Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Περί της κατάταξης του Δήμου Ερμιόνης (1834 -1914) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

O Δήμος Ερμιόνης σχηματίστηκε σύμφωνα με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου – 10ης Μαΐου 1834 (Φ.Ε.Κ. 19/Α/20.5.1834) «Περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Κατατάχθηκε στην Γ’ κατηγορία με πληθυσμό «χιλίους εβδομήκοντα εννέα (1.079) κατοίκους» και έδρα την Ερμιόνη. Ο δημότης του ονομάστηκε Ερμιονεύς. Στον Δήμο Ερμιόνης ανήκαν, επίσης, το Θερμήσι, το Πλέπι, η Σαμπάριζα, το Μετόχι και η Μονή των Αγίων Αναργύρων, ενώ η σφραγίδα του Δήμου ήταν κυκλική χωρίς έμβλημα.

«Κατά βιβλιάριον έντυπον φέρον ημερομηνίαν 28 Δεκεμβρίου 1836» και υπογραφή «του επί των Εσωτερικών Γραμματέως Δρόσου Μανσόλα κατά την Επικράτειαν Διοικήσεως Δήμοι εν όλω τετρακόσιοι εξήκοντα οκτώ (468). Ο ολικός ούτος των Δήμων αριθμός διηρήτο κατ’ Επαρχίας και Νομούς κατά τον επόμενον πίνακα και έφερον τα ονόματα, άτινα εισί σημειωμένα εν τη αρμοδία σελίδι». [1]

Ο Νομός Αργολίδος είχε πέντε (5) επαρχίες:

α) Ναυπλίας (9 δήμοι),

β) Άργους (15 δήμοι),

γ) Τροιζηνίας (4 δήμοι),

δ) Σπετσών και Ερμιονίδος (4 δήμοι) και

ε) Ύδρας (1 δήμος).

Σύνολο: τριάκοντα τρεις (33) δήμοι.

Με το Β.Δ. της 12ης Ιανουαρίου 1837 ο αριθμός των τετρακοσίων εξήντα οκτώ (468) δήμων της Ελλάδας περιορίστηκε σε διακοσίους εξήκοντα πέντε (265).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το Β.Δ. της 24ης Δεκεμβρίου 1841 (5 Ιανουαρίου 1842), το οποίο δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, [2] τμήμα του Δήμου Διδύμων (Δίδυμο, Καρακάσι, Τσουκαλιά, Λουκαΐτι, Σαλάντι, Καψοσπίτι, η Μονή του Προδρόμου/Σταϋλια) συγχωνεύθηκε στον Δήμο Ερμιόνης, ενώ οι δήμοι του Νομού Αργολίδος μειώθηκαν από τριάντα τρεις (33) σε είκοσι οκτώ (28). [3]

Μετά τη συγχώνευση και την προσθήκη του νέου τμήματος, όπως ήταν φυσικό, ο πληθυσμός του νέου Δήμου αυξήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τον νόμο, έπρεπε ο Δήμος να αλλάξει τάξη και να καταταγεί από την Γ΄ στη Β΄, καθώς υπερέβαινε τους δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους. Η νέα κατάταξη του δήμου, αν και δεν βρίσκεται πουθενά δημοσιευμένη, φαίνεται πως έγινε. Στο υπ’ αριθμ. 1486/10 Μαρτίου 1851 έγγραφο του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κωνσταντίνου Ράδου προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, όπου αναφέρονται τα αποτελέσματα των εκλογών (1851), αναγράφεται η φράση «του άρτι προβιβασθέντος Δήμου Ερμιόνης». [4]

Με το Β.Δ. της 29ης Ιουλίου 1866 (εν Κερκύρα), Φ.Ε.Κ.60/29 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του δήμου Ερμιόνης εις δήμους Διδύμων και Ερμιόνης» ανασυστάθηκε ο Δήμος των Διδύμων και απέσπασε από τον Δήμο Ερμιόνης το τμήμα που είχε συγχωνευθεί σ’ αυτόν το 1841.  Έδρα του μεν Δήμου Διδύμων ορίστηκε η κωμόπολη Δίδυμοι του δε Δήμου Ερμιόνης η κωμόπολη Ερμιόνη (Καστρί), όπως αναφέρεται.

«Αμφότεροι δε κατατάσσονται εις την Γ΄ τάξιν ως έχοντες πληθυσμόν ο μεν δήμος Διδύμων ψυχών χιλίων ενενήκοντα έξη (1.096), ο δε της Ερμιόνης ψυχών χιλίων τετρακοσίων εξήκοντα πέντε (1.465).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το υπ’ αριθμ.480/15 Ιουλίου 1870 έγγραφό του «περί προβιβασμού του δήμου Ερμιόνης εις την Βα  τάξιν [5] προς τον Έπαρχον Σπετσών ο δήμαρχος Ερμιόνης Γεώργιος Καραγιάννης αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Ο δήμος Ερμιόνης και μετά τον ανασχηματισμόν του δήμου Διδύμων έπρεπε να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του [6] ως έχων ψυχάς περισσοτέρας των δύο χιλιάδων (2.000). Απορούμεν πώς (έγινε;) το λάθος τούτο με τον πληθυσμόν» και αναφέρονται «εις το διάταγμα ψυχαί (δήθεν) χίλιαι τετρακόσιαι εξήκοντα πέντε (1.465) εξ ού βεβαίως και υπεβιβάσθη η τάξις του δήμου από την Βαν  εις την Γην  τάξιν».

Στη συνέχεια ζητεί άμεσα τον προβιβασμό του Δήμου στην επόμενη τάξη, αφού έχει δύο χιλιάδες έντεκα κατοίκους (2.011) και καλύπτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του από 27 Δεκεμβρίου 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» νόμου.

Στις 10 Ιανουαρίου 1871 και ενώ το θέμα δεν είχε προωθηθεί από τον Έπαρχο, ακολουθεί το υπ’ αριθμ. 9 έγγραφο του δημάρχου Ερμιόνης Γεωργίου Καραγιάννη προς το Υπουργείο Εσωτερικών για τον όσο το δυνατόν ταχύτερο προβιβασμό του Δήμου. Ο Δήμαρχος διαμαρτύρεται, μάλιστα, προς τον Υπουργό ότι ενώ έχει ενημερώσει τον Έπαρχο για την προαγωγή του Δήμου σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει το θέμα και ούτε έχει λάβει κάποια απάντηση. Παρακαλεί δε τον Υπουργό να μεριμνήσει ώστε να αποκατασταθεί η αδικία, αφού ο δήμος πληροί όλες τις προϋποθέσεις του προβιβασμού του.

Στο ίδιο έγγραφο το οποίο φέρει αριθ. πρωτ. 2390/22 Ιανουαρίου 1871 (προς το Υπουργείο των Εσωτερικών) υπάρχουν τρεις διευκρινιστικές διαδοχικές σημειώσεις, μάλλον του Υπουργού, αναφερόμενες στον πληθυσμό του Δήμου Ερμιόνης κατά τις επίμαχες χρονολογίες (1861 και 1870).[7]

Με το Β.Δ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1871 (Φ.Ε.Κ.6/1872) ο δήμος Ερμιόνης προβιβάζεται στη Βα τάξη «ως έχων πληθυσμόν δύο χιλιάδας εκατόν έντεκα (2.111) κατοίκους κατά τον επίσημον πίνακα του πληθυσμού των Δήμων του Κράτους δημοσιευθέντα εις το υπ’ αριθμ. 23 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως».[8]

Τρεις μήνες νωρίτερα με το Β.Δ. της 5ης Ιουνίου 1871 (Φ.Ε.Κ.47, σελ.331) είχε καθοριστεί και το έμβλημα της σφραγίδας του Δήμου, επιλεχθέν από τον αρχαιολόγο Π. Ευστρατιάδη. [9]  Η σφραγίδα είχε κυκλικό σχήμα, με «άνδρα άγοντα βουν» στο κέντρο και περιμετρικά τις λέξεις «Δήμος Ερμιόνης».

Η Ερμιόνη παρέμεινε ως Δήμος μέχρι το 1914, καθώς αναβλήθηκαν οι δημοτικές εκλογές του 1912 λόγω της κήρυξης των Βαλκανικών Πολέμων. Ήδη, είχε ψηφιστεί ο νέος νόμος ΔΝΖ΄(4057) της 14ης Φεβρουαρίου 1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων».

Σύμφωνα λοιπόν με το Β.Δ. που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.282/31 Αυγούστου 1912 §4 «Περί αναγνωρίσεως δήμων και κοινοτήτων εν τω Νομώ Αργολίδος και Κορινθίας» αναγνωρίστηκε η Ερμιόνη ως Κοινότητα «έχουσα υπέρ τους τριακοσίους (300) κατοίκους και σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως».

Με το ίδιο Φ.Ε.Κ.§6 «Περί προσαρτήσεως εις τον δήμον και τας κοινότητας του νομού Αργολίδος και Κορινθίας συνοικισμών του νομού τούτου» προσαρτήθηκαν στην Κοινότητα Ερμιόνης «ο συνοικισμός Θερμησία (πρώην Δήμου Ερμιόνης) και η Μονή των Αγίων Αναργύρων (πρώην Δήμου Ερμιόνης)».

Αξιοσημείωτο είναι πως το ανωτέρω Β.Δ. φέρει την υπογραφή του Υπουργού των Εσωτερικών Εμμανουήλ Ρέπουλη από το Κρανίδι. Η Ερμιόνη ως Κοινότητα διατηρήθηκε μέχρι και το έτος 1994.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34, αρ. 928.

[2] Γ.Α.Κ. Οθωνικό αρχείο Υπουργείο Εσωτερικών, Φ.102.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34 «Δήμοι Αργολιδοκορινθίας τεσσαράκοντα πέντε (45) (28 και 17)».

[4] Γ.Α.Κ. «Αρχείο Γραμματείας Εσωτερικών», Φακ. 1411 (Η φράση αυτή, κατά τη γνώμη μας, δεν θα μπορούσε να σημαίνει άλλο παρά «τον προβιβασμόν» του δήμου στην επόμενη τάξη, εκτός αν εννοούσε, πράγμα απίθανο, αποκλειστικά τη γεωγραφική του επέκταση).

[5] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», Φακ. 1596, Περίοδος Γεωργίου Α’.

[6] Η φράση του εγγράφου έπρεπε «να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του» νομίζω πως ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψή μας ότι ο Δήμος Ερμιόνης από το 1850 – 1866 ανήκε στη Β΄ τάξη.

[7] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», φακ.1596, Περίοδος Γεωργίου Α΄.

[8] Θεοδόσης Απ. Γκάτσος – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης: «Ποιος ήταν ο Δήμαρχος Ιωάννης Γεωργ. Οικονόμου;», Άρθρο στο περιοδικό «στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» τεύχ. 22, Μάρτιος 2018.

[9] Αρχαιολογική Εταιρεία, αρχ. Π.Ε. αριθμ. Πρωτ. Γ.Ε. αρχαιοτήτων 943.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Η Πελοπόννησος κατά την πρώτη Οθωμανοκρατία (1460-1688) – Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος


 

[…] Οι πρώτες οθωμανικές επιδρομές στην Πελοπόννησο αναφέρονται το 1387-1388 υπό την αρχηγία του Γαζή Εβρενός μπέη. Το 1387 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1384-1407) ζήτησε τη συνδρομή του Εβρενός εναντίον της Εταιρείας των Ναυαραίων. Γρήγορα όμως ο Οθωμανός πολέμαρχος άλλαξε στρατόπεδο και το 1395 τάχθηκε στο πλευρό του Κάρλο Τόκκο (1381-1429) εναντίον του Θεοδώρου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Οθωμανοί πέρασαν από το αναγνωριστικό στάδιο στη γνώση της πελοποννησιακής πολιτικής κατάστασης και γεωγραφίας. Ακολούθησαν οκτώ οθωμανικές επιθέσεις: 1395, 1397, 1423, 1431, 1446, 1453, 1458 και 1460. Κάποιες από αυτές είχαν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στην οικονομία και τη δημογραφία της Πελοποννήσου.

Το 1397 ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Α’ (1389-1402) έστειλε στην Πελοπόννησο τον Εβρενός μπέη και τον Γιακούμπ πασά επικεφαλής στρατεύματος εξήντα χιλιάδων ανδρών. Οι Οθωμανοί κατεδάφισαν το τείχος του Εξαμιλίου στην Κόρινθο και έπειτα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Ο Γιακούμπ πασάς δήωσε το Άργος και έστειλε χιλιάδες αιχμαλώτους στη Μικρά Ασία. Το δεύτερο τμήμα, υπό τις εντολές του Εβρενός, λεηλάτησε τις βυζαντινές περιοχές ως τη Μεθώνη και την Κορώνη.

Οι δυνάμεις του Θεοδώρου υπέστησαν ήττα στο Λεοντάρι. Το 1423, σε επίθεσή του, ο Του- ραχάν μπέης κατέστρεψε το τείχος του Εξαμιλίου, που είχε εν τω μεταξύ ανοικοδομηθεί το 1415 από τον Μανουήλ Β’ (1391-1425), και συνέχισε τις δηώσεις στον Μυστρά, το Λεοντάρι, το Γαρδίκι και τη Δαβία. Μετά την αποχώρησή του, οι Βυζαντινοί ηγεμόνες της Πελοποννήσου, Κωνσταντίνος με έδρα το Χλεμούτσι, Θωμάς στα Καλάβρυτα και Θεόδωρος στον Μυστρά, δεν κατάφεραν να δράσουν εν ομονοία. Το 1432 πέθανε ο τελευταίος πρίγκιπας της Αχαίας Κεντυρίων Ζαχαρίας (1404-1430) και μαζί του έδυσε και το φραγκικό πριγκιπάτο.

Μουράτ Β’, σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1421-1444, 1446-1451).

Το 1444 ο Κωνσταντίνος επισκεύασε το Εξαμίλιο και επιτέθηκε στο δουκάτο των Αθηνών που βρισκόταν υπό την προστασία των Οθωμανών. Ως συνέπεια, ο Μουράτ Β’ (1421-1444, 1446-1451) επέδραμε κατά της εξ ολοκλήρου βυζαντινής πλέον Πελοποννήσου και πήρε περισσότερους από εξήντα χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο Κωνσταντίνος και ο Θωμάς ήταν πλέον φόρου υποτελείς στον σουλτάνο. Το 1449 ο Κωνσταντίνος αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη ως διάδοχος του θρόνου, καθώς ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος (1425-1448) είχε αποβιώσει άτεκνος. Η Πελοπόννησος πλέον διοικείτο από τους αδελφούς του Θωμά και Δημήτριο. Συνεχίζοντας την ανταγωνιστική τους σχέση ο Δημήτριος αποτάθηκε στους Οθωμανούς ενώ ο Θωμάς στους Λατίνους. Το 1453 ο Ομέρ μπέης, γιος του Τουραχάν, εστάλη για να διευθετήσει το ζήτημα της αλβανικής εξέγερσης στην Πελοπόννησο. Μετά την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας του, οι Αλβανοί αναγνώρισαν τους Βυζαντινούς δεσπότες και ο Θωμάς με τον Δημήτριο συμφώνησαν να αποδίδουν στον σουλτάνο φόρο 12.000 χρυσών νομισμάτων ετησίως.

Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

Επειδή όμως υστέρα από τρία χρόνια ο Μωάμεθ Β’ (1444-1446, 1451-1481) δεν είχε ακόμη λάβει τα οφειλόμενα από την Πελοπόννησο, ααποφάσισε να ηγηθεί ο ίδιος εεκστρατείας στη νότια Ελλάδα. Την 15η Μαίου 1458 στρατοπέδευσε έξω από την Κόρινθο. Μετά από πάροδο τεσσάρων μηνών ο Ματθαίος Ασάν συνθηκολόγησε και παρέδωσε την πόλη.Σύμφωνα με τη συνθήκη εεξασφαλίζονταν οι περιουσίες των Κορινθίων, τα κατακτηθέντα εδάφη (ένα τρίγωνο στη βόρεια Πελοπόννησο, περίπου το ένα τρίτο της έκτασής της) ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ τα εναπομείναντα κάστρα ανήκαν στους Θωμά και Δημήτριο, οι όποιοι ήταν υπόχρεοι φόρου 3.000 χρυσών νομισμάτων ετησίως έκαστος. Τέλος, ο σουλτάνος ααναλάμβανε να συνδράμει τους δυο ηγεμόνες σεπερίπτωση εεξωτερικής επίθεσης.

Το 1458 ο Μωάμεθ Β’ ίδρυσε το σαντζάκι του Μόρια και διόρισε τον Ομέρ μπέη σαντζάκμπεη. Την επόμενη χρονιά ο Θωμάς δεν τήρησε τη συμφωνία και με την υποστήριξη των Αλβανών του εεπιτέθηκε κατά του Δημητρίου και των Οθωμανών στο πλευρό του δεύτερου τάχθηκαν ο Ματθαίος Ασάν και ο Ζαγανός πασάς. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, ο Μωάμεθ αποφάσισε το 1460 να ηγηθεί άλλης μιας εκστρατείας στην Πελοπόννησο, που αποδείχθηκε καθοριστική για την οθωμανική κατάληψη. Ακολούθησε τη διαδρομή Κόρινθος, Άργος, Μυστράς, Καστρίτσι, Γαρδίκι, Λεοντάρι, Πύλος, Χλεμούτσι, Σανταμέρι, Σαλμενίκο. Την 30η Μαΐου 1460 ο Δημήτριος παρέδωσε τον Μυστρά στους Οθωμανούς και υπό την προστασία του σουλτάνου εγκαταστάθηκε στον Αίνο της Θράκης. Ο αδελφός του Θωμάς αιτήθηκε ασύλου στη Ρώμη.

Πορτραίτο του Γενουάτη ναυάρχου Τζαν Αντρέα Ντόρια (Gian Andrea Doria), έργο του Sebastiano del Piombo, (Villa del Principe – Genoa, Italy).

Η Πελοπόννησος αποτέλεσε τμήμα των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έκτος των Μεθώνης, Κορώνης, ’Αργους και Ναυπλίου που παρέμεναν υπό βενετικό έλεγχο. Μέσα σ’ έναν αιώνα ολοκληρώθηκε η κατάκτηση: το Άργος κυριεύτηκε το 1463, η Μεθώνη και η Κορώνη το 1500, το Ναύπλιο και η Μονεμβασία το 1540. Αυτά τα γεγονότα θα πρέπει να εεξετάζονται εντός του πλαισίου των βενετοτουρκικών πολέμων: α) 1463- 1479, β) 1499-1503, γ) 1537-1541. Η οθωμανική εξάπλωση στην ανατολική Μεσόγειο άλλαζε φυσικά τις πολιτικές και εμπορικές ισορροπίες στην Ευρώπη. Ένα γεγονός που γέννησε στους Πελοποννήσιους ελπίδες απελευθέρωσης ήταν η αποστολή της αρμάδας του Ισπανού αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ στην Πελοπόννησο, υπό τις διαταγές του Γενουάτη ναυάρχου Τζαν Αντρέα Ντόρια [Gian Andrea Doria] το 1532-1534. Ο δυτικός στόλος κατόρθωσε να ααποσπάσει από τους Οθωμανούς τα κάστρα της Κορώνης, της Πάτρας, του Ρίου, του Αντιρρίου και της Πύλου. Μεταξύ του ελληνικού πληθυσμού φημολογείτο ότι ο Κάρολος Ε’ σκεφτόταν σοβαρά να οργανώσει εκστρατεία κατά των Οθωμανών. Πολλοί Πελοποννήσιοι έσπευσαν να συνδράμουν τους Λατίνους. Στην πραγματικότητα το κίνητρο του Ισπανού αυτοκράτορα ήταν να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις οθωμανικές επιθέσεις στη Βιέννη, να διακόψει την ακτοπλοϊκή σύνδεση Κωνσταντινούπολης- Αλγερίου και να εξασφαλίσει μόνιμες βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο. Τα ισπανικά συμφέροντα, ωστόσο, δεν συνέπιπταν με τα βενετικά. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία περισσότερο προσπαθούσε να προστατέψει τις εμπορικές της βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο παρά να ακολουθήσει ιμπεριαλιστική πολιτική. Οι Βενετοί υπέγραψαν συνθήκη με τους Οθωμανούς και τους παρέδωσαν το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία (1540). Αυτό σήμανε και τη λήξη της ισπανικής περιπέτειας στην Πελοπόννησο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την πρώτη Οθωμανοκρατία (1460-1688)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Οικισμοί στην περιοχή Αραχναίου (Χελιού)


 

Οικισμός Αμαριανού – Οικισμός Γκάτζιας – Οικισμός Δεσκλιά – Οικισμός Κατσαβαίϊκα – Το χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι) – Οικισμοί στο Οροπέδιο του Αραχναίου που δεν υπάρχουν σήμερα.

 

 Οικισμός Αμαριανού

 

Ξεκινώντας από το Αραχναίο (Χέλι) για το Άργος, αφού διασχίσουμε την ορεινή περιοχή, φθάνουμε στη θέση Σκάλα και από εκεί με δρόμο που είναι όλο στροφές κατηφορίζουμε και μπαίνουμε σε μια κοιλάδα που αποτελεί την είσοδο στον Αργολικό Κάμπο. Η κοιλάδα αυτή σήμερα είναι μια αναπτυσσόμενη γεωργική περιοχή που στο μεγαλύτερο μέρος της ανήκει στους κατοίκους του Χελιού. Οι Χελιώτες πήραν τα κτήματα αυτά που ήσαν Μοναστηριακά μετά το 1932, αφού απαλλοτριώθηκαν από τη Μονή Ταλαντίου και από τότε άρχισε η συστηματική καλλιέργεια αυτών. Η περιοχή αυτή σήμερα λέγεται Αμαριανός. Οι Χελιώτες όταν έγιναν κύριοι της περιοχής αυτής άρχισαν εντατική καλλιέργεια.

Επειδή όμως τα κτήματα τους αυτά βρισκόντουσαν μακριά από τη μόνιμη κατοικία τους το Χέλι (Αραχναίο) που βρισκόταν δύο με δύο και μισή ώρες πεζοπορία μακριά για να διευκολυνθούν στην καλλιέργεια αυτών έκτισαν εκεί στην αρχή μικρά σπιτάκια τα οποία χρησίμευαν σαν πρόχειρες κατοικίες μόνο για τις περιόδους καλλιέργειας της περιοχής και για να διαφυλάξουν τα γεωργικά τους εργαλεία. Σιγά-σιγά τα μικρά αυτά σπιτάκια αντικαταστάθηκαν με άλλα μεγάλα, έγιναν κανονικά σπίτια και οι καλλιεργητές εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε αυτά, αφού στο μεταξύ είχαν αγοράσει και άλλα κτήματα από τους κατοίκους της Μηδέας που και αυτοί τα είχαν πάρει από το κράτος, αλλά επειδή ήσαν μακριά από το χωριό τους, τα πούλησαν, αφού φυσικά στο χωριό τους είχαν καλύτερα χωράφια. Έτσι δημιουργήθηκε εκεί ένας καινούργιος οικισμός που πήρε και αυτός το όνομα Αμαριανός και που σήμερα αριθμεί περί τους εκατό και πλέον κατοίκους. Η περιοχή του Αμαριανού θεωρείται πλέον μια πολύ εύφορη περιοχή στην οποία καλλιεργούνται κυρίως η ελιά, αλλά και άλλες δενδροκαλλιέργειες, εσπεριδοειδή βερικοκιές κ.λπ.

Την κοιλάδα του Αμαριανού διασχίζουν πολλά ρέματα στα οποία πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρχε τρεχούμενο νερό όλο το χρόνο περισσότερο βέβαια το χειμώνα και λιγότερο το καλοκαίρι. Μετά όμως τον πόλεμο τα νερά αυτά άρχισαν να λιγοστεύουν μέχρι που το καλοκαίρι σταματούσαν τελείως, σιγά-σιγά δε το τρεχούμενο αυτό νερό χάθηκε παντελώς. Το γεγονός αυτό οφείλεται και στις ανομβρίες που παρατηρήθηκαν τα τελευταία χρόνια, αλλά κυρίως στην αλόγιστη άντληση των υπογείων υδάτων του Αργολικού κάμπου που τροφοδοτείται κυρίως από τα υπόγεια νερά των γύρω ορεινών περιοχών και έτσι σταμάτησαν τελείως οι πηγές του Αμαριανού.

Κοντά στον οικισμό του Αμαριανού υπάρχουν ερείπια κτισμάτων και εμφανή ερείπια από έναν υδρόμυλο που λειτουργούσε στην περιοχή εκείνη. Αυτά σημαίνουν ότι πολύ παλαιότερα στα ρέματα του Αμαριανού κυλούσε αρκετό νερό, τουλάχιστο για να μπορεί να κινεί νερόμυλο και ακόμη ότι στην περιοχή αυτή ίσως γα υπήρχε και οικισμός, που είναι όμως άγνωστα τα αίτια της παρακμής αυτού και για μεγάλη περίοδο δεν υπήρχε ζωή στην περιοχή αυτή παρά μόνο το καλοκαίρι που κατέβαιναν από το Χέλι τσοπάνηδες με τα γίδια τους για πότισμα.

Βόρεια-Βορειοανατολικά του Αμαριανού υπάρχει ορεινή περιοχή Τούρμιζα (Τymeza) που σημαίνει το πλήθος, ο όχλος στα Λατινικά ) και ίσως η περιοχή αυτή να είναι εκείνη που μνημονεύουν τα Βενετικά αρχεία, σαν τόπο συγκέντρωσης των Αρβανιτών προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί από τον Αργολικό κάμπο κατά τον Τουρκοβενέτικο πόλεμο (1463-1469) και από εκεί άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους γηγενείς Χελιώτες για την εγκατάσταση του μόνιμα στο Χέλι.

Ο Αμαριανός απέχει 16 περίπου χιλιόμετρα από το Ναύπλιο και ανήκει στο δήμο Ναυπλιέων.

 

Οικισμός Γκάτζιας

 

Ο οικισμός της Γκάτζιας βρίσκεται σε ύψωμα του Αραχναίου σε μια γωνιά στην κοιλάδα του Αμαριανού και στο δημόσιο δρόμο που συνδέει τo Χέλι με το Ναύπλιο που περνά και από τον Άγιο Δημήτριο. Από τον οικισμό αυτόν είναι ορατός ολόκληρος ο Αργολικός κάμπος, ο Αργολικός κόλπος και η Κυνουρία.

 

Το όρος Αραχναίο σε φωτογραφία, περίπου του 1937, από το Νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο & Ινστιτούτο Πανεπιστημίου Κολωνίας.

 

Για τη δημιουργία του οικισμού της Γκάτζιας υπάρχουν δυο εκδοχές που και οι δυο όμως συνδέονται με την Γκάτζια Αττικής το σημερινό Καμπά.

Η πρώτη εκδοχή λέει ότι τον οικισμό αυτόν τον ίδρυσαν οι Βενετοί οι οποίοι μετέφεραν πληθυσμό από την Γκάτζια της Αττικής την οποία κατείχαν κατά το διάστημα 1394-1402 και είχαν συγκεντρώσει εκεί πολλούς πολεμιστές Αρβανίτες για να ελέγχουν τον αυχένα Υμηττού-Πεντέλης και που ο έλεγχος αυτός συνέβαλε πάρα πολύ στη άμυνα της Αθήνας από τους Βενετούς με την βοήθεια των μισθοφόρων Αρβανιτών. Ειδικότερα πιστεύεται ότι κατά το έτος 1396 ο εξουσιαστής και Καπετάνιος του Άργους Αλμπάνο – Κονταρίνι, γόνος μεγάλης Βενετικής οικογένειας, που μετατέθηκε από την Αθήνα στην Αργολίδα,μετέφερε συγχρόνως και μέρος των κατοίκων της Κάτζιας Αττικής στην νέα επαρχία του την Αργολίδα και τους εγκατέστησε στη σημερινή Κάτζια.

Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι συνέβη ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή η Γκάτζια Αττικής να προήλθε από μετοίκηση των κατοίκων της Γκάτζιας Αργολίδας, όπως ακριβώς έγινε ο εποικισμός και πολλών άλλων χωρίων της Αττικής από την μετακίνηση Αρβανιτών από την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την Αργολίδα. Αν πράγματι συμβαίνει το δεύτερο θα πρέπει να ερευνηθεί πότε ιδρύθηκε ο οικισμός αυτός στην Αργολίδα και που οφείλεται η ονομασία αυτού. Στην περίπτωση αυτή η ονομασία της Γκάτζιας πιθανόν να οφείλεται στον Νέριο-Ατζεόλη ο οποίος πρώτος το 1336 περίπου θα εγκατέστησε σε αυτήν την ακραία περιοχή της επικράτειας του, Αρβανίτες σαν φύλακες των συνόρων της επικράτειας. Η δεύτερη αυτή εκδοχή ίσως είναι και η επικρατέστερη.

Οι σημερινοί κάτοικοι της Γκάτζιας είναι οι περισσότεροι Αρκάδες που έχουν εγκατασταθεί εκεί τα τελευταία χρόνια λίγο πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και οι οποίοι είχαν έλθει σαν τσοπάνηδες και κατ’ αρχάς έμεναν στη Γκάτζια μόνο τους χειμερινούς μήνες, αλλά σιγά-σιγά έγιναν μόνιμοι κάτοικοι αυτής. Εκτός από τους Αρκάδες υπάρχουν στη Γκάτζια και Αρβανίτες που προέρχονται από το Αραχναίο (Χέλι).

Γκάτζια βρίσκεται 30 χιλιόμετρα  από την Παλιά Επίδαυρο, στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Αραχναίου και ανήκει στο Δήμο Επιδαύρου].

 

Οικισμός Δεσκλιά

 

Ο Δεσκλιάς σήμερα είναι μικρός οικισμός και βρίσκεται στο δρόμο που ξεκινάει από το Αραχναίο (Χέλι) και κατευθύνεται στο Παλαιολυγουριό, τοποθεσία με ελαιώνες που ανήκουν κυρίως σε Χελιώτες και από εκεί καταλήγει στο Λυγουριό. Ο Δεσκλιάς απέχει από το Χέλι περίπου 6-7 χιλιόμετρα. Οι κάτοικοι του Δεσκλιά μέχρι πριν λίγα χρόνια ήσαν αποκλειστικά τσοπάνηδες από το Χέλι, σήμερα όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο Λυγουριό και μόνο εποχικά ανεβαίνουν στο Δεσκλιά. Στο Δεσκλιά υπάρχουν και παλαιά κτίσματα, όπως επίσης και ερείπια από πολύ παλαιά κτίσματα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι οικισμός νέος, αλλά ότι υπήρχε στην ίδια τοποθεσία οικισμός και σε παλαιότερες εποχές. Η παράδοση πράγματι αναφέρει ότι εκεί υπήρχε παλαιός οικισμός.

Πιστεύεται ότι από τον Δεσκλιά περνούσε δρόμος που συνέδεε την περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου με την περιοχή του Λυγουριού και ότι ο ίδιος δρόμος από το οροπέδιο του Αραχναίου ακολουθούσε την κοίτη του χειμάρρου που είχε κατεύθυνση τον Αμαριανό και από εκεί διέσχιζε και τον Αργολικό κάμπο, καθόλου δε απίθανο να υπήρχε επικοινωνία των Μυκηνών και της Αρχαίας Επιδαύρου με αμαξιτό δρόμο Μυκήνες-Αμαριανός-Χέλι-Δεσκλιάς-Παλαιό Λυγουριό- Λυγουριό- Αρχαία Επίδαυρος.

Ο Δεσκλιάς αναφέρεται και από τον Γερμανό περιηγητή GRASBERGER στο βιβλίο του ΟRTSΝΑΜΕΝ (σελίδα 238), αναφέρεται όμως ως Δασκύλιον και η περιοχή ολόκληρη Δασκυλίτιδα, ίσως δε η ονομασία αυτή να προέρχεται από τη λέξη Δασκέλατον που ταιριάζει στα δάση από πουρνάρια που πυκνά υπήρχαν κάποτε στην περιοχή εκείνη.

Οικισμός Κατσαβαίϊκα

 

Προχωρώντας από το Δεσκλιά προς το Παλαιολυγουριό-Λυγουριό και λίγο πριν φθάσουμε στο Παλαιολυγουριό στη Νότια πλαγιά της οροσειράς του Αραχναίου, συναντάμε έναν άλλο οικισμό, νεώτερο του Δεσκλιά, στον οποίο κατοικούν οικογένειες με το επώνυμο Γεώργας και το παρεπώνυμο Κοτσοβαίοι. Είναι οικισμός που έχει δημιουργηθεί από κατοίκους του Δεσκλιά και επομένως και αυτοί Χελιώτες, όπως και οι κάτοικοι του Δεσκλιά και οι οποίοι παλαιότερα ήσαν όλοι τσοπάνηδες, σήμερα όμως οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκατασταθεί στο Λυγουριό, διατηρούν όμως και τις κατοικίες τους στον οικισμό, όπου εποχιακά μένουν και εκεί, κυρίως όσοι από αυτούς ασχολούνται ακόμα με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, καλλιεργώντας τα κτήματα τους που βρίσκονται στο Παλαιολυγουριό.

 

Το Χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι)

 

Τα τελευταία χρόνια πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ιδρύθηκε ένας καινούργιος οικισμός του Χελιού (Αραχναίου) που είχε πάρει το όνομα Μετόχι και ήταν ακριβώς εκεί που σήμερα βρίσκεται η Κοινότητα του Αγίου Δημητρίου. Ολόκληρη η περιοχή του σημερινού Αγίου Δημητρίου που καλλιεργείται, αλλά και η άγρια περιοχή αυτού, παλαιότερα ήταν περιουσία του Μοναστηρίου Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά) και χρησιμοποιείτο σαν βοσκότοπος κυρίως, υπήρχαν μονό και μερικές έκτασης με ελαιόδεντρα (Λιοστάσια).

 

Χάρτης

 

Το 1932 η περιοχή αυτή απαλλοτριώθηκε από το κράτος και στη συνεχεία μοιράσθηκε σε ακτήμονες κατοίκους του Χελιού (Αραχναίου), του Κατσιγκρίου (Αγίου Ανδριανού) και των Μπρουτζαίικων (Αρκαδικού). Εκατό περίπου οικογένειας ακτημόνων από το χέλι πήραν εκεί γεωργικό κλήρο από 40- 60 στρέμματα τα οποία όμως όλα ήσαν ρουμάνια από σκοίνα και πουρνάρια και αμέσως άρχισε η αξιοποίηση αυτών. Εκατοντάδες Χελιώτες εγκαταστάθηκαν εκεί σε πρόχειρες καλύβες που έκτισαν σχεδόν μόνοι τους και άρχισαν αμέσως εργασία για να αξιοποιήσουν τις εκτάσεις που πήραν.

Με τα ξινάρια άρχισαν να εκχερσώνουν τον κλήρο τους και σιγά – σιγά από τα ρουμάνια άρχισαν να δημιουργούνται εύφορα χωράφια συγχρόνως δε αξιοποιούσαν και τα κούτσουρα των θάμνων που ξερίζωναν αλλά και τα χοντρά ξύλα από αυτά, μεταποιώντας όλα σε ξυλοκάρβουνα φτιάχνοντας ειδικά καμίνια και έτσι δημιούργησαν και ένα πρώτο εισόδημα από την καινούργια τους περιουσία. Για αρκετά χρόνια εργάστηκαν έτσι σκληρά όλοι αυτοί οι κάτοικοι του χωριού μαζί με τις οικογένειες τους και κατάφεραν ολόκληρη αυτή την περιοχή να την μετατρέψουν σε μια μεγάλη καλλιεργήσιμη έκταση.

Στις εκτάσεις που εκχερσώνανε, υπήρχαν και αγριελιές τις οποίες αφήναν ανέπαφες, αργότερα τις κέντρωναν και κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ελαιώνες σε διάφορες περιοχές οι οποίοι πύκνωναν με τον καιρό αφού οι κάτοικοι φύτευαν καινούργια ελαιόδεντρα.

 

Ο Άγιος Δημήτρης από τη Καζάρμα. Φωτογραφία: Πολιτιστικός Σύλλογος Αγίου Δημητρίου.

 

Μεσολάβησε ο δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η κατοχή όπου η ανάπτυξη της περιοχής αυτής επιβραδύνθηκε κάπως για να ξαναρχίσει εντονότερα μετά την απελευθέρωση το 1945. Ολόκληρη αυτή η περιοχή των έξι χιλιάδων στρεμμάτων μετατράπηκε σε μια απέραντη καλλιεργούμενη έκταση όπου σημαντικό μέρος αυτής κατείχαν οι ελαιώνες και που σιγά- σιγά δημιουργήθηκαν και άλλες καλλιέργειες κυρίως ειδικής ποικιλίας βερικοκιάς που κυριάρχησε στην περιοχή αυτή για μερικές δεκαετίες και που απέφερε σημαντικό εισόδημα στους κατοίκους της περιοχής.

Επακόλουθο όλων αυτών των δραστηριοτήτων των κατοίκων ήταν να αναπτυχθεί πολύ γρήγορα και ο εκεί οικισμός των κατοίκων που στην αρχή πήρε το όνομα «Μετόχι».  Πολύ γρήγορα άρχισαν να ξεφυτρώνουν διώροφα και σύγχρονα σπίτια σε όλη την έκταση του οικισμού που είχε δημιουργηθεί βάσει σχεδίου που είχε εφαρμοστεί από την αρχή.

Οι οικονομικές δραστηριότητες διαδέχονται η μια την άλλη δημιουργούνται επιχειρήσεις διάφορες ανοίγουν καταστήματα οι καλλιέργειες αναπτύσσονται ραγδαία γίνονται γεωτρήσεις αρκετές και πολλές γεωργικές εκτάσεις μετατρέπονται σε αρδευόμενες με τις κατάλληλες καλλιέργειες. Όλη η περιοχή παίρνει μια άλλη όψη. Ο κόσμος μεγαλώνει εξωραΐζεται και γίνεται πλέον ανεξάρτητη Κοινότητα που παίρνει το όνομα «Άγιος Δημήτριος» από την εκεί κοντά βρισκόμενη Μονή του Αγίου Δημητρίου (Καρακαλά).

 

Το Χωριό Άγιος Δημήτριος (Μετόχι)

 

Ο πληθυσμός αυξάνεται συνεχώς με την μετανάστευση εκεί και άλλων κατοίκων του Χελιού οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί και αποκτούν και αυτοί περιουσιακά στοιχεία, είτε αγοράζοντας κτήματα από τους κατοίκους του Αγίου Αδριανού (Κατσιγκρίου), οι οποίοι τα πούλησαν επειδή ήσαν μακριά από το χωριό τους και συναντούσαν δυσκολίες στην καλλιέργεια αυτών είτε ακόμα από την ανακατανομή των κτημάτων των ιδίων των κατοίκων του Αγίου Δημητρίου με την δημιουργία νέων οικογενειών από επιγαμίες με κατοίκους του Χελιού, έτσι που ο πληθυσμός του Αγίου Δημητρίου σήμερα να υπερβαίνει τους χίλιους κατοίκους [925, απογραφή του 2001,  μαζί με τον οικισμό της Γκάτζιας], παρά το γεγονός ότι πολλοί από τους κατοίκους έχουν φύγει και έχουν εγκατασταθεί σε διαφορά άλλα μέρη, κυρίως στην Αθήνα.

Ο Άγιος Δημήτριος  βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί από το Ναύπλιο στο Λυγουριό, απέχει 10 λεπτά περίπου από το Ναύπλιο και ανήκει στον δήμο Επιδαύρου της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας.

 

Οικισμοί στο Οροπέδιο του Αραχναίου που δεν υπάρχουν σήμερα

 

 

Στη Μεσαιωνική εποχή, τόσο στο οροπέδιο του Αραχναίου όσο και στις υπώρειες γύρω από αυτό, εκτός από το χωριό Χέλι και τέσσερις οικισμούς που υπάρχουν και σήμερα ακόμα, υπήρχαν και άλλοι οικισμοί που σήμερα δεν υπάρχουν πλέον. Τέτοιοι οικισμοί ήσαν:

  1. Οικισμός στα Φράκια
  2. Οικισμός στη Χώριζα
  3. Οικισμός στη Βίλια και στη Βίλιζα
  4. Οικισμός αγνώστου ονόματος και
  5. Οικισμός*αγνώστου ονόματος επίσης

 

Οικισμός Φράκια

 

Ο οικισμός Φράκια βρισκόταν στο δρόμο που σήμερα ενώνει το χωρίο Αραχναίο με το χωριό Αγγελόκαστρο και σε απόσταση τέσσερα περίπου χιλιόμετρα από το χωριό Αραχναίο. Σήμερα η περιοχή Φράκια είναι μια εκτεταμένη καλλιεργήσιμη έκταση, στην οποία υπάρχουν και πολλά πηγάδια. Στα πηγάδια αυτά πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο ποτίζονταν το καλοκαίρι, αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα που έβοσκαν στην περιοχή εκείνη, αλλά και σήμερα ακόμα υπάρχει σημαντικός αριθμός από μικρά ζώα τα οποία βόσκουν και ποτίζονται εκεί. Στην ίδια περιοχή καλλιεργούνται ακόμα και σήμερα αρκετά στρέμματα με αμπέλια.

Στον οικισμό αυτόν υπήρχε και εκκλησία η Αγία Παρασκευή, τα ερείπια της οποίας σώζονταν μέχρι τα πρόσφατα χρόνια. Σήμερα επάνω στα ερείπια αυτής της εκκλησίας έχει κτιστεί μικρός Ναΐσκος αφιερωμένος στην ίδια Αγία, ο οποίος και λειτουργείται συχνά από τους πιστούς του σημερινού Αραχναίου. Δεν ξέρω όμως αν το Ναΐδριο αυτό έχει την ίδια μορφή που είχε η ερειπωμένη εκεί Εκκλησία.

Ο οικισμός αυτός πιθανότατα να ήταν οικισμός αρβανιτών από τους πρώτους που εγκαταστάθηκαν στο οροπέδιο του Αραχναίου γύρω στο 1463 μ.Χ. και που ίσως οι γηγενείς τότε κάτοικοι του Χελιού να τους παραχώρησαν αυτήν την τοποθεσία για την εγκατάσταση τους. Η ονομασία δε Φράκια πιθανόν να προέρχεται από την ονομασία FRAG που σημαίνει τσουχτερό κρύο.

Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή ο οικισμός αυτός να ήταν οικισμός στρατιωτών οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Δελαρός και ήσαν φύλακες του δρόμου από τον Γκύκλο προς το Αγγελόκαστρο.

 

Οικισμός Χώριζα

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν Ανατολικά του σημερινού Αραχναίου σε απόσταση δύο-τριών χιλιομέτρων περίπου. Στη τοποθεσία αυτή σήμερα βρίσκονται μόνο σωροί από πέτρες διαφόρων μεγεθών που στα Αρβανίτικα λέγονται «Γκρμάδες» και που δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ότι έχει απομείνει από τα ερείπια των σπιτιών που ήσαν εκεί κτισμένα.

«Χώρα» στα Αρβανίτικα σημαίνει πόλη ή μεγάλος οικισμός και «Χώριζα», σημαίνει μικρός οικισμός ή προάστιο του μεγάλου οικισμού και συνεπώς η Χώριζα ήταν προάστιο του Χελιού.

Κοντά στον οικισμό αυτό μεταγενέστερα είχαν κτισθεί δύο ανεμόμυλοι που στην τελευταία περίοδο της λειτουργίας τους ανήκαν στον Αθανάσιο Πασπαλιάρη ή Θανάσ-Μυλωνά όπως συνηθιζόταν να λέγεται από τους συγχωριανούς του Χελιώτες.

Σήμερα οι ανεμόμυλοι αυτοί υπάρχουν ακόμη ερειπωμένοι βέβαια και φυσικά εκτός λειτουργίας, αφού οι μεγάλες πέτρες έχουν μεταφερθεί από πολλά χρόνια στο χωριό και χρησιμοποιήθηκαν εκεί από άλλον Μυλωνά που διατηρούσε μηχανοκίνητο Μύλο και λειτουργούσε μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

 

Οικισμός Βίλια και Βίλιζα

 

Οι δύο αυτοί οικισμοί βρίσκονται στις ομώνυμες τοποθεσίες Νότια του Φρουρίου Γκύκλος. Τα τοπωνύμια Βίλια και Βίλιζα οφείλουν τις ονομασίες, τους στους Αλβανούς στρατιώτες που είχε φέρει ο Θεόδωρος Παλαιολόγος και παράγονται και τα δύο από την Αρβανίτικη λέξη Βίγλα που σημαίνει παρατηρητήριο. Η κατάληξη δε ζα είναι υποκοριστικό πολλών λέξεων των Αρβανιτών που σημαίνει μικρό. (Βίλιζα ίσον μικρή Βίλια, Χώριζα ίσον μικρή χώρα κ.λπ.)

Η θέση Βίλια παλαιότερα πρέπει να χρησιμοποιήθηκε σαν παρατηρητήριο από τους Δελαρός επειδή είχε οπτική σύνδεση με τον Γκύκλο και το Ξεροκαστέλι. Στους οικισμούς αυτούς Βίλια και Βίλιζα φαίνεται πώς είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στρατιώτες-παρατηρητές που ίσως αυτοί με τις οικογένειες τους να αποτελούσαν και τους μοναδικούς κατοίκους των οικισμών αυτών.

Το λατινογενές τοπωνύμιο «Καζάρμα» που βρίσκεται στο δρόμο Ναυπλίου – Λυγουριού κοντά στο σημερινό χωριό Άγιος Δημήτριος και η οπτική σύνδεση Γκύκλου – Καζάρμας μέσω Βίλιων και Βίλιζας είναι ισχυρές ενδείξεις ότι ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου την εποχή εκείνη ανήκε στους Δελαρός, οι οποίοι όμως έχασαν την κυριαρχία τους εκεί μετά από τη μάχη κοντά στη θέση Καρύδι της Μεγαρίδας.

Με το όνομα Βίλια υπάρχουν πολλές τοποθεσίες όχι μόνο στην Αργολίδα αλλά και σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κυρίως στα μέρη που πέρασαν ή και εγκαταστάθηκαν Αρβανίτες και ο σκοπός τους ήταν ο ίδιος, η κατόπτευση των κινήσεων των στρατευμάτων. Γνωστός είναι και ο οικισμός των Βίλιων της Αττικής κοντά στον Κορινθιακό Κόλπο που οι κάτοικοι του είναι στο σύνολον Αρβανίτες. Η ίδρυση του οικισμού των Βίλιων και Βιλιζών στην περιοχή της Αργολίδας πρέπει να τοποθετηθεί στην περίοδο 1388-1394 εποχή κατά την οποίαν αποδίδεται και το Άργος στους Βενετούς.

 

Οικισμός Αγνώστου Ονόματος

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν κοντά στο χωριό Αραχναίο, εκεί που σήμερα βρίσκεται ο παλαιός Βυζαντινός Ναός «Μετόχι». Στη περιοχή αυτή και γύρω από το Ναό βρίσκονται και σήμερα ακόμα πολλά κεραμικά. Γνωστό είναι ότι το Μετόχι ήταν η παλαιά Μονή Ταλαντίου, προτού αυτή μεταφερθεί στη θέση που βρίσκεται σήμερα. Συνεπώς τα κεραμικά που βρίσκονται εκεί εν μέρει προέρχονται και από τα κελιά της Μονής που περιστοίχιζαν το Ναό της, αλλά και από άλλα κτίσματα του οικισμού που υπήρχε εκεί κοντά. Με τους κατοίκους δε του οικισμού αυτού είχαν προστριβές συχνά ο Ηγούμενος και οι καλόγεροι της μονής και αυτό ήταν η κύρια αιτία να μεταφερθεί το Μοναστήρι στην καινούργια θέση που βρίσκεται σήμερα.


Οικισμός επίσης Αγνώστου Ονόματος

 

Ο οικισμός αυτός βρισκόταν απέναντι ακριβώς από το σημερινό χωριό Αραχναίο, λίγο πιο κάτω από τη θέση Κιάφα, από όπου περνάει σήμερα ο αμαξιτός δρόμος Αραχναίου – Άργους και Ναυπλίου. Και στη τοποθεσία αυτή υπάρχουν και σήμερα ακόμα πολλά κεραμικά και Γκρμάδες που φανερώνουν ότι εκεί υπήρχε οικισμός. Κοντά στην περιοχή αυτή υπάρχουν ακόμα τα ερείπια μικρού ναού του Αγίου Νικολάου. Τα μεταπολεμικά χρόνια είχαν μαζευτεί χρήματα για να ξαναχτιστεί ο μικρός αυτός Ναός, αλλά τελικά δεν έγινε τίποτα, πέρα από μια ατελή διάνοιξη δρόμου από την Κιάφα μέχρι τα ερείπια του Ναού που ακόμα και σήμερα είναι εμφανή.

Πέρα από τους παραπάνω αναφερομένους πέντε οικισμούς στη περιοχή του Αραχναίου, πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι μικρότεροι οικισμοί και το συμπέρασμα αυτό βγαίνει από το γεγονός ότι απέναντι ακριβώς από το χωριό υπήρχαν ερείπια από άλλους Ναούς που σήμερα βέβαια δεν σώζονται τίποτα από αυτούς. Τέτοιοι Ναοί ήσαν της Αγίας Αικατερίνης, του Αγίου Ανδρέου, του Αγίου Ιωάννου, των Αγίων Ταξιαρχών κ.λπ.

Η ύπαρξη όλων αυτών των Ιερών Ναών ίσως προϋποθέτει και την ύπαρξη αντίστοιχων οικισμών και που δικαιολογείται η ύπαρξη αυτών από την παραδοχή ότι οι πρώτοι Αρβανίτες κάτοικοι του Αραχναίου όταν ανέβηκαν εκεί επάνω πιθανόν να εγκαταστάθηκαν κατά οικογένειες (Φάρες) σε διάφορες τοποθεσίες και κάθε μια φάρα να αποτέλεσε δικό της οικισμό και να έκτισε και δική της Εκκλησία.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Βενετικοί Χάρτες της Πελοποννήσου»


 

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας παρουσιάζει το βιβλίο «Βενετικοί Χάρτες της Πελοποννήσου, τέλη 17ου-αρχές 18ου αιώνα – Από τη συλλογή του Πολεμικού Αρχείου της Αυστρίας» (εκδ. ΜΙΕΤ),  την Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018 και ώρα 8 μ.μ. στον Πολυχώρο Πολιτισμού Φουγάρο, Ασκληπιού 98, στο Ναύπλιο.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν: η κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Ομότιμη Καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και Επιστημονική Επιμελήτρια της έκδοσης, η κ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Καθηγήτρια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και η κ. Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Επίκουρη Καθηγήτρια του ίδιου Πανεπιστημίου.

 

BIIIa122 (Argos)

 

Το 1986, η επιστημονική επιμελήτρια του τόμου, κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, εντόπισε στη Χαρτογραφική Συλλογή του Πολεμικού Αρχείου της Βιέννης στα Κρατικά Αρχεία της Αυστρίας σειρά ανέκδοτων, χειρόγραφων, πρωτότυπων, έγχρωμων χαρτών που χρονολογούνται από την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685–1715). Οι χάρτες είχαν σχεδιαστεί από ειδικούς μηχανικούς της Γαληνοτάτης με σκοπό την καταγραφή, υπό μορφή καταστίχων – κτηματογραφήσεων, των πελοποννησιακών περιοχών που από το 1685 είχαν περιέλθει στην κυριαρχία της. Μετά την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα και τη μετέπειτα ένταξη της Βενετίας στην Αψβουργική Μοναρχία, οι χάρτες αυτοί μεταφέρθηκαν στη Γεωγραφική Πολεμική Υπηρεσία της Βιέννης και παρέμειναν έκτοτε στα Κρατικά Αρχεία της Αυστρίας.

Πρόκειται για δώδεκα χάρτες μεγάλων διαστάσεων (συνολικά 53 φύλλα) που καταγράφουν γεωφυσικές λεπτομέρειες, πληθώρα τοπωνυμίων, καλλιεργημένες και ερημωμένες εκτάσεις, χωριά (κατοικημένα και μη), ζευγολατειά κτλ. Αποτελούν πολύτιμο υλικό για τον ιστορικό, τον γεωγράφο, τον μελετητή του περιβάλλοντος, τον οικονομικό ιστορικό.

 

Βενετικοί Χάρτες της Πελοποννήσου

 

Στον τόμο συνεργάστηκαν οι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και ειδικοί της χαρτογραφίας John Bennet, Siriol Davies, Χάρις Καλλιγά, Όλγα Κατσιαρδή – Hering, Ευτυχία Δ. Λιάτα, Ευάγγελος Λιβιεράτος, Αλέξης Μάλλιαρης, Μαρία Μάμαλη, Δημήτρης Μπελέζος, Κωνσταντίνος Ντόκος, Αγγελική Πανοπούλου, Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Γιώργος Τόλιας και Αγαμέμνων Τσελίκας. Οι εμπεριστατωμένες μελέτες τους παρουσιάζουν και αναλύουν επιστημονικά τους χάρτες αυτούς και προσφέρουν το υλικό προς περαιτέρω ανάγνωση και μελέτη.

Στον τόμο δημοσιεύονται όλοι οι χάρτες, συγκεντρωτικά αλλά και αναλυτικά ανά φύλλο, με την αρίθμηση η οποία έχει προστεθεί από τους μελετητές για να διευκολύνουν τη χρήση των εκτενών καταλόγων τοπωνυμίων.

Την έκδοση επιμελήθηκε η Κωστούλα Σκλαβενίτη, η οποία συνέταξε και τα αναλυτικά ευρετήρια, προσώπων και τοπωνυμίων (βενετικά και ελληνικά). Τέλος, ο τόμος συνοδεύεται από ψηφιακό δίσκο με όλο το χαρτογραφικό υλικό.

Έκδοση: Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2018 – Σελίδες: 544 – Εικόνες: 75 – ISBN: 978-960-250-705-6

Read Full Post »

Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας. Καλλιόπη Καλποδήμου, Γεώργιος Κόνδης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η ανακοίνωση φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει μέσα από τη χρήση αρχειακού υλικού (τοπικές εφημερίδες κυρίως, έγγραφα, απομνημονεύματα) και τη μελέτη βιβλιογραφίας, τον απόηχο του Εθνικού Διχασμού 1915-1917 στην Πελοπόννησο, και µε πυρήνα το Νομό Αργολίδας, να αναδείξει τις συνιστώσες που καθόρισαν αυτή την εθνική σύγκρουση σε τοπικό επίπεδο και να ερμηνεύσει, στο μέτρο του δυνατού, τόσο τις αιτίες και τα κίνητρα, όσο και τις συνέπειες αυτού του εμφύλιου κατ’ ουσία πολέμου, που κατ΄ ευφημισμόν ονομάστηκε διχασμός.

Θεωρήθηκε αφηγηματικά και ιστορικά σκόπιμο να «παίξουμε» το ρόλο του ιστορικού «ανταποκριτή» και παράλληλα με τα γεγονότα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη να γίνει αναφορά στα δρώμενα του Ναυπλίου και του Άργους κατά το διάστημα 1915 – 1917. Ανιχνεύτηκε η πολιτικο – κοινωνικο – οικονομική ταυτότητα του γεωγραφικού διαμερίσματος της Πελοποννήσου, δίνοντας έμφαση στις εκατέρωθεν εκδηλώσεις φανατισμού των αντιμαχόμενων παρατάξεων, με απώτερο στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για το πως, η τοπική κοινωνία και το πλέγμα σχέσεων των γεγονότων σ’ αυτή, όπως αποτυπώνονταν στον τοπικό τύπο, συναρτώνταν με τις γενικότερες πολιτικο – κοινωνικο – οικονοµικές εξελίξεις της περιόδου στη χώρα, δέχονταν μοιραία τον απόηχό τους αλλά, και τις συνδιαμόρφωναν. Ταυτόχρονα, γίνονται αναφορές στα γεγονότα που  έλαβαν χώρα, κυρίως στην Πάτρα, δευτερευόντως στον Πύργο Ηλείας και περιστασιακά στην Τρίπολη, στην Καλαμάτα, στα Καλάβρυτα, και στην Ερμιόνη, με την επιλογή των πόλεων να έχει γίνει βάσει του αρχειακού υλικού που εντοπίστηκε.

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

[…] Το ξέσπασμα του κινήματος της Εθνικής Άμυνας στην ναυπλιακή πρωτεύουσα δημιουργεί απίστευτο εκνευρισμό, οργή και ένταση, που αποτυπώνεται στον Τύπο επώνυμα και ανώνυμα με μια επιχειρηματολογία που βρίθει παραλογικών συλλογισμών χωρίς να γίνεται πιστευτή η άρνηση του Βενιζέλου περί αντιδυναστικών προθέσεων. Από το δημοσιογραφικό βήμα καταδικάζεται απερίφραστα το βενιζελικό κίνημα και οι Αμυνίτες θεωρούνται επίορκοι. Το χάσμα γίνεται αγεφύρωτο και η δημιουργία δύο εμπόλεμων συνασπισμών καταγράφεται στην εφημ. Ανόρθωσις, όπου το πρωτοσέλιδο κοσμούν δύο πύρινα άρθρα από δύο τοπικά αναγνωρίσιμους πολιτικά αρθρογράφους. Στο άρθρο «Η φυγή του επιστέγασμα της προδοσίας του» του Αντρέα Χαρμαντά, ο Βενιζέλος χαρακτηρίζεται πολιτικός αντάρτης, προδότης και δολοφόνος που σχημάτισε Προσωρινή Κυβέρνηση στα Χανιά, ενώ με το « Χαίρε Καίσαρ» του Πραξ. Μουτζουρίδη, που συνειρμικά θυμίζει το «Ave Caesar, morituri te salutant», περιγράφεται ο Κωνσταντίνος ως Σύμβολον της φυλής, Ακρόπολιν του αρχαίου πολιτισμού, Χάρμα της ελληνικής Αναγεννήσεως κ.α.

Όσο το κίνημα της Εθνικής Άμυνας εδραιώνονταν στη Βόρεια Ελλάδα, η Ανόρθωσις με κεντρικό άρθρο «Κάτω τα προσωπεία» κατηγορεί απερίφραστα όσους ακολούθησαν το Βενιζέλο στο επαναστατικό κίνημα, χαρακτηρίζοντας τους Εφιάλται, έκνομους, επίορκους και πατριδοκάπηλους, ενώ θεωρεί πως κατέλυσαν το Σύνταγμα και τους Νόμους. Καλεί όσους μισθοδοτούνται ως δικαστικοί, στρατιωτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι να οδεύσουν εις την Θεσσαλονίκην, διαρπάσοντας τα εκεί ταμεία της Πολιτείας και να μην δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα στο Ναύπλιο. Ας είναι συνεπείς τονίζει προς την επανάστασιν, για να γίνει το ξεκαθάρισμά και να επακολουθήσει το μέτρημα από πάσης απόψεως. Σε απόλυτα διχαστικό ύφος ο αρθρογράφος Πραξ. Μουτζουρίδης απευθύνεται στους παραίτιους της εσωτερικής διαίρεσης του κράτους σε βαθμό «εθνικού σχίσματος» και επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη δύο «εθνικών κυβερνήσεων» και δύο κρατών, Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ενώ στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας, κάτω από τον τίτλο «Έτοιμοι προς πάν» καλεί τους πιστούς του βασιλιά Παράκλητου (όπως ονομάζει τον Κωνσταντίνο) να είναι σε επιφυλακή για να τιμωρήσουν πάσαν ύβριν. Η διχοτόμηση των Ελλήνων σε δύο αλληλομισούμενες αντίπαλες παρατάξεις είναι μια πραγματικότητα που βιώνεται και δημοσιογραφικά με απειλές, αποπομπές και υπονοούμενα.

Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και μύριζε μπαρούτι… επαναστάσεως και για τις δύο πλευρές. Φήμες διαδίδονταν, οι οποίες τροφοδοτούνταν και από αθηναϊκά δημοσιεύματα πως η «Υπεροχή» του Γιαννουλάτου θα έρχονταν στο Ναύπλιο, για να πάρει επαναστάτες βενιζελικούς για την Θεσσαλονίκη. Η χωροφυλακή, το Πεζικό και οι επίστρατοι τέθηκαν σε επιφυλακή. Τελικά δεν εμφανίστηκε κανένα πλοίο και ο συντάκτης σχολιάζει καυστικά πως στην πόλη του Ναυπλίου δεν ευδοκιμούν τέτοια κινήματα και επαναστάσεις, αφού παραμένει πάντα πιστή προς τον Θρόνον και την Κυβέρνησιν της Χώρας. Προς επίρρωση των λεγομένων του, διαψεύδει άρθρο αθηναϊκών εφημερίδων πως οκτώ αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου προσχώρησαν εις το κίνημα και αναχώρησαν για τη Θεσσαλονίκη και πληροφορεί για την επίσκεψη του Ταγματάρχη Θ. Πάγκαλου στο Ναύπλιο, πριν αναχωρήση με τον πάτρονά του επαναστάτην Βενιζέλον, ίνα ξεγαρτίσει τους αξιωματικούς της φρουράς μας, αλλά ξεκαθαρίζει πως εκείνοι πιστοί στον όρκο τους και στον Βασιλέα, τον ηνάγκασαν να φύγει την άλλην μέραν άρον – άρον, για να δημοσιεύσει στο ίδιο φύλλο την παρακάτω δήλωση που καταδεικνύει το μέγεθος του διχαστικού ρήγματος και αποδεικνύει πως ο κύβος ερρίφθη!…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Κατσαγάνη Γεωργία – Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φιλοσοφική Σχολή. Σαριπόλειος Βιβλιοθήκη.


 

Με το βιβλίο αυτό επιχειρείται η μελέτη των δημοσιευμένων επιτύμβιων, αναθηματικών και τιμητικών έμμετρων επιγραφών που έχουν βρεθεί στην Αργολίδα και καλύπτουν την περίοδο από την αρχαϊκή εποχή μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα.

Μετά τη μνημειώδη έκδοση της Ακαδημίας του Βερολίνου (1G IV και 1C IV21) στις αρχές του 20ου αι., έχουν έλθει στο φως πολλές νέες επιγραφές, είτε από συστηματικές ανασκαφές είτε από τυχαίο γεγονός, οι οποίες έχουν μελετηθεί, κυρίως, από αρχαιολόγους, μεμονωμένα και αποσπασματικά. Στην παρούσα εργασία όλες σχεδόν οι δημοσιευμένες επιτύμβιες, αναθηματικές και τιμητικές επιγραφές δίνονται ως αδιάσπαστο σύνολο.

Η επιγραφική μελέτη, η φιλολογική ερμηνεία και η ιστορική επεξεργασία του εν λόγω πρωτογενούς υλικού – αδιερεύνητου ως συνόλου μέχρι σήμερα- προσδιορίζει ακριβέστερα τη θέση ενός σημαντικού τμήματος της Πελοποννήσου στον αρχαίο κόσμο.

 

Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος

 

Το ιστορικό πλαίσιο

Στην αρχαιότητα Ἀργολική ή Ἀργολίς ή Ἀργεία καλούνταν η χερσόνησος που βρίσκεται μεταξύ του Σαρωνικού και του Αργολικού κόλπου, στην οποία ανήκαν οι περιοχές της Τροιζηνίας, της Ερμιονίδος, του Ναυπλίου, του Άργους (εκτός από το δυτικό τμήμα της Αλέας) και ενός τμήματος της Κορινθίας. Στην Αργολίδα ανήκαν επιπλέον τα νησιά: Καλαύρια (Πόρος), Υδρέα (Ύδρα), Πιτυούσα (Σπέτσες) και άλλα μικρότερα. Τέλος, στην εποχή της δυναστείας των Αντωνίνων, η Αργολίδα περιλάμβανε επιπλέον τη Στυμφαλία και την Αλέα.

Το κράτος των Αργείων σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του ξεπέρασε όλα τα άλλα (Τίρυνθα, Ναυπλία, Ασίνη, Μυκήνες, Ερμιόνη, Τροιζήνα και Επίδαυρο) σε έκταση και δύναμη και επιχείρησε να ασκήσει ένα είδος επικυριαρχίας στους γείτονες. Τον 7ο αι. π.Χ. σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε ο Φείδων, παρ’ όλο που οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι ελάχιστες, αόριστες και αντιφατικές. Το έτος 669 π.Χ. σημειώθηκε η πρώτη νίκη των Αργείων εναντίον των Σπαρτιατών στις Υσιές. Στο μεταίχμιο του 6ου προς τον 5ο αι. π.Χ. η ιστορία των εξωτερικών σχέσεων του Άργους ταυτίζεται με τις πολεμικές συγκρούσεις του με τη Σπάρτη. Η χρονολογία της καθοριστικής – για την έκβαση της μακροχρόνιας διαμάχης τους – σύγκρουσης στη Σήπεια τοποθετείται στο 494 π.Χ. Οι Αργείοι έχασαν την Τίρυνθα και τις Μυκήνες, οι οποίες ανέκτησαν την αυτονομία τους, προσχώρησαν στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και ακολούθησαν πολιτική διαφορετική από του Άργους.

Κατά τους Περσικούς πολέμους οι Αργείοι τήρησαν ουδετερότητα, ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες έστειλαν μικρή δύναμη στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών. Γύρω στο 472 π.Χ. εγκαθιδρύθηκε στο Άργος δημοκρατικό πολίτευμα με σαφή την επίδραση των αθηναϊκών θεσμών (σημαντικό ρόλο πρέπει να διαδραμάτισε και ο εξόριστος στο Άργος Θεμιστοκλής), κυρίως μετά τη συμμαχία Άργους – Αθήνας (462 π.Χ.). Από τη συμμετοχή τους στους Περσικούς πολέμους, οι Μυκήνες απέκτησαν μεγάλη δόξα, ώστε οι Αργείοι να θελήσουν να τις εξαφανίσουν (468 π.Χ.). Οι Μυκηναίοι αντιστάθηκαν σθεναρά στην επίθεση των Αργείων· υποχρεώθηκαν όμως να παραδώσουν την πόλη τους στους Αργείους, οι οποίοι κυριολεκτικά την ισοπέδωσαν (460 π.Χ.). Αλλά και οι κάτοικοι της Τίρυνθος νικήθηκαν, εκδιώχτηκαν από τους Αργείους και εγκαταστάθηκαν στους Αλιείς.

Όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός πόλεμος το 431 π.Χ., η Αθήνα ανανέωσε το ενδιαφέρον της για την Ακτή και το 430 π.Χ. λεηλάτησε τους Αλιείς, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη και την Επίδαυρο. Στα πρώτα δέκα έτη του πολέμου αυτού, το Άργος παρέμεινε ουδέτερο· προσχώρησε δε για πρώτη φορά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία το 418 π.Χ. Σε αυτό το διάστημα οι ολιγαρχικοί κατέλυσαν τη δημοκρατία στο Άργος, αλλά ένα χρόνο αργότερα ανατράπηκε το ολιγαρχικό καθεστώς που είχαν επιβάλει. Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και παρά την ήττα της Αθήνας, το Άργος δεν συμμάχησε με τη Σπάρτη.

Το 338 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ ενεπλάκη στα πράγματα της Ν. Ελλάδος και νίκησε στη Χαιρώνεια τους ενωμένους Θηβαίους, Αθηναίους, Κορινθίους και Φωκείς· οι Αργείοι δεν συμμετείχαν, διότι είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Μακεδόνες και γενικά έτρεφαν φιλικά αισθήματα γι’ αυτούς· αργότερα συμμετείχαν στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου Γ΄ κατά των Περσών. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου Γ΄ το Άργος, η Σικυών, η Κόρινθος και οι πόλεις της Ακτής, παρακινημένες από τον Δημοσθένη, ανέλαβαν πόλεμο κατά των Μακεδόνων (Λαμιακός πόλεμος), αλλά νικήθηκαν από τον Αντίπατρο και, αφού υποτάχτηκαν, δέχτηκαν μακεδονική φρουρά. Στο Άργος η εξουσία μέχρι το 316 π.Χ. περιήλθε στους ολιγαρχικούς, ενώ πολλοί δημοκρατικοί εξορίστηκαν.

Το 305 π.Χ. ο Κάσσανδρος έγινε κύριος του Άργους και εμπιστεύθηκε τη «φύλαξή» του στον αδελφό του Πλείσταρχο. Δύο χρόνια αργότερα (303 π.Χ.) ο Δημήτριος Πολιορκητής εκδίωξε από εκεί τη φρουρά του Κασσάνδρου, μετά από σκληρή αντίσταση των πολιορκημένων. Το Άργος όμως είχε χάσει την παλαιά του δύναμη και είχε περιέλθει σε δεύτερης τάξης πόλη της Πελοποννήσου, ενώ αντίθετα η θρησκευτική ζωή στην Αργολίδα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Οι Μακεδόνες ηγεμόνες παρέμειναν για αρκετό διάστημα στην πόλη και διηύθυναν τους αγώνες των Νεμείων και των Ηραίων, των οποίων η φήμη είχε εξέλθει των ορίων της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Το α΄ τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. στην Πελοπόννησο σχηματίστηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία υπό τον Άρατο. Η ειρήνευση, στην οποία εναπέθεσαν τις ελπίδες τους οι πόλεις της Πελοποννήσου μετά τη νίκη των Μακεδόνων στη Σελλασία (222 π.Χ.), δεν διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα.

Πέντε χρόνια αργότερα, η άφιξη του Φιλίππου Ε΄ στο Άργος έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Οι Μακεδόνες με τη συνεργασία των Αχαιών και με διαπραγματεύσεις με τη φρουρά της ακρόπολης του Άργους Λάρισας έθεσαν υπό την κατοχή τους το Άργος, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη Συμπολιτεία. Νέα τροπή πήραν τα πράγματα, όταν ο τύραννος της Σπάρτης Νάβις έγινε κύριος του Άργους, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, διότι οι ρωμαϊκές λεγεώνες με αρχηγό τον ύπατο Τ. Φλαμινίνο μαζί με τη Συμπολιτεία κατάφεραν να το ελευθερώσουν (195 π.Χ.). Το καίριο χτύπημα για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος, στη συνέχεια, αποτέλεσε τμήμα της επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.), ενώ το 115/114 π.Χ. η Επίδαυρος και η Τροιζήνα έγιναν σύμμαχοι της Ρώμης.

Από το 44 π.Χ. και μετά η Κόρινθος έγινε έδρα του Ρωμαίου ανθυπάτου της επαρχίας της Αχαΐας. Αν και οι Ρωμαίοι κυρίευσαν αρκετές πόλεις και κατέλυσαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα, ασκούσαν στους Έλληνες την επιρροή τους αρχικά και την κυριαρχία τους αργότερα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο ελληνικός τρόπος ζωής και ο ελληνικός πολιτισμός να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστοι. Αρκετές φορές, όταν ανέκυπταν διενέξεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, αυτές αίρονταν με τη χρήση διαιτητών, ξένων προς τις ερίζουσες πόλεις, όπως διαπιστώνεται από ψηφίσματα πολιτικών παραγόντων πόλεων, που ευχαριστούν τους κατοίκους άλλης πόλης για την αποστολή διαιτητών.

Η Ελλάδα βέβαια από τον 1ο αι. π.Χ. άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες σε αρκετούς τομείς. Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι έπαιξαν οι πόλεμοι του 1ου αι. π.Χ., οι οποίοι μαίνονταν σε όλη την Ελλάδα, καθώς και η πειρατεία. Το 267 μ.Χ. το Άργος καταλήφθηκε από τους Γότθους, επί Ιουλιανού του Αποστάτη ήταν υποτελές στην Κόρινθο, και το 395 μ.Χ. κατακτήθηκε από τον Αλάριχο… (Από την εισαγωγή του τόμου)

 

Γεωργία Κατσαγάνη Βιογραφικο

 

Η Γεωργία Κατσαγανη γεννήθηκε στην Ανω Βασιλική Αιτωλ/νιας και εί­ναι κλασική φιλόλογος. Οι τίτλοι σπουδών της περιλαμβάνουν τα πτυχία Κλασικής Φιλολογίας, Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, μεταπτυ­χιακό και διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία.

Σήμερα κατέχει τη θέση Σχολικής Συμβούλου. Έχει συμμετασχει με ανα­κοινώσεις της σε διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε επιστημο­νικά περιοδικά. Το επιστημονικό ενδιαφέρον της εστιάζεται στον τομέα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και, κυρίως, της Επιγραφικής.

 

 Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Σαριπόλου» εκδίδεται αδιαλείπτως εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια, από το 1968. Μεταξύ των εκδόσεών της, στο διάστημα των πέντε αυτών δεκαετιών, περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες που έχουν αναγνωριστεί ως βασικά έργα αναφοράς στα επιστημονικά τους πεδία.

 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου» εκδίδεται από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, χάρη στη χορηγία του ομώνυμου κληροδοτήματος. Η Σοφία Ν. Σαριπόλου (1916–1963), κόρη και εγγονή διαπρεπών καθηγητών της Νομικής μας Σχολής, δώρισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας, της οποίας τα έσοδα προορίζονται για δύο σκοπούς: τη χορήγηση υποτροφιών σε πτυχιούχους της Φιλοσοφικής Σχολής για μεταπτυχιακές σπουδές και την έκδοση επιστημονικών μελετών γραμμένων από αποφοίτους της ίδιας σχολής. Η άνθιση της παιδείας και της πνευματικής ζωής στον τόπο μας ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με τη γενναιοδωρία τέτοιων μεγάλων ευεργετών, που θεωρούσαν τιμή και χρέος τους να δαπανούν την προσωπική τους περιουσία για το καλό της χώρας.

Από το 1968, οπότε δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος της Βιβλιοθήκης, έως σήμερα, έχουν εκδοθεί πάνω από εκατόν είκοσι βιβλία, κυρίως διατριβές επί διδακτορία και επί υφηγεσία, αλλά και ανεξάρτητες μονογραφίες, καθώς και συλλογικοί τόμοι. Τα δημοσιεύματα αυτά καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα των επιστημονικών κλάδων που θεραπεύει η Φιλοσοφική Σχολή (αρχαία, μεσαιωνική και νέα ελληνική φιλολογία, ιστορία και αρχαιολογία όλων των περιόδων, λατινική φιλολογία, γλωσσολογία, φιλοσοφία, παιδαγωγική, ψυχολογία, θεατρολογία, λαογραφία, ιστορία της τέχνης, καθώς και νεότερες ξένες φιλολογίες). Τα περισσότερα είναι γραμμένα στα ελληνικά και έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου. Δεν αποκλείονται, ωστόσο, άλλες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά). Μεταξύ των εκδόσεων της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες, συνταγμένες από εξέχοντες ερευνητές, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί διεθνώς ως έργα αναφοράς στα αντίστοιχα επιστημονικά πεδία. Εν γένει, παραπομπές και βιβλιοκρισίες για τα δημοσιεύματα της σειράς εμφανίζονται τακτικά σε ελληνικά και διεθνή έντυπα αναγνωρισμένου κύρους.

Η εκδοτική δραστηριότητα της Βιβλιοθήκης συνεχίζεται απτόητη, παρά τις δυσχερείς οικονομικές περιστάσεις του παρόντος. Η επιλογή των δημοσιευμάτων γίνεται με βάση τις εισηγήσεις ειδικών επιστημόνων-κριτών, οι οποίοι αποτιμούν τις μονογραφίες που υποβάλλονται προς έκδοση (“peer review”), σύμφωνα με το καθιερωμένο πλέον πρότυπο των αναγνωρισμένων διεθνών επιστημονικών σειρών. Οι ελληνόγλωσσες μελέτες συνοδεύονται από εκτενή περίληψη σε κάποια από τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. Στόχος είναι να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι βασικές αρετές που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της σειράς ήδη από το ξεκίνημά της, πριν από πέντε σχεδόν δεκαετίες: η υψηλή ερευνητική ποιότητα και πρωτοτυπία των εργασιών, η συστηματική καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου και η διεθνής προβολή των δημοσιευόμενων πορισμάτων. ( Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος)

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Ταφή, ανάθεση, τιμή: έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα.

Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2015. Σελίδες: 384.

ΙSBN: 9605260336

Read Full Post »

Older Posts »