Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Παρουσίαση του βιβλίου του Νικολάου Γ. Τόμπρα – «Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009»,  Σάββατο 12 Ιουνίου στις 7.30 το βράδυ στο «Φουγάρο».


 

Το βιβλίο «Οι Συμβολαιογράφοι, Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου, 1831 – 2009», του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα εν ενεργεία συμβολαιογράφου Ναυπλίου, αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πέντε περίπου ετών στα οποία ο συγγραφέας με επίπονη προσπάθεια, κόπο και συστηματική έρευνα κατάφερε να συγκεντρώσει στοιχεία για τους συνάδελφούς του  και να προσδιορίσει την περίοδο που υπηρέτησαν τον θεσμό της Συμβολαιογραφίας, θα παρουσιαστεί το Σάββατο 12 Ιουνίου στις 7.30 το βράδυ στο «Φουγάρο» Ασκληπιού 98, στο Ναύπλιο.  

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

 

  • Η Χαρίκλεια Δημακοπούλου, Ιστορικός του Δικαίου των Θεσμών, δικηγόρος, δημοσιογράφος και συγγραφέας.
  • Ο Ιστορικός – Αρχειονόμος, πρώην διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Αργολίδας, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος.
  • Η Σταματίνα Γκόγκα Μάνατζερ ανάπτυξης αναλυτικών προγραμμάτων, Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος  του Πανεπιστημίου Harvard.

Την εκδήλωση συντονίζει η Μαρία Ζορέγκου δικηγόρος και μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου.   

Συμμετέχει το σωματείο «Φίλοι των Γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) Αργολίδας».

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Ενώ ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία εξελίσσεται και η προσπάθεια για τη δημιουργία σύγχρονου Ελληνικού Κράτους εντατικοποιείται, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων θεσμών και σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Ένας από τους πρώτους θεσμούς που θα ιδρυθεί είναι και αυτός της Συμβολαιογραφίας. Η πορεία σύλληψης και εξέλιξής του και οι δημόσιοι λειτουργοί που τον υπηρέτησαν στην πρώτη επίσημη πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, κατά τη διάρκεια του 19ου  αλλά και του 20ου  αιώνα, αποτελούν το αντικείμενο αυτού του πονήματος.

Η προσωπική και επαγγελματική πορεία των συμβολαιογράφων του Ναυπλίου, που ήρθαν από κάθε σημείο του ορίζοντα όπου υπήρχε Ελληνισμός, είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν Φιλικοί, έμποροι, κτηματίες, τραπεζικοί, γραφείς, υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, δικαστές, δικηγόροι, κατάσκοποι, πολεμιστές, άνθρωποι των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές, δωρητές, πολιτικοί, απόφοιτοι της Νομικής, αν και όχι πάντα, απλοί συμβολαιογράφοι, συνδικαλιστές. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη και χωρίς κανένα κενό αλυσίδα λειτουργών του θεσμού.

Παράλληλα, εξετάζεται η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί αυτού στην πόλη καθώς και η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του.

Το Ναύπλιο αποτέλεσε μια πολυπολιτισμική πόλη και οι κάτοικοί του προσήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Οδησσό, τη Χίο. την Κρήτη, την Μακεδονία, την Κέρκυρα και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ήταν Έλληνες και ξένοι φιλέλληνες, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η ιστορία τους αποτελεί μέρος της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου, της επαρχίας Ναυπλίας αλλά και του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

 

Επιμέλεια

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Βιβλιοθήκης

 

Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821 – Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης, Καθηγητής Τμήματος Ιατρικής, Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών Υγείας Α.Π.Θ.


 

Εισαγωγή

 

Η περίοδος της Οθωμανικής καταδυνάστευσης, παρά τη μακραίωνη διάρκειά της, υπήρξε για την ομαδική συνείδηση των υπόδουλων Ελλήνων μια διαρκής προσωρινότητα, μέσα στην οποία καλλιεργήθηκε η μόνιμη αιτιολογία της εθνικής παλιγγενεσίας και η απελευθερωτική ιδεολογία των αλυτρώτων.

Το όραμα για την επανασυγκρότηση του δικαιούχου κράτους που καταλύθηκε το 1453 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, υπήρξε όχι μόνο παθητική μνήμη συντήρησης της ιδέας της ελευθερίας, αλλά και ενεργητική υπενθύμιση ενός ανοιχτού λογαριασμού, που περνούσε από γενεά σε γενεά και όταν ευνοούσαν οι τρέχουσες συγκυρίες, εκδηλωνόταν ως εξέγερση.

Στα τετρακόσια χρόνια της Τουρκοκρατίας έχει καταγραφεί αξιοσημείωτος αριθμός εξε­γέρσεων ποικίλης εμβέλειας, οι οποίες ανεξάρτητα από την ατυχή έκβασή τους λειτούργησαν ως πεδία ζύμωσης αξιών και συσσώρευσης εμπειριών, που συνέτειναν στο έπος του απελευθερωτικού αγώνα του 1821 και στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

 

Μεταφορά τραυματία από τη μάχη. Άγνωστος ζωγράφος. Λάδι σε μουσαμά, 60 x 50 εκ. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη, Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Για την επιτυχή έκβαση ενός απελευθερωτικού αγώνα της σημασίας και της διάστασης της ελληνικής επανάστασης του 1821 απαραίτητες προϋποθέσεις υπήρξαν, αφενός η ψυχική προετοι­μασία των υπόδουλων Ελλήνων και αφετέρου η δημιουργία της ενδεδειγμένης υποδομής, που αφο­ρούσε, μεταξύ άλλων, στη συγκρότηση αξιόμαχων δυνάμεων, στην εξασφάλιση πόρων και εφοδίων και στην οργάνωση επιμελητείας.

Η ανάπτυξη των χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων είχε ως βάση τα σώματα των κλεφτών και των αρματολών, ενώ οι ναυτικές δυνάμεις οργανώθηκαν σταδιακά με την μετατροπή των σιτοκάραβων [1] της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών σε πολεμικά πλοία. [2] Η εξασφάλιση πόρων και εφοδίων υπήρξε αρχικά ευθύνη της Φιλικής Εταιρείας [3] και στη συνέχεια των συγκροτηθέντων αρ­χών της επανάστασης, όπως της Πελοποννησιακής Γερουσίας, του Αρείου Πάγου και άλλων. [4]

Οι συνεχείς, όμως, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουρ­γία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων, δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων. Διαβάστε τη συνέχεια »

Λάμπρου Νικόλαος (Κόλιας) ή καπετάν Κρανιδιώτης του Γκίκα


 

Κρανιδιώτης κτηματίας, μπουλουξής σώματος ατάκτων, 30 ετών κατά την έναρξη της Επαναστάσεως. Στις 4 Απριλίου 1821 ηγήθηκε της κάτω ναχαΐτικης πλαγιοφυλακής 200 αντρών που κατευθύνθηκε προς το Ναύπλιο από τον παράλιο δρόμο (εξωτερικό δρομολόγιο). Έλαβε μέρος στις πολιορκίες Ναυπλίας, δεύτερη Κορίνθου και Νεοκάστρου.

Λάμπρου Νικόλαος (Κόλιας) ή καπετάν Κρανιδιώτης

Συμμετείχε στις μάχες Άργους κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε στην παρειά, Δερβενακίων, Μύλων, Βερβένων, σε διάφορες άλλες κατά των Αιγυπτίων, καθώς και στην εκστρατεία του Πειραιά επικεφαλής 150 αντρών. Μετά τον θάνατο του παπα-Αρσένη Κρέστα ανέλαβε μαζί με άλλους Κάτω Ναχαΐτες οπλαρχηγούς την αρχηγία των όπλων του Κάτω Ναχαγιέ. Από τις 18 Ιουνίου 1822 και έως την κάθοδο του Δράμαλη διετέλεσε φρούραρχος στο Μπούρτζι. Στις 24 Ιουνίου 1823 ανέλαβε την επιστράτευση στο Κρανίδι. Στις 3 Ιουλίου 1824 έλαβε τον βαθμό του στρατηγού (ΑΕΠ –  Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας).

Κατά το 1823 εξελέγη βουλευτής Κάτω Ναχαγιέ και διορίσθηκε Επιστάτης εσόδων της επαρχίας του. Χρημάτισε δημογέροντας Κρανιδίου κατά τα έτη 1823, 1824 και Εκλέκτορας του χωριού του το 1824 και 1829. Διαβάστε τη συνέχεια »

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Αναστάσιος Ν.  (1773;-1839)


 

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Αναστάσιος[1] του Νικόλα και της Κατερίνας. Κρανιδιώτης Καπετάνιος. Ναυτικός – πειρατής με προεπαναστατική δράση, ο οποίος κατείχε και ιατρικές γνώσεις. Μαζί με τα αδέλφια του Γιώργη και Γκίκα ανέπτυξε αντιπειρατική δράση κατά των κουρσάρων της Βορείου Αφρικής. Τον Ιούνιο του 1798 κατατάχθηκε μαζί με τον αδελφό του Γκίκα στην νεοσχηματιζομένη Ελληνική Λεγεώνα (Legion Grecque) του γαλλικού στρατού.

Μονοχάρτζης Αναστάσιος

Συμμετείχε στη μάχη των Πυραμίδων κατά τη διάρκεια της γαλλικής Εκστρατείας της Αιγύπτου (21 Ιουλίου 1798), καθώς και στη ναυμαχία του Αμπουκίρ (1-2 Αυγούστου 1798), κατά τη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε στην αριστερή παρειά από εχθρικό σπαθί. Αγωνιζόμενος, επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και γενναιότητα. Για τις υπηρεσίες του προς τη Γαλλική Δημοκρατία τιμήθηκε με τον αργυρούν Σταυρό της Λεγεώνος της Τιμής (Legion d’ Honeur). Μετά την καταστροφή των Γάλλων, στην Αίγυπτο, κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία και να καταφύγει στην Κρήτη. Συνέχισε τα επόμενα δύο χρόνια με τον Γκίκα να τροφοδοτεί παράνομα την αποκλεισμένη από τους Άγγλους, Γαλλία, και παράλληλα να καταδιώκει τους κουρσάρους της Βορείου Αφρικής. Το γαλλικό κράτος δεν απέδωσε σε αυτόν και τον αδελφό του Γκίκα, το ποσόν των 60.000 γροσίων που τους είχε υποσχεθεί για την προσφορά τους στη Δημοκρατία. Το 1818 καταδίωξε κουρσάρικα στη θαλάσσια περιοχή της Κρήτης.

Όταν ξέσπασε  η Επανάσταση ήταν 48 ετών. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυπλίου όπου διακρίθηκε κατά την ατυχή επίθεση της 4 Δεκεμβρίου 1821, όταν εισπήδησε πρώτος στο νότιο τείχος του Ναυπλίου εξουδετερώνοντας έναν από τους Τούρκους φρουρούς μέσα στο φυλάκιό του, αδιαφορώντας προκλητικά για το εχθρικό σφοδρό πυρ. Συμμετείχε επίσης στην πολιορκία της Τριπόλεως, κατά την άλωση της οποίας απώλεσε 8 άντρες. Στις 30 Οκτωβρίου 1821 ευρισκόμενος στην Τρίπολη, έχασε τον έλεγχο των αντρών του οι οποίοι εξόντωσαν 200 Τούρκους προεστούς και Εβραίους, με τις οικογένειές τους, προκαλώντας την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων. Για την πράξη του αυτή κρίθηκε βαθμολογικά στάσιμος. Διαβάστε τη συνέχεια »

Επετειακή μελέτη για τα 190 χρόνια από το μυστηριώδη θάνατο του Λόρδου Βύρωνα (1788−1824)


 

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις θεωρίες που σχετίζονται με το θάνατο του Λόρδου Βύρωνα, με κυρίαρχη αυτή της ελονοσίας. Το ιατρικό προφίλ του Βύρωνα συνίστατo σε επαναλαμβανόμενες εμφανίσεις πυρετικών κρίσεων, οι οποίες αναδύουν τη θεωρία της υποτροπιάζουσας χρόνιας ελονοσίας. Επί πλέον, τα στοιχεία από τα βρετανικά ιατρικά αρχεία των Ιονίων Νήσων σχετικά με την ενδημική φύση της ασθένειας στη δυτική Ελλάδα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα αυξάνουν την πιθανότητα μιας εκ νέου μόλυνσης κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του Βύρωνα. Το παράδειγμα των χρόνιων πυρετών του Βύρωνα αναδύει ένα σύγχρονο ιατρικό πρόβλημα, τη διάγνωση της εισαγόμενης ελονοσίας από ταξιδιώτες ή μετανάστες και την ανάγκη λήψης λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού, το οποίο θα θέσει την υποψία της ελονοσίας στη διαφορική διάγνωση.

 

Λόρδος Βύρωνας: Ταγματάρχη Πάρρυ, τι νομίζεις ότι μου συμβαίνει; Οι γιατροί

δεν γνωρίζουν την αρρώστιά μου; Τι θα μου έκανε καλό;

Ταγματάρχης Πάρρυ: Το μπράντυ Λόρδε μου! Μόνο το μπράντυ μπορεί να σε σώσει!

Julius Millingen

«Οι τελευταίες ημέρες του Λόρδου Βύρωνα»

Λονδίνο 1831

 

  1. Ο Λόρδος Βύρωνας και η Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Βρετανός ποιητής, πολιτικός και φιλέλληνας, Λόρδος George Noel Gordon Byron,  γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1788 στο Λονδίνο και απεβίωσε κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου 1824.

 

Λόρδος Βύρωνας, χαλκογραφία των G. Sanders και Ε. Finden (1827). Μια προσωπογραφία του ποιητή, σε νεαρή ηλικία. Έχει την υπογραφή του και αφιέρωση στον εκδότη του John Murray.

 

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 κέρδισε γρήγορα τη συμπάθεια των Ευρωπαίων διανοούμενων, αλλά όχι και των πολιτικών. Σύμφωνα με το πολιτικό πνεύμα του Συνεδρίου της Βιέννης (1814−1815) μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, οι επαναστάσεις των λαών αποτελούσαν απειλή για τις μοναρχίες των ευρωπαϊκών χωρών και διατάραξη του πολιτικού status quo της εποχής. Το ελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου ιδρύθηκε στις 3 Μαρτίου 1823 με πρωτοστάτη τον Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ) και συμπεριέλαβε στις τάξεις του σημαίνοντα μέλη της βρετανικής αριστοκρατίας.

 

Sir John Bowring (Σερ Τζον Μπάουριγκ 1792-1872), έργο του B.E. Duppa’s, γύρω στα 1850, λιθογραφία. Ιδρυτής του Ελληνικού Κομιτάτου του Λονδίνου το οποίο συστάθηκε στις 3 Μαρτίου 1823, με κύριο σκοπό την υποστήριξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Sir John Bowring ήταν Βρετανός πολιτικός, οικονομολόγος, πολύγλωσσος συγγραφέας και ο 4ος Κυβερνήτης του Χονγκ Κονγκ.

 

Το Κομιτάτο του Λονδίνου, αν και άργησε να ιδρυθεί σε σχέση με τα αντίστοιχα άλλων ευρωπαϊκών πόλεων (Μαδρίτη, Στουτγάρδη, Μόναχο, Ζυρίχη, Βέρνη, Γένοβα, Παρίσι, Μασσαλία), κατόρθωσε ωστόσο τάχιστα να συλλέξει χρήματα, όπλα και φάρμακα για τους Έλληνες. Όταν το Κομιτάτο αναζητούσε ηγέτη για την αποστολή στην Ελλάδα, ο Βύρωνας βρισκόταν στην Ιταλία και είχε εμπλακεί στην επανάσταση των αντιμοναρχικών Καρμπονάρων. Στα μάτια της συντηρητικής Ευρώπης, ο Βύρωνας αποτελούσε δυνητικά μια πηγή κινδύνων για τις κυβερνήσεις λόγω των επαναστατικών ιδεών του, αλλά πολλοί δεν ελάμβαναν σοβαρά τις ενέργειές του πιστεύοντας ότι επρόκειτο για άλλη μια νεανική τρέλα του εκκεντρικού ποιητή με τον έκλυτο και ταραχώδη προσωπικό βίο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κατάσκοπος της ιταλικής αστυνομίας, Luigi Torelli, στην έκθεσή του με τίτλο Arcana politicae anticarbonariae: «Ο φημισμένος ποιητής, Λόρδος Βύρωνας, αν δεν είχε τη φήμη του τρελού, θα έπρεπε να παρακολουθείται από τις αστυνομίες όλης της Ευρώπης!».[1] Διαβάστε τη συνέχεια »

«η κόρη της Λασκαρίνας» | Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο της Καλομοίρας Αργυρίου – Κουμπή, με τίτλο «η κόρη της Λασκαρίνας». Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα με κεντρικό πρόσωπο την κόρη της Λασκαρίνας, Ελένη Μπούμπουλη.

 Η Ελένη Μπούμπουλη μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια της Επανάστασης που καθόρισε και τη ζωή της. Η μοίρα της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μοίρα της Ελλάδας και τις ιστορικές εξελίξεις της εποχής, μ’ ένα τρόπο δραματικό.

 Από τα Ορλωφικά, πολύ πριν γεννηθεί, μέχρι και την περίοδο του Όθωνα, τα γεγονότα εξυφαίνουν τις συνθήκες της δικής της ζωής και προδιαγράφουν την πορεία της.

 Η Ελένη δεν είναι ηρωίδα. Δεν πολεμάει στα στρατόπεδα με ορατούς εχθρούς. Δίνει μέσα της τη δική της μάχη για να κρατηθεί όρθια και να μη χάσει τον εαυτό της στη λαίλαπα των περιστάσεων. Είναι μια νέα γυναίκα που διψάει για ζωή κι εισπράττει θάνατο…

 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε αποκτήσει από τους δύο γάμους της 7 παιδιά. Τρία με το Δημήτριο Γιάννουζα (Γιάννο, Γεώργιο και Μάρω) και τέσσερα με το Δημήτριο Μπούμπουλη (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο).

Η φιλία της με τον Κολοκοτρώνη με τον οποίο συναντήθηκε λίγες μέρες πριν την πτώση της Τριπολιτσάς, όταν έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο, οδήγησε στη συγγένεια μεταξύ τους με το γάμο των παιδιών τους, του Πάνου και της Ελένης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, έγινε ο αρραβώνας τους και δυο μέρες μετά την πτώση του Ναυπλίου στα χέρια των Ελλήνων έγινε ο γάμος τους.

 

Ελένη Μπούμπουλη, Benjamin Mary. Δημοσιεύεται στο «Ελληνικές προσωπογραφίες (1840-1844)», εκδόσεις Λούσυ Μπρατζιώτη, Αθήνα 1992, σελ.40.

 

«η κόρη της Λασκαρίνας», το παραπάνω σχέδιο της Ελένης Μπούμπουλη, του Βέλγου διπλωμάτη Benjamin Mary, «ζωντάνεψε» στο εξώφυλλο του βιβλίου η Ελένη Κουμπή, φορώντας γιλέκο από τη συλλογή του Λυκείου Ελληνίδων, ενώ το φόρεμα είναι από τη συλλογή της συγγραφέως, η οποία και το δημιούργησε.

 

Στην πομπή των νικητών που μπήκαν στο Ναύπλιο, η Μπουμπουλίνα έφιππη συνοδευόταν από την κόρη της Ελένη και το γαμπρό της Πάνο που είχε οριστεί από τον Υψηλάντη Φρούραρχος Ναυπλίου. Μετά την κατάληψη του Παλαμηδιού, 30 Νοεμβρίου 1822, η Κυβέρνηση παραχώρησε στη Μπουμπου­λίνα ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, όπου και εγκαταστάθηκε. Γυρνούσε στο Ναύπλιο και στον κάμπο έφιππη ως αμαζόνα ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτών κι επευφημείτο από τα πλήθη που την αποκαλούσαν «κυρά του Ναυπλίου». Διαβάστε τη συνέχεια »

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου  | «Τα  Δημοτικά Σχολεία του  Δήμου Ερμιόνης (1863 – 1899)»


 

Με τον παραπάνω τίτλο κυκλοφόρησε το πέμπτο βιβλίο, του Γιάννη Σπετσιώτη και της Τζένης Ντεστάκου, στη σειρά «Η Εκπαίδευση στην Ερμιονίδα κατά την πρώτη 100/ετία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους».

Το βιβλίο αναφέρεται στη λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Ερμιόνης στη μετά τον Όθωνα εποχή (1863 -1899) με τον ονομαστικό κατάλογο των 121 εξετασθέντων μαθητών κατά τις θερινές εξετάσεις του σχολικού έτους 1865 – 1866, στη σύσταση και λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Θηλέων Ερμιόνης (1877 – 1899) με τον ονομαστικό κατάλογο των 96 μαθητριών του σχολικού έτους 1885 – 1886 και στη λειτουργία του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων, του  δεύτερου Δημοτικού Σχολείου του Δήμου Ερμιόνης, κατά το σχολικό έτος 1865 – 1866, του τελευταίου χρόνου πριν από τον διαχωρισμό του Δήμου Ερμιόνης σε δύο Δήμους, Ερμιόνης και Διδύμων με τον ονομαστικό κατάλογο των εξετασθέντων μαθητών του Σχολείου έτους 1866.

 

Στον πρόλογο του βιβλίου διαβάζουμε:  

 

Τα  Δημοτικά Σχολεία του  Δήμου Ερμιόνης (1863 – 1899)

Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την έξωση του Όθωνα (1862) μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα (1899) ήταν πολύ δύσκολα για τη Χώρα, αφού είχε να αντιμετωπίσει δύο πολέμους (1885 – 1886 και 1897), μια πτώχευση (1893) και δύο αναδιαρθρώσεις (1879 και 1898). Μέσα σ’ αυτή την «Εθνική αρρυθμία» θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξη των εκπαιδευτικών θεμάτων στις επόμενες σελίδες του βιβλίου.

Προέχει βέβαια η παρουσίαση της λειτουργίας των δύο Δημοτικών Σχολείων (Αρρένων και Θηλέων) της Ερμιόνης, καθώς και του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων κατά το σχολικό έτος 1865 – 1866, μέσω της καταγραφής των σημαντικότερων εκπαιδευτικών γεγονότων που συνέβησαν και της αιτιολόγησής τους.

Έτσι, με το βιβλίο αυτό, που αποτελεί τη συνέχεια των δύο προηγούμενων, ολοκληρώνεται η έρευνά μας για την Ιστορία της Εκπαίδευσης στην Ερμιόνη κατά τον 19ο αιώνα. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η συμμετοχή του Ράσου εις την Επανάσταση του ’21 – † π. Γεώργιος Μεταλληνός


 

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστα­σή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος-οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας. [1] Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων – καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως -, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελλη­νικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαϊκής Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών». [2] Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

 

«Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας»

 

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου – και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου – στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών. [3] Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα – έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης – ήτο ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι». [4]

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επανεστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας».[5]

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς, όμως, εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησε περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν».[6]

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.[7]

Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)[8] κ.ά.

Ο Ησαΐας Σαλώνων, έργο Δ. Βασιλείου, ελαιογραφία σε μουσαμά, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «Δελτίον» της Ο.ΛΜ.Ε.,[9] για να διαπιστώσει πώς αυτούσιες οι ιδε­ολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά, όμως, ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας, που έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα- Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων. Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»!

Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την Επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη- Μπιμπίκου κ.ά. [10]. Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μια με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει, όμως, τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνα­τότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας. Διαβάστε τη συνέχεια »

Η Χουρμαδιά τ’ Αναπλιού – Χρήστος Πιτερός


 

Και μια κουρμαδιά, λαβωμένη απ’ τις μπάλες

ζούσε μάρτυρας άφωνος τόσων αιμάτων.

Στέφανος Δάφνης

Από την «Πύλη τη Στεριά» / στ’ Ανάπλι ως με την Κουρμαδιά.

Αναπλιώτης

Τη νύχτα της 13ης  Δεκεμβρίου 2008, το παλιότερο δέντρο της παλιάς πόλης του  Ναυπλίου, ο λυγερόκορμος φοίνικας, η χουρμαδιά τ’ Αναπλιού που έστεκε στα Πέντε Αδέλφια, ορόσημο του άκρου της πόλης, ακοίμητος φρουρός της νεότερης ιστορίας, μπροστά στην έπαυλη «Αμυμώνη» του ποιητή και λάτρη του Ναυπλίου, Θ. Κωστούρου, μας άφησε χρόνους.

Το υπεραιωνόβιο δένδρο είχε την ίδια ηλικία με το ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος και σύμφωνα με το θρύλο το φύτεψε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Η χουρμαδιά κατάφερε να επιβιώσει ως την εποχή μας με περιπέτειες από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη δεκαετία του 1950 γλύτωσε από την μεταπο­λεμική τουριστική «αξιοποίηση» με την κατεδάφιση σημαντικών παρακείμενων νε­οκλασικών κτιρίων της παλιάς πόλης για την κατασκευή, από τον EOT, του ξενοδο­χείου «Αμφιτρύων».

 

Βίλα «Αμυμώνη» με τη χουρμαδιά από Δ.

 

Το ξενοδοχείο Αμφιτρύων, αρχικά προβλεπόταν να επεκταθεί ακόμα δυτικότε­ρα και στο χώρο της χουρμαδιάς, αλλά η αγάπη του ποιητή και λάτρη τ’ Αναπλιού Θ. Κωστούρου πρόβαλε ως ασπίδα σωτηρίας την παράδοση, ότι το δέντρο αυτό το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, με αποτέλεσμα να μην επεκταθεί το ξενοδοχείο και να εναρμονισθεί κατά το δυνατόν καλύτερα με τον προμαχώνα Πέ­ντε Αδέλφια και τα γειτονικά μνημεία της πόλης.

Αλλά ας παρακολουθήσουμε για λίγο από κοντά τη χουρμαδιά τ’ Αναπλιού στα Πέντε Αδέλφια από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι το ξαφνικό τέλος της, με τον περιβάλλοντα ιστορικό χώρο, ο οποίος μέσα στο διάβα δυο αιώνων περίπου άλλαξε αρκετές φορές πρόσωπο. Η φοινικιά τ’ Αναπλιού είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό προφανώς λίγα χρόνια πριν από την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα το 1828, το πιθανότερο στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Το δένδρο εικονίζεται ήδη το 1833, όταν ήταν ακόμα μικρό, σε υδατογραφία του G. Haubenschmidt,[1] την εποχή των Βαυαρών σε ελεύθερο χώρο αμέσως δυτικά από το στρατιωτικό Διοικητήριο και αργότερα Φρουραρχείο της πόλης με φόντο το Μπούρτζι, σ’ ένα ήρεμο τοπίο, με Βαυαρούς αξιωματικούς και φουστανελοφόρους.

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

Σε άλλο πίνακα γύρω στα 1836 του Peytier, ο φοίνικας έχει σημαντικά μεγαλώσει και προεξέχει από τη στέγη ενός ισόγειου κτίσματος, μαγειρείου (;) ενώ στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα εικονίζεται σε φωτογραφία του 1934 δίπλα σε διώροφο  κτίριο, το οποίο στη δεκαετία του 1950 μαζί με τα παρακείμενα νεοκλασικά κτίρια κατεδαφίστηκε για την ανέγερση του ξενοδοχείου «Αμφιτρύων». Διαβάστε τη συνέχεια »

Η οργάνωση του ένοπλου αγώνα (1821-1827): Προτεραιότητες και εμφύλιες διαμάχες – Δημήτρης Μαλέσης


 

Η μορφή και ο τρόπος οργάνωσης ενός στρατεύματος κατά τη διάρκεια ενός πολέμου -ιδιαίτερα όταν αυτός είναι πολυετής – συνιστά ένα ουσιώδες ζήτημα, από το όποιο εξαρτάται εν πολλοίς και η αίσια έκβασή του. Για την ελληνική ηγεσία, πολιτική και στρατιωτική, του Αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821 το πρόβλημα τέθηκε μετ’ επιτάσεως από την πρώτη στιγμή και αποτέλεσε βασικό αίτιο για να διατυπωθούν διαφορετικές και συγκρουόμενες απόψεις, να εκδηλωθούν έριδες αλλά και να προκαλέσουν εμφύλιες ρήξεις, οι όποιες θα δοκιμάσουν με τη σειρά τους τα όρια και τις αντοχές της επαναστατικής προσπάθειας.

Για τους Έλληνες το πρόπλασμα για τον στρατιωτικό μηχανισμό υπήρξε ασφαλώς η προεπαναστατική κλεφταρματολική παράδοση.[1] Ήταν αναμενόμενο οι άνδρες εκείνοι που στελέχωναν τις συγκεκριμένες ομάδες στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο επί δεκαετίες να επωμισθούν το κύριο βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων από την πρώτη στιγμή. Και αν το πρώτο διάστημα της Επανάστασης χαρακτηριζόταν περισσότερο από τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό, η μακροχρόνια προοπτική των πολεμικών επιχειρήσεων έθετε αναπόφευκτα το ζήτημα της λυσιτελέστερης οργάνωσης του στρατιωτικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση ενός αντιπάλου οργανωτικά και αριθμητικά υπέρτερου.

Επικεφαλής των πρώτων ομάδων, των «μπουλουκιών» όπως αποκαλούνταν σε πολλές περιπτώσεις, θα τεθούν εκείνοι που κατείχαν ήδη ηγετικές θέσεις μεταξύ των ενόπλων ομάδων του κλεφταρματολισμού, άνδρες με αδιαμφισβήτητο κύρος και συνακόλουθη αποδοχή μεταξύ των ενόπλων. Οι καπετάνιοι αυτοί θα αποτελέσουν μαζί με τα στελέχη της προυχοντικής παραδοσιακής ολιγαρχίας την ηγέτιδα τάξη του επαναστατικού Αγώνα, με ρόλο πρωταγωνιστικό και συνήθως μεταξύ τους ανταγωνιστικό.

Ο ανταγωνισμός αυτός προέκυψε αναπόφευκτα από τη στιγμή που η διαφαινόμενη εθνική απελευθέρωση έθεσε ισχυρά διλήμματα ως προς τον τρόπο και τη δομή που θα έπαιρνε το υπό διαμόρφωση κράτος. Έτσι το ζήτημα τέθηκε επί του εξής καίριου ζητήματος: άτακτος στρατός ή σύσταση και οργάνωση εξ ύπαρχης τακτικού. Στην πρώτη περίπτωση θα διατηρούνταν τα ένοπλα σώματα, όπως είχαν αποκρυσταλλωθεί σύμφωνα με την κλεφταρματολική παράδοση, με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς που αναγνώριζε κάθε ομάδα, ενώ στη δεύτερη όλοι οι πολεμιστές θα υπάγονταν σε μία κεντρική εξουσιαστική Αρχή, η οποία θα είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο ως προς όλα τα διαδικαστικά που αφορούσαν την ιεραρχία και τον ρόλο των διαφόρων σωμάτων. Κάθε ένα από τα δύο αυτά ενδεχόμενα προϋπέθετε ταυτόχρονα και μία διαφορετική κρατική οντότητα. Το πρώτο ενδεχόμενο ισοδυναμούσε με διατήρηση και αναπαραγωγή των αποκεντρωμένων υφιστάμενων δομών, στην κορυφή των οποίων είχαν εδραιωθεί οι πρόκριτοι, ενώ στο δεύτερο η μία και ενιαία αδιαίρετη εξουσία παρέπεμπε σε συγκεντρωτικό κράτος δυτικοευρωπαϊκού, για την εποχή, τύπου.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να σκιαγραφήσει τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη σύσταση και την οργάνωση τακτικού στρατού, να παρουσιαστούν οι κύριοι εκπρόσωποι αυτής της πολιτικής και, κυρίως, να ερμηνευθούν οι λόγοι για τους οποίους το όλο εγχείρημα ήταν εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να υλοποιηθεί.

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας τακτικού στρατού συνδέεται με τον Δημήτριο Υψηλάντη, από την πρώτη στιγμή που αφίχθηκε στην επαναστατημένη Ελλάδα το καλοκαίρι του 1821. Προερχόμενος από τις τάξεις του ρωσικού στρατού ο Έλληνας πρίγκιπας τη μόνη στρατιωτική οργάνωση που γνώριζε αφορούσε αυτήν του τακτικού, του απολύτως πειθαρχημένου στην εκάστοτε τεταγμένη ηγεσία.

Μάλιστα, η άφιξή του συνοδεύτηκε από ένα σώμα 300 περίπου εθελοντών Ελλήνων, προερχόμενων από περιοχές όπου δεν μπορούσαν να σημειωθούν στρατιωτικές επιτυχίες και να εδραιωθεί επαναστατικό κλίμα, όπως η Μακεδονία, η Θράκη και η Μικρά Ασία. «Θερμός ζηλωτής»[2] του τακτικού στρατού ο Υψηλάντης έδωσε τέτοια χαρακτηριστικά στο συγκεκριμένο σώμα, όπως ομοιόμορφη στολή, ιεραρχία και μισθό, με βάση τα οικονομικά που είχε εξασφαλίσει από τη Ρωσία.[3] Με τη συμμετοχή του σε κάποιες επιχειρήσεις της Πελοποννήσου κατά τους πρώτους μήνες το συγκεκριμένο σώμα εξάντλησε όλη τη δραστηριότητά του.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.

 

Η εκτεταμένη αταξία που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αλλά και της άλωσης της Τριπολιτσάς αποτελούσε ικανή απόδειξη για να κατανοήσει ο Υψηλάντης ότι οι δυσκολίες που είχε να υπερβεί για να υλοποιήσει τα σχέδιά του κάθε άλλο παρά αμελητέες ήταν. Διαβάστε τη συνέχεια »