώθηκε μονάχα από τα επίσημα μέλη της: «πολλοί σχεδίαζαν τοπία, κρατούσαν σημειώσεις, έκαμαν συλλογές φυτών, εντόμων ή άλλων αξιοπερίεργων ή εταρίχευαν πουλιά⸱ είδα πραγματικά πολύτιμες συλλογές φυσικής ιστορίας και πολύ ενδιαφέρουσες εκθέσεις (relations) που είχαν γίνει από υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς, αξιωματικούς του υγειονομικού ή άλλα μέλη του εκστρατευτικού σώματος», γράφει ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν. (σ. 13)

 

Ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν (Jean Baptiste Bory de Saint-Vincent) επικεφαλής της Επιστημονικής Αποστολής είχε, βεβαίως, προσωπική εμπειρία για όλο αυτό το υλικό που είχε παραχθεί και που, ένα μέρος του, μας είναι ακόμη άγνωστο. Το ίδιο σημαντική είναι η επισήμανση  του Στ. Α. Παπαδόπουλου για το υλικό αυτό, προτρέποντας μάλιστα στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 19) για την ανανέωση του ενδιαφέροντος σχετικά με την έρευνα του υλικού αυτού. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος Α. (1798 ή 1799 – ;)


 

Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος

1/  9 Μαρτίου 1831 – 16.764 / 26 Δεκεμβρίου 1846[1]

 

Ο Χαράλαμπος  Αριστείδου Παπαδόπουλος  κατάγεται από την Καρύταινα,  σύμφωνα με δήλωση του κατά την απογραφή της  Οθωνικής περιόδου, στις 19 Ιουνίου 1839. Όπου αναγράφεται το πατρώνυμό του, χρησιμοποιείται μόνο το γράμμα «Α». Ο μοναχογιός του όμως ονομάζεται Αριστείδης, σύμφωνα με την ανωτέρω απογραφή. Καθώς την περίοδο της απογραφής δηλώνει ότι είναι σαράντα χρονών, θα πρέπει να έχει γεννηθεί  μεταξύ των ετών 1798 και 1799. [2]  Αν και δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το είδος των σπουδών του αυτές κρίνεται πως θα ήταν αξιόλογες. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα σε πολύ καλό βαθμό αλλά δεν γνώριζε επαρκώς την οθωμανική και χρησιμοποιεί πάντα διερμηνέα, όταν χρειάζεται,  γεγονός που έχει τη σημασία του για πρώην υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα,  γνώριζε να γράφει,  συνεπώς και να  διαβάζει, τόσο την ιταλική  όσο και τη γαλλική γλώσσα. Τα κείμενα του στα ιταλικά  είναι εξαιρετικά καλλιγραφικά. Είναι γνώστης σε σημαντικό βαθμό των κειμένων του Διαφωτισμού,  στα συμβόλαιά του περιέχονται λέξεις και φράσεις που είναι συνδεδεμένες με τον Γαλλικό Διαφωτισμό ενώ οι πελάτες του – τουλάχιστον αυτοί των πρώτων χρόνων – αναγράφονται συχνά ως «πολίτες». Ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να έχει λάβει σημαντική μόρφωση είναι ότι επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διορίζεται ως ένας από τους  πρώτους Προέδρους Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της χώρας (Πρωτοδικεία με τη σημερινή ορολογία).

Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν την πορεία του στον χρόνο. Η πρώτη αναφορά για τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο εντοπίζεται στις 21 Οκτωβρίου  1827, όταν κατ’ εντολή του στολάρχου, του οποίου διατελεί γραμματέας, αποστέλλει  επιστολή  προς τους Δημογέροντες των Χίων, προκειμένου να τους ευχαριστήσει για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Η επιστολή συντάσσεται επί του δίκροτου «Ελλάς». Πρόκειται για την εκστρατεία στη Χίο, που χρηματοδότησαν οι απανταχού Χίοι, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί το νησί τους, για να αποτελέσει μέρος της ελεύθερης Ελλάδας. Η επιστολή, δυστυχώς, φέρει την υπογραφή μόνο του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Στόλαρχος όμως της εκστρατείας στην Χίο ήταν ο στρατηγός Φαβιέρος, οπότε πιθανά, υπό τις διαταγές του υπηρετεί ο Παπαδόπουλος. Η επικοινωνία δε μεταξύ των δύο αντρών πρέπει να γίνεται και στα γαλλικά. [3] Στην πορεία τον συναντάμε επί διακυβερνήσεως Καποδίστρια, στις 2 Αυγούστου 1830, να εκδίδει  και  να υπογράφει μία απόφαση ως πρόεδρος  του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Ανατολικής Ελλάδος,  που έχει έδρα τα Σάλωνα.[4] Στις 15 Αυγούστου 1830 γίνονται «κρίσεις» – νέοι διορισμοί του  προσωπικού των δικαστηρίων και ο Παπαδόπουλος παραμένει αμετάθετος ως πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Ανατολικής Ελλάδος.[5] Για ικανό χρονικό διάστημα στην συνέχεια,  εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αποφάσεων τις οποίες εκδίδει ως πρόεδρος και δημοσιεύονται σε  Φ.Ε.Κ.. Οι δύο  τελευταίες αποφάσεις που φέρουν την υπογραφή του εκδίδονται στις 7 Φεβρουαρίου και δημοσιεύονται στο φύλλο της «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος» στις 25 Μαρτίου 1831.[6]

Στις 9 Μαρτίου 1831 συντάσσει και υπογράφει την πρώτη του πράξη ως Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας.[7]  Στην οποία αναγράφει: «Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν εν έτος την εννάτην του μαρτίου μηνός, ημέραν Δευτέρα, την δεκάτην ώραν,  επαρουσιάσθη προς την μνημονίαν ταύτην εις την οικίαν μου υπ’ αρ. 268…..».  Η καριέρα του θα είναι σημαντική και ιστορικά κομβική, καθώς για χρόνια θα είναι ο μοναδικός Μνήμονας της πρωτεύουσας του κράτους, συντάσσοντας πράξεις,  με συμβαλλόμενους  τους περισσότερους αγωνιστές της Πελοποννήσου. Η τελευταία πράξη του ήταν η υπ΄αρ. 16.764/ 26 Δεκεμβρίου 1846, χωρίς όμως να αποκλείεται η  ύπαρξη και άλλων.[8]

 

Η διαθήκη του Γεωργίου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 1831. Φέρει την υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Αρχείο Σπανίων Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

 

Χάρη στη δωρεά που έκανε το 1902 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος  ένας άλλος συμβολαιογράφος της πόλης, ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων  της  Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος φυλάσσονται οι πρώτες 5.554 πράξεις του Χαράλαμπου Α. Παπαδόπουλου, καθώς και τα βιβλία υπηρεσιακής αλληλογραφίας και παρακατάθεσης παλαιοτέρων εγγράφων και πράξεων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαυροκέφαλος Αναστάσιος (1797-1880)


 

Αναστάσιος Μαυροκέφαλος: Συμβολαιογράφος Ναυπλίας, γραμματέας υπουργείων, αναφορογράφος, στρατιώτης, ειρηνοδίκης, υπηρεσιακός δήμαρχος Ναυπλιέων, συγγραφέας, εκδότης.

 

Ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππα­δοκίας το 1797.[1] Έλαβε μόρφωση εκτεταμένη και εξαιρετική. Μέχρι το 1816 φοιτά στην Καππαδοκία, στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Φλαγγιανών ή Φλαβιανών, με δάσκαλο τον ονομαστό και σπουδαίο Παΐσιο, μετέπειτα Άγιον Καισάρειας (Παΐσιος ο Πρώτος).[2] Στο σημείο αυτό είναι ευκαι­ρία να παρουσιαστούν μερικά στοιχεία για την παιδεία στην Καππαδοκία κατά τον 19° αιώνα.

Το 1792, ο ιερομόναχος Γερμανός από την Αλεξανδρέττα ιδρύει σχολείο στην Καππαδοκία και ταυτόχρονα αποφασίζει να ιδρύσει ιερατική σχολή στη Μονή Τιμίου Προδρόμου στα Φλαβιανά. Το 1804 το μοναστήρι ανακαινίζεται και ο Γερμανός μαζί με τον μαθητή του Παΐσιο δημιουργούν σχολείο και βιβλιοθήκη. Στην πορεία, ο Γερμανός γίνεται ηγούμενος της Μονής και διευθυντής της σχολής και ο Παΐσιος γενικός διευθυντής της Μονής. Η Μονή Τιμίου Προδρόμου θα αποτελέσει το εκπαιδευτικό κέντρο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και όχι μόνο. Σε αυτή θα λειτουργήσουν α) ιερατική σχολή, β) σχολαρχείο και γυμνάσιο αρρένων αλλά και θηλέων και γ) ορφανοτροφείο αρρένων και θηλέων.[3]

Αφήνοντας πίσω του αυτό το καταπληκτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπο­λη τον Νοέμβριο του 1816, για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή, στην περιοχή του Κουρούτζεσμεν. Τύχη αγαθή θα του δώσει, μεταξύ άλλων, ως Σχολάρχη τον Σέργιο Μυστάκη (σχολάρχης 1817-1820), δάσκαλο τον Νικόλαο Λογάδη (μετέπειτα σχολάρχης 1830-1835)[4] και συγκάτοικο και συμμαθητή τον Αναστάσιο Μανάκη, κατοπινό μεγάλο ευεργέτη της ελληνικής παιδείας, ιδρυτή σχο­λείων και βιβλιοθηκών.[5]

Νικόλαος Λογάδης μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένας από τους σημαντικότερους Διδασκάλους της Νεότερης Ιστορίας του Ελληνισμού και συγγραφέας του μνημειώδους έργου «Κιβωτός της Ελληνικής γλώσσης».

Επισημαίνεται ότι ο Νικόλαος Λογάδης ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το 1820, ενώ υπάρχουν αναφορές πως και ο Αναστάσιος Μανάκης ήταν Φιλικός.[6] Μέσα σε αυτή την εξαιρε­τική εκπαιδευτική συγκυρία, ο Μαυροκέφαλος μορφώνεται, αποκτά παι­δεία και ικανότητες που θα του είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στο μέλλον. Εκεί θα γνωρίσει τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους και ιστορικούς, με συνέπεια να γράφει και να συντάσσει τον λόγο του με τρόπο και ύφος εντελώς διαφορετικά από όλους τους άλλους συμβολαιογράφους, να δημιουργεί λέξεις και να χρησιμοποιεί στα γραπτά του ένα γλωσσικό ιδίωμα μοναδικό.

Στη συνέχεια, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος έρχεται στην επαναστα­τημένη Ελλάδα από το πρώτο έτος του Αγώνα, όπως δηλώνει ο ίδιος σε σχετική επιστολή, λαμβάνοντας μέρος και σε μάχες, άγνωστο όμως σε ποιες. Στην επιστολή που στέλνει στις 15 Μαρτίου 1840 προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικράτειας, αναφέρει πως συμμετείχε και έλαβε μέρος ως στρατιωτικός, είναι μέλος της επιτροπής των αρίστων του Ναυπλίου και τιμήθηκε με αριστείο υπαξιωματικού, χωρίς όμως να έχει λάβει ακόμα «προσήκον Αριστοφορικό Δίπλωμα».[7] Ο ίδιος δηλώ­νει δε στην απογραφή του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1839 ότι κατοικεί στην πόλη από το 1823.[8] Επιπρόσθετα, το όνομά του περιλαμβάνεται στις αναφορές που υπάρχουν στον φάκελο του Υπουργείου Αστυνομί­ας με τους πρόσφυγες Μικρασιάτες που βρίσκονται στο Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1825, Το επάγγελμα του, όπως αναγράφεται στη σχετική σημείωση, είναι γενικός αναφορογράφος.[9] Ο τρίτος συμβολαιογράφος Ναυπλίας είναι ακριβώς ο περίφημος αναφορογράφος της πόλης, και όχι μόνο, που αναφέρει ο Νικόλαος Δραγούμης στο έργο «Ιστορικοί Ανα­μνήσεις» αλλά και τόσοι άλλοι συγγραφείς. Και αυτός ο ρόλος είναι ένας μόνο από όσους θα υπηρετήσει με αξιοσύνη ο Μαυροκέφαλος κατά τη διάρκεια του βίου του.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Συντάγματος και το Οπλοστάσιο, σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο. Η καρτ-ποστάλ, είναι ταχυδρομημένη το 1907, με πεντάλεπτο γραμματόσημο της σειράς των «Ολυμπιακών» Αγώνων του 1906.

 

Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας εντοπίζονται δύο έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του και έχουν συνταχθεί στις 26 Φεβρουάριου και τις 31 Μαρτίου του 1822. Πρόκειται για έγγραφα του Μινιστέρου (Υπουργού) των Εσωτερικών και προσωρινού Πολέμου, Ιωάννη Κωλέττη, τα οποία υπογράφει ο Μαυροκέφαλος, αντί του ελλείποντος αρχιγραμματέα.[10] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εμμανουήλ Α. Λούζης, «Η σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό του Γεωργίου Ανδρούτσου, Αρχηγού του Σπετσιώτικου Στόλου κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας»


 

Η σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό του Γεωργίου Ανδρούτσου

Ο Εμμανουήλ Α. Λούζης πλείστες φορές με τα πονήματά του έχει αναδείξει τις, κατά κανόνα, λιγότερο γνωστές, και συνεπώς πολυτιμότερες, πτυχές των επαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων. Έτσι, και στην συγκεκριμέ­νη περίπτωση ο κ. Λούζης κομίζει μία νέα μονογραφία για μια προσωπικότητα με σημαίνοντα ρόλο στην εποχή της, όμως παραγνωρισμένη μέχρι τις ημέρες μας, τον Ναύαρχο Γεώργιο Ιω. Ανδρούτσο.

Ο Ανδρούτσος, εύπορος πλοιοκτήτης κατά τους προεπαναστικούς χρόνους, ηγήτορας του στόλου των Σπετσών κατά την Εθνεγερσία, αξιωματικός κατά τους ακόλουθους χρόνους και άτομο νουνεχές και ακέραιου χαρακτήρα καθ’ όλη την διάρκεια του βίου του, δεν είχε τύχει δέουσας προ­σοχής μέχρι την στιγμή έκδοσης αυτού του έργου.

Ο συγ­γραφέας αναδεικνύει εναργέστατα την μακρά και περιπε­τειώδη πορεία του Ναυάρχου μέσα από πρωτότυπα έργα της εποχής, άμεσους και σύγχρονους μάρτυρες, και αυ­τούσια αποσπάσματα ιστορικών καταγραφών εγγύθεν της περιόδου. Ανασυστήνει τη δράση του μέσα από όλα τα στάδια του ναυτικού αγώνα, που ταυτόχρονα αποτελούν και την διαδικασία γένεσης και συγκρότησης του εθνι­κού κατά θάλασσαν όπλου. Τοιουτοτρόπως, χαρίζει στην ιστοριογραφική έρευ­να αποκατεστημένη τη ζωή αυτής της ιστορικής προ­σωπικότητας του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, του Ναυάρχου Γεωργίου Ιω. Ανδρούτσου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Λεμπέσης Ανάργυρος (1780-1842)


 

Ανάργυρος Λεμπέσης, ελαιογραφία. Έργο του Αυγούστου Πικαρέλλη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Πρόκριτος Σπετσών, φιλικός και αγωνιστής του 1821. Διακρίθηκε ιδίως στη ναυμαχία του Γέροντα (Αύγουστος 1824).

Ο Ανάργυρος Λεμπέσης γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1780 και υπήρξε γόνος της μεγάλης οικογένειας των Λεμπέσηδων. Από μικρό παιδί διάλεξε το επάγγελμα του ναυ­τικού και πολύ σύντομα απέκτησε, χάρη στις ικανό­τητές του, σημαντική περιουσία. Μυήθηκε πολύ νέος στη Φιλική Εταιρία και υπήρξε από τους πρώ­τους προκρίτους του νησιού. Όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού, με μεγάλο ενθουσιασμό διέθεσε τον εαυτό του και τα καράβια του «Κυπρία», «Ασπασία» και «Κίμων» στον ιερό σκοπό της Επανάστασης.

Απλός νησιώτης ο Λεμπέσης, αλλά τολμη­ρότατος αγωνιστής, στάθηκε ένας από τους κυριότερους οργανωτές κάθε επικίνδυνης περι­πέτειας του ναυτικού μας και οι βιογράφοι του τον χαρακτηρίζουν «εξαίρετο και απερί­γραπτο στους άθλους», «Μία από τις εξαιρετικές μορφές της Εθνεγερσίας», «ένα από τα πιο απτόητα παλικάρια», «έναν από τους μεγάλους πλοιάρχους του Ιερού Αγώνα», «έναν εκ των πρωτίστων Ελλήνων μαχητών» και «έναν αγνό πατριώτη ψυχικά άφθαρτο και ατρόμητο». Διακρίθηκε μέσα σ’ όλους τους αγωνιστές για τη μεγάλη του τόλμη, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία του σε όλες τις ναυμαχίες και τις ναυτικές επιχειρήσεις, κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Έλαβε μέρος στις ναυμαχίες της Σάμου και του Γέροντα, κατά τις οποίες η νίκη των ελληνικών όπλων πολλά του οφείλει, καθώς και στην πολιορκία του Μεσολογγίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαλοκίνης Δημήτριος (1785- ;)


 

Ο Δημήτριος Μαλοκίνης γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1785 από Σπετσιώτες γονείς. Ο πατέρας του Ιωάννης ήταν ιδιοκτήτης μεγάλου πλοίου, που το κυβερνούσε ο γιος του Δημήτριος και που το διέθεσε για τον Αγώνα, αφού προηγου­μένως το εξόπλισε με αξιόλογο οπλισμό.

Δημήτριος Μαλοκίνης

Ο Δημήτριος Μαλοκίνης ήταν γείτονας, φίλος και συναγωνιστής του Χατζηγιάννη Μέξη. Μαζί πήγαν και στους Αγίους Τόπους και έγιναν Χα­τζήδες, ο ένας Χατζηγιάννης και ο άλλος Χατζηδημητράκης. Έφερε μάλιστα και το σάβανό του εικονογραφημένο, που οι απόγονοί του το φυλάνε με πολύ επιμέλεια σε πλαίσιο, δίπλα στο εικονο­στάσι του αρχοντικού τους, στις Σπέτσες, όπου εκεί συντηρείται σε άριστη κατάσταση και το κρεβάτι του, με τα αρχικά τού ονόματος του.

Σ’ ένα από τα ταξίδια του στη Μαύρη θάλασσα, περνώντας από την Κωνσταντινούπολη, μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία. Στις 20 Οκτωβρίου 1820, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον κάλεσε εκεί μαζί με τον Χατζηγιάννη Μέξη και τον Ηλία θερμησιώτη «προκειμένου να τους ομιλήσει δι’ αναγκαίον λόγον». Και «ο ανα­γκαίος αυτός λόγος» δεν ήταν άλλος από τις συνεννοήσεις για την προετοιμασία του αγώ­να στις Σπέτσες και την κήρυξη της Επανά­στασης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Γκίκας (1768-1824)


 

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Γκίκας[1] του Νικόλα και της Κατερίνας. Ναυτικός – πειρατής με προεπαναστατική δράση από το Κρανίδι Αργολίδας. Μαζί με τα αδέλφια του Αναστάσιο και Γιώργη ανέπτυξε αντιπειρατική δράση κατά των κουρσάρων του Μαγκρέμπ.[2]

Τον Ιούνιο του 1798 κατατάχθηκε μαζί με τον αδελφό του Αναστάσιο στην νεοσχηματιζομένη Ελληνική Λεγεώνα[3] (Legion Grecque) του γαλλικού στρατού. Συμμετείχε στη μάχη των Πυραμίδων[4] (21 Ιουλίου 1798), καθώς και στη ναυμαχία του Αμπουκίρ[5] (1-2 Αυγούστου 1798), κατά τη διάρκεια των οποίων διακρίθηκε. Για τις υπηρεσίες του προς τη Γαλλική Δημοκρατία τιμήθηκε με το χαλκούν παράσημο Ανδρείας της Δημοκρατίας.

 

Μάχη των Πυραμίδων, 21 Ιουλίου 1798. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Louis-François, Baron Lejeune (1775-1848). Συλλογή: Palace of Versailles.

 

Μετά την καταστροφή των Γάλλων, στην Αίγυπτο, κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία και να καταφύγει στην Κρήτη. Συνέχισε τα επόμενα δύο χρόνια με τον Αναστάσιο να τροφοδοτεί παράνομα την αποκλεισμένη από τους Άγγλους, Γαλλία, και παράλληλα να καταδιώκει τους κουρσάρους της Βορείου Αφρικής. Το γαλλικό κράτος δεν απέδωσε σε αυτόν και τον αδελφό του, Αναστάσιο, το ποσόν των 60.000 γροσίων που τους είχε υποσχεθεί για την προσφορά τους στη Δημοκρατία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ματρώζος Λέκκας (1778-1860)


 

Ο Λέκκας Ματρώζος γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1778 και αναδείχθηκε κατά την περίοδο του Αγώνα σ’ έναν αγωνιστή και πυρπολητή «απαράμιλλον». Υπήρξε από τους εκλεκτούς εκείνους, που συνέβαλαν στο να κατορθώσει η σκλαβωμένη τότε πατρίδα να ανακτήσει την ελευθερία της.

Προτομή του Σπετσιώτη πυρπολητή Λέκκα Ματρώζου. Μουσείο Σπετσών.

Όταν οι Έλληνες χρησιμοποίησαν τα επανδρωμένα πυρπολικά, ο Ματρώζος ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν να τα επανδρώσουν. Τα πυρπολικά είχαν καταστεί ο φόβος και ο τρόμος του τουρκικού στόλου, γιατί έσπερναν τον πανικό στις τεράστιες πολεμικές φρεγάδες και τις ανάγκαζαν να κρύβονται συνήθως μέσα στα στενά για να τα αποφύγουν.

Σαν πεπειραμένος ναυτικός ο Ματρώζος είχε την εντύπωση ότι στη θάλασσα θα πρόσφερε λαμπρές υπηρεσίες και συγκεκριμένα στην τάξη των πυρπολητών. Γρήγορα διακρίθηκε, γιατί ήταν γεν­ναίος, μαχητικός και αποφασιστικός. Έλαβε μέρος και είχε επιτυχείς πυρπολήσεις σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες, όπως της Σάμου, του Γέροντα, του Καφηρέα, της Τενέδου και της Κρήτης. Κατά τη ναυμαχία της Σάμου στις 5 Αυγούστου 1824, ο τουρ­κικός στόλος, που τον αποτελούσαν 22 μονάδες, καταναυμαχήθηκε από τον ελληνικό στόλο, που τον αποτελούσαν 16 μονάδες, μεταξύ των οποίων και τα πυρπολικά και υποχώρησε προς στιγμή. Αργότερα, όμως, ο καπετάν Πασάς επανήλθε. Τότε, ο Ματρώζος με το πυρπολικό του, μαζί με τους Υδραίους Γ. Βατικιώτη και Δ. Ραφαλιά, πυρπόλησε δύο τουρκικά πλοία με αποτέλεσμα ο εχθρός να αποσυρθεί ορι­στικά. Στη Σάμο πολέμησε και στην ξηρά στο πλευρό των ντόπιων.

Κατά τις επιχειρή­σεις στον Κόλπο του Γέροντα, όπου ελληνικά πλοία μεταξύ των οποίων και του Μιαούλη, απομονώθηκαν και διέτρεξαν σοβαρό κίνδυνο αφανισμού, επειδή τα προσέβαλλε η κατά πολύ ισχυρότερη μοίρα του αιγυπτιακού στόλου, ο Ματρώζος έπαιξε το σπουδαιότερο ρόλο με το πυρπολικό του. Τα ελληνικά καράβια σώθηκαν χάρη στη δραστήρια επέμβασή του. Στο Γέροντα, διακρίθηκε και σε άλλες επιχειρήσεις όταν με το θαυματουργό του χέρι προξένησε μεγάλες καταστροφές σε πολλά τουρκικά πλοία, γιατί ήταν από τους πιο ηρωικούς και αποφασιστι­κούς πυρπολητές. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »