Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Κατσαγάνη Γεωργία – Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φιλοσοφική Σχολή. Σαριπόλειος Βιβλιοθήκη.


 

Με το βιβλίο αυτό επιχειρείται η μελέτη των δημοσιευμένων επιτύμβιων, αναθηματικών και τιμητικών έμμετρων επιγραφών που έχουν βρεθεί στην Αργολίδα και καλύπτουν την περίοδο από την αρχαϊκή εποχή μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα.

Μετά τη μνημειώδη έκδοση της Ακαδημίας του Βερολίνου (1G IV και 1C IV21) στις αρχές του 20ου αι., έχουν έλθει στο φως πολλές νέες επιγραφές, είτε από συστηματικές ανασκαφές είτε από τυχαίο γεγονός, οι οποίες έχουν μελετηθεί, κυρίως, από αρχαιολόγους, μεμονωμένα και αποσπασματικά. Στην παρούσα εργασία όλες σχεδόν οι δημοσιευμένες επιτύμβιες, αναθηματικές και τιμητικές επιγραφές δίνονται ως αδιάσπαστο σύνολο.

Η επιγραφική μελέτη, η φιλολογική ερμηνεία και η ιστορική επεξεργασία του εν λόγω πρωτογενούς υλικού – αδιερεύνητου ως συνόλου μέχρι σήμερα- προσδιορίζει ακριβέστερα τη θέση ενός σημαντικού τμήματος της Πελοποννήσου στον αρχαίο κόσμο.

 

Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος

 

Το ιστορικό πλαίσιο

Στην αρχαιότητα Ἀργολική ή Ἀργολίς ή Ἀργεία καλούνταν η χερσόνησος που βρίσκεται μεταξύ του Σαρωνικού και του Αργολικού κόλπου, στην οποία ανήκαν οι περιοχές της Τροιζηνίας, της Ερμιονίδος, του Ναυπλίου, του Άργους (εκτός από το δυτικό τμήμα της Αλέας) και ενός τμήματος της Κορινθίας. Στην Αργολίδα ανήκαν επιπλέον τα νησιά: Καλαύρια (Πόρος), Υδρέα (Ύδρα), Πιτυούσα (Σπέτσες) και άλλα μικρότερα. Τέλος, στην εποχή της δυναστείας των Αντωνίνων, η Αργολίδα περιλάμβανε επιπλέον τη Στυμφαλία και την Αλέα.

Το κράτος των Αργείων σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του ξεπέρασε όλα τα άλλα (Τίρυνθα, Ναυπλία, Ασίνη, Μυκήνες, Ερμιόνη, Τροιζήνα και Επίδαυρο) σε έκταση και δύναμη και επιχείρησε να ασκήσει ένα είδος επικυριαρχίας στους γείτονες. Τον 7ο αι. π.Χ. σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε ο Φείδων, παρ’ όλο που οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι ελάχιστες, αόριστες και αντιφατικές. Το έτος 669 π.Χ. σημειώθηκε η πρώτη νίκη των Αργείων εναντίον των Σπαρτιατών στις Υσιές. Στο μεταίχμιο του 6ου προς τον 5ο αι. π.Χ. η ιστορία των εξωτερικών σχέσεων του Άργους ταυτίζεται με τις πολεμικές συγκρούσεις του με τη Σπάρτη. Η χρονολογία της καθοριστικής – για την έκβαση της μακροχρόνιας διαμάχης τους – σύγκρουσης στη Σήπεια τοποθετείται στο 494 π.Χ. Οι Αργείοι έχασαν την Τίρυνθα και τις Μυκήνες, οι οποίες ανέκτησαν την αυτονομία τους, προσχώρησαν στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και ακολούθησαν πολιτική διαφορετική από του Άργους.

Κατά τους Περσικούς πολέμους οι Αργείοι τήρησαν ουδετερότητα, ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες έστειλαν μικρή δύναμη στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών. Γύρω στο 472 π.Χ. εγκαθιδρύθηκε στο Άργος δημοκρατικό πολίτευμα με σαφή την επίδραση των αθηναϊκών θεσμών (σημαντικό ρόλο πρέπει να διαδραμάτισε και ο εξόριστος στο Άργος Θεμιστοκλής), κυρίως μετά τη συμμαχία Άργους – Αθήνας (462 π.Χ.). Από τη συμμετοχή τους στους Περσικούς πολέμους, οι Μυκήνες απέκτησαν μεγάλη δόξα, ώστε οι Αργείοι να θελήσουν να τις εξαφανίσουν (468 π.Χ.). Οι Μυκηναίοι αντιστάθηκαν σθεναρά στην επίθεση των Αργείων· υποχρεώθηκαν όμως να παραδώσουν την πόλη τους στους Αργείους, οι οποίοι κυριολεκτικά την ισοπέδωσαν (460 π.Χ.). Αλλά και οι κάτοικοι της Τίρυνθος νικήθηκαν, εκδιώχτηκαν από τους Αργείους και εγκαταστάθηκαν στους Αλιείς.

Όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός πόλεμος το 431 π.Χ., η Αθήνα ανανέωσε το ενδιαφέρον της για την Ακτή και το 430 π.Χ. λεηλάτησε τους Αλιείς, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη και την Επίδαυρο. Στα πρώτα δέκα έτη του πολέμου αυτού, το Άργος παρέμεινε ουδέτερο· προσχώρησε δε για πρώτη φορά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία το 418 π.Χ. Σε αυτό το διάστημα οι ολιγαρχικοί κατέλυσαν τη δημοκρατία στο Άργος, αλλά ένα χρόνο αργότερα ανατράπηκε το ολιγαρχικό καθεστώς που είχαν επιβάλει. Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και παρά την ήττα της Αθήνας, το Άργος δεν συμμάχησε με τη Σπάρτη.

Το 338 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ ενεπλάκη στα πράγματα της Ν. Ελλάδος και νίκησε στη Χαιρώνεια τους ενωμένους Θηβαίους, Αθηναίους, Κορινθίους και Φωκείς· οι Αργείοι δεν συμμετείχαν, διότι είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Μακεδόνες και γενικά έτρεφαν φιλικά αισθήματα γι’ αυτούς· αργότερα συμμετείχαν στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου Γ΄ κατά των Περσών. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου Γ΄ το Άργος, η Σικυών, η Κόρινθος και οι πόλεις της Ακτής, παρακινημένες από τον Δημοσθένη, ανέλαβαν πόλεμο κατά των Μακεδόνων (Λαμιακός πόλεμος), αλλά νικήθηκαν από τον Αντίπατρο και, αφού υποτάχτηκαν, δέχτηκαν μακεδονική φρουρά. Στο Άργος η εξουσία μέχρι το 316 π.Χ. περιήλθε στους ολιγαρχικούς, ενώ πολλοί δημοκρατικοί εξορίστηκαν.

Το 305 π.Χ. ο Κάσσανδρος έγινε κύριος του Άργους και εμπιστεύθηκε τη «φύλαξή» του στον αδελφό του Πλείσταρχο. Δύο χρόνια αργότερα (303 π.Χ.) ο Δημήτριος Πολιορκητής εκδίωξε από εκεί τη φρουρά του Κασσάνδρου, μετά από σκληρή αντίσταση των πολιορκημένων. Το Άργος όμως είχε χάσει την παλαιά του δύναμη και είχε περιέλθει σε δεύτερης τάξης πόλη της Πελοποννήσου, ενώ αντίθετα η θρησκευτική ζωή στην Αργολίδα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Οι Μακεδόνες ηγεμόνες παρέμειναν για αρκετό διάστημα στην πόλη και διηύθυναν τους αγώνες των Νεμείων και των Ηραίων, των οποίων η φήμη είχε εξέλθει των ορίων της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Το α΄ τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. στην Πελοπόννησο σχηματίστηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία υπό τον Άρατο. Η ειρήνευση, στην οποία εναπέθεσαν τις ελπίδες τους οι πόλεις της Πελοποννήσου μετά τη νίκη των Μακεδόνων στη Σελλασία (222 π.Χ.), δεν διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα.

Πέντε χρόνια αργότερα, η άφιξη του Φιλίππου Ε΄ στο Άργος έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Οι Μακεδόνες με τη συνεργασία των Αχαιών και με διαπραγματεύσεις με τη φρουρά της ακρόπολης του Άργους Λάρισας έθεσαν υπό την κατοχή τους το Άργος, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη Συμπολιτεία. Νέα τροπή πήραν τα πράγματα, όταν ο τύραννος της Σπάρτης Νάβις έγινε κύριος του Άργους, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, διότι οι ρωμαϊκές λεγεώνες με αρχηγό τον ύπατο Τ. Φλαμινίνο μαζί με τη Συμπολιτεία κατάφεραν να το ελευθερώσουν (195 π.Χ.). Το καίριο χτύπημα για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος, στη συνέχεια, αποτέλεσε τμήμα της επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.), ενώ το 115/114 π.Χ. η Επίδαυρος και η Τροιζήνα έγιναν σύμμαχοι της Ρώμης.

Από το 44 π.Χ. και μετά η Κόρινθος έγινε έδρα του Ρωμαίου ανθυπάτου της επαρχίας της Αχαΐας. Αν και οι Ρωμαίοι κυρίευσαν αρκετές πόλεις και κατέλυσαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα, ασκούσαν στους Έλληνες την επιρροή τους αρχικά και την κυριαρχία τους αργότερα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο ελληνικός τρόπος ζωής και ο ελληνικός πολιτισμός να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστοι. Αρκετές φορές, όταν ανέκυπταν διενέξεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, αυτές αίρονταν με τη χρήση διαιτητών, ξένων προς τις ερίζουσες πόλεις, όπως διαπιστώνεται από ψηφίσματα πολιτικών παραγόντων πόλεων, που ευχαριστούν τους κατοίκους άλλης πόλης για την αποστολή διαιτητών.

Η Ελλάδα βέβαια από τον 1ο αι. π.Χ. άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες σε αρκετούς τομείς. Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι έπαιξαν οι πόλεμοι του 1ου αι. π.Χ., οι οποίοι μαίνονταν σε όλη την Ελλάδα, καθώς και η πειρατεία. Το 267 μ.Χ. το Άργος καταλήφθηκε από τους Γότθους, επί Ιουλιανού του Αποστάτη ήταν υποτελές στην Κόρινθο, και το 395 μ.Χ. κατακτήθηκε από τον Αλάριχο… (Από την εισαγωγή του τόμου)

 

Γεωργία Κατσαγάνη Βιογραφικο

 

Η Γεωργία Κατσαγανη γεννήθηκε στην Ανω Βασιλική Αιτωλ/νιας και εί­ναι κλασική φιλόλογος. Οι τίτλοι σπουδών της περιλαμβάνουν τα πτυχία Κλασικής Φιλολογίας, Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, μεταπτυ­χιακό και διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία.

Σήμερα κατέχει τη θέση Σχολικής Συμβούλου. Έχει συμμετασχει με ανα­κοινώσεις της σε διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε επιστημο­νικά περιοδικά. Το επιστημονικό ενδιαφέρον της εστιάζεται στον τομέα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και, κυρίως, της Επιγραφικής.

 

 Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Σαριπόλου» εκδίδεται αδιαλείπτως εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια, από το 1968. Μεταξύ των εκδόσεών της, στο διάστημα των πέντε αυτών δεκαετιών, περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες που έχουν αναγνωριστεί ως βασικά έργα αναφοράς στα επιστημονικά τους πεδία.

 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου» εκδίδεται από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, χάρη στη χορηγία του ομώνυμου κληροδοτήματος. Η Σοφία Ν. Σαριπόλου (1916–1963), κόρη και εγγονή διαπρεπών καθηγητών της Νομικής μας Σχολής, δώρισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας, της οποίας τα έσοδα προορίζονται για δύο σκοπούς: τη χορήγηση υποτροφιών σε πτυχιούχους της Φιλοσοφικής Σχολής για μεταπτυχιακές σπουδές και την έκδοση επιστημονικών μελετών γραμμένων από αποφοίτους της ίδιας σχολής. Η άνθιση της παιδείας και της πνευματικής ζωής στον τόπο μας ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με τη γενναιοδωρία τέτοιων μεγάλων ευεργετών, που θεωρούσαν τιμή και χρέος τους να δαπανούν την προσωπική τους περιουσία για το καλό της χώρας.

Από το 1968, οπότε δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος της Βιβλιοθήκης, έως σήμερα, έχουν εκδοθεί πάνω από εκατόν είκοσι βιβλία, κυρίως διατριβές επί διδακτορία και επί υφηγεσία, αλλά και ανεξάρτητες μονογραφίες, καθώς και συλλογικοί τόμοι. Τα δημοσιεύματα αυτά καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα των επιστημονικών κλάδων που θεραπεύει η Φιλοσοφική Σχολή (αρχαία, μεσαιωνική και νέα ελληνική φιλολογία, ιστορία και αρχαιολογία όλων των περιόδων, λατινική φιλολογία, γλωσσολογία, φιλοσοφία, παιδαγωγική, ψυχολογία, θεατρολογία, λαογραφία, ιστορία της τέχνης, καθώς και νεότερες ξένες φιλολογίες). Τα περισσότερα είναι γραμμένα στα ελληνικά και έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου. Δεν αποκλείονται, ωστόσο, άλλες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά). Μεταξύ των εκδόσεων της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες, συνταγμένες από εξέχοντες ερευνητές, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί διεθνώς ως έργα αναφοράς στα αντίστοιχα επιστημονικά πεδία. Εν γένει, παραπομπές και βιβλιοκρισίες για τα δημοσιεύματα της σειράς εμφανίζονται τακτικά σε ελληνικά και διεθνή έντυπα αναγνωρισμένου κύρους.

Η εκδοτική δραστηριότητα της Βιβλιοθήκης συνεχίζεται απτόητη, παρά τις δυσχερείς οικονομικές περιστάσεις του παρόντος. Η επιλογή των δημοσιευμάτων γίνεται με βάση τις εισηγήσεις ειδικών επιστημόνων-κριτών, οι οποίοι αποτιμούν τις μονογραφίες που υποβάλλονται προς έκδοση (“peer review”), σύμφωνα με το καθιερωμένο πλέον πρότυπο των αναγνωρισμένων διεθνών επιστημονικών σειρών. Οι ελληνόγλωσσες μελέτες συνοδεύονται από εκτενή περίληψη σε κάποια από τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. Στόχος είναι να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι βασικές αρετές που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της σειράς ήδη από το ξεκίνημά της, πριν από πέντε σχεδόν δεκαετίες: η υψηλή ερευνητική ποιότητα και πρωτοτυπία των εργασιών, η συστηματική καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου και η διεθνής προβολή των δημοσιευόμενων πορισμάτων. ( Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος)

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Ταφή, ανάθεση, τιμή: έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα.

Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2015. Σελίδες: 384.

ΙSBN: 9605260336

Read Full Post »

Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο; Ανέκδοτη οθωμανική έκθεση περί της αφαιρεθείσης επιστολής του Θ. Κολοκοτρώνη για τη μάχη των τρικόρφων (Θέρος του 1825). Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος,  πρακτικά  Δ´ Τοπικού Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών (Τρίπολις – Δημητσάνα, 1-3 Νοεμβρίου 2013).


 

[…] Το δελτίο της μετάφρασης μαζί με το παρόν υπόμνημα του αναφερθέντος βαλή διαβάστηκε από την Αυτοκρατορική μου Αρχή. Η μάχη του ρηθέντος Ιμπραήμ Πασά με τον αναθεματισμένο, ονόματι Κολοκοτρώνη, αναφέρθηκε σε κάποια ενημερωτικά δελτία ολίγω πρότερον. Όμως είναι άξιο προσοχής το ότι ο μνημονευθείς (βαλής) δεν παρέμεινε σε εκείνα τα μέρη, αλλά επέστρεψε στο Ναβαρίνο. Άραγε αναγκάστηκε (να προβεί σε αυτήν την κίνηση) βεβιασμένα από την έλλειψη προμηθειών και άλλων κονδυλίων για το υπό τις διαταγές του στράτευμα η εξαιτίας κάποιου άλλου λόγου; Όπως και να έχει, αυτό παραμένει άγνωστο, καθώς δεν έχει ληφθεί αλληλογραφία από τον αναφερθέντα επ’ αυτού του ζητήματος.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Εξοχότατε, ελεήμονα, υψηλότατε, ευμενή, εύσπλαχνε, ευεργέτη, πολυάγαθε, μεγάθυμε Αφέντη μου, Μεγαλειότατε Σουλτάνε μου, ως αρμόζει στη δουλεία μου και σύμφωνα με ό,τι απαιτεί η υπηρεσία μου, φροντίζοντας για την εξακρίβωση και τον προσδιορισμό των μαχών και των άλλων γεγονότων που λαμβάνουν χώρα στον Μοριά, (αναφέρω ότι) τα επικουρικά, κατά βάση, στρατεύματα των άθλιων κακούργων, ακόμα κι αν φτάσουν απ’ αυτήν την περιοχή, δηλαδή το κάστρο του Ναυπλίου και του Μεσολογγίου, μέχρι την Αθήνα και καταλάβουν και υποτάξουν ολόκληρο το Νησί του Μοριά, και πάλι, αν αυτά τα δύο μέρη, που εποφθαλμιούν, βρεθούν στα χέρια τους, έχοντας οχυρωθεί ψοφοδεείς (με την ψυχή στο στόμα) στο απόκρημνο Διάσελο, δεν υπάρχει πιθανότητα να μπουν σε κάποιου είδους τάξη (να συστήσουν τακτικό στρατό). Καθώς είναι γνωστό ότι οι υποθέσεις δεν θα εξελιχθούν έτσι, ο εύσπλαχνος εξοχότατος ελ-Χάτζ Ιμπραήμ Πασάς, ο έχων το ιερό καθήκον να τελεί εισέτι βαλής της Μέκκας και του Μοριά, ερευνώντας ενδελεχώς και διορθώνοντας την κατάσταση των καταραμένων λήσταρχων που βρίσκονται στο Ναύπλιο και την ενδοχώρα του, προηγουμένως αναχώρησε από το Ναβαρίνο και κατά μήκος της πορείας του κατέστρεψε κωμοπόλεις και χωριά. Εξακριβώθηκε από τις προφορικές δηλώσεις κάποιων γλωσσών (αιχμαλώτων) που συνελήφθησαν παρά τα Σάλωνα ολίγω πρότερον ότι αναχώρησε προς την κωμόπολη της Τριπολιτσάς, απ’ όπου έφυγε, ύστερα από την εγκατάλειψή της από τους απίστους που βρίσκονταν εντός της, καθώς δεν υπήρχε μέρος να οχυρωθεί. Κατόπιν τούτου, ο ρηθείς εξοχότατος, ως απαιτούσε η περίσταση, ξεκίνησε από την Τριπολιτσά και επέστρεψε και αναχώρησε εκ νέου για το Ναβαρίνο. Η επιστολή που έγραψε προς τους λήσταρχους του Ναυπλίου ο επάρατος Κολοκοτρώνης, η οποία αναφέρει με ποιόν τρόπο πολέμησε (ο βαλής) με αληθινή αφοσίωση στην τοποθεσία Τρίκορφα, έξω από την Τριπολιτσά, και πως νίκησε τον τρισκατάρατο αρχηγό των άτακτων ληστών, πέρασε με κάποιον πλάγιο τρόπο (μέσον) στα χέρια του Αυστριακού κομαντάντε, ο οποίος έδωσε ένα αντίγραφό της στον δούλο τού καπουντάν πασά κι εκείνος, με τη σειρά του, απέστειλε στο ταπεινό μου πρόσωπο το αντίγραφο της μετάφρασής του, για να υποβληθεί το περιεχόμενό του προς ενημέρωση στον ευεργέτη (σουλτάνο). Αυτό το αντίγραφο εσωκλείεται στη δουλική έκθεσή μου, που υποβάλλεται ενώπιον της αυτοκρατορικής υψηλότητάς του (του μεγάλου βεζίρη). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναφερθείσας μετάφρασης, παρόλο που πλείστοι όσοι εξευτελισμένοι, άνευ ορίου κατατροπωμένοι και τραπέντες σε φυγή αντάρτες έφτασαν στον Άδη και αφανίστηκαν, ο προαναφερθείς εξοχότατος Ιμπραήμ Πασάς, για άγνωστο λόγο, δεν παρέμεινε στην Τριπολιτσά, αλλά οπισθοχώρησε πάλι προς το Ναβαρίνο. Μία ομάδα τεσσάρων χιλιάδων μιαρών ερπετών με πέντε-έξι καπεταναίους από τους Ρουμελιώτες αντάρτες, που βρίσκονταν στον Μοριά ως απαραίτητη δύναμη των απίστων, πέρασε προς τα Σάλωνα για να συνδράμει στο Μεσολόγγι. Εκεί προσχώρησε στους συγκεντρωμένους απίστους και, ένεκα τούτου, ως ασφαλώς συνάγεται από το περιεχόμενό της (της επιστολής), τρεις χιλιάδες άτομα αποσχίσθηκαν και, όπως δηλώθηκε στην άλλη έκθεσή μου, ήρθαν με τον καταχθόνιο σκοπό να πατήσουν τον αφοσιωμένο στρατό. Και πάλι οι προφορικές δηλώσεις των γλωσσών των ζωντανών συλληφθέντων από τους προαναφερθέντες απίστους εκφράζουν και μνημονεύουν ότι με τη δόξα του Υψίστου ηττήθηκαν και υποτάχθηκαν κατεστραμμένοι και μάλιστα ότι οι άπιστοι διακόμισαν τους τραυματισμένους και τους αρρώστους με κάποια από τα υπάρχοντά τους, που είχε αφήσει ο προαναφερόμενος (βαλής) στην Τριπολιτσά.

Αυτήν την ταπεινή αναφορά του δούλου σας πήρα το θάρρος να υποβάλω στον ηγεμονικό τόπο λήψης αποφάσεων επί σημαντικών ζητημάτων. Είθε ο Ύψιστος να επιτρέψει να μας τιμήσει άμα τη αφίξει της η εδραία εντολή και το πρόσταγμα, τα οποία ανήκουν σε εκείνον εξ ου η διαταγή (δηλ. εκείνον που η υψηλότητά του έχει το δικαίωμα να διατάζει)…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Κατασκοπία στην επαναστατημένη Πελοπόννησο;

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κιβέρι – Μύλοι – Σκαφιδάκι


 

Κατά τη Β’ Βενετοκρατία στην Πελοπόννησο οι κυρίαρχοι της χώρας για να υποβοηθήσουν την πολιτική διαχείριση της κτήσης τους και συγχρόνως να καταστήσουν αποδοτικότερη την οικονομική εκμετάλλευση του τόπου, επιχείρησαν επανειλημμένες γενικές απογραφές του πληθυσμού της. Γνωρίζουμε ότι πραγματοποίησαν τέσσερις τουλάχιστον απογραφές [1] και η πιο πετυχημένη από αυτές υπήρξε εκείνη που έφερε σε πέρας το 1700 ο Γενικός Προνοητής Πελοποννήσου (Provveditor General dell’ Armi in Regno di Morea) Φραγκίσκος Grimani.

H απογραφή αυτή, που συγκέντρωσε τα δημογραφικά στοιχεία όλων των οικισμών της Πελοποννήσου – εκτός ίσως από ελάχιστες περιπτώσεις – απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας και δημοσιεύτηκε από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο στο σημαντικότατο βιβλίο του Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας [2]. Ο συγγραφέας του έργου, εξετάζοντας ανάμεσα στα άλλα τη διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου στα τέλη του 17ου αιώνα και μάλιστα σε συσχετισμό με τα στοιχεία της απογραφής του 1700, παρατήρησε [3] ότι το χωριό Κιβέρι και η εδαφική περιοχή του, που κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στην επαρχία ή territorio – εφεξής τεριτόριο – του Άργους, φερόταν στην απογραφή να ανήκει στο τεριτόριο του Ναυπλίου, παρόλο που βρισκόταν απέναντι από αυτό, δηλαδή στην άλλη πλευρά του αργολικού κόλπου και έτσι δεν υπήρχε εδαφική επαφή και συνέχεια μεταξύ των δύο περιοχών – του Ναυπλίου και του Κιβερίου – αφού ανάμεσά τους παρεμβαλλόταν εκείνη του Άρ­γους.

Ο Παναγιωτόπουλος θεώρησε ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα της εδαφικής συνέχειας σε κάθε τεριτόριο, την οποία, όπως γράφει, είχαν καθιερώσει οι Βενετοί στη διοικητική οργάνωση της νέας τους κτήσης [4]. Διατύπωσε μάλιστα την άποψη πως δεν γνωρίζουμε από πότε χρονολογείται το γεγονός και ότι πρέπει «να ανάγεται σε ένα μακρινό παρελθόν, που μόνο η εξακρίβωση της ιστορίας του θα μπορούσε να μας φωτίσει». Ο Παναγιωτόπουλος πιστεύει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο σύγχρονο της απογραφής θύλακο φεουδαλικού χαρακτήρα  – σωστά βέβαια αφού βρισκόμαστε στις αρχές του 18ου αιώνα – χωρίς να αποκλείει τη σύνδεση του γεγονότος με την Α’ Τουρκοκρατία, ενώ θεωρεί επίσης πολύ πιθανό να έχει σχέση με τη Φραγκοκρατία, οπότε θα ήταν προφανής η φεουδαλική του προέλευση.

Πέρα όμως από τις υποθέσεις αυτές, που δεν δίνουν απάντηση στο ζήτημα, ο ίδιος πρότεινε μία καταρχήν ερμηνεία γράφοντας ότι: «η μικρή αυτή περιοχή, το Κιβέρι, πλούσια σε χειμάρρους που κινούσαν ένα σημαντικό αριθμό αλευρόμυλων, θεωρείτο ζωτική για τον ανεφοδιασμό του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας της χώρας, και γι’ αυτό ήταν προσαρτημένη στο δικό τον territorio» [5].

Η ερμηνεία αυτή δεν μας φαίνεται αρκετά πειστική, επειδή δεν νομίζουμε ότι η χρησιμότητα των μύλων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διοικητική απόσπαση μιας εδαφικής περιοχής – εν προκειμένω του Κιβερίου – από ένα τεριτόριο και την προσάρτησή της σε άλλο. Η χρησιμοποίηση της περιοχής αυτής και των μύλων της, έστω και με τρόπο αποκλειστικό, ήταν δυνατόν να επιτευ­χθεί απρόσκοπτα και χωρίς να ληφθούν ιδιαίτερα διοικητικά μέτρα από την ανώτατη διοίκηση της Πελοποννήσου, που είχε την έδρα της στο πλησιέστατο Ναύπλιο. Σε κάτι τέτοιο θα υποβοηθούσε μάλιστα και το γεγονός ότι στο Άργος και την περιοχή του, την ίδια εποχή (γύρω στα 1700), λειτουργούσαν τριάντα αλευρόμυλοι (οι περισσότεροι από αυτούς στο Κεφαλάρι), που θα μπορούσαν να καλύψουν άνετα τις ανάγκες σε αλεσμένα σιτηρά ολόκληρης της επαρχίας του Άργους, έναντι των εννέα μόλις μύλων της περιοχής του Κιβερίου, που χρησίμευαν για να αλέθουν τα σιτηρά του Ναυπλίου [6].

Ας προσθέσουμε ότι στην άποψή μας συνηγορεί και η έλλειψη σχετικής μαρτυρίας των πηγών, οι οποίες στην πλειονότητά τους δεν αναφέρουν ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία αποσπάστηκε από την επαρχία του Άργους η περιοχή του Κιβερίου και προσαρτήθηκε σ’ εκείνη του Ναυπλίου. Στην πραγματικότητα μόνο η απογραφή Grimani του 1700 υπαινίσσεται ένα τέτοιο γεγονός [7]. Αντίθετα, όλες οι άλλες σύγχρονες μαρτυρίες των πηγών εντάσσουν το Κιβέρι στο τεριτόριο του Άργους: πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, τόσο στο τοπογραφικό του σχεδίασμα (disegno), όσο και στην αναγραφή των οικισμών του, παρουσιάζουν το Κιβέρι να ανήκει στην επαρχία του Άργους [8]. Το ίδιο συμβαίνει και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante), στοιχεία της οποίας διασώζονται στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pier’ Antonio Pacifico του έτους 1704, [9] προερχόμενα από τον Βενετό τοπογράφο Giust’ Emilio Alberghetti [10]. Ας προσθέσουμε ακόμη ότι το αδημοσίευτο αναλυτικό κτηματο­λόγιο (catastico particolare) του βενετικού τεριτόριου του Ναυπλίου του έτους 1704 κε. δεν περιλαμβάνει σ’ αυτό την περιοχή του Κιβερίου [11]. Εξάλλου, σε δημοσιευμένο έγγραφο από την ίδια περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας, που έχει σχέση με την εκκλησιαστική περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Πελοπόννησο αναφέρεται και το Κιβέρι Απάνου και Κάτου, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ρητά αν ανήκει στο τεριτόριο του Άργους ή του Ναυπλίου. Ωστόσο το έγγραφο αυτό βρίσκεται καταχωρημένο μαζί με τις αναγραφές όλων εκείνων των χωριών που ανήκαν στο τεριτόριο του Άργους [12]. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι σε δημοσιευμένο χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας, που φαίνεται να έχει και αυτό στενή σχέση με τον τοπογράφο G.E. Alberghetti, υπάρχει έμμεση αναφορά ότι το Κιβέρι ανήκε στην επαρχία του Άργους, αφού επισημαίνεται εκεί ότι στη νοτιότερη περιοχή της πεδιάδας και του τεριτόριου του Άργους υπήρχαν μύλοι ή οι Μύλοι, που αναμφίβολα ήταν εκείνοι του Κιβερίου [13].

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι πηγές της Β’ Βενετοκρατίας εντάσσουν το Κιβέρι στο Άργος και μόνο η γενική απογραφή της Πελοπόν­νησου του 1700 το τοποθετεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου, θα πρέπει να δεχτεί κανείς πως αυτή η περιορισμένη έστω ασυμφωνία μας οδηγεί στην άποψη ότι στις αντιλήψεις και τη σκέψη των ανθρώπων που οργάνωσαν και διεκπεραίωσαν την απογραφή Grimani, θα πρέπει να έπαιξαν ρόλο κάποια πραγματικά ιστορικά συμβάντα που τους υποχρέωσαν να θεωρήσουν ως ορθή την ένταξη της περιοχής του Κιβερίου στην επαρχία του Ναυπλίου.

Ποια είναι όμως τα συμβάντα αυτά και σε ποια εποχή αναφέρονται; Για να τα εξιχνιάσουμε, θα πρέπει να μεταφερθούμε χρονολογικά προς τα πίσω και να εξετάσουμε την πολιτική ιστορία της Α’ Βενετοκρατίας γενικότερα στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην περιοχή του Κιβερίου.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Εξετάζοντας το σύστημα των κτήσεων της Βενετίας στον πελοποννησιακό χώρο κατά την Α’ Βενετοκρατία, διαπιστώνουμε ότι το Άργος με το Κιβέρι και το Ναύπλιο με το Θερμίσι περιήλθαν το 1388 στους Βενετούς με αγορά από τη Μαρία dEnghien, χήρα του Βενετού ευγενούς Πέτρου Corner. Ωστόσο, το Άργος και το Κιβέρι κυριεύτηκαν από τους Βενετούς οριστικά το 1394, επειδή, μόλις έγιναν γνωστές οι προθέσεις τους να δεχτούν την παραχώρηση της Αργολίδας, ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος έσπευσε να τα καταλάβει [14]. Φυσικά, τη μεγαλύτερη σημασία και πολιτική βαρύτητα είχε το Ναύπλιο [15] ως σημαντικό λιμάνι, την οποία δεν είχε το μεσόγειο και αγροτικού χαρακτήρα Άργος.

Πραγματικά, το Ναύπλιο στις βενετικές κτήσεις της Αργολίδας ήταν για το βενετικό κράτος σημαντικότατο έρεισμα τόσο από πολιτικής όσο και οικονομικής άποψης. Παράλληλα, όμως, όλες αυτές οι κτήσεις αποτελούσαν μία ενιαία και συνεχόμενη εδαφική περιοχή και έτσι μία επιμέρους μικρότερη περιοχή, όπως εκείνη του Κιβερίου, που βέβαια υπαγόταν στο Άργος και στη διοίκησή του [16], δεν είχε λόγο να αποσπασθεί διοικητικά και να εξαρτηθεί απευθείας από το Ναύπλιο, έστω και για κάποια καίρια χρησιμότητά της. Και τόσο περισσότερο μάλιστα, αφού το Κιβέρι με το κάστρο του (για το οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω) ήταν αναγκαίο στη διοίκηση του Άργους, για να καλύπτει και να υπερασπίζεται τη νοτιοδυτική περιοχή του αργολικού κάμπου.

Όλα αυτά, όμως, είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία ως τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο του 1463-1479, οπότε οι επιτυχίες των τουρκικών όπλων προκάλεσαν τον ακρωτηριασμό της ενιαίας και αδιάσπαστης ως τότε εδαφικής περιοχής των βενετικών κτήσεων της Αργολίδας. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε από τους όρους της συνθήκης ειρήνης του 1479 μεταξύ των δύο εμπολέμων, καθώς και από τις επιμέρους διορθωτικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν στα αμέσως επόμενα χρόνια μεταξύ Βενετών και Τούρκων. Το Άργος περιήλθε στους Τούρκους και χαράχτηκαν τα σύνορα των εδαφικών περιοχών του τουρκοκρατούμενου Άργους και του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τη διανομή ανάμεσά τους του αργολικού κάμπου, [17] ενώ αναγνωρίστηκε στους Βενετούς η κυριότητα του Ναυπλίου και παράλληλα σε αντιστάθμισμα της απώλειας του Άργους, αποδόθηκαν σ’ αυτούς ή παρέμειναν στα χέρια τους άλλες μικρότερες περιοχές στην Αργολίδα και την Ερμιονίδα που διέθεταν μικρά φρούρια, ακέραια ή κατεστραμμένα. Έτσι συνεχίστηκε η κυριαρχία της Βενετίας στο Θερμίσι, στο Καστρί και στο Κιβέρι [18]. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το Θερμίσι είχε κάστρο και παρόμοια το κοντινό του Καστρί, όπως επίσης και το Κιβέρι, που βέβαια δεν συνέπιπτε με τον σημερινό ομώνυμο οικισμό, αλλά ούτε και με το Πάνω ή το Κάτω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Πραγματικά, το μεσαιωνικό κάστρο του Κιβερίου και κάποιος οικισμός γύρω από αυτό, όπως μαρτυρούν τα ερείπια του, [19] βρίσκονταν πάνω στον επιβλητικό βραχώδη λόφο ύψους 179 μέτρων, που δεσπόζει στην περιοχή της αρχαίας Λέρνας [20]. Σ’ αυτήν την περιοχή τα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε ο οικισμός των Μύλων με τα άφθονα αναβλύζοντα νερά, που κινούσαν τους υπάρχοντες εκεί νερόμυλους, ενώ παράλληλα τροφοδοτούσαν από την αρχαιότητα και τα έλη της Λέρνας [21]. Το κάστρο που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας είχε το όνομα Chaméres ή Chamires, [22] κάποια χρονική στιγμή καταστράφηκε [23] και ο οικισμός μετακινήθηκε νοτιότερα προς την παράλια πεδιάδα, η οποία εκτείνεται ανάμεσα στους Μύλους και το σημερινό Κιβέρι. Ο νέος αυτός οικισμός, όπως και η πεδιάδα, τέθηκαν υπό τον έλεγχο Τούρκου αξιωματούχου ή γαιοκτήμονα, όπως μας επιτρέπει να υποθέσουμε η ύπαρξη ερειπίων πύργου τουρκικής κατασκευής που διασώζονται πάνω σε χαμηλό λόφο ύψους 74 μέτρων και σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων νότια από το κάστρο του Κιβερίου [24]. Ωστόσο, κατά την περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας έχουμε και μία δεύτερη (και τελευταία ;) μετατόπιση του Κιβερίου ακόμη νοτιότερα, δηλαδή στο πιο νότιο σημείο της πεδιάδας και στους πρόποδες του βουνού όπου βρίσκεται σήμερα, χωρίς όμως να εξαλειφθεί αμέσως ο προηγούμενος οικισμός. Έτσι, την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας συνυπάρχουν οι μεταγενέστεροι οικισμοί που όπως είδαμε στις πηγές αναφέρονται ως Κιβέρι Απάνω και Κάτου ή Civeri Pano-Catu. Η συνύπαρξη αυτή συνεχίζεται ως τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, οπότε έχουμε μαρτυρία σε πηγή του 1830, όπου υπονοείται ότι υπάρχουν δύο «Κιβέρια» [25]. Ωστόσο, προς τα τέλη του 19ου αιώνα ο Αντώνιος Μηλιαράκης θεωρεί ότι ένα από τα δύο έχει παύσει πλέον να υπάρχει και καθορίζει τη θέση του ως «Παλαιοκιβέρι» [26]. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό δεν είναι άλλο από τον δεύτερο χρονολογικά οικισμό ή Πάνω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας, ενώ το Κάτω Κιβέρι συμπίπτει με τον τρίτο οικισμό, δηλαδή το σημερινό παραθαλάσσιο Κιβέρι.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.
Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.

 

Ας επιστρέψουμε, όμως, στα γεγονότα του α’ βενετοτουρκικού πολέμου. Όπως σημειώσαμε, οι Τούρκοι παρέδωσαν στους Βενετούς το 1481 το κάστρο του Κιβερίου που ήταν πια κατεστραμμένο, με τον όρο όμως να μην το επανοικοδομήσουν, αλλά να περιλάβουν στην εδαφική του περιοχή και τους υπάρχοντες εκεί μύλους [27]. Έτσι λοιπόν η περιοχή που περιλάμβανε το κατεστραμμένο κάστρο του Κιβερίου, τους μύλους και ίσως τον μεταφερμένο νοτιότερα του κάστρου οικισμό, αποκόπηκε από το Άργος – του οποίου άλλοτε αποτελούσε σημαντικό εξάρτημα – και κατ’ αυτόν τον τρόπο το Κιβέρι συνδέθηκε αναγκαστικά με το Ναύπλιο και αποτέλεσε από το 1481 τμήμα των εδαφών του. Η εξαρτημένη αυτή σχέση διατηρήθηκε ως τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο που άρχισε το 1537 και η εν λόγω περιοχή περιήλθε τελικά στους Τούρκους πριν από το 1540, [28] χρονιά που χάθηκε για τους Βενετούς το Ναύπλιο και η Μονεμβασία. Είναι προφανέστατο ότι αυτό ακριβώς το γεγονός δημιούργησε αργότερα, κατά τη Β’ Βενετοκρατία, την αμφιβολία σ’ εκείνους που διεκπεραίωσαν την απογραφή του 1700 μήπως το Κιβέρι και η εδαφική του περιοχή με τους μύλους έπρεπε να υπαχθεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι του Άργους. [29] Φυσικά η σχετική αμφιβολία παρουσιάζεται μία μόνο φορά, ενώ μετά το 1700, όπως είδαμε, σ’ όλες τις άλλες απογραφές και κτηματογραφήσεις των Βενετών το Κιβέρι παρουσιάζεται χωρίς αμφισβήτηση να ανήκει στο τεριτόριο του Άργους. Ωστόσο, παρόλα αυτά φαίνεται ότι ποτέ δεν εξαλείφτηκε εντελώς από τη συνείδηση των ανθρώπων της Αργολίδας η άποψη ότι το Κιβέρι κατά κάποιο τρόπο ανήκε στο Ναύπλιο. Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στην παλαιά άμεση πολιτική εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο, αλλά και στο γεγονός ότι πάντοτε τα σιτηρά του Ναυπλίου αλέθονταν στους μύλους του Κιβερίου, όπως θα δούμε και παρακάτω. Είναι πολύ ενδεικτικό ότι ως τη σύγχρονή μας εποχή ή τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αν όχι ως σήμερα, οι μύλοι αυτοί αποκαλούνταν ανεπίσημα «μύλοι τον Ναυπλίου», ενώ «μύλοι του Άργους» ονομάζονταν εκείνοι του Κεφαλαρίου [30].

Σ’ αυτό το σημείο θα θέλαμε να προσθέσουμε και κάποιες άλλες μαρτυρίες από τις πηγές της Β’ Βενετοκρατίας, που αναφέρονται στις ιδιαίτερες σχέσεις του Ναυπλίου με την περιοχή του Κιβερίου, καθώς και στη χρησιμότητα και τις εξυπηρετήσεις που είχε τη δυνατότητα να προσφέρει η περιοχή αυτή στην πρωτεύουσα (όπως π.χ. ήταν η άλεση των σιτηρών κ.ά.), ασχέτως αν διοικητικά υπαγόταν στο Άργος.

Ας δούμε όμως τις σχετικές ειδήσεις των πηγών. Πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) για το τεριτόριο του Άργους, που έχουμε ήδη αναφέρει, παρατίθενται τα παρακάτω στοιχεία σχετικά με το κάστρο του Κιβερίου, για το οποίο αν και ο συντάκτης του κτηματολογίου δεν χρησιμοποιεί μια τέτοια ονομασία, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται γι’ αυτό το κάστρο. Αναφέρονται λοιπόν σε μετάφραση τα εξής: «Υπάρχει και ένα άλλο κάστρο που λέγεται Αναζήρι [31]και από πολλούς Παλαιό Άργος ή Κάστρο της Ελένης [32] για το οποίο δεν αντιλήφθηκα ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι το αρχαίο αλλά με νεότερο κτίσμα. Βρίσκεται πάνω σ’ ένα λόφο αρκετά υψηλό και σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Κάτω από αυτόν το λόφο αναβλύζει νερό πολύ καλό και υγιεινό και σε τόσο μεγάλη αφθονία, ώστε κάνει να γυρίζουν διάφοροι μύλοι που υπάρχουν στην παραλία και είναι χρησιμότατοι στην πόλη του Ναυπλίου, η οποία μεταφέρει εκεί τα σιτηρά της δια θαλάσσης με βάρκες και με τον ίδιο τρόπο τα επαναφέρει στην πόλη αλεσμένα» [33].

Ας προσθέσουμε εδώ ότι με αυτή την αμφίδρομη μεταφορά σιτηρών και αλεύρων ανάμεσα στο Ναύπλιο και τους μύλους του Κιβερίου συνδέεται και μια άλλη διαδικασία εκμετάλλευσης των μύλων αυτών από μέρους του βενετικού Δημοσίου. Κατά τη Β’ Βενετοκρατία το κράτος, για να εξοικονομήσει χρηματικούς πόρους, προχωρούσε ανάμεσα στα άλλα και στην εκμίσθωση και εκχώρηση σε ιδιώτες ορισμένων αποκλειστικών δικαιωμάτων, όπως εκείνο της λειτουργίας εστιατορίων(osterie), της αλιείας ψαριών και χελιών στα διάφορα ιχθυοτροφεία της χώρας ή μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου ή ακόμη του μονοπωλιακού εφοδιασμού με διάφορα προϊόντα και κυρίως τρόφιμα των μεγάλων αστικών κέντρων της Πελοποννήσου κ.ά. Ανάμεσα σε όλα αυτά περιλαμβανόταν και η εκμίσθωση σε ιδιώτες του αποκλειστικού δικαιώματος της θαλάσσιας μεταφοράς προσώπων και πραγμάτων από το Ναύπλιο προς τους μύλους του Κιβερίου και αντίστροφα, όπως επίσης και του δικαιώματος της μεταφοράς σιτηρών από το λιμάνι αυτό προς τους μύλους και αλεύρων από τους μύλους προς το λιμάνι. Μάλιστα, ο ανάδοχος της ενοικίασης μίσθωνε και το αποκλειστικό δικαίωμα της πώλησης καφέ και τροφίμων στην περιοχή των μύλων του Κιβερίου και του Άργους, καθώς και της αλιείας χελιών στην περιοχή που εκτείνεται από το Κιβέρι ως τα Μαύρα Λιθάρια [34].

Εξάλλου, δεν χρησιμοποιούνταν μόνο οι μύλοι του Κιβερίου για την άλεση των σιτηρών του Ναυπλίου αλλά και οι λεγόμενοι μύλοι του Zefer ή Zafer Aga [35] ενώ παρόμοια οι Βενετοί εκμίσθωναν και το αποκλειστικό δικαίωμα της μεταφοράς των σιτηρών από την πόλη του Ναυπλίου προς τους εν λόγω μύλους. Όλες, όμως, αυτές οι ειδήσεις περί εκμίσθωσης από την κεντρική διοίκηση του Ναυπλίου κάποιων αποκλειστικών δικαιωμάτων που είχαν σχέση με τη λειτουργία των μύλων, κυρίως του Κιβερίου, μας υποχρεώνουν να δεχθούμε την άποψη ότι πραγματικά οι μύλοι αυτοί ανήκαν στο βενετικό Δημόσιο, οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επέτεινε ακόμη περισσότερο τη γενικότερη εντύπωση ότι όχι μόνο οι μύλοι ανήκαν στο Ναύπλιο αλλά συνεκδοχικά και όλη η περιοχή του Κιβερίου. Όπως είδαμε ονομάζονταν και «μύλοι τον Ναυπλίου».

Πραγματικά, είναι γεγονός ότι αν οι εν λόγω μύλοι κατά την προηγούμενη περίοδο της A’ Τουρκοκρατίας δεν ανήκαν σε χριστιανούς, όπως είναι και το πιο πιθανό, τότε κατά τη βενετική περίοδο θα πέρασαν αναμφίβολα στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, οπότε θα ήταν αυτονόητη και η διαχείριση των συναφών ζητημάτων από μέρους της κεντρικής βενετικής διοίκησης του Ναυπλίου. Σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ ενδεικτικό ότι στη νεότερη εποχή οι μύλοι του Κιβερίου ονομάζονταν και «αφεντικοί μύλοι».

Μία ακόμη παράμετρος, που ενίσχυε την άποψη ότι οι μύλοι του Κιβερίου κατά την περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας είχαν στενή σχέση με το Ναύπλιο και την κεντρική βενετική διοίκηση που είχε την έδρα της εκεί, συνδεόταν με τη χρησιμότητα που, πέρα από τη χρήση των μύλων για την άλεση των σιτηρών, είχαν για τους Βενετούς τα άφθονα και υγιεινά αναβλύζοντα νερά της περιοχής. Έτσι, από το χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia, που έχουμε ήδη αναφέρει, πληροφορούμαστε ότι στη νοτιότερη πλευρά της πεδιάδας του Άργους υπήρχαν οι Μύλοι, όπου υδρευόταν ολόκληρη η ναυτική Αρμάδα των Βενετών [36].

 

O οικισμός των Μύλων

 

Εξάλλου, ένα άλλο μικρό ζήτημα δημιουργείται με τη χρήση του όρου «μύλοι του Κιβερίου», επειδή τίθεται το ερώτημα αν οι μύλοι αυτοί ήταν του Κιβερίου ή των Μύλων, δηλαδή με άλλα λόγια πότε δημιουργήθηκε και έγινε αυθύπαρκτος ως ιδιαίτερο χωριό ο οικισμός των Μύλων; Για να απαντήσουμε, θα πρέπει να καταφύγουμε και πάλι στη μαρτυρία των πηγών. Έτσι διαπιστώνουμε ότι στην απογραφή Grimani του 1700, οι Μύλοι δεν περιλαμβάνονται ανάμεσα στα χωριά του Άργους αλλά ούτε και κανενός άλλου τεριτόριου. Παρόμοια, δεν αναφέρονται ούτε στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, για το οποίο έγινε ήδη λόγος.

 

Σκαρίφημα της περιοχής. Δημοσιεύεται στο Λαμπρόπουλος Δ. «Η Λέρνα», σελ. 41.

 

Στη σχεδόν σύγχρονη απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας της Πελοποννήσου δεν συναντούμε οικισμό των Μύλων, αλλά έχουμε αναγραφή μόνο των χωριών Απάνου και Κάτου [37] Κιβέ­ρι όπως παρόμοια συμβαίνει και στην απογραφή Grimani (:Civeri Pano-Catu). Στην περιγραφή της Πελοποννήσου από τον Alessandro Pini του έτους 1703, που ήδη αναφέραμε, γίνεται λόγος για μύλους και όχι για το χωριό των Μύλων, καθώς και για τα ερείπια του Πύργου της Ελένης, δηλαδή για τα ερείπια του κάστρου του Κιβερίου και σημειώνεται εκεί ότι το πιο κοντινό χωριό σ’ αυτά είναι το Κιβέρι [38]. Οι ειδήσεις αυτές μας οδηγούν στη σκέψη ότι ο Pini αναφέρεται στον χρονολογικά δεύτερο οικισμό του Κιβερίου (μετά την καταστροφή του κάστρου) που πρέπει να ταυτιστεί με το Πάνω Κιβέρι της απογραφής Grimani. Εφόσον λοιπόν, μιλώντας για το πιο κοντινό χωριό στο κάστρο ο Pini δεν σημειώνει ως τέτοιο τους Μύλους αλλά το σχετικά πιο απομακρυσμένο Πάνω Κιβέρι, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι τότε υπήρχαν οι μύλοι αλλά δεν υπήρχε ακόμη συγκροτημένος οικισμός των Μύλων.

Ωστόσο, οι Μύλοι παρουσιάζονται την ίδια εποχή ως οικισμός αλλά μόνο στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pacifico το 1704 και μάλιστα στο τμήμα του βιβλίου που ανήκει στον Βενετό τοπογράφο G. E. Alberghetti, όπως ήδη έχουμε επισημάνει. Εκεί σημειώνονται οι Μύλοι ως χωριό του τεριτόριου του Άργους παράλληλα με το Κιβέρι [39].

Όλα αυτά τα στοιχεία που παραθέσαμε μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ως το 1703 περίπου δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί ο οικισμός των Μύλων ή υπήρχε αλλά δεν είχε αποσπασθεί από το Κιβέρι.

 

Σκαφιδάκι

 

Πριν κλείσουμε τη μικρή αυτή εργασία, ας μας επιτραπεί να κάνουμε λόγο για ένα ακόμη φαινόμενο που παρατηρείται στην απογραφή του 1700 και είναι παρόμοιο με την περίπτωση του Κιβερίου. Πρόκειται δηλαδή για την ένταξη στο τεριτόριο του Ναυπλίου ενός ακόμη χωριού που κανονικά ανήκε στο τεριτόριο του Άργους, χωρίς ωστόσο η παρατυπία αυτή να επισύρει κάποια παρατήρηση τουλάχιστον από μέρους του εκδότη της απογραφής. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με το χωριό Σκαφιδάκι, που σήμερα είναι γειτονικό στα χωριά Κιβέρι και Μύλοι και ανήκει στο δήμο Λέρνας της επαρχίας Άργους. Την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας τα πράγματα παρουσιάζονται κάπως πιο σύνθετα, όπως μας πληροφορούν οι σχετικές ειδήσεις των πηγών.

Σε έγγραφο του 1696 της λεγόμενης εκκλησιαστικής απογραφής αναφέρονται δύο Σκαφιδάκια. Το ένα από αυτά απογράφεται μαζί με την κεντρική ενορία του Αγίου Πέτρου της πόλης του Άργους και το άλλο αναφέρεται ως χωριό πάλι μέσα στο τεριτόριο του Άργους και απογράφεται μαζί με τα ορεινά ή ορεινότερα ή πιο εσωτερικά χωριά Απάνω Μπέλεσι, Κάτω Μπέλεσι, Αχλαδόκαμπος, Τουρνίκι, Μπούα, Καπαρέλι, Νεοχώρι, Καρέα, Μαλεβός, Μάζι και Βρούστι, τα οποία σύμφωνα με το έγγραφο αυτό ήταν «τα χωριά που εφημερεύει ο επίσκοπος» [40]. Στο catastico ordinario του Άργους του έτους 1700 έχουμε και πάλι αναφορά σε δύο Σκαφιδάκια [41]. Από αυτά το ένα παρουσιάζεται ως «ζευγολατιό» [42] που απογράφεται μαζί με το «borgo d’Argos», δηλαδή με την εδαφική περιοχή της πόλης του Άργους (ή πιο σωστά με τον εκτός του φρουρίου οικισμό του Άργους), ενώ το άλλο ονομάζεται Panu ή Apanu Scafidachi και κτηματογραφείται μαζί με τα χωριά Turnichi, Bua και Criovrissi καθώς και Civeri, όλα στο τεριτόριο του Άργους. Τα πράγματα αλλάζουν στην απογραφή Grimani του 1700, όπως ακριβώς είδαμε να συμβαίνει και με το Κιβέρι. Έχουμε δηλαδή και πάλι δύο Σκαφιδάκια, όπου όμως το ένα απογράφεται στο τεριτόριο του Ναυπλίου ως Calo Scafidachi μαζί με το Civeri Pavolata (=Civeri Pano-Cato), και το άλλο απλώς ως Scafidachi που παραμένει στο τεριτόριο του Άργους [43]. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή, όπου αναγράφεται το Cato Scafidachi στο τεριτόριο του Ναυπλίου και το Scafidachi στο τεριτόριο του Άργους (μαζί με τα χωριά Turnichi, Sdiva, Masi, Carea, Vrusti) [44]. Θα προσθέσουμε τέλος ότι στο βενετικό αναλυτικό κτηματολόγιο του τεριτόριου του Ναυπλίου, που όπως σημειώσαμε διασώζεται στην Ακαδημία Αθηνών, [45] δεν αναγράφεται στην εδαφική περιοχή αυτού του τεριτόριου κανένας οικισμός με την ονομασία Scafidachi (με ή χωρίς προσδιορισμό Pano ή Cato) όπως είδαμε ανάλογα να συμβαίνει και με το Κιβέρι.

 

Χάρτης Νομού Αργολίδας

 

Συνδυάζοντας τις πιο πάνω ειδήσεις θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στις εξής διαπιστώσεις: στην περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας υπήρχαν πραγματικά στο τεριτόριο του Άργους δύο οικισμοί με το όνομα Σκαφιδάκι, δηλαδή το Πάνω και το Κάτω Σκαφιδάκι. Το τελευταίο κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν κατά τα φαινόμενα τσιφλίκι (ζευγολατειό) Τούρκου γαιοκτήμονα του Άργους και ενδεχομένως ήταν γι’ αυτό το λόγο προσαρτημένο στην εδαφική περιοχή της πόλης. Κατά πάσα πιθανότητα, η ιδιαίτερη εδαφική περιοχή του ζευγολατειού αυτού πρέπει να συμπίπτει πάνω -κάτω με εκείνη του σημερινού πεδινού χωριού Σκαφιδάκι. Το Πάνω Σκαφιδάκι, όμως, ήταν κατά τα φαινόμενα ορεινό χωριό στο τεριτόριο επίσης του Άργους. Στις απογραφές και στις κτηματογραφήσεις των Βενετών τοποθετείται στις ορεινές αργολικές περιοχές μαζί με τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούα, Τουρνίκι κ.ά. Έτσι, τόσο το Κάτω όσο και το Πάνω Σκαφιδάκι ανήκαν πάντοτε στην επαρχία του Άργους και οι βενετικές μαρτυρίες ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία το Κάτω Σκαφιδάκι εντασσόταν στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι σ’ εκείνο του Άργους, οφείλονται προφανώς στα ίδια αίτια που ίσχυσαν και στην περίπτωση του Κιβερίου: ίσως το γειτονικό σ’ αυτό [Κάτω] Σκαφιδάκι θεωρήθηκε από εκείνους που διεκπεραίωσαν τις δύο βενετικές απογραφές του 1700 και 1702-1703 ότι περιλαμβανόταν μαζί με το Πάνω και Κάτω Κιβέρι και τους μύλους στην ίδια περιοχή που άλλοτε, κατά την A’  Βενετοκρατία, είχε προσαρτηθεί στο Ναύπλιο και έπρεπε τάχα να συμπεριληφθεί πάλι στη δική του επαρχία.

Τέλος, ας προσθέσουμε ακόμη ότι αργότερα και πριν από την έλευση της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελοπόννησο (Expédition scientifique de Marèe 1829-1830) το Πάνω Σκαφιδάκι φαίνεται ότι είχε ήδη ερημωθεί και έτσι πρέπει να το ταυτίσουμε με το Palaeo-Skaphidaki, που χωρίς αριθμό κατοίκων περιλαμβάνεται στον στατιστικό πίνακα της Expédition για τον πληθυσμό της Πελοποννήσου (Tableau statistique de la Morée), καθώς επίσης και στον Άτλαντα της Expédition, όπου χαρτογραφείται στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς μαζί με τα χωριά Τουρνίκι και Μπούα [46]. Ο Αντώνιος Μηλιαράκης στο χάρτη του της Αργολίδας και Κορινθίας τοποθετεί και αυτός το Παλαιοσκαφιδάκι στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς, ενώ δυτικότερά του βρίσκονται τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι και άλλα που περιλαμβάνονταν στον άλλοτε δήμο Υσιών [47].

Από όσα εκθέσαμε ως τώρα, νομίζουμε ότι έγινε φανερό πως η περιοχή του Κιβερίου – που περιλάμβανε και την εδαφική περιοχή των σημερινών Μύλων και ενδεχομένως και εκείνη του σημερινού χωριού Σκαφιδάκι – παρά την κατά καιρούς ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία της για το Ναύπλιο, δεν αποσπάστηκε ποτέ κατά τη Β’ Βενετοκρατία από την επαρχία του Άργους, του οποίου υπήρξε πάντοτε σημαντικότατο εξάρτημα. Η εντύπωση, την οποία σχημάτισε η πολιτική διοίκηση της Πελοποννήσου κατά τη Βενετοκρατία ότι ανήκε στο Ναύπλιο, δεν είχε σχέση με τη Φραγκοκρατία και τη φεουδαρχική οργάνωση της χώρας ούτε και με την A’ Τουρκοκρατία και τις τιμαριωτικές σχέσεις των Τούρκων κυριάρχων, αλλά οφειλόταν στις πολιτικές τύχες του Κιβερίου κατά την περίοδο της Α’ Βενετοκρατίας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Οι απογραφές αυτές είναι: α) του Γενικού Προνοητή Ιάκωβου Corner το 1689, β) του Γενικού Προνοητή Φραγκίσκου Grimani το 1700, γ) των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante) το 1702-1703 και δ) των Γενικών Προνοητών Μάρκου και Αντώνιου Loredan στο διάστημα 1708-1714.

[2] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου/13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[3] Ό.π., σ.166.

[4] Ωστόσο, είναι συζητήσιμο αν ήταν οι Βενετοί που καθιέρωσαν κάποιον τέτοιον κανόνα, αφού τα όρια των τεριτορίων στη βενετική Πελοπόννησο ακολούθησαν πιστά εκείνα των τουρκικών καζάδων. Επιπροσθέτως, οι Βενετοί δεν αποκατέστησαν ούτε και το φαινόμενο της εδαφικής διάσπασης αν υπήρχε κάτι τέτοιο στα εδάφη κάποιου προηγούμενου τουρκικού καζά. Έτσι έχουμε την περίπτωση της εδαφικής διάσπασης, ενός τεριτόριου, την οποία συναντούμε στην επαρχία της Βοστίτσας, όπου η περιοχή της Ακράτας ήταν αποκομμένη και δεν είχε εδαφική επαφή με το υπόλοιπο τεριτόριο, επειδή ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ανάμεσά τους παρεμβάλλονταν ορεινότερα εδάφη των Καλαβρύτων, που έφταναν ως τη θάλασσα στην περιοχή της Κακής Σκάλας της σημερινής Αιγιαλείας. Η εδαφική συνέχεια στην επαρχία αυτή αποκαταστάθηκε μόλις το 1944. Κ. ΝΤΟΚΟΣ- Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, σ.LXXIV.

[5] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π. θα πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι ακριβές ότι οι χείμαρροι κινούσαν τους μύλους του Κιβερίου εκείνης της εποχής, αλλά άφθονα πηγαία νερά.

[6] ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, Αθήνα 2003, σ.118-119. Πρβλ. στο ίδιο, σ.105.

[7] Β.ΠΑΝΑΠΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π., σ.235. Μάλιστα σ’ αυτή την απογραφή των οικισμών του Ναυπλίου το Κιβέρι εκδίδεται κατά τη δημοσίευση του εγγράφου εσφαλμένα ως Civeri Pavolata. To ορθό είναι Civeri Pano- Catu.

[8] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, ό.π., σ.25-26,111-113,117,119.

[9] P.A.PACIFIC0, Breve descrizzione corografica del Peloponneso ó Morea, Βενετία 1704, σ.115 κε.

[10] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione del Regno di Morea, Εώα και Εσπερία 1(1993)90 κε., 101 κε. Βιογραφικά στοιχεία για τον G.E.Alberghetti βλ. Β.Ε.FERRARI, Giust’Emilio Alberghetti, λήμμα στο Dizionario Biografico degli Italiani, Roma 1960, t.1, σ.629-630. Πρβλ. E.G.L.PINZELLI, Les forteresses de Moree: projets de restaurations et de damantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715), θησαυρίσματα 30(2000)405.

[11] Βλ. χειρόγραφο με τίτλο Catastico particolare dogni villa, e luoco del territorio di Romania fatto dordine delllllustrissimo et Eccellentissimo Signor Antonio Nani Provveditor General dellArml in Regno στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Πρβλ. ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα, Αθήνα 2002.

[12] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την περίοδον της Β’ Βενετοκρατίας, Byzantlnischneugriechische Jahrbucher 21(1971-1972) 76.

[13] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ό.π., σ.121.

[14] Β.ΠΑΝΑΓΙΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π. σ.20. Πρβλ Μ. ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ, Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήνα 1950 (β’ έκδοση), σ.54 κε. Α.ΒΟΝ, La Morée franque, Παρίσι 1969, σ.263,275. FR.THIRIET, La Romanie vénitienne au Moyen Age. Παρίσι 1959, σ. 359.R.CESSI, Venezia e l’acquisto di Nauplia e d’Argo, Nuovo Archivio Veneto, nuova serie, 30(1915)153,155-156. Μαζί με το θερμίσι περιήλθε στοάς Βενετούς και το πολύ κοντινό του Καστρί της Ερμιονίδας, δηλ. η αρχαία και σημερινή Ερμιόνη. Πρβλ.FR.MIKLOSICH- JOS.MUELLER, Acta et diplomate graeca, Βιέννη 1865, τ.ΙΙΙ, σ.304. FR.THIRIET, Régestes des déliberations du Senat de Venise concernant la Romanie. Παρίσι 1959, τ.2, αριθ. 744,748,843,861.

[15] Την εποχή που αγοράστηκε η Αργολίδα η βενετική Γερουσία πίστευε ότι in dictis paribus et in toto duchamine non eat aliqua terra nec aliquod castrum pro defensione navigiorum, nisi terra Neapolis, que est etiam potens ad armandum duas galeas”. To απόσπασμα στον R.CESSI, ό.π.,σ.152.

[16] Ο διοικητής του Άργους έφερε τον τίτλο του Podest, ενώ εκείνος του Ναυπλίου ονομαζόταν Podest e Capetanio. CH.HOPF, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues, Βερολίνο 1843, σ.382-384.

[17] FR. MIKLOSICH et JOS.MUELLER, ό.π., σ.295-298 (έγγραφο από 25 Ιαν.1479), σ.301-302 (έγγραφο από 17 Μαρτ.1480), σ.302-306 (έγγραφο από 14 Ιουλ.1480) και σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ.1481).

[18] Ό.π., σ.304: «…Τα γαρ άλλα περίχωρα του ειρημένου Ναυπλίου ήγουν θερμισίου και Καστρίου και Τζιβερίου και αι αλυκαί αυτών, ει εξ αρχής Ναυπλίου ήσαν μεινάτωσαν κατά την αρχαίαν τάξιν..»

[19] Α. Β0Ν, ό.π., σ.494. Πρβλ. W.E.McLEOD, Kiveri and Thermisi, Hesperia 31(1962) 382 κε.

[20] W. EMcLEOD, ό.π., σ.382-386. A.BON, ό.π.

[21] W. E. McLE0D, ό.π .α.382. A.BON, ό.π. Πρβλ. Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας μετά γεωγραφικού πίνακος του νομού, Αθήνα 1886, σ.41, όπου σημειώνεται: «Παρά το χωρίον τούτο των Μύλων κείται η Λέρνα ως ποταμάς ή έλος…Αυτόθι δ’εκ κεφαλαρίου παρά την οδόν κειμένου, αναβλύζει αφθονώτατον ύδωρ εκ πολλών στομάτων εξ ου σχηματίζεται μικρά λίμνη, η αρχαία Αλκυονία, αμετρήτου βάθους κατά το λέγειν των κατοίκων. Το κεφαλάριον τούτο πιθανώτατα είναι η πηγή Αμυμώνη των αρχαίων» Επίσης σ.44: «…Δια του ονάματος τούτου [Λέρνα ή Λέρνη] οι αρχαίοι ωνάμαζον την ελώδη και πολύρρυτον θέσιν των Μύλων». Πρβλ. Ν.Η.ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ – Γ.ΓΑΓΑΝΗΣ, Η Αργολική πεδιός, Αθήνα 1938, σ.15.

[22] Α. ΒΟΝ, ό.π. W. EMcLEOD, ό.π.σ.383.

[23]Α. ΒΟΝ, ό.π. Η καταστροφή αυτή θα πρέπει να σημειώθηκε είτε την εποχή της βενετικής κατάκτησης του 1388-1394, είτε κατά τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο όπως είναι και το πιθανότερο.

[24] W.E.McLEOD, ό.π., σ.390-392. Α.ΒΟΝ, ό.π., σ.494, σημ.4. Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της. W.EMcLEOD, ό.π., σ.390.

[25] ΙΩΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ, Πελοποννησιακά 13(1978-1979)122. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, Cultures niaraicheres dans la Méditerranée. Les transformations de la plaine et de la societé argoliques (δακτυλογρ. διδακτορική διατριβή), Φλωρεντία 1995, σ.26, σημ.20.

[26] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. , σ.41. Στο χάρτη της Αργολιδοκορινθίας, που έχει καταστρώσει, τοποθετεί το Παλαιοκιβέρι στα μέσα περίπου της απόστασης ανάμεσα στο Κιβέρι και στους Μύλους, στις εκβολές του Κωλοσούρτη και σε κάποια απόσταση από τη θάλασσα. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, ó.π.

[27] FR. MIKL0SICH et JOS.MUELLER, ό.π, σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ. 1481): «περί δε του Θερμιτζίου και της αλυκής αυτού και Καστριτζίου μέστωσαν τη αυθεντία των Βενετιών αυτά δηλονότι τα ειρημένα κάστρη έστω δε τόπος αυτοίς …όσον αναγκαίως χρήζουσι II σ.309 II το δε Τζιβέριν, όπερ εστί κεχαλασμένον, έστω μεν τη αυθεντία των Βενετιών, μη κτισθήτω δε, ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσιν εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι έστωσαν και αυτοί της αυθεντίας των Βενετιών…».

[28] W.Ε. ΜcLEOD, ό.π., σ.382.

[29] Βέβαια η ανώτατη βενετική διοίκηση της Πελοποννήσου είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί την παλαιό εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο μέσω των κεντρικών βενετικών αρχείων, όπως π.χ. από τα αποκείμενα σ’ αυτό βιβλία των Commemoriali κ.ά. Ενδεχομένως τα σχετικά στοιχεία περιλαμβάνονταν και στις εντολές διοίκησης (commissioni) που παραδίδονταν στους ανώτατους επαρχιακούς Βενετούς διοικητές, όταν αναχωρούσαν από τη Βενετία, για να αναλάβουν το αξίωμά τους.

[30] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π., σ.41.

[31] Με το όνομα αυτό κατά την Β’ Βενετοκρατία συναντούμε ένα χωριό στην Ανδρούσα και ένα στην Καρύταινα Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.257,261,297,300,344,359. Με το ίδιο όνομα Αναζήρι φέρεται και μικροσυνοικισμός του Δήμου Άργους, Βλ. σχετικό λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός».

 [32] Πρβλ.W.E.McLEOD, ό.π., σ. 382-383. Σε άλλη δημοσιευμένη πηγή της Β’ Βενετοκρατίας του έτους 1703, το κάστρο του Κιβερίου ονομάζεται Torre di Elena, δηλαδή Πύργος της Ελένης, ενώ παρόμοια χαρακτηρίζονται και τα ερείπια της Γλαρέντζας στην Ηλεία. Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini ανέκδοτη περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ.47, 64.0 W.E. McLEOD μας πληροφορεί ότι συνηθιζόταν στον ελληνικό χώρο να αποδίδεται σε διάφορα παλαιόκαστρα η ονομασία κάστρο της Ελένης [του Μενελάου] ή της [Αγίας] Ελένης. Ο ΙΔΙΟΣ, ό.π., σ.383 και σημ.23, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[33] ΕΥΤ. ΔΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π. σ.108: «Vi e altro castello detto Anasiri e da molti Argos Vechio over castel di Elena, nel qualle non ho trovato cosa alcuna d’anticho ma esser fabrica moderna, questo e situato sopra una collina assai eminente et in pocha distanza dal mare sotto della qualle scaturisce acqua in tal abbondanza che ta girare diversi mollini sitti alla spiaggia dell’mare, et e acqua tanto buona e salubre, quali riescono comodissimi alia Cittá di Napoli di Romania conducendossi il formento per acqua con barche e riconducendo in cittá la farina con le stesse».

[34] Κ. ΝΤ0Κ0Σ – Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το κτηματολόγιο, ό.π., σ.XIV, σημ.6.

[35] Το χωριό Τζαφέραγα ήταν ένα από τα Δρεπανοχώρια. Στην εδαφική του περιοχή κατά τη Β’ Βενετοκρατία περιλαμβανόταν ο οικισμός Παλαιόκαστρο και τα ζευγολατειά (δηλ. τα πρώην τουρκικά τσιφλίκια) Σπαί και Λούζι. Τη νεότερη εποχή μετονομάστηκε σε Ασίνη και σήμερα αποτελεί το δημοτικό διαμέρισμα Ασίνης του Δήμου Ασίνης, που έχει έδρα τον οικισμό του Δρεπάνου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.85-86. Πρβλ. Αναλυτικό κτηματολόγιο (Catastico particolare) του τεριτόριου του Ναυπλίου που φυλάσσεται στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαίων, και Ν. Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

[36] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ά.π., σ.121: «si vede in questo territorio la Campagna detta d’ArgosNella parte piu avanzata verso Mezzo-Giorno della medesima v’esistono li Molini dove tutta l’Armata Navale si serve d’acqua». Πρβλ. κάτι ανάλογο στη νεότερη εποχή, όταν «συχνά επίτηδες καταπλέοντας στο Ναύπλιον υδρεύονται [στους Μύλους] οι αγγλικοί στόλοι».Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός», λήμμα Μύλοι.

[37] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.76.

[38] Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini, ό.π, σ.47 «Dopo di Napoli di Romania si possono, passato il mare dall’ altra parte, osservare le rovine della citta di Tyrea verso i molinl; adesso quelle rovine le chiamano la Torre di Elena; la villa vicina si chiama Civeri…»

[39] Κ. ΝΤ0Κ0Σ, Breve descritlione, ó.n, σ.103. Or «Molini» που φαίνεται να αναφέρονται ως χωριό στο χειρόγραφο της Querini-Stampalia χρονολογούνται στην ίδια ακριβώς εποχή. Ό.π., σ.121.

[40] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π, σ.75-76,77-78. Ο επίσκοπος αυτός κανονικά θα πρέπει να ήταν ο Άργους και Ναυπλίου. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να πρόκειται για άλλον αρχιερέα προερχόμενο από τουρκοκρατούμενη περιοχή, ο οποίος εκείνη την εποχή να είχε καταφύγει στην «απελευθερωμένη» βενετική Πελοπόννησο και οι Βενετοί, όπως έπραξαν σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, να του είχαν ίσως παραχωρήσει χαριστικά κάποια μονή και κτηματικά αγαθά ή μισθό και την άδεια να προΐσταται στη μονή ή να εφημερεύει σε ναό ή ναούς της πόλης ή της υπαίθρου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Οι πελοποννησιακές πόλεις και η μεταστοιχείωση του πληθυσμού τους κατά τη Β’ Βενετοκρατία. Το παράδειγμα της Τριπολιτσάς, Εώα και Εσπέρια 5(2001-2003) 105- 106.

[41] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π., σ.25,26,117.

[42] Στα ελληνικά είναι η αντίστοιχη ονομασία για το τουρκικά τσιφλίκι (ciftlik).

[43] Β. ΠΑΝΑΓΙΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.235,245.

[44] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Breve descrittione, ό.π., σ.103

[45] Βλ. πιο πάνω.

[46] BORY DE SAINT-VINCENT, Expédition scientifique de Morée,t.ll.tére partie, Géographie, Παρίσι 1834, σ.65, 66 (:κατατάσσονται στο Άργος Scaphidaki και Myli), σ.84, 85 (Kiveri, Tourniki, Palaeo- Scaphidaki στο Ναύπλιο). Πρβλ. Expédition scientifique de Morée, Atlas, 1831-1835, Carte de la Morée, Παρίσι 1835. M.E.PUILLON-BOBLAYE, Recherches géographiques sur les ruines de la Morée faisant suite aux travaux de la Comission scientifique de Morée, Παρίσι 1835, σ.46-47, όπου το Παλαιοσκαφιδάκι τοποθετείται κοντά στα ερείπια των αρχαίων Κεγχρεών, στο δρόμο Άργους – Τεγέας πριν από τη στροφή του για να κατέβει προς τον Αχλαδόκαμπο. Πρβλ. EVI KAR0UZ0U, ό.π., σ.26, σημ.20. Η τοποθέτηση των χωριών Παλαιοσκαφιδάκι και Τουρνίκι στο Ναύπλιο οφείλεται προφανώς σε λανθασμένες και συγκεχυμένες πληροφορίες των εντοπίων ,στις οποίες βασίστηκαν οι συντάκτες του πιο πάνω στατιστικού πίνακα. Πρβλ, ΒΟRΥ DE SAINT-VINCENT, ό.π.

[47] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. σ.58. Ο Δήμος περιελάμβανε τα εξής χωριά: Αχλαδάκαμπος (πρωτεύουσα), Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα και Τουρνίκι Πρβλ. στο ίδιο βιβλίο το χάρτη εκτός κειμένου του νομού Αργολίδας και Κορινθίας.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος

Καθηγητής της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας

 

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

Read Full Post »

Μαθητές από την Αργολίδα στα Σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης Λακωνίας[1] (1862-1912)


 

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού μικρό ποσοστό των μαθητών, 6% περίπου, στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στο Νομό Λακωνίας προερχόταν από περιοχές εκτός της Λακωνίας. Το ποσοστό αυτό μειωνόταν σταδιακά από το 1862 έως το 1912, ώστε να φτάσει στο 4% περίπου επί του μαθητικού πληθυσμού. Καθώς η μείωση αυτή παρατηρείται σε παιδιά που προέρχονταν από όλες τις κοινωνικο- επαγγελματικές ομάδες, το πιθανότερο είναι οι νέες γενιές να απέκτησαν πλέον τη λακωνική ιθαγένεια και οι νέοι που έρχονταν από αλλού, να ήταν ελάχιστοι. Ειδικά στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν ανοίξει οι δίοδοι για μετανάστευση είτε στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας είτε στο εξωτερικό.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά φοιτούσαν στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στη Σπάρτη. Στα συγκεκριμένα σχολεία το ποσοστό των «ξένων» μαθητών ανερχόταν αρχικά στο 9% και αργότερα στο 6%. Λιγότερα, μόλις 6% περίπου, ήταν τα παιδιά αυτά στα σχολεία του Γυθείου, ενώ ελάχιστα, 2% περίπου, ήταν οι μαθητές αυτοί στην ευρύτερη αγροτική περιοχή της Λακωνίας.

Όπως είναι φυσικό, στην πρωτεύουσα του νομού, τη Σπάρτη, το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών αυτών ήταν παιδιά δημοσίων υπαλλήλων (30,36%), ενώ λίγο μικρότερο ήταν το ποσοστό αυτό στο Γύθειο (20,22%).

Επίσης, στη Σπάρτη υψηλό ήταν και το ποσοστό των παιδιών των μεταφορέων (18,18%), που προέρχονταν από άλλες περιοχές της Ελλάδας,  όπως και το ποσοστό των παιδιών των εμπόρων στο Γύθειο, 9,41%. Ελάχιστο,  μόλις 3,36%, ήταν το ποσοστό των μαθητών αυτών από αγροτικές οικογένειες, στα σχολεία της Σπάρτης.

Τα περισσότερα παιδιά, που προέρχονταν από περιοχές εκτός Λακωνίας, κατάγονταν από τους γειτονικούς νομούς, την Αρκαδία και τη Μεσσηνία. Πολύ μικρότερο ήταν το ποσοστό των παιδιών, μόνο αγόρια, που κατάγονταν από την Αργολίδα. Στα σχολεία της Σπάρτης μόλις το 5,50 % από τους «ξένους» μαθητές προερχόταν από την περιοχή αυτή. Από αυτούς τους μαθητές, οι περισσότεροι ήταν παιδιά μισθωτών ή ήταν ορφανά. Στο Γύθειο το ποσοστό των Αργολιδέων, σε σχέση με παιδιά καταγόμενα από άλλα μέρη της Ελλάδας, ήταν μόλις 2,38%, ποσοστό το οποίο ανέβηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Γύθειο ορίστηκε ως πρωτεύουσα του νέου νομού Λακωνικής (1899-1909), στο 5,80%. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά επίσης προέρχονταν από οικογένειες μισθωτών. Ακόμα και στους Μολάους το 3,63 % από τους «ξένους» μαθητές κατάγονταν από την Αργολίδα και ήταν παιδιά μισθωτών στα τέλη του 19ου αιώνα.

Δύο ήταν οι περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι περισσότεροι μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης Λακωνίας που προέρχονταν από την Αργολίδα την περίοδο 1862-1912: το Ναύπλιο και το Άργος. Ένας μάλιστα μαθητής δήλωνε τόπο καταγωγής την Πρόνοια του Ναυπλίου. Λιγότεροι μαθητές προέρχονταν από τα Δίδυμα, την Ερμιόνη και το Χαρβάτι (σημερινές Μυκήνες).

Πάνω από τους μισούς (57%) πάντως μαθητές των σχολείων της μέσης Εκπαίδευσης στη Λακωνία που κατάγονταν από την Αργολίδα, ήταν παιδιά υπαλλήλων, δημοσίων υπαλλήλων ή στρατιωτικών, οι οποίοι κινούνταν στην ελληνική επικράτεια, από την κοντινή μας Τρίπολη μέχρι τα «μακρινά» Φάρσαλα, ενώ αρκετά (17%) ήταν τα παιδιά των ελευθέρων επαγγελματιών, όπως και τα ορφανά πατρός (20%). Ελάχιστα ήταν τα παιδιά αγροτικών οικογενειών (6%).

 

Α.  Παιδιά Υπαλλήλων – Δημοσίων Υπαλλήλων – Στρατιωτικών

  •  Από το Άργος κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημ. Αναστασιάδης του Ν., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε στη δευτέρα τάξη του Γυμνασίου Σπάρτης το 1865-1866 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης Γυμνασίου Τρίπολης.

Αδελφοί Γεώργιος, Νικόλαος και Ίναχος Ζωγράφου του Πολυβίου, γιοι αξιωματικού, που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1886, 1890 και 1893:

Ο πρώτος φοίτησε το 1896-1897 στην πρώτη τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο δημοτικού σχολείου Άργους και την ίδια χρονιά πήρε μεταγραφή για το ελληνικό σχολείο Μολάων.

Ο  δεύτερος φοίτησε το 1903-1904 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου προερχόμενος από το Γ΄ ελληνικό σχολείο Άργους και το 1908-1909 στις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου Γυθείου από το γυμνάσιο Λευκάδας.

Ο τρίτος φοίτησε το 1908-1909 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Γυθείου με απολυτήριο του ελληνικού σχολείου Λευκάδας.

Προφανώς, τα παιδιά ακολουθούσαν τον πατέρα τους στις υπηρεσιακές μετακινήσεις του.

Ιωάννης Πλατούτσας του Γεωργίου, γιος Ειρηνοδίκη, που γεννήθηκε το 1882 και φοίτησε την περίοδο 1892-1894 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Φαρσάλων.

Ηλίας Σακελλαρίδης του Γ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1890 και φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του πρώτου ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1902-1904 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης του ελληνικού σχολείου Μεσσήνης.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημήτριος Γιαννουκέας του Ιωάννη, γιος γεωμέτρη, που γεννήθηκε το 1891 και τελείωσε το Β΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1900-1904, προερχόμενος από το Β΄ ελληνικό σχολείο Τρίπολης, αφού εν τω μεταξύ φοίτησε το 1901 στο ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Σπυρίδων Ιωάννου του Κυριάκου, γιος στρατιωτικού, που γεννήθηκε το 1870 και γράφτηκε το έτος 1882-1883 στην πρώτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Αδελφοί Φρίξος και Κωνσταντίνος Ιωάννου του Γεωργίου, γιοι τηλεγραφητή, που γεννήθηκαν το 1895 και 1900 αντίστοιχα και φοίτησαν, τουλάχιστον το 1912-1913, ο πρώτος στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Κορίνθου και ο δεύτερος στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης, προερχόμενος από το ίδιο γυμνάσιο (Κορίνθου).

Ιωάννης Κοζομποτίδης, γιος αντισυνταγματάρχη, που γεννήθηκε το 1871 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με ενδεικτικό του ελληνικού λυκείου Χ. Διοσκουρίδου.

Αλέξανδρος Κόκκαλης του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε δύο χρονιές στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1892-1894  με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Κουρής του Χρ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1859 και τελείωσε την περίοδο 1875-1879 το γυμνάσιο Σπάρτης, στο οποίο γράφτηκε με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Αδελφοί Ιωάννης και Γεώργιος Πετρουτσόπουλος του Τηλέμαχου, γιοι Προέδρου Πρωτοδικών, που γεννήθηκαν το 1860 και 1862 αντίστοιχα και φοίτησαν την περίοδο 1875-1877: ο πρώτος επαναλαμβάνοντας δύο χρονιές τη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης και ο δεύτερος στην τελευταία τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης και την πρώτη γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό επίσης από το ελληνικό σχολείο Τρίπολης.

Θεμιστοκλής Πρωτόπαπας, γιος δικαστή, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε την περίοδο 1889-1891 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο Α΄ δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Παναγιώτης Τρύφωνος, γιος αρχιμουσικού, που γεννήθηκε το 1887 και φοίτησε την περίοδο 1897-1899 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο του δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Γεώργιος Φιλικός του Κ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1881 και φοίτησε στην πρώτη  και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1892- 1895  με αποδεικτικό από το Βαρβάκειο Λύκειο και επαναλαμβάνοντας τη δευτέρα τάξη.

Συγκεκριμένα από την Πρόνοια καταγόταν:

Ο Παναγιώτης Παράσχος του Θ., γιος αξιωματικού, που γεννήθηκε το 1896 και φοίτησε το 1909-1910 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου, με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου. Προφανώς το 1910-1911 επέστρεψε στο Ναύπλιο και το 1911-1912 που γύρισαν στη Σπάρτη και ο πατέρας  του ήταν πλέον απόστρατος αξιωματικός, φοίτησε στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

  • Από τα Δίδυμα καταγόταν:

Ο Ιωάννης Αντωνόπουλος του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1873 και φοίτησε στην τρίτη τάξη του ελληνικού σχολείου Μολάων το 1889-1890 με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Κρανιδίου.

 

Β.  Παιδιά Ελεύθερων Επαγγελματιών

  • Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ανυφιώτης του Α., γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1852 και φοίτησε την περίοδο 1871-1873 σε ηλικία 20 χρονών στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης (δύο χρονιές) με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Καβουξής, γιος παντοπώλη, που γεννήθηκε το 1865 και φοίτησε το 1884-1885 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό γυμνασίου Κορίνθου.

  • Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Μιλτιάδης Γιαννόπουλος του Αριστείδη, γιος φαρμακοποιού, που γεννήθηκε το 1892 και φοίτησε το 1911-1912 στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του Β΄ γυμνασίου Αθηνών.

Ευριπίδης Μουντζουρίδης του Γ., γιος δικηγόρου,  που γεννήθηκε το 1888 και φοίτησε το 1905-1906  στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Φεγγαράς του Ιωάννη, γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1850 και τελείωσε το Α΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1863-1867, επαναλαμβάνοντας δύο φορές την πρώτη τάξη με απολυτήριο δημοτικού σχολείου  Ναυπλίου, και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου αρρένων Σπάρτης με απολυτήριο του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης.

  • Από την Ερμιόνη καταγόταν ο:

Νικόλαος Βεβελογιάννης του Κ., γιος ιατρού, που γεννήθηκε το 1876 και φοίτησε το 1891-1892 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

 

Γ.  Παιδιά Αγροτικών Οικογενειών

  •  Από το Άργος καταγόταν ο:

Σταύρος Δανόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε το 1866-1867  στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Άργους και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης.

  • Και από το Χαρβάτιον καταγόταν ο:

Ιωάννης Χριστόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1875 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

 

Δ.  Ορφανοί Πατρός

  •  Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ξυνός του Κων/νου, που γεννήθηκε το 1886 και φοίτησε τη χρονιά 1911-1912 στη δευτέρα και τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Άργους.

Δ. Πιτσίδης του Α., που γεννήθηκε το 1859 και φοίτησε το 1872-1873 στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με ενδεικτικό του ελληνικού σχολείου Πειραιώς.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Αδελφοί Αλέξανδρος και Γεώργιος Δρίβας του Μ.,  που γεννήθηκαν αντιστοίχως το 1867 και 1869 και φοίτησαν την περίοδο 1883-1885. Ο μεν πρώτος τελείωσε το γυμνάσιο Σπάρτης το 1883-1884, όπου γράφτηκε με ενδεικτικό  του γυμνασίου Ναυπλίου, ενώ ο δεύτερος φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης προερχόμενος επίσης από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Τσαουσόπουλος του Α., που γεννήθηκε το 1843 και φοίτησε την περίοδο 1862-1865 στην δευτέρα, τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης.

Ευστ. Κλεώπας, που γεννήθηκε το 1870 και φοίτησε στην τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1887-1889 με αποδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Ευάγγελος Στεφάνου του Ηλία, που γεννήθηκε το 1889 και φοίτησε το 1902-1903 στην τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του γυμνασίου Καλαμών.

Κατά την περίοδο, λοιπόν, 1862-1912 οι 35 αυτοί μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης στη Λακωνία, οι οποίοι κατάγονταν από την Αργολίδα, βρέθηκαν στην περιοχή αυτή, κυρίως ακολουθώντας τον πατέρα τους ως δημόσιο υπάλληλο, είτε ως ελεύθερο επαγγελματία και πολύ σπάνια ως αγρότη. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τα πραγματικά αίτια της εγκατάστασης των αρκετών ορφανών παιδιών στην περιοχή της Λακωνίας. Υποθέτουμε μόνο ότι οικογενειακές αποφάσεις και στρατηγικές οδήγησαν και σε αυτή την εγκατάσταση.

 

Υποσημείωση


[1] Πέπης Γ. Γαβαλά, Κοινωνία και Εκπαίδευση (Λακωνία, τέλη 19ου  – αρχές 20ού αιώνα), Λακωνικαί Σπουδαί, Παράρτημα 7, Αθήναι 2002. Τα στοιχεία προέρχονται από το Αρχείο των σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Λακωνίας. Αρχεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λακωνίας (1862-2004), Συνοπτικό Ευρετήριο, Επιμέλεια Πέπη Γαβαλά-Μαρία Στελλάκου, Γ.Α.Κ.-Αρχεία Ν. Λακωνίας 4, Σπάρτη 2008.

Καλλιόπη (Πέπη) Γαβαλά,

Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιστορικός-Αρχειονόμος,

Προϊσταμένη Γ.Α.Κ.-Αρχείων ν. Λακωνίας

 

 

Read Full Post »

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829)


 

Ένα ακόμη σημαντικό απόκτημα της τοπικής ιστορίας, αποτελεί  το βιβλίο του Δημήτρη Γεωργόπουλου με τίτλο, «Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829) που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας.

Η έκδοση φιλοδοξεί να ενισχύσει τις γνώσεις μας για τον τρόπο εκλογής και λειτουργίας των Επαρχιακών Δημογεροντιών αλλά και λειτουργίας των τοπικών κοινωνιών. Στο προλογικό σημείωμα η Δρ Μαριέττα Μινώτου, Διευθύντρια της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους γράφει:

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου

Με την παρούσα έκδοση ο συγγραφέας Δημήτρης Γεωργόπουλος, επί σειρά ετών Προϊστάμενος των Γ.Α.Κ. – Αρχεία Νομού Αργολίδος, παραδί­δει στην επιστημονική κοινότητα μία αξιόλογη μελέτη, δημοσιεύοντας πρωτογενές αρχειακό υλικό που απόκειται στην ανωτέρω Υπηρεσία και αφορά στην Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου.

Από τη μονογραφία αυτή αναδεικνύονται σημαντικά στοιχεία που συμβάλ­λουν στην κατανόηση αφενός της σύστασης και της λειτουργίας του θεσμού της Επαρχιακής Δημογεροντίας και αφετέρου της διοικητικής διάρθρωσής του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1831). Παράλληλα, παρέχονται πληροφορίες για την ιστορική πόλη του Ναυπλίου, που ήταν η καθέδρα του ελληνικού κράτους, καθώς και για την ευρύτερη περιοχή της.

Στην εισαγωγή του ο συγγραφέας αναφέρεται στη λειτουργία του θεσμού της κοινότητας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, η οποία μαζί με τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις παραδόσεις αποτέλεσε ισχυρό παράγοντα συσπείρωσης των Ελλήνων κατά τη ζοφερή εκείνη περίοδο του Ελληνισμού.

Με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 και κατά τη διάρκειά της, τόσο τα τοπικά πολιτεύματα, όσο και οι εθνικές συνελεύσεις έλαβαν πρόνοια για τη λειτουργία της κοινοτικής διοίκησης, αν και η διάταξη περί διοικήσεως της ελ­ληνικής επικρατείας που είχε εκδώσει η Γ’ Εθνοσυνέλευση την 1η Μαΐου 1827 δεν εφαρμόστηκε τελικά.

Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης αποτελούσε πρωταρχικό και βασικό άξονα του πολυδιάστατου έργου του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος αμέσως μετά την άφιξή του στη χώρα, τον Ιανουάριο του 1828, επιδόθηκε στην υλοποίηση του κεντρικού άξονα της πολιτικής του: την εκ βάθρων συγκρότηση της Πολιτείας και της Διοίκησης.

Με βάση τις γνώσεις και τις εμπειρίες που είχε αποκομίσει από τα προηγούμενα υψηλά αξιώματά του, προχώρησε στο σχεδιασμό και την πραγμάτωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής στο διοικητικό πεδίο, γιατί πίστευε ότι μόνο με μια οργανωμένη δημόσια διοίκηση θα υλοποιούσε τους στόχους που είχε θέσει στο εσωτερικό και εξωτερικό πεδίο.

Η προτεραιότητά του αυτή αντανακλάται στη σειρά των κυβερνητικών ενερ­γειών για την Τοπική Αυτοδιοίκηση κατά τον μήνα Απρίλιο του 1828. Συγκεκρι­μένα, την 13η Απριλίου 1828 πραγματοποίησε την πρώτη διοικητική διαίρεση της Επικράτειας με το Ι’ Ψήφισμα. Ορίστηκαν δεκατρία Τμήματα με επιμέρους Επαρχίες και Εκτάκτους Επιτρόπους για κάθε ένα. Το πρώτο Τμήμα από τα επτά της Πελοποννήσου ήταν της Αργολίδας και περιλάμβανε τις Επαρχίες Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας) και Κορίνθου.

Στις 16 Απριλίου υπέγραψε το Διοικητικό Οργανισμό των Τμημάτων της Πε­λοποννήσου και στις 19 Απριλίου την εγκύκλιο με αριθμό 1883 με την οποία δίνονταν γενικές οδηγίες προς τους Δημογέροντες. Ανάμεσα στα καθήκοντα των Εκτάκτων Επιτρόπων και Προσωρινών Διοικητών υπαγόταν και η επίβλεψη της εκλογής Δημογερόντων κάθε πόλης, κωμόπολης και χωριού στους οποίους ο λαός εξέφραζε «τας χρείας του».

Ο συγγραφέας με επιστημονική ευσυνειδησία ερεύνησε το Αρχείο της Επαρ­χιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου, το οποίο είναι ταξινομημένο ειδολογικά και χρονολογικά. Με κριτική εμβρίθεια αφού άντλησε με ενδελέχεια πληροφορίες, συνέθεσε τη μελέτη του, διαρθρωμένη σε ενότητες που διευκολύνουν τον ενδια­φερόμενο να προσεγγίσει καλύτερα το θέμα. Όπως μας αναφέρει, το περιεχόμενο του αρχείου αποτελείται, σε γενικές γραμμές, από την εισερχόμενη και εξερχόμε­νη αλληλογραφία της Επαρχιακής Δημογεροντίας αλλά και από άλλα τεκμήρια σχετικά με τη λειτουργία της.

Με την έρευνά του αξιοποιεί παράλληλα με τις πρωτογενείς πηγές, κυρίως αυτές που απόκεινται στα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Αργολίδος και στην Κεντρική Υπη­ρεσία των Γ.Α.Κ., και τη σχετική βιβλιογραφία.

Μέσα από τη δημοσίευση και το σχολιασμό των πηγών καταγράφονται ο τρό­πος και ο τόπος εκλογής των Δημογερόντων, στην πόλη και τα χωριά, η λειτουρ­γία της Επαρχιακής Δημογεροντίας ως συμβουλευτικού οργάνου και όχι μόνο, ο κομβικός ρόλος της μεταξύ πολιτών και Εκτάκτου Επιτρόπου, οι υποχρεώσεις της να επικυρώνει δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα με τη σφραγίδα της που έφερε την παράσταση της θεάς Αθηνάς, να εκδίδει αντίγραφα εγγράφων, να εκτελεί καταγραφές ιδιοκτησιών και απογραφές πληθυσμού, να επιλύει διαφορές και να αποδίδει το δίκαιο, να δραστηριοποιείται στον οικονομικό τομέα (έσοδα – έξοδα), να φροντίζει νια την κοινωνική πρόνοια, να έχει την εποπτεία της αγοράς, να μεριμνά για την ανανέωση των διπλωμάτων των πλοίων και την ασφάλεια στα ταξίδια τους, καθώς και για την υγιεινή κατάσταση της πόλης και την εξεύρεση κτηρίων για τη στέγαση σχολείων και δασκάλων.

Πλήθος στοιχείων που παρουσιάζονται είναι χρήσιμα επίσης για γενεαλογι­κές, γλωσσολογικές και δημογραφικές έρευνες.

Παράλληλα μέσα από τα δημοσιευμένα έγγραφα παρουσιάζεται το ύφος και η μορφή του λόγου της εποχής. Τέλος, χρήσιμο εργαλείο για κάθε ενδιαφερόμενο αποτελεί ο πίνακας που συνέταξε ο συγγραφέας με το αρχειακό υλικό που περι­έχεται στους φακέλους.

Η παρούσα έκδοση εμπλουτίζει τον κατάλογο εκδόσεων των Γ.Α.Κ. και τη σχε­τική βιβλιογραφία σχετικά με τις πολιτικές, θεσμικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την καποδιστριακή περίοδο.

 

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829)

Δημήτρης Γεωργόπουλος

Έκδοση: Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας, 2015.

Σελίδες 548, σχήμα 17Χ24

ISBN 978-618-82349-0-1

Read Full Post »

Το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη στην ομώνυμη κωμόπολη της Ερμιονίδας – Μυθολογική και επιστημονική προσέγγιση


 

 

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:  Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:
Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Η Ερμιών ή Ερμιόνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας και είναι ο μόνος οικισμός, που διασώθηκε από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα στην Ερμιονίδα. Η αρχαία Ερμιών ή Ερμιόνη εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο από την Πρωτοελλαδική περίοδο (2800-2300 π.Χ.) με το πρώτο και σπουδαίο λιμάνι της στον όρμο των Αγίων Αναργύρων, πλησίον του λόφου της Μαγούλας, ενώ από τον 8ο π.Χ. αιώνα περίπου είχε ξεκινήσει η μετεγκατάσταση των Ερμιονέων από το λόφο της Μαγούλας στο ασφαλέστερο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου Ποσείδιον ή «Μπίστι».

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση ως οικιστής της αρχαίας Ερμιόνης ήταν ο Ερμίων, γιος του Εύρωπα και εγγονός του Φορωνέα βασιλιά και θεμελιωτή του Άργους. Ο τελευταίος ήταν διάδοχος του πρώτου βασιλιά του Άργους Ινάχου. Την ίδρυση και ονομασία της Ερμιόνης δανειζόμαστε από τον περιηγητή Παυσανία, που επισκέφθηκε την περιοχή το 166 μ.Χ. Για τούτο στο βιβλίο του «Ελλάδος Περιήγησις», Κορινθιακά – Λακωνικά (ΙΙ, 34,4-5) διαβάζουμε:

 

«Οικιστήν δε της αρχαίας πόλεως Ερμιονείς γενέσθαι φασίν Ερμίονα Εύρωπος. Τον δέ Εύρωπα (ήν γαρ Φορωνέως) Ηροφάνης ο Τροιζήνιος έφασκεν είναι νόθον’ ου γαρ «αν» ποτέ ες Άργον τον Νιόβης θυγατριδούν όντα Φορωνέως την εν Άργει περιελθείν αρχήν παρόντος Φορωνεί γνησίου παιδός. Εγώ δε, ει και γνήσιον όντα Εύρωπα πρότερον το χρεών ή Φορωνέα επέλαβεν ευ οίδα ως ουκ έμελλεν ο παις αυτώ Νιόβης παιδί οίσεσθαι Διός γε είναι δοκούντι».

 

[Οι Ερμιονείς λένε πως ο οικιστής της αρχαίας πόλης υπήρξε ο Ερμίονας, γιος του Εύρωπα. Ο Εύρωπας που είχε πατέρα τον Φορωνέα (βασιλιά του Άργους), ήταν νόθος κατά τον Ηροφάνη τον Τροιζήνιο, γιατί δε θα περιερχόταν η βασιλεία του Άργους στο γιο της Νιόβης Άργο και εγγονό (δηλ. γιο της κόρης του Φορωνέα), αν ο Φορωνέας είχε γνήσιο γιο. Εγώ είμαι βέβαιος πως και αν ήταν γνήσιος ο Εύρωπας και αν συνέβη να πεθάνει πριν από τον Φορωνέα, δε θα μπορούσε ο γιος του να διεκδικήσει ίσα δικαιώματα με το γιο της Νιόβης, που θεωρούνταν παιδί του Δία].

Ως εκ τούτου, η ιστορική κωμόπολη της Ερμιονίδας ονομάστηκε Ερμιών από τον πρώτο οικιστή Ερμίονα και έχει ρίζα πελασγική κατά τη μυθολογική προσέγγιση, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα και το τοπωνύμιο Ερμιόνη.

Στο δεύτερο στάδιο οφείλουμε να διερευνήσουμε το θέμα και από την επιστημονική πλευρά. Ύστερα από λεπτομερή έρευνα καταλήξαμε ότι το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη προέρχεται ετυμολογικά από το θέμα της δασυνόμενης λέξης έρμα (λόφος, ύψωμα, βουνό) και το περιεκτικό επίθημα(πρόσφυμα) -ιων, οπότε σχηματίζεται η λέξη Ερμιών (γεν.-ονος) δασυνόμενη, σε αθέματη μορφή, δηλ. χωρίς τη σύνδεση του γραμματικού μορφήματος η στο τέλος ή δημιουργείται παράλληλος και συγγενής σχηματισμός με τη λέξη Ερμιόνη (από το δεύτερο θέμα της γεν. Ερμιόν-ος της ονομασίας Ερμιών) σε θεματική μορφή, δηλ. με τη σύνδεση του γραμματικού μορφήματος η μετά το επίθημα, το οποίο μετατρέπεται συγχρόνως σε περιεκτικό πρόσφυμα ή επίθημα -ιονη.

Συνοπτικά η ονομασία Ερμιών ή Ερμιόνη θεωρείται ο τόπος, που ολόγυρα υπάρχει πλήθος λόφων, ορεινών όγκων, υψωμάτων ή βουνών. Έτσι, λοιπόν, τα δύο επιθήματα -ιονη και -ιων ταυτίζονται.

Βέβαια δε γνωρίζουμε ποιος από τους δύο συγγενείς και παράλληλους σχηματισμούς Ερμιόνη και Ερμιών προηγήθηκε. Το μόνο γνωστό είναι ότι η πρώτη γραπτή μαρτυρία της πόλης με το τοπωνύμιο Ερμιόνη εμφανίζεται στην Ιλιάδα του Ομήρου και μάλιστα στον κατάλογο «των νεών» (των πλοίων) των ελληνικών πόλεων του 8ου π.Χ. αιώνα και όχι τη χρονική περίοδο του 13ου π.Χ. αιώνα [που πραγματοποιήθηκε η Τρωϊκή εκστρατεία]. Με αυτό το σκεπτικό θεωρητικά αποδεχόμαστε ως πρώτο τοπωνυμικό σχηματισμό την ονομασία Ερμιόνη, επειδή κατά τη διερεύνηση της αρχικής ελληνικής γλώσσας των πινακίδων της γραμμικής γραφής Β δεν ευρέθησαν οι δύο συγγενείς τοπωνυμικοί σχηματισμοί, Ερμιόνη και Ερμιών.

Συγκεκριμένα έχει αποκαλυφθεί ότι στα μυκηναϊκά κέντρα της Κρήτης και της Πελοποννήσου, τα πρώτα γραπτά μνημεία ελληνικής γλώσσας είναι οι πινακίδες της γραμμικής Β, μια γραφή, που εντοπίζεται χρονικά από το 1400 π.Χ. με καταληκτική χρονολογική περίοδο τον 13ο αιώνα. Συνάμα είναι αποδεκτό ότι τόσο οι πινακίδες της Κρήτης όσο και της Πύλου γράφτηκαν από τους Μυκηναίους (Αχαιούς) στα Ελληνικά.

Κάποια Άνοιξη στο 1200 π.Χ. το ανάκτορο της Πύλου καταστράφηκε από φωτιά, πιθανότατα από τους Δωριείς, αλλά σώθηκαν 1300 πινακίδες και η σκαπάνη των αρχαιολόγων (1939) τις έφερε στο φως. Μέσα σ’ αυτές τις πινακίδες δεν μαρτυρούνται οι ονομασίες Ερμιών και Ερμιόνη, αλλά ούτε και το τοπωνύμιο Μυκήναι, το βασικό κέντρο του Μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ διασώθηκαν οι ονομασίες Πύλος και Θήβαι. Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν ανύπαρκτη κατά τη Μυκηναϊκή εποχή η πόλη των Μυκηνών και η παραθαλάσσια Ερμιών ή Ερμιόνη.

Κατά την άποψη μου και με βάση την ερμηνεία του τοπωνυμίου είχε προηγηθεί ο Πρωτοελλαδικός οικισμός με το τοπωνύμιο Ερμιών και ακολούθησε η παράλληλη ονομασία Ερμιόνη. Είναι ακόμη γνωστό από την έρευνα ότι τα τοπωνύμια εκφέρονται σε γενική και αιτιατική (έρχομαι από… πηγαίνω στο…) και στην αρχαιότητα σε δοτική (εν +δοτική).

Για παράδειγμα η συνήθης χρήση του τοπωνυμίου Ερμιών θα ήταν, εξ Ερμιόνος, εν Ερμιόνι, ες Ερμιόνα και όχι η ονομαστική Ερμιών. Από ένα αρχικό Ερμιών Ερμιόνος και Ερμιόνα είναι αυτονόητο να επικρατήσει το Ερμιόνα, αφού το α αφομοιώθηκε από το η και επικράτησε ο παράλληλος, συγγενής και εύηχος τύπος Ερμιόνη, με το νέο περιεκτικό επίθημα –ιόνη, επειδή υπήρχε η χρήση της αρχαίας κατάληξης –όνη στο σύνηθες λεξιλόγιο, όπως ακριβώς στη λέξη αγχόνη [από το άγχω +ονη, με αναφορά στον Αισχύλο. Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Αισχίνη], στη λέξη περόνη [από το πείρω+ονη, με αναφορά στην Ιλιάδα και Οδύσσεια] και στη λέξη σφενδόνη (σφενδ+ονη), στα Λατινικά funda], με αναφορά στην Ιλιάδα, στον Αρχίλοχο, Ευριπίδη, Αριστοφάνη και Θουκυδίδη.

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της  Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

Για την ερμηνευτική προσέγγιση του τοπωνυμίου θα σταθούμε αρχικά στη λέξη έρμα που σημαίνει, το ύψωμα, το λόφο, το βουνό, τον σωρό χωμάτων, ή λίθων («τούμπα»). Έτσι, λοιπόν, το τοπωνύμιον Ερμιών ή Ερμιόνη σχετίζεται με όλους τους λόφους, τα υψώματα, τους ορεινούς όγκους και τα μικρά βουνά, που βρίσκονται όχι μόνο παραπλήσια της Ερμιόνης, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της περιοχής.

Συγκεκριμένα, εάν αρχίσουμε από τα βορειοανατολικά της Ερμιόνης συναντούμε την οροσειρά των Αδέρων (από τηνότια πλευρά τους) και τον βραχώδη ωοειδή λόφο του Ηλιοκάστρου, ενώ σε πιο κοντινή απόσταση διακρίνουμε τις βραχώδεις κορυφές του κάστρου της Θερμησίας, το Αλατοβούνι κοντά στη Δάρδιζα (Αχλαδίτσα), το βουνό Κρόθι στα βόρεια του κεντρικού λιμανιού Ερμιόνης, το Μαυροβούνι, (προς το Καταφύκι), το Ασπροβούνι ή Μαλιμπάρδι (στους Αγίους Αποστόλους στην Αυλώνα), το βουνό του Προφήτη Ηλία (Κοκκύγιον στην αρχαιότητα), τον λόφο Πρωνός ή Μύλων δυτικά και πλησίον της Ερμιόνης, τον λόφο της Μαγούλας (όρμο Αγίων Αναργύρων), τον λόφο των Αγίων Θεοδώρων (δυτικά της Μονής των Αγίων Αναργύρων) και τα χερσονησώδη βουνά, Μαυρονήσι στο μυχό της Κάπαρης και Μουζάκι στον όρμο της Κουβέρτας νοτιότερα.

Συμπερασματικά καταλήγουμε ότι το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη μπορεί να συσχετιστεί με τους ορεινούς όγκους και τους λόφους, που υψώνονται ολόγυρα της κωμόπολης.

Στη συνέχεια θα προσεγγίσουμε ακροθιγώς το περιεκτικό και τοπωνυμικό πρόσφυμα ή επίθημα -ιών, που δηλώνει μαζί με το θέμα της λέξης έρμα, ικανό αριθμό από βουνά ή λόφους, δηλ. φυσικά και γεωγραφικά στοιχεία γύρω από την Ερμιόνη. Συνάμα με το επίθημα –ιών σχηματίστηκε το συγγενικό και παράλληλο επίθημα -ιόνη (σύμφωνα και με την αρχαία και γνωστή κατάληξη -όνη) χωρίς να είμαστε απόλυτα βέβαιοι, για το ποιο είναι το αρχικό πρόσφυμα ή το νεότερο.

Γενικότερα τονίζουμε ότι η αρχική σημασία των δύο συγγενικών επιθημάτων, σύμφωνα με την έρευνα και μελέτη, είναι «περιεκτική», όταν τονίζεται το επίθημα, όπως στο τοπωνύμιο Ερμιών και Ερμιόνη, ενώ γίνεται κτητική, όταν δεν τονίζεται. Μάλιστα με τη «περιεκτική» σημασία το πρόσφυμα -(ι)ών χρησιμοποιείται σε ορισμένες λέξεις, όπως ελαιών (μέρος με πολλά ελαιόδεντρα) και καλαμών(μέρος με πολλά καλάμια), ενώ οι θεοί, που «ευρύν έχουσιν ουρανόν», ονομάζονται στην αρχαιότητα Ουρανίωνες (Ιλιάς, Α, 570).

Με την κτητική σημασία διακρίνουμε ορισμένα Ελληνικά ονόματα (παρατσούκλια), όπως Στράβων (αυτός που είναι στραβός) και Πλάτων (αυτός που έχει πλατύ μέτωπο), αλλά και μεγεθυντικά (γάστρων, γνάθων, χείλων). Επίσης το ίδιο επίθημα βρίσκουμε και σε τοπωνύμια τόσο σε αθέματη μορφή [Μαραθών, Ελικών, Σικυών, Αυλών, Ερμιών, Κολοφών], όσο και σε θεματική μορφή [Μεθώνη, Κορώνη, Δωδώνη].

Συνάμα το προαναφερόμενο πρόσφυμα χρησιμοποιήθηκε στα πατρωνυμικά επίθετα, όπως γινόταν στις περιεκτικές λέξεις (ανθών, ξενών, παρθενών, ορνιθών). Έτσι, λοιπόν, έχουμε από τα επικά πατρωνυμικά επίθετα του Δία – Κρόνιος – Κρονίδης – Κρονίων (γιος του Κρόνου, ενώ από το Αχιλλεύς – Πηληιάδης – Πηλείδης(γεν.-ου)- -Πηλείων(γεν.-ωνος) – [γιος του Πηλέα]. Με πιο εξειδικευμένη σημασία το πρόσφυμα εμφανίζεται με την περιεκτική σημασία και τις καταλήξεις –ονες και -ανες στην ονομασία διαφόρων Ελληνικών φύλων: Πελαγόνες, Ιάονες – Ίωνες, Μακεδόνες, Χάονες, Ευρυτάνες, Ακαρνάνες.

Υποσημ.: Το επίθημα (ή πρόσφυμα) προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξη.

 

Πηγές


 

  • Hoffmann, «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής» (Μετάφραση Αντωνίου Παπανικολάου), Εκδόσεις Παπαδήμας, Αθηνά 2009.
  • Geoffry Horraks, «Greek, Η Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της» (Μετάφραση Μ. Σταύρου και Μ. Τζεβελέκου), Βιβλιοπωλείο Εστίας.
  • Άννας Αναστασιάδη- Συμεωνίδη, «Αντίστροφο Λεξικό», έκδοση Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2002.

 

 Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

 «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της

Λάσος Ο Ερμιονεύς (6ος Αιώνας π.χ.)

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας, «Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας»

 

Read Full Post »

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα


 

Σημαντικό ρόλο στον αγώνα της Αντίστασης κατά των Γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, στην Πελοπόννησο, έπαιξε και μια ολιγάριθμη αλλά ιδιαίτερα μαχητική ομάδα καταδρομών που ανέπτυξε στην Ερμιονίδα το ΕΑΜ. Πρόκειται για το ΕΛΑΝ, το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό.

Η ιστορία κάπως επαναλαμβάνεται. Στα ίδια νερά της Ερμιονίδας, πριν 180 χρόνια, ένας άλλος καταδρομέας, ο Λενιδιώτης Ανδρέας Τσακώνης, διαδραμάτισε τον ίδιο ρόλο. Παραμονεύοντας πίσω από τους κάβους της περιοχής, έκανε τη διαδρομή προβληματική σε κάθε τούρκικο καράβι που θα διακινδύνευε να μπει στα νερά του Αργολικού κόλπου. Τέτοια ήταν η δράση του, ώστε οι Τουρκικές αρχές ν’ ασχοληθούν μαζί του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η ιστορία, από όσα στοιχεία διασώθηκαν στο Αρχείο της Ύδρας (τόμ. 1, σ. 8081) δεν αναφέρει αν τελικά τον συνέλαβαν.

Ας δούμε, όμως, ποια ήταν η δράση αυτή του ΕΛΑΝ, έτσι όπως την διηγήθηκαν αυτοί που την έζησαν και επέζησαν.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί, για να μεταφέρουν τα εφόδια του στρατού τους στην Κρήτη, χρησιμοποιούσαν ελληνικά καΐκια, αρπαγμένα, επιταγμένα ή κατά κάποιον οποιονδήποτε τρόπο αναγκασμένα να εκτελέσουν τις διαταγές τους. Τα φόρτωναν σε κάποιο λιμάνι της Αττικής κι εκείνα, ξεκινώντας το απόγευμα και παραπλέοντας τις ακτές της Πελοποννήσου, προσπαθούσαν ταξιδεύοντας ολοταχώς τη νύχτα να βρίσκονται τα ξημερώματα σε κάποιο λιμάνι της Κρήτης. Το δρομολόγιο αυτό των καϊκιών περνούσε ανάμεσα στον Άη Γιώργη της Ύδρας και το νησάκι Δοκός.

Το 1943, ένας θαρραλέος και ριψοκίνδυνος γεωπόνος, ο Τάσος Κακαβούτης, Γραμματέας του ΕΑΜ Ερμιονίδας, συνέλαβε την ιδέα να οργανώσει μιαν ομάδα καταδρομών και να παρεμποδίσει αυτή τη μεταφορά εφοδίων προς τα στρατεύματα κατοχής της Κρήτης. Την οργάνωση της ομάδας αυτής του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει και νωρίτερα μερικά παιδιά από την Ερμιόνη, αλλά μέχρι τότε δεν είχαν αναπτύξει καμία δράση. Τότε, στις αρχές του 1944, μια ολιγάριθμη ομάδα ανταρτών αποσπάται από το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε την έδρα του στην περιοχή της Στυμφαλίας και στέλνεται στην Ερμιονίδα. Από τα μέλη αυτής της ομάδας δημιουργήθηκε ο βασικός πυρήνας του ΕΛΑΝ.

Ένα από τα μέλη της, ο Παναγιώτης Καραμπίνας από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας, γνωστός με το ψευδώνυμο «καπετάν Τζαβέλας», που τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στην Παραλία της Ακράτας, μας διηγείται:

«Εγώ, τότε, είχα καταταχτεί στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και μια μέρα, αρχές του 1944, πήραμε την εντολή να σχηματίσουμε μιαν ομάδα κρούσεως και να κατεβούμε στα Δίδυμα. Είμαστε επτά. Ο Γιώργος ο Λέκας, από το Γκέρμπεσι (Μιδέα) της Αργολίδας, γνωστός με το ψευδώνυμο καπετάν Λευτεριάς, ο Γιάννης Σκινάς ή Τίγρης από το Χαρβάτι (Μυκήνες), ο Τάσος Οικονόμου από τις Λίμνες, ο καπετάν Γιάννης Μοριάς και άλλα δύο παιδιά, που δεν θυμούμαι τα ονόματά τους.

Εκείνες τις ημέρες, θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη 1944, δύο εγγλέζικα αεροπλάνα βομβάρδισαν μέσα στο λιμάνι των Σπετσών τον ¨Κέφαλο¨, ένα καράβι μιας Κακαμπουρίνας από τα Μέθανα, επιταγμένο από τους Γερμανούς και φορτωμένο άλευρα, και το βούλιαξαν. Αλλά, φεύγοντας μετά τον βομβαρδισμό, το ένα από τ’ αεροπλάνα χτύπησε στον φάρο, έχασε το ένα του φτερό και πέφτοντας στη θάλασσα, στη τοποθεσία ¨Γαρύφαλλου¨, βούλιαξε σε 18 οργιές νερό. Είχε πλήρωμα δύο αεροπόρους. Ο ένας πρόλαβε και γλύτωσε με το αλεξίπτωτο. Τον έκρυψε ένας ψαράς, ο Βαγγέλης Οικονόμου ή Παραπόλας, και τον φυγάδεψε κατόπιν στα Δίδυμα. Ο άλλος παρασύρθηκε με το σκάφος στον βυθό. Από τους Γερμανούς στρατιώτες, που αποτελούσαν την φρουρά του καραβιού, δυο σκοτώθηκαν, δυο άλλοι επιβιβάστηκαν σε κάποιο καΐκι και γύρισαν στον Πειραιά, δυο κατέφυγαν στο ξενοδοχείο του Καρδάση, στις Σπέτσες, και ο τελευταίος, εφτά ήσαν όλοι, ο Φριτς, μπήκε σε κάποιο περαστικό καΐκι και πήγε στο Ναύπλιο για να ειδοποιήσει για ό,τι είχε γίνει».

Μόλις φτάσαμε στα Δίδυμα, συνεχίζει την αφήγησή του ο Καπετάν Τζαβέλας, «θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη, έρχεται ο Σμυρλής από τις Σπέτσες και μας είπε για τον βομβαρδισμό, το βυθισμένο αεροπλάνο, το καράβι, τους δυο Γερμανούς, που μένανε στο ξενοδοχείο. Μας είπε ακόμη και για τρία επιταγμένα καΐκια, που ήταν φορτωμένα στο λιμάνι. Αποφασίσαμε να πάμε να πιάσουμε τους Γερμανούς και τα καΐκια και να προσπαθήσουμε να διασώσουμε ό,τι μπορούσαμε από το μισοβυθισμένο καράβι και από το αεροπλάνο. Κατεβήκαμε στο Πόρτο Χέλι, πήραμε ένα καΐκι και περάσαμε στις Σπέτσες. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής κι εγώ. Πήγαμε στο σπίτι του Πασαμήτρου, όπου και μείναμε εκείνη τη βραδιά. Την άλλη μέρα, ο Παντελής Αρμένης, που είχε καφενείο στο Παλιό Λιμάνι και που αργότερα έγινε κουνιάδος μου, μας έφερε σ’ επαφή με τους ναύτες των τριών επιταγμένων καϊκιών, που πρόθυμα δέχτηκαν να μας βοηθήσουν να πάρουμε τα καΐκια. Πράγματι, το βράδυ, ανεβήκαμε στα τρία καΐκια και τα πήγαμε στην Κοιλάδα. Το ένα ήταν οργανωμένο και το αφήσαμε ελεύθερο. Μέσα στ’ άλλα δυο βρήκαμε 75 τηλέφωνα και 350 τσουβάλια με Χριστουγεννιάτικα δέματα για τους Γερμανούς της Κρήτης, γλυκά, τσιγάρα και άλλα τέτοια είδη. Χιλιάδες κουτιά μαρμελάδα, χοιρομέρια, και καμμιά δεκαριά κεφάλια παρμεζάνα, που το καθένα τους ζύγιζε 70-80 κιλά, και που μοιράστηκαν αργότερα στον πληθυσμό. Πολλά προωθήθηκαν για τη Γκούρα της Στυμφαλίας, όπου όπως είπαμε ήταν το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Οι ναύτες των καϊκιών έμειναν στις τάξεις τού ΕΛΑΣ και μάλιστα δύο απ’ αυτά τα παιδιά κρεμάστηκαν αργότερα στις Σπέτσες.

Τα εφόδια αυτά τα μεταφέραμε από την Κοιλάδα στα Δίδυμα και τα παραδώσαμε στην Οργάνωση. Γυρίσαμε κατόπιν στις Σπέτσες και πήγαμε στον Αρμένη, ο οποίος μας υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Γερμανοί. Είμαστε έξη. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας, ο Δημήτρης ο Κατεμής (Κανάρης), ο Γιάννης ο Σκινάς ή Τίγρης, κι εγώ. Μας είπαν σε ποιο δωμάτιο ήσαν οι Γερμανοί κι άκουγαν ράδιο. Ήταν και κάτι κοριτσόπουλα και χορεύανε. Μπήκαμε ξαφνικά μέσα φωνάζοντας Αλτ. Ο ένας από τους Γερμανούς έκανε μια προσπάθεια να πιάσει μια χειροβομβίδα, που είχε περασμένη στη μπότα του, αλλά ο Τρομάρας, με μια ριπή, τον πρόλαβε και τον σκότωσε. Είναι αλήθεια πως θέλαμε να τον πιάσουμε κι εκείνον ζωντανό, έτσι όμως που ήρθαν τα πράγματα δεν γινόταν αλλιώς. Πήραμε τον οπλισμό τους, είπαμε στους ανθρώπους του ξενοδοχείου να τυλίξουν τον νεκρό σ’ ένα σεντόνι και να τον φουντάρουν στα βαθειά και φύγαμε για τα Δίδυμα, παίρνοντας μαζί μας και τα δυο μυδράλια του καραβιού, που οι Γερμανοί είχαν αφαιρέσει από το μισοβυθισμένο καράβι και είχαν τοποθετήσει για φύλαξη στο καφενείο του Αρμένη.

Την άλλη μέρα, ο Γερμανός ο Φριτς, που είχε πάει στο Ναύπλιο και επέστρεφε στις Σπέτσες, πιάστηκε και οδηγήθηκε κι αυτός στα Δίδυμα».

Εδώ, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκκλιση στην αφήγηση του καπετάν Τζαβέλα. Το επεισόδιο αυτό είχε τις συνέπειές του. Ο δήμαρχος Σπετσών, ο Λεκός, κατά μίαν εκδοχή, θορυβημένος από τον φόνο των δυο Γερμανών και φοβούμενος τα αντίποινα που περίμεναν αυτόν και το νησί, πήγε στον Πειραιά, συνοδευόμενος από τον γιατρό τον Κόχυλα. Παρουσιάστηκαν στις Γερμανικές Αρχές και ανέφεραν τα γεγονότα, προσπαθώντας να πείσουν τους Γερμανούς ότι ο ντόπιος πληθυσμός ήταν αμέτοχος σ’ αυτό το επεισόδιο.

Οι Γερμανοί, έχοντας την πληροφορία ότι οι καταδρομείς είχαν τη βάση τους κάπου στην Ερμιονίδα, επάνδρωσαν δυο μεγάλα σιδερένια καΐκια και ανήμερα το Πάσχα του 1944, αποβιβάστηκαν στην Κοιλάδα. Δείρανε, σκοτώσανε, κάψανε κάτι σπίτια στην Ερμιόνη και φύγανε. Η ενέργεια αυτή των Γερμανών θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναφοράς του Λεκού και του Κόχυλα και παρ’ όλο που ήσαν πρόσωπα αγαπητά σ’ όλους, εκτελέσθηκαν, μαζί με τον Διαμαντόπουλο τον αρχιτέκτονα και τον Κατραμάδο.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Από τότε, ο καπετάν Τζαβέλας και ο Τάσος Κακαβούτης οργάνωσαν συστηματικά το ΕΛΑΝ. Πήραν ένα καΐκι του Παντελή του Μπάμη, ένα τρεχαντήρι καμιά 30αριά τόνων, του βγάλανε το άλμπουρο για να μην διακρίνεται εύκολα από μακριά, βάλανε ένα μυδράλιο στην πλώρη και το προστατέψανε με τσουβάλια με χώμα. Παίρνανε πληροφορίες από τον Τάσο Παπαδάκο [Τάσος Γεωργοπαπαδάκος], που ήταν γραμματέας στη Μητρόπολη της Ύδρας και διερμηνέας των εκεί Γερμανών. Τους ειδοποιούσε με το τηλέφωνο πόσα καΐκια και πότε επρόκειτο να περάσουν, αν ήταν οπλισμένα κι αν είχαν συνοδεία από Γερμανούς. Στις επιχειρήσεις αυτές λάβαιναν μέρος συνήθως πέντε παιδιά. Ο Μήτσος ο Κρεμύδας, ο Βασίλης ο Λιώσης, ο Σταύρος Χατζησταύρος από το Κρανίδι, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας κι ο καπετάν Τζαβέλας. Συνολικά πιάσανε 17-18 καΐκια, απ’ όπου πήρανε πολλά τρόφιμα. Μ’ αυτά, που τα προωθούσαν με ζώα στη Στυμφαλία, ενισχύθηκε σημαντικά ο αγώνας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη διήγηση τού καπετάν Τζαβέλα.

 

«Αφού παραδώσαμε τον οπλισμό των Γερμανών και τον αιχμάλωτο στα Δίδυμα, ξαναγυρίσαμε στις Σπέτσες, πήραμε δύτες, ανασύραμε το αεροπλάνο και του βγάλαμε τα πέντε μυδράλια πού είχε. Αυτά δούλευαν με ηλεκτρισμό, αλλά εμείς τα προωθήσαμε στο Τάγμα, όπου και τα μετέτρεψαν και τα έκαναν να δουλεύουν με σκαντάλη.

Εκείνες τις ημέρες, μας έφεραν την πληροφορία ότι στη Σκαμνιά, στη Σέριφο, είχε βουλιάξει ένα βαπόρι και ότι οι επτά Γερμανοί, που ήταν η φρουρά του, είχαν πάρει δύτες, έβγαζαν από το βαπόρι ό,τι μπορούσαν και το πούλαγαν. Αποφασίσαμε με τον Παντελή τον Αρμένη να πάμε να τους πιάσουμε.

Μπήκαμε σ’ ένα γερό καΐκι και πήγαμε στο Λειβάδι στη Σέριφο οι τρεις. Ο Παντελής ο Αρμένης, ο καπετάν Αντρέας, που ήταν καπετάνιος σ’ ένα από τα επιταγμένα καΐκια που είχαμε αράξει στην Κοιλάδα κι εγώ. Βάλαμε τα σήματα του Ερυθρού Σταυρού για να μη μας χτυπήσουν τα αεροπλάνα. Τα αυτόματα τα τυλίξαμε στα πανιά για να μη φαίνονται. Βγήκαμε στο Λειβάδι, το κεντρικό λιμάνι του νησιού, όπου και συνδεθήκαμε και μάθαμε για τους Γερμανούς στη Σκαμνιά. Μένανε σ’ ένα εκκλησάκι που το είχαν οχυρώσει κι επέβλεπαν από ψηλά το βαπόρι. Μάθαμε, ακόμη, ότι στο λιμάνι της Σέριφου ήταν αραγμένο ένα μεγάλο καΐκι του Γκόβερη, γνωστού τότε μεγαλοϊχθυέμπορου του Πειραιά, που αγόραζε ψάρια για τις ανάγκες του Γερμανικού Στρατού. Είχε και μια φρουρά από τρεις Γερμανούς. Τα πυρομαχικά μας δεν ήταν πολλά και δεν μας επέτρεπαν να επιτεθούμε εναντίον των Γερμανών της Σκαμνιάς. Έπειτα, ένας σύνδεσμος που στείλαμε να πάει να ιδεί και να ’ρθει να μας πει τι γινόταν, αργούσε να γυρίσει. Γι’ αυτό καταλήξαμε στην απόφαση να επιτεθούμε στο δεύτερο καΐκι, του Γκόβερη.

Φύγαμε με τα πόδια για το λιμάνι – δεν θυμάμαι πώς λεγόταν – όπου βρισκόταν το καΐκι, φορώντας πέδιλα και φανελάκια για να φαινόμαστε σαν ψαράδες. Τα πιστόλια τα περάσαμε στη ζώνη, μέσα από το παντελόνι. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, όπου ήταν το καΐκι του Γκόβερη, ήταν μεσημέρι. Είδαμε τους δυο από τους τρεις Γερμανούς να κοιμούνται στο προαύλιο ενός καφενείου, αλλά δεν βλέπαμε τον τρίτο κι αυτό μας έκανε να διστάσουμε να τους επιτεθούμε. Ώσπου να ιδούμε πού ήταν ο τρίτος Γερμανός, η ώρα πέρασε και οι δυο Γερμανοί ξύπνησαν και τότε είδαμε ότι ο τρίτος Γερμανός, ένας βαθμοφόρος, ήταν στην ταράτσα του σπιτιού και φύλαγε το καΐκι και τους συντρόφους του που κοιμόντουσαν. Πλησιάσαμε στο καΐκι και είπαμε στους ναύτες πως μάθαμε ότι αγοράζει ψάρια και ότι κι εμείς ψαράδες είμαστε, αλλά ότι το καΐκι μας έχει πάθει βλάβη στο Λειβάδι και τα ψάρια μας θα χαλάγανε και θα τα πετάγαμε. Μας ρώτησαν τι ψάρια ήταν και τι ζητάγαμε και τους απαντήσαμε ότι στη κατάσταση που είμαστε, ελάτε να τα δείτε και δώστε μας ό,τι θέλετε. Προσπαθούσαμε να τους φέρουμε στο καΐκι μας, όπου είχαμε τα αυτόματα. Είπανε ότι θα ’ρθούνε τ’ απόγεμα. Φύγαμε και γυρίσαμε στο Λειβάδι. Στο λιμάνι ήσαν κι άλλα καΐκια. Είπαμε σ’ ένα απ’ αυτά που ετοιμαζόταν να σαλπάρει να περιμένει και να φύγει μόλις ακούσει τη μηχανή του Γκόβερη να έρχεται, και στους άλλους στο λιμάνι να πουν ότι το καΐκι με τα ψάρια έφτιαξε τη μηχανή του και ¨Νάτο, έφυγε¨. Εμείς ανεβήκαμε με τα αυτόματα και κρυφτήκαμε πίσω από κάτι φραγκοσυκιές που ’σαν πάνω από το καΐκι μας και περιμέναμε.

Σε λίγο έφτασε το καΐκι του Γκόβερη με τους τρεις Γερμανούς. Ρώτησαν για το χαλασμένο καΐκι με τα ψάρια. Όταν τους είπαν ότι είχε φύγει, και πραγματικά είδαν ένα καΐκι ν’ απομακρύνεται, κι επειδή ο καιρός είχε αρχίσει να φρεσκάρει, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο Λειβάδι και άραξαν δίπλα μας.

Σε λίγο άρχισε να νυχτώνει και μέσα στο μισοσκόταδο είδα τον έναν από τους Γερμανούς, τον βαθμοφόρο, να πηγαίνει να κοιμηθεί στην πρύμνη με τον μηχανικό, ενώ οι άλλοι δυο κατέβηκαν κάτω στην πλώρη, μαζί με τ’ άλλο πλήρωμα.

Αφήσαμε να περάσει η ώρα, να τους πάρει ο ύπνος καλά και σιγά-σιγά βγήκαμε από τις φραγκοσυκιές, ανεβήκαμε στο καΐκι μας και περάσαμε στου Γκόβερη. Εγώ πήγα κατ’ ευθείαν στην πρύμνη, όπου κοιμόταν ο Γερμανός, ενώ οι άλλοι πήγαν στο άνοιγμα της πλώρης. Σκούντησα με το αυτόματο τον Έλληνα μηχανικό, που με νόημα μου έδειξε πού κοιμόταν ο Γερμανός. Τον σκούντησα κι αυτόν και μόλις άνοιξε τα μάτια του και είδε το αυτόματο, είπε έντρομος: ¨Εν τάξει, εν τάξει¨, σηκώνοντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. Την ώρα πού γινόντουσαν αυτά, στην πλώρη ο Σμυρλής με τον Αρμένη προσπάθησαν να συλλάβουν τους δυο άλλους Γερμανούς, που κοιμόντουσαν κάτω. Οι Γερμανοί όμως αυτοί αντιστάθηκαν και άρχισαν να πυροβολούν. Είπαμε να τους ρίξουμε μια χειροβομβίδα, αλλά συλλογιστήκαμε το πλήρωμα που θα σκοτωνόταν κι εκείνο μαζί τους. Δέσαμε τότε τον Γερμανό στο κατάρτι και πλησίασα στο άνοιγμα της πλώρης. Το αυτόματό μου, ίσως γιατί τα πυρομαχικά είχαν υγρανθεί, παθαίνει εμπλοκή, και με το πιστόλι πια πυροβόλησα προς το μέρος που, στη λάμψη των πυροβολισμών, νόμιζα πως ήσαν οι Γερμανοί. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματίσω τον έναν στο χέρι και τον άλλον στο πόδι. Σταμάτησαν κάθε αντίσταση, τους βγάλαμε έξω και τους δέσαμε τα τραύματά τους. Μετά, τους φέραμε στην Ερμιόνη, μαζί με το καΐκι του Γκόβερη και τους παραδώσαμε στην τοπική οργάνωση».

Αυτή ήταν η ιστορία, που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Καραμπίνας, με το πιο απλό ύφος, χωρίς το παραμικρό ίχνος περηφάνιας, λες και διηγιόταν μια ασήμαντη ιστοριούλα. Κι όμως, αυτά τα επεισόδια, παρ’ όλο τον προσωπικό και τοπικό χαρακτήρα τους, πρέπει να σημειωθούν και να μείνουν στην Ιστορία, σαν φωτεινά παραδείγματα θάρρους.

 

Να ιδούμε όμως και τι απέγινε το τμήμα εκείνο του ΕΛΑΝ.

 

«Στις αρχές του καλοκαιριού τού 1944, οι Γερμανοί άρχισαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Ξεκίνησαν από την περιοχή του Ναυπλίου και χτενίζοντας κυριολεκτικά τη Ναυπλία έφτασαν και στην Ερμιονίδα. Ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από το 6ο Σύνταγμα ήταν καταυλισμένο στην Πελεή, ένα χωριό κοντά στα Δίδυμα. Το τμήμα αυτό, πιεζόμενο από τις ανώτερες Γερμανικές δυνάμεις, κατεβαίνει ένα απόγεμα στην Κορακιά, επιβιβάζεται στα καΐκια που όπως είπαμε είχαμε πάρει πριν λίγες μέρες στο λιμάνι των Σπετσών και παρ’ όλο τον κίνδυνο να τους αντιληφθούν οι Γερμανοί καταφέραμε, κατά τη διάρκεια της νύχτας, να περάσουμε στη Σαμπατική της Κυνουρίας, παίρνοντας μαζί μας και την ¨Καταδίωξη¨, έτσι λέγαμε το σκάφος του Γκόβερη, γιατί είχε γερή μηχανή. Τους τραυματίες τους βγάλαμε στο Άστρος. Τα ένοπλα τμήματα μόλις πρόλαβαν να σκορπίσουν στους ελαιώνες της Σαμπατικής και του Λεωνιδίου, γιατί ξημερώνοντας ήρθαν τα αεροπλάνα. Μείναμε καμιά δεκαπενταριά μέρες στην Πλάκα. Τότε μας έκαναν οι Γερμανοί μιαν επίθεση με τορπιλακάτους και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να βουλιάξουμε την ¨Καταδίωξη¨, στον Άη Γιώργη, στα Πούληθρα.

Μαζί μας δεν ήρθαν όλοι, μερικοί έμειναν. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος ο Λέκας, ο καπετάν Λευτεριάς, κατέβηκε κι αυτός κάτω στην Κορακιά για να φύγει μαζί με τους άλλους, αλλά την τελευταία στιγμή λέει στον καπετάνιο του τμήματος εκείνου:

– Αποφάσισα να μείνω εδώ και να συνεχίσω από εδώ τον αγώνα.

– Είναι επικίνδυνο αυτό που κάνεις, του λέει ο καπετάνιος, αλλά δεν μπορώ να στο απαγορέψω. Έλα μαζί μας. Πού θα πας; Πού θα κρυφτείς;

– Έχω ανθρώπους να με κρύψουν στις Σπέτσες, είπε και πήδησε στη στεριά.

Έφυγε μέσα στο σκοτάδι, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατο. Αργότερα μάθαμε πως κατέφυγε στις Σπέτσες, στο σπίτι του Αρμένη. Στις Σπέτσες είχε καταφύγει ο Πανουργιάς και άλλοι. Αλλά τα πάθη είχαν εξαγριωθεί κι εκεί. Τον πρόδωσαν τον Λέκα, και αναγκάστηκε να πάει να κρυφτεί μέσα στη σπηλιά του ¨Μπεκίρη¨. Αλλά κι εκεί τον βρήκαν. Αντιστάθηκε όσο είχε πυρομαχικά. Ύστερα παραδόθηκε. Έπειτα από έναν άγριο ξυλοδαρμό, μισοζώντανο τον κρέμασαν μαζί μ’ οκτώ άλλους μπροστά στο Ποσειδώνιο, στη Ντάμπια. Αυτόν, τους τρεις Πασαμητραίους, Άγγελο, Γιώργο και τη γυναίκα του, τον Βασίλη Οικονόμου, τον Δημοσθένη Οικονόμου, και τον Μιχάλη Ευσταθίου, τον ταχυδρομικό Γιάννη Τσιρτσίκο, τον Θάνο τον Κοντοβράκη από το Κρανίδι. Εκείνες τις μέρες κρέμασαν και σκότωσαν κι άλλους στις Σπέτσες. Θυμάμαι τον Δημήτρη τον Φαφούτη, τον Κατσαβίδα, τον Κωσταρίδα, τον καπετάν Αντρέα, που ήταν καπετάνιος ενός από τα καΐκια που είχαμε πάρει, όπως είπαμε παραπάνω.

Γιώργος Σκούρτης  (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη - Παπαθανασίου.

Γιώργος Σκούρτης (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη – Παπαθανασίου.

Ο Πανουργιάς [Γιώργος Σκούρτης]  κρύφτηκε μέσα σ’ ένα άδειο μνημείο στο νεκροταφείο, αλλά έπειτα από 5-6 ημέρες τον ήβραν κι αυτόν και τον σκότωσαν. Δυο άλλους, τον Κακαβούτη και τον Φώτη τον Στρατάκο, τους περιέθαλψε ο τότε Δεσπότης της Ύδρας, αλλά τους πρόδωσαν. Τους μετέφεραν στο Κρανίδι και τους κρέμασαν στην πλατεία για παραδειγματισμό. Του Στρατάκου του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, γι’ αυτό από το αυτοκίνητο που τους έφερε τον έσερναν μέχρι την κρεμάλα. Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν τον απαγχονισμό χωρίς να παίρνουν μέρος. Περιορίστηκαν μόνο να βγάζουν φωτογραφίες.

«Εγώ, με τη γυναίκα μου την Κατίνα, άλλες τέσσερις γυναίκες και οχτώ άντρες», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας, «προσπαθήσαμε από το Λεωνίδιο να φτάσουμε στον Χελμό. Κάπου, όμως, κοντά στην Καρυά του Άργους μας πιάσανε. Μας πήγαν και μας φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Από εκεί ελευθερωθήκαμε όταν έφυγαν οι Γερμανοί. Εμείς, όμως, συνεχίσαμε τον αγώνα. Ξαναπήγα πάλι στην Ερμιόνη, βρήκα άλλα παιδιά, τον Χαρίλαο τον Λάμπουρα, έναν Γιάννη, έναν Χρήστο, και άλλους που δεν τους θυμούμαι πια. Πήραμε ένα καΐκι, του Νίκου του Γκλέζου κι αρχίσαμε να περιπολούμε ανάμεσα [στις] Σπέτσες, όπου είχαν συγκεντρωμένους τους άντρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, και την Κορακιά. Στα Δεκεμβριανά καταφύγαμε στον Γέρακα της Λακωνίας. Από κει περάσαμε στο Άστρος, όπου και παραδώσαμε τον οπλισμό μας».

«Αυτή ήταν η δράση μου στο ΕΛΑΝ», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Αυτά μπόρεσα να κάνω για την πατρίδα μου κι αυτά έκανα. Και γι’ αυτά που έδωσαν 17 χρόνια φυλακή».

Αυτή ήταν, με λίγα λόγια, η σύντομη δράση του ΕΛΑΝ. Λίγο κράτησε, 5-6 μήνες, αλλ’ όταν μια μέρα η ιστορία βάλει τα πράγματα στη θέση τους, το ΕΛΑΝ της Ερμιονίδας θα έχει να παρουσιάσει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της Ελληνικής Αντίστασης.

 

Τάκης Μαύρος

Read Full Post »

Older Posts »