Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Ένα μνημείο για την Μπετίνα – Όπως το σχεδίασε ο Σταμάτης Κλεάνθης. Όλγα Φουντουλάκη, Δρ Ιστορίας Αρχιτεκτονικής


 

Το ταφικό μνημείο για τη νεαρή Bettina von Savigny-Σχινά (1805-1835) σχεδιάστηκε αρχικά από τον Σταμάτη Κλεάνθη, εκτελέστηκε όμως με παραλλαγές και σήμερα βρίσκεται στο A’ Νεκροταφείο Αθηνών. Εκείνο το πρώτο σχέδιο του μνημείου, ένα από τα ελάχιστα που φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του αρχιτέκτονα, αλλά και την ιστορία της Μπετίνα, που μόλις ένα χρόνο έζησε στην Ελλάδα, παρουσιάζουμε εδώ.

 

Η Bettina von Savigny σε ηλικία περίπου 15 χρόνων. Σκίτσο από το τετράδιο σχεδίων που κατείχε η ίδια. Σώζεται στην Πανεπιστημιακή και Κρατική Βιβλιοθήκη της γερμανικής πόλης Münster.

Η Bettina von Savigny-Σχινά ήταν κόρη του διαπρεπούς Γερμανού νομομα­θούς και συνιδρυτή της «Ιστορικής Σχο­λής» Νομικών Σπουδών Friedrich Carl von Savigny (Φρίντριχ Καρλ φον Σαβινύ, 1779-1861). Παντρεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου 1834 τον Κωνσταντίνο Σχινά (1801-1857), ιστορικό και πολιτικό από το φανάρι της Κωνσταντινούπολης, που διετέλεσε υπουργός στην πρώτη αντιβασιλεία του Όθωνα, αργότερα έγι­νε πρώτος πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και προς το τέλος της ζωής του υπηρέτησε την πατρίδα του ως πρέσβης στο Μόναχο, τη Βιέννη και το Βερολίνο (1849-1854). Η Μπετίνα ήρθε στην Ελ­λάδα το 1834, πέθανε όμως μέσα σε ένα χρόνο και τάφηκε στην Αθήνα. Ο Σταμάτης Κλεάνθης ετοίμασε ένα σχέδιο για το ταφικό της μνημείο. Το μνημείο, που παρουσιάζει διαφορές από το αρχικό σχέδιο, βρίσκεται στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Το σχέδιο του Κλεάνθη για το μνημείο της Μπετίνα δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.

 

Η ιστορία της Bettina von Savigny-Σχινά

 

Η Elisabeth (Bettina)[1] von Savigny γεννήθηκε στο Παρίσι το 1805. Ήταν η μοναδική κόρη του Friedrich Carl von Savigny. Στον φιλικό και συγγενικό κύ­κλο του von Savigny απαντούν διάσημα ονόματα της εποχής εκείνης, όπως του συγγραφέα Clemens Brentano και του ποιητή Ludwig Tieck, του αρχιτέκτονα Karl Friedrich Schinkel, του ιστορικού Leopold von Ranke των αδελφών Humboldt, οι οποίοι ήταν συχνοί επισκέ­πτες στο σπίτι του στο Βερολίνο. Έτσι γνωρίστηκε η Bettina, τότε 19 χρόνων, με τον Κωνσταντίνο Σχινά,[2] που ήταν μαθητής του πατέρα της και ερχόταν στο σπίτι τους. Ο Σχινάς ήρθε στην Ελλάδα το 1828. Επί Καποδίστρια διορίστηκε πάρεδρος στη Γραμματεία Εσωτερικών και τον Οκτώβριο 1833 υπουργός Δικαιοσύ­νης, ως έμπιστος του Ludwig von Mau­rer, μέλους της Αντιβασιλείας.

 

Friedrich Carl von Savigny, έργο του Γερμανού ζωγράφου Franz Krüge, 1855. Η λιθογραφία που παρουσιάζουμε εδώ είναι του Paul Rohrbach, 1862.

 

Όντας υπουργός παντρεύτηκε την Bettina von Savigny στην Αγκόνα της Ιταλίας στις 27 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1834 σύμφω­να με το ορθόδοξο τυπικό στο σπίτι του Έλληνα πρόξενου Δημήτρη Δουρούπη.[3] Έτσι η Μπετίνα εγκατέλειψε το Βερολί­νο για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα με τον άνδρα που γνώρισε και αγάπησε στην πρωσική πρωτεύουσα.

Ο Σχινάς και η γυναίκα του εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Ναύπλιο. Όταν επήλθε ανοιχτή ρήξη στους κόλπους της Αντιβασιλείας και ο Maurer ανακλήθηκε, ο Σχινάς απολύθηκε από την κυβέρνηση και κατέβαλε προσπάθειες να επαναδιοριστεί. Στα τέλη Μαρτίου 1835, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους στην Αθήνα, το ζεύγος Σχινά μετακόμισε εκεί και προσπάθησε να οργανώσει τη ζωή και το σπίτι του στη νέα πόλη.

 

Κωνσταντίνος Σχινάς, λιθογραφία, 1853.

 

Αρχικά σκέφτονταν να κτίσουν δικό τους σπίτι στην Αθήνα. Μαζί με τους Σταμάτη Κλεάνθη, Georg Christian Gropius και Karl Wilhelm von Heideek, γύριζαν την πόλη επί τρεις ημέρες με το πολεοδομικό σχέδιο στο χέρι για να βρουν κατάλληλο οικόπεδο.[4] Ύστερα όμως η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε και η οικογένεια Σχινά ενδιαφερόταν μόνο να αγοράσει ένα έτοιμο σπίτι ή να νοικιάσει μια κατάλληλη οικία, γιατί αυτή στην οποία διέμεναν ήταν μακριά από την πόλη.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αναγνώστης Γκελμπερής (; – 1821) – Από όργανο της εξουσίας μάρτυρας της Ελευθερίας


 

Σε ένα συνέδριο αφιερωμένο στο 1821, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να παρουσιαστεί ο σχεδόν άγνωστος ήρωας από την Κυνουρία που φέρει το όνομα Αναγνώστης Γκελμπερής. [Ανακοίνωση του κυρίου  Ηλία Γιαννικόπουλου στο 9ο Τσακώνικο Συνέδριο, Λεωνίδιο 17-19 Μαρτίου 2023].

Ο πρωτοσύγκελος Χριστιανουπόλεως και ιστορικός της Επαναστάσεως Αμβρόσιος Φραντζής τον θεωρεί Τσάκωνα. H μελέτη όμως των υπαρχόντων στοιχείων αποδεικνύει ότι καταγόταν από την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια της Τσακωνιάς, τα Λυμποχώρια. Λυμποχώρια, και κατά παρετυμολογίαν Ολυμποχώρια, ονομάζονταν τα χωριά Άγιος Βασίλειος, Πλατανάκι και Παλαιοχώρι, στις ανατολικές υπώρειες του Πάρνωνα και λίγα χιλιόμετρα δυτικά του Λεωνιδίου, από την ύπαρξη στην περιοχή αυτή της αρχαίας πόλεως Γλυππία, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ή, Γλυμπείς, κατά τον ιστορικό Πολύβιο.

Ο ακριβής τόπος καταγωγής του Γκελμπερή έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών, ασφαλώς λόγω αγνοίας των πραγματικών δεδομένων. Έτσι, ο Νικόλαος Σπηλιάδης στον πρώτο τόμο του έργου του θεωρεί ότι ο Γκελμπερής κατάγεται από το Γεράκι, ενώ σε διορθωτική σημείωση στον δεύτερο τόμο του έργου του αναφέρει ότι καταγόταν «από τα Ολυμποχώρια, κατά την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου», χωρίς όμως να διευκρινίζει από ποιο ακριβώς χωριό των Λυμποχωρίων. Γερακίτη θεωρεί τον Γκελμπερή και ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης στο γνωστό έργο του «Η Ναυπλία». Ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος έχει την άποψη ότι ο Γκελμπερής ήταν αξιωματικός του χωρίου Κοσμά. Το αξιοσημείωτο όμως είναι ότι ενώ για τον ηρωικό θάνατο του Γκελμπερή o Φωτάκος αναφέρει πολλές λεπτομέρειες στα «Απομνημονεύματά» του, δεν τον μνημονεύει καθόλου στο άλλο έργο του «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών», όπου τόσοι και τόσοι άλλοι Πελοποννήσιοι ήρωες έχουν βρει την τιμητική θέση τους.

 

Το κάστρο του Γερακιού Λακωνίας.

 

Εξάλλου, τα λήμματα των διαφόρων εγκυκλοπαιδειών είναι τηλεγραφικά και ανεπαρκέστατα. Εξάλλου όλα, αντιγράφοντας προφανώς το ένα το άλλο, προσδιορίζουν ως ιδιαίτερη πατρίδα του το χωριό Άγιος Βασίλειος.

Από συνδυασμό αρχειακών ιστορικών στοιχείων, άγνωστων μέχρι τούδε, και από εσωτερικές μαρτυρίες εγγράφων του ίδιου του Γκελμπερή, αποδεικνύεται ότι ιδιαίτερη πατρίδα του δεν ήταν ούτε το Γεράκι ούτε ο Κοσμάς ούτε ο Άγιος Βασίλειος, αλλά το χωριό Πλατανάκι. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά ο Γκελμπερής εγκαταστάθηκε στον Άγιο Βασίλειο, και αυτό ήταν φυσικό να δημιουργήσει την εντύπωση ότι από εκεί ήταν και η καταγωγή του.

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε ούτε πότε γεννήθηκε ούτε πού έμαθε τα πρώτα γράμματα. Είναι βέβαιο πάντως ότι διέθετε αρκετή παιδεία, και αυτό αποδεικνύεται από τα 110 και πλέον ανέκδοτα γράμματά του που διασώζονται στο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους και αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τον άνθρωπο και τη δράση του, αλλά και για τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στην Τουρκοκρατούμενη Κυνουρία και σε όλη την Πελοπόννησο κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τα γράμματα αυτά χαρακτηρίζονται από ευχέρεια γραφής, ορθογραφική ακρίβεια και μεγάλη εκφραστική ικανότητα, και είναι όλα δείγματα υψηλού γραμματικού και μορφωτικού επιπέδου, σπάνιου για την τότε ελληνική κοινωνία. Εικάζουμε ότι λόγω των σχέσεών του με πολλούς Τούρκους εγνώριζε και μιλούσε άριστα και την τουρκική γλώσσα. Στο ίδιο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους διασώζονται επίσης διάφορα ταμειακά Κατάστιχα της επαρχίας Άργους με τη γραφή και υπογραφή του Γκελμπερή. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κεφαλάρι Άργους


 

….Μετά μικρόν αι άμαξαι παρελθούσαι και τον σιδηροδρομικόν σταθμόν του Κεφαλαρίου εισήλθον εις την προς δυσμάς οδόν, την άγουσαν προς τας πηγάς.

Το ταξίδιον έγινε τερπνότερον. Εκτείνεται εκεί γραφική οδός εν μέσω δύο ποταμίων κλάδων του Ερασίνου, λήγουσα εις αρχαίον και ήδη κινούμενον υδρόμυλον, υπό υψηλάς και πλήρεις ακμής λεύκας. Αι νήσσαι του υδρομύλου λευκότεραι και της χιόνος και σφριγώσαι και παίζουσαι εις τα διαυγή ρείθρα του ποταμού, προσθέτουσιν εν έτι θέλγητρον εις το θελκτικόν εκείνον τοπείον.

Μετά τινα ελιγμόν ο στίχος των αμαξών εισήλθεν εις την άγουσαν προς τάς πηγάς του Ερασίνου τελευταίαν οδόν. Ήδη επιφαίνεται θαυμάσιον το συνηρεφές αυτού άλσος, βαθμηδόν μεγεθυνόμενον και περικαλλέστερον. Εισήλθον εις το ωραίον άλσος και έφθασαν εις τους κήπους των καταστημάτων του άλλοτε πυριτοποιείου…. Εκείθεν προχωρούσαι αι άμαξαι διήλθον την μαγευτικήν δενδροστοιχίαν, την από των καταστημάτων μέχρι των πηγών του Ερασίνου εκτεινομένην…. Δεν γνωρίζει τις τι να πρωτοθαυμάση εις την δενδροστοιχίαν εκείνην, ής ομοίαν δεν έχει όλη η Αργολίς…

Δημήτριος Βαρδουνιώτης, εφημ. «Δαναός», αριθ. 27, 1896.

 

Κεφαλάρι: χωριό της επαρχίας Άργους και δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Άργους. Ευρίσκεται πέντε χιλιόμετρα  νότια της πόλης μας με πληθυσμό 773 κατοίκους (απογραφή 2001). Το Κεφαλάρι υπαγόταν στον Δήμο Αργείων από το 1834 που συστάθηκε ο Δήμος και είχε πληθυσμό τότε 50 κατοίκους. Έγινε κοινότητα το 1914 με το νόμο ΔΝΖ/1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων…» του Ελ. Βενιζέλου και ξανάγινε δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Άργους με τον «Καποδιστριακό» νόμο 2539/97.

 

Κεφαλάρι. Φωτογραφία Φάνης Τσίρος.

Κεφαλάρι. Φωτογραφία Φάνης Τσίρος.

 

Το Κεφαλάρι είναι πανέμορφο χωριό. Τα σπίτια του είναι απλωμένα σε μεγάλη έκταση και κτισμένα ανάμεσα σε πανύψηλα δένδρα και περιβόλια. Δυτικά του χωριού υψώνεται το όρος Χάον. Η λέξη ετυμολογείται πιθανότατα από το ρήμα χαίνω (χάσκω), επειδή στις νότιες υπώρειες του όρους υπάρχει σπήλαιο βάθους 110 μ. περίπου. Το σπήλαιο[1] αυτό χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο και κατοικία από ανθρώπους της προϊστορικής περιόδου, όπως καταδεικνύουν ίχνη και διάφορα ευρήματα, που έφεραν στο φως Γερμανοί σπηλαιολόγοι το 1970. Το σπήλαιο, επίσης, χρησιμοποιήθηκε ως ασφαλές καταφύγιο κατά τους βομβαρδισμούς τον Απρίλιο 1941.

 

Το σπήλαιο του Κεφαλαρίου. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

 

Το σπήλαιο του Κεφαλαρίου. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

 

Το σπήλαιο του Κεφαλαρίου. Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης, λήψη, 2007.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Πνευματοποιείον – Πνευματοπωλείον Μαυράκη


 

Η κοινωνική ιστορία ενός τόπου είναι συνυφασμένη με τις δραστηριότητες των ανθρώπων του. Εκτός από εκείνες τις λίγες που παράγουν μεγάλα γεγονότα ικανά να αλλάξουν τη φυσιογνωμία και  τους προσανατολισμούς του, υπάρχουν και οι πολλές, σχεδόν καθημερινές δραστηριότητες που παράγουν πολιτισμό. Δραστηριότητες πολιτικές, άλλες που οργανώνονται στα γράμματα και τις τέχνες, πολλές που πηγάζουν από την οικονομία, δραστηριότητες παραγωγικές γύρω από τις οποίες διαμορφώνεται, εξελίσσεται και μεταβάλλεται ο κόσμος της εργασίας.

Πολλές από αυτές είναι άμεσα συνδεδεμένες  με τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται, λειτουργούν και ανταποδίδουν στο κοινωνικό τους περιβάλλον ένα μέρος, μικρό ή μεγάλο, των δυνατοτήτων που άντλησαν από αυτό. Οι οικονομολόγοι θα μίλαγαν για την κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων. Όσοι ασχολούνται με την κοινωνική ιστορία θα έβαζαν στο λογαριασμό κι ένα διάλογο ανάμεσα σ’ αυτές και την υπόλοιπη κοινωνία. Η κοινωνική ιστορία ενός τόπου είναι συνυφασμένη, μεταξύ άλλων, και με την ιστορία των επιχειρήσεών του. Συμβαίνει μάλιστα ορισμένες από αυτές να μετατρέπονται, λόγω της μακράς χρονικής διάρκειας των δραστηριοτήτων  τους, σε διηγητή της τοπικής ιστορίας και οι χώροι τους σε τετράδιο με σημειώσεις και αναμνήσεις από διαφορετικές εποχές.

Ετικέτα ούζου της ποτοποιΐας Β. Χ. Μαυράκη.

Η ποτοποιΐα Χ. Μαυράκη, έχοντας όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, αποτελεί μια από τις ιστορικές επιχειρήσεις του Άργους και της Αργολίδας. Βραβεύτηκε εξάλλου το 2005 για την ιστορική της παρουσία από τη Νομαρχία Αργολίδας και σήμερα εξακολουθεί να θυμίζει, σε πείσμα των καιρών αλλά και της ίδιας της δυναμικής επιχειρηματικότητας που τη χαρακτηρίζει, πως μοντερνισμός και ιστορικό παρελθόν αποτελούν αδιαχώριστες συνιστώσες της ίδιας κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης είτε πρόκειται για μια επιχείρηση, είτε για την τοπική κοινωνία στην οποία δραστηριοποιείται, είτε ακόμα και για το σύνολο της κοινωνίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους – Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840-1940) | Γεώργιος Κόνδης


  

1. Διαδικασία αστικοποίησης και κοινωνικά δίκτυα

 

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ο­ρισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγράφει ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημια­στικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πώς εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά διαδικασίες αστικοποίησης; Πώς και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτή­ρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πο­λιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάστα­ση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, κα­θώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, θα μας δώσει τη δυνατό­τητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την ε­ξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο.

Το Άργος, λοιπόν, αποτελεί το κοινωνικό και οικονομικό κέντρο μιας ευ­ρύτερης περιοχής χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα και την αστική του ο­λοκλήρωση. Ουσιαστικά παραμένει στο στάδιο μιας μετέωρης ημιαστικής κατάστασης, η οποία εκδηλώνεται τόσο στο επίπεδο των κοινωνικών και οι­κονομικών σχέσεων όσο και σε αυτό της ίδιας της μορφολογίας του και της διαδικασίας ανάπτυξης του αστικού του ιστού.

 

Αεροφωτογραφία του κέντρου του Άργους και της γύρω περιοχής από τα βορειοανατολικά, το 1956. Δημοσιεύεται στα: «Argos: Une ville grecque de 6000 ans», Marcel Piérart and Gilles Touchais, Παρίσι, 1996 και Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.
Η ευάερη και ημιαγροτική πτυχή του οικισμού είναι ακόμα πολύ έντονη. Αναγνωρίζουμε στην κάτω αριστερή γωνία το δημαρχείο, στην επάνω αριστερή γωνία το σπίτι του Κωνσταντόπουλου.
Λίγο πιο δεξιά, το Καποδιστριακό σχολείο, δεξιά το Καλλέργιον (και ακριβώς αριστερά του διακρίνονται οι προκαταρκτικές εργασίες για την κατασκευή του Αρχαιολογικού μουσείου). Σε συνέχεια, βλέπουμε το ιστορικό κυπαρίσσι, το εμβληματικό δέντρο που είχε φυτευτεί γύρω στο 1830, κατά την παράδοση, από τον αγωνιστή της Επανάστασης Δημήτριο Καλλέργη. Το πρωί της Τρίτης 3ης Ιανουαρίου 2017, συνεργείο το υλοτόμησε, εξαφανίζοντας παράλληλα και ένα κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του Άργους.
Πίσω από το κυπαρίσσι υπάρχουν παρκαρισμένα λεωφορεία όπου και ο σταθμός του ΚΤΕΛ. Σε συνέχεια, αριστερά, το καφενείο «Πάνθεον» του Φασαρία (Τάσου Αγγελόπουλου), σήμερα «Μυριόφυλλο» και στη γωνία το καφενείο του Φώτη Αλεξόπουλου, εκεί οπού τώρα υψώνεται το ξενοδοχείο «Μορφέας».
Κατά μήκος της δυτικής πλευράς της πλατείας, το καφενείο του Λάζαρου Κούτσα, σήμερα «Ρετρό», το συγκρότημα που περιλαμβάνει το ξενοδοχείο των αδελφών Σαγκανά, το αρχοντικό του μεγαλέμπορου και Δήμαρχου Άργους Χαράλαμπου Μυστακόπουλου, το καφενείο «Θηβαίος» (με το μεγάλο πάνινο κουβούκλιο) και, ακριβώς δίπλα, σχηματίζοντας τη γωνία, το περίφημο «Yali kaféné», που σύντομα έμελλε να δώσει τη θέση του στο πρώτο πολυώροφο κτίριο.
Στο κέντρο ο Καθεδρικός Ιερός Ναός του Σημειοφόρου και Θαυματουργού, Επισκόπου Άργους, Αγίου Πέτρου (852-922). Η θεμελίωση του Ναού, πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1859, εορτή της Αγίας Μαρίνας, με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, από τον Επίσκοπο Αργολίδας Γεράσιμο Παγώνη και τον Δήμαρχο Πέτρο Διβάνη. Τα εγκαίνια του Ναού, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865.

 

Ενώ, για παράδειγμα, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της μετεπαναστατικής περιόδου το Άργος επουλώνει τις πληγές του πολέμου και των διαρκών καταστροφών,[1] στο πλαίσιο του νέου ελληνικού κράτους δε δίνεται έστω η εντύπωση ενός ρυθμού ανάπτυξης, πα­ρά τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες οι οποίες εκφράζονται. Τα πάντα φαίνε­ται να οργανώνονται όχι με βάση τις ανάγκες και τις προοπτικές που δύναται και πρέπει να αναπτύξει στην ευρύτερη περιοχή, αφού έτσι κι αλλιώς α­ποτελεί κέντρο της, αλλά με βάση συγκυριακές κοινωνικο-πολιτικές σχέσεις.

Βλέπουμε για παράδειγμα, ότι βασικοί οδικοί άξονες ή ακόμα έργα υποδο­μής απαραίτητα για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, δεν αποτελούν στοιχεία μιας αυτονόητης αναπτυξιακής διαδικασίας. Αντίθετα όταν συμβαί­νουν, εμφανίζονται ως δώρο ή, στην καλύτερη περίπτωση, ως αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας πολιτικών ανδρών. Έτσι, η σύνδεση της πόλης με την προς Κόρινθο περιοχή παραμένει ζητούμενο για πολλά χρόνια και μόλις προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 πραγματοποιείται με την κατασκευή της γέφυρας του ποταμού Χάραδρου (Ξεριά).[2] Το ίδιο συμβαίνει και με τους οδικούς άξονες σύνδεσης του Άργους με τα υπόλοιπα μεγάλα κέντρα ή περιοχές. Συ­χνά, γίνεται λόγος για τον άξονα Άργους-Ναυπλίου,[3] ενώ σε αρκετά άρθρα περιγράφονται τα οικονομικά οφέλη από την κατασκευή του δρόμου που θα ενώνει το Άργος με το Άστρος Κυνουρίας.[4]

 

Η γέφυρα του ποταμού Χάραδρου (Ξεριά), δεκαετία του 1930.

 

Είναι επίσης γνωστό το πρόβλη­μα των δρόμων μέσα στην πόλη (αστικό οδικό δίκτυο), διότι, εκτός από το γεγονός ότι πρόκειται για χωμάτινους δρόμους, τις περισσότερες φορές και κυρίως το χειμώνα είναι αδιάβατοι.[5] Παράλληλα, το επίπεδο της δημόσιας υγείας είναι από πολύ χαμηλό έως α­νύπαρκτο. Τα δημόσια αποχωρητήρια αποτελούν μια άθλια εικόνα για το σύ­νολο της πόλης.[6] Δεκάδες είναι οι περιπτώσεις καταγγελιών και οι διαμαρτυ­ρίες του τύπου για την καθαριότητα και τα προβλήματα υγιεινής που προκύ­πτουν. Ο Κ. Ολύμπιος, ίσως ο καλύτερος χρονικογράφος του Άργους, περι­γράφει τον τραγέλαφο χρησιμοποιώντας τους στίχους του Σουρή:[7]

«Ο Έλλην δύο δίκαια ασκοί πανελευθέρως

το πέρδεσθαι τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος».

Το πρόβλημα συνεχίζει για χρόνια να απασχολεί την πόλη, παρά τις φιλό­τιμες προσπάθειες των αστυνομικών να μειώσουν την έκταση του φαινομέ­νου[8] και τις διαμαρτυρίες αρκετών εμπόρων και επαγγελματιών.[9] Έτσι, για δεκαετίες ολόκληρες το Άργος παραμένει σ’ ένα υποβαθμισμένο επίπεδο, το οποίο ελάχιστη σχέση έχει με διαδικασίες αστικοποίησης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βρεντάνος Τζιμαρώλη Αντώνιος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», σημείωμα του Συμβολαιογράφου – Ιστορικού ερευνητή κ. Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα με θέμα:

«Αντώνιος Βρεντάνος Τζιμαρωλή».

 

Συχνά πυκνά οι Ναυπλιείς λησμονούν το γεγονός ότι το Ναύπλιο ήταν η πρώτη πραγματικά πολυσυλλεκτική  πόλη του νεότερου ελληνικού κράτους. Άνθρωποι από παντού βρέθηκαν εντός των τειχών της ή και εκτός προερχόμενοι από παντού.

Ο Αντώνιος Βρεντάνος Τζιμαρωλή καταγόταν από την Βαυαρία, όπου κατείχε τίτλο ευγενείας Βαρόνου (Freiherren Brentano de Cimaroli). Είχε σπουδάσει στο βασιλικό πολυτεχνικό σχολείο της Βιέννης και είχε  αποκτήσει πτυχίο.[1] Κάποια χρονική στιγμή θα περιέλθει σε δύσκολη θέση, μάλλον για πολιτικούς λόγους και θα εξοριστεί. Έτσι τέλη του 1850 αρχές του 1851 θα έλθει στην Ελλάδα και θα εγκατασταθεί στο Ναύπλιο. Θα διοριστεί καθηγητής χημείας και πυροτεχνουργίας στο Οπλοστάσιο Ναυπλίου στις 10 Μαρτίου 1851.[2]

 

Καρτ ποστάλ. Το παλατάκι του Καποδίστρια, δεξιά το οπλοστάσιο.

 

Το οπλοστάσιο του Ναυπλίου βρισκόταν στην Βόρειο Ανατολική άκρη της πόλης εντός των τειχών και ήταν ταυτόχρονα οπλοστάσιο, χώρος κατασκευής εκρηκτικών, συντήρησης οπλισμού, κοπής ιματισμού στρατιωτών και κατασκευής σκευής ζώων, ήταν δηλαδή αυτό που σήμερα ονομάζεται εργοστάσιο βάσης του ελληνικού στρατού. Το τεχνικό και διοικητικό προσωπικό του αποτελείτο από πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό, το οποίο προερχόταν σε ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό από Έλληνες που είχαν έρθει από παντού όπου υπήρχε Ελληνισμός. Συγκεκριμένα στα εξαιρετικά εκτεταμένα αρχεία του οπλοστασίου που διατηρούνται στα Γ.Α.Κ.  αναγράφονται ως τόποι καταγωγής του προσωπικού Κωνσταντινούπολη, Κυδωνιές, Κρήτη, Ιωάννινα κ.α., όλοι μορφωμένοι. Στην κεντρική υπηρεσία των Γ.Α.Κ. και στον φάκελο του οπλοστασίου υπάρχουν έγγραφα στα γερμανικά και στα ελληνικά που φέρουν την υπογραφή του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 – Η στάση της επαρχίας Σπετσών και Ερμιονίδας και η εμπλοκή του καπετάν Σταμάτη Μήτσα


 

Η άρνηση του βασιλιά Όθωνα να δεχθεί τα πρόσωπα που πρότεινε και τους όρους που έθεσε ο Κωνσταντίνος Κανάρης για να σχηματίσει κυβέρνηση, όταν του δόθηκε η εντολή τον Ιανουάριο του 1862, απογοήτευσε τον λαό. γιατί πίστευε ότι με την κυβέρνηση του γηραιού πυρπολητή η κατάσταση θα βελτιωνόταν. Έτσι ο βασιλιάς αναγκάστηκε και έδωσε ξανά την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υπασπιστή του Αθανάσιο Μιαούλη, που ορκίστηκε πρωθυπουργός.

 

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κωνσταντίνος Κανάρης (1793-1877). Σπουδαία μορφή του ναυτικού αγώνα κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετέπειτα ναύαρχος και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας σε ένα διάστημα 33,5 ετών (1844, 1848-49, 1864, 1864-65 και 1877) και για 2 χρόνια και 3 μήνες συνολικά. Φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Αθανάσιος Μιαούλης

Μετά τη ματαίωση των προσδοκιών του λαού το κλίμα που δημιουργήθηκε για το Οθωνικό καθεστώς ήταν εξαιρετικά δυσμενές και «το πολιτικό βαρόμετρο», όπως γράφει ο Γιάννης Κορδάτος, «έδειχνε θύελλα  σε όλη την Ελλάδα». Ακολούθησαν, μοιραία, έντονες αντικαθεστωτικές εκδηλώσεις με βασικό κέντρο την Αθήνα που είχε τότε 300.000 κατοίκους.

Γρήγορα, όμως, επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές (νομούς σήμερα), όπως στις Κυκλάδες, Μεσσηνία, Αρκαδία, Λακωνία, Φωκίδα, Φθιώτιδα, Εύβοια, Αιτωλοακαρνανία και Αργολίδα.

Η μεγαλύτερη αντίδραση παρουσιάστηκε στο Ναύπλιο, μια πόλη των 10.000 κατοίκων περίπου από τις μεγαλύτερες τότε της Ελλάδας, που με την εκτόπιση και τη φυλάκιση πολλών αξιωματικών σ’ αυτή εξελίχθηκε στο σημαντικότερο αντικαθεστωτικό κέντρο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η σφαγή του Άργους από τους Γάλλους (4 Ιανουαρίου 1833) – Με αφορμή ένα ξεχασμένο κείμενο του Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Η σφαγή του  Άργους  από τους Γάλλους (4 Ιανουαρίου 1833) –  Με αφορμή ένα ξεχασμένο κείμενο του Δημ. Κ. Βαρδουνιώτη».

 

Τον Ιανουάριο του 1833 ένα μέρος του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος που είχε παραμείνει στην Ελλάδα, και λίγο πριν έρθει ο Όθωνας και οι Βαυαροί στη χώρα, διαπράττει μια μοναδικής αγριότητας σφαγή στην πόλη του Άργους. Περισσότεροι από 250 πολίτες σκοτώνονται μέσα σε  4 ώρες, από τους Γάλλους στρατιώτες στην πόλη. Το ιστορικό γεγονός ξεχάστηκε ιδιαίτερα από την ίδια την πόλη. Ελάχιστες αναφορές έχουν γίνει και η σχεδόν πλήρης απουσία αναλύσεων[1] συνέτεινε στη λήθη!

Τα τελευταία χρόνια η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τα γεγονότα της εποχής εκείνης έδωσε τη δυνατότητα να δημοσιευτούν στον τοπικό κυρίως τύπο διάφορα δημοσιεύματα και να ξεκινήσουν συζητήσεις. Τι ακριβώς έγινε την ημέρα εκείνη; Ποιες ήταν οι αφορμές της σύγκρουσης; Ποια πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της σύγκρουσης; Τα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν με απλουστευτικές ιδέες και θέσεις αλλά με σοβαρή έρευνα. Όμως, όπως και σε πολλά άλλα θέματα, λείπουν απελπιστικά οι πηγές για το σύγχρονο Άργος, γεγονός που δυσκολεύει μια σοβαρή εξέταση της σύγχρονης ιστορίας του και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια ανεύρεσης τεκμηρίων.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Στην προσπάθεια ανακάλυψης τέτοιων τεκμηρίων παρατήρησα πως υπήρχαν κάποιες αναφορές σε ένα κείμενο του Αργείου ιστορικού Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτη για το θέμα αυτό. Το ενδιαφέρον μου για το συγκεκριμένο κείμενο έγινε ακόμη εντονότερο όταν διάβασα το αφιέρωμα του λογοτέχνη Δημ. Φωτιάδη[2] για τη σφαγή του Άργους στην Επιθεώρηση Τέχνης[3].

Το ενδιαφέρον αφιέρωμα στηρίζεται κατά κύριο λόγο στο υπό αναζήτηση κείμενο του Δημ. Βαρδουνιώτη το οποίο, μετά από κοπιαστική αναζήτηση βρέθηκε και έφτασε στα χέρια μου. Πρόκειται για το κείμενο με τίτλο «Η εν Άργει σφαγή» που δημοσιεύτηκε το 1891 στο περιοδικό «Παρνασσός», σε 7 συνέχειες (από τον τόμο ΙΔ) και με έκταση 32 περίπου σελίδων[4]. Το συγκεκριμένο κείμενο αποτελεί μια σημαντική πηγή πληροφοριών και εξέχουσα ανάλυση των γεγονότων για δυο κυρίως λόγους.

  1. Παρότι το συνολικό έργο του σπουδαίου ιστορικού δεν μας είναι γνωστό, στα μέχρι τώρα δημοσιευμένα έργα του αναγνωρίζουμε την επιστημονική μεθοδολογία του και την προσπάθεια αμερόληπτης προσέγγισης των γεγονότων, καθώς επίσης και την επιμονή του στην κατάθεση κάθε σχετικής με το εξεταζόμενο θέμα λεπτομέρειας και πληροφορίας.
  2. Ο Δημήτριος Κ. Βαρδουνιώτης δεν βρίσκεται χρονικά μακριά από τα γεγονότα. Το δημοσιευμένο κείμενό του στον «Παρνασσό» είναι του 1891, δηλαδή μόλις 58 χρόνια μετά τα γεγονότα. Με μεγαλύτερη ευκολία επομένως βρίσκει πηγές πληροφόρησης, γεγονός που του επιτρέπει να τις χρησιμοποιεί στην παρουσίαση και ανάλυσή του γι’ αυτά.

Πράγματι, το κείμενο του Δ. Κ. Βαρδουνιώτη μας δίνει μια συνολική εικόνα των στοιχείων που συνθέτουν την κατάσταση πριν και μετά τη σύγκρουση με τρόπο αναλυτικό και κατά το δυνατόν αντικειμενικό παρά τον ρομαντισμό ο οποίος, μερικές φορές, υπεισέρχεται στο κείμενο μειώνοντας τη σημασία της μεθοδολογίας που ακολουθεί. Για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου, θα παρουσιάσω συνοπτικά τα βασικά στοιχεία της παρουσίασης που επιχειρεί ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κλωστοϋφαντουργία Αδελφοί Ρετσίνα – Η άνοδος και πτώση ενός κολοσσού. Αναδρομή στην πορεία της κλωστοϋφαντουργίας του Πειραιά (1872-1981), η οποία υπήρξε μια από τις σημαντικές οικογενειακές επιχειρήσεις στη χώρα –  Λήδα Παπαστεφανάκη


 

Ο βιομήχανος και δήμαρχος Πειραιά Θεόδωρος Ρετσίνας, τέλη 19ου αιώνα (αρχείο Ρετσίνα – Συλλογή Α. Δρούλια).

Η κλωστοϋφα­ντουργία Ρετσίνα, ιδρυμένη το 1872 στον Πει­ραιά από τους αδελφούς Θεόδωρο, Αλέξανδρο και Δημήτριο Ρετσίνα, εξελίχτηκε στη μεγαλύ­τερη της χώρας και κυριάρχη­σε στην εσωτερική αγορά μέχρι περίπου τις παραμονές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο πα­τέρας των τριών αδελφών Γε­ώργιος Ρετσίνας, καταγόμενος από το Άργος, υπήρξε από τους πρώτους οικιστές του Πειραιά. Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην καινούργια πόλη νωρίς τη δεκαετία του 1830, όπου ασχολήθηκε με ποικίλες επιχειρηματικές δραστηριότη­τες, επένδυσε στην αγορά γης και διατηρούσε οινοπνευματοποιείο από το 1835.

Οι γιοι του ασχολούνται και αυτοί από νωρίς με εμπορικές επιχειρήσεις. Ο Δημήτριος είναι ήδη έμπορος το 1853. Η ομόρρυθμος εταιρεία Αδελφοί Ρε­τσίνα συστήνεται το 1864. Έως το 1872, έτος ίδρυσης του νη­ματουργείου τους, οι αδελφοί Ρετσίνα ασχολούνται με εμπο­ρικές επιχειρήσεις, ναυτασφάλει­ες και αγοραπωλησία γης στον Πειραιά. Η πρωταρχική συσσώ­ρευση κεφαλαίων της οικογένει­ας Ρετσίνα πρέπει να πραγματο­ποιήθηκε μέσω του εμπορίου και της αγοραπωλησίας γης και όχι μέσω της βιοτεχνίας.

 

Από τις 10.000 στις 25.000 ατράκτους

 

Το 1872, εποχή του πρώτου κύματος εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα, οι αδελφοί Ρετσίνα προχωρούν στο βιομηχανικό εγχείρημα. Στην περιοχή Λεύ­κα του Πειραιά, μακριά από το κέντρο της πόλης, στο βορεινό τμήμα της βιομηχανικής ζώνης που βρισκόταν τότε στις αρχές της διαμόρφωσής της, εγκαινιά­στηκε το 1872 το νηματουργείο με 5.000 ατράκτους και ατμο­μηχανή 60 ίππων. Αμέσως μετά τα εγκαίνια του νηματουργείου ο Δημήτριος Ρετσίνας (Άργος 1825 – Παρίσι 1916) αποχωρεί από την επιχείρηση πουλώντας το μερίδιό του στον αδελφό του Θεόδωρο και εγκαθίσταται στο Παρίσι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λυρικοί ποιητές, διθυραμβοποιοί και μουσικοί της Ερμιόνης του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ.


 

Η αρχή της ελληνικής μουσικής χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ο απόηχος εκείνης της πραγματικότητας κρύβεται σε παμπάλαιους μύθους, που η σύγχρονη επιστήμη, έχοντας πλέον στη διάθεσή της ένα πλήθος πληροφοριών από ανασκαφές σε ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο, καλείται σήμερα να απομυθοποιήσει, ώστε να αποκαλυφθεί η ιστορικά αλήθεια που έχει ταφεί κάτω από τους μύθους αυτούς.

Η εμφάνιση της αρχαίας ελληνικής μουσικής χάνεται στους απώτερους προϊστορικούς χρόνους (πολύ πριν από το 1100 π.Χ.). Συγκεκριμένη χρονολογία εμφάνισής της δεν μπορεί να ορισθεί, γιατί τα αρχαιολογικά ευρήματα μεταθέτουν διαρκώς τα όρια αυτά όλο και σε παλαιότερες εποχές.

Στους Αρχαϊκούς  χρόνους  (750 έως 479 π.Χ.), οι σχετικές πληροφορίες είναι αρκετές, ώστε να είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε μια περισσότερο σαφή εικόνα για τη μουσικά κίνηση της εποχής. Φαίνεται ότι σε ολόκληρη την Ελλάδα τότε, πριν από τους περίφημους χρόνους της Κλασικής Αρχαιότητας,  είχαμε μια εποχή ακμής, μια θαυμαστή ανάπτυξη της μουσικής. Τότε παρουσιάζονται μεγάλες μουσικές μορφές, όπως ο Τέρπανδρος, ο Κηπίων, ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Αλκμάν, ο Αριστόνικος, ο Ιέραξ, ο Σακάδας, ο Λάσος, ο Σιμωνίδης και πολλοί άλλοι, που πραγματοποίησαν βασικές και κεφαλαιώδεις μεταρρυθμίσεις στη μουσικά.

 

Κιθαρωδός σε ερυθρόμορφο αττικό αμφορέα του 5ου π.Χ. αιώνα του αγγειογράφου Ανδοκίδου. Παρίσι Μουσείο Λούβρου, G 1. Φωτογραφία της RMN. Φωτογράφος Hervé Lewandowski.

 

Έχει ενδιαφέρον ότι μεταξύ των τετρακοσίων (400) ποιητών και μουσικών της Αρχαίας Ελλάδας, των οποίων τα ονόματα διασώθηκαν, οκτώ κατάγονταν από την Ερμιόνη.

Το φιλόμουσο πνεύμα των Ερμιονέων, όπως διηγείται ο Παυσανίας φαίνεται και στην ετήσια διοργάνωση του «τρίαθλου», δηλαδή των αγώνων μεταξύ των νέων που περιλάμβανε μουσική, κολύμβηση και ιστιοπλοΐα. Στους νικητές εκείνων των αγώνων, που τελούνταν προς τιμή του Διόνυσου του Μελαναίγιδος, δίνονταν και ανάλογα έπαθλα.[1]

Ήδη η πόλη-κράτος της Ερμιόνης από τον 6ο π.Χ. αιώνα είχε αρχίσει να προβάλει ως ιδιαίτερα ισχυρό και εύπορο κράτος με «αιχμή του δόρατος» το εμπόριο και τη βαφή της ονομαστής πορφύρας.

Η οικονομική αυτή ευημερία βοήθησε την ανάπτυξη των Γραμμάτων και των Τεχνών και γενικότερα του Πολιτισμού της Ερμιόνης. Υψώθηκαν ονομαστοί ναοί και βωμοί, αποτυπώθηκαν θαυμάσιες επιγραφές, διασώθηκαν τα ονόματα και τα έργα λαμπρών μουσικών, διοργανώνονταν περίφημοι αθλητικοί αγώνες, ενώ οι αρχαίοι Ερμιονείς, όπως οι ιστορικοί μάς παρέδωσαν, συμμετείχαν στις κορυφαίες μάχες των Ελλήνων εναντίον των Περσών.

Μουσικοί της αρχαιότητας από την Ερμιόνη ήσαν ο ονομαστός Λάσος ο Ερμιονεύς, ο διθυραμβικός ποιητής Κηκείδης, ο κιθαρωδός και ποιητής Κυδίας, ο αυλητής Θεόπομπος, ο κιθαριστής Επικλής, οι ποιητές – μουσικοί Πυθοκλής και Παντοκλής και ο ταλαντούχος ποιητής κωμωδιών Ευάγης ο Υδρεάτης.  (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »