Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρόσωπα & γεγονότα του΄21’ Category

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)


 

Jean Nicolas Maquart (Ζαν Νικολά Μακάρ, 1786-1856)

O Ζαν Νικολά Μακάρ γεννήθηκε το 1786 στην Σαρλεβίλ των Αρδεννών (Charleville – Ardennes). Ο πατέρας του ήταν κατασκευαστής λαβών για μαστίγια. Το 1800 πηγαίνει στο Παρίσι και διαμένει στη γιαγιά του καθώς έχει εγγραφεί και φοιτά στη Σχολή Διοικήσεως των Στρατιωτικών Επιτρόπων (πρόκειται για την Υπηρεσία Διαχείρισης του Στρατού ή αλλιώς Επιμελητεία). Το 1805 λαμβάνει τη διαταγή να παρουσιαστεί στο Στρασβούργο υπό τις διαταγές του Πιερ Φρανσουά Ντιφρέσν (Pierre Francois Dufressne), που υπηρετεί στο Στρατηγείο της Α.Ε. του Πρίγκηπα του Νεσατέλ (Νeuchatel), στρατηγού Αλέξανδρου Μπερτιέ (Alexandre Berthier), Υπουργού Ενόπλων Δυνάμεων, Αρχιστράτηγου της μεγάλης στρατιάς του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄. Λόγω αυτής της θέσης, συμμετέχει σε όλες τις ναπολεόντειες εκστρατείες για τις οποίες καταγράφει τα γεγονότα στις σημειώσεις του: 1805 (Ουλμ & Αούστερλιτζ), 1806 (Αυστρία), 1807-1808 Πρωσία & Πολωνία, 1809-1810 Γερμανία, 1812 Ρωσία, 1813 Σαξονία, 1814 Γαλλία. Στη συνέχεια και κατά τις περιόδους:

  • 1823-1824 υπηρετεί στη στρατιά των Πυρηναίων.
  • 1825-1827 υπηρετεί στο στρατό κατοχής της Ισπανίας.
  • 1828-1831 συμμετέχει στο Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά ως Διαχειριστής.
  • 1831-1832 βρίσκεται στο Βέλγιο.
  • Το 1835 παντρεύεται στη Μπουγιόν (Bullion) σε ηλικία 49 ετών την Φρανσουάζ Σχολαστίκ Φουκάρ (Francoise Scholastique Foucart) 24 ετών, με την οποία θα έχει δυο κόρες.
  • Τελειώνει τη στρατιωτική του καριέρα στη στρατιά του Βορρά, στη Ρουέν (Rouen) με το βαθμό του Συνταγματάρχη και στις 10 Απριλίου 1848 συνταξιοδοτείται.
  • Τιμήθηκε με τους τίτλους: Ιππότης (1823), Ιππότης του Βασιλικού Στρατιωτικού Τάγματος του Αγ. Φερδινάνδου (1827) με διαταγή του Βασιλιά της Ισπανίας Φερδινάνδου VII, Αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής (1833).

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Σκαλίδης Γεώργιος (1793-1857 ή 1858)


 

Μέλος της Φιλικής Εταιρείας – Υπογραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας – Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου – Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίας – Δικηγόρος Ναυπλίου – Συμβολαιογράφος Ναυπλίου  

 

Ο Γεώργιος Σκαλίδης, πιθανότατα γεννήθηκε το 1793,  όπως συμπεραίνεται από τη δήλωση του στα απογραφικά δελτάρια του 1839,[1]  και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη,  όπου και μορφώθηκε. Κάποια στιγμή, πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, έρχεται στην Τριπολιτσά και εργάζεται στο γραφείο του διερμηνέα (δραγουμάνου) του Πασά της Πελοποννήσου.  Είναι όμως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, όπως μας πληροφορούν τόσο ο Φωτάκος όσο και ο Ι. Φιλήμων και  χάρη στη θέση του πληροφορείται όλα τα θέματα που απασχολούν την οθωμανική διοίκηση. Κατά την περιγραφή του Χρύσανθου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, ο Σκαλίδης, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη του διερμηνέως του Πασά, προσφέρεται να μεταφράσει τα κωδικοποιημένα έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας που έρχονται σε γνώση των Οθωμανών  και αλλοιώνει  το περιεχόμενό τους «καταλλήλως».[2]

Στη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς παρέμεινε εντός της πόλης, ενημερώνοντας τους πολιορκητές για τα τεκταινόμενα. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και την πτώση της, υπηρετεί ως υπογραμματεύς της Πελοποννησιακής Γερουσίας, σε διάφορες άλλες διοικητικές θέσεις των επαναστατικών κυβερνήσεων, καθώς και ως μέλος διαφόρων επιτροπών.[3] Στις  4 Μαρτίου του 1826 εγκρίνεται ομόφωνα από το Βουλευτικό, ο διορισμός του ως γραμματέας του Δικαστηρίου των Εκκλήτων του Ναυπλίου και αποστέλλεται προς έγκριση στο Εκτελεστικό.[4] Το  φθινόπωρο του 1828, όπως πληροφορούμαστε από το εξαιρετικό βιβλίο του κυρίου Δημητρίου Γεωργόπουλου, προϊσταμένου των Γ.Α.Κ., Αρχεία Νομού Αργολίδος,  χρησιμοποιείται  μαζί με άλλους από την Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου  ως αιρετός κριτής σε διάφορες αντιδικίες μεταξύ πολιτών, ως μιας μορφής δηλαδή αιρετού  διαιτητή – δικαστή.[5] Στις18Φεβρουαρίου 1829 υπογράφεται στην Αίγινα το «Ψήφισμα περί του διοργανισμού των δικαστηρίων» και ορίζονται τα τμήματα των Πρωτοκλήτων δικαστηρίων και οι έδρες τους.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδος με έδρα το Άργος αποκτά τους πέντε πρώτους δικαστές του, σύμφωνα με το ψήφισμα του Ιωάννη Καποδίστρια. Ένας από αυτούς είναι ο Πάρεδρος Γεώργιος Σκαλίδης.[6] Ο Κωνσταντινοπολίτης μας όμως είναι εξαιρετική προσωπικότητα για να μείνει επί μακρόν ένας απλός πάρεδρος και με το ψήφισμα του Κυβερνήτη της 18ης Μαΐου  1829 διορίζεται Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου «κατά το τμήμα της Κάτω-Μεσσηνίας» με έδρα την Καλαμάτα.[7] Ο διορισμός του επιβεβαιώνεται και από την πράξη αρ. 12.579/18-5-1829 του Ι. Καποδίστρια, όπου ορίζεται ο αντικαταστάτης του στη θέση του παρέδρου του Πρωτοκλήτου Αργολίδος.[8] Δυστυχώς, ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται και  μία ακόμα περίοδος αναρχίας ξεσπά στη χώρα.  Εν τέλει ορίζεται βασιλιάς της Ελλάδος ο  Όθωνας και φθάνει στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαυροκέφαλος Αναστάσιος (1797-1880)


 

Αναστάσιος Μαυροκέφαλος: Συμβολαιογράφος Ναυπλίας, γραμματέας υπουργείων, αναφορογράφος, στρατιώτης, ειρηνοδίκης, υπηρεσιακός δήμαρχος Ναυπλιέων, συγγραφέας, εκδότης.

 

Ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππα­δοκίας το 1797.[1] Έλαβε μόρφωση εκτεταμένη και εξαιρετική. Μέχρι το 1816 φοιτά στην Καππαδοκία, στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Φλαγγιανών ή Φλαβιανών, με δάσκαλο τον ονομαστό και σπουδαίο Παΐσιο, μετέπειτα Άγιον Καισάρειας (Παΐσιος ο Πρώτος).[2] Στο σημείο αυτό είναι ευκαι­ρία να παρουσιαστούν μερικά στοιχεία για την παιδεία στην Καππαδοκία κατά τον 19° αιώνα.

Το 1792, ο ιερομόναχος Γερμανός από την Αλεξανδρέττα ιδρύει σχολείο στην Καππαδοκία και ταυτόχρονα αποφασίζει να ιδρύσει ιερατική σχολή στη Μονή Τιμίου Προδρόμου στα Φλαβιανά. Το 1804 το μοναστήρι ανακαινίζεται και ο Γερμανός μαζί με τον μαθητή του Παΐσιο δημιουργούν σχολείο και βιβλιοθήκη. Στην πορεία, ο Γερμανός γίνεται ηγούμενος της Μονής και διευθυντής της σχολής και ο Παΐσιος γενικός διευθυντής της Μονής. Η Μονή Τιμίου Προδρόμου θα αποτελέσει το εκπαιδευτικό κέντρο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και όχι μόνο. Σε αυτή θα λειτουργήσουν α) ιερατική σχολή, β) σχολαρχείο και γυμνάσιο αρρένων αλλά και θηλέων και γ) ορφανοτροφείο αρρένων και θηλέων.[3]

Αφήνοντας πίσω του αυτό το καταπληκτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπο­λη τον Νοέμβριο του 1816, για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή, στην περιοχή του Κουρούτζεσμεν. Τύχη αγαθή θα του δώσει, μεταξύ άλλων, ως Σχολάρχη τον Σέργιο Μυστάκη (σχολάρχης 1817-1820), δάσκαλο τον Νικόλαο Λογάδη (μετέπειτα σχολάρχης 1830-1835)[4] και συγκάτοικο και συμμαθητή τον Αναστάσιο Μανάκη, κατοπινό μεγάλο ευεργέτη της ελληνικής παιδείας, ιδρυτή σχο­λείων και βιβλιοθηκών.[5]

Νικόλαος Λογάδης μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένας από τους σημαντικότερους Διδασκάλους της Νεότερης Ιστορίας του Ελληνισμού και συγγραφέας του μνημειώδους έργου «Κιβωτός της Ελληνικής γλώσσης».

Επισημαίνεται ότι ο Νικόλαος Λογάδης ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το 1820, ενώ υπάρχουν αναφορές πως και ο Αναστάσιος Μανάκης ήταν Φιλικός.[6] Μέσα σε αυτή την εξαιρε­τική εκπαιδευτική συγκυρία, ο Μαυροκέφαλος μορφώνεται, αποκτά παι­δεία και ικανότητες που θα του είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στο μέλλον. Εκεί θα γνωρίσει τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους και ιστορικούς, με συνέπεια να γράφει και να συντάσσει τον λόγο του με τρόπο και ύφος εντελώς διαφορετικά από όλους τους άλλους συμβολαιογράφους, να δημιουργεί λέξεις και να χρησιμοποιεί στα γραπτά του ένα γλωσσικό ιδίωμα μοναδικό.

Στη συνέχεια, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος έρχεται στην επαναστα­τημένη Ελλάδα από το πρώτο έτος του Αγώνα, όπως δηλώνει ο ίδιος σε σχετική επιστολή, λαμβάνοντας μέρος και σε μάχες, άγνωστο όμως σε ποιες. Στην επιστολή που στέλνει στις 15 Μαρτίου 1840 προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικράτειας, αναφέρει πως συμμετείχε και έλαβε μέρος ως στρατιωτικός, είναι μέλος της επιτροπής των αρίστων του Ναυπλίου και τιμήθηκε με αριστείο υπαξιωματικού, χωρίς όμως να έχει λάβει ακόμα «προσήκον Αριστοφορικό Δίπλωμα».[7] Ο ίδιος δηλώ­νει δε στην απογραφή του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1839 ότι κατοικεί στην πόλη από το 1823.[8] Επιπρόσθετα, το όνομά του περιλαμβάνεται στις αναφορές που υπάρχουν στον φάκελο του Υπουργείου Αστυνομί­ας με τους πρόσφυγες Μικρασιάτες που βρίσκονται στο Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1825, Το επάγγελμα του, όπως αναγράφεται στη σχετική σημείωση, είναι γενικός αναφορογράφος.[9] Ο τρίτος συμβολαιογράφος Ναυπλίας είναι ακριβώς ο περίφημος αναφορογράφος της πόλης, και όχι μόνο, που αναφέρει ο Νικόλαος Δραγούμης στο έργο «Ιστορικοί Ανα­μνήσεις» αλλά και τόσοι άλλοι συγγραφείς. Και αυτός ο ρόλος είναι ένας μόνο από όσους θα υπηρετήσει με αξιοσύνη ο Μαυροκέφαλος κατά τη διάρκεια του βίου του.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Συντάγματος και το Οπλοστάσιο, σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο. Η καρτ-ποστάλ, είναι ταχυδρομημένη το 1907, με πεντάλεπτο γραμματόσημο της σειράς των «Ολυμπιακών» Αγώνων του 1906.

 

Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας εντοπίζονται δύο έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του και έχουν συνταχθεί στις 26 Φεβρουάριου και τις 31 Μαρτίου του 1822. Πρόκειται για έγγραφα του Μινιστέρου (Υπουργού) των Εσωτερικών και προσωρινού Πολέμου, Ιωάννη Κωλέττη, τα οποία υπογράφει ο Μαυροκέφαλος, αντί του ελλείποντος αρχιγραμματέα.[10] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Νικηταράς ενδιαφέρεται για Θέατρο


 

Νικήτας Σταματελόπουλος – Νικηταράς (1782-1849) – Επιχρωματισμένη λιθογραφία, έργο του Γερμανού στρατιωτικού Karl Krazeisen.

Τα περιστατικά της δράσεως τον ονομαστού Νικήτα Σταματελόπουλου ή Νικηταρά κατά την επανάσταση του 1821, αλλά και πριν από αυτήν, είναι, ως γνωστό, πολλά. Μέλος της Φιλικής Εταιρείας και από τους ηγέτες του Αγώνα, διακρίθηκε από τις πρώ­τες κιόλας μάχες, και ιδιαίτερα σ’ εκείνη των Δολιανών. Διακόσιοι μόνο Έλληνες, με αρχηγό αυτόν, κατατρόπωσαν εκεί έξη χιλιάδες Τούρκους, στους οποίους προκάλεσαν αφάνταστη φθορά. Τότε ονομάσθηκε «Τουρκοφάγος». Δια­δοχικά, κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, και μετά από αυ­τή, πήρε διάφορα αξιώματα: μινίστρος (υπουργός), στρατηγός, γερουσιαστής. Δεν ξέφυγε όμως κι αυτός από την μοίρα πολλών άλ­λων αγωνιστών. Φυλακίσθηκε ένα διάστημα, τυφλώθηκε και τυφλός έμεινε ως τον θά­νατό του, το 1849.

Ο Νικηταράς όμως δεν υπήρξε μόνο Τουρκοφάγος. Από ένα έγ­γραφο, που φέρνουμε στο φως, αποδεικνύεται ότι ήταν ένας άνθρωπος με πνεύμα ευρύτατο, με ιδέες που θα μπορούσαμε να τις πούμε «τολμηρές» για την εποχή του. Γιατί επάνω στην κάψα του πολέμου, στα αίματα και στους καπνούς, σκέφθηκε, εκτός από τ’ άλλα, και την ίδρυση θεάτρου! (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εμμανουήλ Α. Λούζης, «Η σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό του Γεωργίου Ανδρούτσου, Αρχηγού του Σπετσιώτικου Στόλου κατά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας»


 

Η σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό του Γεωργίου Ανδρούτσου

Ο Εμμανουήλ Α. Λούζης πλείστες φορές με τα πονήματά του έχει αναδείξει τις, κατά κανόνα, λιγότερο γνωστές, και συνεπώς πολυτιμότερες, πτυχές των επαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων. Έτσι, και στην συγκεκριμέ­νη περίπτωση ο κ. Λούζης κομίζει μία νέα μονογραφία για μια προσωπικότητα με σημαίνοντα ρόλο στην εποχή της, όμως παραγνωρισμένη μέχρι τις ημέρες μας, τον Ναύαρχο Γεώργιο Ιω. Ανδρούτσο.

Ο Ανδρούτσος, εύπορος πλοιοκτήτης κατά τους προεπαναστικούς χρόνους, ηγήτορας του στόλου των Σπετσών κατά την Εθνεγερσία, αξιωματικός κατά τους ακόλουθους χρόνους και άτομο νουνεχές και ακέραιου χαρακτήρα καθ’ όλη την διάρκεια του βίου του, δεν είχε τύχει δέουσας προ­σοχής μέχρι την στιγμή έκδοσης αυτού του έργου.

Ο συγ­γραφέας αναδεικνύει εναργέστατα την μακρά και περιπε­τειώδη πορεία του Ναυάρχου μέσα από πρωτότυπα έργα της εποχής, άμεσους και σύγχρονους μάρτυρες, και αυ­τούσια αποσπάσματα ιστορικών καταγραφών εγγύθεν της περιόδου. Ανασυστήνει τη δράση του μέσα από όλα τα στάδια του ναυτικού αγώνα, που ταυτόχρονα αποτελούν και την διαδικασία γένεσης και συγκρότησης του εθνι­κού κατά θάλασσαν όπλου. Τοιουτοτρόπως, χαρίζει στην ιστοριογραφική έρευ­να αποκατεστημένη τη ζωή αυτής της ιστορικής προ­σωπικότητας του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, του Ναυάρχου Γεωργίου Ιω. Ανδρούτσου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προεπαναστατικές ιδεολογικές ζυμώσεις και συγκρούσεις – Η Φιλική Εταιρεία


 

Οι ιδεολογικές ζυμώσεις – συγκρούσεις στον ελλαδικό χώρο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα του Nεώτερου Ελληνισμού στην κρίσιμη αυτή φάση της ιστορίας του. Θα αρκεστούμε στην επισήμανση ορισμένων πλευρών του.

 

Α. Ιδεολογικό υπόβαθρο και νέοι προσανατολισμοί

 

Το ιδεολογικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο συντελούνται αυτές οι καθοριστικές για την πορεία του Ελληνισμού ζυμώσεις και συγκρούσεις είναι το κίνημα του νεοελληνικού Διαφωτισμού το οποίο δημιουργείται με τις έντονες επιρροές που δέχεται – όπως και τα αντίστοιχα κινήματα σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες – από τον γαλλικό Διαφωτισμό. Το κίνημα αυτό, εμφανίζεται λίγο πριν από τα μέσα του 18ου αι. και έρχεται να μορφοποιήσει πνευματικά επιτεύγματα που απορρέουν από τις κοινωνικές ανακατατάξεις, οι οποίες συνοδεύουν την άνοδο των Φαναριωτών και των εμπόρων και οι οποίες μεταφέρουν στην «καθ’ ημάς Ανατολή» τα πνευματικά-επιστημονικά επιτεύγματα και τα ιδεολογικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης.

Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806). Κληρικός, παιδαγωγός, δάσκαλος του Γένους, μεταφραστής του Βολταίρου και διαπρεπής στοχαστής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των ζυμώσεων είναι – στη μεγαλύτερη τουλάχιστον μερίδα των Διαφωτιστών, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη – η τάση αποδέσμευσης από τη θρησκευτική-εκκλησιαστική αυθεντία και απόρριψης του Βυζαντίου, που θεωρείται από αυτούς ως φορέας της θρησκευτικής και της απολυταρχικής εξουσίας. Γιατί υπάρχει και μία άλλη, μικρότερη βέβαια, κατηγορία λογίων (με κυριώτερο εκπρόσωπό της τον διαπρεπή λόγιο κληρικό Ευγένιο Bούλγαρη), που δέχονται τις κατακτήσεις του γαλλικού Διαφωτισμού και τις διδάσκουν, παραμένοντας ταυτόχρονα προσηλωμένοι στα ορθόδοξα δόγματα ή άλλοι, πιο απλοϊκοί, (όπως ο Kοσμάς ο Αιτωλός) που αγωνίζονται να (δια)φωτίσουν το Γένος παραμένοντας απόλυτα προσηλωμένοι στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας.

Όπως παρατηρεί ο Λέανδρος Bρανούσης, ένας από τους καλύτερους μελετητές αυτών των ζητημάτων, «οι ιδεολογικοί και πολιτικοί προσανατολισμοί του υπόδουλου Γένους συνδέονται αναπόσπαστα με το άμεσο και το απώτερο ιστορικό παρελθόν του και, φυσικά, συνυφαίνονται με τις ιστορικές του περιπέτειες, τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, τις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνθήκες που κάθε φορά επικρατούσαν».

Σταθερός παράγοντας ήταν η παράδοση που είχε κατά τους προηγούμενους αιώνες προφυλάξει το Γένος από τον αφανισμό. Βασικά συστατικά της ήταν η ορθόδοξη πίστη, ως συνεκτικός κρίκος, η κοινή γλώσσα, ο χώρος και ο λαός με την ιστορική του συνέχεια, οι πατροπαράδοτοι θεσμοί και παραδόσεις, η συλλογική μνήμη του κοινού παρελθόντος, η κοινή μοίρα του παρόντος, οι κοινές ελπίδες για το μέλλον. H διαμορφωμένη μετά την Άλωση συνοχή του Ελληνισμού έχει ως σταθερές συνιστώσες από τη μια τη βυζαντινή κληρονομιά και από την άλλη τους αρχαίους Έλληνες, τιμωρούς των Περσών (που ταυτίζονται με τους Τούρκους) με τον M. Αλέξανδρο.

O υπόδουλος Ελληνισμός γαλουχείται με τους θρύλους του «μαρμαρωμένου βασιλιά», αναζητεί τα σημάδια της απελευθέρωσης στις προφητείες του Aγαθάγγελου και σ’ άλλα χρησμολογικά κείμενα. Ταυτόχρονα, ψέλνει και εικονίζει στις εκκλησίες σκηνές από τον Ακάθιστο Ύμνο και  την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη, που του δίνουν κουράγιο στις δύσκολες ώρες, ακόμη και με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ονομάζει «ελληνικά» τα απομεινάρια των αρχαίων μνημείων, μαθαίνει τέλος στα σχολειά ότι κάποτε σ’ αυτόν τον τόπο έζησαν μεγάλοι άνδρες. H παιδεία, που αναγεννάται, όπως είδαμε, αυτή την περίοδο σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του Ελληνισμού, παίζει τον πιο αποφασιστικό ρόλο. H συμβολή της Εκκλησίας στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης, στο να μην αφομοιωθεί ο Ελληνισμός μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατάκτησης, είναι, επίσης, καθοριστική. [Σβορώνος, σ. 84-85]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Kλεφταρματολισμός 


 

Στις παραδοσιακές κοινωνίες η ληστεία στην ύπαιθρο αποτελούσε διαδεδομένο φαινόμενο που το ευνοούσαν διάφοροι παράγοντες, όπως οι ελλιπείς πόροι ζωής, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η μεγαλύτερη, σε σχέση με σήμερα, χρήση της σωματικής βίας, οι ανεπαρκείς μηχανισμοί ασφάλειας και η αδυναμία επιβολής της τάξης, ιδίως στις απομακρυσμένες από το κέντρο επαρχίες των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Όπως έδειξε ένας μεγάλος ιστορικός του 20ού αιώνα, ο Eric Hobsbawm, στη μελέτη του Ληστές [α’ έκδοση 1966], συχνά στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες συναντάται στο ίδιο πρόσωπο ο κοινωνικός ληστής (δηλ. ο ληστής που έχει έναν κοινωνικό στόχο) – όρο που εισήγαγε στη διεθνή ιστοριογραφία ο ίδιος – με τον εξεγερμένο παράνομο. Τέτοιοι ληστές δεν εθεωρούντο από το λαό εγκληματίες, αλλά υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης, που τα κατορθώματά τους έχουν διασωθεί από την ιστορία ή το θρύλο.

Oι Βαλκάνιοι χαϊδούκοι ή οι κλέφτες, οι μπαντίτι του ιταλικού νότου, οι μπαντολέρος της Aνδαλουσίας και άλλοι σε άλλες χώρες θεωρούνται κοινωνικοί ληστές. Από τέτοιους ληστές (κλέφτες στον ελληνικό χώρο) ξεπηδούσαν, συχνά, οι επαναστάτες. H παλαιότερη ελληνική ιστοριογραφία (Kαμπούρογλου, Σφυρόερας, Bακαλόπουλος κ. ά.) υπερτόνισε τον εθνικό-αντιστασιακό ρόλο που διαδραμάτισαν στα προεπαναστατικά χρόνια και το 1821 τα σώματα των κλεφταρματολών. Αντίθετα άλλοι νεότεροι ιστορικοί (Aσδραχάς, Πολίτης, Kοντογιώργης κ. ά), βλέπουν τους κλέφτες του ελλαδικού χώρου μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα της κοινωνικής ληστείας του Hobsbawm ως πρωτεργάτες της πρωτόγονης – δηλαδή της όχι ώριμης – επανάστασης. Οι επισημάνσεις αυτές θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε το ζήτημα που θα μας απασχολήσει παρακάτω.

1. H φυγή προς τα όρη και η οθωμανική εξουσία: οι κλέφτες

 

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ληστεία ήταν παρούσα σε όλες σχεδόν τις περιοχές της· ιδίως στις ορεινές. Φαίνεται όμως ότι παρουσίασε μία ιδιαίτερη έξαρση από τα τέλη του 16ου αι. και μετά που οφειλόταν, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας και στην επιδείνωση των συνθηκών ζωής ιδίως του χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού, στις καθημερινές ταπεινώσεις που υφίστατο και, ως συνέπεια αυτών, στη μετακίνηση πολλών σε ορεινούς οικισμούς για την εξασφάλιση μιας πιο «ελεύθερης» διαβίωσης, απαλλαγμένης από τις καταπιέσεις που συνεπαγόταν η γειτνίαση με τα κέντρα της τουρκικής εξουσίας. Για την επιβίωση βέβαια μέσα σε δυσμενείς συνθήκες, λόγω του άγονου και ορεινού εδάφους, χρειαζόταν σκληρός αγώνας.

Προσωπογραφία κλέφτη από τη Στερεά Ελλάδα. Δημοσιεύεται στο: Belle Henri, «Trois années en Grèce». Παρίσι, Librairie Hachette, 1881. Συλλογή: Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη.

Στους ορεινούς αυτούς οικισμούς, πρωτίστως, δημιουργήθηκε η νοοτροπία και η ψυχοσύνθεση του ληστή και του αντάρτη, του ανυπότακτου που αρνείται να συμβιβαστεί με τη «νόμιμη» εξουσία και στρέφεται για την επιβίωσή και τη συντήρησή του στην αρπαγή και στη ληστεία. Από τους οικισμούς αυτούς, κυρίως, προήλθαν οι κλέφτες οι οποίοι γύρω στα τέλη του 18ου αι. αποτέλεσαν την έκφραση ενός «φιλελευθερισμού» που απλώθηκε σε όλο τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο. Όσον αφορά τους μουσουλμάνους ληστές, μία βασική αιτία που τους έσπρωχνε στη ληστεία ήταν η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των έμμισθων στρατιωτών που απολύονταν από τον στρατό, σε μία προσπάθεια του οθωμανικού κράτους να περιορίσει τα κρατικά έξοδα.

Tα όρη συνιστούν έναν χώρο όπου περιφέρεται ελεύθερα ο ένοπλος και όπου η εξουσία δεν μπορεί να επεκτείνει τον έλεγχό της. Tα οθωμανικά δικαστικά έγγραφα μιλούν για «περιφερόμενους ελευθέρως εις τα όρη κακούργους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λεμπέσης Ανάργυρος (1780-1842)


 

Ανάργυρος Λεμπέσης, ελαιογραφία. Έργο του Αυγούστου Πικαρέλλη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Πρόκριτος Σπετσών, φιλικός και αγωνιστής του 1821. Διακρίθηκε ιδίως στη ναυμαχία του Γέροντα (Αύγουστος 1824).

Ο Ανάργυρος Λεμπέσης γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1780 και υπήρξε γόνος της μεγάλης οικογένειας των Λεμπέσηδων. Από μικρό παιδί διάλεξε το επάγγελμα του ναυ­τικού και πολύ σύντομα απέκτησε, χάρη στις ικανό­τητές του, σημαντική περιουσία. Μυήθηκε πολύ νέος στη Φιλική Εταιρία και υπήρξε από τους πρώ­τους προκρίτους του νησιού. Όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού, με μεγάλο ενθουσιασμό διέθεσε τον εαυτό του και τα καράβια του «Κυπρία», «Ασπασία» και «Κίμων» στον ιερό σκοπό της Επανάστασης.

Απλός νησιώτης ο Λεμπέσης, αλλά τολμη­ρότατος αγωνιστής, στάθηκε ένας από τους κυριότερους οργανωτές κάθε επικίνδυνης περι­πέτειας του ναυτικού μας και οι βιογράφοι του τον χαρακτηρίζουν «εξαίρετο και απερί­γραπτο στους άθλους», «Μία από τις εξαιρετικές μορφές της Εθνεγερσίας», «ένα από τα πιο απτόητα παλικάρια», «έναν από τους μεγάλους πλοιάρχους του Ιερού Αγώνα», «έναν εκ των πρωτίστων Ελλήνων μαχητών» και «έναν αγνό πατριώτη ψυχικά άφθαρτο και ατρόμητο». Διακρίθηκε μέσα σ’ όλους τους αγωνιστές για τη μεγάλη του τόλμη, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία του σε όλες τις ναυμαχίες και τις ναυτικές επιχειρήσεις, κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Έλαβε μέρος στις ναυμαχίες της Σάμου και του Γέροντα, κατά τις οποίες η νίκη των ελληνικών όπλων πολλά του οφείλει, καθώς και στην πολιορκία του Μεσολογγίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »