Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Ο Κριμαϊκός πόλεμος, η Ελληνική εμπλοκή και το «Υπουργείο Κατοχής» – Ιωάννης Β. Δασκαρόλης


 

Ο Τσάρος Νικόλαος Α’ (1796-1855). Λιθογραφία, Robert Theer, 1840.

Στα μισά του 19ου αιώνα το «Ανατολικό ζήτημα» βρισκόταν σε έξαρση καθώς είχε ενταθεί η αντιπαλότητα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας. Ο διαχρονικός γεωπολιτικός στόχος της Ρωσίας ήταν η έξοδος στην Ανατολική Μεσόγειο θάλασσα και βασικό εμπόδιο  αποτελούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία την εξιστορούμενη εποχή ταλανίζεται από ενδογενή δομικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα (χαρακτηριζόταν εύγλωττα στην διεθνή διπλωματική γλώσσα ως «ο Μεγάλος Ασθενής»). Σύμφωνα με το σχέδιο του Τσάρου Νικολάου Α’ όπως αυτός το ανέλυσε το 1853 στον Βρετανό πρεσβευτή στην Μόσχα Seimour, μετά την ολοσχερή ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα ιδρύονταν δύο ανεξάρτητα κράτη στα Βαλκάνια (Σερβία, Βουλγαρία), η Ρωσία θα προσαρτούσε τον Βόσπορο, η Αυστρία τα Δαρδανέλια και η Αγγλία θα προσαρτούσε την Αίγυπτο και την Κρήτη. Οι υπερδυνάμεις της εποχής Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Πρωσία αντιμετώπιζαν αρνητικά τις Ρωσικές επιδιώξεις τις οποίες θεωρούσαν ανταγωνιστικές σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο και προσπαθούσαν να τις ματαιώσουν υποστηρίζοντας την ακεραιότητα της παρηκμασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Οι αφορμές για την όξυνση των Ρωσο-τουρκικών σχέσεων και η έναρξη του Κριμαϊκού πολέμου

 

Το ζήτημα της κυριότητας του ναού του Πανάγιου Τάφου στους Άγιους Τόπους αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών της Ιερουσαλήμ για πάνω από τρεις αιώνες. Θεωρητικώς ο ναός βρισκόταν κάτω από την κυριότητα και των δύο κοινοτήτων, αυτό όμως δεν μείωνε τον ανταγωνισμό τους για να διεκδικήσουν τον ναό επικαλούμενοι αλληλοαναιρούμενα φιρμάνια του εκάστοτε Οθωμανού Σουλτάνου που είχαν εκδοθεί αιώνες πριν και κατά κανόνα ήταν προϊόν χρηματικής εξαγοράς. Ο θρησκευτικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία στον ναό του Πανάγιου Τάφου είχε διεθνείς πολιτικές προεκτάσεις, με τους Γάλλους, ειδικά μετά την ανάδειξη του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Γ’ σε Αυτοκράτορα, να στηρίζουν με έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δραστηριότητα τα δικαιώματα των Καθολικών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους Ρώσους αντίστοιχα των Ορθοδόξων.

Η κλιμάκωση του διπλωματικού αυτού ανταγωνισμού επήλθε στις 28 Ιανουαρίου 1852, όταν ο πρέσβης της Γαλλίας Valette εξασφάλισε ένα Σουλτανικό φιρμάνι από τον Ρεσίτ Πασά που ικανοποιούσε τις Γαλλικές αξιώσεις σχετικά με τον Πανάγιο Τάφο. Αυτό όμως εξόργισε την Ρωσία η οποία εκμεταλλευόμενη την ανάδειξη του Ρεούφ πασά που την ευνοούσε, επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση από την Πύλη νέου «Χάττι Σερίφ» τον Μάρτιο του 1852 που αναιρούσε το προηγούμενο φιρμάνι και ευνοούσε εκ νέου τους Ορθοδόξους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το «Καποδιστριακό» Σχολείο Αρρένων Ερμιόνης


 

Ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα της απρόσκοπτης λειτουργίας της εκπαίδευσης κατά την καποδιστριακή περίοδο ήταν και η αντιμετώπιση των στεγαστικών αναγκών, που πολλές φορές αποτελούσαν τροχοπέδη στη σύσταση και λειτουργία των αλληλοδιδακτικών σχολείων.

Στην επαρχία του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδα) οι δημογέροντες και πρόκριτοι των τριών δήμων Κρανιδίου, Διδύμου και Ερμιόνης, υπέβαλαν εγγράφως το σχετικό με τη στέγαση των σχολείων αίτημα στον «Γραμματέα των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», Νικόλαο Χρυσόγελο. Επιπλέον, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως αρκετοί κάτοικοι και των τριών δήμων στήριζαν την προσπάθεια αυτή με ποικίλους τρόπους.

Στο Κρανίδι οι εργασίες οικοδόμησης νέου διδακτηρίου για τη στέγαση της «Αλληλοδιδακτικής Σχολής» ξεκίνησαν κατά το διάστημα Αυγούστου – Οκτωβρίου 1829 και ολοκληρώθηκαν στις αρχές Φεβρουαρίου 1830, ενώ εκκρεμούσε η διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου.[1] Έτσι ένα νέο διδακτήριο δημιουργήθηκε στο Κρανίδι που αριθμούσε τότε τέσσερις χιλιάδες οκτακόσιους δεκατρείς (4.813) κατοίκους με οκτακόσιες εξήντα τρεις (863) οικογένειες.

Στο Δίδυμο για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της Ελληνοαλληλοδιδακτικής Σχολής εκδήλωσε ενδιαφέρον η τοπική δημογεροντία. Με έγγραφό της τον Οκτώβριο του 1829 ζητούσε από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Κωνσταντίνο Ράδο να παραχωρηθεί για τον σκοπό αυτό «το ευρισκόμενον εις το χωρίον… οσπίτιον εθνικόν ως απερριμένον και παρ’ ουδενός περιποιούμενον κινδυνεύει μετ’ ολίγον να εξοντωθεί». Μέχρι τότε χρησίμευε ως αποθήκη για τη συγκέντρωση των καρπών από τους ενοικιαστές αυτού.[2]

Με το υπ’ αριθμ. 3744/25 Οκτωβρίου 1829 έγγραφο του Έκτακτου Επιτρόπου προς την κυβέρνηση για την παραχώρηση της οικίας, ο Κυβερνήτης παραχώρησε το εθνικό οίκημα που ζητήθηκε «κείμενον εν τω χωρίω άνευ τινός χρήσεως δια να χρησιμεύσει ως σχολείον ελληνοαλληλοδιδακτικόν προς εκπαίδευσιν των τέκνων των», όπως ανέφερε ο επίτροπος.[3]

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795 Καστρί Κυνουρίας -1864). Το 1836 διορίστηκε διευθυντής του Διδασκαλείου και επιθεωρητής των διδακτικών ιδρυμάτων της Πελοποννήσου.

Αργότερα, τον Οκτώβριο του 1830, ο Γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων Πελοποννήσου Ιωάννης Κοκκώνης ανέφερε στην έκθεσή του ότι το οίκημα αυτό, «είναι αρκετόν εις τους εντοπίους μαθητάς»,[4] καθώς παρά το μικρό μέγεθος είχε χωρητικότητα πενήντα (50) μαθητών.

Στην Ερμιόνη τη στέγαση της Αλληλοδιδακτικής Σχολής ανέλαβε, μετά από πρόταση των εφόρων, η τοπική δημογεροντία που με το υπ’ αριθμ. 40/19 Δεκεμβρίου 1829 έγγραφό της γνωστοποίησε προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδας ότι «εν τη κωμοπόλει ταύτη ευρίσκεται εν οίκημα του Οθωμανού Αλή Μπαρδουνιώτη[5] και είναι εις κατάστασιν να χρησιμεύση εις την υπηρεσίαν αυτήν, αν η Αυτού Εξοχότης ευαρεστηθή και διατάξη δια του ανήκοντος να μας δοθή».

Οι Δημογέροντες

Λογοθέτης Ράδος

Α. Μπουκουβάλας

Μάλιστα, συνοδευτικά με το έγγραφο υπήρχε και κατάσταση τριάντα οκτώ (38) πολιτών της Ερμιόνης που «κατέβαλεν έκαστος κατά την δύναμίν του» τον οβολό του. Έτσι, συγκεντρώθηκαν αρχικά, χίλια οκτακόσια τριάντα πέντε (1.835) γρόσια. Την προθυμία των κατοίκων της Ερμιόνης «να ανεγείρωσιν εν τη εαυτών» σχολή τόνιζε με την υπ’ αριθμ. 4306/21 Δεκεμβρίου 1829 αναφορά του ο έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας Κωνσταντίνος Ράδος «Προς την επί της Παιδείας και των Εκκλησιαστικών Γραμματείαν της Κυβερνήσεως».

Είκοσι πέντε ημέρες αργότερα η Δημογεροντία της Ερμιόνης με το υπ’ αριθμ. 55/13 Ιανουαρίου έγγραφό της και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε με το υπ’ αριθμ. 4432 έγγραφο του επιτρόπου, ευχαριστεί την Αυτού Εξοχότητα, τον Κυβερνήτη, ο οποίος «εδέχθη ευαρέστως την αίτησιν και παραχωρεί χάριν της νεολαίας μας το εθνικόν οσπίτιον του Αλή Μπαρδουνιώτη δια να μας χρησιμεύση ως σχολείον Αλληλοδιδακτικόν».[6]

 

Το «Καποδιστριακό» Σχολείο Αρρένων Ερμιόνης. Το Καποδιστριακό Σχολείο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ήταν το σπίτι του Αλή Μπουρδουνιώτη. Στα χρόνια του Καποδίστρια και συγκεκριμένα το 1831 μετατράπηκε σε σχολικό κτίριο με προσφορές των κατοίκων της Ερμιόνης. Στέγασε για πάνω από 100 χρόνια το δημοτικό σχολείο της πόλης μας.

 

Για άγνωστους λόγους η οικία αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε άμεσα ως σχολείο, αλλά, καθώς φαίνεται, κατεδαφίστηκε και στη θέση της ξεκίνησε η ανέγερση του διδακτηρίου «εκ θεμελίων».[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ε.Π.Ο.Ν.  στην Αργοναυπλία


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Η Ε.Π.Ο.Ν. στην Αργοναυπλία»

 

Πριν 79  χρονιά ιδρύθηκε  στις 23 Φλεβάρη  1943, η Ε.Π.Ο.Ν., δηλ. «Η Ενιαία  Πανελλαδική  Οργάνωση  Νέων», στο σπίτι του  παλαίμαχου  σοσιαλιστή  Παναγή  Δημητράτου[1], στην οδό Δουκίσσης  Πλακεντίας 3, στους Αμπελοκήπους. Με πρωτοβουλία και οργάνωση της  Κ.Ε του Εθνικού  Απελευθερωτικού  Μετώπου  Νέων (Ε.Α.Μ.Ν.)  συνήλθε στην Αθήνα  πανελλαδική  σύσκεψη, με τους αντιπροσώπους του Ε.Α.Μ.Ν. από αρκετές περιφέρειες της χώρας και  συμμετοχή   25 αντιπροσώπων από 10   ακόμη  οργανώσεις  νέων, όπως, η αγροτική νεολαία Ελλάδος, η ενιαία  μαθητική νεολαία,  η ένωση νέων αγωνιστών Ρούμελης, ο Θεσσαλικός ιερός  λόχος, η φιλική εταιρεία νέων, και άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. Την Ε.Α.Μ.Ν  όπως και τις περισσότερες  από  τις οργανώσεις  νεολαίας που συμμετείχαν στην ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν.  τις είχε δημιουργήσει και οργανώσει  το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Ε.Α.Μ.

Μια από αυτές τις οργανώσεις  ήταν η  Ε.Α.Μ.Ν. Πελοποννήσου η οποία είχε  οργανωθεί  και  στην Αργολίδα. Με την ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν. όλες οι  παραπάνω οργανώσεις νεολαίας  αυτοδιαλύθηκαν και συγχωνεύτηκαν στις γραμμές της Ε.Π.Ο.Ν.   Στο  ιδρυτικό της κείμενο η Ε.Π.Ο.Ν. αυτοπροσδιορίστηκε ως «οργάνωση Εθνικοαπελευθερωτική, αντιφασιστική – προοδευτική, αντιπολεμική – φιλειρηνική».

Βασικοί σκοποί της ήταν:

– Η Εθνική απελευθέρωση, η πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδος, που θα επιτυγχάνετο, με καθημερινό και αδιάκοπο αγώνα.

– Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της νέας  γενιάς στη ζωή, στη μόρφωση και στον πολιτισμό.

– Η εξολόθρευση  του φασισμού, τόσο στα χρόνια της κατοχής  όσο και μετά, με όποια μορφή κι’ αν αυτός παρουσιαζόταν.

– Τον αγώνα κατά των ιμπεριαλιστικών πολέμων και την κατοχύρωση της ειρήνης με βάση την αυτοδιάθεση των λαών και νεολαίων  και την αδελφική συνεργασία τους.

– Τέλος, την ανοικοδόμηση της  Ελλάδος από τα ερείπια  του πολέμου προς  το συμφέρον  και την ευημερία  ολόκληρου του λαού της.

Η Ε.Π.Ο.Ν υπήρξε η κορυφαία  μαζική  νεολαιίστικη  οργάνωση της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης  εναντίον των κατακτητών του φασισμού, του ναζισμού και των οργάνων τους.  Συσπείρωσε πανελλαδικά, μέσα σε λίγους μήνες, περισσότερους από 600.000  νέους και νέες, ενώ  περίπου 30.000 έως 35.000  από αυτούς  εντάχθηκαν  στον Ε.Λ.Α.Σ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), και άλλοι τόσοι στον εφεδρικό Ε.Λ.Α.Σ στις μεγάλες πόλεις. Από αυτούς 1300 Επονίτες αντάρτες έδωσαν την ζωή τους πολεμώντας τους κατακτητές, ενώ άγνωστος είναι ο αριθμός  των νεκρών  και αγνοουμένων που έχασαν την ζωή  τους στις διαδηλώσεις, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στα μπουντρούμια  των κρατητηρίων όταν  πιάστηκαν  και βασανίστηκαν από τις αρχές κατοχής  και τους  δωσίλογους συνεργάτες τους.

 

Χαρακτικό του Τάσσου από αντιστασιακό λεύκωμα ΕΑΜ-ΕΠΟΝ (1943).

 

Η Ε.Π.Ο.Ν.  δημιούργησε  ένα  μοναδικό  πολιτιστικό κίνημα σε όλους τους τομείς στα γράμματα και στις τέχνες, όπως εκδόσεις, θέατρο κ.α. και δεν  είναι τυχαίο ότι στην  Ε.Π.Ο.Ν.  συμμετείχαν οι περισσότεροι νεοέλληνες λογοτέχνες και καλλιτέχνες όπως  ο Μίκης Θεοδωράκης  ο  Μάνος   Χατζηδάκης  η Αρβελέρ  ο Γιάννης Ξενάκης  και πάρα πολλοί άλλοι που σφράγισαν με το έργο τους την μεταπολεμική Ελλάδα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Στην αποτύπωση του Άργους, το κάστρο της Λάρισας εμφανίζεται σε πολύ καλή κατάσταση καθώς και το σπήλαιο κάτω από το σημείο που βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι της «Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας» το οποίο, παραδόξως, δεν απεικονίζεται.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πασπαλιάρης Παναγιώτης Π. – «Ο Μεγάλος Ανορθόγραφος»


 

Κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του Ναυπλιώτη ιστορικού Παναγιώτη Πασπαλιάρη με τίτλο: «Ο Μεγάλος Ανορθόγραφος – Ελληνική Νομαρχία. Ανατύπωση της έκδοσης του 1806 με τα ορθογραφικά της σφάλματα. Μια προσπάθεια ταύτισης», εκδόσεις «Ναυπλιεύς». 

Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τη μελέτη του κ. Πασπαλιάρη για την ταυτότητα του συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας», του «Ανονίμου του Έλληνος»· το δεύτερο μέρος είναι μια επανέκδοση της «Ελληνικής Νομαρχίας» με τα ορθογραφικά σφάλματα του πρωτοτύπου.

Ποιος έγραψε εκείνο το μικρό, το μεγάλο βιβλίο της ιστορίας μας το 1806, που κρυμμένο στα ενδύματα κάθε σχεδόν φιλικού, έδωσε τις ιδέες, τον τρόπο, και την ορμή για το απονενοημένο διάβημα: την επανάσταση του 1821, την επανάσταση του έθνους μας. Για χρόνια η ταυτότητά του παραμένει μυστική.

Ο ιστορικός Παναγιώτης Πασπαλιάρης μέσα από μία εξαντλητική αντιπαραβολή κειμένων, μελέτη των πηγών και παρατήρηση ιστορικών στιγμιοτύπων, μια αληθινά  ερευνητική υπέρβαση, καταλήγει και προτείνει την ταύτιση: Ο «Ανόνιμος» είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας ή μπορεί κάλλιστα να είναι.

 

Ο Μεγάλος Ανορθόγραφος

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Σκαλίδης Γεώργιος (1793-1857 ή 1858)


 

Μέλος της Φιλικής Εταιρείας – Υπογραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας – Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου – Πρόεδρος Πρωτοδικών Ναυπλίας – Δικηγόρος Ναυπλίου – Συμβολαιογράφος Ναυπλίου  

 

Ο Γεώργιος Σκαλίδης, πιθανότατα γεννήθηκε το 1793,  όπως συμπεραίνεται από τη δήλωση του στα απογραφικά δελτάρια του 1839,[1]  και καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη,  όπου και μορφώθηκε. Κάποια στιγμή, πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, έρχεται στην Τριπολιτσά και εργάζεται στο γραφείο του διερμηνέα (δραγουμάνου) του Πασά της Πελοποννήσου.  Είναι όμως μέλος της Φιλικής Εταιρείας, όπως μας πληροφορούν τόσο ο Φωτάκος όσο και ο Ι. Φιλήμων και  χάρη στη θέση του πληροφορείται όλα τα θέματα που απασχολούν την οθωμανική διοίκηση. Κατά την περιγραφή του Χρύσανθου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, ο Σκαλίδης, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη του διερμηνέως του Πασά, προσφέρεται να μεταφράσει τα κωδικοποιημένα έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας που έρχονται σε γνώση των Οθωμανών  και αλλοιώνει  το περιεχόμενό τους «καταλλήλως».[2]

Στη διάρκεια της πολιορκίας της Τριπολιτσάς παρέμεινε εντός της πόλης, ενημερώνοντας τους πολιορκητές για τα τεκταινόμενα. Μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης και την πτώση της, υπηρετεί ως υπογραμματεύς της Πελοποννησιακής Γερουσίας, σε διάφορες άλλες διοικητικές θέσεις των επαναστατικών κυβερνήσεων, καθώς και ως μέλος διαφόρων επιτροπών.[3] Στις  4 Μαρτίου του 1826 εγκρίνεται ομόφωνα από το Βουλευτικό, ο διορισμός του ως γραμματέας του Δικαστηρίου των Εκκλήτων του Ναυπλίου και αποστέλλεται προς έγκριση στο Εκτελεστικό.[4] Το  φθινόπωρο του 1828, όπως πληροφορούμαστε από το εξαιρετικό βιβλίο του κυρίου Δημητρίου Γεωργόπουλου, προϊσταμένου των Γ.Α.Κ., Αρχεία Νομού Αργολίδος,  χρησιμοποιείται  μαζί με άλλους από την Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου  ως αιρετός κριτής σε διάφορες αντιδικίες μεταξύ πολιτών, ως μιας μορφής δηλαδή αιρετού  διαιτητή – δικαστή.[5] Στις18Φεβρουαρίου 1829 υπογράφεται στην Αίγινα το «Ψήφισμα περί του διοργανισμού των δικαστηρίων» και ορίζονται τα τμήματα των Πρωτοκλήτων δικαστηρίων και οι έδρες τους.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Το Πρωτόκλητο δικαστήριο Αργολίδος με έδρα το Άργος αποκτά τους πέντε πρώτους δικαστές του, σύμφωνα με το ψήφισμα του Ιωάννη Καποδίστρια. Ένας από αυτούς είναι ο Πάρεδρος Γεώργιος Σκαλίδης.[6] Ο Κωνσταντινοπολίτης μας όμως είναι εξαιρετική προσωπικότητα για να μείνει επί μακρόν ένας απλός πάρεδρος και με το ψήφισμα του Κυβερνήτη της 18ης Μαΐου  1829 διορίζεται Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου «κατά το τμήμα της Κάτω-Μεσσηνίας» με έδρα την Καλαμάτα.[7] Ο διορισμός του επιβεβαιώνεται και από την πράξη αρ. 12.579/18-5-1829 του Ι. Καποδίστρια, όπου ορίζεται ο αντικαταστάτης του στη θέση του παρέδρου του Πρωτοκλήτου Αργολίδος.[8] Δυστυχώς, ο Ι. Καποδίστριας δολοφονείται και  μία ακόμα περίοδος αναρχίας ξεσπά στη χώρα.  Εν τέλει ορίζεται βασιλιάς της Ελλάδος ο  Όθωνας και φθάνει στο Ναύπλιο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831) – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier


 

Κυκλοφόρησε η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», μια έκδοση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Η ελληνική έκδοση της μελέτης των Γιώργου Κόνδη και Yves Ollivier με τίτλο «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)», έρχεται να πιστοποιήσει τον πλούτο των πηγών που παραμένουν άγνωστες ακόμη για την εποχή εκείνη.

Μετά από επίπονη και μακρόχρονη ερευνητική προσπάθεια, πραγματοποιήθηκε μια πρώτη γαλλική έκδοση της μελέτης που στηρίζεται σε ένα άγνωστο αρχείο και αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart). Πρόκειται για στρατιωτικό που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1828-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνεντέρ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή του ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison).

Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J.N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία επέτρεψε τη γνωριμία του Γ.Κόνδη με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για την έκδοση του αρχείου.

 

Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 υπάρχουν τρία «ξεχασμένα» που σημάδεψαν την πορεία της όπως και την πορεία του ανεξάρτητου νέου ελληνικού κράτους: η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή και η αντίστοιχη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά. Το σημαντικό έργο του γαλλικού στρατού και των Γάλλων επιστημόνων παρέμεινε ξεχασμένο και μόνο το 2011/2017 παρουσιάζονται οι δυο τόμοι ενός εξαιρετικού έργου με τίτλο «Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά – 1829-1838», φωτίζοντας πληθώρα πτυχών της γαλλικής παρουσίας στην ανεξάρτητη Ελλάδα με ένα πλούσιο υλικό χαρτών, εικόνων και κειμένων.

 

Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα

 

Προηγουμένως, το 1971, στην εισαγωγή ενός άλλου σημαντικού έργου με τίτλο «Η ελεύθερη Ελλάς και η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως. Το λεύκωμα Πεϋτιέ», ο επιμελητής της έκδοσης Στέλιος Α. Παπαδόπουλος σημειώνει:

 

Η Επιστημονική Αποστολή, παρά τη σημασία του έργου της, λησμονήθηκε⸱ ενδεικτικό το γεγονός ότι σε μια μόνο γενική ιστορία της Ελλάδος γίνεται μνεία της. Η σχεδόν πλήρης έλλειψη μελετών για την ιστορία της επιστημονικής σπουδής της Χώρας δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία της συνολικής αποτιμήσεως της προσφοράς της. Ανάλογη ήταν και η τύχη του ανέκδοτου υλικού. Και υλικό δεν συγκεντρώθηκε μονάχα από τα επίσημα μέλη της: «πολλοί σχεδίαζαν τοπία, κρατούσαν σημειώσεις, έκαμαν συλλογές φυτών, εντόμων ή άλλων αξιοπερίεργων ή εταρίχευαν πουλιά⸱ είδα πραγματικά πολύτιμες συλλογές φυσικής ιστορίας και πολύ ενδιαφέρουσες εκθέσεις (relations) που είχαν γίνει από υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς, αξιωματικούς του υγειονομικού ή άλλα μέλη του εκστρατευτικού σώματος», γράφει ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν. (σ. 13)

 

Ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν (Jean Baptiste Bory de Saint-Vincent) επικεφαλής της Επιστημονικής Αποστολής είχε, βεβαίως, προσωπική εμπειρία για όλο αυτό το υλικό που είχε παραχθεί και που, ένα μέρος του, μας είναι ακόμη άγνωστο. Το ίδιο σημαντική είναι η επισήμανση  του Στ. Α. Παπαδόπουλου για το υλικό αυτό, προτρέποντας μάλιστα στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 19) για την ανανέωση του ενδιαφέροντος σχετικά με την έρευνα του υλικού αυτού. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος Α. (1798 ή 1799 – ;)


 

Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος

1/  9 Μαρτίου 1831 – 16.764 / 26 Δεκεμβρίου 1846[1]

 

Ο Χαράλαμπος  Αριστείδου Παπαδόπουλος  κατάγεται από την Καρύταινα,  σύμφωνα με δήλωση του κατά την απογραφή της  Οθωνικής περιόδου, στις 19 Ιουνίου 1839. Όπου αναγράφεται το πατρώνυμό του, χρησιμοποιείται μόνο το γράμμα «Α». Ο μοναχογιός του όμως ονομάζεται Αριστείδης, σύμφωνα με την ανωτέρω απογραφή. Καθώς την περίοδο της απογραφής δηλώνει ότι είναι σαράντα χρονών, θα πρέπει να έχει γεννηθεί  μεταξύ των ετών 1798 και 1799. [2]  Αν και δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το είδος των σπουδών του αυτές κρίνεται πως θα ήταν αξιόλογες. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα σε πολύ καλό βαθμό αλλά δεν γνώριζε επαρκώς την οθωμανική και χρησιμοποιεί πάντα διερμηνέα, όταν χρειάζεται,  γεγονός που έχει τη σημασία του για πρώην υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα,  γνώριζε να γράφει,  συνεπώς και να  διαβάζει, τόσο την ιταλική  όσο και τη γαλλική γλώσσα. Τα κείμενα του στα ιταλικά  είναι εξαιρετικά καλλιγραφικά. Είναι γνώστης σε σημαντικό βαθμό των κειμένων του Διαφωτισμού,  στα συμβόλαιά του περιέχονται λέξεις και φράσεις που είναι συνδεδεμένες με τον Γαλλικό Διαφωτισμό ενώ οι πελάτες του – τουλάχιστον αυτοί των πρώτων χρόνων – αναγράφονται συχνά ως «πολίτες». Ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να έχει λάβει σημαντική μόρφωση είναι ότι επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διορίζεται ως ένας από τους  πρώτους Προέδρους Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της χώρας (Πρωτοδικεία με τη σημερινή ορολογία).

Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν την πορεία του στον χρόνο. Η πρώτη αναφορά για τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο εντοπίζεται στις 21 Οκτωβρίου  1827, όταν κατ’ εντολή του στολάρχου, του οποίου διατελεί γραμματέας, αποστέλλει  επιστολή  προς τους Δημογέροντες των Χίων, προκειμένου να τους ευχαριστήσει για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Η επιστολή συντάσσεται επί του δίκροτου «Ελλάς». Πρόκειται για την εκστρατεία στη Χίο, που χρηματοδότησαν οι απανταχού Χίοι, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί το νησί τους, για να αποτελέσει μέρος της ελεύθερης Ελλάδας. Η επιστολή, δυστυχώς, φέρει την υπογραφή μόνο του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Στόλαρχος όμως της εκστρατείας στην Χίο ήταν ο στρατηγός Φαβιέρος, οπότε πιθανά, υπό τις διαταγές του υπηρετεί ο Παπαδόπουλος. Η επικοινωνία δε μεταξύ των δύο αντρών πρέπει να γίνεται και στα γαλλικά. [3] Στην πορεία τον συναντάμε επί διακυβερνήσεως Καποδίστρια, στις 2 Αυγούστου 1830, να εκδίδει  και  να υπογράφει μία απόφαση ως πρόεδρος  του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Ανατολικής Ελλάδος,  που έχει έδρα τα Σάλωνα.[4] Στις 15 Αυγούστου 1830 γίνονται «κρίσεις» – νέοι διορισμοί του  προσωπικού των δικαστηρίων και ο Παπαδόπουλος παραμένει αμετάθετος ως πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Ανατολικής Ελλάδος.[5] Για ικανό χρονικό διάστημα στην συνέχεια,  εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αποφάσεων τις οποίες εκδίδει ως πρόεδρος και δημοσιεύονται σε  Φ.Ε.Κ.. Οι δύο  τελευταίες αποφάσεις που φέρουν την υπογραφή του εκδίδονται στις 7 Φεβρουαρίου και δημοσιεύονται στο φύλλο της «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος» στις 25 Μαρτίου 1831.[6]

Στις 9 Μαρτίου 1831 συντάσσει και υπογράφει την πρώτη του πράξη ως Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας.[7]  Στην οποία αναγράφει: «Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν εν έτος την εννάτην του μαρτίου μηνός, ημέραν Δευτέρα, την δεκάτην ώραν,  επαρουσιάσθη προς την μνημονίαν ταύτην εις την οικίαν μου υπ’ αρ. 268…..».  Η καριέρα του θα είναι σημαντική και ιστορικά κομβική, καθώς για χρόνια θα είναι ο μοναδικός Μνήμονας της πρωτεύουσας του κράτους, συντάσσοντας πράξεις,  με συμβαλλόμενους  τους περισσότερους αγωνιστές της Πελοποννήσου. Η τελευταία πράξη του ήταν η υπ΄αρ. 16.764/ 26 Δεκεμβρίου 1846, χωρίς όμως να αποκλείεται η  ύπαρξη και άλλων.[8]

 

Η διαθήκη του Γεωργίου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 1831. Φέρει την υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Αρχείο Σπανίων Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

 

Χάρη στη δωρεά που έκανε το 1902 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος  ένας άλλος συμβολαιογράφος της πόλης, ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων  της  Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος φυλάσσονται οι πρώτες 5.554 πράξεις του Χαράλαμπου Α. Παπαδόπουλου, καθώς και τα βιβλία υπηρεσιακής αλληλογραφίας και παρακατάθεσης παλαιοτέρων εγγράφων και πράξεων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Θωμάς Φλαγγίνης και η Φλαγγίνειος Σχολή


 

Προσωπογραφία του Θωμά Φλαγγίνη (ελαιογραφία, 17ος αι.). Βενετία, Ελληνικό Ινστιτούτο.

Ο Θωμάς Φλαγγίνης ήταν γιος του Κερκυραίου Απόστολου Αυλωνίτη και της Μαρί­ας Φλαγγίνη, θυγατέρας του Βικέντιου Φλαγγίνη, από την Κύπρο. Γεννήθηκε στη Βενε­τία το 1578. Ο πατέρας του Θωμά Φλαγγίνη ήταν επί­λεκτο μέλος της Ελληνικής Κοινότητας της Βενετίας, πέθανε όμως πολύ νέος, και το μικρό Θωμά τον μεγά­λωσε η μητέρα του Μαρία και ο θείος του Βενέδικτος Φλαγγίνης. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο, από μικρός, υιοθέτησε το επώ­νυμο Φλαγγίνης. Τα πρώτα γράμματά του τα έμαθε στη Βενετία, για να συνεχίσει τις σπουδές του στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, ένα από τα παλιότερα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, που είχε αναδειχθεί, ήδη από τον 15° αιώνα, σε σημαντική εστία της Ευρωπαϊκής Παιδείας, και συνέρρεαν σ’ αυτό σπου­δαστές από όλο τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς αρκετοί Έλληνες, οι οποίοι, στη συνέχεια, μεταλαμπάδευαν τα φώτα της Ευρώπης σε όλα τα μέρη του Αλύτρωτου Ελληνισμού.

Ο Θωμάς Φλαγγίνης αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, από το οποίο ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του κανονικού δικαίου, και επέστρεψε στη Βενετία, όπου άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Παράλληλα όμως ανέπτυξε αξιόλογη εμπορική δραστηρι­ότητα στη Σμύρνη και στην Κύπρο, η οποία του εξασφάλισε σημαντική περιουσία. Από τα πρώτα χρόνια της σταδιοδρομίας του στη Βενετία, δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα κοινά και εκλέγεται δυο φορές Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας. Διατηρεί στενές σχέσεις με λογίους της εποχής, αποκτά πλούσια βιβλιοθήκη που υποδηλώνει την αγά­πη του για τα γράμματα· από αυτήν υποκινούμενος καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες για την ενίσχυση Σχολείων, μέσα και έξω από τη Βενετία, με κορύφωση τη Φλαγγίνειο Σχολή της Βενετίας, που αποτελεί και τη μεγάλη προσφορά του προς τον Ελληνισμό της Ιταλίας και προς το υπόδουλο Γένος. Η προσφορά του αναγνωρίστηκε από όλους, όπως αυτό φαίνεται και από το ελληνικό επιτύμβιο προς τιμή του, που σώθηκε στη βιβλιοθήκη του Ληξουρίου της Κεφαλλονιάς:

 

«Θωμά Φλαγγίνη τω Κερκυραίω, ορθοδόξω και ανδρί Φιλογενεστάτω,

οι των Ελλήνων εν Βενετία τύμβον τουτί κατέθεντο».

 

Αψευδής μάρτυρας του ενδιαφέροντος για τα κοινά και της αγάπης για τα γράμ­ματα, η διαθήκη του. Διαθέτει για το σκο­πό αυτό το ¼ της τεράστιας περιουσίας του· οραματίζεται να συμβάλει, με την ίδρυση της Σχολής, στη μόρφωση Ελλήνων νέων, οι οποίοι θα μπορούν, μετά την αποφοίτησή τους από τη Σχολή, να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, να ανέλθουν στα ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα και να συμβάλουν στην ανάσταση του Γένους, που ήταν πόθος διακαής όλων των Ελλή­νων, διακηρυγμένος από τις πρώτες μέρες της άλωσης της Πόλης.

 

H Γέφυρα των Ελλήνων με τη Δύση – το Κολλέγιο Φλαγγίνη. Αναμνηστική Σειρά Γραμματοσήμων από τα EΛTA. Τυπώθηκε τον Οκτώβριο του 2015.
Από αριστερά, Προσωπογραφία του Θωμά Φλαγγίνη (ελαιογραφία, 17ος αι.) – Η Παναγία «Κυρία του Κολλεγίου Φλαγγίνη» (χαρακτικό, τέλη 18ου αι.) – Κολλέγιο Φλαγγίνη (λεπτομέρεια από χαρακτικό του Domenico Lovisa, 18ος αι.) – Το σήμα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

 

Το όραμα αυτό του Φλαγγίνη αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα, το 1665, με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής, στο κτίριο δίπλα ακριβώς από την Εκ­κλησία του Αγίου Γεωργίου. Στη Σχολή του Φλαγγίνη εισάγονταν νέοι ηλικίας 12-16 ετών, με δυνατότητα συνέχισης των σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Αυτή τη δυνατότητα παρείχε το γεγονός ότι στη Σχολή διδάσκονταν τα απαραίτητα μαθήματα, όπως ήταν τα ανθρωπιστικά γράμματα, η ρητορι­κή, η φιλοσοφία, η λογική, η θεολογία, η γεωγραφία και τα μαθηματικά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »