Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού

 σας γνωστοποιεί ότι ο ιστότοπός της ενημερώνεται καθημερινά.

 

 

Προϋποθέσεις Χρήσης

 

 

Το σύνολο του περιεχομένου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και πολιτισμού στο διαδικτυακό τόπο http://www.argolikivivliothiki.gr, αποτελεί  πνευματική ιδιοκτησία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των συνεργατών της και προστατεύεται  από τις εθνικές (Νόμος 2121/93) και διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως,

απαγορεύεται αυστηρά οποιαδήποτε αναπαραγωγή (reformatting), αναδημοσίευση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (upload), διαμόρφωση, τροποποίηση, δημιουργία αντιγράφων site (mirroring) του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση του Δικαιούχου.

Επιτρέπεται

 η ελεύθερη αναπαραγωγή αντιγράφων μέρους ή του συνολικού έργου για προσωπική ή εκπαιδευτική χρήση, εφ’ όσον τα αντίγραφα αυτά δεν θα διανεμηθούν στη συνέχεια για κερδοσκοπικούς σκοπούς, με την προϋπόθεση  ότι  θα υπάρχει αναφορά της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης και των πηγών του άρθρου καθώς και η ηλεκτρονική διεύθυνση της βιβλιοθήκης.

Για τη χρησιμοποίηση

 για άλλους σκοπούς, όπως εμπορική εκμετάλλευση, φόρτωση σε άλλα ηλεκτρονικά συστήματα, αξιοποίηση μέρους του έργου για την παραγωγή νέου κ.α., απαιτείται η συνεννόηση με την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και πολιτισμού.

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

  

Φεστιβάλ Επιδαύρου. Τα κορίτσια του χορού, Ιούνιος 1955, εν αναμονή.

Η Αργολική Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, λειτουργεί ως ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ιστορικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Ο βασικός σκοπός  της είναι η έρευνα, ο εντοπισμός, η συλλογή, η ταξινόμηση, η διάσωση, η μελέτη και η έκδοση αρχειακού υλικού που αφορά στην ιστορική και πνευματική εξέλιξη και ανάπτυξη του νομού Αργολίδας, της Πελοποννήσου αλλά και γενικότερα της Ελλάδας.

Μέσα από την καταγραφή και την ανάδειξη αυτού του υλικού, στοχεύει να καταστήσει κοινωνούς όλους όσοι ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν, να μελετήσουν ή να αξιοποιήσουν αυτόν τον πολιτιστικό και ιστορικό θησαυρό.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη επιχειρεί να διασώσει, να διατηρήσει, να μελετήσει και να καταγράψει όσα στοιχεία του παρελθόντος ακόμη αχνά διακρίνονται, πριν τα καταπιεί ο χρόνος και η λήθη.

Οι συλλογές της, καλύπτουν πολύπλευρα την ιστορική εξέλιξη και την πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας και ειδικότερα της Αργολίδας, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.  

Η σημαντικότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ήδη κατέχει ιδιαίτερα πλούσιο αρχειακό υλικό που αφορά στην πολιτιστική και ιστορική πραγματικότητα της Ελλάδας, όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτιστικής πορείας του τόπου.

 

Ναύπλιο. Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930.

 

Την ουσιαστική προσφορά της Βιβλιοθήκης, από τα πρώτα της βήματα, εκτίμησε η Επιτροπή Πολιτών του Νομού Αργολίδας, που την πρότεινε ομόφωνα στον Οργανισμό Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και στις 22 Μαρτίου 2009, της απονεμήθηκε το Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς 2008, για την συμβολή της στην προώθηση του Πολιτισμού της Αργολίδας, στο διαδίκτυο. Επίσης η ΕΤ1 εκτιμώντας το έργο της, πρόβαλε γι’ αυτήν ένα ειδικό ντοκιμαντέρ – αφιέρωμα.

 

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

Καποδιστριακό Άργος. Λίγο πριν την παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1933 ( Αρχείο: Καλλιόπη Κιτσοπούλου).

 

Η αξιοπιστία και η συνέπεια της επικροτούνται  από διάφορους πνευματικούς φορείς και ιδρύματα, οι οποίοι συνεργάζονται μαζί της αξιοποιώντας το υλικό της, προκειμένου να εκδώσουν σχετικά βιβλία ή να συμπληρώσουν άλλες μελέτες τους.

 

Άργος. Πλατεία Αγίου Πέτρου, περίπου το 1930.

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τα θέματα που πραγματεύεται και δηλώνει ότι θα σταθεί συμπαραστάτης και αρωγός σε κάθε πρωτοβουλία που σχετίζεται με αυτά.

  Εκδόσεις Εκ Προοιμἰου

  

«Χαίρετε»: Ένα ελληνικό σώμα στρατού στο Γκαίρλιτς – Γεράσιμος Αλεξάτος


 

«Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η παραμονή τον Σώματος στη Γερμανία ήταν πράγματι ένα επεισόδιο εξαιρετικής σημασίας για τις ελληνογερμανικές σχέσεις και η σπορά που σκορπίστηκε… απέδωσε ήδη πλούσιους καρπούς».

Αρχαιολόγος καθηγητής Paul Jacobsthal, 1-2-1921.[1]

 

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Το Δ΄ Σώμα Στρατού που εγκατέλειψε τη Δράμα και παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 1916, μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς (Goerlitz) της Γερμανίας όπου και παρέμεινε υπό επιτήρηση για το υπόλοιπο του πολέμου.

Είναι αδύνατο να ασχοληθεί κανείς με τις πολυτάραχες ελληνο-γερμανικές σχέσεις κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, χωρίς να σκοντάφτει διαρκώς στο όνομα μιας μικρής, συνοριακής και διχοτομημένης σήμερα πόλης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, το Γκαίρλιτς (Görlitz). Το καλοκαίρι του 1916 – μεσούντος του Μεγάλου Πολέμου – 7.000 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί μεταφέρθηκαν εκεί, εκόντες άκοντες και κάτω από δραματικές συνθήκες, όπου και παρέμειναν επί δυόμισι χρόνια υπό το ιδιότυπο καθεστώς του αιχμάλωτου – φιλοξενούμενου του Κάιζερ. Η υπόθεση αυτή της μικρής αλλά ιστορικής πόλης της πάλαι ποτέ πρωσικής επαρχίας της Σιλεσίας, αποτελεί μια από τις τραγικότερες περιπλοκές της περιόδου εκείνης, που βιώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα στην Ελλάδα, καθώς η αμείλικτη διαμάχη του βασιλιά Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο σχετικά με τη στάση της χώρας απέναντι στα στρατόπεδα των αντιμαχομένων, οδήγησε στον πρώτο μεγάλο εσωτερικό διχασμό. [2]

Όμως οι σχέσεις του Γκαίρλιτς με την Ελλάδα δεν σταματούν εκεί. Το 1949, μετά το τέλος του Εμφύλιου Πολέμου στην Ελλάδα, 14.000 πολιτικοί πρόσφυγες μαζί με τα παιδιά τους, κατά μια παράδοξη ιστορική σύμπτωση, θα καταφύγουν στην ίδια ακριβώς πόλη. Το Γκαίρλιτς εν τω μεταξύ είχε διχοτομηθεί μετά το 1945, και οι ανατολικές συνοικίες του – εκεί όπου βρισκόταν 30 περίπου χρόνια νωρίτερα το ελληνικό στρατόπεδο – είχαν παραχωρηθεί στην Πολωνία με το όνομα Ζγκορζέλετς (Zgorzelec). Έτσι στη χωρισμένη στα δύο πόλη θα βρεθούν στις απέναντι όχθες του συνοριακού πλέον ποταμού Νάισε, Έλληνες δύο διαφορετικών γενεών – θύματα των μεγάλων συγκρούσεων του πρώτου μισού του 20ού Αιώνα – που για πολλά χρόνια ούτε καν θα υποψιάζονται την ύπαρξη συμπατριωτών τους στην αντίπερα όχθη.

Όλα ξεκίνησαν στις 18 Αυγούστου του 1916, όταν βουλγαρικός στρατός, έχοντας εξασφαλίσει το πράσινο φως της συμμαχικής γερμανικής ηγεσίας, εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην ανατολική Μακεδονία, την ίδια ακριβώς ημέρα που οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας επέδιδαν ταυτόσημες επίσημες διακοινώσεις στη φιλοβασιλική – μετά την αποπομπή του Βενιζέλου – κυβέρνηση των Αθηνών. [3] Σε αυτές παρέχονταν διαβεβαιώσεις για το σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και κυριαρχίας της χώρας: η στρατιωτική επιχείρηση δεν στρεφόταν εναντίον του ελληνικού στρατού και πληθυσμού και θα άφηνε άθικτες τις τρεις μεγαλύτερες πόλεις, Σέρρες, Δράμα και Καβάλα. Στο στόχαστρο – σύμφωνα με τις παρεχόμενες εγγυήσεις – ήταν αποκλειστικά οι δυνάμεις της Αντάντ, οι οποίες από τον προηγούμενο ήδη χρόνο στρατοπέδευαν στην κεντρική και δυτική Μακεδονία, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. [4] Το γεγονός αυτό, που έφερε τους εμπολέμους στα εδάφη της επισήμως «ουδέτερης» ακόμα Ελλάδας, είχε αποτελέσει ένα από τα κεντρικά σημεία διαφωνίας των δύο κέντρων εξουσίας της χώρας και είχε οδηγήσει στην υποχρεωτική παραίτηση του εκλεγμένου πρωθυπουργού, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην όξυνση της διαμάχης.

Οι γερμανικές διαβεβαιώσεις καθησύχασαν τον Κωνσταντίνο και το επιτελείο του. Δόθηκε λοιπόν εντολή στο εγκατεστημένο στην ανατολική Μακεδονία Δ ́ Σώμα Στρατού να μην προβάλει καμία αντίσταση και, αφού υποχωρήσει από τα συνοριακά φυλάκια, να αποσυρθεί στις τρεις πόλεις αναμένοντας νεότερες διαταγές. Ας αναφερθεί ότι επρόκειτο για τα υπολείμματα του Σώματος, καθώς λίγες μόλις εβδομάδες νωρίτερα είχε υποχρεωθεί με εντολή της Αντάντ να απολύσει όλες τις εφεδρείες του. [5]

Τα γεγονότα όμως εξελίχθηκαν διαφορετικά. Από την πρώτη στιγμή έγινε με πολύ οδυνηρό τρόπο αντιληπτό από τους κατοίκους και τους υπερασπιστές της περιοχής, ότι ο πραγματικός στόχος των εισβολέων δεν ήταν παρά η αιχμαλωσία του στρατού, η εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού και των τοπικών αρχών και η μόνιμη εγκατάσταση σε μακεδονικά εδάφη. [6] Μόλις οι ραγδαίες αυτές και απρόσμενες εξελίξεις έγιναν γνωστές στην Ελλάδα προκάλεσαν θύελλα αγανάκτησης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί εσπευσμένα το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη και να αποκτήσει ο Εθνικός Διχασμός και γεωγραφική υπόσταση. [7]

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου ο κλοιός γύρω από τις πόλεις άρχισε να σφίγγει και η κατάσταση να χειροτερεύει δραματικά. Χιλιάδες πρόσφυγες κατέκλυζαν την Καβάλα, προσπαθώντας να μεταβούν απέναντι στη Θάσο, ενώ ο προσωρινός διοικητής του Σώματος συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος – οι στρατηγοί ήταν όλοι (!) απόντες – με απεγνωσμένες καθημερινές εκκλήσεις προς το εθνικό κέντρο, το οποίο προκλητικά κώφευε, αναζητούσε τρόπους να εξασφαλίσει τρόφιμα στους πανικόβλητους κατοίκους και να προστατεύσει τους περικυκλωμένους στρατιώτες. [8] Η σκλήρυνση αυτή της βουλγαρικής στάσης οφειλόταν στην αλλαγή της στρατιωτικής ηγεσίας στο Βερολίνο, καθώς το υπό τους Hindenburg και Ludendorff νέο επιτελείο θεωρούσε πλέον την Ελλάδα «χαμένη υπόθεση», δίνοντας το πράσινο φως για την κατάληψη της Καβάλας και ολόκληρης της περιοχής, παρά τις προ τριών μόλις εβδομάδων παρασχεθείσες εγγυήσεις. [9]

Και ενώ η Αντάντ από την άλλη πλευρά, θεωρώντας ότι επρόκειτο για συμπαιγνία Αθηνών Βερολίνου, απέκλειε το λιμάνι της Καβάλας και κατάσχεσε την πιο κρίσιμη στιγμή – «για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού» – το μοναδικό ασύρματο της ελληνικής διοίκησης, ο Χατζόπουλος, πλήρως αποκομμένος, πιεζόταν αφόρητα από το Γερμανό αξιωματικό – τον κομιστή των αποφάσεων του Γερμανού στρατάρχη– να εγκαταλείψει πάραυτα την πόλη, χωρίς να του επιτραπεί να συνεννοηθεί με τους προϊσταμένους του, καθώς «σε περίπτωση άρνησης» θα ανοιγόταν «αμέσως πυρ εναντίον της Καβάλας». [10] Ο Έλληνας διοικητής τότε, υπό τη δαμόκλειο σπάθη της βουλγαρικής αιχμαλωσίας, απευθύνθηκε προσωπικά στον ίδιο τον Hindenburg, ζητώντας τη μεταφορά του Σώματος μαζί με τον εξοπλισμό του στη Γερμανία, όπου και ως «ουδέτερο» θα παρέμενε φιλοξενούμενο μέχρι το τέλος του πολέμου. [11]

Αναμένοντας τη γερμανική απάντηση, αποτάθηκε ταυτόχρονα και στους Άγγλους, ύστερα από εσπευσμένη σύγκληση του πολεμικού συμβουλίου του Σώματος, το οποίο προέκρινε την παράδοση στους Συμμάχους, υπό την προϋπόθεση ότι οι μονάδες θα μεταφέρονταν με πλοία σε λιμάνι της Παλαιάς Ελλάδας. [12] Έτσι το βράδυ της ίδιας ημέρας ολόκληρη η φρουρά της Καβάλας με πλήρη εξάρτυση και έχοντας εντολή επιβίβασης, συγκεντρώθηκε στο λιμάνι. Μόλις όμως έκαναν την εμφάνισή τους τα συμμαχικά πλοία, έντονοι διαπληκτισμοί μεταξύ του φιλοβασιλικού Χατζόπουλου, αξιωματικών της Εθνικής Αμύνης που τα συνόδευαν και του Βρετανού πλοιάρχου, που επέτρεπε την επιβίβαση μόνο σε εθελοντές του κινήματος της Θεσσαλονίκης, οδήγησαν τελικά στην υπαναχώρηση του διοικητή και στη ματαίωση του εγχειρήματος την τελευταία στιγμή. [13] Ο Χατζόπουλος, όταν βρέθηκε την κρίσιμη στιγμή μπροστά στο δίλημμα να παραδοθεί στους Γερμανούς, με ευνοϊκούς έστω όρους, ή να προσχωρήσει παρά τη θέλησή του στη βενιζελική Εθνική Άμυνα, προτίμησε το πρώτο.

Και ενώ μετά το θετικό τηλεγράφημα του Γερμανού στρατάρχη, ξεκινούσε υπό αφόρητη χρονική πίεση, «για να μην υπάρξει περιθώριο επικοινωνίας», [14] η πορεία των μονάδων προς τη Δράμα, τον πρώτο σταθμό του μεγάλου ταξιδιού, η Αθήνα – ειδοποιημένη από τους Άγγλους – τότε μόλις ξυπνούσε από το λήθαργο και φοβούμενη εσωτερικές και διεθνείς επιπτώσεις, διέτασσε – μέσω των Βρετανών – τη μεταγωγή των δυνάμεων στο Βόλο. Ήταν όμως πολύ αργά. Η πορεία είχε ήδη ξεκινήσει. [15]

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει "ΧΑΙΡΕΤΕ" . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η είσοδος του στρατοπέδου Γκαίρλιτς . Διακρίνεται πλήθος επισήμων και η φρουρά της πόλης για να υποδεχτεί τον ελληνικό στρατό. Υπάρχει μια μεγάλη επιγραφή στα ελληνικά που γράφει «ΧΑΙΡΕΤΕ» . Η φωτογραφία προέρχεται από το γαλλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916 και ο τίτλος της φωτογραφίας αποτυπώνει ανάγλυφα τα συναισθήματα των συμμάχων για την παράδοση του ελληνικού στρατεύματος, καθώς τιτλοφορείται «οι προδότες της Καβάλας εορτάζονται στη Γερμανία». Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Η μεταφορά σε γερμανικό έδαφος ενός σημαντικού τμήματος του στρατού μιας ουδέτερης χώρας προκάλεσε τον αποτροπιασμό της Αντάντ και του ουδέτερου κόσμου, ενώ έγινε φυσικά αποδεκτή με διθυραμβικά σχόλια από το σύνολο του γερμανικού Τύπου. Ο Ludendorff – παρά την εκφρασμένη αντίθετη επιθυμία του Χατζόπουλου – έδωσε διαταγή για επίσημη παλλαϊκή υποδοχή (παρελάσεις, στρατιωτικές μπάντες, επιγραφή «ΧΑΙΡΕΤΕ» και γιρλάντες στο ανακαινισμένο στρατόπεδο), «για να διαδοθεί στην Ελλάδα κατανόηση και συμπάθεια για τη γερμανική υπόθεση». [16] Αλλά με πραγματικό και γνήσιο ενθουσιασμό υποδέχτηκαν τη χαρμόσυνη είδηση οι ισχυροί τότε κύκλοι των φιλελλήνων. «Ο πόλεμος έφερε την Ελλάδα αιφνίδια και ορμητικά στο επίκεντρο του γερμανικού ενδιαφέροντος», [17] διαπίστωνε ο διάσημος τότε βυζαντινολόγος καθηγητής August Heisenberg, πυροδοτώντας την αναβίωση ενός – βραχύβιου έστω – κλίματος φιλελληνισμού, έναν πραγματικό «μήνα του μέλιτος» στις ελληνο-γερμανικές σχέσεις. Μεταξύ άλλων έκανε την εμφάνισή της και η πρώτη ημιεπίσημη οδηγία – με τον ενδεικτικό τίτλο «Εμπρός για τη Ελλάδα» – υπέρ του ανύπαρκτου τότε ελληνικού τουρισμού! [18]

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Φωτογραφία από τις ηχογραφήσεις στο στρατόπεδο Γκαίρλιτς. Ο 23χρονος λυράρης και βιολάτορας Μιχάλης Πολυχρονάκης πραγματοποιεί μία από τις παλιότερες ηχογραφήσεις κρητικής μουσικής παγκοσμίως.

Βεβαίως, η επίσημα προβαλλόμενη εικόνα της Ελλάδας ήταν εξαιρετικά μονόπλευρη και επιλεκτική: Οι «φίλοι» μας «κωνσταντινικοί» από τη μια, και οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι «ραδιούργοι βενιζελικοί» από την άλλη. Εικόνα που επρόκειτο να διατηρηθεί αμετάβλητη επί πολλές δεκαετίες, μέχρι τη γερμανική κατοχή. [19] Κατακλύστηκε τότε η μικρή πόλη της Σιλεσίας από κορυφαίους καθηγητές, ελληνομαθείς διπλωμάτες και εμπόρους, που κατέφθαναν από όλα τα μήκη και πλάτη της Γερμανίας με ποικίλα κίνητρα και αποστολές. [20] Μοναδική ήταν εξάλλου η ευκαιρία για τη διενέργεια ερευνών σε ελληνικού ενδιαφέροντος αντικείμενα, καθώς για πρώτη φορά υπήρχε έμψυχο υλικό άφθονο, συγκεντρωμένο και πρόθυμο στην υπηρεσία των αναπτυσσόμενων την εποχή εκείνη νεοελληνικών σπουδών. Έτσι – εν μέσω του φονικότερου πολέμου που είχε γνωρίσει έως τότε η ανθρωπότητα – στο ελληνικό στρατόπεδο πραγματοποιήθηκαν μελέτες, διατριβές και μοναδικές ηχογραφήσεις μουσικής και διαλέκτων από όλες τις περιοχές του ελληνικού κόσμου, που μόλις σήμερα βγαίνουν σταδιακά στο φως, προκαλώντας το ζωηρό ενδιαφέρον των ειδικών και όχι μόνο. Μεταξύ των καταγραφών ανακαλύφθηκε και η πρώτη εγγραφή ρεμπέτικου με συνοδεία μπουζουκιού παγκοσμίως. [21]

 

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

Το στρατόπεδο Γκαίρλιτς

 

Θετική και μακροχρόνια επίδραση είχαν τα μαθήματα γερμανικών για αξιωματικούς και για 700 εγγράμματους στρατιώτες, συγκροτημένα συστηματικά και με υψηλότατο επίπεδο διδασκαλίας, όπου συμμετείχε η αφρόκρεμα των νεοελληνιστών καθηγητών. [22] Ένας από αυτούς, ο αρχαιολόγος Jacobsthal, σε περιοδεία του ανά την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1920, έψαχνε παντού για «Γκορλιτσιώτες», όπως ονομάζονταν τότε οι επανακάμψαντες, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τους «πλούσιους καρπούς», που είχε αποδώσει η μακρόχρονη παραμονή του Σώματος και κυρίως το σχολείο γερμανικών στις αμοιβαίες σχέσεις.

 

Καρτ - ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

Καρτ – ποστάλ με 3 στιγμιότυπα από την άφιξη του 4ου σώματος στρατού στο Γκέρλιτς, το Σεπτέμβριο του 1916.

 

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Νέα του Γκέρλιτς (Goerlitz)», στις 3 Νοεμβρίου 1916, που εκδιδόταν στην ομώνυμη πόλη όπου είχαν μεταφερθεί οι περίπου 7.000 άνδρες του Δ΄ Σώματος Στρατού.

Το ξεχασμένο σήμερα επεισόδιο του Γκαίρλιτς επηρέασε και διαμόρφωσε την εικόνα πολλών Ελλήνων για τη γερμανική κοινωνία της εποχής. Σε αυτό συνέβαλαν και οι λιγοστοί μεν αλλά εξαιρετικά φιλόδοξοι νεαροί Έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι, που βρέθηκαν τυχαία – ως απλοί στρατιώτες ή αξιωματικοί – στο απομονωμένο στρατόπεδο της Γερμανίας. Διάσημοι πολλοί από αυτούς αργότερα – όπως ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου Βασίλης Ρώτας – έδωσαν εκεί τα πρώτα δείγματα γραφής της τέχνης τους, δεχόμενοι ταυτόχρονα επιρροές στη μετέπειτα πορεία τους. [23] Εκεί εκδόθηκαν οι πρώτες ποιητικές συλλογές τους, δοκίμια και χρονογραφήματα βγαλμένα από την πένα τους είδαν το φως της δημοσιότητας, ενώ σημαντικά έργα ζωγραφικής ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια της μικρής πόλης. [24] Σημείο αναφοράς και χώρος συνάντησης ήταν η μικρή ελληνική καθημερινή εφημερίδα (Τα Νέα του Görlitz αρχικά, τα Ελληνικά Φύλλα στη συνέχεια). [25] Κυρίως το πρώτο διάστημα, προτού η εξέλιξη των γεγονότων στην Ελλάδα και το βάθεμα του διχασμού βάλει φρένο στη δημιουργική προσπάθεια. Μπορούμε ίσως να μιλήσουμε για μια ιδιόμορφη προσέγγιση υπό τη σκιά του φοβερού πολέμου και στο πεδίο του πολιτισμού.

Αμέτρητα ήταν τα νήματα που συνέδεσαν τότε τους δύο λαούς. Δύσκολη και αντιφατική ωστόσο η σχέση με τους απλούς ανθρώπους του Γκαίρλιτς, καθώς δύο κόσμοι ξένοι μεταξύ τους και τόσο διαφορετικοί, προσέγγιζαν για πρώτη φορά ο ένας τον άλλο υπό τις πλέον αντίξοες συνθήκες. Η παρουσία χιλιάδων νέων ανθρώπων σε μια πόλη των 90.000 κατοίκων γινόταν ιδιαιτέρως αισθητή και της έδινε ασυνήθιστη ζωντάνια. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων το κέντρο της πόλης με τα στέκια των στρατιωτών και τις πάμπολλες ελληνικές επιγραφές, παρουσίαζε όψη ελληνικής επαρχιακής πόλης. Ωστόσο, τα πράγματα πίσω από τη βιτρίνα δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακά. Ο ασυνήθιστα βαρύς χειμώνας σε συνδυασμό με τη μονόπλευρη, ελλιπέστατη και ασυμβίβαστη με ελληνικές γεύσεις διατροφή, προκάλεσαν ανεπανόρθωτες βλάβες στην υγεία τους. [26] Μεγάλη ήταν εξάλλου η δυσαρέσκεια του τοπικού πληθυσμού, που έβλεπε με ανησυχία τους αξιωματικούς που, με τους μισθούς που εξακολουθούσαν να εισπράττουν άδειαζαν τα καταστήματα από το λιγοστό εμπόρευμα, ανεβάζοντας τις τιμές στα ύψη. Αλλά και το βραδινό «σουλατσάρισμα» στους δρόμους, πριν από τις αθρόες αποστολές εργασίας, δεν δημιουργούσε πάντα φιλικά συναισθήματα.

 

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Έλληνες στρατιώτες στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

 

Το γεγονός όμως που δημιούργησε τις μεγαλύτερες αντιζηλίες ήταν η εντυπωσιακή επιτυχία των Ελλήνων στο γυναικείο πληθυσμό. Σε καιρούς λειψανδρίας το αυξημένο ενδιαφέρον των γυναικών προς τους «εξωτικούς» τότε και ηλιοκαμένους νέους του νότου, εκδηλωνόταν ποικιλοτρόπως. Το ζήτημα έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Γινόταν λόγος ακόμα και για αρνητικές επιπτώσεις στο ηθικό των Γερμανών στρατιωτών στο μέτωπο. Τίποτε δεν μπόρεσε ωστόσο να ανακόψει τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των αρραβώνων και γάμων και εκατοντάδες οι γυναίκες του Γκαίρλιτς, που όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής, ήταν έτοιμες και αποφασισμένες να ζήσουν τον ελληνικό τους «μύθο». Οι δυσκολίες όμως που συνάντησαν στη γεμάτη καχυποψία και μίσος εποχή ήταν ανυπέρβλητες. Οι περισσότερες γύρισαν πίσω αποκαρδιωμένες. [27]

 

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Στιγμές καθημερινής ζωής στο Γκαίρλιτς. Αρχείο: Κατσαρού-Νασιάκου Μαρία.

Παρά το ειρηνικό περιβάλλον, οι ανθρώπινες απώλειες στο στρατόπεδο ήταν σημαντικές. Η φυματίωση και προς το τέλος η ισπανική γρίπη θέρισαν κυριολεκτικά τους εξασθενημένους από τις στερήσεις και το ασυνήθιστο ψύχος άνδρες. Τετρακόσιοι [28] περίπου άφησαν την τελευταία τους πνοή στη Γερμανία, ενώ βαθιά συγκίνηση προξένησε και ο αιφνίδιος θάνατος του σεβαστού στους στρατιώτες Χατζόπουλου.

 

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

Ο Μιλτιάδης Χατζής, του Αποστόλου και της Αικατερίνης, ο οποίος γεννήθηκε στους Σοφάδες Καρδίτσας το 1893 (αριθμός μητρώου αρρένων Νο. 24)υπηρέτησε ως υπολοχαγός και στη συνέχεια ως λοχαγός, σε διάφορα μέτωπα της Ελλάδος, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα, τον Μάιο του 1913, με κατεύθυνση τη Μακεδονία. Το 1916, οδηγήθηκε ως αιχμάλωτος στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας, πιθανότατα ως στρατιώτης του Δ΄ Σώματος Στρατού Καβάλας, το οποίο παραδόθηκε αύτανδρο στους Γερμανούς. Η Κα Κατσαρού – Νασιάκου προσκόμισε φωτογραφίες από το πατρικό της σπίτι, τις οποίες είχε στείλει ο Μιλτιάδης Χατζής (αδελφός της μητέρας της) στους γονείς του, κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του στο Γκαίρλιτς. Οι φωτογραφίες αυτές απεικονίζουν σκηνές εργασίας και διασκέδασης από την καθημερινή ζωή των στρατιωτών, όπως τις εργασίες των αξιωματικών στην τοπική εφημερίδα και βαρκάδα στον ποταμό Νάισε. Αλλού, παρουσιάζονται να παίζουν όργανα μουσικής (κιθάρα, ακορντεόν και βιολί). Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κυρίας Κατσαρού – Νασιάκου, στο Γκαίρλιτς έγιναν ηχογραφήσεις μουσικών οργάνων και, για πρώτη φορά παγκοσμίως, έλαβε χώρα η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού, τον Ιούλιο του 1917. Μετά το Γκαίρλιτς, ο Μιλτιάδης Χατζής επέστρεψε στην Ελλάδα, πιθανότατα στα Χανιά, ωστόσο, δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για την τύχη του.

 

Με την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου και την εγκατάστασή του στην Ελβετία (Ιούνιος του 1917), η εποχή του ελληνο-γερμανικού ειδυλλίου παρήλθε οριστικά. Η συμμετοχή της επίσημης Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, αλλά και η ύπαρξη ισχυρής μερίδας βενιζελικών στο Γκαίρλιτς, που άρχισαν πλέον να εκδηλώνονται, άλλαξε άρδην τα δεδομένα και μετέτρεψε την υπόθεση του «εχθρικού» πλέον στρατοπέδου σε διαρκή πονοκέφαλο.

Ταυτόχρονα, οι έως τότε επαρχιακοί στρατώνες μεταβλήθηκαν σε πανευρωπαϊκής εμβέλειας κέντρο επεμβάσεων και συνωμοσιών του εξόριστου βασιλικού περιβάλλοντος, που αδημονούσε για δράση. Μετά όμως την παταγώδη – και εν μέρει αιματηρή – [29] αποτυχία των βασιλικών σχεδίων, οι Γερμανοί ιθύνοντες απαίτησαν πλέον από τους Έλληνες την προσφορά παραγωγικής εργασίας, καθώς και εγγυήσεις για την πάταξη κάθε εχθρικής φιλοβενιζελικής δράσης. [30] Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν: 36 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν με την κατηγορία του βενιζελικού προπαγανδιστή σε «κανονικό» στρατόπεδο αιχμαλώτων στο

Βερλ της Βεστφαλίας (Ιανουάριος 1918), ενώ 5.000 στρατιώτες, ενταγμένοι σε πολυάριθμες εργατικές αποστολές, διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προσφέροντας την εργατική τους δύναμη μέχρι το τέλος του πολέμου στην πολεμική κυρίως βιομηχανία. [31]

 

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

Ενθύμιο από το Γκαίρλιτς

 

Στα παράδοξα του Γκαίρλιτς ανήκει και η αθρόα συμμετοχή των Ελλήνων στρατιωτών στη γερμανική επανάσταση των σπαρτακιστών το Νοέμβριο του 1918. Επηρεασμένοι από το διάχυτα ανατρεπτικό κλίμα της εποχής, αλλά και για δικούς τους ειδικούς λόγους, ήρθαν με ιδιαίτερη βιαιότητα σε ρήξη με τους αξιωματικούς, καθαίρεσαν το διοικητή και εξέλεξαν στρατιωτικά συμβούλια («ελληνικά «σοβιέτ» [32] του Γκαίρλιτς» θα ονομαστούν αργότερα), με κορυφαίο αίτημα την άμεση επιστροφή στην πατρίδα. Πρωτοφανή γεγονότα στα ελληνικά στρατιωτικά χρονικά, «φωτεινό παράδειγμα για τους φαντάρους, τους ναύτες και όλους τους εργαζόμενους της χώρας», θα γράψει ο Ριζοσπάστης 14 χρόνια αργότερα. [33] Γεγονότα όμως που, μετά τη διένεξη με τις γερμανικές αρχές, είχαν θλιβερή κατάληξη και έριξαν βαριά τη σκιά τους στην τελευταία πράξη του επεισοδίου, οδηγώντας τον κύριο όγκο των ανδρών σε άτακτη και περιπετειώδη φυγή. Χιλιάδες στρατιώτες εγκατέλειψαν άρον άρον τους στρατώνες και τους τόπους εργασίας, πασχίζοντας να διαφύγουν με κάθε μέσο, ακόμα και με τα πόδια, ατομικά πια ο καθένας ή σε μικρές ομάδες, προς τα πλησιέστερα σύνορα και από εκεί με οποιοδήποτε μέσο για την Ελλάδα. [34]

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Οι ελληνικές δυνάμεις παρελαύνουν στο κέντρο της πόλης ενώ πλήθος κόσμου παρακολουθεί. Φωτογραφία από το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Miroir, τεύχος 153, 29 Οκτωβρίου 1916. Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.

Αλλά η «Οδύσσεια» των ανδρών του Σώματος θα συνεχιστεί και μετά την πολυπόθητη παλιννόστηση. Βαρύς θα πέσει επί δικαίων και αδίκων ο πέλεκυς των διώξεων, οξύνοντας στο έπακρο τα πάθη του Εθνικού Διχασμού κατά τη διάρκεια μάλιστα της Μικρασιατικής Εκστρατείας. [35]

Αποστρατείες, ανακρίσεις και εγκλεισμός σε ειδικό στρατόπεδο τους ανέμεναν άμα τη αφίξει τους, αλλά και εξορίες, εκτοπίσεις ακόμα και θανατικές καταδίκες, καθώς πολλοί κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν ως ριψάσπιδες. [36] Έτσι δημιουργήθηκε εκ των υστέρων ο μύθος του Γκαίρλιτς ως συνώνυμο εθνοπροδοσίας, που απεδείχθη μακροβιότατος και απετέλεσε σημείο έντονης διαμάχης των αντιμαχόμενων παρατάξεων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.

Έκτοτε τα συμβάντα στη μακρινή Σιλεσία παραδόθηκαν στη λήθη. Δεν αποτελούσαν εξάλλου σελίδα δόξας για πολλούς από τους ιθύνοντες της εποχής. Για τους άνδρες όμως του Σώματος – θύματα και αυτοί της ατασθαλίας των τότε κυβερνώντων, όπως και όλοι οι κάτοικοι της ανατολικής Μακεδονίας – αλλά και για πολλούς από τους απογόνους τους, δεν επήλθε ποτέ η πολυπόθητη «κάθαρση» από την άδικη κατηγορία της προδοσίας. Ας ελπίσουμε ότι η παρούσα μελέτη, έναν περίπου αιώνα μετά τα συμβάντα, θα συμβάλει σε μια περισσότερο ψύχραιμη και νηφάλια επανεξέταση μιας από τις τραγικές πτυχές των προεκτάσεων του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Politisches Archiv Auswärtiges Amt (PA AA), φάκελος R63156, εμπιστευτική επιστολή καθηγητού Γιάκομπσταλ προς το Σύλλογο για τους Γερμανούς του Εξωτερικού (Verein für das Deutschtum im Ausland), 1.2.1921·βλ. επίσης το άρθρο του ιδίου «Gorlitzioten» στην περιοδική έκδοση Hellas, Organ der Deutsch-Griechischen Gesellschaft, αρ. 1, 1921.

[2] Για περισσότερα βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ), τόμ. ΙΕ ́, Αθήνα 2000, σ. 8-55· Leon G., Greece and the Great Powers 1914-1917, Θεσσαλονίκη 1974·Theodoulou C., Greece and the Entente, Θεσσαλονίκη 1971 κ.τ.λ.

[3] PA AA, φάκελος R22197, 14.8.1916.

[4] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 380.

[5] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ), Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, τόμ. Α’, σ. 133-136· Κυρομάνος (εκδ.), Η ιστορία τον Εθνικού Διχασμού κατά την αρθρογραφία των Ε. Βενιζέλον και I. Μεταξά, Αθήνα 2007, σ. 295-296.

[6] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, «Αναφορά περί της αναχωρήσεως των ελληνικών στρατευμάτων από την Καβάλα…» (αναφορά Χατζόπουλου), σ. 1· ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλ­κάνια, σ. 323-325.

[7] ΙΕΕ, σ. 37,40-41.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Ελλάς και ο πόλεμος εις τα Βαλκάνια, σ. 145-146. ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201, αναφορά Χατζόπουλου, σ. 4.

[9] ΡΑ ΑΑ, φάκελος R22201,7.9.1916, 8.9.1916.

[10] Ό.π., 8.9.1916.

[11] Ό.π., αναφορά Χατζόπουλου, σ. 8-9.

[12] ΓΕΣ/ΔΙΣ, φάκελος 380/Δ/3, Πρωτόκολλον συνταχθέν εν Καβάλα 28.8/10.9.1916.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Υπόμνημα υπολ. πυροβολικού Βακά Δημητρίου επί των γεγονότων παραδόσεως της Καβάλας και λοιπής Ανατολικής Μακεδονίας εις Γερμανοβουλγάρους, σ. 33·PA AA, R22201, Αναφορά Χατζόπουλου, σ. 10-11·Κυρομάνος, Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού, σ. 306-311·Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα 1931, σ. 191-195·Στρατηγού Παγκάλου, Απομνημονεύματα, τόμ. Β ́, 1959, σ. 114-115.

[14] PAAA, R22201, 8.9.1916.

[15] Leon G., Greece and the Great Powers, σ. 400·Theodoulou C., Greece and the Entente, σ. 300. Όπως αναγράφεται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (ΙΕΕ, τόμ. ΙΕ ́, σ. 82), ο ελληνικός πληθυσμός της Ανατολικής Μακεδονίας διώχθηκε συστηματικά, προκειμένου να επιτευχθεί ο εκβουλγαρισμός της περιοχής. Ας αναφερθεί ότι από τους 36.000 άνδρες κάθε ηλικίας που εκτοπίστηκαν στη Βουλγαρία, μόνο 17.000 κατάφεραν να επιζήσουν. Τέλη του 1918, όταν ο πόλεμος τελείωσε, επανήλθαν, πραγματικά ράκη, στις εστίες τους.

[16] PA AA, R22201, 22.9.1916.

[17] Heisenberg A., Neugriechenland, Leipzig 1919, σ. 3.

[18] Άρθρο του Dr. Dernburg B., Staatssekretär a.D. με τον τίτλο «Nach Griechenland» στην εφημερίδα Vossische Zeitung, 22.9.1916.

[19] Fleischer H., «Post Bellum, Das deutsche Venizelos-Bild nach dem 1. Weltkrieg» στο Gunnar Hering (εκδ.), Dimensionen griechischer Literatur und Geschichte, Φρανκφούρτη 2003, σ. 210-211.

[20] Εκτός από τους Heinsenberg και Jacobsthal στο Γκαίρλις εγκαταστάθηκαν τότε ο αρχαιολόγος Koch, ο βυζαντινολόγος Soyter, ο θεολόγος Weigel, ο ζωγράφος Schneiderfranken και πολλοί άλλοι. Ziebarth E., «Griechen in Deutschland», Hellas-Jahrbuch, 1937, σ. 73-74·Irmscher J., «Die Internierung des IV. Griechischen Armeekorps in Görlitz 1916-1918», στο Balcanica Posnaniensia, Πόζναν 1993, σ.154.

[21] Kratz D., Griechen in Görlitz 1916-1919. Studien zu akustischen Aufnahmen des Lautarchivs der Humboldt-Universität Berlin, διπλωματική εργασία, 8.3.2005. Bayerische Akademie der Wissenschaften (BΑdW), VII 466, φύλλο 4, συμφωνία μεταξύ Ακαδημιών Επιστημών Μονάχου και Βερολίνου.

[22] PA AA, φάκελος 72678, φύλλο 5, Kommandatur Görlitz, Griechen-Unterkunft, 30 Ιουνίου 1917.

[23] Εκτός από το Ρώτα, μεταξύ των «αιχμαλώτων-φιλοξενουμένων» βρέθηκαν ο επίσης ποιητής και άνθρωπος του Θεάτρου Λέων Κουκούλας, ο αργότερα δημοφιλής ηθοποιός Βασίλης Αργυρόπουλος, ο διάσημος στην Ιταλία ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης και άλλοι. Κατάλογος: Münchener Kunstausstellung, 1918, Kgl. Glaspalast, σ. 55.

[24] Στο Γκαίρλιτς, εκτός από την πρώτη ποιητική συλλογή του Ρώτα, εμφανίστηκε και το πρώτο από τα κατόπιν δημοφιλή «καραγκιόζικα» έργα του, που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους στρατιώτες. Δαμιανάκου Β. (επιμ.), Βίος και πολιτεία του Βασίλη Ρώτα, Αθήνα 1980, σ. 9·Καραγιάννης Θ., Ο Βασίλης Ρώτας και το έργο του για παιδιά και εφήβους, Αθήνα 2007, σ. 97·Χρονογράφημα «Καραγκιόζης», Νέα του Görlitz, αρ. 123, 17/30.3.1917.

[25] Στην έκδοση των εφημερίδων, αλλά και των φιλολογικού περιεχομένου Ημερολογίων και του δεκαπενθήμερου περιοδικού Εικονογραφημένη, καθοριστική ήταν η συμβολή του Λέοντα Κουκούλα, ο οποίος διεύρυνε εκεί σημαντικά τους μεταφραστικούς του ορίζοντες, εκδίδοντας και το πρώτο του δοκίμιο (Γράμματα από τη Γερμανία). Ζήρας Α. (εισαγ. -επιμ.), Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί Περίπατοι, Αθήνα 1999, σ. 114-121.

[26] Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το εξής απόσπασμα από τη βιογραφία του Schneiderfranken: «Η κακή διατροφή που ήταν υποχρεωμένος (ο τότε διερμηνέας Schneiderfranken) να μοιράζεται με τους εγκλείστους (Έλληνες στρατιώτες) –αλεύρι αναμεμειγμένο με ξυλάλευρα– έγινε η αιτία μιας στομαχοεντερικής πάθησης που τον βασάνιζε σε όλη του τη ζωή», Lienert O., Bô Yin Râ 1876-1943, Lehre und Biographie, Βέρνη 1994, σ. 43. Αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τη διατροφή –με κάποια διάθεση ωραιοποίησης– στο αδημοσίευτο πόνημα του Helmut Scheffel, Das IV. Griechische Armeekorps, 15. Juli 1920, Ratsarchiv Görlitz (RatArch, Rep. II S. 227 No. 4 Reg.21 F54), σ. 17-22.

[27] Beck C. (εκδ.), «Die schönen Griechen von Görlitz», στο Die Frau und die Kriegsgefangenen, Νυρεμβέργη 1919, τόμ. Β ́, σ. 67-75.

[28] Ο ακριβής αριθμός δεν είναι γνωστός εξαιτίας της άτακτης και περιπετειώδους φυγής των περισσότερων στρατιωτών. Οι εκτιμήσεις των συγχρόνων τους κυμαίνονταν από 270 έως 400 (Scheffel, Das IV. griechische Armeekorps, σ. 30). Βλ. επίσης καταθέσεις μαρτύρων στη δίκη του Γκαίρλιτς, π.χ. Πατρίς και Εμπρός, 20.5/2.6.1920. Από την πρόσφατη εργασία του κ. Θεοδώρου Νημά – του επιμελητή του βιβλίου μου (Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916-1919, εκδόσεις Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2010) – προέκυψε πίνακας θανόντων με 317 ονόματα, χωρίς όμως να είναι ολοκληρωμένος.

[29] Το Φεβρουάριο του 1918 απεστάλησαν μυστικά στην Ελλάδα δύο ζεύγη έμπιστων και προσεκτικά επιλεγμένων – από απεσταλμένο της Ελβετίας – αξιωματικών του Γκαίρλιτς, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην Πελοπόννησο με γερμανικό υποβρύχιο. Αποστολή τους ήταν η μεταφορά οδηγιών του εξόριστου Κωνσταντίνου σε ανθρώπους του στο εσωτερικό και η συλλογή πληροφοριών. Η επιχείρηση όμως έληξε σύντομα και άδοξα. Το πρώτο ζεύγος συνελήφθη γρήγορα, καταδικάστηκε σε θάνατο επί κατασκοπία και εκτελέστηκε, ενώ οι άλλοι δύο κρύβονταν διαρκώς μέχρι το Νοέμβριο του 1920. PΑ ΑΑ, R22198, 10.9.1917. Ενεπεκίδης Π., Η δόξα και ο διχασμός, 31992, σ. 706-724.

[30] Bundesarchiv Berlin Berlin-Zehlendorf (BArch), R901/86713, Αναφορά Γκρότε προς τους προϊσταμένους του, 2.7.1917.

[31] BAdW, VII 466, φύλλα 23,24, 8.1.1918. BArch, R901/84665, 28.2.1918. ΕφημερίδαΕμπρός, 23.6/6.7.1920.

[32] Έθνος, 17/30.12.1918.

[33] Ριζοσπάστης, 23.7.1932.

[34] Ratsarchiv Görlitz (RatArch), Akten des Arbeiter- und Soldatenrates der Stadt Görlitz betr. 4. griechisches Armeekorps, nach Wenzel: S. 74 (Nr. 334), Rep. III, S. 219, Nr. 14, από αρ. φύλλου 1 (12.11.1918) έως αρ. 226 (10.12.1918). Stinas A., Mémoires. Un révolutionaire dans la Grèce du XX. Siècle, Montreuil 1990, σ. 37. Εφημερίδα Ελληνικά Φύλλα, αρ. 241, 13.11.1918. Εφημερίδα Vorwärts, 20.11.1918.

[35] Όπως αναφέρει ο τότε ο στενός συνεργάτης του Βενιζέλου και διοικητής της μεραρχίας Σμύρνης, στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν στα Απομνημονεύματά του (Αθήνα 1948, σ. 267-268), μόλις πληροφορήθηκε ότι οι επανελθόντες αξιωματικοί του Γκαίρλιτς «εκρατούντο εις ένα ξερόνησον (στον Άγιο Γεώργιο Σαλαμίνας) υποφέροντες παντοειδείς στερήσεις», ζήτησε αμέσως να τους εντάξει στη μεραρχία του. Όμως δεν εισακούστηκε. Δέχτηκε μάλιστα παρατηρήσεις, επειδή είχε προβιβάσει «μερικούς οπλίτας, έχοντας τα νενομισμένα προσόντα, και οι οποίοι ανήκον εις το σώμα του Γκαίρλιτς. Ως εκεί έφθανε η εμπάθεια».

[36] Η δίκη των αξιωματικών του Γκαίρλιτς διήρκεσε οχτώ εβδομάδες (9/22.5 έως 30.6/13.7.1920) και έληξε με οχτώ θανατικές καταδίκες, οι οποίες όμως δεν εκτελέστηκαν. Βλ. καθημερινά δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής.

 

Γεράσιμος Αλεξάτος

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

«Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου».

Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την απώλεια του Αργολιδέα ιστοριοδίφη Τάκη Μαύρου κι ακόμα το έργο του δεν έχει αναγνωριστεί όπως θα έπρεπε. Εκκρεμεί πάντα ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Το σημερινό σημείωμα αποσκοπεί στο να μας θυμίσει το έργο του και ιδιαίτερα σε σχέση με το βενετσιάνικο Ναύπλιο.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Ο Τάκης Μαύρος ήταν ψηλός, λεπτός, με μυωπικά γυαλιά, ολιγόλογος και με ένα ειρωνικό βλέμμα. Όπως διηγείται και ο ίδιος, επηρεάστηκε πολύ από τον νεότερό του ποιητή Γιώργο Μακρή (1923-1968), ένα τέρας ευρυτάτων γνώσεων, γλωσσών και διεισδυτικής σκέψης. Μαζί του είχε μακρούς διαλόγους και ανταλλαγή βιβλίων κατά τη διάρκεια της Κατοχής κυρίως στην Πυργέλα. Παντρεύτηκε την Paule Champailler, καθηγήτρια γαλλικών, η οποία του έδωσε ένα γιο και πέθανε στη γέννα. Ο γιος του, Παύλος, είναι σήμερα καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Μαύρος θεωρούσε τον εαυτό του και Αργίτη και Ναυπλιώτη. Οι έρευνές του καλύπτουν και τις δύο πόλεις, αλλά και όλη την Αργολίδα, καθώς και την Αρκαδία, με τα μοναστήρια της. Μεγάλη ώθηση στις δημοσιεύσεις του έδωσε η μεταγενέστερη σχέση του με τη ζωγράφο Ντιάνα Αντωνακάτου, μαζί με την οποία έκαναν διάφορες άλλες δημοσιεύσεις.

Νομίζω ότι το ευτυχές για την ιστορία του Ναυπλίου εύρημα του Τάκη Μαύρου ήταν τα αρχεία της Βενετίας. Όπως ξέρουμε, όταν ο Ναπολέων διέλυσε το 1797 τη Δημοκρατία της Βενετίας, που είχε περιπέσει σε παρακμή τότε, τούτο δε συνοδεύτηκε από δήωση ή καταστροφή των αρχείων της. Αυτοί οι Βενετοί μεγάλοι γραφειοκράτες, που για τα πάντα έγραφαν και πάλι έγραφαν εκθέσεις, κόντρα εκθέσεις, αναφορές και επιθεωρήσεις, φύλαγαν τα πάντα στα αρχεία τους κι εκεί βρίσκονται, απλώς θέλει λίγη μέθοδο και τις ανάλογες γνώσεις να τα αναζητήσεις. Έτσι, για μεγάλα κομμάτια της Ελλάδας, όπου κυριάρχησαν οι Βενετοί, σε διάφορους περιόδους, μας μένει μόνο να ψάξουμε για να βρούμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τα έγγραφα αυτά, συνάγοντας ενδιαφέρουσες και βασικές πληροφορίες για εκείνες τις περιόδους και τόπους. Ο Τάκης Μαύρος δημοσίευσε το 1988 μια λεπτομερειακή μελέτη για το Παλαμήδι, που αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, σε συνεργασία με τη Ντιάνα Αντωνακάτου δύο τόμους με λεπτομερειακή περιγραφή για τα μοναστήρια της Αργολίδος και της Αρκαδίας, καθώς και για πάνω από 10 χρόνια (1988-1998) το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, μηνιαίο, που εξέδωσε πάνω από 107 τεύχη με χρηματοδότηση του Δήμου Ναυπλιέων επί δημαρχίας του Γεωργίου Τσούρνου. Το Δελτίο αυτό ο Τάκης Μαύρος το έγραφε σχεδόν μόνος του με την ενδεχόμενη βοήθεια του Κώστα Δανούση, άλλου ακάματου ερευνητή της περιοχής μας, του Γιάννη Ρηγόπουλου, του ναυπλιολάτρη και δικηγόρου Μπέτση Κωστούρου και συνεισφορές άλλων συνεργατών.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Διαβάζοντας τα τεύχη αυτού του σημαντικού Δελτίου, διαπιστώνουμε τη στενή σχέση του με τα αρχεία της Βενετίας. Μπορούμε να πούμε ότι ο Τάκης Μαύρος είχε ανακαλύψει τον Bartolomeo Minio πριν από τη Diana Wright και δημοσίευσε πολλές εκθέσεις του μεταφρασμένες από τον ίδιο στα ελληνικά. Επίσης δημοσίευσε και εκθέσεις του Προβλεπτή Barbarigo, μεταγενέστερου του Minio. Εκεί βλέπουμε τα καθημερινά προβλήματα των Βενετσιάνων διοικητών, τις σχέσεις με τους Τούρκους, τα προβλήματα με τους μισθοφόρους, την καθημερινή ζωή κ.λπ. Ακριβώς όπως η Diana Wright, αλλά χωρίς εξηγήσεις ή αναλύσεις του συλλέκτη. Δημοσιεύονται τα έγγραφα ως είχαν. Με αυτή την έννοια ο Τάκης Μαύρος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστοριοδίφης κι όχι ως ιστορικός, αφού λείπει η δικιά του ερμηνεία και ματιά. Βέβαια και μόνο η δημοσίευση των εγγράφων αυτών (τα οποία ζητούσε ταχυδρομικώς από τα αρχεία της Βενετίας και λάμβανε σε φωτοτυπίες και τα μετέφραζε με εφόδιο τα γαλλικά του) αρκεί για να μας δώσει υλικό για περαιτέρω επεξεργασία, όπως έκανε η Diana Wright στη διατριβή της. Τον Τάκη Μαύρο ενδιέφερε πολύ η ιστορική διαμόρφωση του Ναυπλίου και αυτή του η ανησυχία τον οδήγησε σε πλήθος μελετών.

Μια άλλη πρώτη πηγή για την ιστορία της πόλης είναι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα του 19ου αιώνα, κυρίως από το αρχείο του συμβολαιογράφου Περράκη, γύρω στο 1830-1860 (πωλητήρια, προικοσύμφωνα, διαθήκες, παραχωρητήρια κ.λπ.), τα οποία δημοσίευε στην πρώτη τους μορφή. Κι εκεί έχουμε μια εκπληκτική πρώτη πηγή, που μπορεί να μας χρησιμεύσει για οποιαδήποτε ιστορική παρατήρηση για τις συνθήκες διαβίωσης και οικονομικής κατάστασης εκείνων των χρόνων στο Ναύπλιο.

Ένα άλλο τιτανιαίο επίτευγμα του Τάκη Μαύρου, που δημοσιεύεται στο τεύχος 100 του Δελτίου, είναι ένας χάρτης του παλιού Ναυπλίου, με όλα τα σπίτια και τα ονόματα του κάθε ιδιοκτήτη και των προηγουμένων ή επομένων ιδιοκτητών με βάση συμβολαιογραφικές πράξεις, στις οποίες είχε αναδιφήσει. Τούτος ο απλός χάρτης σε σχήμα Α4 χρειάστηκε σίγουρα εκατοντάδες ώρες εργασίας και αναζητήσεων. Βλέπουμε την εξέλιξη των ιδιοκτητών των οικιών του Ναυπλίου, δηλαδή τους πρώτους ήρωες της Ανεξαρτησίας, που πήραν τα σπίτια των αγάδων και κατόπιν τους εμπόρους, ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, ντόπιους προύχοντες κ.λπ., οι οποίοι τους ακολούθησαν ως ιδιοκτήτες. Ο τίτλος του χάρτη είναι «Το Ναύπλιο στα μέσα του 19ου αιώνα» και ένα τέτοιο έργο σίγουρα μόνο η ερευνητική μανία του Μαύρου και η απροσμέτρητη αγάπη του για την πόλη μπορούσε να τον ωθήσει σε αυτό.

Αλλά η διαφορετικότητά του δεν σταματούσε εκεί. Δημοσίευσε σε συνέχειες μια εκπληκτική μελέτη για τα επώνυμα της Αργολίδος (παραλείποντας τα πολύ κοινά), τελείως τεκμηριωμένη με παραπομπές σε παλαιότερα έγγραφα ή βιβλία ή και σε αρχεία άλλων. Εκεί μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πώς παρέμειναν διάφοροι στρατιώτες και Ιταλοί fanti στην αργολική ύπαιθρο και την πόλη, μόνο και μόνο από τα επώνυμά τους, που μας παραπέμπουν στη Βενετία. Δαλμάτσος, Δαρσινός, Ρούσσος, Πίκης κ.λπ. μας θυμίζουν αμέσως τους Ιταλούς στρατιώτες, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί κτήματα στον αργολικό κάμπο, ως μέρος πληρωμής ή διαβίωσης αντί για τους μισθούς σε χρήμα ή σε δημητριακά, που συχνά η Βενετία αργούσε να πληρώσει. Αυτοί οι άνθρωποι έμειναν στην περιοχή μας και διαμόρφωσαν τη σημερινή μας ταυτότητα. Μαζί τους και πολλοί Αλβανοί μισθοφόροι, ήδη το όνομα του Μπλέσι, αλλά και των Μπούα, Βοζίκη και άλλων, μπορούμε να βρούμε σε κάποιους δρόμους του Ναυπλίου, αλλά και στο Αναπλιτοχώρι της Κέρκυρας, όπου πολλές τέτοιες οικογένειες μισθοφόρων μεταφέρθηκαν μετά την αναχώρηση των Βενετσιάνων, τοποθετώντας τους εκεί. Όλες αυτές οι οικογένειες υπηρέτησαν πιστά τη Δημοκρατία και πολλοί απ’ αυτούς ανταμείφθηκαν με τίτλους ευγενείας, αυξημένες χρηματικές αμοιβές, παράσημα, ακόμα και πορφυρές ρόμπες, χρώμα εξαιρετικής διάκρισης για τότε. Πολλοί απ’ τους αγρότες μας λοιπόν, εκτός από Έλληνες, είναι πρώην Βενετσιάνοι (ή Δαλματοί ή Βέλγοι ή Αρβανίτες κ.λπ.).

Μια άλλη έρευνα του Τάκη Μαύρου στο Δελτίο είναι τα τουρκικά κατάλοιπα στην ελληνική γλώσσα. Πάλι σε συνέχειες, παραθέτει μια σειρά από λέξεις δίνοντας την τουρκική και τη σημερινή ελληνική ερμηνεία τους και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλές λέξεις, των οποίων δεν γνωρίζουμε την προέλευση.

Ένας άλλος τομέας, που υφίσταται στο Δελτίο, είναι σημειώματα για διάφορες απόψεις του μετεπαναστατικού Ναυπλίου. Υπάρχουν ακόμα και περιγραφές μοναστηριών, αποτελέσματα της ευρύτερης έρευνάς του.

Με λίγα λόγια μπορεί κανείς να βρει πλήθος ιστορικών στοιχείων για το Ναύπλιο και την Αργολίδα στο πολύ πλούσιο αυτό Δελτίο Ιστορικών Μελετών, έργο ζωής μπορούμε να πούμε του αείμνηστου Τάκη Μαύρου, που αξίζει να ξαναδιαβαστεί και να χρησιμοποιηθεί από τους σημερινούς ιστορικούς και φοιτητές ιστορίας.

Ας είναι αυτή η σημερινή αναφορά ελάχιστη συμβολή στη μνήμη του.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Η Ηλέκτρα, η κορυφαία τραγωδία του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου, θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο Άργους το Σάββατο 29 Αυγούστου 2015 (9.15 μμ)


 

Η Ηλέκτρα αποτελεί μια σπουδή πάνω στις έννοιες της εκδίκησης, της μεταμέλειας και της Δικαιοσύνης. Το έργο παρακολουθεί το ανόσιο σχέδιο της Ηλέκτρας και του αδερφού της Ορέστη να εκδικηθούν το θάνατο του πατέρα τους. Βήμα βήμα, τα δυο αδέρφια βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους, μέχρι να αποκατασταθεί η ηθική τάξη και να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Η λεπτότητα με την οποία ο Ευριπίδης ανατέμνει τον ψυχισμό των ηρώων του, κάνοντας τα ηθικά τους διλήμματα να μοιάζουν και σήμερα καίρια και επιτακτικά, καθιστά την Ηλέκτρα ένα από τα αρτιότερα επιτεύγματα της παγκόσμιας δραματουργίας.

 

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

 

Την Ηλέκτρα σκηνοθετεί ο πανεπιστημιακός δάσκαλος και Ακαδημαϊκός κ. Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Ο σπουδαίος δημιουργός, με 200 και πλέον σκηνοθεσίες – ανάμεσά τους 40 τραγωδίες – σε ελληνικά κρατικά θέατρα, στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και στο εξωτερικό, για πρώτη φορά σκηνοθετεί την Ηλέκτρα του Ευριπίδη, δίνοντάς μας μια νέα συναρπαστική ανάγνωση του κλασσικού μύθου.

Τη μετάφραση υπογράφει ο Κ. Χ. Μύρης, το σκηνικό και τα κοστούμια ο Γιώργος Πάτσας, τη χορογραφία η Αντιγόνη Γύρα, τους φωτισμούς ο Λευτέρης Παυλόπουλος και την πρωτότυπη μουσική ο Γιάννης Αναστασόπουλος.

Τον ρόλο της Ηλέκτρας ερμηνεύει μια από τις πιο ταλαντούχες ηθοποιούς της νεότερης γενιάς, η κάτοχος του βραβείου «Μελίνα Μερκούρη» Μαρίνα Ασλάνογλου και το ρόλο του Ορέστη ο Θανάσης Κουρλαμπάς. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους της παράστασης βρίσκονται, επίσης, η Μαρίνα Ψάλτη (Κλυταιμνήστρα), ο Θοδωρής Κατσαφάδος (Αγγελιαφόρος), ο Γιώργος Ψυχογιός (Γεωργός) και ο Γιάννης Βόγλης (Παιδαγωγός). Τον θίασο πλαισιώνει ένας δεκαπενταμελής γυναικείος Χορός, δίνοντας σάρκα και οστά στο μύθο.

 

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

Η Ηλέκτρα του Ευριπίδη

 

Ηλέκτρα: Σύνοψη

Η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος, εραστές, αφού δολοφόνησαν τον Αγαμέμνονα προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τα δύο παιδιά του. Τον Ορέστη, που ζει εξόριστος και περιπλανάται ανέστιος, τον έχουν επικηρύξει τάζοντας αμοιβή σε όποιον τον δολοφονήσει. Την Ηλέκτρα, για να την ταπεινώσουν και να την αποκλείσουν από τα βασιλικά δικαιώματα, την παντρεύουν μ΄ έναν ξωμάχο ταπεινό γεωργό, ο οποίος όμως σέβεται την παρθενία της. Η Ηλέκτρα βοηθά τον σύζυγό της στις αγροτικές εργασίες στην καλύβα τους.

Ο Ορέστης με τον φίλο του Πυλάδη φτάνουν στο Άργος, ζητούν άσυλο στο φτωχικό της Ηλέκτρας, που δεν τους αναγνωρίζει, φέρνοντας δήθεν ειδήσεις για τον εξόριστο αδελφό της. Ο ξωμάχος γεωργός για να περιποιηθεί τους ξένους ζητά τη βοήθεια σε τρόφιμα από έναν γέροντα, ο οποίος ήταν στα χρόνια του Αγαμέμνονα παιδαγωγός του Ορέστη. Εκείνος έρχεται και τον αναγνωρίζει και η Ηλέκτρα με τον αδελφό της σχεδιάζουν το φόνο της μητέρας τους και του εραστή της.

Ορέστης και Πυλάδης σπεύδουν σε λαϊκή πανήγυρη όπου ο Αίγισθος θυσιάζει. Ένας αγγελιοφόρος φέρνει την είδηση ότι, κατά τη διάρκεια της θυσίας, ο Ορέστης σκοτώνει τον Αίγισθο επιστρέφοντας στην αγροικία της Ηλέκτρας και η κόρη καλεί την Κλυταιμνήστρα να έρθει να την συμβουλεύσει πώς να φασκιώσει το παιδί της που τάχα γέννησε. Η Κλυταιμνήστρα έρχεται και τα δύο της παιδιά την σφάζουν. Μετά το φόνο, ως από μηχανής θεοί, εμφανίζονται οι Διόσκουροι που προαναγγέλλουν τον χωρισμό των αδελφών και τη δίκη του Ορέστη στον Άρειο Πάγο και την αθώωσή του.

Κ.Χ. Μύρης

 

Μετάφραση: K.X.Μύρης
Σκηνοθεσία-Δραματουργική Επεξεργασία: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος
Μουσική: Γιάννης Αναστασόπουλος
Χορογραφίες: Αντιγόνη Γύρα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Πάτσας
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Παραγωγός: Μιχάλης Αδάμ

Ηλέκτρα: Μαρίνα Ασλάνογλου
Κλυταιμνήστρα: Ρένη Πιττακή
Πρεσβύτης: Γιάννης Βόγλης
Ορέστης: Θανάσης Κουρλαμπάς
Αγγελιαφόρος: Θοδωρής Κατσαφάδος
Γεωργός: Γιώργος Ψυχογιός
Κάστορας : Άγγελος Μπούρας
Πυλάδης: Νίκος Ιωαννίδης
Πολυδεύκης: Κωνσταντίνος Ελματζίογλου

Κορυφαίες-Χορός (Αλφαβητικά)


Αλίκη Αβδελοπούλου
Γεωργία Ανέστη
Εϋα Βάρσου
Φανή Γέμτου
Μαριλού Κατσαφάδου
Ρένα Κυπριώτη
Ειρήνη Κυρμιζάκη
Γιάννα Μαλακατέ
Ελίνα Μάλαμα
Μαρία Μαλλούχου
Σύνθια Μπατσή
Μαριαλένα Ροζάκη
Μαρία Τζάνη
Μαίρη Χάγια
Εύα Χριστοδούλου

Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων – Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010


 

Όταν το καλοκαίρι του 2008 συναντηθήκαμε για να σχεδιάσουμε το πρόγραμμα των «Οροσήμων των ελληνο-γερμανικών σχέσεων», δεν φανταζόμασταν πόσο επίκαιρο θα ήταν το θέμα στον καιρό που θα γινόταν το συμπόσιο. Σήμερα η Ελλάδα είναι δυστυχώς πρώτο θέμα στην Ευρώπη. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και οι ειδήμονες επιδιώκουν να τραβήξουν την προσοχή με υπονοούμενα ή με ευρηματικά σχόλια για την κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα και τη μελλοντική εξέλιξη της οικονομίας της. Ωστόσο, για τους περισσότερους από αυτούς ισχύει ότι δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την Ελλάδα μετά το Μέγα Αλέξανδρο. Αυτό το κενό προσπαθεί να καλύψει, εν μέρει, το ανά χείρας βιβλίο από την πλευρά των ελληνο-γερμανικών σχέσεων τελευταίων δύο αιώνων. […] (Ευάγγελος Χρυσός, Wolfgang Schultheiss, από τον πρόλογο του βιβλίου)

 

Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων

Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων

 

Περιέχονται οι εισηγήσεις:

Η περίοδος πριν από την Επανάσταση

– Hans Eideneier, «Ο ενθουσιασμός για την Ελλάδα στη Γερμανία και την Ευρώπη»
– Μίλτος Πεχλιβάνος, «Οι «φιλογερμανοί» και ο νεοελληνικός Διαφωτισμός
– Φίλιππος Πετσάλνικος, «Εισαγωγική ομιλία»

Ο Όθων και η εποχή του

– Μιχάλης Σταθόπουλος, «Η έννομη τάξη στην Ελλάδα του Όθωνα»
– Μιχάλης Τσαπόγας, «Οι Βαυαροί στην Ελλάδα και η πορεία προς τον κοινοβουλευτισμό»
– Βάνα Μπούσε, «Ξένες στην οθωνική Ελλάδα»

 

 Αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833 - Λιθογραφία του Gustav Kraus

Αποβίβαση του Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833 – Λιθογραφία του Gustav Kraus

 

Η Ελλάδα από το 1863 έως το 1914

– Κώστας Ράπτης, «Ελληνο-γερμανικές σχέσεις στη μετα-οθωνική εποχή πριν και μετά το Συνέδριο του Βερολίνου»
– Hans-B. Schlumm, «Πόθος για την ελευθερία; Οι φιλέλληνες της δεύτερης γενιάς: η περίπτωση του Joseph Mindler»
– Hans – Joachim Gehrke, «Ο ρόλος της γερμανικής αρχαιολογίας στην Ελλάδα»

Ελλάδα και Γερμανία στα χρόνια του Παγκοσμίου Πολέμου

– Μαριλίζα Μητσού, «Ελληνο-γερμανικές σχέσεις στη λογοτεχνία και την επιστήμη τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα»
– Κώστας Λούλος, «Οι ελληνο-γερμανικές σχέσεις στη σκιά του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου»
– Γεράσιμος Αλεξάτος, «»ΧΑΙΡΕΤΕ»: Ένα ελληνικό σώμα στρατού στο Γκαίρλιτς»

Ελληνο-γερμανικές σχέσεις πριν και μετά το Παγκόσμιο Πόλεμο

– Νίκος Παπαναστασίου, «Οι ελληνο-γερμανικές σχέσεις κατά τη δεκαετία του 1930»
– Hagen Fleischer, «Γερμανο-ελληνικές σχέσεις στη σκιά του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου»
– Νικόλαος Κ. Κλαμαρής, «Έλληνες επιστήμονες στη Γερμανία»
– Γεώργιος Ξηροπαΐδης, «Δημιουργική παρανόηση. Η αισθητική του Kant στη σύγχρονη Ελλάδα»

Νέο ξεκίνημα μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο

– Cay Lienau, «Το ελληνικό μεταναστευτικό ρεύμα και οι επιπτώσεις του στις περιοχές αποστολής και υποδοχής»
– Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος, «Οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-Γερμανίας μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο»
– Ηλίας Κατσούλης, «Δημοκράτες κατά συνταγματαρχών: Έλληνες στη Γερμανία από το 1967 έως το 1974»
– Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, «Η Ελλάδα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο»
– Αιμιλία Ροφούζου, «Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας: οι Έλληνες και το δεύτερο γερμανικό κράτος»

Καταληκτήρια συνεδρία

– Sigrid Skarpelis – Sperk, «Ελλάδα και Γερμανία: 40 χρόνια προσωπικών και πολιτικών εμπειριών»
– Τάσος Κριεκούκης, «Ελληνο-γερμανικές σχέσεις: μια προσωπική εμπειρία»
– Wolfgang Schultheiss, «Συμπεράσματα»
Εκδότης: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων

Αθήνα, 2010

ISBN13: 978-960-6757-28-0

ISBN: 960-6757-28-5

Σελίδες: 374

Αλή Πασάς, από λήσταρχος ηγεμόνας – Αναστάσιος Παπασταύρος


 

Αλή Πασάς, από λήσταρχος ηγεμόνας

Αλή Πασάς, από λήσταρχος ηγεμόνας

Η πολυτάραχη ζωή του Αλή Πασά (περίπου 1740 – 1822) είναι – από μόνη της – ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα. Τα έχει όλα: μεγαλείο και παρακμή, ατέλειωτους πολέμους και σπουδαία ειρηνικά έργα, μεγαλοσύνη και μικροπρέπεια, λεηλασίες και αγαθοεργίες, διπλωματία και ίντριγκες, έρωτες και ηθικολογίες, αντρειοσύνη και μικροψυχία. Κυριάρχησε για 32, σχεδόν, χρόνια στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας και της Αλβανίας, δημιουργώντας ένα κράτος πρότυπο, που το θαύμαζαν οι ευρωπαίοι. Η πρωτεύουσά του, τα Γιάννενα, κατά την περίοδο της ηγεμονίας του υπήρξε μεγάλο πνευματικό, πολιτιστικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο.

 

Νεαρή Αλβανίδα της Ηπείρου, λιθογραφία π. 1820, André Léon Larue Mansion (1785-1834)

Νεαρή Αλβανίδα της Ηπείρου, λιθογραφία π. 1820, André Léon Larue Mansion (1785-1834)

 

Στην Αυλή του γαλουχήθηκαν οι μετέπειτα πρωταγωνιστές του 1821, Μάρκος Μπότσαρης, Αθανάσιος Διάκος, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Ιωάννης Κωλέττης, καθώς και οι πρωτοπόροι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, Αθανάσιος Ψαλίδας, Ιωάννης Βηλαράς και Νεόφυτος Δούκας.

 

Αλή Πασάς

Αλή Πασάς

 

Η επίσημη γλώσσα της αχανούς επικράτειάς του ήταν η ελληνική. Χρηματοδότησε, με μεγάλα ποσά, τη Φιλική Εταιρεία, με την οποία βρισκόταν σε στενή επαφή. Διάνοιξε δρόμους, αποξήρανε έλη, έχτισε πάμπολλα γεφύρια, δημιούργησε λιμάνια, ανήγειρε δεκάδες χριστιανικές εκκλησίες και καθιέρωσε ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το οποίο έμεινε παροιμιώδες.

Ο Ναπολέων εκλιπαρούσε για τη συμμαχία του, οι βασιλείς της Αγγλίας και της Σουηδίας του έστελναν δώρα, ο Μέτερνιχ και ο βασιλιάς της Νεαπόλεως αλληλογραφούσαν μαζί του, ενώ όλες οι τότε «μεγάλες δυνάμεις» είχαν ιδρύσει προξενεία στα Γιάννενα. Ο Λαμαρτίνος, Βίκτωρ Ουγκώ, ο Αλέξανδρος Δουμάς και ο Γκαίτε έγραψαν γι’ αυτόν, ενώ ο Λόρδος Μπάυρον τον αποκάλεσε «Μουσουλμάνο Βοναπάρτη». Δολοφονήθηκε – με δόλο – στις 5 Φεβρουαρίου του 1822, στη Νήσο των Ιωαννίνων, από τους σουλτανικούς τούρκους, όμως η σκιά του εξακολουθεί να πλανάται ακόμη και σήμερα στα κάστρα και τα σοκάκια των Ιωαννίνων, της πρωτεύουσάς του.

 

Περιεχόμενα

Πρώτος τόμος

Γεννημένος Λήσταρχος –  Πασάς στα Γιάννενα – Ένα Κράτος Πρότυπο – Ο Χαλασμός της Πρέβεζας – Η Υποταγή του Σουλίου – Βίος και Πολιτεία – Σοβαρά και Ευτράπελα – Μια Ζωή Γεμάτη Αίμα – Λόρδος Μπάιρον και Αλή Πασάς

Δεύτερος τόμος

Ευφροσύνη Βασιλείου – Βασιλική Κονταξή – Η Πώληση της Πάργας – Στο Απόγειο της Δύναμης – Η Αρχή του Τέλους –
Το Κύκνειο Άσμα – Οι Κρυμμένοι Θησαυροί – Ένας Διαχρονικός Θρύλος – Ευρετήριο Ονομάτων – Βιβλιογραφία

 

Αλή Πασάς (δίτομο-βιβλιοδετημένη έκδοση)

Ιούνιος: 2013 –  Σελίδες: 564 – Σχήμα: 34Χ27

Εκδόσεις: ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ

Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά, Αλεξάνδρα Πεταλά, «Μνήμων», τόμος 2 (1972), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.  Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Αλή Πασάς, ζωγραφική σε ελεφαντοδόντο, Jacob Ritter von Hartmann,1822.
Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τα μέσα του 18ου αιώνα αρχίζει να εκδηλώνεται επιτακτική η ανάγκη για ανάληψη από μέρους της Υψηλής Πύλης μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που έχουν σα σκοπό τη με­ταβολή της πολιτικής της στην αντιμετώπιση των εσωτερικών ζητημάτων του κράτους. Όμως οι μεταρρυθμιστικές αυτές προσπάθειες έχουν αμφί­βολα αποτελέσματα και παραμένουν στο στάδιο της απόπειρας. Έτσι, η άγνοια, ο δεσποτισμός και η αυταρχικότητα, που χαρακτήριζε τη δια­κυβέρνηση των περισσοτέρων σουλτάνων, η έλλειψη τάξεως και πει­θαρχίας, που επικρατούσε στο σώμα των γενιτσάρων, καθώς και η ανά­μειξή τους στα εσωτερικά πράγματα του κράτους και στα δυναστικά ζητήματα της διαδοχής, οδηγούν στην αποδιοργάνωση, τόσο των αυτο­νόμων, όσο και των διοικουμένων από το κέντρο επαρχιών και γενικά αναστατώνουν τον κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα προς τη σύγχρονη απο­λυταρχική Ευρώπη, όπου τελικά η φεουδαρχική αριστοκρατία έχει πια υποταχθεί στη μοναρχική κεντρική εξουσία, στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία η συγκεντρωτική εξουσία, ακολουθώντας μια αντίθετη τροχιά, αρ­χίζει να φθείρεται και το αποτέλεσμα της φθοράς αυτής εκδηλώνεται μέσα στο απέραντο κράτος με τάσεις αποσχίσεως των εντοπίων αρχόντων ή των επαρχιακών διοικητών.

Οι επαρχίες στη Β. Αφρική που εν μέρει αυτοδιοικούνται, όπως η Αλγερία, η Τυνησία, η Τριπολίτιδα, είναι σχεδόν ανεξάρτητες και κατ’ όνομα μόνο συνδέονται με την αυτοκρατορία, ενώ η Αίγυπτος, παλαιότερα στην ίδια κατάσταση, δείχνει στην περίοδο του Mohamet Ali υπο­ταγή αμφίβολη. Στις ευρωπαϊκές επαρχίες του Οθωμανικού κράτους εκδηλώνονται επίσης φυγόκεντρες ροπές και ισχυροί άνδρες, όπως ο Πασβάνογλου του Βιδινίου, οι Μπουσατλήδες (Bushatli) στη Σκόδρα, ο Ισμαήλ πασάς των Σερρών στρέφονται ενάντια στην κεντρική εξουσία και δημιουργούν ημιανεξάρτητα «δεσποτάτα». Ακριβώς κατά την περίοδο αυτή παρου­σιάζεται στο βαλκανικό χώρο κι’ ένα άλλο συναφές φαινόμενο.

Πολλοί από τους διοικητές βαλκανικών περιοχών, πασάδες, μπέηδες, αγιάνηδες (ayan), εξ αιτίας της εξασθενήσεως της κεντρικής εξουσίας και στην προσπάθειά τους να ισχυροποιηθούν, προσλαμβάνουν στην υπηρεσία τους Αλβανούς μισθοφόρους, που έτσι αρχίζουν να διεισδύουν στις πεδινές περιοχές.

Οι Αλβανοί, πλουτίζοντας από τις υπηρεσίες που έχουν προσ­φέρει, επιστρέφουν στην πατρίδα τους έχοντας βελτιώσει οικονομικά τη θέση τους , ενώ άλλοι απ’ αυτούς σκορπίζονται στα βουνά, συγκροτούν συμμορίες και χτυπούν χωρίς διάκριση Τούρκους κυρίαρχους και ντόπιους υπηκόους.

Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Αλβανούς, αρχικά ληστής και πολεμιστής ανεξάρτητος, στην υπηρεσία του σουλτάνου αργότερα, επαναστάτης τε­λικά ενάντια στην εξουσία της Πύλης και με βάσιμες προοπτικές για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αλβανία, ο Αλής Τεπελενλής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα που δημιούργησαν η αναρχία, η αταξία και οι φυγόκεντρες ροπές στην Οθωμανική αυτοκρα­τορία.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Αλεξάνδρας Πεταλά πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Αξιωματούχοι στην αυλή του Αλή Πασά

 

 

Διαβάστε ακόμη:

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι, Χρήστος Κ. Λούκος, «Μνήμων», τόμος 4 (1974), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού


 

Οι Μαυρομιχαλαίοι φαίνονταν πρόθυμοι, έναντι ουσιαστικών ανταλλαγμάτων, να γίνουν στυλοβάτες του καθεστώτος το οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαθίδρυσε στην επαναστατημένη Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828. Νόμιζαν ότι θα ήταν από τους πρώτους που θα καλούνταν να βοηθήσουν τον Κυβερνήτη στο έργο του. Αυτός όμως δεν επιθυμούσε να κυβέρνηση τους Έλληνες έχοντας ως στήριγμα τους Μαυρομιχαλαίους ή άλλους καπεταναίους και προκρίτους, οι οποίοι, αν και πρόσφεραν πολλά στον Αγώνα, είχαν, κατά τη γνώμη του, πάντοτε εκμεταλλευθεί το λαό και με πείσμα αγωνίζονταν να τον κρατήσουν κάτω από την πολιτική τους κηδεμονία.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του  Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).   Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, 1833. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850).
Δημοσιεύεται στο: Francis Hervé, «A residence in Greece and Turkey: With notes of the journey through Bulgaria, Servia, Hungary, and the Balkan», by Francis Herve, Esq. Illustrated by tinted lithographic engravings, from drawings by the author. London: Whittaker & Co.,1837. (τόμος 1ος)

Το όραμα του Κυβερνήτη για το σχηματισμό ενός κράτους μικρών καλλιεργητών και βιοτεχνών, που θα ζούσαν κάτω από την άγρυπνη φροντίδα της πατρικής του κηδεμονίας, ήταν ασυμβίβαστο με τη διατήρηση των κοινωνικών μορφών που δημιουργήθηκαν στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και τις οποίες δεν μπόρεσε να ξεριζώσει η Επανάσταση.

Αναμφίβολα ο στόχος αυτός του Καποδίστρια αποτελούσε μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την οργάνωση σύγχρονου κράτους, αλλά στην πράξη δεν εφαρμόστηκε με την αποφασιστικότητα που χρειαζόταν. Τα εμπόδια υπήρξαν ομολογουμένως μεγάλα: η ρευστή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και η στενή εξάρτηση του σχηματιζόμενου κράτους από τις τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που με τις συχνές επεμβάσεις τους παρέλυαν την πρωτοβουλία της Κυβερνήσεως.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, εξάλλου, δεν αναζήτησε σε άλλες κοινωνικές δυνάμεις το έρεισμα για την εφαρμογή του προγράμματός του παρά μόνο σε αφοσιωμένους οπαδούς ή στην παθητική αγάπη του λαού. Η βασισμένη σε υψηλές αρχές αλλά πολλές φορές άκαμπτη πολιτική του, καθώς και το ανελεύθερο θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε επέτρεψαν στη βαλλόμενη τάξη των προκρίτων και καπεταναίων να μεταθέσει σε άλλο πεδίο τη διαμάχη και να εμφανίσει την υπεράσπιση των συμφερόντων της ως αγώνα κατά του συγκεντρωτισμού και της απολυταρχικής διακυβερνήσεως.

Γενικά η αντίσταση στα μέτρα του Κυβερνήτη υπήρξε σφοδρή. Οι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αισθάνθηκαν τον κίνδυνο που τους απειλούσε και οι περισσότεροι – με εξαίρεση κυρίως τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους συνεργάτες του – πάλεψαν με κάθε μέσο για να εξουδετερώσουν τις κυβερνητικές προσπάθειες. Προβάλλοντας τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα κέρδισαν τη συμπάθεια και μερικές φορές την υποστήριξη των συμπατριωτών τους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αντιληφθούν το βαθύτερο νόημα της συγκρούσεως. Τελικά πέτυχαν, με τη βοήθεια και άλλων παραγόντων, να παραμείνουν η ηγετική τάξη και στους επόμενους χρόνους, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη των λοιπών κοινωνικών δυνάμεων. Οι παραπάνω διαπιστώσεις προκύπτουν σαφέστερα από την ανάλυση της διαμάχης ανάμεσα στον Κυβερνήτη και τους Μαυρομιχαλαίους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Λούκου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και οι Μαυρομιχαλαίοι

Διαβάστε ακόμη:

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 235 ακόμα followers