Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

  

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.  

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

 

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

 

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

 

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

 

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Πλατεία Αγίου Πέτρου, περίπου το 1930.

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

  

Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών: «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και διά Βίου Μάθηση – MA in Drama and Performing Arts in Education and Lifelong Learning», στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

 

Πανεπιστήμιο  Πελοποννήσου

Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου προκηρύσσει για 1η χρονιά Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) με τίτλo: «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και διά Βίου Μάθηση – MA in Drama and Performing Arts in Education and Lifelong Learning», για το ακαδημαϊκό έτος 2014-2015.

Η ελάχιστη χρονική διάρκεια  για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (ΜΔΕ) ορίζεται σε τρία (3) ακαδημαϊκά εξάμηνα (δύο διδακτικά εξάμηνα και ένα εξάμηνο για την εκπόνηση της διπλωματικής εργασίας). Η παρακολούθηση των μαθημάτων είναι υποχρεωτική (πραγματοποιούνται κάθε Σάββατο και εν μέρει Κυριακή).

Στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών θα γίνουν δεκτοί, μετά από εισαγωγικές εξετάσεις και επιλογή, τριάντα δύο (32) πτυχιούχοι Τμημάτων Πανεπιστημίων, της ημεδαπής και ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής, καθώς και πτυχιούχοι Τμημάτων ΤΕΙ. Τα δίδακτρα για κάθε εξάμηνο σπουδών ανέρχονται στα 1.300 € (συνολικό ύψος διδάκτρων 3.900€), τα οποία καταβάλλονται με την έναρξη κάθε εξαμήνου σπουδών.

Αιτήσεις συμμετοχής στις εξετάσεις θα γίνονται δεκτές από Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014 έως και Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014, στη Γραμματεία Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Βασιλέως Κωνσταντίνου 21 & Τερζάκη 21100, Ναύπλιο, τηλ.: 27520 96127. Υπεύθυνη: Καραγιάννη Μαρία.

Ο ομηρικός Θερσίτης: γραφικός αντιήρωας ή πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου;


  

Ο Θερσίτης είναι ένας ομηρικός αντιήρωας. Κακομούτσουνος, καμπούρης, πολυλογάς και αθυρόστομος. Ένας γελωτοποιός σε έναν κόσμο ηρωικό, όπου το γελοίο αντιμετωπιζόταν ως θανάσιμο αμάρτημα. Ο Όμηρος λέει πως δεν τον ένοιαζε τι θα πει, αρκεί να προκαλούσε τα γέλια της ομήγυρης. Το μεγαλείο της ομηρικής ποίησης και του ελληνικού πολιτισμού, εκτός των άλλων, έγκειται στο ότι βρήκε μια θέση στο ανθρώπινο σύμπαν και για τους Θερσίτες, έστω κι αν τους εμφανίζει ως αρνητικούς πρωταγωνιστές. Στο Β της Ιλιάδας ο Όμηρος αφηγείται ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή έναν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα, που εμφανίζεται σε λίγους στίχους και μετά εξαφανίζεται εντελώς.

Η σκηνή διαδραματίζεται στη συνέλευση των Αχαιών. Μετά από εννιά χρόνια πολιορκίας η Τροία αντέχει ακόμη και δεν παραδίδεται. Ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων θέλει να διαπιστώσει αν έχουν κουράγιο οι Αχαιοί να συνεχίσουν τον πόλεμο ή έχουν κουραστεί και θέλουν να γυρίσουν στις πατρίδες τους. Τους συγκεντρώνει και με τα παρακάτω λόγια τους ανακοινώνει ότι δεν έχει νόημα να συνεχιστεί ο πόλεμος. Απέτυχαν να κυριεύσουν την Τροία και είναι καιρός να μπουν στα πλοία και να γυρίσουν στην Ελλάδα.

 

«Ήρωες φίλοι Δαναοί, στρατιώτες του πολέμου,

βαριά πολύ με τύφλωσε και μ’ έμπλεξε ο Δίας.

Μου υποσχέθηκε ο σκληρός την πυργωμένη Τροία

πως θα πορθήσω κι ένδοξος θα πάω στην πατρίδα.

Και δόλο τώρα σκέφθηκε και με προστάζει στο Άργος,

τόσο στρατό αφού ξέκανα, να πάω ντροπιασμένος…

Είναι ντροπή οι μελλούμενες γενιές και να τ᾿ ακούσουν,

τόσος λαός των Αχαιών και τόσο ανδρειωμένος

πόλεμο ατελείωτο μ’ εχθρούς πολύ πιο λίγους

τόσους καιρούς να πολεμά και να μη φαίνεται άκρη….

Εννέα χρόνια πέρασαν σαν ήρθαμε στην Τροία

και τα καράβια σάπισαν και λιώσανε τα ξάρτια

και κάθονται οι γυναίκες μας με τα μικρά παιδιά μας

στα σπίτια μας και καρτερούν. Και αυτό, που εμείς με πόθο

ήλθαμε εδώ να κάνουμε, δε λέει να τελειώσει.

Αλλά ακούστε τι θα πω. Να φύγουμε σας λέω

όλοι με τα καράβια μας για τη γλυκιά πατρίδα,

γιατί δε γίνεται ποτέ να πάρουμε την Τροία!» [Ιλιάδα, Β, 110-140]

 

Η αντίδραση των Αχαιών στα παραπλανητικά αυτά λόγια, ήταν μια μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση για τον Αγαμέμνονα. «Σείστηκε η συνέλευση σαν της θάλασσας τα πελώρια κύματα και οι Αχαιοί με αλαλαγμούς που έφταναν ως τον ουρανό όρμησαν στα καράβια, να φύγουν για την πατρίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Η Ήρα από τον Όλυμπο ανησυχεί για τις εξελίξεις και στέλνει την Αθηνά να παρακινήσει τον Οδυσσέα να προλάβει τη φυγή των Αχαιών. Ο Οδυσσέας υποπτεύεται το τέχνασμα του Αγαμέμνονα, παίρνει το σκήπτρο, που κρατά όποιος θέλει να μιλήσει επίσημα στη συνέλευση, και τρέχει να συγκρατήσει τους ξέφρενους από ενθουσιασμό Αχαιούς. Όσους βασιλιάδες και ήρωες συναντά στο δρόμο, τους λέει ότι ο Αγαμέμνων απλώς τους δοκιμάζει και τους συμβουλεύει να γυρίσουν πίσω.

Όταν όμως συναντούσε κανένα πολεμιστή από το πλήθος, που ούρλιαζε από τη χαρά του, τον κτυπούσε με το σκήπτρο και τον φοβέριζε: Κάτσε, παλαβιάρη, φρόνιμα και άκου τους ανωτέρους σου. Εσύ δε λογαριάζεσαι ούτε για πόλεμο ούτε για συνέλευση. Ένας είναι ο αρχηγός, ο βασιλιάς, που έχει το θεϊκό δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους.

 

«Σιγά, χαμένε, υπάκουσε εις τους καλύτερούς σου.

Άναντρος συ κι ανάξιος καθόλου δεν μετριέσαι

στον πόλεμο ή στη βουλή. Μήπως θαρρείς πως όλοι

θα βασιλεύουμε εδώ; Η πολυαρχία βλάπτει.

Ένας θα είναι ο αρχηγός, ο βασιλέας ένας,

Αυτός που του ‘δωσε ο γιος του πονηρού του Κρόνου

το σκήπτρο και τα νόμιμα να βασιλεύει σ’ όλους.» [Ιλιάδα, Β, 200-206]

 

Με την παρέμβαση του Οδυσσέα το πλήθος ξαναγύρισε στη συνέλευση και περίμενε τα νεότερα. Μόνο ένας δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Οδυσσέα και συνέχισε να ωρύεται και να δημιουργεί φασαρία. Ο αμετροεπής Θερσίτης, που φύλαγε μέσα στο μυαλό του λόγια πολλά και πρόστυχα και συνήθιζε να λογοφέρνει ανόητα και χυδαία με τους βασιλιάδες με λόγια που έφερναν το γέλιο στους Αχαιούς. Τώρα λοιπόν με δυνατή φωνή, για να τον ακούσουν όλοι, έκανε επίθεση στον Αγαμέμνονα:

- Γιε του Ατρέα, πάλι κακιωμένος είσαι; Τι σου λείπει πια; Γεμάτες χαλκό είναι οι σκηνές σου και μέσα σ’ αυτές σε περιμένουν πολλές πανέμορφες γυναίκες, που εμείς οι Αχαιοί σε σένα πρώτο-πρώτο παραδίνουμε, όποτε κυριεύουμε μια πόλη. Έχεις ανάγκη κι από άλλο χρυσάφι, που κάποιος από τους Τρώες θα σου φέρει ως λύτρα για το γιο του, που θα τον έχω αιχμαλωτίσει εγώ ή κάποιος άλλος Αχαιός; Ή μήπως θέλεις κανένα δροσερό κορίτσι, για να σμίγεις γλυκά μαζί του και να το’ χεις χωριστά από τους άλλους μόνο για τον εαυτό σου; Δεν ταιριάζει σε σένα που είσαι άρχοντας να τυραννάς τους Αχαιούς.

Κατόπιν στρέφεται στους Αχαιούς κι αρχίζει να τους βρίζει. Κακομοίρηδες Αχαιοί, τρομάρα σας, γυναίκες κι όχι άνδρες είσαστε! Πάμε να γυρίσουμε στην πατρίδα με τα πλοία μας και να αφήσουμε τούτον εδώ στην Τροία να χαίρεται τα τιμητικά του δώρα. Έτσι για να καταλάβει, αν τον βοηθήσαμε ή δεν τον βοηθήσαμε σε τίποτα. Που ξευτέλισε τον Αχιλλέα, άνδρα πολύ καλύτερο από την πάρτη του, αρπάζοντάς του το τιμητικό του δώρο με το έτσι θέλω.

 

«Κιοτήδες, τιποτένιοι, Αργίτισσες, τι Αργίτες πια δεν είστε!

Στα σπίτια μας ας γείρουμε κι ας μείνει εδώ στην Τροία

τα δώρα να χωνεύει αυτός, να μάθει τότε αν κάτι

τον βοηθούσαμε κι εμείς. Κι έχει ατιμάσει τώρα

άνδρα καλύτερο απ’ αυτόν πολύ τον Αχιλλέα,

που του αφαίρεσε άδικα των Αχαιών το δώρο.

Μα αυτός χολή δεν κράτησε, σου τα συγχώρεσε όλα,

αλλιώς θα ήταν ύστερη φορά που αδίκησες, Ατρείδη !» [Ιλιάδα, Β, 235 -242]

 

Ο Οδυσσέας, όταν ακούει τα λόγια του Θερσίτη, θυμώνει, πάει προς το μέρος του, του ρίχνει ένα απειλητικό βλέμμα και του λέει άγρια: «Θερσίτη φαφλατά, βούλωσέ το. Μόνο εσύ τα βάζεις με τους βασιλιάδες. Είσαι ο πιο τιποτένιος άνδρας από όλους τους Ατρείδες που ήρθανε στην Τροία. Και μη λερώνεις το στόμα σου κατηγορώντας τους βασιλιάδες ούτε να παραμονεύεις πότε θα γυρίσεις στην πατρίδα. Κάθεσαι τώρα και κακολογείς τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα, γιατί οι γενναίοι πολεμιστές του δίνουν πολλά δώρα. Λοιπόν, βάλτο καλά στο μυαλό σου. Αν σε πετύχω να λες πάλι τέτοιες αηδίες, να μη με λένε Οδυσσέα, αν δε σου βγάλω όλα τα ρουχαλάκια σου ένα-ένα, ακόμα κι όσα κρύβουν τα αχαμνά σου, και δε σε ξαποστείλω στα καράβια κλαμένο και δαρμένο αλύπητα».

Μετά από αυτές τις απειλές ο Οδυσσέας σηκώνει το σκήπτρο και ρίχνει στο Θερσίτη μερικές δυνατές στην πλάτη και στους ώμους. Ο Θερσίτης κουβαριάζεται, πέφτει κάτω και όλοι βλέπουν τις μελανιές στην πλάτη του από τα χτυπήματα. Βάζει τα κλάματα από τον πόνο, κοιτάζει γύρω του τρομαγμένος και πονεμένος σαν χαμένος και εξαφανίζεται από τη σκηνή αξιολύπητος.

Οι άλλοι Αχαιοί μπροστά στο θέαμα της τιμωρίας και της ταπείνωσης του συμπολεμιστή τους πικράθηκαν, δεν τους άρεσε αυτή η μεταχείριση. Ο Θερσίτης είναι ένας από αυτούς και μάλιστα έχει το θάρρος-θράσος να επιτίθεται στους ανώτερους. Ίσως δεν του αξίζει ένας τέτοιος εξευτελισμός. Αλλά η αριστοκρατική αντίληψη, που διαπνέει ολόκληρη την Ιλιάδα, δεν τους επέτρεψε να πάρουν το μέρος του άτυχου Θερσίτη. Αντίθετα, ξέσπασαν σε γέλια για το πάθημα του Θερσίτη και το ξυλοφόρτωμά του από τον Οδυσσέα και έλεγαν μεταξύ τους: «Πω πω, αυτός ο Οδυσσέας! Πάλι έκανε σπουδαία δουλειά, που βούλωσε το στόμα αυτού του αθυρόστομου συκοφάντη. Δεν θα τολμήσει πια ο θρασύς να προσβάλει ξανά με πρόστυχα λόγια τους βασιλιάδες».

 

«Ω έργα πόσα εξαίσια κατόρθωσε ο Οδυσσέας,

σύμβουλος πρώτος, συνετός και άξιος πολεμάρχος !

Αλλά τώρα ευεργέτησε μεγάλως τους Αργείους

που την αυθάδεια έπαψε του κακόγλωσσου αχρείου.

Πού πάλι η μαύρη του ψυχή θ’ αργήσει να τον σπρώξει

με τέτοια λόγια αναίσχυντα τους βασιλείς να ψέγει». [Ιλιάδα, Β, 272-277]

 

Ο Θερσίτης είναι από μόνος του μια προσβολή σε μια κοινωνία με συγκεκριμένη ιεραρχία, όπου τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει ο γιος του Ατρέα, ο ήρωας και μεγαλοκράτορας Αγαμέμνων. Αμέσως μετά από αυτόν ακολουθούν ιεραρχικά οι άλλοι βασιλείς και οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου. Στις συνελεύσεις έχουν το δικαίωμα να μιλήσουν όλοι αυτοί και να διαφωνήσουν, αν χρειαστεί. Καμιά φορά χολιάζουν κιόλας, όπως συνέβη με τον Αχιλλέα, όταν ο Αγαμέμνων του πήρε τη Χρυσηίδα. Οι άλλοι Αχαιοί, το πλήθος των ανώνυμων πολεμιστών, παρακολουθεί τις συνελεύσεις βουβό. Το πολύ-πολύ να επευφημήσει τους άρχοντες μετά από κάποια ομιλία τους. Επομένως ο Θερσίτης και λίγες έφαγε με αυτό που έκανε. Σε μια άλλη κοινωνία, την αιγυπτιακή π.χ. ή την περσική, μάλλον θα τον έγδερναν ζωντανό ή θα τον έψηναν σε κανένα φούρνο.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Τα Κύκλια Έπη αναφέρουν ότι ο Θερσίτης σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα προς το τέλος του Τρωικού Πολέμου. Μετά την κηδεία του Έκτορα ήλθε στην Τροία η Πενθεσίλεια, βασίλισσα των Αμαζόνων, που πολεμούσε με το μέρος των Τρώων φορώντας πολεμική μάσκα. Στην αρχή η Πενθεσίλεια πολέμησε με επιτυχία, αλλά στο τέλος νικήθηκε από τον Αχιλλέα, που τη σκότωσε βυθίζοντας το ξίφος του στο στήθος της. Κατόπιν πήγε κοντά της και της έβγαλε τη μάσκα. Η ομορφιά της Πενθεσίλειας τον γέμισε μελαγχολία και γέννησε έναν κεραυνοβόλο έρωτα στον Αχιλλέα για τη γυναίκα που σε λίγο θα πέθαινε στα χέρια του . Ο Θερσίτης όμως, όταν είδε τον Αχιλλέα σε στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας, άρχισε να τον χλευάζει για τον απρόσμενο έρωτά του. Ο μεγάλος αρχηγός με μια Αμαζόνα; Λέγεται μάλιστα ότι έμπηξε και το κοντάρι του μέσα στο μάτι της Πενθεσίλειας. Τότε ο Αχιλλέας, έξαλλος από θυμό, σηκώθηκε και τον σκότωσε με γροθιές «εν βρασμώ ψυχής». Για να εξαγνισθεί από το μίασμα του φόνου, ο Αχιλλέας αναγκάσθηκε μετά να ταξιδέψει στη Λέσβο, όπου θυσίασε στον Απόλλωνα, στην Αρτέμη και στη Λητώ. Αναφορά στο περιστατικό αυτό έχουμε επίσης στις “Ηρωίδες”» του Οβίδιου και την “Αινειάδα” του Βιργιλίου.

 

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904,  ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904, ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

 

Ο Θερσίτης είναι ο μοναδικός αρνητικός ήρωας της Ιλιάδας. Το όνομά του μάλλον προκύπτει από τη λέξη “θέρσος”, αιολική μορφή της λέξης “Θάρρος/θάρσος”, που σημαίνει και αναίδεια και γενναιότητα + ἰταμεύομαι (προκαλώ, γίνομαι θρασύς, αυθαδιάζω), και δηλώνει αυτόν που έχει το θάρρος να προκαλεί, τον «θρασύ». Και στον Όμηρο και στα “Κύκλια Έπη” παρουσιάζεται με τα μελανότερα χρώματα. Ήταν ο πιο άσχημος άνδρας που είχε έρθει στο Ίλιο, αλλήθωρος και κουτσός, με ώμους γερτούς μπασμένους στο στήθος του, με κεφάλι που μάκραινε προς τα πάνω και με λίγο μαδημένο χνούδι στην κορφή του. Ο Αχιλλέας κι ο Οδυσσέας δεν τον χώνευαν καθόλου, γιατί ήταν δειλός, ζητιάνος, αυθάδης και κακομούτσουνος. Λέγεται μάλιστα ότι, όταν πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, με το που είδε το θηρίο το έβαλε στα πόδια.

“Δειλός”, γιατί εκτιμούσε τη ζωή του και δεν ήταν διατεθειμένος να τη χάσει για την “υστεροφημία” ενός ευγενή. “Ζητιάνος”, γιατί η κατοχή γης θεωρούνταν τότε η απόδειξη πλούτου κι αυτός δεν είχε. “Αυθάδης”, γιατί δεν παραδέχονταν καμιά “αυθεντία” και αρνιόταν να σιωπήσει και να αφεθεί να τον εμπαίξουν. Και κακομούτσουνος, άσχημος, φαλακρός, και στραβοκάνης. Σαν πραγματικός άνθρωπος δηλαδή. Καμιά σχέση με τους θεόμορφους ήρωες με τα ξανθά μαλλιά, τους τετράγωνους ώμους, τους δυνατούς μύες και την ελάχιστη σχέση με τη πραγματικότητα. Για αυτό και από αρκετούς ο Θερσίτης θεωρείται σύμβολο του απλού λαϊκού πολεμιστή, εκπρόσωπος και εκφραστής του στρατού. Έχει ελαττώματα και αδυναμίες, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, και, παρόλα αυτά, τολμά να αμφισβητήσει το κύρος και τη δύναμη των αριστοκρατών. Εξευτελίζεται, γελοιοποιείται και ξυλοφορτώνεται. Αλλά δεν υποχωρεί και συνεχίζει να αντιμιλά και να ξεσκεπάζει τα κίνητρα των ευγενών ηρώων που, τάχα, κατάγονται από θεούς. Ακόμα και η ανοσιότητά του απέναντι στη νεκρή Πενθεσίλεια ήταν ένας μεγάλος σαρκασμός απέναντι στην επιτηδευμένη θλίψη και τα κροκοδείλια δάκρυα του Αχιλλέα. Γιατί ο Αχιλλέας ήταν αυτός που τη σκότωσε και η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, ακόμα και στη μάχη, δεν μπορεί να σκεπαστεί με υποκριτικό θαυμασμό και καθυστερημένη συμπάθεια.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Θερσίτης λέει φωναχτά αυτό που σκέφτονταν όλοι οι Αχαιοί, όταν έτρεχαν αλαλάζοντας στην παραλία για να ετοιμάσουν τα πλοία και να φύγουν από τον καταραμένο τόπο, που είχε φάει τα νιάτα τους εννιά ολόκληρα χρόνια. Επιτίθεται στους ανώτερους και γνωρίζει ότι αυτό ευχαριστεί τους Αχαιούς, αλλά δεν έχουν το κουράγιο να κάνουν το ίδιο. Είναι ένας άτυπος εκπρόσωπος του λαού, μια πρώιμη φιγούρα λαϊκού αγορητή, ο πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου, που θα εμφανιστεί μερικούς αιώνες αργότερα στην κλασική Ελλάδα.

Όπου επικράτησαν άνθρωποι σαν τον Θερσίτη, οι πολίτες διεκδίκησαν μερίδιο στην εξουσία για τη συμμετοχή τους στην “οπλιτική φάλαγγα”, ώστε η θυσία τους να είναι για την πατρίδα τους και όχι για την δόξα των ηγετών τους. Οι βασιλιάδες αντικαταστάθηκαν από τους ευγενείς, οι ευγενείς ανατράπηκαν από τους ολίγους, οι ολίγοι από τους τυράννους, οι τύραννοι από το δήμο και το πολίτευμα της πόλης έγινε δημοκρατικό. Μερικούς αιώνες μετά τον Όμηρο, η Αθήνα του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή θα δώσει το λόγο στους απόγονους του Θερσίτη. Κάποια στιγμή αργότερα στην εκκλησία του δήμου, όταν ακούνε το «τις αγορεύειν βούλεται», σηκώνονται, παίρνουν το λόγο, μιλούν με τις ώρες και επιτίθενται άφοβα στους πολιτικούς τους αντιπάλους. Έχουν πολιτικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στη σκηνή της δημοκρατίας, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, συκοφαντούν. Στη σκηνή της κωμωδίας ο συντηρητικός Αριστοφάνης θα στηρίξει όλη του την κριτική στη δημοκρατική Αθήνα πάνω στους Θερσίτες. Τους απλούς κωμικούς ήρωες, που με αθυροστομία σαν του Θερσίτη καταγγέλλουν τους άρχοντες και κατακρίνουν τις πράξεις τους.

Αντίθετα, όπου η φωνή των “Θερσιτών” δεν εισακούστηκε, οι πλούσιοι εκμεταλλεύτηκαν την ανάπτυξη του εμπορίου, που προκάλεσε η εφεύρεση του νομίσματος, και συσσώρευσαν πλούτο, παραμέρισαν τους ευγενείς και το πολίτευμα έγινε ολιγαρχικό. Όπου πάλι ο λαός παρέμεινε πλήθος, έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από φιλόδοξους “φιλολαϊκούς” ανθρώπους, που βάσισαν την απόλυτη εξουσία τους και την εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων στο προσεταιρισμό του λαού και επέβαλλαν την τυραννία.

Αν προβάλλουμε την προσωπικότητα του ομηρικού Θερσίτη στην εποχή μας, θα λέγαμε ότι μοιάζει με τον «τρελό του χωριού», που λέει αυτά που θέλουν να πουν όλοι, αλλά δεν έχουν το θάρρος και τη γενναιότητα να τα πουν. Γελάνε συνήθως μαζί του, αλλά κατά βάθος γνωρίζουν ότι η παρουσία του είναι απαραίτητη στο χωριό, γιατί εκφράζει τη βαθύτερη συνείδηση του συνόλου της κοινωνίας τους. Γι’ αυτό και ο Νίκος Καζαντζάκης στον Αλέξη Ζορμπά λέει: «Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του, κι αν δεν τον έχει, τον φτιάχνει για να περνά η ώρα του».

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Η απόδοση τιμής σε πολιτικούς παράγοντες του ρωμαιοκρατούμενου Άργους κατά τον 3ο / 4ο αι. μ.Χ., βάσει επιγραφικών δεδομένων  - Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

 

Η «ελευθερία» του Άργους από τη μακεδονική κυριαρχία διακηρύχθηκε από τους Ρωμαίους το 195 π.Χ. Το καίριο χτύπημα όμως για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος αποτέλεσε έτσι τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.).

Από τότε και μέχρι το τέλος της ρωμαϊκής δημοκρατίας (περ. 48 π.Χ.) το Άργος απολάμβανε μερικής αυτονομίας (με αστική και ποινική δικαιοδοσία) και πλήρωνε στη Ρώμη κάποιο φόρο. Στη συνέχεια η αυτονομία του περιορίστηκε ακόμη περισσότερο, και με την καταστροφή του από τους Γότθους, το 267 μ.Χ., αυτή απολέσθηκε οριστικά και η πόλη προσαρτήθηκε στην Κόρινθο. Διοικητές επαρχιών και αυτοκράτορες ασκούσαν δικαστικές αρμοδιότητες στις επαρχίες, παράλληλα με την αυτονομία που αυτές απολάμβαναν, αν και το καθεστώς των πόλεων ρυθμιζόταν ουσιαστικά από τη Ρώμη.

Σε όλη τη διάρκεια της ρωμαιοκρατίας πολίτες σημαντικών πόλεων ανεγείρουν ανδριάντες και αναγράφουν στις βάσεις τους επιγραφές έμμετρες ή μη, για να τιμήσουν σημαίνοντα πρόσωπα της ρωμαϊκής διοίκησης. Την τακτική αυτή ακολούθησαν και οι Αργείοι. Στο Άργος έχουν βρεθεί δύο τέτοιες επιγραφές: η μία αναφέρεται στον Καλλιππίνο, ανθύπατο της Αχαΐας, κατά τον 3ο ή 4ο αι. μ.Χ., και η δεύτερη στον Φωσφόριο, επίσης, ανθύπατο της Αχαΐας, κατά τον 4ο αι. μ.Χ.

1η. Ορθογώνιο βάθρο αγάλματος από λευκόφαιο ασβεστόλιθο, διαστάσεων 0,41 μ. στο ύψος, 0,71 μ. στο μήκος και 0,68 μ. στο πάχος. Βρέθηκε το 1930 από τον Vollgraff, σε Ρωμαϊκή στοά στο Άργος, 100 μ. ανατολικά από την αγορά των Ελληνιστικών χρόνων[1]. Σήμερα η επιγραφή έχει χαθεί.

Χρονολόγηση: 3ος ή 4ος αι. μ.Χ. Vollgraff [2].

Δημοσιεύσεις: Vollgraff, 1945 5-28   Eitrem, 1949 146 αρ. 110   Robert, 1948 Addenda 138-141   SEG 11 325   SEG 16 261   Feissel, 1985 289 αρ. 29.

 

Ἰσθμὸς κηρύττι σε, πόλις βοοῶσιν Ἀχαιῶν, |

Καλλιππῖνε, Δίκης ὄμμα δικεότατον·|

τοὔνεκεν Ἰναχίη σε διηνεκέεσ[σι γε]ρέρει |

δώροις, Εὐπράκτῳ τοῦτ’ ἐπιτιλαμένη.

 

2 ὄμμα Feissel: ὄμμα, Vollgraff aliique  

3 διηνεκέεσ[σι γε]ρέρει Robert: διηνεκέεσσι ̣ γ[ε]ρέρει Feissel aliique.

O Ισθμός, Καλλιππίνε, σε ανακηρύσσει ως τον πιο δίκαιο οφθαλμό της Δικαιοσύνης, οι πόλεις των Αχαιών σε επευφημούν. Γι΄ αυτό η Ιναχία (το Άργος) σε τιμά με δώρα άφθαρτα, αναθέτοντας στον Εύπρακτο να σου τα προσφέρει.

  1.  βοοῶσιν: ρηματ. ομηρικός τύπος, χάριν του μέτρου. Ο Vollgraff [3] το θεωρεί δοτική πληθυντικού.

Η επιγραφή αποτελείται από δύο ελεγειακά δίστιχα, με κατά τρίτον τροχαίο τομή στον 1ο και στον 3ο στίχο.

Καλλιππῖνος: πρόσωπο άγνωστο από άλλη πηγή, πρέπει να είναι είτε ανθύπατος της Αχαῒας, είτε ένας από τους νομομαθείς, στον οποίον ο ανθύπατος είχε αναθέσει τις δικαστικές αρμοδιότητες. Ο Martindale [4] θεωρεί τον τιμώμενο ανθύπατο της Αχαΐας του 4-5ου αι. μ.Χ. Μοναδική φορά που απαντά το όνομα στην Αργολίδα, και καθόλου στις άλλες περιοχές που εξετάζονται από το LGPN.

Εὔπρακτος: Το όνομα απαντά μία φορά στην Αργολίδα (παρούσα επιγραφή), καμία στα Νησιά του Αιγαίου κ.λπ., καμία στη Μακεδονία κ.λπ.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα ἔστησε τὸν δεῖνα, όπου το ρήμα ἔστησε έχει αντικατασταθεί από το γερέρει. Στην επιγραφή χρησιμοποιείται η χρονική βαθμίδα του παρόντος (κηρύττι, βοοῶσιν, γε]ρέρει), για εκείνα τα στοιχεία, των οποίων ο ποιητής θέλει να διαιωνίσει τη μνήμη, ενώ χρησιμοποιεί παρελθοντικό χρόνο (ἐπιτιλαμένη) για ενέργεια που προηγήθηκε –της κυρίως αναφερομένης– στην επιγραφή.

Η επιγραφή αποτελείται από δύο ενότητες: Στην πρώτη αναφέρεται το εγκώμιο (Δίκης ὄμμα) του ανθυπάτου ή του δικαστή, το οποίο επικεντρώνεται εξ ολοκλήρου στη δικαιοσύνη του, σε σημείο που αυτός παραβάλλεται με την ίδια τη δικαιοσύνη, και, ίσως, αποτελεί δείγμα κολακείας προς αυτόν. Ανάλογη περίπτωση στη Γραμματεία υπάρχει στον Ιμέριο [5], όπου o ανθύπατος της Αχαΐας Κεβρώνιος αποκαλείται Δίκης ὄμμα καὶ Θέμιδος, κ.α. Σε αρκετά ψηφίσματα η έκφραση δικαιοσύνης ἕνεκα φαίνεται ότι λειτουργεί ως σύντομη μορφή του λογοτύπου ἀρετῆς ἕνεκα καὶ δικαιοσύνης [6]. Βέβαια, η δικαιοσύνη αξιωματούχων πολιτών ανήκει στις αρετές που επαινούνται αρκετά συχνά: Waltz, 1941 7.672 Ἀδέσποτον, και 7.697 Χριστοδώρου. Σε επιγραφή των Σάρδεων (SGO 04/02/06) η εικόνα (ανδριάντας) του Αχολίου αποτελεί εὐνομίης μάρτυρα πιστοτάτην, και σε επιγραφή της Γόρτυνος, το βάθρο τιμητικού ανδριάντα του ταμία Μαρκελλίνου στήνεται ως <Δίκης> ἐπιμάρτυρα θεσμῶν (IC IV 323).

Το εγκώμιο του Καλλιππίνου γίνεται από τους πολίτες της Κορίνθου – όπως αυτοί αναφέρονται συνεκδοχικά (Ἰσθμὸς) και ποιητικά (Ἰναχίη [7]) – και από τους πολίτες ολόκληρης της επαρχίας της Αχαΐας (πόλις βοοῶσιν Ἀχαιῶν)∙ το βοῶ με τη σημασία του επευφημώ (πρβ. Ηρόδοτος, 6.131.1). Βέβαια, εδώ είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο Ἰσθμός αποτελεί μία ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, δεδομένου ότι ήταν τόπος πανελλήνιων δραστηριοτήτων και επισήμως η Κόρινθος δεν έφερε ποτέ το όνομα Ισθμός∙ στην αρχαία ελληνική γραμματεία η λ. χαρακτηρίζει τον Ισθμό καθεαυτό και την τοποθεσία, όπου διεξάγονταν τα Ίσθμια [8]. Ο συνεκδοχικός τρόπος απόδοσης των ονομάτων πόλεων χρησιμοποιείται για το Άργος (Στέφανος Βυζάντιος, 331.23) και την Αθήνα (Αριστοφάνης, Ἀχαρ. 75, Μένανδρος, Διαίρ. Ἐπιδεικ. 355.24 κ.ε.).

Η δεύτερη ενότητα συνδέεται νοηματικά με την πρώτη με το τοὔνεκεν και ο ποιητής, χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό σχήμα της συνεκδοχής (Ἰναχίη) αναφέρει αυτούς που τίμησαν τον Καλλιππίνο. Mε τo διηνεκέεσ[σι δώροις ίσως εννοείται ένας ανδριάντας, που προορίζεται για να διαιωνίσει τη μνήμη του καλού διοικητή και του δίκαιου δικαστή [9]. Η ενέργεια αυτή δεν έγινε από την πόλη του Άργους αλλά από τον Εύπρακτο, άγνωστο πρόσωπο από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

Κατά τον Stein [10], στην Παλαιοχριστανική περίοδο το Άργος διοικητικά ανήκε στην επαρχία της Αχαΐας με πρωτεύουσα την Κόρινθο, έδρα ανθυπάτου. Η επιγραφή, αποτέλεσε για τον Vollgraff [11] αφορμή να εξετάσει τις διοικητικές και πολιτικές σχέσεις μεταξύ Κορίνθου και Άργους. Ο Robert [12] θεωρεί ότι οποιαδήποτε πόλη της επαρχίας (πόλις Ἀχαιῶν) θα μπορούσε να δοξάζει τον ανθύπατο ή τον δικαστή που αποδίδει τη δικαιοσύνη στην πρωτεύουσα της Επαρχίας. Για τον λόγο αυτό το Άργος έστησε προς τιμήν του ανδριάντα με τη χορηγία του πολίτη Ευπράκτου.

2η. Μαρμάρινο κυλινδρικό βάθρο, διαμέτρου 0,64 μ. και ύψους 0,59 μ., βρέθηκε το 1901 στην αυλή της οικίας Ψυρόγιαννη στο Άργος, κοντά στη θέση της Αγοράς. Σήμερα βρίσκεται στον κήπο του Μουσείου του Άργους (αρ. 207).

 

Φωτ. από το Μουσείο Άργους (αρ. 207)

Φωτ. από το Μουσείο Άργους (αρ. 207)

 

Χρονολόγηση: Mετά το 322 μ.Χ. Polara[13].

Δημοσιεύσεις: Reinach, 1900 324-328   IG IV 1608   Groag, 1946 54   Feissel, 1985 288 αρ. 27.

 

Εἰκόνα Φωσφορίου μεγακυδέος ἀνθυπάτοιο |

Ἀρχέλεως Δαναοῖς στῆσε χαριζόμενος.|

Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς).

 

Cum in constitutionem bonam servatur titulus, non sunt lectiones aliae.

Toν ανδριάντα του Φωσφορίου, του ενδοξότατου ανθυπάτου, ο Αρχέλαος ανήγειρε, προσφέροντάς τον ως δώρο στους Δαναούς. Με ψήφισμα της βουλής.

Μέτρο το ελεγειακό δίστιχο, με πενθημιμερή τομή στον 1ο στίχο.

Φωσφόριος: Ο Martindale [14] ταυτίζει τον Φωσφόριο με τον Αυρήλιο Βαλέριο Τουλλιανό Σύμμαχο, ύπατο του 330 μ.Χ. (Σύμμαχο 6, κατά το stemma του ιδίου [15]), παππού του ρήτορα και ποιητή Κόιντου Αυρηλίου Συμμάχου αλλά τον διαχωρίζει από τον παραλήπτη των επιστολών που αναφέρονται στο δεύτερο βιβλίο του Θεοδοσιανού Κώδικα (II.4.1 και II.15.1). H Frantz [16] ταυτίζει μεν τον Φωσφόριο με το ίδιο πρόσωπο, τον τοποθετεί όμως περίπου στο 320 μ.Χ.∙ με την άποψη αυτή ταυτίζεται εν μέρει και ο Polara[17], ο οποίος θεωρεί ότι ο Αυρήλιος Βαλέριος Τουλλιανός Σύμμαχος, ύπατος του 330 μ.Χ. είχε το signum Φωσφόριος, και είναι το ίδιο πρόσωπο με τον παραλήπτη των επιστολών του Θεοδοσιανού Κώδικα (II.4.1 και II.15.1) και με τον τοποτηρηρή της Μοισίας το 319 μ.Χ. Ο Reinach [18] θεωρεί ότι ο Φωσφόριος είναι ο ανθύπατος της Αχαΐας του 319 μ.Χ. και αποδέκτης ενός διατάγματος του Κωνσταντίνου και του Λικινίου και ότι ταυτίζεται με τον παππού τού ρήτορα και ποιητή Κόιντου Αυρηλίου Συμμάχου, τον Αυρήλιο Βαλέριο Τουλλιανό Σύμμαχο.

Ἀρχέλεως: Κατά τη Franz [19] υπάρχουν τρία διαφορετικά πρόσωπα με το όνομα Αρχέλαος 1) ο αναθέτης του ανδριάντα του Φωσφορίου, περίπου 320 μ.Χ. 2) ο ομώνυμός του γιος, αναθέτης της επιγραφής της Λέρνας (IG IV 666) και 3) ο έγγονος, του πρώτου, αναθέτης ταυροβολίου στην Αθήνα (IG II2 3674). Το τελευταίο πρόσωπο το τοποθετεί με βεβαιότητα στο τέλος του 4ου αι. μ.Χ., δεδομένου ότι το ανάγλυφο του ταυροβολίου που ίδρυσε ο συγκλητικός Μουσώνιος για την ίδια μυστικιστική πράξη, χρονολογείται στον Μάιο του 387 μ.Χ. Ο Piérart[20] ταυτίζει τον Αρχέλαο της παρούσας επιγραφής με αυτόν της IG IV 666∙ την ίδια άποψη διατυπώνει και ο Groag [21].

Στο 1ο ημιστίχιο προτάσσεται το αντικείμενο τιμής και ακολουθεί το όνομα του τιμωμένου, ενώ στο 2ο παρατίθεται το αξίωμα του τιμωμένου, προσδιοριζόμενο από το επίθετο μεγακυδέος, του οποίου η σημασία τονίζεται από τη θέση του ανάμεσα στην πενθημιμερή τομή και τη βουκολική διαίρεση. Το επίθετο απαντά κυρίως σε επιτύμβιες επιγραφές, όπου επιδιώκεται η έξαρση των αρετών του νεκρού∙ από την αρχαία ελληνική γραμματεία απαντά στην ΑΠ [22] και, κυρίως, σε μεταγενέστερους σε σχέση με τη συγκεκριμένη επιγραφή συγγραφείς. Ο ανδριάντας είχε ανεγερθεί με απόφαση της βουλής [23] αλλά όχι με έξοδα της πόλης, όπως συμβαίνει και με την επιγραφή των Μεγάρων, στην οποία τιμάται το ίδιο πρόσωπο [24]. Από το κείμενο δεν γίνεται σαφής ο λόγος της ευγενικής χειρονομίας του Αρχελάου στους Αργείους. Σε επιφανή πρόσωπα της αργειακής κοινωνίας η βουλή αποδίδει την τιμή και μέσω των ψηφισμάτων της (IG IV 588, 594, 595, 609, κ.α.).

Ο Polara [25] θεωρεί ότι το περιεχόμενο της μεγαρικής επιγραφής δεν συνδέεται απαραίτητα με επιθέσεις στην περιοχή, αλλά με γενικευμένο φόβο που τους επέβαλλε να λαμβάνουν μέτρα ακόμη και σε περιόδους ειρήνης, μετά την εμπειρία της εισβολής των Γότθων το 267 μ.Χ. Επιπλέον, μπορεί να σκεφθεί κανείς ότι οι Έλληνες ανησυχούσαν για τις εξεγέρσεις των Σαρματών, που κορυφώθηκαν στην ύπαιθρο το 322 μ.Χ., όταν αυτός ο λαός, αφού είχε διασχίσει τον Δούναβη και ερημώσει τμήμα της Μοισίας, ηττήθηκε από τον Κωνσταντίνο κοντά στη Βουνωνία [26].

Ο Groag [27] θεωρεί ότι η ανωτέρω χρονολόγηση δεν ευσταθεί, διότι επί Κωνσταντίνου δεν μπορούσε να γίνει λόγος για κάποια σοβαρή απειλή των Γότθων σε βάρος της Ελλάδος και, επιπλέον, γιατί ως χορηγός του ανδριάντα κατονομάζεται ο Αρχέλαος από το Άργος, τον οποίο ταυτίζει με τον ομώνυμό του μύστη (IG IV 666), δαδούχο της Κόρης στη Λέρνα, κλειδούχο της Ήρας στο Άργος και αναθέτη του ταυροβολίου στην Αθήνα. Τη χρονολογεί στο διάστημα 379-382 μ.Χ. και τη στηρίζει στο ιστορικό γεγονός ότι, μετά την μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.), οι Γότθοι διέσχισαν τη Βαλκανική χερσόνησο και δύο χρόνια αργότερα οι Βησιγότθοι έφτασαν στην Ελλάδα και οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν με συνθήκη ειρήνης το 382 μ.Χ.

Από τις δύο αυτές επιγραφές και σε ένα ορατό πρώτο επίπεδο συμπεραίνουμε οπωσδήποτε ότι πλούσιοι πολίτες τιμούσαν και κολάκευαν Ρωμαίους τιτλούχους της περιοχής, για να επιτύχουν την εύνοιά τους. Το στοιχείο αυτό αντανακλά μία γενικότερη στάση της εγχώριας αριστοκρατίας απέναντι των νέων κυρίαρχων, η οποία ασφαλώς απαντάται και σε άλλες ελληνικές πόλεις. Δεν μπορεί να αγνοηθεί, ωστόσο, ότι στη δεύτερη από τις εξεταζόμενες επιγραφές που χρονολογείται στη Ρωμαϊκή περίοδο, υπογραμμίζεται η δημοκρατική πολιτική οργάνωση του Άργους, ακόμη και υπό καθεστώς ρωμαιοκρατίας. Η αναφορά του λογότυπου Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς) είναι αρκετά αποκαλυπτική.

Βαθύτερα όμως και πιο ουσιαστικά, μέσα από τις επιγραφές αυτές αναδεικνύεται η τακτική της πόλης του Άργους να ανάγει την καταγωγή των κατοίκων του σε μυθικά πρόσωπα που σηματοδοτούσαν την ιστορική πρωτοκαθεδρία της πόλης στον ελληνικό χώρο (Ιναχία, Δαναοί). Πιθανότατα να πρόκειται για μία προσπάθεια επανασύνδεσης με το πανάρχαιο παρελθόν και διατήρησης με αυτόν τον τρόπο ζωντανής της ιστορικής μνήμης σε μία εποχή κατά την οποία κινδύνευε σοβαρά η εθνική ταυτότητα από την ισοπεδωτική πολιτική των Ρωμαίων.

 

 

Υποσημειώσεις

[1] Vollgraff, 1945 5, και Feissel, 1985 289 αρ. 29. Σε επιγραφές (Kaibel, 1965 ανατ. 905-906, κ.ά.) γίνεται λόγος για το Ιερό της Δίκης, όπου τοποθετούνταν τα αγάλματα των ανθυπάτων που ήθελαν οι Έλληνες να τιμήσουν, και, κατά τον Robert, 1948 138, αυτά τοποθετούνταν κοντά στο κτήριο, όπου αποδιδόταν η δικαιοσύνη. Κατά τον Curtius, 1852 II 357 το Κριτήριον βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της Λάρισας.

[2] Vollgraff, 1945 5, λόγω εξωτερικών κριτηρίων του κειμένου. Άλλες χρονολογήσεις: 4ος-5ος αι. μ.Χ. Feissel, 1985 289 αρ. 29.

[3] Vollgraff, 1945 7.

[4] PLRE, σ. λ. Callipinus I σ. 175.

[5] Himerius, Decl. orat. 38.72.

[6] Veligianni-Terzi, 1997 299.

[7] Πρβ. Ευριπίδης, Ἠλέκτρα στίχ. 1.

[8] Vollgraff, 1945 47.

[9] Vollgraff, 1945 47.

[10] Stein, 1959 70.

[11] Vollgraff, 1945 5-28) -Lintott, 1993 39.

[12] Robert, 1948 140. Την άποψή του ασπάζεται και ο Feissel, 1985 289 αρ. 29.

[13] Polara, 1974 265. Άλλες χρονολογήσεις: 379-382 μ.Χ. Groag, 1946 54 και Feissel, 1985 288 αρ. 27.

[14] PLRE, σ. λ. Phosphorius (2) I σ. 700 και σ. λ. Α. V. T. Symmachus (6) PLRE I σ. 871, και Ensslin, σ. λ. Phosphorios (1) RE XX1 1951 στήλ. 651.

[15] PLRE 1146 stemma 27.

[16] Frantz, 1988 49-51.

[17] Polara, 1974 261-266. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Seeck, σ. λ. Symmachus (13) RE VII1 1931 στήλ. 1141-1142.

[18] Reinach, 1900 326-328.

[19] Frantz, 1988 49-51.

[20] Piérart, 1997 151-152.

[21] Groag, 1946 53.

[22] Cougny, 1890 133 κ. ε. αρ. 267, 275, 308, 377 και 727.

[23] Στη Ρωμαϊκή εποχή σημαντικό ρόλο στο πολιτικό-οικονομικό γίγνεσθαι έπαιζαν οι σύνεδροι, οι οποίοι πρότειναν τα ψηφίσματα και ασχολούνταν με τα οικονομικά ζητήματα και τις εξωτερικές σχέσεις. Μετά τον 2ο αι. μ.Χ. λειτούργησε και η βουλή, η οποία υστερούσε σε δύναμη έναντι του συμβουλίου των συνέδρων, και η γερουσία, Piérart – Touchais, 1996 73-74 και 81. Μεταξύ των αξιωματούχων, περιλαμβάνονται οι αγορανόμοι, υπεύθυνοι για την αγορά (IG IV 588) και οι σιτώνες, υπεύθυνοι για την προμήθεια σίτου (IG IV 609).

[24] Reinach, 1900 325.

[25] Polara, 1974 265.

[26] Για την ήττα των Σαρματών βλ. Ζώσιμος, Νέα Ιστορία 2.21 κ.ε.

[27] Groag, 1946 53-54.

 

 

Βιβλιογραφία


  • Ager, 1996 –  Ager, Sh. L., Interstate arbitrations in the Greek World 337-90 B. C., Berkley 1996.
  • Clinton, 1989 – Clinton, K., Hadrian’s contribution to the renaissance of Eleusis στο S. Walker – A. Cameron, The Greek renaissance in the Roman empire: papers from tenth British Museum colloquium, London 1989.
  • Eitrem, 1949  – Eitrem, S., “Varia“, SO 27 (1949) 143-146.
  • Boatright, 2000 –  Boatright, M. T., Hadrian and the cities of the Roman Empire, Princeton 2000.
  • Ευαγγελίδης, 2010 – Ευαγγελίδης, Β., Η αγορά των ρωμαϊκών πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ώς τον 3ο αι. μ.Χ., Θεσσαλονίκη 2010.
  • Feissel, 1985 – Feissel, D., «Inscriptions du Péloponnèse», T&MByz 9 (1985) 288-289 αρ. 27-29.
  • Ferrary, 1988 – Ferrary, J.-L., Philhellénisme et impérialisme, Rome 1988.
  • Follet, 1976 – Follet, S, Athènes au IIe et au IIIe Siècle. Études chronologiques et prosopographiques, Paris 1976.
  • Frantz, 1988 –  Frantz, A., “Late antiquity, A. D. 267-700”, Athenian Agora 24 (1988) 49-51.
  • Groag, 1946 –  Groag, E., Die Reichsbeamten von Achaia in Spatrömischer Zeit (Diss.), Budapest 1946.
  • Gruen, 1984 – Gruen, E. S., The hellenistic world and the coming of Rome, vol. I, Berkley 1984.
  • Harter-Uibopuu, 1998 –  Harter-Uibοpuu, K., Das Zwischenstaatliche Schiedsverfahren im achäischen Koinon, Wien 1998.
  • Kaibel, 1965 ανατ. – Kaibel, G., Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta, Hildesheim 1965 ανατ. (Berlin 1878).
  • Kallet-Marx, 1995 – Kallet-Marx, R. M., Hegemony to Empire. The development of the Roman Imperium in the East from 148 to 62 B.C., Berkley 1995.
  • Lintott, 1993 – Lintott, A., Imperium Romanum. Politics and administration, London 1993.
  • Ostenfeld, 2002 – Ostenfeld, E. N. – Blomqvist, K., Greek Romans and Roman Greeks. Studies in Cultural Interaction, Aarhus 2002.
  • Piérart –Touchais, 1996 – Piérart, M. – Touchais, G., Argos. Une ville grecque de 6000 ans, Paris 1996.
  • Piérart 1997 – Piérart, M., Nomen Latinum. Mélanges de langue, de littérature et de civilisation latines offerts au professeur André Schneider à l’occasion de son départ à la tetraite, Genève 1997.
  • Polara, 1974 – Polara, G., «Note Critiche e Filologiche: Nonno di Simmaco», PP 29 (1974) 261-266.
  • Reinach, 1900  – Reinach, Th., «Un nouveau proconsul d’Achaïe», BCH 24 (1900) 324-328.
  • Robert, 1948 –  Robert, J. – L., «Addenda», Hellenica 4 (1948) 138-141.
  • Stein, 1959 –  Stein, E., Histoire du Bas-Empire, vol. I, Paris 1959.
  • Veligianni-Terzi, 1997 – Veligianni-Terzi, Ch., Wertbegriffe in den attischen  Ehrendekreten der Klassischen Zeit, Stuttgart 1997.
  • Vollgraff, 1945 – Vollgraff, W., “Argos dans la dépendance de Korinthe aux IVe siècle”, AC 14 (1945) 5-28.
  • Willers, 1990  –  Willers, D., Hadrians panhellenisches Programm, Basel 1990.

 

 Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

“Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)”. Νίκος Φ. Τόμπρος, ΚΔ’ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 30,31 Μαΐου – 1 Ιουνίου 2003. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη, 2004.


 

 

Ένα από τα ζητήματα που θα πρέπει να επισημάνουμε, ξεκινώντας την δια­πραγμάτευση του θέματος, είναι πως τη λειτουργία του Ορφανοτροφείου της Αί­γινας χαρακτηρίζουν δυο περίοδοι, οι οποίες σχετίζονται τόσο με την έδρα του ιδρύματος, όσο και με τα μέτρα που υιοθετήθηκαν γι’ αυτό από την πλευρά των κυ­βερνήσεων, Καποδίστρια, Αντιβασιλείας, Όθωνα. Η πρώτη ξεκινάει τον Μάρτιο του 1829 και ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1834. Την περίοδο αυτή το Ορφανο­τροφείο εδρεύει στην Αίγινα και χαρακτηρίζεται από την παρουσία του Καποδί­στρια αλλά και της Αντιβασιλείας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας. Στη δεύ­τερη περίοδο (Ιούλιος 1834-1844) έδρα του ιδρύματος είναι το Ναύπλιο, ενώ τη λειτουργία του ρυθμίζουν τα μέτρα της Αντιβασιλείας και αργότερα του Όθωνα.

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Ορφανοτροφείο της Αίγινας

Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε με την πρώτη περίοδο του Ορφανοτροφείου. Την περίοδο αυτή το ίδρυμα παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί υπήρξε παράδειγμα άσκησης κοινωνικής πολιτικής καθώς ήταν το πρώτο φι­λανθρωπικό κατάστημα στην Ελλάδα, στο οποίο στεγάστηκαν τα περιπλανώ­μενα και απροστάτευτα παιδιά που δημιούργησε η Επανάσταση, αλλά και για­τί, σύμφωνα με τον Καποδίστρια, η οργάνωσή του θα αποτελούσε υπόδειγμα της φιλανθρωπίας του και κυρίως του εκπαιδευτικού του συστήματος που ευ­ελπιστούσε να εφαρμόσει στο νεοσύστατο κράτος. Επειδή όμως το θέμα του Ορφανοτροφείου και η λειτουργία του εμπλέκονται, από το 1833 με την διοί­κηση της χώρας από την Αντιβασιλεία, επιχειρείται μια προσπάθεια να κατα­νοήσουμε τους λόγους που η Αντιβασιλεία επέλεξε να μεταφέρει το ίδρυμα, τον Ιούνιο του 1834, στο Ναύπλιο. Οι λόγοι της συγκεκριμένης επιλογής, όπως επι­χειρούμε να δείξουμε, σχετίζονται με την πορεία του ιδρύματος στη διάρκεια των ετών 1829-1833.

Το τέλος της δεκαετίας 1820-1830 σηματοδοτείται τόσο από την παρουσία του Καποδίστρια στη διοίκηση της χώρας, όσο και από τις προσπάθειές του να την ανοικοδομήσει, λόγω των καταστροφών που είχε επιφέρει η Επανάσταση, καθιστώντας την κράτος ευνομούμενο και σύγχρονο.

Στα πλαίσια της εσωτερικής του πολιτικής άμεσης προτεραιότητας ενέργει­ες υπήρξαν η Παιδεία και η στέγαση των περιπλανώμενων και απροστάτευτων παιδιών, που προέκυψαν από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας, σε ασφαλές μέρος. Για το πρώτο θέμα ο ίδιος ο Καποδίστριας έγραφε στον Eynard ότι ήταν δια­τιθέμενος να στηρίξει «την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δύο μεγάλας βάσεις, την εργασίαν και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν», δίνοντας έτσι το στίγμα της εκ­παιδευτικής του πολιτικής. Στο ίδιο κλίμα άλλωστε κινήθηκε και το ΙΑ’ ψήφι­σμα της Δ’ Εθνοσυνέλευσης «περί οργανώσεως της παιδείας εν Ελλάδι». Με το ψήφισμα αυτό η Κυβέρνηση καθιστούσε σαφές ότι ο προγραμματισμός των ενεργειών της για την κοινωνική και πολιτική ανόρθωση της χώρας ήταν επιτα­κτική ανάγκη, ανόρθωση η οποία θα επιτυγχανόταν «δια της ιεράς θρησκείας και της ορθής Παιδείας ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν».

Το δεύτερο θέμα, αυτό της συγκέντρωσης των ορφανών που κυκλοφορού­σαν στην ελληνική επικράτεια, τον απασχολούσε ιδιαίτερα, προτού ακόμα ανα­λάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Είχε επιδείξει μάλιστα το ενδιαφέρον του αποστέλλοντας προσωπικές εκκλήσεις και διαβήματα σε πλούσιους Έλληνες των παροικιών και φιλέλληνες ευρωπαϊκών χωρών στα οποία παρουσίαζε την ανάγκη αφενός της περίθαλψης των ορφανών της Ελλάδας και αφετέρου της εκ­παίδευσής τους. Με τον ερχομό του στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1828, δραστηριοποιήθηκε σε αυτόν τον τομέα, ώστε να δημιουργηθεί το ίδρυμα στο οποίο θα συγκεντρώνονταν τα ορφανά του πολέμου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οι Τρόφιμοι, η Στελέχωση και η Διοίκηση του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1829-1834)

 

«Εξεγέρσεις στην Ελληνική χερσόνησο τον 16ο αιώνα και Οθωμανικές πηγές: Μια πρώτη προσέγγιση». Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΚΘ’ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, 16-18 Μαΐου 2008. Ελληνική Ιστορική Εταιρεία, Θεσσαλονίκη, 2009.


 

 

Η σχέση ανάμεσα στις εξεγέρσεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την οθωμανική περίοδο και στις οθωμανικές πηγές γι’ αυτές μοιάζει σαν ένα σχήμα δύο ασύμπτωτων παράλληλων ευθειών. Το πρώτο θέμα έχει μελετηθεί διεξοδικά μέσα από τα δυτικοευρωπαϊκά αρχεία (κυρίως βενετικά και ισπανικά) από έλληνες ιστορικούς. Στο δεύτερο δεν έχει ακόμη στρέψει το ενδιαφέρον της η ελληνική ιστοριογραφία, καθώς για τη διεθνή είναι μάλλον ήσσονος σημασίας.

Η αξία των οθωμανικών πηγών για το θέμα των εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο δεν είναι αυτονόητη, ούτε αυταπόδεικτη. Οι πηγές αυτές υπόκεινται σε ποικίλες δεσμεύσεις. Ειδικότερα για την περίοδο 1570-1620, οπότε συμβαίνουν οι πρώτες ευρείας έκτασης εξεγέρσεις στην ελληνική χερσόνησο μετά την Άλωση, σώζεται ένα κύριο είδος οθωμανικής πηγής, οι κώδικες διαταγμάτων της Υψηλής Πύλης (mühimme defterleri). Η μεθοδολογία, βέβαια, σύνταξης αυτών των πηγών δίνει και το πλαίσιο της ερευνητικής αξιοποίησής τους.

Οι κώδικες περιέχουν αντίγραφα των διαταγών ή των προσχεδίων τους που στέλνονταν από το κέντρο προς τις επαρχίες. Τα κείμενα αυτά καταχωρούνται μέσα στον κώδικα χωρίς τοπική διαφοροποίηση των αποδεκτών τους. Το κείμενο των διαταγών είναι ιδιαιτέρως λιτό και προϋποθέτει τη γνώση του περιεχομένου της σχετικής αναφοράς που υποβαλλόταν από τους κατά τόπους αξιωματούχους, προκειμένου ο σύγχρονος μελετητής να εξαγάγει ένα ασφαλές συμπέρασμα και να διαμορφώσει μια κατά το δυνατόν πλήρη εικόνα για μια υπόθεση. Επιπλέον, η διάσωση των κωδίκων στο «Πρωθυπουργικό Αρχείο» της Κωνσταντινούπολης (Başbakanlık Osmanlı Arşivi) δεν έχει γίνει με απόλυτη χρονολογική σειρά, ενώ το φαινόμενο της παρείσφρυσης σελίδων άλλου κώδικα σε κάποιον άλλο δεν είναι σπάνιο. Εκτός αυτών, δεν υπάρχει ακριβής χρονολογία έκδοσης για το κάθε διάταγμα. Αυτές οι δυσκολίες στην πράξη σημαίνουν ότι δεν είναι σαφές σε ποια ακριβώς ημερομηνία εκδόθηκε ένα συγκεκριμένο διάταγμα, αλλά και σε ποια μορφή αυτό τελικά παραδόθηκε στον αποδέκτη του.

 

Πολεμικές επιχειρήσεις στην ελληνική χερσόνησο κατά το Β' μισό του 16ου αιώνα.

Πολεμικές επιχειρήσεις στην ελληνική χερσόνησο κατά το Β’ μισό του 16ου αιώνα.

 

Η άντληση πληροφοριών για εξεγέρσεις στην ελληνική χερσόνησο από «κώδικες διαταγμάτων σημαντικών υποθέσεων» περιορίστηκε για τις ανάγκες της παρούσας ανακοίνωσης δειγματοληπτικά σε δύο τέτοιους κώδικες, οι οποίοι περιέχουν διατάγματα που εκδόθηκαν ο πρώτος μεταξύ Σαφέρ 975 και Σαμπάν 976 (Αύγουστος 1567-Ιανουάριος 1569) και ο δεύτερος εν μέσω του δ΄ βενετο-οθωμανικού πολέμου, του λεγόμενου «κυπριακού» και περιέχει καταχωρήσεις μεταξύ των μηνών Σεβάλ 977 και Ζίλχιτζε 979 (Μάρτιος 1570-Απρίλιος 1572). Οι χρονιές που καταλαμβάνουν αυτοί οι δύο κώδικες συμπίπτουν με περιόδους σημαντικών εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο.

Στόχος της ανακοίνωσης είναι να αξιολογηθεί το υλικό που περιέχουν οι δύο αυτοί κώδικες συγκριτικά με τα όσα είναι γνωστά από δυτικές πηγές για τις εξεγέρσεις στην ελληνική χερσόνησο, να συνοψιστεί η θεματολογία του και να διατυπωθούν κάποιες πρώτες σκέψεις για το πόσο μπορούν να βοηθήσουν οι οθωμανικές πηγές στη μελέτη του υπό πραγμάτευση θέματος.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Φ. Κοτζαγεώργη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εξεγέρσεις στην Ελληνική χερσόνησο τον 16ο αιώνα και Οθωμανικές πηγές – Μια πρώτη προσέγγιση.

 

«Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας την Καποδιστριακή Περίοδο», Νίκος Φ. Τόμπρος. Πρακτικά του Ζ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Γαστούνη – Αμαλιάδα, 11-17 Σεπτεμβρίου 2005), Τόμος Γ΄, Αθήναι, 2007.


 

 

Το Εθνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (1828) στην Ακροναυπλία. Σήμερα απομένει μόνο το υπόγειο του κτιρίου και το εκκλησάκι του (Άγιοι Ανάργυροι). Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

Το Εθνικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο (1828) στην Ακροναυπλία. Σήμερα απομένει μόνο το υπόγειο του κτιρίου και το εκκλησάκι του (Άγιοι Ανάργυροι). Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

Το Ναύπλιο ως έδρα της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος (Ια­νουάριος 1823) και μετέπειτα του Καποδίστρια προσέλκυσε εκατοντάδες Έλληνες πρόσφυγες απ’ όλες τις περιοχές της χώρας οι οποίοι συρρέανε καθημερινά στην πόλη επιζητώντας οικονομικές ευκαιρίες, καλύτερες συνθήκες διαβιώσεως, ασφάλεια, ενώ παράλληλα ευελπιστούσαν ότι η πρό­νοια των εκάστοτε κυβερνήσεων θα τους αποκαθιστούσε οικονομικά και επαγγελματικά. Ο Κυβερνήτης συνειδητοποιώντας γρήγορα ότι η κατά­σταση στις απελευθερωθείσες περιοχές ήταν απογοητευτική έθεσε στόχους άμεσης προτεραιότητας, όπως η δημιουργία ισχυρής κυβερνήσεως, η ανα­διοργάνωση της επαρχιακής διοικήσεως, η ανασύνταξη του στρατού και του στόλου, η οικονομική ανόρθωση της χώρας. Παράλληλα με τα ανωτέ­ρω ενδιαφέρθηκε και για την ανοικοδόμηση του Ναυπλίου, θέλοντας να το καταστήσει πρότυπο αναπτύξεως για τις υπόλοιπες πόλεις του Κράτους.

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του Εθνικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου (1828) στην Ακροναυπλία.  Δημοσιεύεται στο λεύκωμα της Σέμνης Καρούζου «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας, 1979.

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του Εθνικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου (1828) στην Ακροναυπλία. Δημοσιεύεται στο λεύκωμα της Σέμνης Καρούζου «Το Ναύπλιο», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας, 1979.

 

Ανάμεσα στα έργα που κατασκευάστηκαν στο Ναύπλιο την καποδιστριακή περίοδο (1828-1831) ήταν και δύο νοσοκομεία: το Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυτιλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρ­ξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Κυβερνήτης σκόπευε να εφαρμόση στην Ελλάδα.

 

Τα «Πέντε Αδέρφια» με τους διώροφους στρατώνες και το Δημοτικό Νοσοκομείο επάνω στην Ακροναυπλία, όπου  σήμερα οι τουριστικές εγκαταστάσεις. Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

Τα «Πέντε Αδέρφια» με τους διώροφους στρατώνες και το Δημοτικό Νοσοκομείο επάνω στην Ακροναυπλία, όπου σήμερα οι τουριστικές εγκαταστάσεις. Δημοσιεύεται στο: Γεώργιος Αθ. Χώρας, «Μουσική Παιδεία και ζωή στο Ναύπλιο | 18ος -20ος αιώνας», Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο, 1994.

 

Η παρούσα μελέτη ασχολείται με το δεύτερο νοσηλευτικό ίδρυμα που δημιουργήθηκε στο Ναύπλιο, καθώς οι έως σήμερα βιβλιογραφικές αναφορές είναι ελάχιστες και σε κάποιο βαθμό συγκεχυμένες. Οι Ιστορικοί επίσης πού μελετούν την εν λόγω περίοδο δεν έχουν επισταμένως ακόμα ασχοληθή με το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυτιλίας, ίσως λόγω του ότι oι πηγές είναι περιορισμένες και διάσπαρτες σε πολλά αρχεία. Αυτό ακριβώς το κενό ευελπιστούμε να καλύψουμε φέρνοντας στο φως νέ­ες ανέκδοτες αρχειακές πηγές για το στρατιωτικό νοσοκομείο. Εξάλλου δε θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι συγκεκριμένο το νοσοκομείο ήταν το πρώτο κρατικό στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα που λειτούργησε στην Ελλάδα.  

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Νίκου Τόμπρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας την Καποδιστριακή Περίοδο

 

Σχετικά θέματα:

Σοφοκλή Οικονόμου: «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας»


 

 Το ανέκδοτο χειρόγραφο του Σοφοκλή Οικονόμου που παρουσιάζεται αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία για τη φυσιογνωμία του Ναυπλίου τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ελληνικού βασιλείου. Γιός του «δασκάλου του γένους» Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων από την Τσαρίτσανη της Θεσσαλίας, ο Σοφοκλής, σπουδάζει ιατρική στη Γερμανία και τη Γαλλία και νεαρότατος, 26 χρόνων (γεννημένος το 1808) εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους, το Ναύπλιο.

Στα 3 χρόνια που θα ασκήσει την ιατρική εκεί, μέχρι να μετακομίσει στην Αθήνα, οριστική πια «καθέδρα» του βασιλείου, ο Σοφοκλής Οικονόμος θα έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει την πόλη και να σημειώσει όλα όσα την χαρακτηρίζουν. Η ματιά του, βλέμμα γιατρού που καθοδηγείται από την επιστήμη του, στέκεται σε ποικίλες όψεις της πόλης. Πέρα από την αναδρομή στο παρελθόν και την ιστορία της, κάτι που αποτελεί κοινό τόπο για παρουσιάσεις πόλεων, ο Σ. Οικονόμος θα εστιάσει σε παραμέτρους της καθημερινότητας των ανθρώπων που είναι οικείες σε ένα γιατρό. Η υγεία των ανθρώπων και οι παράγοντες που την επηρεάζουν, τα μέτρα που λαμβάνονται για την φροντίδα της, όσοι την υπηρετούν, όλα αυτά δεν ξεφεύγουν από την παρατήρηση του Οικονόμου.

 Συνταγμένη τον καιρό που ο Οικονόμος βρίσκεται στο Ναύπλιο, με αρκετές ωστόσο μεταγενέστερες προσθήκες, της ίδιας πάντως εποχής, η Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας, προοριζόταν για παρουσίαση στην Ιατρική Εταιρεία Αθηνών και κατόπιν για αυτοτελή έκδοση, ωστόσο ούτε το ένα ούτε το άλλο φαίνεται να πραγματοποιήθηκαν.

 Από μιαν άλλη οπτική γωνία, η μαρτυρία αυτή αντανακλά το πνεύμα της εποχής που θέλει τους γιατρούς να επιφορτίζονται και με καθήκοντα «ψυχρών παρατηρητών των ανθρωπίνων», όπως άλλωστε μαρτυρούν και οι ιατροστατιστικοί πίνακες όλων σχεδόν των επαρχιών του βασιλείου, που συντάσσονται από γιατρούς και δημοσιεύονται στον Τύπο την εποχή εκείνη (1839). Ο Σ. Οικονόμος καταγράφει παράλληλα, εν τω γίγνεσθαι, τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του Ναυπλίου στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας, γεγονός που κάνει τη Σύνοψή του πολύτιμη και για τη μελέτη του αστικού φαινομένου στην Ελλάδα της εποχής αυτής.

 

Στο αρχείο Κωνσταντίνου και Σοφοκλή Οικονόμου, που φυλάσσεται στο Κέ­ντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθη­νών, περιλαμβάνεται ένα χειρόγραφο του Σοφοκλή Οικονόμου με τίτλο «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας». [1] Το κείμενο που παραδίδεται στο χειρόγραφο, απαντά σε δύο εκδοχές: μία μικρής έκτασης και μία μεγαλύτερη. Η πρώτη φαίνεται πως προηγείται χρονολογικά και ύστερα ξαναδουλεύτηκε και προστέθηκαν σ’ αυτήν στοιχεία, ώστε να προκύψει μια δεύτερη, βελτιω­μένη, εκδοχή, η οποία είναι και μεγαλύτερη σε έκταση. Σε αυτή τη δεύτερη, που αποτελείται από 68 αριθμημένες από τον ίδιο τον συγγραφέα σελίδες, ο Οικονόμος έχει συμπεριλάβει και κάποια άλλα λυτά φύλλα, χωρίς αρίθμηση, στα οποία φαίνεται πως είχε ξαναδούλεψει κάποια από τα θέματα που ανα­φέρονται στο κείμενο. Τέλος, υπάρχουν μερικά ακόμη φύλλα που φαίνονται να είναι γραμμένα από άλλο χέρι, πράγμα που δείχνει πως εκτός από τα στοι­χεία που συνέλεξε ο ίδιος, κάποιοι του έστελναν επιπλέον πληροφορίες για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.

Το κείμενο συντάχθηκε, στην πρώτη του μορφή, στα 1838 και ξαναδου­λεύτηκε την ίδια ίσως χρονιά ή και αργότερα.[2] Αρχικός σκοπός της συγγραφής του, όπως φαίνεται από το εξώφυλλο της πρώτης, συνοπτικής εκδοχής του, ήταν να παρουσιαστεί στην Ιατρική Εταιρεία των Αθηνών και να εκδοθεί κατόπιν το κείμενο, τίποτα όμως από αυτά τα δύο δεν φαίνεται ότι συνέβη.

Σοφοκλής Οικονόμος, (Τσαρίτσανη Θεσσαλίας 1806 ή 1809 – Βισί, Γαλλία 1877). Λόγιος - γιατρός.

Σοφοκλής Οικονόμος, (Τσαρίτσανη Θεσσαλίας 1806 ή 1809 – Βισί, Γαλλία 1877). Λόγιος – γιατρός.

Ο συγγραφέας του χειρογράφου Σοφοκλής Οικονόμος είναι γυιος του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων. Γεννήθηκε στην Τσαρίτσανη της Θεσσαλίας λίγο πριν το 1810. Βαπτίστηκε Κυριάκος αλλά, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής να προτιμώνται τα αρχαιοελληνικά ονόματα, από μικρό τον φώναζαν Σοφοκλή. Στα 1810, η οικογένεια Οικονόμου, ακολουθώντας τον δρόμο του αρχηγού της Κωνσταντίνου, κατέφυγε στη Σμύρνη. Τη δεκαετία του 1810 ο Κωνσταντίνος Οικονόμος δίδασκε στο εκεί Φιλολογικό Γυμνάσιο και η διδασκαλία του αυτή του προσέδωσε τη φήμη του διδασκάλου του Γέ­νους.

Στη Σμύρνη ο Σοφοκλής πραγματοποίησε και τις εγκύκλιες σπουδές του. Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα τον διασκορπισμό της οικογένειας: ο πατέρας Κωνσταντίνος κατέφυγε στην Πετρούπολη και η υπόλοιπη οικογένεια, μαζί με τον Σοφοκλή, βρέθηκε, στα 1825, ύστερα από περιπέτειες, στη Βιέννη. Στην πρωτεύουσα της Αυστροουγγαρίας ο Σοφοκλής σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική. Τον Οκτώβριο του 1832 τελείωσε τις σπου­δές του στη Βιέννη και συνέχισε στη Λιψία και το Βερολίνο. Το 1833 έλαβε στο Βερολίνο και το δίπλωμα του ιατρού. Την ίδια χρονιά πήγε στο Παρίσι, όπου για ένα χρόνο εξειδικεύτηκε ως ασκούμενος, κυρίως στη χειρουργική. [3] Το 1834 ο Σοφοκλής μαζί με τον πατέρα του Κωνσταντίνο και την αδερφή του Ανθία – τα άλλα μέλη της οικογένειας, η μητέρα, η γιαγιά και ο θείος του Στέφανος είχαν πεθάνει σε επιδημία χολέρας στη Βιέννη το 1832- εγκαταστά­θηκαν στο Ναύπλιο. Στην πόλη αυτή άσκησε την ιατρική για τρία περίπου χρό­νια και στις αρχές του 1838 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Μέχρι τον θάνατο του πατέρα του, το 1857, άσκησε την ιατρική, κατόπιν όμως στράφηκε στην πραγματική του αγάπη, τη φιλολογία, μέχρι και τον θάνατο του στα 1877. Ενδιαφέρθηκε κυρίως για την Ιστορία της Παιδείας και της Εκκλησίας μετά την Άλωση, συνέταξε κατάλογο των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης (ο οποίος δεν εκδόθηκε), εξέδωσε όμως τα κατάλοιπα του πατέρα του.[4]

Το χειρόγραφο της «Ιατρικής χωρογραφίας» του Σοφοκλή, το οποίο απο­τελεί πολύτιμη μαρτυρία για μια σειρά από παραμέτρους της Νεοελληνικής Ιστορίας, δεν είχε την τύχη να εκδοθεί. Συντάχθηκε από παρατηρήσεις που ο ίδιος, κατά κύριο λόγο, συνέλεξε κατά τη διάρκεια της τριετούς παραμονής του στο Ναύπλιο. Κατά τη συγγραφή φαίνεται ότι ζήτησε διάφορα στοιχεία από φίλους του· κάποιοι από τους οποίους ανταποκρίθηκαν, ενώ άλλοι όχι. Ο κυριότερος συμπαραστάτης του ήταν ο φίλος του πατέρα του Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος Ολύμπιος, ο οποίος φρόντισε να συλλέξει και να του αποστεί­λει κάποιες συμπληρωματικές πληροφορίες για να τις ενσωματώσει στη μελέ­τη του την εποχή που και ο ίδιος είχε πια μόνιμα εγκατασταθεί στην Αθήνα. [5]

Οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες γράφτηκε το χειρόγραφο, και τα κίνητρα που τον ώθησαν στην ενέργεια αυτή, δεν μας είναι ξεκάθαρα. Στο προοίμιο του χειρογράφου της πρώτης –σύντομης – εκδοχής του κειμένου ο Σοφοκλής ομολογεί πως διατρίψας τρεις περίπου χρόνους εις την πόλιν της Ναυπλίας και περί την ιατρικήν περιγραφήν ταύτης φροντίσας συνήθροισα τας ακο­λούθους παρατηρήσεις, αίτινες δύνανται να δώσωσι υποτυπώδη σκιαγραφίαν τινά του κλίματος και των άλλων, όσα απαντώνται εις ιατρικήν περιγραφήν της πόλεως ταύτης. Στις προθέσεις του, όπως ο ίδιος ομολογεί, ήταν αφενός η ευχαρίστηση του κοινού και η ευμενής υποδοχή των «πρωτοφανών, παροδι­κών και νεανικών» αυτών παρατηρήσεων, αφετέρου η δημιουργία παραδείγ­ματος, για να παρακινηθούν οι συνάδελφοι του να «συντάξωσι και όλων των ελληνικών πόλεων τας περιγραφάς».[6]

Η σύνταξη αυτής της «Χωρογραφίας», η οποία, όπως προαναφέραμε, έμεινε ανέκδοτη, δεν αποτελούσε καινοτομία ως προς τη σύλληψη την οποία σκό­πευε να εισαγάγει ο Σοφ. Οικονόμος στην ελληνική επιστήμη και κοινωνία, ούτε πρόκειται για έργο που θα τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα. Τα χρόνια εκείνα, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, το νεοσύστατο Βασίλειο έκανε τα πρώτα του βήματα. Οι επιτελείς και οι σύμβουλοι που συνόδευαν τον νεοαφιχθέντα και νεαρό στην ηλικία βασιλιά Όθωνα, Βαυαροί στην πλειονότητά τους, μαζί με τους Έλληνες συνεργάτες τους προσπαθούσαν να οργανώσουν τις υπηρεσίες και τους θεσμούς θέτοντας τα θεμέλια ενός σύγχρονου κράτους. Η προσπάθεια αυτή στηρίχτηκε, κατά κύριο λόγο, στην ευρωπαϊκή παιδεία και εμπειρία που διέθεταν οι πρωταγωνιστές της. Πολλοί από τους θεσμούς και τις «καινοτο­μίες» που εμφανίστηκαν και καθιερώθηκαν τότε, δεν αποτελούσαν παρά με­ταφορά των αντίστοιχων εμπειριών της Δύσης. Κάπως έτσι διαμορφώθηκε το τοπίο και σε ό,τι αφορά στην οργάνωση της ιατρικής επιστήμης στη χώρα μας, γεγονός που συνδέεται άμεσα με το υπόμνημα του Σοφ. Οικονόμου.[7]

Στις αρχές του 1834 με Βασιλικό Διάταγμα ορίστηκαν τα «περί συστά­σεως ιατρών κατά νομούς και περί των καθηκόντων αυτών».[8] Ανάμεσα στα καθήκοντα των ιατρών που επρόκειτο να καταλάβουν τις σχετικές θέσεις, περιλαμβανόταν και η καταγραφή όλων των συμβάντων που σχετίζονταν με την ιατρική, τη φυσική ιστορία και τη μετεωρολογία, «διά να δυνηθή όσον τά­χιστα να καταστρωθή εντελής ιατρική τοπογραφία του Νομού».[9] Είναι σαφές από το Β.Δ. ότι η διοίκηση προφανώς γνώριζε τα σχετικά με την ιατρική το­πογραφία και τη χρησιμότητα της. Τόσο οι Βαυαροί αντιβασιλείς, και κυρίως ο Μάουρερ που είχε επιφορτιστεί με την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, όσο και ο I. Κωλέττης που ήταν υπουργός Εσωτερικών (σε αυτό το Υπουρ­γείο υπαγόταν η ιατρική οργάνωση της χώρας), έστηναν ένα οικοδόμημα εφά­μιλλο των ευρωπαϊκών προτύπων. Συνδέοντας τον διοικητικό μηχανισμό με τη συλλογή στοιχείων και παρατηρήσεων γύρω από την υγεία των κατοίκων και τις ασθένειες που επικρατούσαν, εκδήλωναν σαφώς την πρόθεση τους για αξιοποίηση των στοιχείων αυτών με κρατικές παρεμβάσεις στον τομέα της υγείας· αυτό, άλλωστε, θα όφειλε να πράξει κάθε χρηστή διοίκηση.

Η «ιατρική τοπογραφία», η συστηματική δηλαδή παρατήρηση και κατα­γραφή εκ μέρους των ιατρών των φυσικών συνθηκών (γεωγραφική θέση και περιγραφή, κλίμα, άνεμοι, διατροφή κ.λπ.) ενός τόπου και η σχέση τους με τη δημόσια υγεία και τις ασθένειες[10] δεν ήταν, όπως προαναφέρθηκε, καινούρ­για ιδέα. Η άποψη ότι ο τόπος επιδρά άμεσα στην υγεία των κατοίκων του ανήκει στον μεγάλο ιατρό του 5ου π.Χ. αιώνα Ιπποκράτη και εντοπίζεται στο έργο του Περί αέρων, υδάτων, τόπων. Εκεί υποστηρίζεται πως το κλίμα (και κυρίως οι άνεμοι), το ανάγλυφο του τόπου, τα νερά, η διατροφή και ο τρόπος διαβίωσης αποτελούν ουσιαστικούς παράγοντες στην εμφάνιση και την έντα­ση των διάφορων ασθενειών. Τις απόψεις αυτές ενστερνίστηκαν ήδη από την αρχαιότητα διάσημοι ιατροί όπως ο Κέλσος και ο Γαληνός. Με την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής σκέψης και γραμματείας στη δυτική Ευρώπη, που πα­ρατηρήθηκε από την Αναγέννηση και μετά, ήλθαν ξανά στην επιφάνεια αυτές οι μελέτες, κυρίως από τα τέλη του 16ου αιώνα, χάρη στον διάσημο ιατρό και αλχημιστή Παράκελσο και στη διδασκαλία του.[11]

Η αναβίωση των ιπποκρατικών θεωριών ασφαλώς και συνδέεται με τη γε­νικότερη ιστορική συγκυρία της εποχής. Από τα τέλη του 15ου αιώνα και για διακόσια περίπου χρόνια η ανθρωπότητα βίωσε αλλαγές μεγάλης εμβέλειας. Η μεγαλύτερη από αυτές, η διεύρυνση των ορίων του γνωστού κόσμου μετά τις ανακαλύψεις και τις εξερευνήσεις (που είχαν χαρακτήρα άλλοτε τυχοδιω­κτικό και άλλοτε οργανωμένης κατάκτησης) είχε πολλαπλές συνέπειες. Μία από αυτές ήταν και η ανακάλυψη καινούργιων ασθενειών που ανταλλάχθηκαν μεταξύ «νέου» και «παλαιού» κόσμου, γεγονός που τροφοδότησε σιγά – σιγά τη συζήτηση για τη σχέση της γεωγραφίας και της ιατρικής, την επίδραση δηλαδή του τόπου στην εκδήλωση των ασθενειών. Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα άρχισαν να καταρτίζονται μελέτες, στις οποίες η επίδραση των ιπποκρατικών ιδεών για το ζήτημα αυτό είναι φανερή.[12]

Η δημοσίευση του έργου του Charles Clermont (Carolus Claromontius) με τον ολοφάνερα «ιπποκρατικό» τίτλο De aere, locis et aquis terrae Angliae; deque morbis Anglorum vernacuiis, (Londres 1672), σήμανε ουσιαστικά την έναρξη της εποχής των ιατρικών τοπογραφιών. Τα χρόνια που ακολούθησαν η τάση αυτή απλώθηκε σε όλη σχεδόν την Ευρώπη.[13]

Προς το τέλος του 18ου αιώνα τα έργα που αναφέρονται σε περιγραφές διάφορων τόπων, θα αποκτήσουν νέα δυναμική. Πλάι στα κλασικά περιη­γητικά κείμενα, τα οποία πολλές φορές γράφονται από μνήμης ή ακόμη πε­ριγράφουν και σημεία που δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ οι συγγραφείς τους, θα πλαισιωθούν και οι τοπογραφίες. Μέσα σε ένα πνεύμα εγκυκλοπαιδικής περιέργειας αλλά και θέλησης για πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού, τα έργα αυτά θα συνδυάσουν την ιστορία, την περιγραφή των μνημείων και του τοπίου, την καταγραφή των παραγόμενων προϊόντων, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων οι συγγραφείς τους έχουν ζήσει στους τόπους που περιγράφουν, και τους έχουν γνωρίσει καλά. Σε αυτή τη βάση θα έλθει να προστεθεί, συστηματικότερα πια, και η περιγραφή των ασθενειών, για να δημιουργηθεί ένας νέος κλάδος της επιστήμης, η ιατρική τοπογραφία.

Ο νέος αυτός επιστημολογικός κλάδος σύντομα απέκτησε και πρακτικές προεκτάσεις, και μάλιστα στο πλαίσιο ενός νέου τύπου διοίκησης που μερι­μνούσε για την ευζωία των πολιτών της. Κάτω από την πίεση των κηρυγμάτων του Διαφωτισμού, αρχικά, και των κατακτήσεων της Γαλλικής Επανάστασης στη συνέχεια, η ιατρική τοπογραφία χρησιμοποιήθηκε για τον φωτισμό της διοίκησης σε θέματα δημόσιας υγείας και τη συνακόλουθη λήψη μέτρων για τη βελτίωση των κακώς κειμένων. Κλασικό παράδειγμα αυτού του νέου τύ­που αντιλήψεων αποτελεί η μεγάλη έρευνα, την οποία, ήδη από το 1776, ξε­κίνησε η Βασιλική Εταιρεία Ιατρικής της Γαλλίας με σκοπό να καταγράψει την επίδραση των στοιχείων του Ιπποκράτη (αέρας, νερό, γη) στην παθολογία των γαλλικών πόλεων και χωριών.[14]

Στον χώρο του νεοσύστατου ελληνικού Βασιλείου η ιατρική τοπογραφία εισάγεται, σε επίπεδο θεσμικό τουλάχιστον, από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η πρόθεση της διοίκησης για συλλογή πληροφοριών που θα οδηγούσαν στη δη­μιουργία «εντελούς» ιατρικής τοπογραφίας κάθε νομού, είναι σαφής, ωστόσο η υλοποίηση της δεν είχε τα αποτελέσματα που περίμεναν οι εμπνευστές της. Κάποια δειλά βήματα για την «καλλιέργεια» της πραγματοποιήθηκαν, τουλάχι­στον στα πρώτα χρόνια, έμειναν όμως μάλλον αποσπασματικά και η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη του ξεκινήματος. Σποραδικές προσπάθειες για ιατρικές χωρογραφίες διάφορων τόπων του ελληνικού Βασιλείου είναι σίγουρο πως έγιναν.

Ο νομαρχιακός ιατρός και μετέπειτα καθηγητής της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο I. Βούρος, για παράδειγμα, δημοσίευσε μια νοσολογική κατάσταση των Κυ­κλάδων το 1834,[15] ενώ και οι κατά τόπους «διοικητικοί ιατροί», όπως ονομά­στηκαν σε εφαρμογή της σχετικής διάταξης του Βασιλικού Διατάγματος που προαναφέραμε, προέβησαν σε αντίστοιχες παρατηρήσεις για το σύνολο σχεδόν των δήμων του ελληνικού κράτους. Τα στοιχεία που συνέλεξαν, ήταν κατά πολύ γενικότερα, ασαφέστερα, και κυρίως συντομότερα από εκείνα του Οικονόμου, και πάντως δεν οδήγησαν στη σύνταξη «εντελούς» ιατρικής τοπογραφίας των τόπων στους οποίους αναφέρονταν. Παρ’ όλα αυτά δημοσιεύτηκαν από τα τέλη του 1838 μέχρι και το 1840 ως Παραρτήματα στην εφημερίδα Ελληνικός Ταχυ­δρόμος, υπό τον τίτλο «Ιατροστατιστικοί πίνακες» των Διοικήσεων του ελληνι­κού Βασιλείου[16] και αποτελούν πολύτιμες πηγές για την εποχή. Αν οι εκθέσεις αυτές συνέχισαν να συντάσσονται είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε προς το πα­ρόν. Όταν ολοκληρωθεί η ταξινόμηση του Αρχείου του Υπουργείου Εσωτε­ρικών στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, ίσως το μάθουμε. Πάντως παρόμοιες δημοσιεύσεις δεν έγιναν κατά τον 19ο αιώνα. Σποραδικά κάποιοι, ευαίσθητοι σε τέτοια θέματα, ιατροί καταπιάνονταν με ζητήματα νοσολογίας διάφορων τό­πων, χωρίς, ωστόσο, να δημιουργηθεί ιδιαίτερη «σχολή».[17]

Το υπόμνημα του Οικονόμου και οι ιατροστατιστικοί πίνακες του 1838 ει­κονογραφούν τη σύνθετη πραγματικότητα της εποχής. Από τη μία πλευρά ένα κράτος που μόλις φτιάχνεται, και μια δημόσια διοίκηση που κάνει τα πρώτα βήματα της, και από την άλλη αυτοί που θα κληθούν να εφαρμόσουν στην πράξη τις προσταγές του, στην προκειμένη περίπτωση οι ιατροί. Στα 1825, όταν ξεκινάει τις σπουδές του στην ιατρική ο Σοφ. Οικονόμος, η ιατρική τοπογραφία (όρος που καθιερώθηκε από τους Γάλλους και τους Γερμανούς) με­τράει σχεδόν 150 χρόνια ύπαρξης και έχει ήδη διαμορφώσει ένα μεθοδολογικό corpus.[18] Σημειώνουμε χαρακτηριστικά ότι τα χρόνια 1785-1830 εκδόθηκαν περίπου 130 μελέτες ιατρικής τοπογραφίας μόνο στα γαλλικά, για να μη μι­λήσουμε για τα έργα που γράφτηκαν στην αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.

Ο Σοφοκλής είναι σίγουρο πως γνωρίζει την ευρωπαϊκή κατάσταση, όπως τη γνωρίζουν και οι υπόλοιποι ιατροί που συντάσσουν τους ιατροστατιστικούς πίνακες, αφού οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει στη Γερμανία, κατά κύριο λόγο, ενώ, επιπλέον, διαθέτουν και ισχυρή κλασική παιδεία. Με αυτό το δεδομένο οι εντολές του Υπουργείου δεν τους προκαλούν δυσφορία, αντι­θέτως, εντάσσονται στη λογική που γνώρισαν κατά την περίοδο των σπουδών τους. Μεταφέρουν, λοιπόν, στα καθ’ ημάς τις αντιλήψεις της εποχής τους γύρω από τα ζητήματα της ιατρικής τοπογραφίας (ή ιατρικής γεωγραφίας), εφαρμόζοντας στην πράξη αυτά που έμαθαν στη θεωρητική τους κατάρτιση.

Στο βιογραφικό σημείωμα που επισυνάπτει στη διατριβή του ο Σοφ. Οι­κονόμος, δεν αναφέρεται, ωστόσο, σε παρακολούθηση μαθημάτων ιατρικής τοπογραφίας. Από τις μελέτες για τα νοσολογικά φαινόμενα σε ελληνικές πε­ριοχές, που συγκροτούν το corpus της ελληνικής ιατρικής τοπογραφίας, είναι σαφές ότι γνωρίζει το παλαιότερο κείμενο του Μάρκου Φίλιππου Ζαλλώνυ για την Τήνο (1809) και ότι τα χρόνια εκείνα είχε εκδοθεί μία νοσολογία της Λευκάδας, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει ακριβή στοιχεία γι’ αυτή.[19] Το αντίστοιχο έργο του Ιταλού ιατρού Κάρλο Μπόττα για την Κέρκυρα, που κυ­κλοφόρησε αρκετά χρόνια πριν, φαίνεται ότι το αγνοούσε, ενώ δεν είχε πλη­ροφόρηση και για σύγχρονα του έργα που αναφέρονται στην Πελοπόννησο, ακόμη και στο ίδιο το Ναύπλιο.[20]

Η βιβλιογραφία που χρησιμοποιεί για τη σύνταξη της χωρογραφίας του, ποικίλλει. Ο ελάχιστος χρόνος που είχε περάσει από την εποχή των σπουδών του, του επιτρέπει να είναι ενημερωμένος ως προς τα πρόσφατα δημοσιεύμα­τα που αφορούν σε καθαρά ιατρικά θέματα. Για την ιστορία του Ναυπλίου μέχρι και την Επανάσταση του 1821 χρησιμοποιεί κυρίως συγγραφείς της αρ­χαιότητας και περιηγητές. Για την εποχή του Αγώνα, ωστόσο, και την περίοδο που ακολουθεί, παραπέμπει σε εφημερίδες και έργα της εποχής, ενώ γνωρίζει και σχολιάζει το άρτι τυπωθέν βιβλίο του Μάουρερ, τον οποίο, βέβαια, αντι­παθεί σφοδρά.[21] Σε κάποιες παραπομπές του, τέλος, χρησιμοποιεί τη νεότερη βιβλιογραφία της εποχής, πράγμα που αποδεικνύει ότι παρακολουθεί την εκ­δοτική παραγωγή.

Ερχόμαστε τώρα στο υπόμνημα. Είναι εμφανές – και από την έκταση του- ότι Σοφ. Οικονόμος έχει στο μυαλό του κάτι διαφορετικό από τη σύνταξη ενός απλού ιατροστατιστικού πίνακα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια προσέγγιση του Ναυπλίου συνολικότερη. Η αναφορά που ο ίδιος κάνει στο έργο του Ζαλλώνυ για την Τήνο, στο Προοίμιο του κειμένου του, μας φανερώνει το πρό­τυπο που έχει κατά νου για την προσέγγιση του θέματος. Έτσι, υιοθετεί την οπτική του Ζαλλώνυ και τα αντίστοιχα κεφάλαια της ανάλυσης του, φροντίζει όμως να προσθέσει και άλλα για πιο σύγχρονα θέματα: τη διαφορά ανάμεσα σ’ έναν τόπο υπόδουλο και τουρκοκρατούμενο και σε μια πόλη ενός μοντέρνου και σύγχρονου κράτους.

Οι ενότητες στις οποίες οργανώνει την περιγραφή του, είναι οι ακόλουθες: «Χωρογραφία», «Ιστορία της πόλεως», «Επιγραφαί ελληνικαί», «Περί των ενδόξων ανδρών της Ναυπλίας», «Περί του αέρος», «Πολιτική κυβέρνησις της Ναυπλίας», «Κλίμα», «Περί των φυσικών προϊό­ντων», «Περί των κατοίκων», «Περί της φυσικής ανατροφής», «Περί γάμων, γεννήσεων και θανάτων», «Περί των επιχωριαζουσών ασθενειών», «Περί των λουτρών», «Περί Νεκροταφείων», «Περί των φαρμακοπωλείων», «Περί του εγκεντρισμού», «Περί των νοσοκομείων», «Περί των φυλακών», «Περί του Ορφανοτροφείου και των σχολείων», «Περί των ιατρών», «Περί των μαιών». Από αυτές τις ενότητες εκείνη που καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση είναι η σχετική με την ιστορία της πόλης, που άρχεται από αρχαιοτάτων χρόνων, κάτι που είναι απολύτως φυσικό και σύμφωνο με την ιδεολογία της εποχής, αλλά αφορά και στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του Οικονόμου, ο οποίος φαίνε­ται ότι προτιμά τη φιλολογία από την ιατρική. Από την άποψη αυτή ο Οικονό­μος μοιάζει να επιχειρεί ένα συγκερασμό της κλασικής «περιηγητικής» προ­σέγγισης ενός τόπου με τις καινούργιες αντιλήψεις της ιατρικής τοπογραφίας.

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

Το Ναύπλιο κατά την εποχή που ζει εκεί ο Σοφ. Οικονόμος βιώνει μια αντιφατική περίοδο. Όταν ο ίδιος φτάνει, τον Οκτώβριο του 1834, η πόλη είναι η πρωτεύουσα του νεοσύστατου Βασιλείου και το κέντρο της πολιτικής ζωής και των αποφάσεων που λαμβάνονται. Όταν φεύγει, τρία χρόνια αργό­τερα, την άνοιξη του 1837, η πρωτεύουσα έχει μεταφερθεί στην Αθήνα, όπου και σπεύδει να μετοικήσει η οικογένεια Οικονόμου – μαζί και ο Σοφοκλής-, ενώ το Ναύπλιο προσπαθεί σιγά-σιγά να συνηθίσει τη νέα πραγματικότητα και να προσαρμοστεί στον ρόλο μιας επαρχιακής πόλης του ελληνικού 19ου αιώνα. Ο Οικονόμος με οξυδέρκεια παρατηρεί την πόλη και τον περιβάλλο­ντα χώρο, το οικιστικό πλέγμα, τους κατοίκους και τις συνήθειές τους και την επίδραση των νέων πραγμάτων και των ιδεών που ήλθαν μετά την απελευ­θέρωση με την Αντιβασιλεία. Η ματιά του άλλοτε είναι απλώς καταγραφική και άλλοτε διεισδυτικότερη. Παρατηρητής και αυτόπτης μάρτυρας της πραγ­ματικότητας που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, δίνει πληροφορίες από «πρώτο χέρι» για τη διαμόρφωση της πόλης, χωρίς να διστάζει να προτείνει και λύσεις, ιδιαίτερα σε θέματα που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, ένα θέμα που γνωρίζει πολύ καλά.

Το Ναύπλιο του Οικονόμου είναι μια πόλη «εύκτιστος», με διώροφα σπί­τια «ου πάνυ ευρύχωρα», ενώ στο προάστιο της Πρόνοιας τα σπίτια είναι «χθαμαλά και πλινθόκτιστα ως επί το πλείστον». Οι δρόμοι είναι μάλλον στενοί, λιθόστρωτοι και φέρουν ονομασία, υπάρχουν δύο πλατείες, τέσσε­ρις εκκλησίες και αρκετά δημόσια κτήρια, για τα οποία φροντίζει να δώσει ιστορικές πληροφορίες.[22] Όλα δείχνουν ότι η πόλη σιγά – σιγά προσπαθεί να αποκτήσει τα χαρακτηριστικά εκείνα που ταιριάζουν στην καινούργια πραγ­ματικότητα, εκείνη που διαφοροποιείται ριζικά από το οθωμανικό παρελθόν.

Γύρω από το Ναύπλιο η εξοχή είναι γεμάτη αμπέλια, νεόφυτα δένδρα και αρωματικά φυτά, έτσι ώστε η κοιλάδα χαρακτηρίζεται «αξιόλογος και τερ­πνή». Σε μικρή απόσταση, στην Τίρυνθα, ο «αοίδιμος Κυβερνήτης» φρόντισε να ιδρυθεί «Αγροκήπιον χάριν της γεωργίας εν εσχάτι αθλιότητι ούσης». Η παραμέληση του Αγροκηπίου μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφο­νία του Καποδίστρια, αλλά και η πολιτική της Αντιβασιλείας προσφέρει στον Οικονόμο την ευκαιρία να επιτεθεί στους «ιδιωφελείς αλλοεθνείς» και τον «πανηγυριστή των αυτού βέβηλων εν Ελλάδι πράξεων Μαουρέρον».

Το κλίμα της Ναυπλίας είναι «μέτριον και ευχάριστον». Το άλλοτε νοσηρό κλίμα, που επικρατούσε τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και του Αγώνα, βελ­τιώθηκε χάρη κυρίως στα μέτρα που έλαβε ο «αοίδιμος Κυβερνήτης» για την καθαριότητα της πόλης και τη δενδροφύτευση της ευρύτερης περιοχής. Τη βελτίωση αυτή «τρανότατα μαρτυρούσιν και η των επιδημιών έλλειψις και η των διαλειπόντων πυρετών ελάττωσις».[23] Επικρατέστεροι άνεμοι είναι κυρί­ως οι βοριάδες, ενώ οι νοτιάδες είναι κακοί για την υγεία των πολιτών, «αδυ­νατούντες τας τε του σώματος δυνάμεις και την φαντασίαν εκνευρίζοντες».[24]

Οι κάτοικοι της πόλης, μείγμα Πελοποννησίων, Στερεοελλαδιτών, Κρητι­κών κ.ά., ανέρχονται περίπου στις 10.000. Φυσιογνωμικά ο Ναυπλιεύς διαφέ­ρει λίγο από τους κατοίκους της υπόλοιπης Αργολίδας. Είναι μετρίου αναστή­ματος, «ικανώς μυώδης και έχει τους οφθαλμούς μέλανες. Οι γυναίκες είναι μάλλον όμορφες, αγαπούν δε «την των ενδυμάτων επίδειξιν». Γενικότερα «εις το Ναύπλιον βλέπει τις το γοργόν της κρίσεως και το ενεργόν του νοός, και την περί την ραδιουργίαν ευχέρειαν, ήτις χαρακτηρίζει τον Πελοποννήσιον».[25] Βασικά είδη διατροφής είναι τα ψάρια, τα χόρτα, οι ελιές, το τυρί και το κρέας, ενώ καταναλώνεται «κατά κόρον» κρασί και μέτρια ρακί. Στην ιδιωτική τους ζωή οι κάτοικοι είναι εγκρατείς και ολιγαρκείς, ενώ, όταν φι­λοξενούν φίλους, αγαπούν «την επίδειξιν της τρυφής».[26] Κύρια ασχολία τους είναι το εμπόριο.

Σε ό,τι αφορά στα ζητήματα της ιατρικής και της δημόσιας υγείας, η ματιά του Σοφ. Οικονόμου είναι πιο αναλυτική. Η παρατήρηση των συνηθισμένων ασθενειών του τόπου συνοδεύεται και από υποθέσεις για τα αίτια που τις προ­καλούν, αλλά και από τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καταπολέ­μησή τους. Αναφερόμενος στην πιο συνηθισμένη ασθένεια, τους διαλείποντες πυρετούς, δηλαδή την ελονοσία, κατά κύριο λόγο θεωρεί πως αυτή οφείλεται στο «ύφυγρον της Ναυπλίας», ενώ «οι από του Austro[27] πνέοντες άνεμοι και διά της Λέρνης ερχόμενοι συμβάλλουσι προς την των πυρετών γένεσιν».[28] Στους πυρετούς αυτούς πιο εκτεθειμένοι είναι όσοι ασχολούνται με γεωργικές εργασίες και οι χειρώνακτες. Από τις άλλες ασθένειες ιδιαίτερη εντύπωση του προκαλεί η «ελεφαντίασις των Ελλήνων», η λέπρα, που είναι συχνότατη στο γειτονικό Κρανίδι, τα θύματα της οποίας πολλές φορές αναζητούν θεραπεία στο Ναύπλιο, καθώς επίσης και τα κιρσώδη έλκη της κνήμης, από τα οποία πάσχουν οι χωρικοί των γειτονικών χωριών και των περιχώρων του Ναυπλίου.

Στα θέματα δημόσιας υγείας οι παρατηρήσεις του Οικονόμου είναι πο­λύτιμες. Όλα όσα σχετίζονται με αυτήν, ιδρύματα, άνθρωποι και πρακτικές, παρουσιάζονται, κρίνονται και σχολιάζονται. Οι αναφορές στα λουτρά (δημό­σια και θαλάσσια), τα νεκροταφεία, τα φαρμακοπωλεία, τα νοσοκομεία, τους ιατρούς, τις μαίες, τις πρακτικές εμβολιασμών και τις μεθόδους μαιευτικής που ακολουθούνται, είναι πλούσιες και συνδυάζουν τόσο την αποτύπωση της κατάστασης των πραγμάτων, όπως την βλέπει ο Οικονόμος, όσο και την κα­ταγραφή σπάνιων ιστορικών στοιχείων.

Η εξοικείωση με τη μέθοδο της επαγγελματικής του ζωής είναι εδώ εμ­φανής: πρώτα η διάγνωση των πραγμάτων και κατόπιν οι προτάσεις για θε­ραπεία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ζητήματα ιατρικής δεοντολογίας (ποιοι και κάτω από ποιες προϋποθέσεις ασκούν την ιατρική ή τη φαρμακευτική) και πρακτικής εφαρμογής. Η μαιευτική φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αν κρίνει κανείς από την έκταση που αφιερώνει στα σχετικά με την περιγραφή των τοκετών στο Ναύπλιο. Ο Οικονόμος, στηριζόμενος στις εμπειρίες του από τη Γερμανία, δεν διστάζει να καταθέτει τις προτάσεις του για τη βελτίω­ση των πραγμάτων, όπου το κρίνει αναγκαίο.

Από τα όσα σχετίζονται ευρύτερα με τη δημόσια υγεία, εκτεταμένη μνεία γίνεται στα νεκροταφεία του Ναυπλίου, και κυρίως στην ανάγκη ύπαρξης σύγχρονων νεκροθαλάμων (όπως εκείνοι που είχε εισαγάγει στη Γερμανία ο δάσκαλος του Ουφελάνδος), αλλά και στις φυλακές, οι οποίες από πλευράς υγιεινής βρίσκονται σε άθλια κατάσταση.[29]

Το χειρόγραφο του Οικονόμου είναι αποκαλυπτικό για τον τρόπο που βλέπει και κρίνει ο ίδιος τα πράγματα. Εδώ έχουμε, άλλωστε, να κάνουμε με έναν εκπρόσωπο εκείνης της γενιάς των Ελλήνων (των ετεροχθόνων, όπως ονομάστηκαν λίγα χρόνια αργότερα), οι οποίοι ερχόμενοι από το εξωτερικό προσπαθούν να προσαρμόσουν τις όποιες εμπειρίες και σπουδές τους στην πραγματικότητα ενός κράτους που κάνει τα πρώτα του βήματα. Στην περί­πτωση του Οικονόμου τα εφόδια και οι εμπειρίες που κουβαλάει είναι πολλές και μερικές φορές καθοριστικές. Η ηγετική προσωπικότητα του πατέρα του και η σύνδεση που έχει εκείνος με τη Ρωσία και το ρώσικο ανακτοβούλιο φαί­νεται πως επηρεάζουν ουσιαστικά και τον ίδιο.[30] Οσάκις – και δεν είναι λίγες οι φορές – αποτολμά σχόλια γενικότερης πολιτικής φύσης στη χωρογραφία του, η κατεύθυνση είναι σαφώς ευνοϊκή προς τις απόψεις του Ρωσικού Κόμ­ματος, του επονομαζόμενου των Ναπαίων.

Υπό αυτό το πρίσμα παρουσιάζεται και η περίοδος του Καποδίστρια, ο οποίος θεωρείται ο «πατήρ της ελληνικής πολιτείας».[31] Στα μάτια του Σοφ. Οικονόμου το θαυμαστό έργο του αοίδιμου Κυβερνήτη ήλθε να το ανατρέ­ψει η Αντιβασιλεία, και κυρίως ο «μιαρός» και «λωποδύτης» Μάουρερ. Η αποστροφή αυτή προς τους Βαυαρούς και την Αντιβασιλεία ασφαλώς και δεν συνάδει με τη γερμανική παιδεία, της οποίας υπήρξε μέτοχος ύστερα από μα­κρόχρονη παραμονή σε γερμανόφωνο χώρο (Βιέννη) και στην ίδια τη Γερμα­νία. Υπάρχουν, ωστόσο, την εποχή εκείνη, εκκρεμότητες και αντιπαραθέσεις τέτοιες, ώστε ο όποιος φιλογερμανισμός περνά σε δεύτερη μοίρα. Η υπόθεση, για παράδειγμα, της ανακήρυξης του αυτοκέφαλου της Ελληνικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (1834) δεν μπορούσε παρά να τον επηρεά­σει άμεσα. Ο Μάουρερ και οι Βαυαροί είχαν πρωταγωνιστήσει στην κίνηση αυτή, ενώ ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν ο ηγέτης όσων αντιδρούσαν.

Οι Βαυαροί δεν ήταν ο μόνος του «αντίπαλος». Πολλές φορές σημειώνει την ολέθρια επίδραση που έχουν στα ήθη και στις γενικότερες ασχολίες των κατοίκων οι συχνές επαφές με τους ξένους, το άνοιγμα στα νέα πράγματα, το οποίο φέρνει η ανεξαρτησία και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός του Βα­σιλείου. Αλλά η προς τους ξένους χάριν εμπορίου επιμειξία ως εκ της θέ­σεως της Ναυπλίας συνεπάγεται και ξένα μιάσματα φθοροποιά του ήθους, σχολιάζει, για να συμπληρώσει ότι ο εισαγόμενος ξένος πιθηκισμός περί τα των ευρωπαίων ήρξατο. Το αρρενωπόν εκείνο και σεμνόν και εμβριθές είδος του έλληνος χαλαρόν ποιείν και προς το της διαφθοράς κάταντες απωθείν και δούλον παρασκευάζειν, σημειώνει.

Η αντίθεση με τα ξενόφερτα πράγματα και η αίσθηση ότι οι ξενικές παρεμβάσεις έχουν ολέθρια αποτελέσματα στα ελληνικά πράγματα είναι διάχυ­τα στο κείμενο του. Οι αντιλήψεις του στα θέματα αυτά φαίνεται ότι συμπί­πτουν με εκείνες του πατέρα του, ο οποίος έχει επίσης τις ίδιες απόψεις κατά την εποχή εκείνη.[32]

Αλλού πάλι ομολογεί πως αυτολογοκρίνεται και αποσιωπά πράγματα της πρόσφατης ιστορίας της πόλης. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1827 το Ναύπλιο «απέβη θέατρον δραμάτων τραγικών. Η Φρουρά του Παλαμηδίου πολεμεί προς την της Ακροναυπλίας και πεισματώδης εμφύλιος πόλεμος δι’ όλου του Ιουνίου 1827 επικρατεί. Οικίαι κατακρημνίζονται, ο περίφημος προ της πόλεως ελαιών κατακαίεται, φυλακισμοί, μαστιγώσεις βίαιοι, δεσμοί και πολλά άλλα κακά καταπράττονται, επί των οποίων ρίπτοντες το κάλυμμα της λήθης αποσιωπώμεν την τραγικήν τούτων εξιστόρησιν».[33] Τα γεγονότα αυτά, στα οποία υπήρχε και πάλι «ξένος δάκτυλος», σύμφωνα με τον Οικονόμου, ήταν πολύ πρόσφατα και έτσι επιλέγει την πολιτική κριτική έναντι της ιστο­ρικής καταγραφής.

Ο Οικονόμος δεν είναι ένας συνηθισμένος επισκέπτης του Ναυπλίου. Η ματιά του ιατρού τον οδηγεί σε διάφορες παραμέτρους της πραγματικότητας, τις οποίες οι συνηθισμένοι περιηγητές του ελληνικού τοπίου προσπερνούν μάλλον γρήγορα και βιαστικά. Η «Χωρογραφία» του δεν αποτελεί μόνο μια απλή καταγραφή των πραγμάτων, αλλά μοιάζει περισσότερο με ένα φωτο­γραφικό λεύκωμα – ας μου επιτραπεί να την ονομάσω έτσι – του Ναυπλίου στα πρώτα βήματα του, στην παιδική του ηλικία. Αλλού αναγνωρίζουμε το στυλιζαρισμένο ύφος που οφείλουν να έχουν κάποιες «φωτογραφίες» αυτού του είδους, ενώ αλλού η πρωτοτυπία είναι εμφανέστατη. Το γεγονός πάντως ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχες «φωτογραφίες» άλλων ελληνικών πόλεων την ίδια εποχή αλλά ούτε και του Ναυπλίου σε μεταγενέστερη εποχή, ίσως κάνει ακόμη πιο πολύτιμο αυτό το χειρόγραφο του Σοφ. Οικονόμου.

 

 

Γιάννης Μπαφούνης

Ιστορικός

 Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ακαδημία Αθηνών, Κ.Ε.Μ.Ν.Ε., Αρχείο Οικονόμου, φάκ. XXVIII, 12. Το χειρό­γραφο εντόπισε ο Κώστας Λάππας και έφτασε στα χέρια μου μέσω του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη, που είχε πάρει παλαιότερα την άδεια έκδοσής του μαζί με τον Αριστοτέλη Κ. Σταυρόπουλο (1927-1994). Χωρίς τη βοήθειά τους η εργασία αυτή φυσικά και δεν θα είχε γίνει. Δικαιωματικά, λοιπόν, τους ανήκει η αφιέρωση του παρόντος άρθρου μαζί με τις ευχαριστίες μου.

[2] Ανάμεσα στις πηγές που χρησιμοποιεί ο Σ. Οικονόμος για τη συγγραφή της «Ια­τρικής Χωρογραφίας» του, είναι και ο Β’ τόμος του έργου του Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, Ήτοι συλλογή των περί την αναγεννωμένην Ελλάδα συνταχθέντων πολιτευμάτων, νόμων και άλλων επισήμων πράξεων από του 1821 μέχρι τέλους του 1832. Οι πρώτοι 7 τόμοι (από τους 11 συνολικά) του έργου αυτού εκδόθηκαν στον Πειραιά το 1839, γεγονός που προσδιορίζει χρονικά ότι τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη χρονιά ο Οικονόμος δούλευε το χειρόγραφό του.

[3] Λόγοι εκφωνηθέντες εν τη κηδεία Σοφοκλέους Κ. Οικονόμου του εξ Οικονόμων, υπό Μ. Γεδεών εν τω ναώ και Τιμολέοντος I. Φιλήμονος εν τω νεκροταφείω, Αθήνησι, Εκ του Τυπογραφείου «Παρνασσού», 1877, σ. 6.

[4] Στην εισαγωγή που προτάσσει ο Κώστας Λάππας στον πρώτο τόμο της αλληλογρα­φίας του Κωνσταντίνου Οικονόμου, αλλά και στα σχόλια που συνοδεύουν τις επιστολές, μπορεί να βρει κανείς πλήθος στοιχείων για την προσωπική πορεία του ίδιου και της οικο­γένειάς του. Βλ. Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, Αλληλογραφία, επιμέλεια Κ. Λάππας και Ρ. Σταμούλη, τ. Α’, 1802-1817, Αθήνα 1989 και τ. Β’, 1818-1822, Αθήνα 2002. Πλούσια στοιχεία περιέχει και η μελέτη του ίδιου «Η οικογένεια Κων. Οικονόμου μέσα από την αλληλογραφία της (1821 -1832)», στο Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου αφιερωμένου στη μνήμη του Κ. Θ. Δημαρά, Αθήνα 1995, σ. 393-419. Για τον Σοφοκλή Οικονόμο βλ. και Κωνσταντίνος I. Μανίκας, «Σοφοκλής Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Βιογραφικό διάγραμμα και συγγραφικό έργο», στην Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστήμιο Αθηνών, τ. Μ’, Αθήνα 2005, σ. 369-402.

[5] Βλ. τις χειρόγραφες σημειώσεις του Κ. Παπαδόπουλου Ολυμπίου στο τέλος της «Χωρογραφίας» του Σοφ. Οικονόμου, τις οποίες αναγνώρισε ο Κώστας Λάππας και μου τις γνωστοποίησε. Από τις σημειώσεις αυτές προκύπτει ότι ο Οικονόμος είχε απευθυνθεί σε διάφορους ζητώντας πληροφορίες για το Ναύπλιο, ανάμεσα στους οποίους αναφέ­ρονται οι Λάμπρος Σουλιώτης, Ν. Λουριώτης, ένας κουμπάρος του Οικονόμου ονόματι Ντανδρές κ.ά.

[6] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», Προοίμιον. Να σημειώσουμε εδώ ότι και ο πατέρας του, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, είχε ασχοληθεί με την περιγραφή πό­λεων δημοσιεύοντας στον Λόγιο Ερμή την «Αυτοσχέδιο διατριβή περί Σμύρνης» στα 1817 (15.10 και 1.11.1817), σ. 520-530 και 549-567 αντίστοιχα, όπου πραγματεύεται κυρίως την ιστορία της πόλης, αλλά κάνει και αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η δη­μοσίευση στον Λόγιο Ερμή κυκλοφόρησε και σε ανασελιδοποιημένο ανάτυπο αυτοτελώς (σ. 30 + 2.λ.) με τον τίτλο Πολιτειογραφία. Το κείμενο επανεκδόθηκε ως βιβλίο στα 1831 στη Μάλτα.

[7] Για την ιατρική πραγματικότητα της εποχής του Όθωνα βλ. Θαν. Μπαρλαγιάννης, «Η ταυτότητα του επίσημου ιατρικού σώματος στην Ελλάδα του Όθωνα: ανάμεσα στο ευρωπαϊκό επιστημονικό παράδειγμα και τις ντόπιες πολιτισμικές και πολιτικές πραγμα­τικότητες», στα Πρακτικά Συνεδρίου «Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα)», τ. Ε’, Αθήνα 2011, σ. 251-264.

[8] Φ.Ε.Κ. 7, 8/20.2.1834.

[9] Στο ίδιο, άρθρο 3, § θ’.

[10] Βλ. ένα πρόχειρο ορισμό της ιατρικής τοπογραφίας στο http://medconditions.net/ medical-topography.htm 1.

[11] Για την πορεία και τις τύχες των θεωριών του Ιπποκράτη στην αρχαιότητα αλλά και τον 17ο-18ο αιώνα βλ. Wesley D. Smith, The Hippocratic tradition, electronic edition, revised, 2002 (http://www.biusante.parisdescartes.fr/medicina/Hippo2.pdf. [πρώτη έκδοση: Cornell University Press, 1979]). To πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρεται στην αναβίωση των ιπποκρατικών θεωριών τον 17ο και 18ο αιώνα.

[12] Για μια σύντομη παρουσίαση βλ. Mirco D. Grmek, «Geographie medicale et histoire des civilisations», Annales. Economies, Societes, Civilisations, 18e annee, N. 6 (1963), σ. 1071-1097.

[13] Μια βασική βιβλιογραφία (ανεπαρκή, ωστόσο, για τα ελληνικά πράγματα) των ανά τόπο μελετών της ιατρικής τοπογραφίας μπορεί κανείς να βρει στο έργο του Α. Pauly, Bibliographie des sciences medicates: bibliographic biographic, histoire, epidemics, to­pographies, endemics, Παρίσι 1872.

[14] Για μια παρουσίαση επιμέρους θεμάτων της έρευνας αυτής που κράτησε από το 1776 μέχρι το 1793, βλ. το συλλογικό έργο των J. P. Desaive, P. Goubert, Ε. Leroy Ladurie, J. Meyer, Ο. Muller, J. P. Peter, Medecins, climats et epidemies a la fin du I8eme siecle, Παρίσι 1972.

[15] Βλ. I. Βούρος, «Νοσολογική κατάστασις των Κυκλάδων κατά το 1834 έτος», Ασκληπιός, τ. Α’, φυλ. ΙΑ’ (1.6.1837), σ. 369-388.

[16] Βλ. Γ. Η. Πεντόγαλος και Γ. Α. Σταθόπουλος, «Οι ιατροστατιστικοί πίνακες των Διοικήσεων του Ελληνικού Βασιλείου (1838-1839)», στην Επιστημονική Επετηρίδα τον Τμήματος Ιατρικής του Α.Π.Θ., τ. 17, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 271-280.

[17] Ενδεικτικά σημειώνουμε: Θ. Αφεντούλης, «Ιατρική νοσογραφία της Ανδρου», Ασκληπιός, Αθήνα 1858· Π. Παλλάδιος, «Τοπογραφική νοσολογία τινών δήμων Κυνου­ρίας», Ασκληπιός, Αθήνα 1858· Αν. Γούδας, Έρευναι περί Ιατρικής Χωρογραφίας και κλί­ματος Αθηνών, Αθήνα 1858·Γ. Βάφας, Αι Αθήναι υπό ιατρικήν έποψιν. Μέρος πρώτον, Η Πόλις, Αθήνα 1878· Χ. Κορύλλος, Αι Πάτραι υπό φυσικήν και ιατρικήν έποψιν, Αθήνα 1888· Ανδρ. Κ Φραγκίδη, Η νήσος Σύρος υπό τοπογραφικήν, κλιματολογικήν και ιατρικήν έποψιν, Ερμούπολη 1894· Στεφ. Κ. Καλλία, Η Χαλκίς υπό φυσικήν και ιατρικήν έποψιν, Αθήνα 1896.

[18] Ο L. L. Finke στον πρόλογο του 3ου τόμου του έργου του Versuch einer allgemeinen medicinisch-practichen Geographie, (3 τόμοι), Λιψία 1792-1795, παρουσιάζει ένα μεθοδολογικό κείμενο για το πώς πρέπει να συντάσσονται οι ιατρικές τοπογραφίες. Ο I. Βούρος, με σπουδές στη Γερμανία, γνωρίζει και παραπέμπει στο κείμενο αυτό. Βλ. «Νοσολογική κατάστασις των Κυκλάδων», ό.π., σ. 372. Αντίστοιχο υπόδειγμα σύνταξης ιατρικών τοπογραφιών δημοσιεύεται και στο έργο του J. Hennen, Sketches on the medical topography of the Mediterranean comprising an account of Gibraltar, the Ionian Islands and Malta to which is prefixed a plan for memoirs on medical topography, V.I-II, Λονδίνο 1830, σ.13-42.

[19] Μ. Zallony, Voyage a Tine, I’une des iles de Varchipel de la Grece, suivi d’un Traite de Vasthme, Παρίσι 1809. Στην πρώτη εκδοχή της τοπογραφίας του ο Οικονόμος σημειώνει χαρακτηριστικά: «έχουμε περιγραφάς της νήσου Τήνου υπό του ιατρού Μαρκάκη Ζαλλόνη (Voyage a Tine), της Λευκάδος υπό του Γάλλου». Ο Γάλλος αυτός είναι ο Alphonse Ferrara και πρόκειται για το βιβλίο του Coup d’ceil sur les maladies les plus importantes qui regnent dans une des iles les plus celebres de la Grece, ou Topographie medicale de I’He de Leucade, ou Sainte Maure, Παρίσι 1827 (68 σελίδες).

[20] Βλ. Carlo Botta, Storia naturale et medica dellisola di Corfu, που πρωτοκυκλοφορεί στο Μιλάνο στα 1798 και επανεκδίδεται στην ίδια πόλη στα 1823. Οι ιατροί που συνόδευαν το εκστρατευτικό σώμα του στρατηγού Μαιζών στην Πελοπόννησο (την περί­φημη «Expedition scientifique de la Moree») δημοσίευσαν δύο τουλάχιστον έργα ιατρικής τοπογραφίας. Πρόκειται για τη διατριβή του Ε. Joudan, Considerations sur la topographie medicate de Patras, Στρασβούργο 1834, και τη μελέτη του Prosper Gassaud «Memoires et observations sur les fievres intermittentes pernicieuses qui ont regne a Nauplie pendant Pautomne de 1832, precedes d’ un apercu topographique de cette ville», η οποία δημο­σιεύτηκε στο περιοδικό Recited de memoires de medecine militaire (τ. 40, Παρίσι 1836, σ. 1-60). Βλ., επίσης, P. Ε. Gittard, Considerations generates sur la constitution physique du Peloponese, et son influence sur le caractere et les maladies de ses habitants, Παρίσι 1834. Ο Οικονόμος δεν φαίνεται να γνωρίζει το έργο του J. Hennen, ό.π.

[21] Αναφερόμαστε στο κλασικό έργο Das griechische Volk in offentlicher, kirchlicher undprivatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe his zum 31. Juli 1834, Χαϊδελβέργη 1835, στο οποίο ο Μάουρερ, εκτός των άλλων, αναφέρεται και στην εμπει­ρία από τη συμμετοχή του στην Αντιβασυλεία (1833-1834). Συχνά κάνει αναφορές στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (1825-1832) και στον Σωτήρα. Από τις άλλες εκδόσεις ση­μειώνουμε το έργο του Χρ. Βυζαντίου, Ιστορία του τακτικού στρατού της Ελλάδος, από της πρώτης συστάσεώς του κατά το 1821 μέχρι του 1832, Αθήνα 1837, σε εκείνο του Παλαιών Πατρών Γερμανού, Υπομνήματα περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήνα 1837, καθώς επίσης και σε εκείνο του Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, ό.π.

[22] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 2 κ. εξ. Η αναφορά στην ονοματοδοσία των οδών είναι χαρακτηριστική της πορείας που ακολουθεί μια πρώην οθωμα­νική πόλη που αποκτά πλέον καινούργια αντίληψη για την ταυτότητά της.

[23] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 36.

[24] Στο ίδιο, σ. 35.

25 Στο ίδιο, σ. 46.

[26] Στο ίδιο, σ. 48.

[27] Austro: νοτιοδυτικός άνεμος.

[28] Στο ίδιο, σελίδα χωρίς αρίθμηση, μεταξύ των σ. 52-53 του κειμένου.

[29] Στο ίδιο, σ. 56. Αναφερόμενος στους βαρυποινίτες που φυλακίζονται στο Παλα­μήδι, ο Οικονόμος προτείνει τη μεταφορά τους στη Γυάρο, όπως «το πάλαι», όπου ασχο­λούμενοι με την εργασία θα ωφελούνται οι ίδιοι, αλλά και η πολιτεία θα μένει «ήσυχος και ασφαλής»· στο ίδιο, σ. 62.

[30] Για την πορεία του Κωνσταντίνου Οικονόμου και για την επίδραση που ασκεί στα παιδιά του, πολύτιμες πληροφορίες προσφέρει η αλληλογραφία του κατά την περίοδο 1802-1822. Βλ παραπάνω, υποσ. 4.

[31] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 29.

[32] Βλ. Κ. Λάππας, «Η οικογένεια Κων. Οικονόμου», ό.π., σ. 414 – 415.

[33] «Σύνοψις ιατρικής χωρογραφίας της Ναυπλίας», σ. 28.

 

Σχετικά θέματα:

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 174 other followers